ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ..Μέρος Β΄

Γεωτεκτονική διαίρεση της Ελλάδας




Οι Ελληνικές οροσειρές που ανήκουν στο Διναρικό κλάδο του Αλπικού συστήματος αλύσεων ορέων, υποδιαιρούνται σε γεωτεκτονικές ζώνες η κάθε μία από τις οποίες συνίσταται από ορισμένη στρωματογραφική διαδοχή των ιζημάτων της, από τους ιδιαίτερους λιθολογικούς χαρακτήρες της και από την ιδιαίτερη τεκτονική της συμπεριφορά, στοιχεία γενικά που εξαρτώνται από την παλαιογεωγραφική της θέση.

Οι Ελληνικές γεωτεκτονικές ζώνες, οι οποίες συνηθίστηκε να λέγονται απλά "Ελληνίδες ζώνες", είναι από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά οι εξής

1) Η μάζα της Ροδόπης

2) Η Σερβομακεδονική μάζα

3) Η Περιροδοπική ζώνη

4) Η ζώνη Παιονίας

5) Η ζώνη Πάικου Οι τρεις αυτές ζώνες είναι περισσότερο γνωστές

6) Η ζώνη Αλμωπίας με το κοινό όνομα ζώνη Αξιού.

7) Η Πελαγονική ζώνη

8) Η Αττικοκυκλαδική ζώνη

9) Η Υποπελαγονική ζώνη ή ζώνη Ανατολικής Ελλάδας

10) Η ζώνη Παρνασσού-Γκιώνας

11) Η ζώνη Ωλονού-Πίνδου

12) Η ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης

13) Η Αδριατικοϊόνιος ζώνη

14) Η ζώνη Παξών ή Προαπουλία

Εκτός από τις παραπάνω δεκατέσσερις ζώνες, αναφέρονται ακόμη σαν διακριτές γεωτεκτονικές μονάδες η Ενότητα "Ταλέα όρη - πλακώδεις ασβεστόλιθοι" που μάλλον ανήκει στην Αδριατικοϊόνιο ζώνη, καθώς και η Ενότητα Βοιωτίας, που πιθανόν είναι τμήμα της Υποπελαγονικής ζώνης.

Από τις γεωτεκτονικές ζώνες της Ελλάδας οι μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής θεωρούνται ότι αποτελούν την "Ελληνική Ενδοχώρα", οι ζώνες Περιροδοπική, Παιονίας, Πάικου, Αλμωπίας, Πελαγονική, Αττικοκυκλαδική και Υποπελαγονική ονομάζονται "Εσωτερικές Ελληνίδες" και οι ζώνες Παρνασσού-Γκιώνας, Ωλονού-Πίνδου, Γαβρόβου-Τρίπολης, Αδριατικοϊόνιος και Παξών ονομάζονται "Εξωτερικές Ελληνίδες".



Συγκριτική παλαιογεωγραφική και τεκτοορογενετική εξέλιξη των Ελληνίδων



Οι μάζες της Ροδόπης και Σερβομακεδονικής της Ελληνικής Ενδοχώρας, που συγκροτούνται κυρίως από προ-Αλπικά κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα, είναι τμήματα παλιού ηπειρωτικού φλοιού. Τα λίγα Αλπικά ιζήματα των δύο ζωνών είναι τυπικά νηριτικά, γεγονός που δείχνει ότι στους Αλπικούς χρόνους η Ελληνική Ενδοχώρα ήταν ρηχή θάλασσα ενώ μεγάλο μέρος αυτής ήταν χέρσος.

Η Περιροδοπική ζώνη παλαιογεωγραφικά αντιπροσώπευε την ηπειρωτική κατωφέρεια από τις ηπειρωτικές μάζες της Ελληνικής Ενδοχώρας (Ροδόπη και Σερβομακεδονική) προς την ωκεάνια περιοχή της ζώνης Αξιού. Η ηπειρωτική κατωφέρεια κατέληγε σε μια βαθιά αύλακα περιφερειακή της ηπειρωτικής μάζας με ιζήματα βαθιάς θάλασσας.

Η ζώνη Αξιού παρ' όλη τη διαίρεση της σε τρεις επί μέρους ζώνες με διαφοροποιημένους παλαιογεωγραφικούς χαρακτήρες, θεωρείται ως ενιαία παλιά ωκεάνια περιοχή από όπου προήλθαν οι οφειόλιθοι, με ιζηματογένεση τυπική βαθιάς θάλασσας.

Νηριτική ιζηματογένεση είχαν κατά τους Αλπικούς χρόνους τόσο η Πελαγονική ζώνη, όσο και η Αττικοκυκλαδική, που ήταν ηπειρωτικά τεμάχη με ρηχή θάλασσα.

Η Υποπελαγονική ζώνη αποτελεί τη δυτική ζώνη των οφειολίθων της Ελλάδας και πιστεύεται ότι μαζί με τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου αντιπροσώπευαν μια παλιά ωκεάνια περιοχή με ιζήματα αβυσικά-πελαγικά, ενώ ιδιαίτερα η Υποπελαγονική καθορίσθηκε ότι περιλαμβάνει και το χώρο της κατωφέρειας της Πελαγονικής προς τον ωκεανό.

Οι Εξωτερικές Ελληνίδες ζώνες Παρνασσού-Γκιώνας, Γαβρόβου-Τρίπολης, Αδριατικοϊόνιος και Παξών τοποθετούνται στην Απουλία μικροπλάκα, που αποσπάσθηκε από την Γκοντβάνα και αντιπροσωπεύουν περιοχές συνεχούς ηπειρωτικής νηριτικής ιζηματογένεσης κατά τους Αλπικούς χρόνους. Σχετική διαφοροποίηση παρατηρείται στην ιζηματογένεση της Αδριατικοϊονίου ζώνης που είχε, κυρίως, κατά την περίοδο του Μέσου-Ανω Ιουρασικού, χαρακτήρες ηπειρωτικής λεκάνης, όπου αποτέθηκαν πελαγικά-ημιπελαγικά ιζήματα".

Σύμφωνα με την παλαιογεωγραφική οργάνωση που προτάθηκε για τον Ελληνικό χώρο από τους Aubouin (1959, 1965) και Mercier (1968), η συγκριτική παλαιογεωγραφική εξέλιξη των Ελληνίδων ζωνών, που από την άποψη της προ-ορογενετικής τους παλαιογεωγραφίας χαρακτηρίζονται ως Ελληνικές ισοπικές ζώνες, μπορεί να συνοψισθεί για τους Αλπικούς χρόνους στα παρακάτω:

Κατά το Τριαδικό η ιζηματογένεση θεωρείται σχετικά ομοιόμορφη νηριτική για ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο που βρίσκονταν κάτω από τη στάθμη της θάλασσας της Τηθύος. Από το Ανω Τριαδικό αρχίζει η διαμόρφωση των χώρων βαθύτερης ιζηματογένεσης που ήταν η αύλακα της ζώνης Παιονίας και η αύλακα της ζώνης Ωλονού-Πίνδου, όπου και αποθέτονται ιζήματα πελαγικά.

Στο Λιάσιο (Κάτω Ιουρασικό) διαμορφώνονται σε χώρους πελαγικής ιζηματογένεσης η ζώνη Αλμωπίας και η Αδριατικοϊόνιος ζώνη, όπου από το Δογγέριο (Μέσο Ιουρασικό) αποθέτονται πελαγικά-ημιπελαγικά ιζήματα (σχιστοκερατολιθική διάπλαση, πελαγικοί ασβεστόλιθοι), όπως και στις ζώνες Παιονίας και Πίνδου. Αντίθετα στις υπόλοιπες ισοπικές ζώνες εξακολουθεί η νηριτική ανθρακική ιζηματογένεση (ασβεστόλιθοι, δολομίτες κ.λπ.).

Την περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού εκδηλώνεται η ονομαζόμενη πρώιμη ορογενετική δράση που πλήτει τις Εσωτερικές Ελληνικές ζώνες και προκαλεί πτύχωση των σχηματισμών τους. Ταυτόχρονα προκαλείται απόσυρση της θάλασσας και προσωρινή ανάδυση των Εσωτερικών ζωνών και χέρσευση αυτών κατά το Κάτω Κρητιδικό. Η διακοπή αυτή της ιζηματογένεσης που μεταφράσθηκε σε συγκεκριμένο στρωματογραφικό κενό κατά το Κάτω Κρητιδικό στις Εσωτερικές ζώνες, δεν έλαβε χώρα στις Εξωτερικές ζώνες, όπου η ιζηματογένεση συνεχίσθηκε αδιάκοπη χωρίς στρωματογραφικό κενό.

Στο Μέσο Κρητιδικό η στάθμη της θάλασσας ανήλθε και κάλυψε και πάλι το χώρο των Εσωτερικών Ελληνίδων με τη λεγόμενη Μέσο-Ανω Κρητιδική επίκλυση της θάλασσας ή "επίκλυση του Κενομανίου", η οποία απέθεσε τα Μέσο-Ανω Κρητιδικά στρώματα με ασυμφωνία πάνω στους πτυχωμένους προ-Κρητιδικούς σχηματισμούς. Σε πολλές περιοχές η έναρξη της επίκλυσης σημαδεύεται από την απόθεση ως πρώτου στρώματος ενός κροκαλοπαγούς επίκλυσης (κροκαλοπαγές βάσης) το οποίο παρατηρείται μόνο στις Εσωτερικές ζώνες και όχι στις Εξωτερικές, όπου η ιζηματογένεση συνεχίσθηκε αδιατάρακτη.

Στο Ανω Κρητιδικό η ιζηματογένεση συνεχίζεται πελαγική, κυρίως με πυριτικούς πλακώδεις ασβεστόλιθους, στις αύλακες και ανθρακική νηριτική στις ζώνες-υβώματα.

Στο Ανώτερο Κρητιδικό αρχίζει κατά ζώνες η απόθεση του τελικού φλύσχη που διήρκησε κατά ζώνη μέχρι το Μειόκαινο. Σχεδόν ταυτόχρονα, δηλαδή στο Τέλος Κρητιδικού - αρχές Τριτογενούς αρχίζει η τελική ορογενετική διεργασία των Ελληνίδων που οδηγεί στην οριστική τους ανάδυση. Το ορογενετικό κύμα αρχίζει από τα Ανατολικά από το όριο Ενδοχώρας - Εσωτερικών ζωνών και σταδιακά προωθείται προς τα Δυτικό στις Εξωτερικές ζώνες. Η ανάδυση των ισοπικών ζωνών γίνεται η μια μετά την άλλη και ακολουθεί την απόθεση του φλύσχη, που αποθέτεται σε κάθε ζώνη από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά σταδιακά αργότερα. Για το λόγο αυτό ο φλύσχης θεωρείται για τον Ελληνικό χώρο ως το τελευταίο Αλπικό ίζημα. Έτσι η ανάδυση των Εσωτερικών ζωνών γενικά τοποθετείται στο Τέλος Κρητιδικού - Αρχές Παλαιοκαίνου, ενώ η Υποπελαγονική ζώνη πιστεύεται ότι αναδύθηκε στο Ανω Ηώκαινο, όπως και η ζώνη Παρνασσού-Γκιώνας. Η ανάδυση της Πίνδου έγινε στο Κάτω Ολιγόκαινο, της ζώνης Γαβρόβου-Τρίπολης στο Ανω Ολιγόκαινο, της Αδριατικοϊονίου στο Κάτω Μειόκαινο και της ζώνης Παξών στο Τέλος Μειόκαινου - Κάτω Πλειόκαινο.

Η τεκτονική δομή των Ελληνίδων ζωνών συγκροτείται γενικά από αλλεπάλληλα τεκτονικά καλύμματα και λέπια, τα οποία επωθούνται το ένα πάνω στο άλλο από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά. Η εξέλιξη των τεκτονικών φαινομένων που κατέληξε στη συγκρότηση των επωθημένων λεπιών και καλυμμάτων προκλήθηκε από τη μετακίνηση των ορογενών από τα Εσωτερικά τόξα προς τα Εξωτερικά, μετακίνηση που συνδυάστηκε με την άσκηση ισχυρών συμπιεστικών τάσεων στο χώρο της εκάστοτε ορογενετικής λωρίδας. Οι συμπιεστικές τάσεις οφείλονταν φυσικά στο γενικό γεωδυναμικό σύστημα προσέγγισης και σύγκρουσης των μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών Ευρασίας και Γκοντβάνας και της καταστροφής του ωκεανού της Τηθύος.

Αποτέλεσμα των συμπιεστικών τάσεων είναι η δημιουργία πτυχών και ανάστροφων ρηγμάτων με επωθήσεις και εφιππεύσεις στην ορογενετική λωρίδα. Πιο συγκεκριμένα τα τεκτονικά αυτά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα τόσο στην περιφερειακή τάφρο, όσο και στο εξωτερικό χείλος του νησιωτικού τόξου, με αποτέλεσμα την πτύχωση των ιζημάτων της τάφρου και τη συγκόλλησή τους στην ηπειρωτική μάζα. Στη συμπιεστική αυτή διαδικασία οι πτυχές που σχηματίζονται τοποθετούνται με τους κύριους άξονες κάθετους στη διεύθυνση των συμπιεστικών τάσεων, που είναι βέβαια και η διεύθυνση σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών. Επομένως οι πτυχές έχουν γενικό προσανατολισμό κατά μήκος του ορογενετικού τόξου και παράλληλα σ' αυτό. Στους κατώτερους ορίζοντες, που αντιπροσωπεύουν τα βυθιζόμενα ιζήματα κατά τη διαδικασία της βύθισης της πλάκας (subduction), λαμβάνει χώρα ισχυρή παραμόρφωση βάθους με δημιουργία ανισοπαχών πτυχών ισοκλινών ή πολύ κλειστών. Οι πτυχές αυτές σχηματίζονται ταυτόχρονα με τη μεταμόρφωση των πετρωμάτων (συμμεταμορφικές πτυχές) και συνοδεύονται από ανάπτυξη φύλλωσης ή σχιστότητας παράλληλα στα αξονικά επίπεδα των πτυχών. Στους ανώτερους ορίζοντες των ιζημάτων της τάφρου που δεν βυθίζονται σε μεγάλα βάθη η παραμόρφωση είναι επιφανειακή (λιγότερο ισχυρή) και οι σχηματιζόμενες πτυχές είναι ανοιχτές, ισοπαχείς και συνοδεύονται από ρήγματα. Η μεταμόρφωση στην επιφανειακή παραμόρφωση συνήθως απουσιάζει ή είναι πολύ ασθενική.

Με τις παραπάνω γεωτεκτονικές διεργασίες σχετίζονται οι φάσεις πτυχώσεων που διαπιστώθηκαν και διαχωρίστηκαν στον Ελληνικό χώρο. Οι ισοκλινείς και υποϊσοκλινείς-κλειστές πτυχές των φάσεων JE1 και JE2 του Ανωτέρου Ιουρασικού και Κάτω Κρητιδικού αντίστοιχα που μελετήθηκαν στις Εσωτερικές ζώνες, είναι φαινόμενα παραμόρφωσης βάθους που έλαβαν χώρα κατά τη βύθιση και καταστροφή της Τηθύος και συνοδεύονται από μεταμόρφωση και ανάπτυξη σχιστότητας κατά αξονικό επίπεδο. Οι ανοιχτές, ισοπαχείς πτυχές και οι knick πτυχές των φάσεων CT1, CT2, CT3, του Τριτογενούς αντιπροσωπεύουν μάλλον τις σχετικά επιφανειακές παραμορφώσεις που έλαβαν χώρα είτε στην περιφερειακή τάφρο κατά την ενδεχόμενη μετανάστευση προς τα Εξωτερικά της διαδικασίας βύθισης, είτε στον ηπειρωτικό χώρο κατά την τελική ηπειρωτική σύγκρουση και συνοδεύονται από ασθενική μεταμόρφωση μόνο κατά περιοχές.



Γεωδυναμικά μοντέλα που έχουν προταθεί για την εξέλιξη του συστήματος της Τηθύος στον Ελληνικό και στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο



Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν σε προηγούμενο κεφάλαιο σχετικά με τη γεωτεκτονική εξέλιξη του Αλπικού συστήματος της Τηθύος, ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν τους γεωεπιστήμονες τα τελευταία χρόνια ήταν η ακριβής θέση του ωκεανού της Τηθύος. Ειδικότερα για τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδας το πρόβλημα εντοπίσθηκε από την αρχή της διάδοσης και εφαρμογής της νέας θεωρίας των λιθοσφαιρικών πλακών στο θέμα, με ποια από τις γεωτεκτονικές ζώνες της Ελλάδας ταυτίζεται ο ωκεανός της Τηθύος ή καλύτερα ποια ζώνη έχει τους σχηματισμούς που αντιπροσωπεύουν τον κατεστραμμένο ωκεάνιο φλοιό της Τηθύος.

Η πρώτη τάση που αναπτύχθηκε στους γεωεπιστήμονες τη δεκαετία του 1970 ήταν φυσικά ότι ο ωκεάνιος χώρος της Τηθύος ταυτίζονταν με τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου που είχε από την παλιά - κλασσική γεωλογική αντίληψη θεωρηθεί ως το "Ελληνικό ευγεωσύγκλινο".

Σύμφωνα με όλα τα γεωδυναμικά μοντέλα που προτάθηκαν με βάση την αρχή αυτή ο ωκεανός της Τηθύος, που χώριζε την Ευρασία από την Γκοντβάνα, δημιουργήθηκε από το Πέρμιο με ανάπτυξη μεσοωκεάνιας ράχης που λειτούργησε στο Λιάσιο-Δογγέριο του Ιουρασικού και άρχισε να βυθίζεται κάτω από την Ευρώπη από την εποχή του Ανω Ιουρασικού.

Τα στάδια ανοίγματος και κλεισίματος του ωκεανού της Τηθύος ήταν σύμφωνα πάντα με τις ίδιες αρχικές απόψεις, ανάλογα με τη διαδικασία ανοίγματος του Ατλαντικού ωκεανού και σαν θέση του ωκεανού της Τηθύος ορίζονταν ακριβέστερα ο χώρος ανάμεσα στην κατωφέρεια της ζώνης Πίνδου από την πλευρά της Γκοντβάνας και της κατωφέρειας της Πελαγονικής από την πλευρά της Ευρασίας.

Η τοποθέτηση της Τηθύος στο χώρο της Πίνδου πήρε αργότερα μια διαφορετική έννοια με τον γενικότερο καθορισμό της θέσης της Τηθύος στο όριο Εσωτερικών και Εξωτερικών Ελληνίδων  Έτσι σαν πιθανή θέση προβάλλεται πλέον η Υποπελαγονική ζώνη (ή ζώνη της Όθρυς, όπως ονομάσθηκε από ορισμένους για να δοθεί έμφαση στις μεγάλες οφειολιθικές μάζες της περιοχής αυτής) ή ακόμη ο ενοποιημένος χώρος των ζωνών Υποπελαγονικής και Πίνδου.

Με την τάση αυτή της τοποθέτησης της Τηθύος Δυτικά της Πελαγονικής ζώνης συντάχθηκαν πολλοί επιστήμονες (Dercourt 1970, 1972, Smith & Woodcock 1976, κ.ά.).

Παράλληλα άλλες ομάδες γεωεπιστημόνων υποστήριξαν την άποψη ότι για τον Ελληνικό χώρο η Τηθύς θάλασσα αντιπροσωπεύεται από τη ζώνη Αξιού με τις μεγάλες οφειολιθικές εμφανίσεις. Για τη βύθιση της ωκεάνιας πλάκας στο χώρο της ζώνης Αξιού εκφράσθηκαν διάφορες απόψεις αν έγινε προς την πλευρά της Σερβομακεδονικής-Ροδόπης ή προς την πλευρά της Πελαγονικής. Με την γενική αυτή τάση της τοποθέτησης της Τηθύος Ανατολικά της Πελαγονικής ζώνης συντάχθηκαν επίσης πολλοί επιστήμονες (Dewey et al. 1973, Zimmerman 1972, κ.ά.}.

Ένα πολύ διαφοροποιημένο γεωδυναμικό μοντέλο εξέλιξης του Αλπικού συστήματος προτάθηκε από τους Dewey et al. (1973). Σύμφωνα με αυτό ανάμεσα στις μεγάλες ηπειρωτικές πλάκες της Γκοντβάνας και της Ευρασίας υπήρχαν πολλές μικροπλάκες (Απουλίας, Ροδόπης-Τουρκίας, Carnics κ.ά.) που αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και κινήθηκαν ανεξάρτητα. Οι απόψεις του μοντέλου αυτού για τον Ελληνικό χώρο μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Η Ροδόπη, όπως και η Απουλία αποτελούσαν πριν το Πέρμιο τμήματα της Γκοντβάνας, ενώ η Τηθύς βρίσκονταν πολύ πιο Ανατολικά. Οι δυο αυτές περιοχές αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και στο Τριαδικό χωρίστηκαν και μεταξύ τους και αποτέλεσαν δυο ανεξάρτητες μικροπλάκες, ενώ ανάμεσα τους αναπτύχθηκε νέος ωκεανός με μεσοωκεάνια ράχη που σήμερα αντιπροσωπεύεται από τη ζώνη Αξιού. Η καταστροφή αυτού του νέου ωκεανού προκλήθηκε στο Κάτω Κρητιδικό και συνεχίσθηκε μέχρι το Βουρδιγάλιο, οπότε ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωση και της Απουλίας στις μάζες της Ευρασίας.

Παρόμοια αντίληψη για την ύπαρξη πολλών μικροπλακών-ηπειρωτικών τεμαχών που αποσπώνται από μια μεγάλη ηπειρωτική λιθοσφαιρική πλάκα και μετακινούνται ανεξάρτητα και τελικά συγκρούονται με μια άλλη μεγάλη πλάκα, επικράτησε γενικά στο Παγκόσμιο γεωδυναμικό σύστημα και έγινε αντικείμενο πολλών ερευνών και συζητήσεων. Το σχήμα 19 δείχνει σε Παγκόσμια κλίμακα όλες τις μικροπλάκες-ηπειρωτικά τεμάχη που έχουν επισημανθεί και τα οποία είτε έχουν συμπληρώσει τον γεωδυναμικό τους κύκλο (διάρρηξη - απόσπαση - μετακίνηση - σύγκρουση - ορογένεση), είτε βρίσκονται στα αρχικά στάδια της διάρρηξης-απόσπασης και πρόκειται να οδηγηθούν στη σύγκρουση.

Εν τω μεταξύ με την επικράτηση της αντίληψης για την ύπαρξη μικρο-πλακών, κέρδιζε πλέον συνεχώς έδαφος στους κύκλους των επιστημόνων η ιδέα για την ύπαρξη περισσοτέρων της μιας ωκεάνιων περιοχών στον ευρύτερο χώρο που θεωρούνταν της Τηθύος. Έτσι για την Ελλάδα έγινε αποδεκτό ότι υπήρξαν δυο ωκεάνιοι χώροι: ένας στη θέση της ζώνης Αξιού και ένας στο χώρο Υποπελαγονικής-Πίνδου.

Με βάση την αντίληψη ίων δυο ωκεάνιων περιοχών του Αλπικού συστήματος δόθηκε από τον Boccaletti (1979) ένα άλλο μοντέλο εξέλιξης του χώρου της Μεσογείου, στο οποίο εκφράζεται η άποψη για ετεροχρονισμό στο κλείσιμο του ωκεανού της Τηθύος από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά αρχίζοντας το Ιουρασικό στην περιοχή των Ποντίδων της Μικράς Ασίας. Η ύπαρξη ενός νότιου ωκεάνιου κλάδου που στον Ελληνικό χώρο τοποθετείται σε θέση Πίνδου-Υποπελαγονικής θεωρείται βέβαιη και ενισχύεται από τη γραμμική τοποθέτηση των ωκεάνιων ραδιολαριτών που οριοθετεί την περι-Αφρικανική ανθρακική πλατφόρμα από το Ιράν μέχρι τις Νότιες Άλπεις. Η εξαφάνιση του Βόρειου ωκεανού της Τηθύος έγινε με βύθιση προς Βορρά κάτω από το Ευρασιατικό ηπειρωτικό περιθώριο κυρίως στο Ανώτερο Ιουρασικό - Κάτω Κρητιδικό, αλλά ολοκληρώθηκε στο Τέλος Κρητιδικού, ενώ η τέλεια καταστροφή του Νότιου ωκεάνιου κλάδου συντελέσθηκε στο Ηώκαινο με ανάλογη προς Βορρά βύθιση που οδήγησε στην τελική ηπειρωτική σύγκρουση. Η δράση των εφελκυστικών τάσεων στα παλαιο-περιθώρια της Ευρασίας και της Γκοντβάνα προκάλεσαν στο Ανω Κρητιδικό λέπτυνση της κρούστας και σχηματισμό αντίστοιχα της Μεσοπαρατηθύος και της Μεσογέας σαν πελαγικές λεκάνες ανάμεσα στις ανθρακικές πλατφόρμες. Σύμφωνα πάντοτε με το μοντέλο αυτό η σημερινή Μεσόγειος είναι υπόλειμμα της Μεσογέας η διάλυση της οποίας είναι σταδιακή, άρχισε με ένα πρώτο στάδιο στο Κρητιδικό, συνεχίστηκε με δεύτερο στάδιο στο Ηώκαινο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι διάφορες απόψεις για δυο ωκεάνιες περιοχές ανάμεσα στην Γκοντβάνα και Ευρασία συγκεκριμενοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια με εργασίες που έγι¬ναν αρχικά κυρίως στο χώρο της Μικράς Ασίας (Sengör 1979, Sengör et al.1980, 1981, 1984) και καθιέρωσαν για τις δυο ωκεάνιες περιοχές τις έννοιες Παλαιο-Τηθύς και Νεο-Τηθύς (σχήμα 20).

Η Παλαιο-Τηθύς θεωρήθηκε ο ωκεανός που εκτείνονταν βόρεια από την ορογενετική γραμμή Άλπεων-Ιμαλαΐων και λειτούργησε από το Ανω Παλαιοζωικό μέχρι το Ιουρασικό. Η Νεο-Τηθύς ήταν ο ωκεανός ή καλύτερα μια σειρά ωκεάνιων περιοχών που άνοιξαν στη διάρκεια των Αλπικών χρόνων (Τριαδικό και μετά) νότια από την Παλαιο-Τηθύ.

Σχετικά με την ηλικία και το χώρο ανάπτυξης της Παλαιο-Τηθύος έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις. Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι η Παλαιο-Τηθύς λειτούργησε μόνο στο Παλαιοζωικό και η καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού της συνδέεται με την Ερκύνια ορογένεση και έφερε τους οφειόλιθους, υπολείμματα του ωκεάνιου αυτού φλοιού, στην ορογενετική λωρίδα του Καυκάσου. Άλλοι όμως ερευνητές έχουν ανιχνεύσει οφειολιθικές μάζες πιθανής προέλευσης της Παλαιο-Τηθύος και σε πολύ νοτιότερες περιοχές, αλλά και με νεώτερες (Αλπικές) ηλικίες τοποθέτησης, έτσι ώστε να εντάσσουν τόσο τη λειτουργία μέρους της Παλαιο-Τηθύος, όσο και τον τεκτονισμό της στο Αλπικό γεωτεκτονικό σύστημα.

Η γεωδυναμική και παλαιογεωγραφική εξέλιξη του συστήματος Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος συνοψίζονται στα εξής: Κατά τη διάρκεια του Ανω Παλαιοζωικού και του Τριαδικού αναπτύσσονταν μεταξύ Ευρασίας και Γκοντβάνας ο ωκεανός της Παλαιο-Τηθύος. Στη διάρκεια του Τριαδικού ένα τμήμα της Βόρειας Γκοντβάνα αποσπάσθηκε και αποτέλεσε μια ενδιάμεσο ήπειρο την ονομαζόμενη Κιμμέρια ήπειρο (Cimmerian Continent).

Η Κιμμέρια ηπειρωτική πλάκα κινήθηκε προς Βορρά απομακρυνόμενη από την Γκοντβάνα προσεγγίζοντας την Ευρασία και δίδοντας χώρο ανάπτυξης για τη Νέο-Τηθύ θάλασσα μεταξύ Κιμμέριας ηπείρου και Γκοντβάνας.

Η προσέγγιση της Κιμμέριας προς την Ευρασία είχε σαν αποτέλεσμα τη βαθμιαία συμπίεση και τελική καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού της Παλαιο-Τηθύος με βύθιση του προς Νότον κάτω από την Κιμμέρια ήπειρο . Η τελική καταστροφή του ωκεανού της Παλαιο-Τηθύος και η οριστική σύγκρουση της Κιμμέριας με την Ευρασία πιθανολογείται μεταξύ Ανω Τριαδικού και Μέσου Ιουρασικού. Αυτό το κλείσιμο του ωκεανού και η ηπειρωτική σύγκρουση προκάλεσε μια ζώνη έντονης ορογενετικής δράσης που εκτείνονταν από τη Νότιο Ροδόπη μέχρι την Κίνα

Η Νεο-Τηθύς άνοιξε αρχικά από τις εφελκυστικές τάσεις στην περιοχή πίσω από το τόξο της βύθισης της Παλαιο-Τηθύος προς Νότο με ταυτόχρονη περιστροφή της Κιμμερικής Ηπείρου. Το κλείσιμο της Νεο-Τηθύος έγινε με αντίθετη (προς Βορρά) βύθιση της ωκεάνιας λιθόσφαιρας που συντελέσθηκε από το Κρητιδικό μέχρι το Ολιγόκαινο κατά περιοχή.

Η Κιμμερική ήπειρος, σύμφωνα με τις νεώτερες αυτές απόψεις της γεωδυναμικής, αντικατέστησε αρχικά στις ιδέες των γεωεπιστημόνων την αντίληψη ότι πολλά μικρά ηπειρωτικά τεμάχη αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και κινήθηκαν προς τα Βόρεια για να συγκρουσθούν με την Ευρασία. Εντούτοις η δημιουργία της Νεο-Τηθύος με τις πιθανές πολλές μικρές ωκεάνιες λεκάνες από τις οποίες αποτελούνταν, είναι βέβαιο ότι είχε σαν αποτέλεσμα τον εκ νέου κατατεμαχισμό του βόρειου τμήματος της Γκοντβάνας. Τα πολλά μικρά ηπειρωτικά τεμάχη (μικροπλάκες) του κατατεμαχισμού κινήθηκαν ανεξάρτητα με διάφορες ταχύτητες προς Βορρά για να συγκρουσθούν κι αυτά με την Ευρασία.

Η ύπαρξη πιθανόν πολλών μικρών ωκεάνιων λεκανών στον ευρύτερο χώρο της Νεο-Τηθύος έχει προκαλέσει πρόσθετες δυσκολίες στην παλαιογεωγραφική αναπαράσταση του Αλπικού συστήματος διότι δεν είναι βέβαιο πότε και πού άνοιξε και έκλεισε η κάθε μια απ' αυτές και πότε άνοιξε η επόμενη. Προσπάθεια που έγινε προς την κατεύθυνση της διευκρίνισης αυτών των ερωτηματικών οδήγησε στην υπόθεση ότι υπήρξαν δυο διακριτοί κλάδοι της Νεο-Τηθύος, ένας Βόρειος κλάδος της Νεο-Τηθύος (Northern Branch of Neo-Tethys) και ένας Νότιος κλάδος της Νεο-Τηθύος (Southern Branch of Neo-Tethys).

Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι τα θέματα της γένεσης, του χρόνου λειτουργίας και της καταστροφής των δύο μεγάλων ωκεανών της Παλαιο-Τηθυος και της Νεο-Τηθύος δεν έχουν πάρει ακόμη την οριστική τους διατύπωση ή έστω μια γενικότερα αποδεκτή φόρμουλα για τους γεωεπιστήμονες. Υπάρχουν καίριες διαφορές απόψεων για τα επιμέρους θέματα λειτουργίας του όλου ορογενετικού συστήματος της Τηθύος οι σημαντικότερες από τις οποίες εντοπίζονται στα παρακάτω ερωτηματικά:

1) Ποιες επί μέρους γεωτεκτονικές ζώνες των περι-Μεσογειακών οροσειρών αντιπροσωπεύουν την Παλαιο-Τηθύ και την Νεο-Τηθύ, καθώς και τα ηπειρωτικά περιθώρια Ευρασίας και Γκοντβάνας.

2) Πότε ακριβώς άρχισαν να λειτουργούν οι δυο ωκεανοί και με ποιους μηχανισμούς δημιουργήθηκαν;

3) Υπήρξε παράλληλη λειτουργία των δύο ωκεάνιων περιοχών ή η δημιουργία της μιας έγινε μετά την καταστροφή της άλλης;

4) Πόσο διήρκησε η ανάπτυξη των δύο ωκεανών; Υπήρξε κάποιο ανοιχτό ωκεάνιο σύστημα με δημιουργία οφειολίθων μέχρι και το Παλαιογενές;

5) Το άνοιγμα και το κλείσιμο του κάθε ωκεανού έγινε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές ανάπτυξης του από τα Δυτικά (Ευρώπη) μέχρι τα Ανατολικά (Ιμαλάια, Κίνα) ή μήπως έγινε διαχρονικά;

6) Υπήρξαν πράγματι δύο ή και περισσότεροι κλάδοι της Νεο-Τηθύος;

Ορισμένα από τα παραπάνω ερωτήματα για τα οποία έχουν διατυπωθεί αποκρυσταλλωμένες απόψεις θα συζητηθούν στις επόμενες παραγράφους σε σχέση με τα θέματα των οφειολίθων και σε σχέση κυρίως με τον Ελληνικό χώρο.



Η γεωτεκτονική εξέλιξη των Ελληνίδων σε σχέση με την προέλευση και τοποθέτηση των οφειολίθων



Τα προβλήματα της προέλευσης και τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων του Ελληνικού χώρου σχετίζονται άμεσα με τα θέματα γεωδυναμικής εξέλιξης του συστήματος της Τηθύος για το λόγο ότι οι εμφανίσεις τους που είναι συνεχόμενες γραμμικές και ονομάζονται οφειολιθικές συρραφές (ophiolitic sutures) συνιστούν δείκτες προέλευσης κατεστραμμένου ωκεάνιου φλοιού και επομένως χρησίμευσαν σαν βάση των ερευνών για την αναζήτηση των θέσεων και του χρόνου λειτουργίας των παλαιο-ωκεάνιων περιοχών.

Οι οφειολιθικές εμφανίσεις του Ελληνικού χώρου κατανέμονται σε δύο κύριες οφειολιθικές λωρίδες (σχήμα 23): μια Εσωτερική οφειολιθική λωρίδα κατά μήκος της ζώνης Αξιού και μια Εξωτερική οφειολιθική λωρίδα κατά μήκος της Υποπελαγονικής ζώνης και της Πίνδου. Οι δυο αυτές λωρίδες ονομάστηκαν αντίστοιχα IRO και ERO.

Είναι γνωστό ότι στις δυο οφειολιθικές λωρίδες της Ελλάδας συμπεριλαμβάνονται ορισμένες πολύ αντιπροσωπευτικές οφειολιθικές ακολουθίες με πλήρη συγκρότηση από όλα σχεδόν τα μέλη μιας τυπικής οφειολιθικής ακολουθίας και επομένως μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τυπικές μάζες-υπολείμματα ωκεάνιου φλοιού. Πρόκειται για τις οφειολιθικές μάζες της Παιoνίας (ενότητα Γευγελής) στη λωρίδα IRO και τις οφειολιθικές μάζες Όθρυς, Βούρινου και Βόρειας Πίνδου στην εξωτερική λωρίδα ERO.

Όπως φαίνεται στο σχήμα 23 οι οφειολιθικές εμφανίσεις συνεχίζονται και στις γειτονικές προς την Ελλάδα περιοχές. Στη Γιουγκοσλαβία οι δύο οφειολιθικές λωρίδες φαίνονται και συνενώνονται σε μια, ενώ στη Μικρά Ασία - Κύπρο οι οφειολιθικές μάζες φαίνονται να σχηματίζουν περισσότερες από δυο οφειολιθικές λωρίδες, πιθανόν τέσσερις.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο περιγράφηκαν οι τάσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ των γεωεπιστημόνων στον καθορισμό της θέσης της Τηθύος σε σχέση με τις Ελληνικές γεωτεκτονικές ζώνες και αναφέρθηκε ότι οι τάσεις που διαμορφώθηκαν ήταν δύο: η πρώτη που θεώρησε το χώρο Πίνδου-Υποπελαγονικής ως τυπική θέση της Τηθύος και η δεύτερη που δέχεται ως θέση της Τηθύος τη ζώνη Αξιού. Οι τάσεις αυτές στηρίχθηκαν σε έρευνες στις λωρίδες ERO και IRO και με άλλα λόγια μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Ποια από τις δύο οφειολιθικές λωρίδες ήταν η πραγματική οφειολιθική συρραφή που αντιπροσώπευε το κλείσιμο του παλιού ωκεανού;

Οι γεωτεκτονικές έρευνες έτειναν περισσότερο στο να χαρακτηρισθεί η λωρίδα IRO ως η κύρια οφειολιθική συρραφή και το πρόβλημα εντοπίσθηκε στην προέλευση των οφειολίθων της Υποπελαγονικής-Πίνδου (ERO) για την οποία εκφράσθηκαν δύο ομάδες απόψεων:

1η. Οι οφειόλιθοι ERO έχουν προέλευση τη ζώνη Αξιού, η οποία και μόνο ήταν ο παλιός ωκεανός, από την οποία επωθήθηκαν προς Δυσμάς και τοποθετήθηκαν σε θέση ζώνης Υποπελαγονικής-Πίνδου, αφού υπερκάλυψαν την Πελαγονική (σχήμα 24). Η υπόθεση αυτή υποστηρίχθηκε από τους Zimmerman (1972), Zimmerman & Ross (1976), Bernoulli & Laubscher (1972) και Vergely (1975, 1976).

2η. Οι οφειόλιθοι της λωρίδας ERO προέρχονται από μια ωκεάνια περιοχή που βρίσκονταν Δυτικά ή Νοτιοδυτικά της Πελαγονικής απ' όπου και επωθήθηκαν πάνω στην Πελαγονική (σχήμα 25). Η άποψη αυτή προτάθηκε από τους Moores (1969), Hynes et al. (1972), Smith & Woodcock (1976), Smith et al. (1979) ύστερα από έρευνες που έκαναν στις οφειολιθικές μάζες Βούρινου και Όθρυς.

Από τις παραπάνω απόψεις γίνεται αντιληπτός ο ιδιαίτερος ρόλος που διαδραμάτισε η Πελαγονική ζώνη στη γεωτεκτονική εξέλιξη του συστήματος της Τηθύος στο χώρο των Ελληνίδων. Η τοποθέτηση των οφειολιθικών μαζών στα δύο περιθώρια της Πελαγονικής πάνω σε πετρώματα τυπικού ηπειρωτικού χαρακτήρα είναι το στοιχείο που καθιστά τη σημασία της Πελαγονικής σημαντική.

Εξετάζοντας τις δύο παραπάνω υποθέσεις για την προέλευση των Ελληνικών οφειολίθων διαπιστώνουμε ότι η ύπαρξη μιας μόνο ωκεάνιας περιοχής από τη βύθιση-καταστροφή της οποίας προέρχονται όλοι οι οφειόλιθοι του Ελληνικού χώρου, δεν εξηγεί ικανοποιητικά ούτε τη διπλή τοποθέτηση των οφειολιθικών εμφανίσεων ούτε και όλα τα μαγματικά και μεταμορφικά φαινόμενα των Ελληνίδων. Για το λόγο αυτό γίνεται πλέον γενικότερα αποδεκτή η άποψη ότι υπήρχαν δύο τουλάχιστον ωκεάνιες περιοχές Δυτικά και Ανατολικά της Πελαγονικής από τις οποίες προήλθαν οι οφειόλιθοι που βρίσκονται στα δύο περιθώρια της τελευταίας.

Γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου που έγιναν στα δύο Πελαγονικά περιθώρια επιβεβαίωσαν τη διττή προέλευση των οφειολίθων. Συγκεκριμένα στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής οι οφειόλιθοι βρίσκονται επωθημένοι πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα του περιθωρίου με κατεύθυνση από ΔΝΔ προς ΑΒΑ. Εκτός αυτού από τη μελέτη των φάσεων των ιζημάτων Ιουρασικής ηλικίας του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου διαπιστώθηκε βάθεμα των συνθηκών από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι υπήρχε Δυτικά της Πελαγονικής κάποια ωκεάνια λεκάνη από την οποία προήλθαν οι οφειόλιθοι ERO.

Επιπλέον από τη μελέτη της Περμοτριαδικής μετακλαστικής-ηφαιστειοϊζηματογενούς σειράς του Δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου διαπιστώθηκε ότι από την περίοδο εκείνη του ορίου Περμίου-Τριαδικού διαμορφώθηκαν συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας στο Δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής. Αυτό δείχνει ότι είχε τότε αρχίσει η ηπειρωτική διάρρηξη μιας παλιάς συνεχούς ηπειρωτικής περιοχής, διάρρηξη η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σταδιακά σε άνοιγμα κάποιας ωκεάνιας περιοχής Δυτικά της Πελαγονικής.

Με ανάλογες γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου στο Ανατολικό Πελαγονικό περιθώριο διαπιστώθηκε τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων πάνω στα ανθρακικά πετρώματα του περιθωρίου με επώθηση από τη ζώνη Αξιού.

Πιστοποιείται λοιπόν η διτή προέλευση των οφειολίθων από δύο ωκεάνιες περιοχές που βρίσκονταν εκατέρωθεν της Πελαγονικής ζώνης, άποψη που θεμελιώθηκε με εργασίες των Hynes (1974), Smith et al. (1975, 1979), Boccaletti (1979), Nisbet (1979), Mountrakis (1981, 1982, 1983), Mountrakis et al. (1983), Vergely (1984).

Οι γεωλογικές παρατηρήσεις έδειξαν ακόμη ότι η τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων πρέπει να ήταν σχεδόν ταυτόχρονη στα δύο Πελαγονικά περιθώρια συνδεδεμένη και στις δύο περιπτώσεις με την ονομαζόμενη Ανω Ιουρασική - Κάτω Κρητιδική ορογενετική περίοδο. Το γεγονός αυτό από γεωδυναμική άποψη μεταφράζεται σε σχεδόν ταυτόχρονη καταστροφή-κλείσιμο των δύο ωκεάνιων περιοχών εκατέρωθεν της Πελαγονικής στην περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού, καταστροφή που προκάλεσε τα αντίστοιχα ορογενετικά φαινόμενα στις δύο πλευρές της Πελαγονικής.

Οι παραπάνω γεωλογικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις αφορούν την ηλικία τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων και όχι την ηλικία σχηματισμού των μέσα στον ωκεάνιο χώρο, η οποία μπορεί να είναι πολύ παλιότερη. Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέρθηκε ότι στον Ατλαντικό ωκεανό από την γεωλογική περίοδο του ανοίγματος του ωκεανού (Ιουρασικό) μέχρι σήμερα δημιουργούνται οφειολιθικές μάζες, οι οποίες μπορεί στο μέλλον να τοποθετηθούν τεκτονικά πάνω σε μια ηπειρωτική πλάκα κατά τη διάρκεια ενός ενδεχόμενου κλεισίματος (τεκτονισμού) του ωκεανού. Η ηλικία λοιπόν της τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων είναι πολύ μεταγενέστερη γεωχρονολογικά από την ηλικία σχηματισμού των οφειολιθικών πετρωμάτων.

Στον Ελληνικό χώρο και στις δύο οφειολιθικές λωρίδες ERO και IRO η τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων χρονολογείται στην περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού διότι οι οφειόλιθοι εμφανίζονται τοποθετημένοι πάνω στα Τριαδικοϊουρασικά ανθρακικά πετρώματα, ενώ συγχρόνως οι ίδιοι καλύπτονται από τα Μέσο - Ανω Κρητιδικά επικλυσιγενή ιζήματα και σε πολλές θέσεις μάλιστα από το χαρακτηριστικό κροκαλοπαγές βάσης.

Εκτός όμως από τη διαπίστωση ότι η τεκτονική τοποθέτηση στις δύο οφειολιθικές λωρίδες ERO και IRO ήταν σχεδόν σύγχρονη και η ηλικία σχηματισμού των οφειολίθων στους δύο ωκεάνιους χώρους φαίνεται ότι ήταν σχεδόν παραπλήσια. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται τόσο σε γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου, όσο και σε ραδιοχρονολογήσεις οφειολιθικών πετρωμάτων.

Οι συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας που διαπιστώθηκαν με γεωλογικές παρατηρήσεις στην μετακλαστική σειρά του Δυτικού περιθωρίου της Πελαγονικής, επικράτησαν στο Περμοτριαδικό, γεγονός που δείχνει ότι η ηπειρωτική διάρρηξη για τη δυτική ωκεάνια περιοχή έγινε στο Περμοτριαδικό. Παρόμοιες συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας επικράτησαν κατά το Περμοτριαδικό και στην Περιροδοπική ζώνη, όπως προκύπτει από την παρουσία της αντίστοιχης μετακλαστικής σειράς Εξαμιλίου και της ηφαιστειοΐζηματογενούς σειράς Περμοτριαδικής ηλικίας. Από τις παρατηρήσεις αυτές συμπεραίνεται παρόμοια ηλικία αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης και ωκεάνιου ανοίγματος στις δύο περιοχές Αξιού και Υποπελαγονικής εκατέρωθεν της Πελαγονικής.

Μεγάλος αριθμός ραδιοχρονολογήσεων που έχουν γίνει σε οφειολιθικά πετρώματα και των δύο οφειολιθικών λωρίδων ERO και IRO έδωσαν ταυτόσημα αποτελέσματα και για τις δύο λωρίδες. Συγκεκριμένα οι απόλυτες ηλικίες ήταν 160-180 εκατομμύρια χρόνια για οφειολιθικά δείγματα και των δύο λωρίδων, πράγμα που σημαίνει ίδια ηλικία (Κάτω-Μέσου Ιουρασικού) σχηματισμού των οφειολίθων και στις δύο ωκεάνιες περιοχές.

Από όλα τα παραπάνω δεδομένα διαπιστώνεται ότι και στους δύο ωκεανούς που λειτούργησαν εκατέρωθεν της Πελαγονικής από όπου προήλθαν οι οφειόλιθοι των δύο λωρίδων, η ωκεανογένεση και η ανάπτυξη ήταν παρόμοιας ηλικίας. Άρχισε το Περμοτριαδικό και έληξε περίπου το Ανώτερο Ιουρασικό - Κάτω Κρητιδικό.



Γεωτεκτονικοί χαρακτήρες και γεωτεκτονική τοποθέτηση των Ελληνίδων



Σύμφωνα με τα γεωδυναμικά μοντέλα που περιγράφηκαν προηγουμένως οι Εξωτερικές Ελληνίδες ζώνες Παξών, Αδριατικοΐόνιος και Γαβρόβου-Τρίπολης, τοποθετούνται με βεβαιότητα στην Απουλία μικροπλάκα που αποσπάστηκε από την Γκοντβάνα και θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύουν χώρους ιζηματογένεσης ηπειρωτικού περιθωρίου με συνεχή ανθρακική κατά το πλείστον ιζηματογένεση.

Κάποια διαφοροποίηση παρατηρείται μόνο στην ιζηματογένεση της Αδριατικοϊονίου ζώνης, η οποία πρώτα ονομάζονταν "το Ελληνικό Μειογεωσύγκλινο" και θεωρείται πλέον σαν μια τυπική ηπειρωτική λεκάνη που αναπτύχθηκε πάνω στην Απουλία πλάκα και έδωσε μερική πελαγική ιζηματογένεση, ενώ η ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης έπαιξε το ρόλο του υφαλώδους φράγματος.

Από την αντίθετη πλευρά των Ελληνίδων, την ανατολική, γίνεται γενικότερα αποδεκτό, ότι η Ελληνική Ενδοχώρα (Ροδόπη και Σερβομακεδονική) με τις κρυσταλλοσχιστώδεις προαλπικές σειρές τους αντιπροσωπεύουν τμήματα του ηπειρωτικού φλοιού της Ευρασίας.

Τα προβλήματα γεωτεκτονικής τοποθέτησης εντοπίζονται στις ενδιάμεσες ζώνες για τις οποίες έχουν γίνει πολλές υποθέσεις ως προς τη θέση τους στο χώρο μεταξύ των δύο ηπείρων. Τα βέβαια δεδομένα που έχουμε είναι ότι η ζώνη Αξιού και ο χώρος Πίνδου - Υποπελαγονικής αποτέλεσαν ωκεάνιες περιοχές από όπου προήλθαν οι οφειόλιθρι των δύο οφειολιθικών λωρίδων IRO και ERO.

Είναι δυνατόν να δεχθούμε τον ωκεάνιο ρόλο για τη ζώνη Αξιού ενιαία ή και χωριστά για τις δύο ζώνες Παιονίας και Αλμωπίας με την παρεμβολή της μικρής πλατφόρμας του Πάικου στην οποία ορισμένοι ερευνητές αποδίδουν το ρόλο του νησιωτικού τόξου με έντονη ηφαιστειακή δράση στην περίοδο του Ανω Ιουρασικού!

Απ' την άποψη της τοποθέτησης στον ευρύτερο Αλπικό γεωδυναμικό πλαίσιο οι περισσότερες απόψεις, που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, συγκλίνουν στην ιδέα ότι συνολικά η ζώνη Αξιού ήταν ο χώρος της παλιάς Τηθύος.

Για πολλά χρόνια παρέμενε αινιγματική η γεωτεκτονική τοποθέτηση της Πελαγονικής ζώνης, η οποία έχει χαρακτήρες σαφώς ηπειρωτικούς. Σύμφωνα με ορισμένες υποθέσεις ήταν τμήμα της Απουλίας μικροπλάκας που αποκόπηκε από την Γκοντβάνα, ενώ άλλες εκτιμήσεις την θεώρησαν τμήμα του Ευρασιατικού ηπειρωτικού περιθωρίου κατ' αντιστοιχία με τις μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής. Σήμερα γενικά πιστεύεται ότι η Πελαγονική ήταν τμήμα της Κιμμερικής ηπείρου.

Η εξέταση των συνθηκών προέλευσης και τοποθέτησης των οφειολίθων στα περιθώρια της Πελαγονικής ζώνης πιστοποίησε όπως είδαμε, τη διττή προέλευση των οφειολίθων από δύο ωκεάνιες περιοχές Ανατολικά και Δυτικά της Πελαγονικής. Θα εξετασθεί παρακάτω με σχετική λεπτομέρεια η γεωδυναμική εξέλιξη των δύο ωκεάνιων χώρων σε σχέση με τη μάζα-ηπειρωτικό τέμαχος που τις χώριζε.

Από τη σύγκριση των γεωτεκτονικών συνθηκών του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου με τις αντίστοιχες συνθήκες που παρατηρούνται στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, δηλαδή στην Περιροδοπική ζώνη, διαπιστώνεται σαφής αντιστοιχία τόσο στους χαρακτήρες των σχηματισμών, όσο και στην ηλικία και την τεκτονική τους διαδοχή. Συγκεκριμένα και στις δύο περιοχές από Δυσμάς προς Ανατολάς, δηλαδή από το εξωτερικό μέρος προς το εσωτερικό, παρατηρούνται:

1) οι οφειόλιθοι και τα συνοδό αργιλοπυριτικά ιζήματα που σαν σύνολο ανήκουν στις ωκεάνιες περιοχές που βρίσκονταν σε θέση Υποπελαγονικής και Αξιού αντίστοιχα,

2) ένα Τριαδικοϊουρασικό ανθρακικό κάλυμμα ηπειρωτικού περιθωρίου,

3) μια ημιμεταμορφωμένη ιζηματογενής-κλαστική σειρά που συνοδεύεται από ηφαιστειακά υλικά ηλικίας Περμίου - Κάτω Τριαδικού, και

4) το κρυσταλλοσχιστώδες υπόβαθρο ηλικίας Κάτω Παλαιοζωικού ή και παλιότερο.

Αυτή η σαφής αντιστοιχία μεταφράζεται σε παρόμοιες παλαιογεωγραφικές συνθήκες που αντιπροσωπεύουν οι δύο περιοχές και σε ανάλογες γεωτεκτονικές εξελίξεις που ακολούθησαν. Οι παλαιογεωγραφικές συνθήκες και στις δύο περιοχές ερμηνεύθηκαν, όπως είδαμε, ως αντιπροσωπεύουσες ηπειρωτικές κατωφέρειες που αντιστοιχούσαν σε πιθανές πρωταρχικές ηπειρωτικές διαρρήξεις.

Από τις παραπάνω συγκρίσεις διαπιστώθηκε ότι ταυτόχρονα ή σε παραπλήσιες χρονικά περιόδους (Περμοτριαδικό) άρχισε η προετοιμασία του ανοίγματος των δύο ωκεανών Δυτικά της Πελαγονικής και Δυτικά της Σερβομακεδονικής, επομένως εκατέρωθεν της Πελαγονικής σε θέσεις Υποπελαγονικής και Αξιού.

Σαν εκδήλωση του ανοίγματος των δύο ωκεανών, στο στάδιο της αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης - ταφρογένεσης, ερμηνεύεται και η ηφαιστειακή δράση Περμοτριαδικού στα δύο αντίστοιχα ηπειρωτικά περιθώρια.

Από τα δεδομένα κανονικής και ανάλογης εξέλιξης των δύο ωκεάνιων χώρων φαίνεται ότι αυτή που βρίσκονταν Δυτικά της Πελαγονικής και κάλυπτε επομένως το χώρο των ζωνών Πίνδου - Υποπελαγονικής δεν μπορεί να ήταν ηπειρωτική λεκάνη της Απουλίας πλάκας. Κατά συνέπεια και η Πελαγονική δεν μπορεί να ήταν αδιάσπαστο όριο αυτής της πλάκας που απλώς να επηρεάσθηκε από την επώθηση των οφειολίθων από τα Ανατολικά. Αντίθετα φαίνεται πολύ πιθανό ότι η Πελαγονική ήταν κάποιο ηπειρωτικό τέμαχος που αποσπάστηκε από την Γκοντβάνα και η περιοχή Πίνδου - Υποπελαγονικής λειτούργησε αρχικά ως περιθωριακή θάλασσα. Σ' αυτό το αρχικό γεωτεκτονικό πλαίσιο είναι πιθανόν ότι οι ενότητες κρυσταλλικών μαζών της Πελαγονικής έπαιξαν το ρόλο των "Πελαγονικών νησιών" που περιβάλανε την περιθωριακή θάλασσα.

Αν συγκριθεί το παραπάνω γεωδυναμικό πλαίσιο με τις πιο νέες γεωδυναμικές θεωρίες που έχουν προταθεί για το Αλπικό σύστημα της Τηθύος, διαπιστώνεται ικανοποιητική εφαρμογή των όρων "Παλαιο-Τηθύς" και "Νέο-Τηθύς" στις δύο ωκεάνιες περιοχές Αξιού και Υποπελαγονικής - Πίνδου αντίστοιχα, ενώ η ενδιάμεση του ηπειρωτική μάζα της Πελαγονικής αντιπροσωπεύει τμήμα της Κιμμερικής ηπείρου που αποσπάστηκε από την Βόρεια Γκοντβάνα στη διάρκεια του Τριαδικού.

Από συγκρίσεις που έγιναν μεταξύ της Πελαγονικής και των αντίστοιχων περιοχών των Ανατολικών Ποντίδων της Βόρειας Τουρκίας για τις οποίες και προτάθηκαν οι νέες θεωρίες και καθορίσθηκαν ότι αντιπροσωπεύουν τμήματα της παλιάς Κιμμερικής ηπείρου, διαπιστώθηκε σαφής αναλογία και ομοιότητα ως προς την λιθοστρωματογραφία και τεκτονική δομή. Έτσι οι δύο μάζες, της Πελαγονικής ζώνης και των Ανατολικών Ποντίδων φαίνεται ότι έχουν την ίδια γεωτεκτονική προέλευση και θεωρούνται ότι αποτελούν ηπειρωτικά τεμάχη της Κιμμερικής ηπείρου.

Στο σχήμα  φαίνεται η εξάπλωση των ηπειρωτικών τεμαχών της παλιάς Κιμμερικής ηπείρου σε όλο το μήκος του συστήματος.



Αναπαράσταση της σταδιακής εξέλιξης του Αλπικού γεωτεκτονικού κύκλου στο χώρο των Ελληνίδων



Στο σχήμα 27 δίνεται ένα μοντέλο γεωδυναμικής και γεωτεκτονικής εξέλιξης του Ελληνικού χώρου, στο οποίο αναπαρίστανται τα πιθανά στάδια αυτής της εξέλιξης, καθώς και η παλαιογεωγραφική διαμόρφωση των Ελληνίδων ζωνών από την αρχική ηπειρωτική διάρρηξη της Παλαιοζωικής ηπείρου, που έλαβε χώρα στο Πέρμιο, μέχρι τον τελικό τεκτονισμό των ζωνών. Τα στάδια αυτά είναι τα εξής:



(Α) - Αρχικό στάδιο ταφρογένεσης που θα εξελιχθεί σε ανάπτυξη δύο ωκεάνιων περιοχών εκατέρωθεν της Πελαγονικής. Το στάδιο αυτό άρχισε από το Ανω Παλαιοζωικό (Πέρμιο) σε συνάρτηση με την απομάκρυνση της Ευρασίας από την Γκοντβάνα και τη δημιουργία στον ενδιάμεσο χώρο της ευρύτερης ωκεάνιας περιοχής της Τηθύος.

Οι δύο ωκεανοί Παλαιο-Τηθύς και Νέο-Τηθύς ταυτίζονται στον Ελληνικό χώρο με τις ζώνες Αξιού και Υποπελαγονικής-Πίνδου αντίστοιχα, ενώ ενδιάμεσα τους η Πελαγονική ζώνη αποτέλεσε ηπειρωτικό τέμαχος της Κιμμερικής ηπείρου.

Το στάδιο αυτό της αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης-ταφρογένεσης συνοδεύτηκε από την απόθεση της Περμοτριαδικής μετακλαστικής σειράς στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής και των Περμοτριαδικών μεταϊζηματογενών σειρών Σβούλας-Εξαμιλίου στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, στην Περιροδοπική ζώνη. Οι σειρές αυτές δείχνουν ασταθείς συνθήκες ιζηματογένεσης περιοχών ηπειρωτικής κατωφέρειας που επικράτησαν στα δύο κράσπεδα.

Η ανάλογη σειρά που πιθανόν αποτέθηκε και στο ανατολικό περιθώριο της Πελαγονικής (δυτική κατωφέρεια προς τη λεκάνη του Αξιού) δεν έχει βρεθεί επειδή προφανώς καλύφθηκε από τα μετέπειτα επωθημένα τεκτονικά λέπια της ζώνης Αξιού (Αλμωπικά λέπια).

Το στάδιο της ηπειρωτικής διάρρηξης-ταφρογένεσης συνοδεύτηκε ακόμη από ηφαιστειακές εκχύσεις κατά το Περμοτριαδικό κατά ανάλογο με την σημερινή ηφαιστειακή δράση στην ηπειρωτική διάρρηξη-ταφρογένεση της Ανατολικής Αφρικής. Τα ηφαιστειακά υλικά του Περμοτριαδικού βρίσκονται παρενστρωμένα στα μετακλαστικά ιζήματα των ηπειρωτικών περιθωρίων της Πελαγονικής και της Σερβομακεδονικής, όπου σχηματίζουν τις ηφαιστειοϊζηματογενείς σειρές.



(Β) - Περίοδος Μέσου Τριαδικού - Ιουρασικού. Πλήρης ανάπτυξη των ωκεάνιων περιοχών Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος. Συνέχιση της ιζηματογένεσης με τα νηριτικά ανθρακικά ιζήματα στα ηπειρωτικά περιθώρια και τα βαθιάς θάλασσας ιζήματα στους δύο ωκεανούς, όπου λειτουργεί πλήρως σύστημα μεσοωκεάνιας ράχης με τη δημιουργία νέου ωκεάνιου φλοιού, που αργότερα έδωσαν τις μεγάλες οφειολιθικές μάζες της Ελλάδας.

Σχηματίσθηκαν έτσι τα δύο ανθρακικά καλύμματα των δύο Πελαγονικών περιθωρίων και το ανάλογο ανθρακικό κάλυμμα στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, ενώ στις ωκεάνιες περιοχές αποτέθηκαν οι γνωστές μας σχιστοκερατολιθικές διαπλάσεις.

Η βύθιση των ωκεάνιων φλοιών που συντελέσθηκε την περίοδο Ανωτέρου Iουρασικού - Κάτω Κρητιδικού άρχισε μάλλον από το Μάλμιο, πρώτα στην ανατολική ωκεάνια περιοχή (ζώνη Αξιού) και μετά στη δυτική (Υποπελαγονική - Πίνδου). Η κατεύθυνση της βύθισης δεν έχει ακόμη βεβαιωθεί για τον ωκεανό της ζώνης Αξιού, αν δηλαδή έγινε προς Βορρά ή προς Νότο. Διάφορες απόψεις έχουν εκφρασθεί για το θέμα αυτό, αλλά το γενικότερα αποδεκτό σχήμα είναι ότι η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού της ζώνης Αξιού έγινε προς Βορρά κάτω από το Ευρασιατικό περιθώριο, το οποίο λειτούργησε ως ενεργητικό ηπειρωτικό περιθώριο.

Οι μεγάλοι γρανιτικοί όγκοι Μεσοζωικής ηλικίας (Ιουρασικού) που παρατηρούνται στη Σερβομακεδονική μάζα είναι μάλλον αποτέλεσμα της βύθισης αυτής της ωκεάνιας λιθόσφαιρας της Αξιού κάτω από το περιθώριο της Ελληνικής Ενδοχώρας.



(Γ) - Περίοδος Ανωτέρου Ιουρασικού. Ολοκληρώνεται πλέον η βύθιση και η καταστροφή του ωκεανού της Παλαιο-Τηθύος (ζώνη Αξιού για τον Ελληνικό χώρο) με αποτέλεσμα την επώθηση-τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων και των ωκεάνιων ιζημάτων που τους συνοδεύουν, πάνω στα ανθρακικά καλύμματα των ηπειρωτικών περιθωρίων.

Πιο συγκεκριμένα οι οφειολιθικές μάζες επωθούνται πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα Τριαδικού - Ιουρασικού του δυτικού ηπειρωτικού περιθωρίου της Σερβομακεδονικής και σχηματίζουν τη γραμμική εμφάνιση των οφειολίθων κατά μήκος της Περιροδοπικής ζώνης, στο όριο δηλαδή Σερβομακεδονικής ηπειρωτικής μάζας και ωκεάνιας περιοχής ζώνης Αξιού. Οι οφειολιθικές μάζες επωθούνται επίσης πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα Τριαδικού - Ιουρασικού του Ανατολικού Πελαγονικού περιθωρίου και δημιουργούν τη γραμμική εμφάνιση των οφειολίθων στο όριο μεταξύ των ζωνών Πελαγονικής και Αλμωπίας.

Η φάση πτυχώσεων που ονομάζεται με τα χαρακτηριστικά γράμματα JE1 και που έπληξε τόσο τη ζώνη Αξιού, όσο και την Πελαγονική και δημιούργησε πτυχές σχεδόν ισοκλινείς, συμμεταμορφικές με απόκλιση προς τα Δυτικά - Νοτιοδυτικά συνδέεται με την ορογενετική διαδικασία της καταστροφής της ωκεάνιας λεκάνης του Αξιού και τοποθετείται στο Ανώτερο Ιουρασικό.

Η μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικής φάσης, τόσο του Τριαδικοϊουρασικού ανθρακικού καλύμματος του ανατολικού Πελαγονικού περιθωρίου, όσο και των άλλων σχηματισμών Τριαδικού - Ιουρασικού της ζώνης Αξιού είναι φαινόμενα που συνδέονται επίσης με την ορογενετική αυτή διεργασία.

Από την περίοδο του Ανωτέρου Ιουρασικού άρχισε και η βύθιση του ωκεανού της Νέο-Τηθύος (περιοχή Υποπελαγονικης - Πίνδου για τον Ελληνικό χώρο) πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πλήρης καταστροφή της Παλαιο-Τηθύος. Αυτό τουλάχιστο δείχνει η περίπου ταυτόχρονη τοποθέτηση των οφειολίθων των δύο λωρίδων στις Ελληνίδες.



(Δ) - Περίοδος Κάτω Κρητίδικού. Αν και η ορογενετική περίοδος Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού θεωρείται ενιαία για τον Ελληνικό χώρο, καθ' ότι τα ορογενετικά φαινόμενα ήταν εξελικτικά στην περίοδο αυτή, εντούτοις περιγράφονται οι τεκτοορογενετικές διαδικασίες χωριστά για να τονισθεί η διακριτή λειτουργία Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος.

Στο Κάτω Κρητιδικό λοιπόν φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε η βύθιση και η καταστροφή του ωκεανού της Νεο-Τηθύος (Υποπελαγονικής-Πίνδου), όπως τουλάχιστον μας δείχνουν οι γεωλογικές έρευνες που διαπίστωσαν τεκτονική τοποθέτη¬ση των οφειολίθων της Υποπελαγονικής πάνω στα ιζήματα του δυτικού Πελαγονικού ηπειρωτικού περιθωρίου ηλικίας Τριαδικού-Ιουρασικού έως ίσως και Κάτω Κρητιδικού. Παρ' όλες όμως τις γεωλογικές παρατηρήσεις που δείχνουν Κάτω Κρητιδική ηλικία κλεισίματος του ωκεανού στον Ελληνικό χώρο, εντούτοις υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι το σύστημα της Νεο-Τηθύος παρέμεινε ανοιχτό και αργότερα στο Τριτογενές.

Η φάση πτυχώσεων JE2 με πτυχές απόκλισης προς τα Ανατολικά συνδέονται με την επώθηση των οφειολίθων της λωρίδας ERO από τον ωκεανό Υποπελαγονικής - Πίνδου πάνω στο Ανθρακικό κάλυμμα του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου.

Η μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικής φάσης των Ανω Παλαιοζωικών σχηματισμών και του Τριαδικοϊουρασικού ανθρακικού καλύμματος του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου έλαβε χώρα κατά την ορογενετική αυτή περίοδο.

Επίσης τα έντονα μυλονιτικά φαινόμενα, που παρατηρούνται στα γνευσιακά και γρανιτικά πετρώματα του Πελαγονικού κρυσταλλοσχιστώδους υποβάθρου, προκλήθηκαν κατά τη βύθιση της δυτικής ωκεάνιας πλάκας.

Αποτέλεσμα γενικά των ορογενετικών διεργασιών στο χώρο των ωκεανών Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος ήταν η δημιουργία νέων οροσειρών στο Ευρασιατικό περιθώριο, ενώ αντίθετα το περιθώριο της Γκοντβάνα παρέμεινε παθητικό.

Γενικά το κλείσιμο του ευρύτερου ωκεάνιου χώρου της Τηθύος συνδέεται άμεσα με το άνοιγμα του Κεντρικού και Βόρειου Ατλαντικού και την επακόλουθη απομάκρυνση της Αφρικής από την Αμερική. Η απομάκρυνση αυτή προκάλεσε προσέγγιση Αφρικής και Ευρασίας, συρρίκνωση του ωκεάνιου χώρου της Τηθύος καθώς και συνθήκες ηπειρωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ευρασίας, Κιμμέριας ηπείρου και Αφρικής, σύγκρουση σχετικά πρόωρη στο δυτικό ακραίο τμήμα της Κιμμέριας.



(Ε) - Περίοδος Τριτογενούς. Στάδιο τελικής ηπειρωτικής σύγκρουσης (Ευρασίας και Γκοντβάνας) που αποτελεί την κορύφωση της ορογένεσης με την ανύψωση των Αλπικών οροσειρών. Στο στάδιο αυτό επήλθε ουσιαστικά η εξαφάνιση του ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος που συνθλίφθηκε ανάμεσα στις δύο ηπείρους.

Με τις ισχυρές συμπιεστικές τάσεις που ασκήθηκαν κατά την ηπειρωτική σύγκρουση προκλήθηκαν συνεχείς φάσεις πτυχώσεων, που ονομάσθηκαν διαδοχικά CT1, CT2, CT3, καθώς και λεπιώσεις με απόκλιση προς τα Δυτικά. Με τα τεκτονικά αυτά επεισόδια έγιναν οι μεγάλες εφιππεύσεις και επωθήσεις που παρατηρούνται στις Ελληνίδες. Ηπειρωτικά τμήματα της Πελαγονικής εφιππεύουν πάνω στα ιζήματα του δυτικού περιθωρίου, καθώς και πάνω στις Εξωτερικές ζώνες. Σχηματίζεται έτσι η επώθηση του Ολύμπου και των άλλων τεκτονικών παράθυρων. Τα τεκτονικά λέπια της ζώνης Αξιού επωθούνται πάνω στην Πελαγονική. Τα τεκτονικά λέπια της ζώνης Πίνδου επωθούνται πιο Δυτικά στην ζώνη Γαβρόβου - Τρίπολης κ.λπ.

Την περίοδο αυτή τέλος, σχηματίσθηκε στα Νοτιοδυτικά η Μεσογέα θάλασσα και στη συνέχεια το σύστημα εξελίχθηκε στην ενεργό βύθιση της Αφρικανικής πλάκας κάτω από την Ευρωπαϊκή και στη δημιουργία του Ελληνικού τόξου.

Η μεταβολή του γενικού προσανατολισμού από Β-Ν σε ΒΑ-ΝΔ, που απεικονίζεται στο σχήμα 27, άγνωστο πότε άρχισε ακριβώς - πιθανόν από το Κρητιδικό - οφείλεται στην περιστροφή της Κιμμερικής ηπείρου.

Το κυριότερο πρόβλημα που προκύπτει από το γεωδυναμικό μοντέλο που περιγράφηκε παραπάνω με τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του Αλπικού κύκλου είναι η διάρκεια ζωής των δύο ωκεάνιων περιοχών Αξιού και Υποπελαγονικής - Πίνδου και κυρίως ο χρόνος κλεισίματος αυτών. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, ενώ στην Τουρκία και στις άλλες ανατολικές περιοχές του συστήματος συμπεραίνεται ότι η Παλαιο-Τηθύς έκλεισε το Μέσο - Ανω Ιουρασικό και η Νέο-Τηθύς το Ανω Κρητιδικό - Τριτογενές, αντίθετα στον Ελληνικό χώρο το κλείσιμο των δύο ωκεανών εκατέρωθεν της Πελαγονικής (Κιμμερικό τέμαχος) συμπεραίνεται ότι έγινε σε παραπλήσιους χρόνους μέσα στην ορογενετική περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού.

Η αντίθεση αυτή στο χρόνο κλεισίματος Παλαιο-Τηθύος και Νέο-Τηθύος ίσως είναι φαινομενική, γιατί πιθανόν να οφείλεται στο τριγωνικό καταλυτικό σχήμα (σχήμα V) της Κιμμερικής ηπείρου προς το μέρος της Ευρώπης, όπου ακριβώς βρίσκεται η Πελαγονική. Εξαιτίας του σχήματος V στη θέση αυτή οι χρόνοι ανοίγματος, αλλά και κλεισίματος της Παλαιο-Τηθύος και της Νέο-Τηθύος συγκλίνουν μέχρι που πιθανόν ταυτίζονται. Αντίθετα σε απομακρυσμένες προς Ανατολάς περιοχές της Κιμμερικής ηπείρου οι χρόνοι αυτοί θα πρέπει πράγματι να ήταν αρκετά διάφοροι, διότι πιθανόν η οριστική ηπειρωτική σύγκρουση επεκτάθηκε από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά. Έτσι το οριστικό κλείσιμο της Νέο-Τηθύος για τις περιοχές της Τουρκίας και του Ιράν έγινε στο Ανώτερο Κρητιδικό και στο Ανω Ηώκαινο, όπως έδειξαν γεωλογικές έρευνες στις περιοχές εκείνες.

Παρ’ όλες τις παραπάνω ερμηνείες δεν είναι βέβαιο ότι οι οφειόλιθοι IRO και ERO του Ελληνικού χώρου προέρχονται από διαφορετικής ηλικίας ωκεάνιους χώρους (ΠαλαιοΤηθύ και ΝεοΤηθύ). Επίσης υπάρχει έντονος προβληματισμός των σχετικών επιστημόνων αν μόνο η Πελαγονική ήταν τέμαχος της Κιμμερικής Ηπείρου ή ανάλογα τεμάχη ήταν και οι μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής. Έτσι όλες αυτές οι αμφιβολίες και υπόνοιες συνοψίζονται σε δύο πιθανές θεωρίες εξέλιξης που απεικονίζονται στο σχήμα 28 και σχήμα 29. Η πρώτη (σχήμα 28) υποστηρίζει την εξέλιξη που περιγράφηκε παραπάνω, θεωρεί δηλαδή ότι η Κιμμερική ήπειρος ήταν ενιαία και κινήθηκε για να συγκρουσθεί με την Ευρασία κλείνοντας την Παλαιοτηθύ και ανοίγοντας τη Νεοτηθύ και ότι μόνο η Πελαγονική από τις Ελληνικές ζώνες ανήκε στην Κιμμερική ήπειρο, ενώ η Ροδόπη και Σερβομακεδονική ήταν τμήματα του Ευρασιατικού περιθωρίου. Σύμφωνα με τη δεύτερη (σχήμα 29) τόσο η Πελαγονική όσο και η Ροδόπη και Σερβομακεδονική καθώς και οι αντίστοιχες μάζες της Μικράς Ασίας (Sarkarya, Baybourt, Kirkardli κ.ά.) αποτελούσαν ένα σύνολο “Κιμμερικών Νησιών” που συγκροτούσαν τη λεγόμενη Κιμμερική Ήπειρο και κινήθηκαν προς την Ευρασία σε μια ενιαία ανοιχτή Τηθύ θάλασσα, έχοντας ανάμεσά τους στενές ταφρογενείς ζώνες μαγματικής ανόδου που μετά την τελική σύγκρουση με την Ευρασία δημιούργησαν τις παράλληλες οφειολιθικές συρραφές.



Άλλες απόψεις για τη γεωτεκτονική εξέλιξη των Ελληνίδων



Εκτός από τα γεωδυναμικά μοντέλα εξέλιξης που περιγράφηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια και τα οποία βασίζονται στην ύπαρξη ενός ή δύο ωκεανών της παλιάς θάλασσας της Τηθύος, έχουν εκφρασθεί και ιδέες πολύ διαφορετικές για την γεωτεκτονική εξέλιξη του Ελληνικού χώρου.

Ορισμένες απ' αυτές υποστηρίζουν ότι υπήρξαν περισσότερες των δύο μικρών ωκεάνιων λεκανών από τις οποίες προήλθαν οι οφειολιθικές εμφανίσεις των Ελληνίδων.

Χαρακτηριστικό είναι το μοντέλο εξέλιξης που προτάθηκε από τους Jacobshagen et al. (1980) και το οποίο προβλέπει την ύπαρξη των ωκεάνιων λεκανών Παιονίας, Αλμωπίας, Υποπελαγονικής - Πίνδου και της φυλλιτικής σειράς μεταξύ Ιονίου ζώνης και Plattenkalk (σχήμα 30). Οι ωκεάνιες αυτές λεκάνες λειτούργησαν σταδιακά και έκλεισαν διαδοχικά από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά από το Μάλμιο μέχρι το Μειόκαινο προκαλώντας την μετακίνηση της τεκτογένεσης προς τα Δυτικά (σχήμα 31).

Προς την κατεύθυνση των πολλών μικρών λεκανών προσανατολίζονται και οι απόψεις των Bebien et al. (1980) οι οποίοι θεωρούν ότι οι Ελληνικοί οφειόλιθοι προέρχονται από διαπυρισμό και μαγματισμό σχετιζόμενο με περιορισμένα σχετικά εφελκυστικά γεγονότα που προκάλεσαν άνοιγμα πολλών αλλεπάλληλων μικρών λεκανών.

Βασικό πρόβλημα για την ερμηνεία της γεωτεκτονικής εξέλιξης των Ελληνίδων αποτελεί, όπως περιγράφηκε σε προηγούμενα κεφάλαια, η ταυτόχρονη ηλικία γένεσης και τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων στις δύο οφειολιθικές συρραφές IRO και ERO εκατέρωθεν της Πελαγονικής. Προσπαθώντας να εξηγήσουν το πρόβλημα αυτό οι Smith & Spran (1984) πρότειναν ένα τεκτονικό σχήμα (σχήμα 32) που προβλέπει μεν ότι η Πελαγονική ζώνη είναι τέμαχος της Κιμμερικής ηπείρου, αλλά ότι η δημιουργία δύο παράλληλων οφειολιθικών λωρίδων εκατέρωθεν της Πελαγονικής οφείλεται σε ένα μεγάλο ρήγμα μετασχηματισμού του Ανωτέρου Ιουρασικού η αριστερόστροφη οριζόντια μετατόπιση του οποίου προκάλεσε την παράλληλη επανάληψη (ντουμπλάρισμα) των οφειολιθικών εμφανίσεων στον Ελληνικό χώρο. Με το τεκτονικό αυτό σχήμα επιδιώκεται ταυτόχρονα η ερμηνεία των παραπλήσιων τεκτονικών και λιθοστρωματογραφικών συνθηκών στα δυτικά περιθώρια Πελαγονικής και Σερβομακεδονικής.



Γεωδυναμικά μοντέλα εξέλιξης του συστήματος της Τηθύος στις γειτονικές με την Ελλάδα περιοχές



Οι ίδιες ή παραπλήσιες ιδέες για τη γεωτεκτονική εξέλιξη του Αλπικού συστήματος κυριάρχησαν και στις γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες, στις οποίες συνεχίζονται οι ίδιες σχεδόν γεωτεκτονικές ζώνες μόνο που ορισμένες φορές σ' αυτές δίνονται διαφορετικά ονόματα προερχόμενα κυρίως από τοπωνύμια ή από γλωσσικές διαφοροποιήσεις (π.χ. ζώνη Vardar στην Γιουγκοσλαβία αντί της ζώνης Αξιού).

Έτσι στη Γιουγκοσλαβία γίνεται γενικότερα αποδεκτό ότι ο παλιός ωκεανός εκτείνονταν στο χώρο μεταξύ των Διναρίδων και των Εσωτερικών μαζών, ενώ η ζώνη Vardar (ζώνη Αξιού) αποτελεί την κυρία οφειολιθική συρραφή που αντιπροσωπεύει τον κατεστραμμένο παλιό ωκεανό. Η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού πιστεύεται ότι έγινε κάτω από τη Σερβομακεδονική.

Στο σχήμα 33 δίνεται ένα απλό γεωλογικό σκαρίφημα για το γεωλογικό χώρο της Γιουγκοσλαβίας από τον Dimitrijevic (1972), καθώς και ένα γεωδυναμικό μοντέλο. Σ' αυτά δείχνονται η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού κάτω από τη Σερβομακεδονική, καθώς και τα μεταμορφικά φαινόμενα στο χώρο των Εσωτερικών ζωνών για τα οποία δίνεται η ερμηνεία ότι οφείλονται στη βύθιση της ωκεάνιας πλάκας και κατανέμονται ανάλογα με τη θέση της κάθε περιοχής σε σχέση με τη βύθιση. Έτσι στη ζώνη Vardar παρατηρείται μεταμόρφωση υψηλής πίεσης, ενώ στη Σερβομακεδονική στους μεν βαθείς ορίζοντες μεταμόρφωση αμφιβολιτική στους δε ανώτερους ορίζοντες μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθική.

Για το χώρο της Τουρκίας δεσπόζουν τα τελευταία χρόνια τα γεωδυναμικά -παλαιογεωγραφικά μοντέλα που έχουν ως βάση την ανάπτυξη δύο ωκεάνιων χώρων της Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος. Στο σχήμα 34 δίνεται σε διαδοχικές σχηματικές τομές η γεωδυναμική εξέλιξη του χώρου Ποντίδων - Ανατολίδων της Μικράς Ασίας, από το Περμοτριαδικό μέχρι σήμερα.

Κατά το Περμο-Τριαδικό λειτούργησε ο ωκεανός της Παλαιο-Τηθύος με σταδιακή βύθιση του φλοιού κάτω από την Γκοντβάνα με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο.

Στο Λιάσιο (Κάτω Ιουρασικό) από τη συνεχιζόμενη βύθιση προκλήθηκε η ηπειρωτική διάρρηξη της Γκοντβάνα, η αποκοπή της Κιμμερικής ηπείρου και η αρχική δημιουργία της Νεο-Τηθύος.

Στο Δογγέριο (Μέσο Ιουρασικό) έγινε η καταστροφή της Παλαιο-Τηθύος και προκλήθηκε η ηπειρωτική σύγκρουση Λαυρασίας και Κιμμερικής ηπείρου, ενώ σημειώθηκε η πλήρης ανάπτυξη της Νεο-Τηθύος, η βύθιση της οποίας συντελέσθηκε το Ανώτερο Κρητιδικό - Ανω Ηώκαινο με βύθιση του ωκεάνιου φλοιού προς Βορρά.

Η τελική ηπειρωτική σύγκρουση έγινε στο Ολιγόκαινο - Μειόκαινο.





Σχήμα 33

Γεωλογικός χάρτης - σκαρίφημα τμήματος της Γιουγκοσλαβίας και γεωδυναμικό μοντέλο που προτάθηκε για την περιοχή από τον Dimitrijevic (1972).


Σχήμα 34

Σχηματικές τομές που αναπαριστούν τη γεωδυναμική εξέλιξη του συστήματος Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος στο χώρο Ποντίδων - Ανατολίδων της Μικράς Ασίας (Κατά Sengör et al. 1980).


http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg871y/ch1.htm


--------------------------------------------------------------------------------

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ..μέρος Α΄






Στη διαμόρφωση της γεωλογικής δομής της Ελλάδας συνέβαλε η δράση πολλών τεκτοορογενετικών διεργασιών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της γεωλογικής της ιστορίας. Το σύνολο των διεργασιών αυτών συνιστά τη γεωτεκτονική εξέλιξη της Ελλάδας, η οποία βέβαια καθορίσθηκε από τη θέση της Ελλάδας στο Παγκόσμιο γεωτεκτονικό σύστημα.
Η γεωτεκτονική θέση της Ελλάδας στο γεωλογικό παρελθόν, όπως άλλωστε και σήμερα, βρίσκονταν στον ευρύτερο χώρο, όπου γινόταν οι τεκτονικές διεργασίες στα όρια των λιθοσφαιρικών πλακών Λαυρασίας και Γκοντβάνας. Η γεωτεκτονική επομένως εξέλιξη της Ελλάδας συνδέεται στενά με τη γεωτεκτονική εξέλιξη του ευρύτερου αυτού χώρου του ορίου των δύο λιθοσφαιρικών πλακών, που θα μπορούσε γενικά να ταυτισθεί με το χώρο των Μεσογειακών χωρών.
Στα επόμενα κεφάλαια θα γίνει ανάλυση και μελέτη της γεωτεκτονικής εξέλιξης του Ευρύτερου Ελληνικού χώρου, του χώρου δηλαδή που περιλαμβάνει την Ελλάδα και τις πλησιέστερες προς αυτήν περιοχές της Μεσογείου. Προηγουμένως όμως θα δοθούν ορισμένα στοιχεία της Παγκόσμιας γεωδυναμικής, που είναι βασικά για την κατανόηση της γεωτεκτονικής εξέλιξης του Ελληνικού χώρου.
Γεωδυναμική εξέλιξη - Γεωτεκτονικός κύκλος

Η λιθόσφαιρα της Γης αποτελείται από ορισμένες μεγάλες λιθοσφαιρικές πλάκες (σχήμα 1) οι σχετικές κινήσεις των οποίων ρυθμίζουν τα ενεργά τεκτονικά φαινόμενα, τόσο σε παγκόσμια, όσο και σε τοπική κλίμακα. Όμως και στο γεωλογικό παρελθόν οι κινήσεις των λιθοσφαιρικών πλακών ήταν εκείνες που δημιούργησαν τη δομή των διαφόρων οροσειρών της Γης. Ορισμένες από τις λιθοσφαιρικές πλάκες δομούνται από ηπειρωτικό φλοιό (ηπειρωτικές πλάκες) και ορισμένες από ωκεάνιο φλοιό (ωκεάνιες πλάκες) και έχουν διάφορη γεωδυναμική συμπεριφορά. Η σύγκρουση μεταξύ των λιθοσφαιρικών πλακών και τα πολύπλοκα τεκτονικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη σύγκρουση, έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ορογενετικών λωρίδων με τη μορφή αλυσίδων ορέων στα όρια των ηπειρωτικών λιθοσφαιρικών πλακών.

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε ιδιαίτερα στον τύπο γεωδυναμικής εξέλιξης μιας ωκεάνιας πλάκας σε σχέση με τις γειτονικές της ηπειρωτικές πλάκες, για το λόγο ότι είναι ο τύπος που έχει κυρίως καθορίσει τη γεωτεκτονική εξέλιξη του Ελληνικού χώρου, όπως θα αναλυθεί στα μετέπειτα κεφάλαια.

Στη διάρκεια της γεωλογικής ιστορίας είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένας ωκεάνιος χώρος (ωκεάνια πλάκα), ο οποίος να λειτουργήσει ορισμένα εκατομμύρια χρόνια και στη συνέχεια να καταστραφεί (να κλείσει) βυθιζόμενος κάτω από μια ηπειρωτική λιθοσφαιρική πλάκα. Από την αρχική δημιουργία ενός ωκεανού μέχρι το τελικό του κλείσιμο μεσολαβεί μια συγκεκριμένη διαδοχή γεωτεκτονικών φαινομένων, τα οποία ρυθμίζουν με τις εντατικές καταστάσεις της λιθόσφαιρας, τόσο στον ωκεάνιο χώρο, όσο και στους γειτονικούς ηπειρωτικούς χώρους, την ανάπτυξη, την εξέλιξη και τη συμπλήρωση ενός πλήρους γεωτεκτονικού κύκλου.

Η δημιουργία λοιπόν ενός ωκεανού αρχίζει κατά βάση με κάποιο πανάρχαιο σχίσιμο στην παλιά ηπειρωτική περιοχή, σχίσιμο που ονομάζεται αρχική ηπειρωτική διάρρηξη (initial continental rifting) και τη βαθμιαία απομάκρυνση των δύο ηπειρωτικών τμημάτων εκατέρωθεν της διάρρηξης (σχήμα 2). Το ηπειρωτικό σχίσιμο μπορεί να εξελιχθεί σε μεσοωκεάνια ράχη (middle ocean ridge) στην τυπική ωκεανογένεση μεγάλης κλίμακας, όπως π.χ. συμβαίνει στο άνοιγμα του Ατλαντικού ωκεανού. Στη μεσοωκεάνια ράχη λαμβάνει χώρα ακριβώς η απομάκρυνση των δύο ηπειρωτικών πλακών και ταυτόχρονη δημιουργία νέου ωκεάνιου φλοιού (σχήμα 3).

Η απομάκρυνση των ηπειρωτικών τεμαχών στο αρχικό στάδιο συνοδεύεται από την ανάπτυξη ισχυρών εφελκυστικών τάσεων στο χώρο της ηπειρωτικής διάρρηξης και από την δημιουργία τεκτονικών τάφρων που στη συνέχεια μπορούν να πάρουν τη μορφή ενός ταφρογεωσυγκλίνου ή ακόμη και της μεσοωκεάνιας ράχης. Είναι φανερό ότι η εξέλιξη μιας διάρρηξης είναι σταδιακή και περνά από το στάδιο του σχισίματος στην ταφρογένεση και στη μεσοωκεάνια ράχη (σχήμα 4). Στην περίπτωση π.χ. της Ερυθράς Θάλασσας, έχουμε μια αρχική ηπειρωτική διάρρηξη, τη σταδιακή απομάκρυνση της μικρο-πλάκας της Αραβικής χερσονήσου, από την Αφρική και τη δημιουργία έτσι μιας εκολαπτόμενης μεσοωκεάνιας ράχης. Η ταφρογένεση γενικά μπορεί να συνοδεύεται και στο αρχικό της στάδιο από την άνοδο ηφαιστειακού υλικού, όπως συμβαίνει ενεργά στο χώρο της Ανατολικής Αφρικής, όπου εκκολάπτεται μια νέα ηπειρωτική διάρρηξη με πιθανή απομάκρυνση του ηπειρωτικού τμήματος του κέρατος της Αφρικής προς τα Ανατολικά (σχήμα 5). Είναι όμως δυνατόν η ταφρογένεση στο αρχικό στάδιο να μη συνοδεύεται από ηφαιστειότητα, αλλά να έχουμε απλή ανάπτυξη τάφρων ενδοηπειρωτικών (intra – plate).

Στην τυπική ανάπτυξη ενός κανονικού ωκεάνιου χώρου η μεσοωκεάνια ράχη αποτελεί τον άξονα συμμετρίας του νεοδημιουργούμενου ωκεανού με τυπικό παράδειγμα τη μεσοωκεάνια ράχη του Ατλαντικού (mid-Atlantic Ridge), που άρχισε να δημιουργείται το Ιουρασικό με εξέλιξη μέχρι σήμερα. Από την μεσοωκεάνια ράχη προς τις ηπείρους ανευρίσκονται συνεχώς και πιο παλιά πετρώματα του ωκεάνιου φλοιού και τα αντίστοιχα συνοδά ωκεάνια ιζήματα. Συγκεκριμένα στον Ατλαντικό ωκεανό στο μεν χώρο της μεσοωκεάνιας ράχης συναντώνται πετρώματα Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου και σημερινά, ενώ στις απομακρυσμένες περιοχές κοντά στις ηπείρους συναντώνται πετρώματα Ιουρασικού-Κρητιδικού (σχήμα 6).

Έτσι μετά την ηπειρωτική διάρρηξη τα δυο ηπειρωτικά τεμάχη αποτελούν πλέον δύο ξεχωριστές ηπειρωτικές πλάκες που απομακρύνονται και στον ενδιάμεσο χώρο αναπτύσσεται η ωκεάνια περιοχή. Στην πλήρη του ανάπτυξη το σύστημα αυτό των δύο ηπείρων με ενδιάμεσα τον ωκεανό περιλαμβάνει τις εξής περιοχές (σχήμα 3):

1) Την αξονική περιοχή του ωκεανού, δηλαδή την μεσοωκεάνια ράχη (mid-ocean ridge), όπου λαμβάνει χώρα βασική ηφαιστειότητα με χαρακτηριστικές υποθαλάσσιες pillow-lavas.

2) Τις βαθιές περιοχές του ωκεανού εκατέρωθεν της μεσοωκεάνιας ράχης με ιζηματογένεση βαθιάς θάλασσας, δηλαδή αβυσσικής και πελαγικής φάσης.

3) Τις ηπειρωτικές κατωφέρειες (continental slopes), που αποτελούν τους μεταβατικούς χώρους από τις ηπείρους προς τον ωκεανό ή καλύτερα τις προεκτάσεις των ηπείρων προς τον ωκεανό και έχουν απότομες κλίσεις έτσι ώστε να αποθέτονται ιζήματα τύπου φλύσχη (σχήμα 7 και σχήμα 8) από τα τουρβιδικά ρεύματα (turbidity currents).

4) Την ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα ή απλώς κρηπίδα (continental shelf) της ηπείρου, που αποτελεί το τμήμα εκείνο του ηπειρωτικού περιθωρίου που καλύπτεται από ρηχή θάλασσα, όπου αποθέτονται ιζήματα νηριτικής φάσης, συνήθως ανθρακικά.

Η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα μαζί με την ηπειρωτική κατωφέρεια αποτελούν το ηπειρωτικό περιθώριο (continental margin) της ηπείρου.

Θα πρέπει να προστεθεί ότι κατά την ανάπτυξη-εξέλιξη του ωκεανού η δράση των εφελκυστικών τάσεων στις απομακρυνόμενες ηπειρωτικές πλάκες έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μικρότερων ταφρογενών λεκανών πάνω στις ηπείρους, λεκάνες που χαρακτηρίζονται ως ενδοηπειρωτικές ή όταν, όπως συνήθως συμβαίνει, αυτές βρίσκονται στα περιθώρια της ηπείρου, ενδοπεριθωριακές λεκάνες.

Η απομάκρυνση των ηπείρων και η ανάπτυξη στον ενδιάμεσο χώρο ενός μεγάλου ωκεανού ή μιας μικρότερης ωκεάνιας λεκάνης, διαρκεί ορισμένα εκατομμύρια χρόνια και πιθανόν κάποτε σταματά. Είναι δυνατόν στη συνέχεια να μεταβληθούν οι παγκόσμιες γεωδυναμικές συνθήκες και να αρχίσει η αντίστροφη κίνηση των ηπειρωτικών πλακών που οδηγεί στην επαναπροσέγγισή τους και σαν συνέπεια αυτής το σταδιακό περιορισμό του ωκεάνιου χώρου.

Αποτέλεσμα της συμπίεσης που δέχεται ο ωκεάνιος χώρος από τις συγκλίνουσες ηπειρωτικές πλάκες, είναι η βύθιση (subduction) του ωκεάνιου φλοιού κάτω από την ηπειρωτική πλάκα, με τελική κατάληξη την ολοκληρωτική καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού, το κλείσιμο δηλαδή του ωκεανού και την τελική σύγκρουση των δύο ηπείρων (ηπειρωτική σύγκρουση). Η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού δυνατόν να γίνει και προς τις δύο κατευθύνσεις, δηλαδή κάτω και από τις δύο ηπείρους, δυνατόν όμως (και συνηθέστερα) γίνεται κάτω από τη μια ήπειρο, το ηπειρωτικό περιθώριο της οποίας υφίσταται σημαντική παραμόρφωση, δηλαδή υφίσταται την θέρμανση του ηπειρωτικού φλοιού στο χώρο εκείνο με μαγματική άνοδο και μεταμόρφωση, συντελεί στη συμπίεση και πτύχωση των ιζημάτων του ωκεανού και της ηπειρωτικής κατωφέρειας και άλλες τεκτονικές διεργασίες. Για το λόγο αυτό το περιθώριο της ηπείρου κάτω από το οποίο βυθίζεται ο ωκεάνιος φλοιός ονομάζεται ενεργό ηπειρωτικό περιθώριο (active margin) σε αντίθεση με το περιθώριο της ηπείρου κάτω από την οποία δεν λαμβάνει χώρα βύθιση, το οποίο έτσι παραμένει γεωτεκτονικά μη ενεργό με ήρεμη ιζηματογένεση και το οποίο χαρακτηρίζεται ως παθητικό ηπειρωτικό περιθώριο (passive margin).

Είναι δυνατόν οι συνθήκες ιζηματογένεσης μειογεωσυγκλίνου, που σύμφωνα με τη θεωρία λιθοσφαιρικών πλακών αναπτύσσονται πάνω σε παθητικά ηπειρωτικά περιθώρια, να μεταβληθούν σε συνθήκες ιζηματογένεσης ευγεωσυγκλίνου (δηλ. βαθιάς θάλασσας) όταν το παθητικό αυτό ηπειτωτικό περιθώριο μεταβληθεί σε ενεργητικό ηπειρωτικό περιθώριο εξαιτίας κάποιας μεταβολής του ευρύτερου γεωδυναμικού πλαισίου. Με μια τέτοια μεταβολή στη θέση του ηπειρωτικού περιθωρίου αναπτύσσονται συνθήκες βύθισης (subduction), οπότε τμήμα της υφαλοκρηπίδας του ηπειρωτικού περιθωρίου συμπαρασυρόμενο από την αρχόμενη βύθιση της ωκεάνιας λιθόσφαιρας, βυθίζεται κι αυτή σε μεγαλύτερα βάθη με αποτέλεσμα πάνω στα παλιά νηριτικά ιζήματα της υφαλοκρηπίδας να αποθέτονται ιζήματα πελαγικά-βαθιάς θάλασσας της περιφερειακής τάφρου που δημιουργείται κατά μήκος του τόξου της βύθισης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται η παρατηρούμενη μερικές φορές γεωλογική εικόνα υπαίθρου, με ιζήματα βαθιάς θάλασσας υπερκείμενα ομαλά νηριτικών.



Ορογενετική διεργασία



Ένας πλήρης γεωτεκτονικός κύκλος ολοκληρώνεται με την ηπειρωτική σύγκρουση, η οποία και αποτελεί το γενεσιουργό αίτιο της ορογένεσης.

Παλαιότερα, πριν από το 1970, η ορογενετική διεργασία αποτελούσε για τους γεωεπιστήμονες δυσεξήγητο και πολύπλοκο φαινόμενο, για την ερμηνεία του οποίου είχαν εκφρασθεί πολλές και διάφορες υποθέσεις, όπως π.χ. της ισοστασίας των τεμαχών του φλοιού, των μεγάλων μαγματικών ανόδων από το βάθος κ.α. Σήμερα όλα τα ορογενετικά συστήματα της Γης εξηγούνται από τις κινήσεις και συγκρούσεις των λιθοσφαιρικών πλακών σύμφωνα με τη Νέα Παγκόσμια Τεκτονική των λιθοσφαιρικών πλακών.

Γενικά τα ορογενετικά συστήματα τοποθετούνται στις περιοχές σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών, οι οποίες μπορεί να είναι είτε και οι δυο ηπειρωτικές, είτε η μια ηπειρωτική και η άλλη ωκεάνια που βυθίζεται κάτω από την πρώτη. Σε όλες τις περιπτώσεις σύγκρουσης δημιουργείται στην περιοχή του ορίου των πλακών επαύξηση του ηπειρωτικού φλοιού με ταυτόχρονη ισχυρή παραμόρφωση των πετρωμάτων από τις συμπιεστικές τάσεις που ασκούνται στην περιοχή σύγκρουσης. Προκαλείται επίσης συγκόλληση στον ηπειρωτικό φλοιό νέων πτυχωμένων ιζημάτων του γειτονικού θαλάσσιου χώρου (της περιθωριακής τάφρου) με αποτέλεσμα την πρόσθετη προσαύξηση του ηπειρωτικού φλοιού. Οι παραμορφωμένες και διογκούμενες αυτές μάζες του ηπειρωτικού φλοιού μαζί με τα νέα ιζήματα που αναδύονται από τη θάλασσα και μαζί με τις μάζες ωκεάνιας προέλευσης (οφειόλιθοι και συνοδά ιζήματα βαθιάς θάλασσας), που προέρχονται από την καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού και την επώθησή τους πάνω στα πετρώματα του ηπειρωτικού φλοιού, δημιουργούν τις νέες επιμήκεις αλυσίδες ορέων που αποτελούν το νέο ορογενές ή το νέο ορογενετικό σύστημα.

Το σύνολο των τεκτονικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα για την ολοκλήρωση και συγκρότηση του νέου ορογενούς, αποτελούν την ορογενετική διεργασία ή απλά συνιστούν το μηχανισμό της ορογένεσης.

Η κυριότερη ορογενετική διεργασία, καθοριστική άλλωστε για την γεωτεκτονική εξέλιξη του Ελληνικού χώρου, είναι αυτή που προκαλείται από τη βύθιση μιας ωκεάνιας πλάκας κάτω από μια ηπειρωτική (σχήμα 9a και σχήμα 9b), οπότε οι αλυσίδες ορέων του νέου ορογενούς εμφανίζονται συνήθως υπό μορφή νησιών τοποθετημένων τοξοειδώς και συνιστούν ένα νησιωτικό τόξο (island-arc). Λόγω των ισχυρών συμπιέσεων που υφίσταται ο φλοιός στο νησιωτικό τόξο, αυτό εμφανίζει εντυπωσιακή διόγκωση που παίρνει μια τριγωνική μορφή γνωστή με το χαρακτηρισμό πρίσμα επαύξησης, για το οποίο έχουν δοθεί και άλλες ερμηνείες εκτός της δράσης των ισχυρών συμπιέσεων.

Παράλληλα στο νησιωτικό τόξο και εξωτερικά αυτού, ακριβώς στη γραμμή σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών σχηματίζεται μια επιμήκης βαθιά, θαλάσσια τάφρος, (trench) περιφερειακή της ηπείρου, η οποία δέχεται ιζήματα φλύσχη με σημαντική τροφοδοσία από τον αναδυμένο χώρο της ηπείρου. Η τάφρος αυτή αναφέρεται συχνά ως ωκεάνια τάφρος ή περιθωριακή τάφρος ή περιφερειακή τάφρος.

Πίσω ακριβώς από το νησιωτικό τόξο, στον εσωτερικό χώρο της ηπειρωτικής πλάκας αναπτύσσεται μια θαλάσσια λεκάνη αβαθέστερη της τάφρου που ονομάζεται λεκάνη πίσω από το τόξο (back-arc basin).

Τέλος στο χώρο της λεκάνης πίσω από το τόξο ή ακόμη πιο εσωτερικά δημιουργείται το λεγόμενο ηφαιστειακό τόξο (ή καλύτερα μαγματικό τόξο), που είναι μια σειρά ηφαιστείων τοποθετημένων επίσης τοξοειδώς παράλληλα στο νησιωτικό τόξο και τα οποία σχηματίσθηκαν από τη θέρμανση της ηπειρωτικής λιθόσφαιρας από το λιώσιμο της ωκεάνιας πλάκας που βυθίζεται κάτω από την ηπειρωτική. Στον ίδιο χώρο λαμβάνει χώρα επίσης ο σχηματισμός και αντίστοιχων πλουτωνικών όγκων.

Στο χώρο σύγκρουσης των λιθοσφαιρικών πλακών που καλύπτεται από την τάφρο αναπτύσσονται ισχυρές συμπιεστικές τάσεις που προκαλούν πτύχωση των ιζημάτων, ανάστροφα εφιππευτικά ρήγματα και έντονες λεπιώσεις. Αντίθετα στον εσωτερικό χώροτης ηπειρωτικής πλάκας είναι γνωστό ότι ασκούνται ισχυρές εφελκυστικές τάσεις με αποτέλεσμα τη δημιουργία κανονικών ρηγμάτων.

Νησιωτικό ηφαιστειακό τόξο δημιουργείται επίσης πολύ χαρακτηριστικά και στην περίπτωση της ενδοωκεάνιας υποβύθισης, όταν δηλαδή η υποβύθιση (subduction) λαμβάνει χώρα μετά από διάρρηξη ωκεάνιας πλάκας μακριά από την ηπειρωτική πλάκα (σχήμα 10, σχήμα 11).

Νησιωτικό τόξο, περιφερειακή τάφρος, λεκάνη πίσω από το τόξο και ηφαιστειακό τόξο συμμετέχουν όλα μαζί στην ορογενετική διεργασία και σχηματίζουν ένα ευρύτερο, σύνθετο τόξο που ονομάζεται όλο μαζί ορογενετικό τόξο.

Η διεργασία της ορογένεσης δεν είναι βέβαια ένα στατικό φαινόμενο, αλλά μια συνεχής δυναμική εξέλιξη που διαρκεί εκατομμύρια χρόνια και κατευθύνεται από τη συνεχή κίνηση των λιθοσφαιρικών πλακών. Αποτέλεσμα είναι η συνεχής μεταβολή της θέσης του νέου ορογενούς, μεταβολή που αναφέρεται με τον όρο μετανάστευση του ορογενούς. Στην συγκεκριμένη διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω και που έχουμε δημιουργία ορογενετικού τόξου παρατηρείται με την εξέλιξη του γεωλογικού χρόνου κάποια μετανάστευση του τόξου προς τα έξω λόγω του ότι συνεχώς νέες μάζες πετρωμάτων της βυθιζόμενης πλάκας προωθούνται προς το χώρο σύγκρουσης, πτυχώνονται, αναδύονται από τη θάλασσα και συγκολλώνται στον φλοιό της ηπειρωτικής πλάκας.

Το φαινόμενο της μετανάστευσης του ορογενούς, που θα μπορούσε να θεωρηθεί καλύτερα ως φαινόμενο επαύξησης του ηπειρωτικού φλοιού, υλοποιείται στο γεωλογικό χρόνο με συνεχείς εναλλασσόμενες περιόδους ιζηματογένεσης σε συνθήκες τεκτονικής ηρεμίας ή εφελκυστικών τάσεων και περιόδους ισχυρών συμπιεστικών διεργασιών που προκαλούν νέες ορογενέσεις. Σχηματίζονται έτσι αλλεπάλληλες, παράλληλες ορογενετικές λωρίδες που συνθέτουν την ηπειρωτική επαύξηση (σχήμα 12).



Σχήματα & Φωτογραφίες





Σχήμα 1

Απεικόνιση των μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών της Γης.



Σχήμα 2

Το άνοιγμα του Ατλαντικού ωκεανού στο αρχικό του στάδιο της ηπειρωτικής διάρρηξης – ταφρογένεσης.



Σχήμα 3

Σκαρίφημα που δείχνει την παλαιογεωγραφική κατάσταση που επικρατούσε κατά το στάδιο της πλήρους ανάπτυξης ενός ωκεάνιου χώρου. 1: ηπειρωτικός φλοιός, 2: ωκεάνιος φλοιός, 3: ιζήματα αβυσσικά-πελαγικά, 4: ιζήματα ηπειρωτικής κατωφέρειας τύπου φλύσχη, 5: ιζήματα νηριτικά ηπειρωτικού περιθωρίου.









Σχήμα 6

Χάρτης του Ατλαντικού ωκεανού με τις διαδοχικές ηλικίες σχηματισμού ωκεάνιου φλοιού που διατάσσεται συμμετρικά εκατέρωθεν της μεσοωκεάνιας ράχης. 1: ωκεάνιος φλοιός Ιουρασικής ηλικίας (138-190 Μa), 2: Κρητιδικής ηλικίας, 3: ηλικίας Παλαιοκαίνου-Ηωκαίνου, 4: ηλικίας Ολιγοκαίνου-Μειοκαίνου, 5: Πλειο-Τεταρτογενούς. (Κατά Pitman et al. 1974)Αλπικός γεωτεκτονικός κύκλος. Αλπικό ορογενετικό σύστημα




Ο Ελληνικός χώρος είναι δημιούργημα του Αλπικού γεωτεκτονικού κύκλου, όπως άλλωστε ολόκληρη η Νότια Ευρώπη (Νέα Ευρώπη). Τα άλλα τμήματα της Ευρώπης, Πανάρχαια, Παλιά και Μέση Ευρώπη είναι δημιουργήματα άλλων προγενέστερων γεωτεκτονικών κύκλων του Παλαιοζωικού ή του Προκαμβρίου (Καληδόνιος, Ερκύνιος κ.λ.π.), οι ακριβείς τεκτοορογενετικές διαδικασίες των οποίων δεν είναι γνωστές σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι οροσειρές της Νέας Ευρώπης ανήκουν στην αλυσίδα ορέων, που αρχίζει από τα Πυρηναία και καταλήγει στα Ιμαλάια και την Κίνα και περιλαμβάνει τις οροσειρές των Αλπεων, τα Καρπάθια τα όρη Βαλκάν, την Ποντιακή άλυσο, τον Καύκασο, τις Διναρίδες, Ελληνίδες, Ταυρίδες οροσειρές, τα όρη Ζάγκρος του Ιράν, τα όρη του Αφγανιστάν κ.λ.π. Οι οροσειρές της Νότιας Ευρώπης μαζί με τις οροσειρές της Βόρειας Αφρικής (Άτλας, όρη της Αλγερίας και της Τυνησίας) είναι δημιουργήματα του Αλπικού γεωτεκτονικού κύκλου ή απλά της Αλπικής ορογένεσης που έλαβε χώρα στο Μεσοζωικό και στο Τριτογενές (σχήμα 13).

Όσον αφορά τον μηχανισμό της Αλπικής ορογένεσης, οφείλεται στην σύγκρουση των δύο ηπειρωτικών λιθοσφαιρικών παλκών, της Ευρασίας και της Γκοντβάνας, σύγκρουση που προκάλεσε την πτύχωση των ιζημάτων που αποτέθηκαν στον ωκεανό της Τηθύος, ο οποίος χώριζε τις δύο ηπείρους. Τα πτυχωμένα νέα ιζήματα μαζί με τμήματα του κατεστραμμένου ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος συγκολλήθηκαν στον ηπειρωτικό φλοιό των περιθωρίων των δύο λιθοσφαιρικών πλακών και σχημάτισαν τις αλυσίδες ορέων του Αλπικού ορογενετικού συστήματος στα περιθώρια των πλακών. Για το Μεσογειακό χώρο οι αντίστοιχες οροσειρές είναι της Νότιας Ευρώπης (νότιο περιθώριο της Ευρασίας) και της Βόρειας Αφρικής (βόρειο περιθώριο της Γκοντβάνας) που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως γίνεται αντιληπτό ότι βασικό ρόλο στην εξέλιξη του Αλπικού ορογενετικού συστήματος διαδραμάτισε η Τηθύς θάλασσα. Για το λόγο αυτό αναφέρεται και ως ορογενετικό σύστημα της Τηθύος (σχήμα 14).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι παρόμοιας ηλικίας, Μεσοζωικού-Καινοζωικού, ορογενετικό σύστημα με αυτό της Τηθύος είναι και το ονομαζόμενο Περιειρηνικό ορογενετικό σύστημα (Circum Pacific Orogenic system), το οποίο περιλαμβάνει τις οροσειρές των Άνδεων στη Νότια Αμερική, τα Βραχώδη όρη της Βόρειας Αμερικής, τα Νησιωτικά τόξα Ιαπωνίας, Ινδονησίας και Αλεουτίων νήσων (σχήμα 14). Το ορεινό συγκρότημα των Άνδεων είναι η ορογενετική λωρίδα αποτέλεσμα της σύγκρουσης της ωκεάνιας πλάκας Nazca (στο Νότιο Ειρηνικό) με την ηπειρωτική πλάκα της Νότιας Αμερικής και βύθιση της πρώτης κάτω από τη δεύτερη. Ανάλογος είναι και ο σχηματισμός των Βραχωδών ορέων στη Βόρεια Αμερική. Τέλος στη σύγκλιση της Ειρηνικής ωκεάνιας πλάκας με το πολύπλοκο ανατολικό περιθώριο της Ευρασιατικής ηπείρου οφείλουν τη δημιουργία τους τα νησιωτικά τόξα Ινδονησίας και Ιαπωνίας.

Τα δύο ορογενετικά συστήματα, της Τηθύος και το Περιειρηνικό, ανήκουν σύμφωνα με ορισμένους επιστήμονες στον κοινό Αλπικό γεωτεκτονικό κύκλο και ονομάζονται μάλιστα μαζί “Αλπικό ορογενετικό σύστημα”. Συνηθέστερος όμως είναι ο καθορισμός ως “Αλπικού ορογενετικού συστήματος” του συστήματος της Τηθύος και η διάκρισή του από το Περιειρηνικό. Θα πρέπει όμως να τονισθεί ότι και τα δύο συστήματα έχουν την ίδιας ηλικίας γεωτεκτονική εξέλιξη και είναι και τα δύο σήμερα ενεργά.



Γεωτεκτονική εξέλιξη του Αλπικού συστήματος στο χώρο της Τηθύος



Είναι αναμφισβήτητο ότι η δημιουργία και η εξέλιξη του Αλπικού γεωτεκτονικού συστήματος σχετίζεται με τη γένεση, ανάπτυξη, καταστροφή και εξαφάνιση του ωκεανού της Τηθύος. Πάνω σ' αυτό το θέμα έχουν δημοσιευθεί πολλά μοντέλα γένεσης και εξαφάνισης της Τηθύος, μοντέλα τα οποία περιλαμβάνουν καθορισμούς πιθανών παλιών ωκεάνιων περιοχών, καθώς και γειτονικών με αυτές ηπειρωτικών περιθωρίων.

Παρ' όλο όμως το μεγάλο αριθμό των μοντέλων που παρουσιάσθηκαν για τα εξελικτικά στάδια του Αλπικού γεωτεκτονικού συστήματος, εντούτοις πολλά σημεία παραμένουν ακόμη ερωτηματικά και ορισμένα μάλιστα είναι θέματα διαρκούς διαφωνίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά από αυτά που έχουν και άμεση σημαντική σύνδεση με τη γεωτεκτονική εξέλιξη της Ελλάδας: 1) πόσες ωκεάνιες περιοχές υπήρχαν στη διάρκεια του Μεσοζωικού ανάμεσα στις λιθοσφαιρικές πλάκες της Ευρασίας και της Γκοντβάνας; Ήταν μια η Τηθύς θάλασσα ή διαδοχικές χρονικά - εξελικτικά θάλασσες; 2) πού τελείωνε προς τα Δυτικά ο ωκεανός της Τηθύος; 3) ποια ήταν γενικότερα η ακριβής θέση του ωκεανού και με ποια γεωτεκτονική μονάδα (ζώνη, κλάδο, οροσειρά) πρέπει κατά περιοχή να ταυτιστεί; 4) πού βρίσκονται τα παλιά ηπειρωτικά περιθώρια, παθητικά και ενεργητικά, της Ευρασίας και της Γκοντβάνας, που υπέστησαν μεγάλες μετακινήσεις μέσα στο όλο Αλπικό σύστημα;

Θα πρέπει σχετικά να σημειωθεί ότι η σημερινή δομή του κύριου περι-Μεσογειακού αλπικού συστήματος έχει πάρει την οριστική της μορφή από τη νέα ηπειρωτική σύγκρουση και σχεδόν ολόκληρο το Αλπικό σύστημα θεωρείται αλλόχθονο, πράγμα που έχει βεβαιωθεί για τον Ελληνικό χώρο με τις εργασίες σχετικά με τα τεκτονικά παράθυρα Ολύμπου, Νότιας Εύβοιας, Αττικής και Κυκλάδων. Το γεγονός αυτό φέρνει πρόσθετες δυσκολίες στην απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων και κυρίως στον καθορισμό των παλιών ηπειρωτικών περιθωρίων.

Από τον υπολογισμό των πτυχωμένων Αλπικών ιζημάτων, των οφειολιθικών πετρωμάτων που προέρχονται από την καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού και των αντίστοιχων τεκτονικών καλυμμάτων που δομούν τις ορεινές μάζες του Αλπικού ορογενετικού συστήματος, είναι δυνατό να εκτιμηθεί περίπου η πιθανή έκταση ανάπτυξης του ωκεανού της Τηθύος. Αυτονόητο είναι ότι η σημερινή έκταση των παραπάνω πετρωμάτων είναι πάρα πολύ μικρότερη λόγω της συρρίκνωσης και σύνθλιψης που υπέστησαν ανάμεσα στις δύο συγκρουόμενες ηπειρωτικές πλάκες Ευρασίας και Γκοντβάνας.

Σύμφωνα λοιπόν με τους παραπάνω υπολογισμούς πιστεύεται ότι ο ωκεανός της Τηθύος αναπτύχθηκε στο χώρο ανάμεσα στην Ευρασία και την Γκοντβάνα, αλλά πριν αποχωρισθούν από την τελευταία οι μικροπλάκες της Αραβίας της Μαδαγασκάρης και των Ινδιών. Η θέση και το πιθανό σχήμα του ωκεανού της Τηθύος φαίνονται στο σχήμα 15.

Η αρχική δημιουργία της Τηθύος ανάγεται στο Ανώτερο Παλαιοζωικό, πιθανότατα το Πέρμιο, όταν έγινε και ο αρχικός τεμαχισμός της Πανγαίας της ενιαίας δηλαδή ηπείρου της Γης. Μετά την αρχική ηπειρωτική διάρρηξη της Πανγαίας στο Πέρμιο άρχισε και η σταδιακή απομάκρυνση της Λαυρασίας πλάκας που αποτέλεσε το Βόρειο ηπειρωτικό μεγα-τέμαχος της Πανγαίας από την πλάκα της Γκοντβάνας που ήταν το Νότιο ηπειρωτικό μεγα-τέμαχος. Αποτέλεσμα της απομάκρυνσης ήταν η συνεχής ανάπτυξη του ωκεανού της Τηθύος που έφθασε το μέγιστο την περίοδο Τριαδικού - Ιουρασικού.

Η θάλασσα της Τηθύος πιστεύεται ότι στην περίοδο της πλήρους της ανάπτυξης είχε γωνιώδες σχήμα V (σχήμα 15) κλειστό προς τα Δυτικά στην Ευρώπη και ανοιχτό προς τα Ανατολικά αποτελώντας ουσιαστικά τμήμα της λεγόμενης Πανθάλασσας, που κατ' αντιστοιχία προς την Πανγαία ήπειρο θεωρείται ότι ήταν η ενιαία θάλασσα (ενωμένοι όλοι οι ωκεανοί) της Γης. Έτσι λοιπόν η Τηθύς θάλασσα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ότι παλαιογεωγραφικά αποτελούσε ένα γιγαντιαίο θαλάσσιο κόλπο της Πανθάλασσας στην Πανγαία.

Μετά την πλήρη του ανάπτυξη και την λειτουργία του επί ορισμένα εκατομμύρια χρόνια ο ωκεάνιος χώρος της Τηθύος άρχισε να συμπιέζεται από την βαθμιαία προσέγγιση των ηπείρων Ευρασίας και Γκοντβάνας που προήλθε από την αλλαγή του Παγκοσμίου γεωδυναμικού πλαισίου. Από τη συμπίεση αυτή και την τελική σύγκρουση των δύο ηπείρων ο ωκεανός της Τηθύος οδηγήθηκε στη βαθμι¬αία καταστροφή και εξαφάνιση του που άρχισε από την περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού.

Σύμφωνα με νεώτερες απόψεις η συμπίεση-εξαφάνιση της Τηθύος δεν προήλθε από μια γενική και ενιαία σύγκλιση Ευρασίας-Γκοντβάνας, αλλά από την (διαδοχική αποκόλληση-απομάκρυνση ηπειρωτικών τεμαχών από την Γκοντβάνα (Ινδίες, Αραβική και Απουλία μικροπλάκα), τα οποία κινήθηκαν με μεγαλύτερη σχετική ταχύτητα προς Βορρά και συγκρούσθηκαν με την Ευρασία (σχήμα 16).

Αιτία της αλλαγής του Παγκοσμίου γεωδυναμικού πλαισίου που οδήγησε στην προσέγγιση Ευρασίας-Γκοντβάνας, ήταν το άνοιγμα του Ατλαντικού ωκεανού, που άρχισε το Ανω Ιουρασικό και προκάλεσε την βαθμιαία απομάκρυνση της Αφρικής από τη Νότια Αμερική με αποτέλεσμα τη σχετική κίνηση της Αφρικής προς την κατεύθυνση της Ευρασίας.

Σχήμα 15

Σκαρίφημα που δείχνει το χώρο ανάπτυξης και το σχήμα της θάλασσας της Τηθύος σε σχέση με την Πανγαία ήπειρο και την Πανθάλασσα (Understanding Earth, 1993).

Σχήμα 16

Σκαρίφημα που δείχνει τις ηπειρωτικές μικρο-πλάκες που αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και συγκρούστηκαν με την Ευρασία. Απεικονίζεται ολόκληρο το Αλπικό ορογενετικό σύστημα. http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg871y/ch2.htm Συνεχίζεται....












Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Ο ΠΥΡΡΙΧΙΟΣ,Ο ΓΕΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΣΑΚΩΝΙΚΟΣ....[Η εγγραφή αφιερωμένη στόν Εργοδότη]

Στα πνευστά των δέντρων  *  και κρούοντας ο Πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά  *  να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα  *  και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πρασίνων  *  αστέρων λόγια
Και πάνω απ' την άβυσσο  *  αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ  *  ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !
                                                           Άξιον Εστί
                                                    Οδυσσέας Ελύτης
 
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ.
zb.jpg
     Πολύ πριν το αντάμωμα του ανθρώπου με την ιστορία, την εποχή που Τιτάνες, θεοί και ήρωες ευδαιμονούσαν σε αυτόν τον τόπο,  πάνοπλοι Κουρήτες στο Ιδαίο Άντρο, χόρεψαν τον πυρρίχιο χορό  χτυπώντας με τα δόρατα τους την γη, δημιουργώντας  εκκωφαντικό θόρυβο που κάλυψε  το κλάμα του νεογέννητου Δία,  σώζοντας τον έτσι από τον αδηφάγο  Κρόνο.   Μια άλλη εκδοχή  θέλει την θεά Αθηνά να χορεύει τον ενόπλιο χορό, σείοντας την ασπίδα και το δόρυ της στιγμές μετά την γέννηση της από το κεφάλι του πατέρα της, Δία. Τον ίδιο χορό λέγεται ότι χόρεψε και μετά την συντριβή των Τιτάνων και την αιώνια φυλάκιση τους στα Τάρταρα. Η ίδια θεά  στην Ιωλκό πρόσφερε ως δώρο-όπλο τον πυρρίχιο στους Αργοναύτες, στο ξεκίνημα της εκστρατείας τους.   Σύμφωνα με άλλους μύθους η γέννηση του πυρρίχιου συντελέστηκε κάτω από τα αιματοβαμμένα τείχη της Τροίας. Ήταν λένε ο Νεοπτόλεμος-Πύρρος, ο γιος του ημίθεου Αχιλλέα που επαρμένος από χαρά  για τον θάνατο του Ευρύπυλου τον πρωτοχόρεψε. Στην επικρατέστερη εκδοχή του μύθου, ήταν ο Κουρήτης Πύρριχος που όταν αντίκρισε το νεκρό σώμα του Πατρόκλου, συντετριμμένος από την οδύνη και τον πόνο, άρχισε να ταλαντεύεται στην αρχή αργά και πονεμένα και στη συνέχεια έντονα και ρυθμικά μετατρέποντας τη θλίψη του σε οργή και ξέσπασμα για τον άδικο θάνατο του φίλου του. Οι συμπολεμιστές του, παρασύρθηκαν από τον ρυθμό και εκείνο το βράδυ γύρω από τις αναμμένες φωτιές κάτω από τα τείχη της Τροίας, γεννήθηκε ο άγριος χορός που ονοματίστηκε από τα πυρρά μαλλιά του πρωτοχορευτή του…. 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ 

1.jpg

«  Ο  Πυρρίχιος  είναι  θείο  Δώρο  των  θεών   προς  τους  ανθρώπους  »
                                                                                                        Πλάτων 
 

   Για πολλούς αιώνες η φλόγα του πυρρίχιου έκαιγε άσβεστη. Ο χορός χορευόταν σε μεγάλες γιορτές όπως αυτή των Παναθηναίων αλλά και αποτελούσε μέρος της στρατιωτικής εκπαίδευσης των αρχαίων Ελλήνων.      Οι Σπαρτιάτες ξεκινούσαν την εκμάθηση του  από τα πέντε τους χρόνια . Όπως γνωρίζουμε ήταν οι πρώτοι που πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο ή λίγο πριν την μάχη, αλλά και κατά την διάρκεια των πολεμικών αναμετρήσεων, ασκούνταν και μάθαιναν να χορεύουν τον χορό αυτό με όπλα, τόξα, ασπίδες και δόρατα για να μπορούν να είναι νικητές . Οι χορευτές-πολεμιστές που έφεραν πολεμική εξάρτυση ήταν χωρισμένοι και κατανεμημένοι σε δύο συμπλέγματα, τους επιτιθέμενους και τους αμυνόμενους και μιμούνταν τις κινήσεις των πολεμιστών την ώρα της μάχης.     Οι Μακεδόνες τον ανήγαγαν σε χορό των δυνατών και  τον αγάπησαν τόσο που ονομάστηκαν πυρριχιστές.
   Στην επιστροφή των Ελλήνων πολεμιστών από την Περσία το 400 π.Χ. ο Ξενοφών περιγράφει τον Ελληνικό Πόντο και ιδιαίτερα τη γιορτή που οργάνωσαν οι κάτοικοι της Κερασούντας και των Κοτυώρων και φυσικά τον  πυρρίχιο που χορεύτηκε σε αυτή. Ας σημειωθεί ότι ο Ξενοφών αναφέρει πως τον πυρρίχιο χορό χόρεψαν όχι μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, κάτι που δεν ήταν ασυνήθιστο τότε.
      ΠΥΡΡΙΧΙΟΣ ΧΟΡΟΣ ΣΕΡΡΑ.


giorti9.jpg

   Τον πυρρίχιο διασώζουν σήμερα οι Πόντιοι και τον ονομάζουν και Σέρρα από τον ποταμό Σέρρα, ανατολικά της Τραπεζούντας.  Κατά τον καθηγητή Ευγ. Δρεπανίδη προήλθε από τη φράση “όρχησις εις ιερά” και από αυτό Σιέρα-Σέρρα. Στον χορό Σέρρα δείχνει ο χορευτής την τέχνη του. Στην αρχή η κίνηση του χορού είναι αργή. ΑΤΣΑΠΑΤ λέγεται το αργό μέρος του. Πάντα με το κεφάλι ψηλά οι χορευτές εκτελούν το κάθε βήμα. Είναι χαρακτηριστικές οι κινήσεις των ώμων. Στο δεύτερο μέρος του χορού βλέπουμε τον ρυθμό να ανεβαίνει. Και εκεί οι χορευτές κρατούν το κεφάλι τους ψηλά. Το δεύτερο μέρος του χορού ονομάζεται ΤΡΟΜΑΧΤΟΝ.  Παλαιότερα η Σέρρα χορεύονταν κυκλικά ενώ σήμερα την βλέπουμε να χορεύεται με τους χορευτές σε ευθεία παράταξη.    Οι παραλλαγές του χορού πολλές, μαρτυρούν το πέρασμα του μέσα από το χώρο και χρόνο και το συναπάντημα του με το σήμερα. Αυτό που δεν άλλαξε  και έφτασε αναλλοίωτο ως εμάς είναι η ίδια η ουσία του χορού, η εσωτερική διονυσιακή του δύναμη  που κατορθώνει να μεταλλάξει την ενεργειακή υπόσταση του χορευτή  παρασύροντας τον “σε έναν τόπο με ανέμους που ξεριζώνουν πέτρες και  λυγίζουν  κορμιά….”













 Δημοσιευμένο άρθρο στα Τρικαλινά Νέα
                         και στο
www.thalassa-karadeniz.livepage.gr

Ο ΓΕΡΑΝΟΣ
Η εξελικτική πορεία ενός χορού από τα βάθη των αιώνων έως και σήμερα
Δώρο των Μουσών και των θεών, του Απόλλωνα και του Διονύσου, ήταν, κατά τον Πλάτωνα, η αρμονία και ο ρυθμός. Έμπνευση ηρώων και ημιθέων της ιστορίας και της μυθολογίας, δημιούργημα των θεών, ο χορός, η όρχηση, αιτιολογούσε την παρουσία του στη θρησκευτική και λατρευτική ζωή των αρχαίων προγόνων μας. Οι θεοί απεκάλυπταν σε λίγους εκλεκτούς την τέχνη αυτή, οι οποίοι με τη σειρά τους τη δίδασκαν στους συνανθρώπους τους. Δεν έπαυε, όμως, ο χορός ν’ αποτελεί την απόρροια της επιθυμίας των ανθρώπων να κινήσουν το σώμα τους και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, την ψυχική τους ευφορία, ακόμα και μετά από κατανάλωση αρκετής ποσότητας οίνου, σύμφωνα με ορισμένους αρχαίους συγγραφείς.

Ο χορός στην Αρχαία Ελλάδα ανήκε στο τρίπτυχο της «τέχνης των Μουσών» ή της «Μουσικής»: μουσική – ποίηση – χορός και αποτελούσε σπουδαίο παιδαγωγικό μέσο καλλιέργειας της ψυχής και όλων των ευγενών συναισθημάτων, καθώς και μέσο ανάδειξης της ωραιότητας του ανθρώπινου σώματος. Ήταν, όμως, και το κυριότερο μέσο στρατιωτικής προετοιμασίας για τη δημιουργία πολεμιστών, των οποίων οι κινήσεις πάνω στη μάχη θα έπρεπε να διακρίνονται από ακρίβεια, ρυθμό, τάξη και πειθαρχία, χαρακτηριστικά δηλαδή της χορευτικής αγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, άλλωστε, αυτής της εκπαιδευτικής σημασίας του χορού είναι «το καρυατίζειν», ένα είδος όρχησης με καταγωγή τις Καρυές της Λακωνίας, το οποίο διδάχτηκαν οι Λακεδαιμόνιοι από τον Κάστορα και Πολυδεύκη, όπου οι κινήσεις και τα βήματα των πολεμιστών ρυθμίζονταν από τον ήχο του αυλού, ο οποίος έδινε το πρώτο σύνθημα για τη μάχη.
Η συνηθέστερη κατηγοριοποίηση των χορών στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ρούμπη, δημιουργεί το δίπολο των πολεμικών και των ειρηνικών χορών. Στους ειρηνικούς χορούς, και δη τους θρησκευτικούς, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν για την ηρεμία και τη σοβαρότητά τους, κατά την τέλεση των οποίων οι χορευτές έρχονταν σε ιερή έκσταση, πιστεύοντας ότι ταυτίζονται με το πνεύμα της λατρευόμενης θεότητας, ανήκε και ο «Γέρανος», όπου χορευόταν στη Δήλο.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Βίος Θησέα), η δημιουργία και εκτέλεση αυτού του χορού απεδίδετο στον Θησέα, ο οποίος αφού σκότωσε τον Μινώταυρο με τη βοήθεια της Αριάδνης, έκανε ένα σταθμό στη Δήλο, γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του. Αφού έστησε ένα ομοίωμα της Αφροδίτης, που του το είχε δώσει η Αριάδνη, χόρεψε μαζί με τους νέους και τις νέες, που είχε σώσει από τον Μινώταυρο, έναν χορό που περιελάμβανε κυματισμούς, αναδιπλώσεις, αναπτύξεις και ελικοειδείς στροφές, σε ανάμνηση των περιπετειών του στην Κρήτη. Οι σχηματισμοί αυτοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν μια μίμηση των πολύπλοκων στοών («των περιόδων και διεξόδων») του λαβύρινθου της Κνωσού και των κινήσεων του Θησέα μέσα σ’ αυτόν. Ο Πλούταρχος, επίσης, αναφέρει ότι ακόμα και στις μέρες του (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.) οι κάτοικοι της Δήλου εξακολουθούσαν να χορεύουν τον Γέρανο. Το αγγείο του Φρανσουά (Francois) μάλιστα, ένας αττικός κρατήρας του 570 π.Χ., παριστάνει την επιστροφή του Θησέα και τον χορό των 14 νέων και νεανίδων, που τοποθετημένοι εναλλάξ και πιασμένοι απ’ τα χέρια, φορώντας εορταστικά ενδύματα, χόρευαν τον Γέρανο.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, ο χορός διασπάστηκε από το προαναφερόμενο τρίπτυχο, αποκτώντας περισσότερο ψυχαγωγικό χαρακτήρα, με κύρια χαρακτηριστικά την «παντομίμα» και τους χορευτές – μίμους. Στα Βυζαντινά χρόνια πάλι, η εκκλησία κράτησε μια εχθρική στάση απέναντι στους ρωμαϊκούς χορούς, ενώ αντιπροσωπευτικοί χοροί της εποχής ήταν οι «κύκλιοι», όπως ο «συρτός», ο «Πυρρίχιος» (αρχαίος πολεμικός χορός), ο «Σάξιμος» και ο «Γέρανος». Για τον Γέρανο, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, αναφέρει ότι ίσως πήρε το όνομά του από τους σχηματισμούς των χορευτών, που έμοιαζαν με τους σχηματισμούς των γερανών (πουλιών), όταν αντιμετώπιζαν ξαφνική καταιγίδα. Την ίδια ερμηνεία δίνει και ο παριανός συγγραφέας Εμμανουήλ Σαγκριώτης.Στην Πάρο των Κυκλάδων μας, ένας χαρακτηριστικός χορός είναι ο «Αγέρανος», αναβίωση του παλαιότερου μεικτού χορού της αρχαιότητας, όπως αναφέρει η Κυριακή Ραγκούση – Κοντογιώργου. Κατά τις ανασκαφές του Δηλίου στην Πάρο, σύμφωνα με ανακοίνωση της αρχαιολόγου – μουσικολόγου, Ζώζης Παπαδοπούλου, βρέθηκε κεραμικό πλακίδιο της γεωμετρικής περιόδου, στο οποίο εικονίζονται άνδρες γυμνοί ορχούμενοι τον αγέρανο.
Με τον παριανό χορό ασχολήθηκαν αξιόλογοι περιηγητές, μελετητές, συγγραφείς, αρχαιολόγοι, μουσικολόγοι κ.λπ. Ο Choiseul Gouffier ονόμαζε τον παριανό χορό «Romeca», ενώ τον συνέδεε με τους αρχαίους χορούς. Όσον αφορά τον όρο «Romeca», η Αλεξάνδρα Βουτυρά, σε διάλεξή της με θέμα «Η απεικόνιση του χορού από τους Ευρωπαίους Περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα», υποστήριξε ότι τα «Ρωμαίϊκα» είναι παραλλαγές του συρτού και ονομάστηκε έτσι απ’ το εξής γεγονός: κάθε περιηγητής που ερχόταν στην Ελλάδα είχε μαζί του ένα Τούρκικο Φιρμάνι για να του επιτρέπουν την εύκολη μετακίνηση και έναν Δραγουμάνο διότι δεν ήξερε τη γλώσσα. Όταν ο περιηγητής ρωτούσε: «Τι χορεύουν εδώ;» είναι πιθανόν ότι θα απαντούσε ότι χορεύουν «Ρωμαίϊκα», χαρακτηρίζοντας την εθνικότητα του χορού και όχι το είδος του. Ο όρος, εξάλλου, δεν απαντάται σε Έλληνες συγγραφείς, κατά τον Άλκη Ράφτη. Κατά τον Γεώργιο Ρούμπη, τα «Ρωμαίϊκα» δεν είναι παραλλαγές του συρτού χορού, αλλά διαφορετικά είδη του, καθώς ο συρτός παρουσιάζει παραλλαγές σ’ όλη την Ελλάδα, αλλά πάνω απ’ όλα είναι μεικτός, σε αντίθεση με τις περιγραφές και τις απεικονίσεις ορισμένων περιηγητών για τον συγκεκριμένο χορό.
Ο Γάλλος περιηγητής του 18ου αιώνα, Pierre Augustin de Guys, έδωσε μια ακριβή περιγραφή του χορού αυτού: «Η κορυφαία πιάνει ένα αγόρι από το χέρι απλώνοντάς του μαντήλι, κι ενώ το ζευγάρι κρατάει το μαντήλι από τις δύο άκρες, οι άλλοι χορευτές και χορεύτριες, ολόκληρη σειρά, περνούν και ξαναπερνούν ανάμεσά τους σκύβοντας κάτω απ’ το μαντήλι. Στην αρχή ο χορός κινείται αργά και γύρω – γύρω. Ύστερα η κορυφαία κάνοντας διάφορα τριγυρίσματα οδηγεί το χορό γύρω της. Η τέχνη της είναι να αποσπασθεί από τη σειρά και να ξαναφανεί ξαφνικά στην κορυφή του χορού με τους πολλούς ομόκεντρους γύρους ανεμίζοντας θριαμβευτικά το μαντήλι».
Ο Γερμανός J.H. Riedesel, γύρω στα 1768, σημειώνει ότι οι Παριανές θεωρούνται οι καλύτερες χορεύτριες του Αιγαίου, κυρίως στο «Ρωμαίικο» ελληνικό χορό, που είναι πολύ ευγενικός. Ο Φαίδων Κουκουλές, βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός, περιγράφει τον αγέρανο σαν είδος κυκλικού χορού, με πολλούς ελιγμούς. Κατά τον χορό αυτό, ψάλλεται ένα ειδικό άσμα, ο «αγέρανος», κατά τη διάρκεια του οποίου οι χορευτές, με αργό ρυθμό, κάνουν τρία βήματα προς τα δεξιά και ένα, έπειτα, προς τα αριστερά. Οι χορευτές περιφέρονται, ενώ ο καθένας στηρίζει τα χέρια του στον ώμο του συγχορευτή του και ίσως αυτό να είναι «το των αρχαίων ‘έκαστος υφ’ εκάστου». Σημειώνει, επίσης, ο Φαίδων Κουκουλές ότι υπάρχει και διαφορετικός τρόπος «του χορεύειν» τον αγέρανο, κατά τη διάρκεια των Απόκρεων, ο οποίος δεν είναι τελείως κυκλικός, ενώ οι χορευτές κρατούν χιαστί τα χέρια τους. Ο χορός αυτός στην Ήπειρο ονομάζεται «γεράνι», στον Πόντο «αερανός», ενώ στην Σπάρτη και την Λάρισα «γέρανος».
Η Δώρα Στράτου αναφέρει τα εξής για τον αγέρανο της Πάρου: «ένα ζευγάρι στέκεται σε μια μεριά και γύρω του αρχίζουν να προστίθενται τα υπόλοιπα. Όταν κουλουριάσει, αρχίζει το ξεκουλούριασμα από το ζευγάρι που βρίσκεται απ’ έξω. Συνήθως τραγουδιέται και χορεύεται χωρίς μουσική υπόκρουση. Οι χορευτές πιάνονται από τους ώμους, τα βήματα πάνε αργά στο πρώτο μέρος της μουσικής, ενώ στο δεύτερο γίνονται πηδηχτά και ταχύτερα».
Σ’ αυτό το σημείο παρατίθενται οι στίχοι του Αγέρανου της Πάρου, όπως καταγράφτηκαν σε εκτέλεση από όμιλο γυναικών, χωρίς μουσική υπόκρουση (σας επισυνάπτω και το αρχείο ήχου). Η κορυφαία του χορού ξεκινά να τραγουδά κάθε δίστιχο, ενώ ο υπόλοιπος όμιλος των γυναικών επαναλαμβάνει μετά από αυτήν τα ίδια λόγια. Το ρεφραίν έχει γρηγορότερο ρυθμό και επαναλαμβάνεται 2 φορές.



Άρχισε γλώσσα μου άρχισε
τραγούδια ν’ αραδιάζεις
και την καλή παρέα μας
να την διασκεδάζεις.

Τούτη η γη που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε. (2)

Και το αηδόνι που λαλεί
στην πέρα πρασινάδα
και λέει τα τραγούδια του
με τόση νοστιμάδα.

Να’ μουνα στην γης βελόνι
να πατάς να σ’ αγκυλώνει. (2)

Αυτό το αχ δεν το’ ξερα
πότες να το φωνάξω
και τώρα δεν περνά στιγμή
να μην αναστενάξω.

Άχου βάχου μέρα νύχτα
μ’ έφαγε ο καημός και η πίκρα. (2)

Παναγιά μου από την Πάρο
κείνον που αγαπώ θα πάρω. (2)

Παναγιά μου από την Τήνο
μήνυσέ μου τι θα γίνω. (2)

Παρακαλουθήστε και ένα βίντεο που έχει ανεβάσει ο Δρ. Χορολογίας και Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σταύρος Σπηλιάκος, με δύο εκδοχές του Αγέρανου της Πάρου.

Αυτά τα ολίγα για τον Αγέρανο της Πάρου και τις απαρχές του στον αρχαίο θρησκευτικό χορό, Γέρανο, εμπνευσμένο από τον ήρωα Θησέα. Για ακόμη μια φορά συνειδητοποιούμε τον μαγικό αυτό δεσμό που ενώνει το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με την γνήσια και ατόφια νεοελληνική ψυχή και τις εκφάνσεις της. Και όλα αυτά περνοδιαβαίνουν μέσα στο χωρόχρονο: αρχαία Ελλάδα στους γεωμετρικούς, αρχαϊκούς, κλασικούς και ελληνιστικούς της χρόνους, Βυζάντιο, Νεώτερη Ελλάδα…
Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευτεί
στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” (τεύχος 14: Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2003)xefteri.wordpress.com

Τσακώνικος χορός

088.jpgΟ Τσακώνικος χορός σαν ενιαίο σύνολο, μελωδία, ρυθμός και χορός, είναι ίσως το μοναδικό δείγμα αρχαίας ελληνικής μουσικής που διασώθηκε ως σήμερα και αυτό γιατί είναι ιερός λατρευτικός χορός. 
Θεωρείται ότι είναι αναπαράσταση της προσπάθειας του Θησέα να βγει από το Λαβύρινθο και ότι είναι ο χορός «γέρανος» που περιγράφει ο Πλούταρχος.
090.jpgΟ χορός μεταφέρθηκε από τους Μινωίτες και διατηρήθηκε από τους Μυκηναίους της Λακωνίας που κατέφυγαν στον Πάρνωνα, γύρω στο 1100 π.χ για να αποφύγουν τους τραχείς Δωριείς. Με την επικράτηση του Δωδεκάθεου ο χορός αφιερώθηκε στον Απόλλωνα, η λατρεία του οποίου επικρατεί σε όλη την Κυνουρία. 
Στην πορεία ξεκόβει από αυτόν και αναπαριστά τη νικηφόρα πάλη του Απόλλωνα με το φίδι «… με τον απολλώνιο παιωνικό ρυθμό των 5 χρόνων, τα φιδίσια κυκλίσματα, στροφές, διπλώματα και ξεδιπλώματα του χορευτικού ομίλου και με τον κορυφαίο που φέρνει βόλτες κύκλο τον χορό και κάποτε χορεύει αντικριστά με τον δεύτερο χορευτή, θυμίζει πύθιο νόμο ορχηστικό και μουσικό (πάλη του Απόλλωνα προς τον Πύθωνα)…». 
Ο «κλειστέ» (κλειστός) τσακώνικος χορός χορευόταν σε όλα τα χωριά της Τσακωνιάς στους γάμους, στα πανηγύρια και στις «κλειστές» διασκεδάσεις (π.χ. Απόκριες) που δεν μπορούσαν να χορέψουν σε ανοιχτό χώρο.
Είναι πράγματι κλειστός χορός με τα χέρια περασμένα, το δεξί του δευτέρου κάτω από το αριστερό του πρώτου και πιασμένα με τα δάχτυλα σταυρωτά και σφιγμένα, τα κορμιά κολλητά το ένα με το άλλο, χωρίς περιθώρια «άνεσης». Τα βήματα είναι αργά, μετρημένα και ο χορός ξετυλίγεται κάνοντας κύκλους και στροφές, διπλώματα και ξεδιπλώματα. Χορεύεται μέχρι σήμερα σε 5/8 (αργός) ή 5/4 (γρήγορος).  Άλλοι τσακώνικοι χοροί είναι ο «τεσσέρα», ο «στα τρία» (τα «τσία), ο «πέρα η μεριά πηγή tyros.gr

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

ΤΗΘΥΣ..[Μέρος Β΄]

Ουρανός/Γη – Ωκεανός/Τηθύς – Κρόνος/Ρέα[πηγήeleysis69.wordpress.com]



Ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 40.e.5 – 41.a.3» λέγει ότι : «Από την Γη και τον Ουρανό γεννήθηκαν ο Ωκεανός και η Τηθύς. Από αυτούς γεννήθηκαν ο Φόρκυς, ο Κρόνος και η Ρέα και όλοι οι άλλοι που γεννήθηκαν μαζί με αυτούς από τον Κρόνο και την Ρέα γεννήθηκε ο Ζευς και η Ήρα και όλοι εκείνοι που τους ονομάζουμε αδελφούς αυτών και άλλοι ακόμη απόγονοι αυτών – Γῆς τε καὶ Οὐρανοῦ παῖδες Ὠκεανός τε καὶ Τηθὺς ἐγενέσθην, τούτων δὲ Φόρκυς Κρόνος τε καὶ Ῥέα καὶ ὅσοι μετὰ τούτων, ἐκ δὲ Κρόνου καὶ Ῥέας Ζεὺς ῞Ηρα τε καὶ πάντες ὅσους ἴσμεν ἀδελφοὺς λεγομένους αὐτῶν, ἔτι τε τούτων ἄλλους ἐκγόνους».
Ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Ε’, 171.21 – 172.25 και 174.18 – », εξηγεί ότι όπως ακριβώς ο ορατός Κόσμος, μολονότι έχει πλήθος και ποικιλία επειδή απεικόνισε τη νοητική σειρά των Ειδών, έχει μέσα του αυτά τα δύο άκρα, τη γη και τον ουρανό, εκ των οποίων ο ένας έχει το ρόλο του πατέρα και η άλλη της μητέρας, κατά τον ίδιο τρόπο και μέσα σε κάθε στοιχείο του Κόσμου πρέπει να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν αυτές οι δύο αρχές, η γη και ο ουρανός, με αέρινο τρόπο μέσα τον αέρα, ενυδρίως μέσα στο ύδωρ, χθονίως μέσα στην γη και σύμφωνα με όλους τους τρόπους που έχουν προαναφερθεί, προκειμένου καθένα να έχει τέλειος Κόσμος τακτοποιημένος από τις ανάλογες αρχές. Γιατί, από τη στιγμή που και ο άνθρωπος λέγεται ότι είναι μικρός Κόσμος, πως πολύ πιο πριν δεν πρέπει κάθε στοιχείο να έχει, με τον ταιριαστό του τρόπο, όλα όσα έχει με καθολικό τρόπο ολόκληρος ο Κόσμος ;; Για αυτό και ο Πλάτωνας παρουσίασε αμέσως μετά την αναφορά στην εκεί γη και στον εκεί ουρανό τη θεωρία του για την εδώ γη και των εδώ ουρανό, κάνοντας αρχή από τη γη και τον ουρανό. Γιατί και αυτοί εδώ έχουν προκύψει κατά αναλογία με εκείνους εκεί. Αλλά εκείνοι εκεί είναι με καθολικό τρόπο αίτιοι όσων παράγονται τώρα, ενώ αυτοί εδώ, σε αναλογία με εκείνους, υπάρχουν και στο σύνολο του ουρανού και στο σύνολο της γης και οπωσδήποτε σε κάθε στοιχείο σύμφωνα με την τάξη του στοιχείου αυτού, για παράδειγμα με αέρινο, με υδάτινο ή με χθόνιο τρόπο, όπως είπαμε. Γιατί υπάρχει και στη γη ο ουρανός και στον ουρανό ή γη, και εδώ ο ουρανός υπάρχει με χθόνιο τρόπο, ενώ εκεί η γη υπάρχει με ουράνιο τρόπο. Γιατί ο Ορφέας αποκάλεσε τη σελήνη ουράνια γη. Και δεν πρέπει να απορούμε με αυτά και για το πώς υπάρχει ο ουρανός στη γη. Γιατί πως καθένα από τα νοητά Είδη πραγματοποιεί την πρόοδό του από ψηλά μέχρι τη γη ; …..
Πρώτα, λοιπόν, θα ξαναθυμηθούμε ότι ο λόγος αφορά τους υποσελήνιους θεούς και ότι αυτοί υπάρχουν παντού όλοι και ότι έχουν προκύψει κατά αναλογία προς τους νοητούς και τους νοητικούς βασιλιάδες.
Έπειτα, έχοντας πίστη σε αυτές τις αρχές, θα υποστηρίξουμε ότι, όπως ακριβώς ο πρώτιστος ουρανός είναι όριο των νοητικών θεών και συνοχέας, ο οποίος συνέχει το μέτρο που ξεκινά από το ίδιο το Αγαθό και από τους νοητούς θεούς και κατεβαίνει στους νοητικούς Κόσμους, κατά τον ίδιο τρόπο και τούτος εδώ κάτω ο ουρανός είναι όριο των γενεσιουργών θεών και συνοχέας, ο οποίος συνέχει μέσα σε ένα πέρας το δημιουργικό μέτρο που ξεκίνησε από τους ουράνιους θεούς και έφτασε μέχρι τους θεούς που έλαβαν κλήρο τους την γένεση, και ο οποίος συνδέει αυτούς τους θεούς με την ουράνια ηγεμονία των θεών. Γιατί όπως ο δημιουργός έχει αναλογία με το ίδιο το Αγαθό, έτσι και η μία θεότητα του εδώ ουρανού έχει αναλογία με τον νοητικό ουρανό. Όπως ακριβώς, λοιπόν, εκεί το μέτρο και το πέρας κατεβαίνει από το Αγαθό και μέσω του ουρανού φτάνει σε όλους τους νοητικούς θεούς, έτσι λοιπόν και εδώ το όριο φτάνει μέχρι τους γενεσιουργούς θεούς και τα ανώτερα γένη κατεβαίνοντας από τον δημιουργό και από την κορυφή των εγκόσμιων, εννοώ δηλ. από τη συνεκτική μεσότητα του ορατού ουρανού. Γιατί ο ουρανός που προοδεύει παντού έλαβε αυτή τη σειρά, αλλού με τρόπο ενωμένο και απόκρυφο, αλλού με τρόπο φανερό και διαιρεμένο. Γιατί αλλού θέτει όριο στις ψυχές, αλλού στα έργα της φύσης, αλλού σε άλλα με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, πρωτογενώς στον αέρα, δευτερογενώς στις ένυδρες τάξεις και τελευταία στην γη και στα χθόνια έργα. Υπάρχουν όμως και σύνδεσμοι αυτών. Γιατί άλλο είναι το θεϊκό μέσα στον αέρα και άλλο το δαιμονικό επί της γη. Γιατί αλλού είναι ο τρόπος διαφορετικός μέσα σε διαφορετικές βαθμίδες, και αλλού είναι ο τρόπος διαφορετικός μέσα στην ίδια περιοχή.
Αφού λοιπόν μετά τον ουρανό στραφούμε στην γη και αφού την παρακαλέσουμε να μας βοηθήσει στην ερμηνεία της, ας παρουσιάσουμε τον ορισμό της από την πρώτη εμφάνισή της. Αφού λοιπόν εκείνη εμφανίστηκε μέσα στις μεσαίες τριάδες των νοητικών θεών μαζί με τον ουρανό, τον συνοχέα όλων των νοητικών θεών, προοδεύει κατ’ αναλογία προς την νοητή γη, που βρήκαμε ότι είναι η πρώτη από τις νοητικές τριάδες. Και, όπως ταιριάζει στις ζωογονικές τάξεις, εξομοιώνεται με το πρώτο άπειρο και είναι ο «ἐκδόχιος κόλπος» της γεννητικής θεότητας του ουρανού και το μεσαίο κέντρο της πατρικής του αγαθότητας, καθώς συμβασιλεύει με αυτόν και είναι η δύναμη εκείνου που είναι πατέρας. Η γη αναλογεί σε εκείνη και που προΐσταται μέσα στα υποσελήνια πράγματα είναι κάτι σαν γόνιμη δύναμη του ουρανού, η οποία αποκαλύπτει την πατρική, οροθετική, μετρητική και συνεκτική πρόνοιά του και απλώνεται στα πάντα με τις γόνιμες δυνάμεις της, γεννώντας η ίδια ολόκληρο το άπειρο των υποσελήνιων πραγμάτων, όπως ακριβώς ο ουρανός, ο οποίος παρέχει το όριο και το πέρας στα κατώτερά, γεννά τη σειρά του πέρατος. Αυτό, λοιπόν, το όριο και το πέρας καθορίζει την ύπαρξη κάθε πράγματος, με βάση την οποία  συνέχονται οι δαίμονες, οι θεοί, οι ψυχές και τα σώματα, και ενοποιεί όσα μιμούνται τη μια εννάδα του σύμπαντος. Το άπειρο πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις καθενός. Γιατί είναι πολύ το πέρας μέσα σε όλα τα υποσελήνια όντα, πολύ και το άπειρο, το οποίο απλώνεται στην θεϊκή περιοχή και στην περιοχή όλων των όντων που έπονται των θεών.
Έχουμε, λοιπόν, αυτές τις δύο τάξεις που γεννούν τις θεϊκές ή δαιμονικές προόδους μέσα σε όλα τα γένη των όντων και μέσα σε όλα τα στοιχεία. Έχουμε επίσης, και τη μία βασιλεία τους, όπως και μέσα στην περιοχή των νοητικών θεών. Από αυτές τις δύο τάξεις προέρχεται η δεύτερη δυάδα, ο Ωκεανός και η Τηθής, χωρίς αυτή η γέννηση να γίνει με κάποια γενεσιουργή ένωση ή με κάποια συνεύρεση των διαχωρισμένων ή με κάποια διαίρεση ή με κάποια αποκοπή αλλά με μια αδιαίρετη ένωση και σύνδεση των δυνάμεων, πράγμα που οι θεολόγοι αποκαλούν γάμο. Γιατί ο γάμος είναι ταιριαστός με αυτή την βαθμίδα, όπως λέει ο θεολόγος. Γιατί αποκαλεί την Γη «πρώτην νύμφην» και πρώτιστο γάμο την ένωση αυτής με τον Ουρανό. Γιατί ο γάμος δεν υπάρχει σε όσα είναι ενωμένα στον μέγιστο βαθμό, και για αυτό δεν υπάρχει γάμος του Φάνη με την Νύχτα, οι οποίοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους με τρόπο νοητό. Αντιθέτως ο γάμος εμφανίζεται μέσα σε όσα, μαζί με την ένωση, επιδεικνύουν και την διαίρεση των δυνάμεων και των ενεργειών. Και φαίνεται ότι για τους λόγους αυτούς ο γάμος ταιριάζει στο εδώ ουρανό και στην εδώ γη, στον βαθμό που απεικονίζουν [ἐνεικονιζομένοις] εκείνον τον ουρανό και εκείνη την γη. Αυτό, ασφαλώς, γνώριζαν και οι θεσμοί των Αθηναίων και όριζαν να προτελούν [εορτάζουν] τους γάμους του Ουρανού και της Γης και, έχοντας αυτούς τους θεούς υπόψη τους, κατά τις Ελευσίνιες τελετές τις ελευσίνιες τελετές κοίταζαν ψηλά στον ουρανό και φώναζαν ”ὕε“, βρέξε, και κοιτώντας χαμηλά στην γη φώναζαν “κύε“, γέννα, επειδή γνώριζαν ότι τα πάντα έχουν την γέννηση τους από αυτούς σαν πατέρα και σαν μητέρα. Με αυτή την ένωση, λοιπό, δηλ. την ένωση που συνοδεύεται από διάκριση, και λόγω της αγαθότητας τους παράγουν τον Ωκεανό και την Τηθύ.  Εκεί, όμως, ψηλά δεν γεννούν αμέσως τον Ωκεανό και την Τηθύ, αλλά πριν από αυτούς δύο μονάδες, δύο τριάδες και δύο επτάδες μέσα στις οποίες βρίσκεται ο Ωκεανός και η Τηθύς. Και οι μονάδες μαζί με τις τριάδες μένουν κοντά στον πατέρα, ενώ μέσα στις επτάδες ο μεν Ωκεανός μαζί με την Τηθύ μένει και προοδεύει ταυτόχρονα, ενώ οι υπόλοιποι έχουν προχωρήσει σε έναν άλλο θεϊκό Κόσμο. Εκεί, λοιπόν, γίνονται αυτά. Εδώ κάτω, όμως, ο λόγος παρέλειψε τις αιτίες που έμειναν πλήρως μέσα στον πατέρα, ενώ έχει παραδώσει όσες προχώρησαν και έμειναν ταυτόχρονα, επειδή ο τωρινός λόγος αφορά γενεσιουργούς θεούς και με αυτούς τους θεούς είναι ταιριαστή η πρόοδος, η κίνηση, η διαφορετικότητα και η σύνταξη του θηλυκού με το αρσενικό, προκειμένου να υπάρχει γέννηση και διακόσμηση της ύλης, η οποία διακοσμείται από τα Είδη, και της διαφορετικότητας, η οποία συμπλέκεται με την ταυτότητα. Για αυτό και από την αρχή ξεκίνησε από μία δυάδα και προχωρά μέσω της δυάδας και στην συνέχεια θα επιστρέψει σε αυτήν. Μιλώντας, όμως, για τη δυάδα, ξεκίνησε από τη γη. Γιατί αυτό είναι πιο ταιριαστό με τα γενεσιουργά πράγματα.
Βέβαια οι αιτίες αυτών των δύο, του Ωκεανού και της Τηθύς, υπάρχουν και μέσα στους νοητικούς θεούς, υπάρχουν και μέσα σε τούτον εδώ τον Κόσμο. Γιατί πρέπει παντού ο Ωκεανός να ξεχωρίζει τις πρώτες τάξεις από τις κατώτερες, αφού και οι ποιητές όχι παράλογα αποκαλούν τον Ωκεανό αυτόν που οριοθετεί τη γη. Αυτός, επίσης, ο Ωκεανός, για τον οποίο γίνεται τώρα λόγος, είναι αίτιος κίνησης, προόδου και δύναμης, αφού έβαλε μέσα στις νοητικές ζωές ακμή και γόνιμη αφθονία, μέσα στις ψυχές ταχύτητα κατά τις ενέργειες και καθαρότητα κατά τις γεννήσεις, και μέσα στα σώματα ευκινησία.  Και μέσα στους θεούς παρέχει την κινητική και προνοητική αιτία, μέσα στους αγγέλους την αποκαλυπτική και νοητική ταχύτητα, μέσα στους δαίμονες την δραστήρια δύναμη, μέσα στους ήρωες είναι χορηγός της ζωής που μεγαλουργεί και ακμάζει. Αλλά και μέσα ειδικά σε κάθε στοιχείο, ο αέρινος είναι αίτιος κάθε μεταβολής των αέρινων και του κύκλου των ουρανίων φαινομένων, όπως λέγει και ο Αριστοτέλης στα «Μετεωρολογικά, 346.b», ο υδάτινος δίνει υπόσταση στη γονιμότητα, στην ευκινησία και σε κάθε λογής δυνάμεις, ενώ ο χθόνιος είναι δημιουργός της τελειότητας με την οποία η γη γεννά και διαχωρίζει τα Είδη, καθώς και τις γένεσης και της φθοράς. Έτσι, αν υπάρχουν κάποιες χθόνιες ζωογονικές και δημιουργικές τάξεις, τις διαχωρίζει ο Ωκεανός. Και αν υπάρχουν κάποιες συνεκτικές δυνάμεις της γης, οι οποίες εποπτεύουν τις λογικές αρχές και τις γεννήσεις, και αυτές ο Ωκεανός τις διεγείρει, τις πολλαπλασιάζει και τις προκαλεί σε κίνηση.
Όσο για την Τηθύ, είναι σωστό να θεωρήσουμε, όπως δηλώνει το όνομά της, ότι είναι η παλαιότερη και ο πρόγονος των θεών, όπως ακριβώς είναι μητέρα τους η Ρέα. Γιατί ο θεολόγος αποκάλεσε «μαία» κάποια άλλη θεά πριν από αυτή : «μαία, ύψιστη των θεών, άμβροτε Νύχτα, πως λες αυτά εδώ – μαῖα, θεῶν ὑπάτη, Νὺξ ἄμβροτε, πῶς τάδε φράζεις;». Σύμφωνα, όμως, με την ετυμολογία που έδωσε Πλάτωνας στον «Κρατύλο, 402.c», θα χαρακτήριζε κανείς την Τυθύ πηγαία θεά. Γιατί μέσω του ονόματος της δηλώνεται το άχραντο, το καθαρό και το διηθημένο. Γιατί φαίνεται ότι, ενώ ο Ωκεανός δημιουργεί τα πάντα και παράγει όλες τις κινήσεις  (για αυτό και «γένεσις καλεῖται θεῶν»), η Τηθύς διαχωρίζει την ενιαία αιτία των κινήσεών τους στις πρωτεύουσες και δευτερεύουσες κινήσεις. Για αυτό και ο Πλάτωνας είπε ότι αυτή λαμβάνει την επωνυμία της από τα ρήματα «“διαττᾶν” καὶ “διηθεῖν”». γιατί αυτές οι λέξεις διαχωρίζουν, όπως και τα ρήματα «<ξαίνειν> καὶ <κερκίζειν>», όπως λέει ο Πλάτων στον «Σοφιστή, 226.b». Καθώς, λοιπόν, ο Ωκεανός γεννά αθροιστικά κάθε κίνηση, θεϊκή, νοητική, ψυχική, φυσική, η Τηθύς, η οποία διαχωρίζει τις εσωτερικές και τις εξωτερικές κινήσεις, αποκαλείται Τηθύς επειδή «“διαττῶσα καὶ διηθοῦσα”» τις υλικές από τις άυλες κινήσεις. Πράγματι, ταιριάζει στο θηλυκό ο διαχωρισμός και στο αρσενικό η ενότητα. Τέτοια, λοιπόν, θα υποστήριζε ο Πλάτων για αυτές τις θεότητες, και τα είπε με σαφήνεια στον «Κρατύλο». Από την άλλη, όπως έχει παραδώσει ο Ιάμβλιχος, πρέπει να ορίσουμε την Τηθύ ως χορηγό της βάσης και της μόνιμης κατάστασης. Όπως, όμως, θα μπορούσε να πει κανείς ανακεφαλαιώνοντας όλα τα παραπάνω, πρέπει να θεωρήσουμε την Τηθύ ως την αιτία της σταθεροποίησης, της μονιμότητας και της εγκατάστασης μέσα της των κινήσεων που προχωρούν προς τα έξω. Γενικά, λοιπόν, ο Ωκεανός είναι αίτιος κάθε κίνησης, θεϊκής, νοητικής, ψυχικής, φυσικής, για όλα τα κατώτερα, ενώ η Τηθύς είναι αιτία κάθε διάκρισης των ρευμάτων που προέρχονται από τον Ωκεανό, αποδίδοντας σε καθένα από αυτά την κατάλληλη καθαρότητα της κίνησης που εκ φύσεως του ταιριάζει, καθαρότητα λόγω της οποίας καθετί, είτε κινεί τον εαυτό του είτε κινεί άλλα, τα κινεί με ιδιαίτερο τρόπο. Οι θεολόγοι, μάλιστα, δηλώνουν ότι ο Ωκεανός είναι χορηγός κάθε κίνησης, όταν λένε ότι αυτός αποστέλλει δέκα ρεύματα, εκ των οποίων τα εννέα προχωρούν προς την θάλασσα, επειδή από τις κινήσεις οι εννέα είναι σωματικές, ενώ μόνο μια ανήκει στην ουσία που είναι ξεχωριστή από τα σώματα, όπως ακούσαμε στους «Νόμους, 894.c». Όσα θεία, λοιπόν, γεννούν μαζί ο Ωκεανός και η Τηθύς, ο Ωκεανός τα θέτει σε κίνηση και τα καθιστά δραστήρια, ενώ η Τηθύς τα ξεχωρίζει από τα γεννήματα, διατηρώντας καθαρά τα γεννητικά αίτια και εγκαθιστώντας τα μέσα στις ενέργειες που είναι προηγούμενες από τα γεννήματα.
Επειδή, όμως, όπως είπαμε, η γέννηση του Ωκεανού και της Τηθύς από τους προηγούμενους θεούς, τον Ουρανό και τη Γη, δεν πραγματοποιείται με μια τέτοια συνεύρεση, σαν κι αυτή που συμβαίνει στα αισθητά όντα, ούτε με μία τέτοια ένωση, σαν κι αυτή που παρατηρούμε στην περίπτωση των νοητών θεών, δηλ. της Νύχτας και του Φάνη, δικαιολογημένα και τα γεννήματά τους είναι διαχωρισμένα το ένα από το άλλο κατά αναλογία προς τους γεννήτορές τους, αλλά και τα δύο έλαβαν την ομοιότητα και με τους δύο. Γιατί ο Ωκεανός ως αρσενικός εξομοιώνεται με την πατρική αιτία, ενώ ως χορηγός της κίνησης εξομοιώνεται με τη μητρική αιτία, η οποία είναι αιτία προόδων. Και η Τηθύς ως θηλυκή εξομοιώνεται με την γόνιμη αιτία, ενώ στον βαθμό που προκαλεί στα παραγωγικά αίτια την μόνιμη εδραίωσή τους μέσα στις δικές τους ζωές, εξομοιώνεται με τη δημιουργική αιτία. Γιατί το αρσενικό αντιστοιχεί στο μοναδικό, το θηλυκό στο δυαδικό. Καθώς, λοιπόν, η μία δυάδα προέκυψε από την άλλη και σε ολόκληρο τον εαυτό της έχει εξομοιωθεί με τη δυάδα που τη γέννησε, διαχωρίζει τα αίτια της και ολόκληρο τον αριθμό που την ακολουθεί, προκειμένου παντού να αποδώσουμε το διαχωριστικό στοιχείο στην τάξη του Ωκεανού και της Τηθύς. Για τον λόγο αυτό στην παράδοση υπάρχουν πολλοί Ωκεανοί, επειδή βλέπουμε ότι έχει πολλά είδη η τάξη των θεών που συνθέτουν αυτή διαχωριστική θεϊκή σειρά. ……..
Στην περίπτωση της προηγούμενης γέννησης, μια δυάδα γεννήθηκε από μία άλλη δυάδα, η γεννητική και κινητική δυάδα από τη δυάδα που περάτωσε και οριοθετούσε. Κατά την δεύτερη γέννηση, από μια δυάδα γεννιέται πλήθος το οποίο επιστρέφει στις αιτίες μέσω της τριάδας και υποδεικνύει την πλήρη πρόοδο. Γιατί και αυτό το πλήθος διαιρείται σε αυτό που αντιστοιχεί στο πέρας και σε αυτό που αντιστοιχεί στο άπειρο. Γιατί η τριάδα είναι το πέρας μέσα σε αυτή την ομάδα, ενώ ο αριθμός που δεν κατονομάζεται είναι το άπειρο μέσα σε αυτή την ομάδα. Και από την ίδια την τριάδα, το ένα μέρος είναι αντίστοιχο με τη μονάδα και το πέρας, ενώ το άλλο μέρος είναι αντίστοιχο με τη δυάδα και το άπειρο. Και στην προηγούμενη πρόοδο τα γεννήματα προέκυπταν μόνο με βάση το πέρας και τη νοητική ιδιότητα, ενώ σε αυτή την πρόοδο υπάρχει και η παρεμβολή της αοριστίας. Γιατί μετά το όριο που συνίσταται από την τριάδα προστίθεται το «και όσοι γεννήθηκαν μαζί τους», το οποίο υποδεικνύει την πλήρη πρόοδο και τη διάκριση αυτών των τριών τάξεων, ώστε η γέννηση αυτής της ομάδας να είναι τριαδική λόγω της ιδιότητας της επιστροφής και δυαδική λόγω της παρεμβολής του άπειρου και τις αοριστίας.
Αλλά επειδή και αυτή την ομάδα θέλουμε να την ανάγουμε στις νοητικές αιτίες, όπως και τις βαθμίδες που έχουν προαναφερθεί, και επειδή μέσα στις προηγούμενες βαθμίδες ο Ωκεανός και η Τηθύς χαρακτηρίζονται αδελφοί του Κρόνου και της Ρέας και όχι πατέρες τους (γιατί η πρόοδος και αυτών προέρχεται από τον Ουρανό και τη Γη και ολόκληρη η τάξη των Τιτάνων προέρχεται από εκεί), ας δούμε για ποιό λόγο ο Πλάτωνας εδώ δίνει υπόσταση στον Φόρκυ, στον Κρόνο και στη Ρέα από τον Ωκεανό και την Τηθύ. Γιατί θα πίστευε κανείς ότι αυτό το λέει χωρίς να ακολουθεί τις ορφικές παραδόσεις. Γιατί εκεί χαρακτηρίζονται αδελφοί και όχι γονείς τους. Γιατί η Γη γεννά κρυφά από τον Ουρανό, όπως λέει ο θεολόγος Ορφέας στο απ. Νο.114 : «επτά όμορφες κόρες και επτά γιούς βασιλιάδες. Γέννησε κόρες τη Θέμιδα και την εύφρονα Τηθύν, τη μακρυμάλλα Μνημοσύνη και τη μακάρια Θεία, τη Διώνη που είχε διαπρεπή είδος (ομορφιά), τη Φοίβη και τη Ρέα, τη μητέρα του βασιλιά Δία – ἑπτὰ μὲν εὐειδεῖς κούρας, ἑπτὰ δὲ παῖδας ἄνακτας· θυγατέρας μὲν Θέμιν καὶ εὔφρονα Τηθύν   Μνημοσύνην τε βαθυπλόκαμον Θείαν τε μάκαιραν,  ἠδὲ Διώνην τίκτεν ἀριπρεπὲς εἶδος ἔχουσαν Φοίβην τε Ῥείην τε, Διὸς γενέτειραν ἄνακτος». Και άλλους τόσους γιούς : «Τον Κοίο, τον μεγάλο Κροιό, τον κραταιό Φόρκυ, τον Κρόνο, τον Ωκεανό, τον Υπερίωνα και τον Ιαπετό - Κοῖόν τε Κροῖόν τε μέγαν Φόρκυν τε κραταιόν καὶ Κρόνον Ὠκεανόν θ᾽ Ὑπερίονά τ᾽ Ἰαπετόν τε».
Ενώ, λοιπόν, αυτά έχουν καταγραφεί από τον θεολόγο από παλιά, πως γίνεται ο Τίμαιος παράγει τον Κρόνο και τη Ρέα από τον Ωκεανό και την Τηθύ.
Σε αυτό θα πρέπει να απαντήσουμε τα εξής : Καθώς έχουμε υποθέσει από πριν ότι εκείνος ο Ωκεανός και εκείνη η Τηθύς βρίσκονται πάνω από τον Κρόνο και από την Ρέα ως ενδιάμεσοι μεταξύ αυτών και των πατέρων και ως «ὁροφύλακας – φύλακες των ορίων» ανάμεσα στα δύο ζεύγη, όπως συνηθίζουν να τους εξυμνούν, και καθώς αυτά είναι δεδομένα, πρέπει να απαντήσουμε στις απορίες πρώτον ότι δεν είναι θαυμαστό οι ίδιοι, λόγω της ανωτερότητας της αξίας τους, να αποκαλούνται αδελφοί και πατέρες κάποιων. Γιατί τα πρώτα γεννήματα παράγουν μαζί με τα αίτια τους επόμενα γεννήματα. Έτσι όλες οι ψυχές είναι αδερφές ως προς τη μία δημιουργία αίτια και ως προς  τη ζωογονική αρχή και πηγή τους, αλλά όμως οι θεϊκές ψυχές σε συνεργασία με τον δημιουργικό νου και με τα ζωογονικά αίτια δίνουν υπόσταση στις επιμέρους ψυχές, επειδή οι θεϊκές ψυχές προέκυψαν πρώτες και μένουν μέσα στην ολότητα της πηγή τους, έχοντας λάβει τη δύναμη να δημιουργούν τα όμοιά τους. Αλλά και μέσα στους ίδιους τους θεούς, όλοι οι απόγονοι του Κρόνου είναι αδέλφια ως προς τη μια μονάδα που τους γέννησε, ωστόσο ο Ζεύς αποκαλείται πατέρας και από την Ήρα και από τον Ποσειδώνα μέσα στον θεϊκό ποιητή : «Πατέρα Ζευς, λαμπεροκέραυνε, έναν λόγο θέλω να βάλω στο μυαλό σου – Ζεῦ πάτερ, ἀργικέραυνε, ἔπος τί τοι ἐν φρεσὶ θήσω» (Ιλιάς Τ’ 121). Επίσης : «πατέρα Ζευς, υπάρχει άραγε κάποιος θνητός στην απέραντη γη - Ζεῦ πάτερ, ἦ ῥά τίς ἐστι βροτῶν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν» (Ιλιάς Η’  446).
Γιατί στην μία περίπτωση ο Ποσειδώνας και στην άλλη περίπτωση η Ήρα εκφώνησε το «Ζευς Πάτερ». Επομένως, δεν είναι καθόλου περίεργο αν και ο Ωκεανός και η Τηθύς λέγονται αδερφοί και πατέρας του Κρόνου και της Ρέας, επειδή διατηρούν την πατρική ιδιότητα ανάμεσα στους αδελφούς.
Έπειτα, πρέπει να πούμε ότι, μέσα στις δυο επτάδες των Τιτάνων, ο Ωκεανός προοδεύει και μένει σταθερός, έχοντας ενώσει τον εαυτό του με τον πατέρα, και δεν απομακρύνεται από τη βασιλεία του πατέρα, ενώ οι υπόλοιποι, επειδή χαίρονται με την πρόοδο, λέγεται ότι εκπληρώνουν τη βούληση της Γης και ότι επιβουλεύονται τον πατέρα τους, διαχωρίζοντας τον εαυτό τους από τη βασιλεία του για να προχωρήσουν σε μια άλλη τάξη. Μάλλον όμως, ανάμεσα στα ουράνια γένη, άλλα μένουν μόνο μέσα στις αρχές τους, όπως ακριβώς κάνουν οι δυο πρώτες τριάδες (γιατί όπως λέει ο Ορφέας, μόλις ο Ουρανός αντιλήφθηκε ότι αυτοί «είχαν σκληρή καρδιά και άνομη φύση, τους έριξε στα βαθιά Τάρταρα της γης - ἀμείλιχον ἦτορ ἔχοντας καὶ φύσιν ἐκνομίην, ῥῖψε βαθὺν γαίης ἐς Τάρταρον» κρύβοντας, λοιπόν σε αόρατες περιοχές λόγω της υπεροχής της δύναμής τους), και άλλα και μένουν και προοδεύουν, όπως ακριβώς κάνουν ο Ωκεανός και η Τηθύς. Γιατί, ενώ οι υπόλοιποι Τιτάνες σπεύδουν στη συνωμοσία εναντίον του πατέρα τους, ο Ωκεανός αρνείται τις εντολές της μητέρας του και έχει ενδοιασμούς για την πράξη : «Τότε ο Ωκεανός έμενε στα μέγαρα του συλλογιζόμενος προς τα πού να στρέψει την απόφασή του, είτε τον πατέρα του να στερήσει από τη δύναμή του και να τον βλάψει ανόσια μαζί με τον Κρόνο και τα άλλα του αδέρφια που υπάκουσαν στη μάνα τους, είτε να τους αφήσει και να κάτσει μέσα ήσυχος. Πολλά ζυγίζοντας έμενε καθισμένος στο μέγαρό του μισητός στη μάνα του, στα αδέλφια του περισσότερο - ἔνθ᾽ αὖτ᾽ Ὠκεανὸς μὲν ἐνὶ μεγάροισιν ἔμιμνεν ὁρμαίνων, ποτέρωσε νόον τράποι, ἢ πατέρα ὅν γυ<ι>ώσῃ τε βίης καὶ ἀτάσθαλα λωβήσαιτο σὺν Κρόνῳ ἠδ᾽ ἄλλοισιν ἀδελφοῖς, οἳ πεπίθοντο μητρὶ φίλῃ, ἢ τούς γε λιπὼν μένοι ἔνδον ἕκηλος. πολλὰ δὲ πορφύρων μένεν ἥμενος ἐν μεγάροισι,   σκυζόμενος ᾗ μητρί, κασιγνήτοισι δὲ μᾶλλον».
Μένει, λοιπόν, αυτός και ταυτόχρονα προοδεύει μαζί με την Τηθύ. Γιατί η Τηθύς είναι συνδεδεμένη μαζί του κατά την πρώτη γέννηση. Οι υπόλοιποι Τιτάνες σπεύδουν στην διάκριση και στην πρόοδο και επικεφαλής τους είναι ο μέγιστος Κρόνος, όπως λέει ο θεολόγος. Ότι, από την άλλη, ο Κρόνος είναι πράγματι ανώτερος από τον Ωκεανό, το έχει δηλώσει ο θεολόγος λέγοντα ότι ο Κρόνος καταλαμβάνει τον ίδιο τον ουράνιο Όλυμπο και ότι, αφού ενθρονίστηκε εκεί, βασιλεύει στους Τιτάνες, ενώ ο Ωκεανός έλαβε ολόκληρο το μεσαίο κλήρο. Γιατί λέει ότι αυτός κατοικεί στα «θεσπεσίοις ῥείθροις» που βρίσκονται μετά τον Όλυμπο και ότι κυβερνά τον εκεί Ουρανό, όχι όμως τον κορυφαίο, όπως λέει ο μύθος, αλλά τον εκπεσόντα Ουρανό και έχει τοποθετηθεί εκεί.
Καθώς, λοιπόν, αυτά έχουν έτσι, ο Ωκεανός και η Τηθύς, στον βαθμό που μένουν και είναι ενωμένοι με τον Ουρανό, παράγουν μαζί του τη βασιλεία των απογόνων του, του Κρόνου και της Ρέας, ενώ στον βαθμό που είναι εδραιωμένοι μέσα στη μόνιμη δύναμη της μητέρας τους, στον βαθμό αυτό παράγουν μαζί της τον Φόρκυ. Γιατί τον παράγει η Γη «αφού έσμιξε ερωτικά με τον Πόντο - Πόντου φιλότητι μιγεῖσα», και εκτός αυτού παράγει τον Νηρέα και τον Θαύμαντα. Γιατί δεν είναι ο Φόρκυς του Ουρανού αλλά ο Φόρκυς του Πόντου, όπως είναι φανερό από τη Ησιόδεια «Θεογονία, 237». Επίσης, στον βαθμό που η Τηθύς είναι πλήρης από τη Γη, στον βαθμό αυτό είναι κάτι σαν Γη και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι παράγει αυτόν τον Φόρκυ μαζί με τον Ωκεανό, στον βαθμό που και ο Ωκεανός έχει συμπεριλάβει μέσα του τον νοητό Πόντο. Επομένως, η Τηθύς, στο βαθμό που είναι Γη κατά μέθεξη, και ο Ωκεανός, στον βαθμό που είναι Πόντος ως αιτία του Πόντου, δίνουν υπόσταση σε τούτον εδώ τον θεό, όπως δίνουν στον Κρόνο και στη Ρέα.
Αν, όμως κάποιος μύθος υποδεικνύει ότι εκεί ψηλά ο Κρόνος βρίσκεται πάνω από τον Ωκεανό και η Ρέα πάνω από την Τηθύ, πρέπει να απαντήσουμε ότι εκεί υπάρχει η κατ’ ουσία σειρά (γιατί τα αίτια της νόησης κυριαρχούν στα αίτια της κίνησης), ενώ αντιθέτως εδώ όλα υπάρχουν μέσα στην κίνηση και στη μεταβολή. Επομένως, δικαιολογημένα ο Ωκεανός, επειδή είναι πηγή της κίνησης, βρίσκεται πριν τον Κρόνο και η Τηθύς πριν από τη Ρέα, ώστε να έχει επιλυθεί η απορία και με άλλον τρόπο. Γιατί, αν ο Ωκεανός και η Τηθύς είναι ανώτεροι από τον Κρόνο και τη Ρέα, επειδή οι πρώτοι είναι ενωμένοι με τον πατέρα, ενώ οι δεύτεροι ενώνονται με τη μητέρα και διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τον πατέρα, ας θεωρήσουμε ότι ο Ωκεανός και η Τηθύς είναι μεσαίοι και ότι διατηρούν σε σχέση με αυτούς μια πατρική υπεροχή. Αν, όμως, είναι σύστοιχοι ή κατώτεροί τους, ίσως θα μπορούσε να πει κανείς ότι, λόγω της κυριαρχίας των κινητικών αιτιών μέσα στα υποσελήνια πράγματα, έχουν λάβει σειρά ανώτερη από τον Κρόνο και τη Ρέα που νοούνται κατά αυτόν τον τρόπο