ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ!!![Και όταν δεν φταίει ο άνθρωπος;....]

 


Αρχμ Χριστοδουλος

Και όταν δεν φταίει ο άνθρωπος; Γιατί ο Θεός δεν θεραπεύει το παιδί που πεθαίνει;
Στο προηγούμενο άρθρο μου, «Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος, γιατί δεν σταματά το κακό;», ακολούθησε μια μεγάλη συζήτηση. Εκατοντάδες σχόλια, ερωτήσεις, συμφωνίες, διαφωνίες, ακόμη και έντονες αντιδράσεις.
Ανάμεσα σε όλα αυτά, ξεχώρισα έναν διάλογο με έναν άνθρωπο που υπέγραψε απλά: «Ένας άθεος Νέλσον».
Ο Νέλσον διαφώνησε μαζί μου. Όμως δεν ειρωνεύτηκε, δεν προσέβαλε, δεν προσπάθησε να επιβληθεί με χαρακτηρισμούς. Έθεσε επιχειρήματα. Και κάποια στιγμή έθεσε ένα ερώτημα που θεωρώ ότι ένας ιερέας, ένας θεολόγος, αλλά και κάθε πιστός δεν έχει δικαίωμα να προσπεράσει.
Με απλά λόγια με ρώτησε:
«Καλά όλα αυτά για την ελεύθερη βούληση. Όταν όμως ένα δίχρονο παιδί πεθαίνει από καρκίνο, ποιανού την ελεύθερη βούληση θα παραβίαζε ο Θεός αν το θεράπευε;»
Και η πρώτη μου απάντηση είναι:
Καμία.
Ναι. Καμία.
Εδώ η απάντηση «ελεύθερη βούληση» δεν αρκεί.
Ένα δίχρονο παιδί που πεθαίνει από λευχαιμία δεν επέλεξε την ασθένειά του. Ένα βρέφος που γεννιέται με μια βαριά γενετική πάθηση δεν έκανε κακή χρήση της ελευθερίας του. Ένα παιδί που καταπλακώνεται από έναν σεισμό δεν τιμωρείται για κάποια προσωπική επιλογή.
Στο προηγούμενο άρθρο μιλούσα κυρίως για αυτό που ονομάζουμε ηθικό κακό: για τον φόνο, τον πόλεμο, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, την πείνα μέσα σε έναν κόσμο αφθονίας. Εκεί υπάρχει ένας άνθρωπος που ενεργεί εναντίον ενός άλλου ανθρώπου και επομένως τίθεται πραγματικά το ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας.
Υπάρχει όμως και το φυσικό κακό.
Η ασθένεια.
Ο σεισμός.
Η γενετική πάθηση.
Η λευχαιμία.
Ο πόνος ενός βρέφους.
Ο πρόωρος θάνατος.
Και εκεί το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο:
Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος και αγαθός, και μπορεί να θεραπεύσει αυτό το παιδί χωρίς να καταργήσει την ελευθερία κανενός, γιατί δεν το θεραπεύει;
Αυτό είναι το ερώτημα που μου άφησε ο διάλογος με τον Νέλσον.
Και επειδή πιστεύω ότι η πίστη που φοβάται τις ερωτήσεις είναι μια φοβισμένη πίστη, θέλω να προσπαθήσουμε να το κοιτάξουμε κατάματα.
Πριν όμως πούμε οτιδήποτε άλλο, ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν πρέπει να λέμε.
Δεν πρέπει να πούμε στη μητέρα που βλέπει το παιδί της να πεθαίνει:
«Ο Θεός σού το έστειλε για να σε δοκιμάσει».
Δεν πρέπει να πούμε:
«Κάποια αμαρτία θα υπάρχει».
Δεν πρέπει να πούμε:
«Δεν είχες αρκετή πίστη».
Ούτε:
«Ο Θεός το αγάπησε περισσότερο και γι' αυτό το πήρε».
Αυτές οι φράσεις πολλές φορές δεν παρηγορούν. Τσακίζουν.
Και ακόμη χειρότερα, παρουσιάζουν έναν Θεό που αποφασίζει να βάλει καρκίνο στο σώμα ενός παιδιού για να διδάξει κάτι στους γονείς του.
Δεν είναι αυτός ο Θεός του Ευαγγελίου.
Όταν οι μαθητές είδαν τον εκ γενετής τυφλό, ρώτησαν τον Χριστό: «Ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του;»
Προσέξτε τη λογική τους.
Κάποιος πρέπει να φταίει.
Κάποιος πρέπει να αμάρτησε.
Κάποιος πρέπει να τιμωρείται.
Και ο Χριστός αρνείται αυτή την απλοϊκή εξίσωση.
Η ασθένεια ενός ανθρώπου δεν αποτελεί απόδειξη προσωπικής ενοχής.
Και πολύ περισσότερο, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κοιτάζει ένα άρρωστο παιδί και να αναζητά ποια αμαρτία «πληρώνει».
Τότε όμως από πού προέρχονται η ασθένεια και ο θάνατος;
Εδώ πρέπει να καταλάβουμε κάτι βαθύτερο στην ορθόδοξη θεολογία.
Η Εκκλησία δεν βλέπει τον κόσμο όπως είναι σήμερα και λέει: «Αυτό ακριβώς ήταν το τελικό σχέδιο του Θεού».
Βλέπει μια δημιουργία που βρίσκεται μέσα στη φθορά.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει».
Ολόκληρη η δημιουργία στενάζει.
Και αυτή η φράση είναι συγκλονιστική.
Δεν στενάζει μόνο ο άνθρωπος.
Στενάζει η κτίση.
Υπάρχει ζωή και θάνατος.
Γέννηση και διάλυση.
Ομορφιά και καταστροφή.
Υγεία και ασθένεια.
Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να δημιουργήσει ζωή και το ίδιο σώμα μπορεί να δημιουργήσει έναν όγκο που θα το σκοτώσει.
Η φύση μπορεί να μας δώσει τροφή και την επόμενη στιγμή ένας σεισμός να γκρεμίσει μια ολόκληρη πόλη.
Ο κόσμος αυτός, κατά τη χριστιανική πίστη, δεν βρίσκεται ακόμη στην τελική κατάσταση για την οποία προορίζεται.
Και γι' αυτό ο θάνατος μέσα στην Καινή Διαθήκη δεν ονομάζεται «φίλος».
Ο Παύλος τον ονομάζει:
«ἔσχατος ἐχθρός».
Ο τελευταίος εχθρός.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Γιατί αν ο θάνατος είναι εχθρός, τότε δεν μπορούμε ταυτόχρονα να παρουσιάζουμε τον Θεό ως κάποιον που απολαμβάνει να τον μοιράζει στους ανθρώπους.
Αλλά εδώ ο Νέλσον —και κάθε άνθρωπος που σκέφτεται σοβαρά— δικαιούται να επιμείνει:
«Καλά όλα αυτά. Αλλά ο Θεός είναι παντοδύναμος. Ακόμη κι αν ο κόσμος βρίσκεται στη φθορά, γιατί δεν επεμβαίνει όταν ένα παιδί πεθαίνει;»
Και εδώ φτάνουμε στο πραγματικά δύσκολο σημείο.
Γιατί εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε στα θαύματα.
Πιστεύουμε ότι ο Χριστός θεράπευσε τυφλούς, λεπρούς, παραλύτους.
Πιστεύουμε ότι ανέστησε νεκρούς.
Και ακόμη και σήμερα προσευχόμαστε για θεραπεία.
Δεν λέμε στον άρρωστο: «Ο Θεός δεν επεμβαίνει ποτέ».
Λέμε:
«Κύριε, θεράπευσέ τον».
Άρα πιστεύουμε ότι μπορεί.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό:
Γιατί τον έναν και όχι τον άλλον;
Σκεφτείτε δύο μητέρες.
Στο ένα δωμάτιο ενός νοσοκομείου μια μητέρα γονατίζει και προσεύχεται:
«Χριστέ μου, σώσε το παιδί μου».
Στο διπλανό δωμάτιο μια δεύτερη μητέρα λέει ακριβώς τα ίδια λόγια:
«Χριστέ μου, σώσε το παιδί μου».
Και οι δύο κλαίνε.
Και οι δύο πιστεύουν.
Και οι δύο αγαπούν το παιδί τους.
Και οι δύο παρακαλούν.
Το ένα παιδί θεραπεύεται.
Το άλλο πεθαίνει.
Γιατί;
Εδώ θα μπορούσα να γράψω πολλές σελίδες θεολογίας.
Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω δύσκολες λέξεις.
Θεία Πρόνοια.
Οικονομία.
Μυστήριο.
Ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού.
Αλλά μπροστά σε μια μάνα που μόλις έκλεισε τα μάτια του παιδιού της, όλες αυτές οι λέξεις μπορεί να ακούγονται τρομακτικά φτωχές.
Γι' αυτό θα προτιμήσω δύο λέξεις:
Δεν γνωρίζω.
Δεν γνωρίζω γιατί θεραπεύτηκε το ένα παιδί και όχι το άλλο.
Δεν γνωρίζω γιατί ένας άνθρωπος ζει ενενήντα χρόνια και ένας άλλος εννέα μήνες.
Δεν γνωρίζω γιατί κάποιος γεννιέται υγιής και κάποιος άλλος αρχίζει τη ζωή του μέσα σε ένα νοσοκομείο.
Δεν γνωρίζω γιατί μια προσευχή φαίνεται να λαμβάνει την απάντηση που ζητήσαμε και μια άλλη φαίνεται να συναντά σιωπή.
Και δεν ντρέπομαι να το πω.
Η πίστη δεν σημαίνει ότι γνωρίζω τα πάντα για τον Θεό.
Αν γνώριζα όλες τις βουλές Του, αν μπορούσα να εξηγήσω κάθε δάκρυ, κάθε τάφο και κάθε τραγωδία, τότε ο Θεός θα χωρούσε ολόκληρος μέσα στη δική μου λογική.
Και ένας Θεός που χωρά ολόκληρος μέσα στο μυαλό μου θα ήταν πολύ μικρός για να είναι Θεός.
Αλλά εδώ κάποιος μπορεί να μου πει:
«Αφού δεν ξέρεις, τότε πώς συνεχίζεις να πιστεύεις ότι είναι αγαθός;»
Αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα.
Και η απάντησή μου δεν είναι:
«Επειδή όλα πάνε καλά».
Δεν πάνε.
Ούτε:
«Επειδή οι πιστοί δεν υποφέρουν».
Υποφέρουν.
Οι Απόστολοι υπέφεραν.
Οι μάρτυρες υπέφεραν.
Οι άγιοι αρρώστησαν.
Άνθρωποι που προσευχήθηκαν με πίστη πέθαναν.
Παιδιά πιστών πέθαναν.
Η χριστιανική πίστη δεν υπόσχεται:
«Πίστεψε στον Χριστό και δεν θα πονέσεις».
Αν αυτό κήρυττε η Εκκλησία, η πραγματικότητα θα την είχε διαψεύσει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.
Ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό:
Ο πόνος είναι πραγματικός, αλλά δεν είναι αιώνιος.
Ο θάνατος είναι πραγματικός, αλλά δεν είναι ο τελικός νικητής.
Και εδώ φτάνουμε στον Σταυρό.
Όχι για να χρησιμοποιήσουμε τον Σταυρό ως εύκολη εξήγηση.
Ο Σταυρός δεν εξηγεί βιολογικά γιατί ένα παιδί απέκτησε λευχαιμία.
Ούτε η φράση «ο Χριστός υποφέρει μαζί σου» απαντά από μόνη της στο ερώτημα:
«Γιατί δεν το απέτρεψε;»
Αυτό ακριβώς είχε επισημάνει ο Νέλσον.
Και είχε δίκιο.
Το ότι κάποιος μπαίνει στον πόνο σου δεν αποτελεί από μόνο του εξήγηση του γιατί ο πόνος συνέβη.
Αλλά ο Σταυρός μας αποκαλύπτει κάτι άλλο.
Τι είδους Θεό πιστεύουν οι Χριστιανοί.
Όχι έναν Θεό που κοιτάζει τον πόνο από μακριά.
Αλλά έναν Θεό που εισέρχεται ο ίδιος μέσα στην ανθρώπινη τραγωδία.
Προδίδεται.
Αδικείται.
Βασανίζεται.
Αιμορραγεί.
Πεθαίνει.
Και επάνω στον Σταυρό ακούγεται από τα χείλη Του ακόμη και η κραυγή:
«Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»
Αλλά ακόμη κι αυτό δεν είναι ολόκληρη η χριστιανική απάντηση.
Γιατί αν ο Χριστιανισμός τελείωνε στον Γολγοθά, τότε θα είχαμε απλώς ακόμη έναν αθώο άνθρωπο που βασανίστηκε και πέθανε.
Ο Χριστιανισμός στέκεται ή πέφτει επάνω στην Ανάσταση.
Εκεί βρίσκεται η τελική του απάντηση στον θάνατο.
Όχι ότι ο θάνατος δεν υπάρχει.
Αλλά ότι δεν θα υπάρχει για πάντα.
Όχι ότι το παιδί δεν πέθανε.
Η μάνα το ξέρει καλύτερα από όλους ότι πέθανε.
Αλλά ότι ο θάνατος αυτού του παιδιού δεν είναι η τελευταία σελίδα της υπάρξεώς του.
Και εδώ ακριβώς χωρίζουν οι δρόμοι του πιστού και του άθεου.
Ο Νέλσον μπορεί να μου πει:
«Πάτερ, εγώ δεν πιστεύω στην Ανάσταση».
Και το σέβομαι.
Αλλά τότε τουλάχιστον έχουμε φτάσει στο πραγματικό σημείο της διαφωνίας μας.
Δεν διαφωνούμε για το αν ο καρκίνος ενός παιδιού είναι τραγωδία.
Είναι.
Δεν διαφωνούμε για το αν υπάρχουν τρομακτικά ερωτήματα που δεν μπορούμε σήμερα να απαντήσουμε.
Υπάρχουν.
Δεν διαφωνούμε για το αν ο πόνος ενός αθώου ανθρώπου μπορεί να συντρίψει ακόμη και την πίστη κάποιου.
Μπορεί.
Διαφωνούμε τελικά σε κάτι βαθύτερο:
Είναι ο θάνατος το τέλος;
Αν ο θάνατος είναι το τέλος, τότε πράγματι υπάρχουν δάκρυα που δεν θα σκουπιστούν ποτέ.
Υπάρχουν αδικίες που δεν θα αποκατασταθούν ποτέ.
Υπάρχουν παιδιά που γεννήθηκαν, πόνεσαν, πέθαναν και χάθηκαν για πάντα μέσα στη σιωπή του σύμπαντος.
Η χριστιανική πίστη αρνείται να δεχθεί ότι αυτή είναι η τελευταία αλήθεια για τον άνθρωπο.
Όχι επειδή υποτιμά τον θάνατο.
Αλλά ακριβώς επειδή τον παίρνει τόσο σοβαρά, ώστε ολόκληρο το Ευαγγέλιο κορυφώνεται στη νίκη εναντίον του.
Γι' αυτό η τελευταία εικόνα της Αγίας Γραφής δεν είναι ένας κόσμος γεμάτος τάφους.
Είναι η υπόσχεση ότι κάποτε ο Θεός «ἐξαλείψει πᾶν δάκρυον», ότι «ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι», ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος.
Προσέξτε κάτι πολύ όμορφο.
Δεν λέει ότι τα δάκρυα δεν υπήρξαν.
Λέει ότι θα τα σκουπίσει.
Η πίστη δεν μας ζητά να προσποιηθούμε ότι δεν πονέσαμε.
Δεν μας ζητά να ονομάσουμε την τραγωδία «ευλογία».
Δεν μας ζητά να χαμογελάσουμε μπροστά στον τάφο και να πούμε «όλα καλά»
Ο ίδιος ο Χριστός μπροστά στον τάφο του Λαζάρου δάκρυσε.
Και αυτό είναι συγκλονιστικό.
Γνώριζε ότι θα τον αναστήσει.
Κι όμως έκλαψε.
Άρα το δάκρυ δεν είναι έλλειψη πίστεως.
Μερικές φορές είναι η πιο αληθινή προσευχή.
Γι' αυτό, αν αύριο βρεθώ δίπλα σε μια μητέρα που χάνει το παιδί της, δεν θέλω να της πω:
«Ξέρω γιατί το έκανε ο Θεός».
Γιατί δεν ξέρω.
Θέλω να καθίσω δίπλα της.
Να την αφήσω να κλάψει.
Ίσως να κλάψω κι εγώ.
Να κρατήσω το χέρι της.
Να προσευχηθώ μαζί της, αν το θέλει.
Και αν με ρωτήσει:
«Πάτερ, γιατί το παιδί μου;»
ίσως η πιο τίμια απάντηση που μπορώ να δώσω να είναι:
«Δεν ξέρω, παιδί μου».
Όμως ως ιερέας δεν μπορώ να σταματήσω εκεί.
Θα της πω και κάτι ακόμη:
«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω γιατί συνέβη. Πιστεύω όμως με όλη μου την καρδιά ότι το παιδί που χάθηκε από τα μάτια σου δεν χάθηκε από τα χέρια του Θεού».
Αυτό είναι πίστη.
Όχι η βεβαιότητα ότι έχω λύσει όλα τα αινίγματα του σύμπαντος.
Αλλά η εμπιστοσύνη ακόμη και εκεί όπου η λογική μου φτάνει μέχρι ένα σημείο και μετά σιωπά.
Και θέλω να τελειώσω επιστρέφοντας στον άνθρωπο που έγινε η αφορμή γι' αυτή τη συνέχεια.
Στον Νέλσον.
Μετά τη συζήτησή μας μου έγραψε κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα. Μου είπε ουσιαστικά ότι εξακολουθεί να θεωρεί τον πόνο ενός αθώου παιδιού σοβαρό πρόβλημα για την πίστη σε έναν παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό, αλλά εκτίμησε το γεγονός ότι ένας πιστός μπορεί να πει:
«Εδώ δεν έχω πλήρη απάντηση».
Και νομίζω ότι εκεί συναντηθήκαμε, παρόλο που παραμείναμε ο ένας πιστός και ο άλλος άθεος.
Γιατί ο αληθινός διάλογος δεν απαιτεί πάντοτε να φύγει ο ένας έχοντας πείσει τον άλλον.
Μερικές φορές αρκεί να φύγουν και οι δύο έχοντας καταλάβει λίγο καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Γι' αυτό, Νέλσον, αν διαβάσεις και αυτό το άρθρο, σε ευχαριστώ.
Η ερώτησή σου δεν με έκανε να φοβηθώ για την πίστη μου.
Με έκανε να προσπαθήσω να μιλήσω γι' αυτήν με περισσότερη ακρίβεια και περισσότερη ταπείνωση.
Και κρατώ την ερώτησή σου:
«Γιατί δεν θεραπεύει το παιδί, αφού μπορεί;»
Δεν έχω την αλαζονεία να ισχυριστώ ότι γνωρίζω ολόκληρη την απάντηση.
Ξέρω όμως τι δεν θα πω.
Δεν θα πω ότι έφταιγε το παιδί.
Δεν θα πω ότι έφταιγαν οι γονείς του.
Δεν θα πω ότι δεν προσευχήθηκαν αρκετά.
Δεν θα πω ότι ο Θεός χρειαζόταν «άλλον έναν άγγελο».
Δεν θα αποκαλέσω τον καρκίνο «δώρο του Θεού».
Και δεν θα χρησιμοποιήσω τον Θεό για να κλείσω βιαστικά ένα ερώτημα που κάνει τον άνθρωπο να κλαίει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Θα πω μόνο:
Δεν γνωρίζω γιατί επιτρέπεται κάθε δάκρυ.
Αλλά πιστεύω σε Εκείνον που έκλαψε μαζί μας.
Σε Εκείνον που μπήκε στον τάφο μαζί μας.
Και πάνω απ' όλα, σε Εκείνον που βγήκε από τον τάφο.
Γι' αυτό η τελευταία λέξη του Χριστιανισμού μπροστά στο παιδί που πεθαίνει δεν είναι:
«Έτσι ήταν γραφτό».
Ούτε:
«Έτσι το θέλησε ο Θεός».
Η τελευταία λέξη είναι:
Ανάσταση.
Και μέχρι να έρθει εκείνη η ημέρα κατά την οποία ο «ἔσχατος ἐχθρός» θα καταργηθεί, η θέση μας δεν είναι να στεκόμαστε μακριά από τον ανθρώπινο πόνο και να τον εξηγούμε.
Η θέση μας είναι δίπλα του.
Να θεραπεύουμε όπου μπορούμε.
Να στηρίζουμε.
Να δίνουμε.
Να αγωνιζόμαστε για τη ζωή.
Να κρατάμε το χέρι εκείνου που πονά.
Να κλαίμε με εκείνον που κλαίει.
Και όταν δεν έχουμε άλλη απάντηση, να έχουμε τουλάχιστον παρουσία και αγάπη.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που η μεγαλύτερη ασέβεια απέναντι στον πόνο είναι να προσποιούμαστε ότι γνωρίζουμε το «γιατί».
Και ίσως η μεγαλύτερη πίστη είναι να μπορείς να σταθείς μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να καταλαβαίνεις τα πάντα, και παρ' όλα αυτά να ψιθυρίσεις:
«Δεν καταλαβαίνω, Θεέ μου. Αλλά ακόμη Σε εμπιστεύομαι».

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ερμητικός Χριστιανισμός: Ο Χριστιανισμός είναι η αρχέγονη παράδοση



 Πλάτωνας Bodybuilder

Όλος ο αποκρυφισμός και ο εσωτερισμός του 19ου και του 20ου αιώνα -καθώς και η παραδοσιακή σχολή του Guénon και του Schuon- έχουν ως πρωταρχικό στόχο την καταστροφή του Χριστιανισμού. Αυτό που διακρίνει τα δύο ρεύματα είναι αυτό που προτείνουν να βάλουν στη θέση του: μια παγκόσμια θρησκεία για τους βικτωριανούς αποκρυφιστές και το Ισλάμ για τους παραδοσιακούς. Γιατί; Επειδή ο Χριστιανισμός δεν είναι απλώς μια θρησκευτική μορφή μεταξύ πολλών, αλλά η αληθινή και μοναδική έκφραση αυτού που οι αποκρυφιστές και οι παραδοσιακοί αποκαλούν «Αρχέγονη Παράδοση».

Πριν δείξουμε πώς ο Χριστιανισμός είναι η μόνη νόμιμη έκφραση της Αρχέγονης Παράδοσης, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποια είναι αυτή η παράδοση. Σύμφωνα με τους βικτωριανούς αποκρυφιστές, η Αρχέγονη Παράδοση ήταν η γνώση μιας μη ανθρώπινης πηγής που μεταδόθηκε στον Αδάμ και διατηρήθηκε από μυστηριακές λατρείες που μετέδιδαν αυτή τη μη ανθρώπινη γνώση στους μυημένους. Σύμφωνα με τον René Guénon, αυτή η παράδοση ξεκίνησε από τη μυθική Υπερβόρεια, με την ισλαμική αποκάλυψη να χρησιμεύει ως η τελική νόμιμη εκδήλωσή της.[1] Αυτό που γίνεται σαφές και στις δύο προσεγγίσεις – την αποκρυφιστική και την παραδοσιακή – είναι ότι ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως καθυστερημένος. Για τους βικτωριανούς αποκρυφιστές, ο στόχος ήταν να πολεμήσουν ενάντια στον «Ευρωπαϊκό Καισαρισμό» ή, όπως το έθεσε ο Papus:«Ελπίζουμε ότι αυτή η ανακεφαλαίωση των προσπαθειών αρκετών ετών μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για τον αποκρυφισμό και για την αναζωογόνησή του, η οποία γίνεται καθημερινά πιο έντονη. Αυτός είναι ο στόχος που έχουμε κατά νου. Είθε οι κοινωνικές αναταραχές που προετοιμάζονται να δημιουργήσουν μια εποχή ειρήνης και αρμονίας μεταξύ των τώρα διαιρεμένων εθνών, και είθε η γνώση αυτών των μυστηρίων να ανατρέψει τον ευρωπαϊκό Καισαρισμό σε όλες τις μορφές του! Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος σας, Καμπαλιστές, Θεόσοφοι, Μαρτινιστές, Ροδόσταυροι και Ελευθεροτέκτονες; Σε αυτό το σημείο πιστέψτε τον ταπεινό μαθητή των δογμάτων σας, ο οποίος θα είναι πολύ ευτυχισμένος αν το έργο του έχει διατηρήσει μια αδύναμη ακτίνα της Αιώνιας και Αγίας Αλήθειας».[2]

Ο βικτωριανός αποκρυφισμός είναι απλώς ένα άλλο κεφάλαιο και ένα άλλο ρεύμα ιδεών -μαζί με τον φιλελευθερισμό, τον θετικισμό, τον μαρξισμό και την κριτική παράδοση- που χρησίμευσε ως όπλο ενάντια στην ευρωπαϊκή χριστιανική και αυτοκρατορική τάξη. Ο αποκρυφισμός συγγραφέων όπως ο Papus, η Μπλαβάτσκυ και ο Κρόουλι θεωρούσε την Καθολική Εκκλησία ως προπύργιο δογματισμού και σεχταρισμού, ενώ ταυτόχρονα αγκάλιαζε τα ανατολικά δόγματα και θρησκείες. Στόχος ήταν η υπέρβαση του οργανωμένου στη Ρώμη Χριστιανισμού και η ίδρυση μιας ενιαίας, υπερομολογιακής θρησκείας που θα εξέφραζε τη δήθεν δογματική ενότητα της Αρχέγονης Παραδόσεως. Ωστόσο, η παραδοσιοκρατία του Γκενόν δεν είναι πολύ διαφορετική. Όταν ο Guénon μας λέει ότι το Ισλάμ ήταν η τελευταία αποκάλυψη που εξακολουθεί να συνδέεται με την αιώνια παράδοση -που υποτίθεται ότι δόθηκε στην ανθρωπότητα στην Υπερβόρεια- ουσιαστικά λέει ότι η Δύση πρέπει να αγκαλιάσει το Ισλάμ, δεδομένου ότι ο Χριστιανισμός υποτίθεται ότι έχει χάσει το εσωτερικό του περιεχόμενο.

Ωστόσο, ολόκληρο το επιχείρημα των βικτωριανών αποκρυφιστών και των παραδοσιακών του Guénonian προϋποθέτει ένα πράγμα: την πραγματική ύπαρξη κάτι που ονομάζεται Αρχέγονη Παράδοση. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μπορούμε να απαντήσουμε και ναι και όχι: όχι, με την έννοια που κατανοούν οι Παραδοσιακοί και οι αποκρυφιστές, αλλά ναι, με διαφορετική έννοια. Τι εννοώ με αυτό; Πάντα υπήρχαν άτομα που, κατά τη γένεση των πολιτικών κοινοτήτων και τη διαμόρφωση ενός λαού και πολιτισμού, απέκτησαν πρόσβαση σε κάποια μορφή υπεράνθρωπης αλήθειας. Στη γένεση ενός πολιτισμού, μπορεί κανείς συνήθως να βρει έναν σοφό, ποιητή, φιλόσοφο ή μυστικιστή που διαμορφώνει μια αδιαφοροποίητη μάζα ατόμων σε μια πνευματική ενότητα προικισμένη με υπερβατικό νόημα – ανυψώνοντας την ομάδα στο καθεστώς μιας κουλτούρας και, στη συνέχεια, ενός πολιτισμού. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα είδος «Αρχέγονης Παράδοσης». Ωστόσο, όπως σημείωσε ο Χέγκελ, στην αρχή υπήρχαν μόνο θραύσματα και ερείπια, όχι μια συνολική και ολοκληρωμένη αντίληψη της ανώτερης μεταφυσικής τάξης.[3]

Ο Άγιος Αυγουστίνος το διατύπωσε πολύ καλά όταν δήλωσε ότι υπήρχε πάντα μια λατρεία του αληθινού Θεού και μια μορφή πρωτόγονου Χριστιανισμού πριν από την έλευση του Χριστού.[4] Αυτή η λατρεία καθιερώθηκε μέσω αγγέλων και ένα ιερατείο αφιερωμένο στον ένα Θεό απονεμήθηκε σε συγκεκριμένα άτομα. Ο Μελχισεδέκ, ο οποίος ευλόγησε τον Αβραάμ, χρησιμεύει ως παράδειγμα. Γνωρίζουμε ότι η ιεροσύνη του Μελχισεδέκ δεν εξαρτιόταν από την ανθρώπινη γενεαλογία. Ήταν ο βασιλιάς του Σάλεμ (αρχαία Ιερουσαλήμ) και ιερέας του Υψίστου Θεού (Ελ Ελυών). Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι σέρβιρε ψωμί και κρασί στον Αβραάμ και ότι ο Χριστός θεωρείται ο αιώνιος Αρχιερέας σύμφωνα με την τάξη του Μελχισεδέκ. Όλα αυτά συνεπάγονται την ύπαρξη μιας αρχικής λατρείας του ενός Θεού και ενός είδους αρχέγονου Χριστιανισμού που αποκαλύπτεται σε ορισμένα προνοητικά άτομα. Αυτό μπορεί να επαληθευτεί ιστορικά και ανθρωπολογικά, καθώς είναι απτό γεγονός ότι στοιχεία ενός πρωτόγονου μονοθεϊσμού βρίσκονται καθρεφτισμένα σε όλο τον κόσμο, αναμεμειγμένα με παγανιστικές και ανιμιστικές λατρείες. Υπήρχε πάντα μια φευγαλέα ματιά σε μια ανώτερη, υπεράνθρωπη τάξη – είτε μέσω της μεταφυσικής διάνοιας εξαιρετικών ατόμων (όπως ο Πλάτωνας) είτε μέσω της άμεσης αποκάλυψης μη ανθρώπινων νοημοσυνών (αγγέλων) σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για την Αρχέγονη Παράδοση που υποτίθεται ότι αποκαλύφθηκε στη μυθική Υπερβόρεια. Αυτή η έννοια φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή και μυθοπλασία του 19ου και του 20ου αιώνα, βασισμένη σε αποσπασματικά δεδομένα από παραδοσιακές θρησκευτικές πηγές.

Ωστόσο, τι πρέπει να γίνει με τη συμβολική και μεταφυσική κληρονομιά που βρίσκεται στις πνευματικές παραδόσεις του σύγχρονου αποκρυφισμού και της παραδοσιακής σχολής; Πρέπει ένας Χριστιανός να την απορρίψει αμέσως ως επικίνδυνη; Προφανώς όχι, γιατί ολόκληρη η συμβολική κληρονομιά του Ερμητισμού, της αστρολογίας, της αλχημείας και της θεουργίας ανήκει δικαιωματικά στον Καθολικισμό ως τη μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Παραδόξως, ξεκινώντας από τη σύγχρονη εποχή με την Αντιμεταρρύθμιση, η Καθολική Εκκλησία αποστασιοποιήθηκε όλο και περισσότερο από τον φυσικό συμβολισμό ως κοσμοθεωρία - από τη μεσαιωνική, αναλογική προοπτική που ο C.S. Lewis ονόμασε «η απορριπτόμενη εικόνα». Με άλλα λόγια, το συμβολικό όραμα που είχε τις ρίζες του στις αναλογίες της ύπαρξης, στις αντιστοιχίες και τις συμπάθειες –βλέποντας τη φύση ως μια συλλογή ορατών συμβόλων και σημείων που λειτουργούν ως γέφυρες προς αόρατες πραγματικότητες– απλώς εξαφανίστηκε. Αντικαταστάθηκε από δογματική ηθική, θεολογικό-απολογητικό ορθολογισμό και μια κολοσσιαία αδυναμία υπεράσπισης της αρχαίας κοσμοθεωρίας ενάντια στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου και της φυσικής επιστήμης του. Φαίνεται ότι η Εκκλησία προτίμησε να επιτεθεί στη «μαγεία», τη «μαγεία» και τη «μαγεία» της Αναγέννησης -ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την κυριαρχία του υλισμού και της εκκοσμίκευσης- παρά να υπερασπιστεί τον μεταφυσικό και φυσικό συμβολισμό στοχαστών όπως ο Άγιος Αλβέρτος ο Μέγας, ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης και ο Άγιος Μποναβεντούρα.

Όλα όσα υποστήριζαν οι μάγοι της Αναγέννησης –ο Μαρσίλιο Φιτσίνο, ο Κορνήλιος Αγρίππας, ο Πίκο ντέλα Μιράντολα και άλλοι– στηρίζονταν σε ένα διανοητικό πλαίσιο και κοσμοθεωρία που είχε τις ρίζες του στη μεσαιωνική σύνθεση του Νεοπλατωνισμού και του Σχολαστικισμού: Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Πλωτίνος, Αυγουστίνος, Ακινάτης και ούτω καθεξής. Ο Ερμητισμός της Αναγέννησης προέκυψε ως αντίδραση ενάντια σε έναν Σχολαστικισμό εδραιωμένο στα πανεπιστήμια και σε μια εκκολαπτόμενη φυσική επιστήμη που έδειχνε ήδη σημάδια μαχητικής δέσμευσης στον υλισμό και τον μηχανισμό. Η εγκατάλειψη της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας οδήγησε στην τελική αναβίωσή της –παρόμοια με την «επιστροφή των καταπιεσμένων»– εντός του αποκρυφισμού του 19ου και του 20ου αιώνα και της παραδοσιακής σχολής. Περιέργως, ήταν οι εχθροί της Καθολικής Εκκλησίας που διεκδίκησαν την κοσμολογική και συμβολική κληρονομιά της, ενώ η ίδια η Εκκλησία γονάτισε μπροστά στη δύναμη και τη μηχανιστική μαγεία της σύγχρονης επιστήμης.

Όταν ο Χριστός φύσηξε για τελευταία φορά στον Σταυρό, το καταπέτασμα που χώριζε τα Άγια των Αγίων – όπου βρισκόταν η Κιβωτός της Διαθήκης και στο οποίο ο Αρχιερέας έμπαινε μόνο μία φορά το χρόνο την Ημέρα του Εξιλασμού – σκίστηκε. Αυτό εκπλήρωσε τα λόγια του ίδιου του Χριστού: «Δεν υπάρχει τίποτα κρυφό που δεν θα αποκαλυφθεί». Η συμβολική και μεταφυσική κληρονομιά που κάποτε προοριζόταν για τις πνευματικές ελίτ και τους μυημένους έγινε προσιτή σε όλους – συγκεκριμένα, η αλήθεια ότι η κοσμική τάξη διαθέτει μια λογοκεντρική δομή και ότι αυτή η τάξη εκδηλώθηκε στη σάρκα. Είναι αλήθεια ότι οι μυστηριακές σχολές του παρελθόντος κατείχαν έγκυρη γνώση συμβολικής και μεταφυσικής φύσης. Ωστόσο, αυτή η γνώση συχνά αναμειγνύονταν με εισροές από μη ανθρώπινες πηγές μιας πνευματικά υποβαθμισμένης τάξης, όπως δαίμονες ή οντότητες από διαφορετικό οντολογικό βασίλειο. Συγκεκριμένα, η διάσταση που ο Guénon αποκαλεί «λεπτή διάσταση», που αντιστοιχεί περίπου σε αυτό που θα περιέγραφε ο Ακινάτης με όρους «υπερφυσικής επιρροής». Αντίθετα, ο Χριστιανισμός και η Καθολική Εκκλησία αποτελούν τη μόνη μορφή μύησης που συνδέεται νόμιμα με την Αρχέγονη Παράδοση και θεσμοθετήθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Οι μυστηριακές σχολές της αρχαιότητας ήταν μια συγκεχυμένη προσπάθεια να μεταδοθούν εντυπώσεις μιας οντολογικά πραγματικής υποκείμενης εμπειρίας – της εμπειρίας μιας αόρατης πραγματικότητας και των μυστηρίων της. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο Αριστοτέλης, δεν μετέδιδαν αληθινή γνώση.

Έτσι, υπάρχει μόνο μία Αρχέγονη Παράδοση: αυτή που θεσπίστηκε απευθείας από τον Θεό μέσω των αγγέλων Του και δόθηκε σε λίγους εκλεκτούς, που στη συνέχεια εδραιώθηκε με τον ερχομό και τον θάνατο του Χριστού. Αυτό μετέτρεψε την αποστολική γενεαλογία σε άμεσο φορέα αυτής της πολυετούς παράδοσης, καθιερώνοντας την Καθολική Εκκλησία ως νόμιμο φύλακά της. Γι' αυτό, ανεξάρτητα από το πόσο αδύναμη ή αναξιόπιστη μπορεί να φαίνεται η Καθολική Εκκλησία, παραμένει ένας σταθερός στόχος επιθέσεων από όλες τις πλευρές – την Αριστερά, τους «ειδωλολάτρες», τους Ορθόδοξους, τους Προτεστάντες, το κίνημα της Νέας Εποχής και ούτω καθεξής. Οι εχθροί του Καθολικισμού –συμπεριλαμβανομένων εκείνων εντός της Εκκλησίας και ακόμη και εκείνων που κατέχουν την Έδρα του Πέτρου– φοβούνται τον μοναδικό ιερό θεσμό που παραμένει, μέχρι σήμερα, η μόνη πύλη προς τη Βασιλεία των Ουρανών.


[1] Σύμβολα της Ιερής Επιστήμης - Guénon

[2] Το Ταρώ των Βοημών - Papus

[3] Φιλοσοφία του Πνεύματος - Χέγκελ

[4] Πόλη του Θεού – Άγιος Αυγουστίνος

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων