ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

Ηπειρώτικη μουσική: μια αρχέτυπη και αξεπέραστη τελετουργία

 

Του Χρήστου Γκόντζου, μουσικού και μουσικοσυνθέτη

Η Ηπειρώτικη μουσική και ειδικά οι οργανικές φόρμες όπως το μοιρολόι, ο πωγωνίσιος και ο ζαγορίσιος χορός (όπως και άλλοι μουσικοί τόποι) είναι τελετουργικές μορφές αρχαίων κυκλωτικών χορών και καθιστικών αφηγήσεων που χρονολογούνται και έχουν απαρχές στα ομηρικά χρόνια. Μια σειρά από πλευρές που θα αναφερθούν πιστοποιούν αυτόν τον ισχυρισμό.

Σήμερα παντού ανά τον κόσμο γίνονται μελέτες από πανεπιστήμια στην κατεύθυνση και στην απόπειρά τους να κατανοήσουν και να μπορέσουν να καταλάβουν αυτήν την τόσο περίεργη και «πρωτόγονη» μουσική στα μάτια τους.

Με το πρώτο που έρχονται αντιμέτωποι είναι η ποικιλία του ήχου και της προσωδίας αυτής της μουσικής. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει μια ενιαία τεχνική στον τρόπο που εκτελούνται τα μουσικά αυτά μέρη. Κάθε οργανοπαίχτης διδάσκεται από άλλους οργανοπαίχτες εμπειρικά και αναπτύσσει δικές του τεχνικές που τον οδηγούν σε μια ξεχωριστή κάθε φορά προσωδία. Τα ίδια τα μελωδικά μοτίβα των χορών, αν και είναι πάντα παραπλήσια, ο κάθε μουσικός τα αποδίδει και τα εμπλουτίζει με δικές του τεχνικές και προσθήκες. Και ενώ η βάση είναι πάντα ένας συγκεκριμένος πυρήνας ιδιομορφιών και ιδιοτήτων. Το κάθε μουσικό άτομο έχει την δικιά του γνώμη και δυνατότητα να ερμηνεύει ποικιλοτρόπως το ίδιο μουσικό υλικό. Αυτό έχει να κάνει τόσο με τις φυσικές δυνατότητες του σώματος κάθε μουσικού όσο και με την αντίληψη και την δημιουργικότητά του, που τον οδηγούν στην διαμόρφωση ατομικής τεχνικής και, εν τέλει, με αυτόν τον τρόπο μετέχει σε μια συλλογική δημιουργία και τέχνη.

Ένα άλλο επίσης πρόβλημα για την κατανόηση αυτής της αρχέγονης μουσικής είναι η δομή. Η δομή είναι αυτοσχεδιαστική. Γεννιέται από την ακαριαία και στιγμιαία έμπνευση και ερμηνεία του μουσικού. Και πάλι, ακόμα και στην δομή έρχεται το ζήτημα της ποικιλομορφίας. Ο τρόπος που ξετυλίγεται αυτή η μουσική…είναι ο τρόπος τού να παρουσιάσεις ένα μουσικό νόημα μέσα από παραλλαγές που περιστρέφονται γύρω από ένα πυρήνα. Πιο συγκεκριμένα…

Στην έναρξη κάθε μουσικού μέρους παρουσιάζεται ένα ουρανοκατέβατο μουσικό θέμα. Μια έμπνευση. Ένα μουσικό μοτίβο που όμως σε αντίθεση με την δυτική μουσική, εδώ αυτό το θέμα, που καλούμε «αρχικό» δεν είναι ολοκληρωμένο μήτε καθαρό μήτε και έτοιμο να ισχυριστεί το οτιδήποτε. Κατά την διάρκεια της ποικιλότροπης μεταβολής και επεξεργασίας του, αυτό το αρχικό θέμα αρχίζει να δημιουργεί μουσικά τοπία που όλο και πιο πολύ αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν και να φανερώνουν περί τίνος νοήματος πρόκειται. Και εδώ είναι το περίεργο με αυτήν την μουσική. Όσο πιο πολύ σταθεροποιείται το μουσικό κτίσμα από τον ετεροκαθορισμό της προβολής του ίδιου πράγματος με πολλούς τρόπους, τόσο πιο χαοτική γίνεται η δομή του μουσικού μέρους. Το αρχικό θέμα δεν εμφανίζεται ποτέ μα ποτέ και για κανέναν λόγο με την ίδια μορφή και με την ίδια ερμηνευτική οδό. Όσο περνάει η ώρα, τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνεται ο ακροατής ότι πλησιάζει την απομάκρυνση από αυτό που τέθηκε αρχικά και έρχεται πιο κοντά στην τελική έννοια όλου αυτού του μουσικού κόσμου.

Είναι σαν να ξεκινάμε από μια αφετηρία και να οδεύουμε προς ένα τέλος που θα ορίσει το σύνολο, αλλά, ενώ συμβαίνει αυτό, ταυτόχρονα το τέλος κινείται αντίθετα και γυρνάει προς τα πίσω για να συναντήσει αυτήν την αφετηρία. Έτσι δημιουργείται μια κυκλική αντίληψη του χρόνου και του κόσμου. Για να το αποδώσουμε πιο γραφικά και γλαφυρά…

Είναι σαν ένα οποιοδήποτε σημείο πάνω σ’ έναν κύκλο να διαιρείται και να αρχίζουν να κινούνται απ’ αυτό το αρχικό σημείο δύο κινητά με αντίθετη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή ξανασυναντιούνται και ενώνονται στην απέναντι μεριά του κύκλου, την ώρα, όμως, που έχουν συναντηθεί ο κύκλος έχει κοπεί συμμετρικά στην μέση. Ξαναχωρίζονται και συνεχίζουν να κινούνται προς το αρχικό σημείο διαίρεσής τους έτσι που, όταν ξαναενωθούν, να έχει ολοκληρωθεί το έργο. Έτσι, σε πρώτο επίπεδο θα περιέγραφε κανείς κάπως επιφανειακά την δομή και τον τρόπο της τελετουργίας αυτής της μουσικής.

Η αλήθεια είναι πως υπάρχει κάτι ακόμα πιο δύσβατο στην όλη πραγματικότητα: Ο ρυθμός και η διάρκεια του χρόνου κάθε ηχητικής μορφής ή, αλλιώς, αυτό που στην δυτική μουσική λέμε νότα-φθόγγο. Εδώ συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Ο ρυθμός που αναπαράγεται από ένα σύνολο μουσικών οργάνων στο φόντο της μουσικής σκηνής, ακούγεται σαν ένας κοσμικός χορός που τηρεί απαρέγκλιτα την επανάληψη του μέτρου, ακόμα και αν το μέτρο αυτό είναι «συμμετρικό» (δηλαδή έχει εσωτερική απόκριση, και μπορεί να διαιρεθεί είτε με το 2 είτε με το 3 δίνοντας ακέραιο αριθμό, όπως οι ρυθμοί 4/4, 4/2, ή 3/4, 6/8, 12/8, οι οποίοι πρακτικά στην δυτική μουσική.

Ο ρυθμός 3/4 για παράδειγμα μπορεί να γραφτεί και 2/8 επί 3/1 ή 4/16 επί 3/1 κλπ,. δηλαδή 4 επί 3, δηλαδή 12/12 ή 12/1 όποτε έχουμε ακέραιο αριθμό και ό,τι διαιρούμε ταυτόχρονα πολλαπλασιάζεται και δεν υπάρχει κανένας ρυθμός στην δυτική μουσική που να μην δίνει ακέραιο αριθμό, δηλαδή να είναι διμερές η τριμερές μέτρο. Επίσης, στην δυτική μουσική όλες οι μελωδίες είναι ηχητικά μετρήσιμες σαν ισαπέχοντα σημεία μέσα στον χρόνο, ενώ τα διασχίζει ένα σώμα με σταθερή ταχύτητα και όλο το μουσικό οικοδόμημα υπακούει απαρέγκλιτα σε δυναμικές αξίες που προκύπτουν από δυνάμεις του 2 επί του βραχέως: (ολόκληρο/μακρό), μισό (βραχύ) (4/2), τέταρτο, όγδοο, δέκατο έκτο κλπ., δηλαδή 2 εις την 2, 2 εις την 3 κλπ. Έτσι δημιουργείται μια «δυναμική» ρυθμική και γεννιέται αυτό που η δυτική ρυθμική λέει «θέση και αντίθεση» ή «θέση και άρση» ή «ισχυρό και ασθενές», και, για έναν περίεργο λόγο, έχει οριστεί ο πρώτος χρόνος να είναι ισχυρός (δηλαδή να τονίζεται) και ο δεύτερος ασθενής κ. ο. κ.), είτε αυτό είναι ασύμμετρο μέτρο, κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο στον ελληνικό ρυθμό (δηλαδή μέτρο με εξωτερική απόκριση που δίνει άρρητο αριθμό, όπως οι ρυθμοί 5/8,7/8,9/8,11/8 κλπ. Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο άγνωστο πεδίο για την νεότερη-δυτική ρυθμική και ένα μεγάλο πρόβλημα. Π. χ. ο ρυθμός 7/8 μπορεί να γραφτεί και σαν 3/8+2/8+2/8 ή σαν 1,5/4+1/4+1/4 ή βραχύ + βραχύ/2+ (βραχύ + βραχύ=μακρό).

Εδώ τίποτα δεν ισαπέχει ακόμα και αν κινούμαστε με σταθερή ταχύτητα – και κάτι ακόμα: εδώ το βραχύ τείνει να γίνεται κάτι παραπάνω από βραχύ αλλά λιγότερο από μακρό. Έτσι, έχουμε ένα «παράλογο» βραχύ (1,5/4 όπου 1/4=βραχύ), ενώ το μακρό παραμένει σταθερό (2/4), όμως, αν ερμηνεύσουμε το μακρό θέτοντας δύο βραχέα (1/4+1/4), τότε το 1,5/4, δηλαδή ο πρώτος ήχος, ερμηνεύεται σαν ένα παράλογο μακρό.

Αυτό οι Έλληνες το ονόμασαν «Άλογο ρυθμικό πόδα». Εδώ η δυτική ρυθμική είναι αδύνατο να διατηρήσει «θέση-άρση», «ισχυρό-ασθενές», «θέση-αντίθεση» και να είναι δίκαια με τον προσδιορισμό των όρων, γι’ αυτό και η ελληνική αντίληψη περί ρυθμού χαρακτηρίζεtαι όχι δυναμική αλλά «ποσοτική» ή «παρατακτική» ή, πιο ποιητικά, «αιθέρια» ή «αιθεροβαίνουσα». Εδώ πρέπει να ετοιμαστούμε για το τελικό χτύπημα…:

Όπως λέγαμε… μια «μάζα» οργάνων κρατάει απαρέγκλιτα την επανάληψη του μέτρου στο φόντο της σκηνής σαν κοσμικός χορός πάνω στα πάτημα του οποίου πατάνε αυτοί που χορεύουν κυκλωτικά. Ο σολίστας-Ήρωας, όμως, (ας φανταστούμε αυτός που παίζει «κλαρίνο»/ευθύαυλο) υφαίνει την όλη μουσική-νοηματική-ενέργεια, από την μία συνηχώντας μαζί με την αρμονία υποβάθρου του χορού αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργώντας έναν παραληρηματικό-χαοτικό μουσικό λόγο, όπου όλες οι ηχητικές μορφές(νότες-φθόγγοι) δεν είναι απλώς μοναδικά ασύμμετρες, είναι σχετικά ρητές και απολύτως άρρητες.

Όλο αυτό το πλέγμα συντελείται στα πλαίσια μιας αρχαίας τελετουργίας όπου η μουσική μιμείται ποικιλοτρόπως την ζωοποιό φύση μέσα απ’ όλες τις εκφάνσεις του ρυθμού, του ήχου, της προσωδίας και του χρόνου, αλλά συνάμα θέτει τον άνθρωπο σαν το «όργανο» αυτό που με τον «λόγο» του (την Μούσα-μουσική, το Δράμα-δράση) ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ την σχέση του με το «μέτρο» του Ανθρώπου και των ανθρώπων αλλά και τρέπει σε συνεχόμενη «σύγκλιση» αυτό το παρεπόμενο μέτρο με την προήγηση από το «μέτρο» του Κόσμου…ορίζοντας με τρομακτική ακρίβεια και ανοιχτότητα το «παγκόσμιο» Δίκαιο…χορεύοντας Διθύραμβο…Ο Ηρωικός αυτός «άνθρωπος» τεμαχίζοντας τον εαυτό του συνενώνεται με τον κοσμικό χορό του Θεού Απόλλωνα, ορίζοντας το παγκόσμιο «παιχνίδι» και την παγκόσμια «Μοίρα». Πηγή

https://ellas2.wordpress.com/

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΚΙΝΓΚ.Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΔΙΕΘΝΕΣ...

Κρίστοφερ Κινγκ. Ο άνθρωπος που έκανε το Ηπειρώτικο Μοιρολόι διεθνές

Ένα οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική τής Ευρώπης

Ο Κρίστοφερ Κινγκ, Αμερικανός μουσικός της folk και σύγχρονος διασώστης της ελληνικής δημοτικής μουσικής, ηχογράφησε μια συλλογή 28 ακυκλοφόρητων παραδοσιακών ηπειρωτικών και μιλάει για την αγάπη του για την Ελλάδα αλλά και το σταυροδρόμι που βρίσκεται η χώρα στο δίλημμα: περισσότερη παγκοσμιοποίηση ή δημιουργική ενδοσκόπηση;
Συνέντευξη στον Δημοσθένη Γκαβέα...                                                                                                                   
christopher king

To «Why The Mountains Are Black»(Γιατί είναι Μαύρα τα Βουνά) – Primeval Greek Village Music: 1907 – 1960» είναι μια συλλογή 28 ακυκλοφόρητων παραδοσιακών ηπειρωτικών και όχι μόνο, που έχουν ηχογραφηθεί σε Ελλάδα, Νέα Υόρκη και Σικάγο. Πρόκειται για μια συλλογή από σπάνιους δίσκους 78 στροφών του παραγωγού και βραβευμένου με Grammy Christopher King (Κρίστοφερ Κινγκ). Η δισκογραφική που ανέλαβε την κυκλοφορία, είναι η Third Man Records του Jack White.

Είναι εντυπωσιακό ότι ο Κρίστοφερ Κινγκ επέλεξε για τίτλο της συλλογής του το τραγούδι «Γιατί είναι Μαύρα τα Βουνά» καθώς το ίδιο κομμάτι είχε επιλέξει το 1915 ο μεγάλος Γερμανός ποιητής και φιλόσοφος Γκαίτε για να εξηγήσει στους διανοούμενους της εποχής το μεγαλείο της ποίησης του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού.
Στη συνέντευξη έπειτα από απαίτηση του ίδιου ο πληθυντικός ευγενείας καταργήθηκε και συνομιλήσαμε στον ενικό.
Με έχει εντυπωσιάσει και όχι μόνο εμένα αλλά πολλούς αυτό που έκανες. Πες μου λίγο την ιστορία πως ξεκίνησες, που βρήκες τους δίσκους.
Την πρώτη μου επαφή με την ελληνική δημοτική μουσική την είχα πριν από επτά χρόνια σ’ ένα ταξίδι μου στην Κωνσταντινούπολη. Μια ημέρα επισκέφθηκα την ασιατική μεριά της Πόλης, μια περιοχή που την αποκαλούν η αγορά του φωνογράφου. Εκεί σ’ ένα κατάστημα βρήκα έξι – επτά παλιούς δίσκους των 78 στροφών, ξέρεις από αυτούς που ακούγανε οι παππούδες μας. Εκεί σε αυτή τη στοίβα υπήρχαν δίσκοι με μουσική από τη Νότια Αλβανία και την Ήπειρο. Μεταξύ αυτών των δίσκων υπήρχαν και δύο του Κίτσου Χαρισιάδη. Φυσικά δεν είχα τα μέσα για να τους ακούσω και τους είχα αφημένους έτσι όπως ήταν τυλιγμένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για δύο εβδομάδες. Μέχρι δηλαδή που επέστρεψα στην Αμερική. Όμως, με το που επέστρεψα στις ΗΠΑ και μπήκα στο σπίτι, δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά για να τους ξετυλίξω, να τους πλύνω και να αρχίσω να τους ακούω.

«Την πρώτη μου επαφή με την ελληνική δημοτική μουσική την είχα πριν από επτά χρόνια σ΄ένα ταξίδι μου στην Κωνσταντινούπολη. Σχεδόν αυτόματα υπνωτίστηκα, εθίστηκα σε αυτό που άκουσα και έκτοτε άρχισα να ψάχνω και να αγοράζω σπάνιους δίσκους και να εντρυφώ στην δημοτική μουσική της χώρας σας και κυρίως της Ηπείρου.»


Επαναλαμβάνεις, κατά κάποιον τρόπο, όσον αφορά το ενδιαφέρον σου για την ελληνική δημοτική μουσική, τα βήματα που έκαναν κάποιοι άλλοι πριν από αιώνες. Πρόσφατα άκουσα την ιστορία με τον πρέσβη της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη στα μέσα του 16ου αιώνα που μάζεψε 47 δημοτικά τραγούδια, ορισμένα εκ των οποίων έφταναν και πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, ο Γκαίτε είχε πει για το δημοτικό τραγούδι ότι το βρίσκει «τόσο λαϊκό, αλλά και τόσο δραματικό, τόσο επικό και τόσο λυρικό, που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στον κόσμο». Μάλιστα το 1815 μάζεψε στο σπίτι του ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής για να τους μιλήσει για το δημοτικό τραγούδι και τους είπε : «Οι εικόνες αυτού του τραγουδιού, του ελληνικού δημοτικού, είναι εκπληκτικές. Φανταστείτε να βάζει δυο βουνά να μαλώνουν μεταξύ τους! Φανταστείτε έναν αετό να μιλάει με το κομμένο κεφάλι του κλέφτη! Φανταστείτε ένας κλέφτης να λέει να του κόψουν το κεφάλι, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι, αλλά και να μην το πουν στην αρραβωνιαστικιά του! Αλλά σας αφήνω τελευταίο και ένα άλλο τραγούδι, το οποίο είναι το κορυφαίο», τους είπε και τους διάβασε το μοιρολόι «Ο Χάρος με τους αποθαμένους» δηλαδή αυτό που έχεις βάλει για τίτλο στη συλλογή σου. Κι έρχεσαι τώρα, 191 χρόνια έπειτα από τον Γκαίτε, να μας μιλήσεις για το ίδιο τραγούδι, για την ίδια μουσική...
Γιατ’ είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα; Μην άνεμος τα πολεμά; Μήνα βροχή τα δέρνει;
Ούδ΄ άνεμος τα πολεμά κι ούδέ βροχή τα δέρνει.
Μόν’ εδιαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.



Ναι, η ιστορία κάνει πολύ μεγάλους κύκλους.
Την ήξερες την ιστορία με τον Γκαίτε;
Όχι στην αρχή, στην πορεία μου είπε την ιστορία ένας Έλληνας φίλος και μάλιστα μου έστειλε και σημειώσεις να διαβάσω…
Αλήθεια γιατί διάλεξες το «Μαύρα είναι τα Βουνά» ως τίτλο για τη συλλογή σου;
Ήταν το τρίτο κομμάτι από τη συλλογή του δίσκου και πρόκειται για ένα μοιρολόι από την Πελοπόννησο (μου το λέει στα ελληνικά) το οποίο είχε ηχογραφηθεί τον 18ο αιώνα και όπως είπες ο Γκαίτε είχε μιλήσει για το ίδιο ακριβώς κομμάτι. Όμως ήταν σημαντικό για εμένα, γιατί ξεκίνησε ως φωνητικό μοιρολόι και αργότερα έγινε και χορευτικό κομμάτι.  Αυτό λοιπόν το κομμάτι για εμένα συμβολίζει τη μεταβίβαση των συναισθημάτων (transferance),την αγνότητα και τη δύναμη του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Έχει κάτι το θεραπευτικό αυτή η μουσική στην κοινότητα. Είναι, σα να λένε, μεταξύ άλλων: «Τι να κάνουμε για να ξορκίσουμε αυτό το κακό ή τα κακά που φέρνει η ζωή; Ας χορέψουμε!» Αυτό ήταν και το βασικό συναίσθημα που με ώθησε να επιλέξω αυτόν τον τίτλο.
 Πώς αντιλαμβάνονται αυτή τη μουσική οι συμπατριώτες σου;
Θα σας πω. Έγινε μια εκδήλωση πριν από δύο χρόνια στη Νέα Υόρκη με αφορμή την έκδοση της μουσικής συλλογής. Την εκδήλωση οργάνωσε το περιοδικό Paris Review και κάποια στιγμή τους έπαιξα το φημισμένο Ηπειρώτικο μοιρολόι του Αλέξη Ζουμπά. Ο χώρος ήταν κατάμεστος, περίπου 150 άτομα μιλούσαν μεταξύ τους, επικρατούσε οχλοβοή και εγώ τους παίζω το μοιρολόγι και επικρατεί νεκρική σιωπή. Όταν τελείωσε το κομμάτι όλοι τους ήταν εκστασιασμένοι, είχαν μείνει κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. Αυτή είναι η συνήθης αντίδραση των ανθρώπων που ακούνε το συγκεκριμένο κομμάτι. Τους τραβά ακαριαία την προσοχή, τους μαγνητίζει, τους υπνωτίζει.

Που το αποδίδεις αυτό;
Στο οικείο και στο ανοίκειο. Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα, οικουμενική. Σε αυτή τη γλώσσα οι άνθρωποι ακούν κάτι που τους είναι οικείο και στην προσπάθεια τους να καταλάβουν τη διάταξη που έχουν οι νότες, δηλαδή στην προσπάθειά τους να συγκεντρωθούν και να καταλάβουν, να μεταφράσουν τη μουσική εκεί είναι που υπνωτίζονται. Το ίδιο πράγμα συνέβη και σε εμένα όταν επέστρεψα από την Κωνσταντινούπολη και άκουσα για πρώτη φορά τους δίσκους με την ελληνική δημοτική μουσική που είχα αγοράσει. Επρόκειτο για μια τελείως διαφορετική διάταξη στις νότες. ‘Ηταν κάτι ξένο και εγώ παθιάζομαι γιατί προσπαθώ να βρω πως λειτουργεί, να καταλάβω τη δομή πίσω από τη μουσική, το μουσικό αποτέλεσμα. Και είναι πολύ σημαντικό αυτό για εμένα ιδίως όσον αφορά στην ελληνική μουσική.
Λειτουργούσε και παιδαγωγικά
Ναι! (το λέει στα ελληνικά).
Διακρίνω ότι προσεγγίζεις αυτή τη μουσική με φιλοσοφική διάθεση.
Μα είναι φιλοσοφικό το ενδιαφέρον μου! Θα σας το εξηγήσω. Είναι γνωστό και ξεκάθαρο σε όλους πως η φιλοσοφία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα. Εκεί  μελέτησαν αυτά που δεν είναι εκ πρώτης όψεως ορατά, είναι αδιαμφισβήτητο αυτό. Δεύτερον, όταν σκέφτομαι για την ελληνική μουσική, τόσο γενικά, όσο και ειδικά, όταν δηλαδή επικεντρώνομαι σε μια περιοχή όπως την Ήπειρο, ή σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες όπως ο Χαρισιάδης ή ο Ζουμπάς, τους προσεγγίζω όχι με ένα στεγνό κλινικό, βαρετό, ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά αντίθετα τους προσεγγίζω προσπαθώντας να κατανοήσω υπαρξιακά ζητήματα και προβλήματα που τελικά αφορούν τόσο τη δική τους ύπαρξη, όσο και τη δική μου.
«Έχει κάτι το θεραπευτικό αυτή η μουσική στην κοινότητα, είναι σαν να λένε, μεταξύ άλλων, τι να κάνουμε για να ξορκίσουμε αυτό το κακό ή τα κακά που φέρνει η ζωή, ας χορέψουμε..»

Να σας πω ένα παράδειγμα: Ο Αλέξης Ζουμπάς κάποια στιγμή ήρθε μετανάστης στη Νέα Υόρκη, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Όταν άρχισα να μελετώ τη μουσική του, μου έδωσε την εντύπωση ότι είχαν επέλθει κάποιες αλλαγές στο τρόπο που έπαιζε. Ήταν ένας παραδοσιακός καλλιτέχνης, αλλά όταν ήλθε στην Αμερική εκτέθηκε και σε άλλα μουσικά είδη, τόσο από την ευρύτερη περιοχή της Ελλάδας αλλά και της Μικράς Ασίας, όσο και από την Αμερική.  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να υπάρξει μια ελαφριά αλλαγή στον τρόπο που έπαιζε.
Με αυτό που μου λες αν και το δημοτικό τραγούδι έχει κάνει τον ιστορικό του κύκλο, δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε απομεινάρι του παρελθόντος, λείψανο. Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να γίνει μια μεταφυσική γέφυρα που να μας φέρει σε επαφή με την ανθρωπιά μας και το είναι μας;
Ναι, για εμένα το δημοτικό τραγούδι είναι ένα άυλο πνευματικό κεφάλαιο, ένα ανεκτίμητο περιουσιακό στοιχείο που έχετε στην Ελλάδα και είναι καθαρά δικό σας. Ο κόσμος έρχεται στη Ελλάδα και βλέπει τα αρχαία, πάει στα νησιά, όμως η μουσική είναι άυλη δεν μπορείς να την κρατήσεις στα χέρια σου πρέπει να εμπλακείς με αυτή για να τη νιώσεις και αυτό από μόνο του την κάνει (τη δημοτική μουσική) ακόμη πιο εύθραυστη από τα αρχαία μνημεία του παρελθόντος.
Μου μιλήσες για τις θεραπευτικές ιδιότητες του δημοτικού τραγουδιού. Ξέρεις ότι δημοτικό προέρχεται από το δήμος (λαός) και τραγούδι από την τραγωδία, η οποία λειτουργούσε καθαρτικά στις ψυχές των θεατών, των πολιτών, του λαού. Βλέπετε αυτή τη συνέχεια μέσα στους αιώνες;
Ω ναι, μπορώ να δω τη συνέχεια! Μιλάμε για μια μουσική που επιβίωσε από τα δεινά της τουρκοκρατίας, άντεξε καθ’ όλη τη διάρκεια της και αναδύθηκε σχετικά απαράλλαχτη. Ο Αριστοτέλης θα μιλούσε για τη ψυχοδυναμική επίδραση της μουσικής, θα  έλεγε πως όταν ακούς τη μουσική να παίζεται άρτια, με τον σωστό τρόπο και για τον σωστό σκοπό και την ακούς με την ανάλογη  προσοχή, τότε αυτή η μουσική μπορεί να διεγείρει και ανασυντάξει ανάλογα  τα συναισθήματά σου, προς τη σωστή οδό. Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ την κάθαρση, ξεμπλέκει όλη την κακία που είναι μέσα μας και μας αναμορφώνει.
Μια άλλη διαπίστωση που θα ήθελα να μου σχολιάσεις. Στο δημοτικό τραγούδι τόσο η ζωή και ο έρωτας, είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον θάνατο, ο οποίος αποκαλείται με την αρχαία του ονομασία «χάρος». Επίσης δεν υπάρχει αναφορά σε παράδεισο ή κόλαση, δεν υπάρχει η ενοχή με την δυτική έννοια. Όμως υπάρχει ένας κάτω κόσμος, γκρίζος, όμοιος με αυτόν που επισκέφθηκε ο Οδυσσέας στη Νέκυια, στη ραψωδία της Οδύσσειας, για να πάρει χρησμό που θα τον βοηθήσει να γυρίσει στην Ιθάκη.
-Βέβαια, φυσικά και το έχω παρατηρήσει και αυτό είναι μια από τις αρετές, από τις αξίες του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού ενστερνίζεται τη ζωή και το θάνατο με ίσους όρους.
 Προ ημερών στα email που ανταλλάσσαμε μου είπες πως έπαιξες τη συλλογή με τα δημοτικά στα κεντρικά της Third Man Records στο Νάσβιλ και μου εξέφρασες τον ενθουσιασμό σου για το γεγονός ότι συγκεντρώθηκαν πάρα πολλοί Έλληνες δεύτερης γενιάς που δεν είχαν ξανακούσει αυτή τη μουσική και μάλιστα σου είπαν πως ήταν σαν το γάλα της μάνας!
-Ναι, ναι ενθουσιάστηκαν, δεν την είχαν ξανακούσει αυτή τη μουσική, δεν ήταν η μουσική που έχουν στο σπίτι και ακούν οι γονείς τους. Και όμως τους χτύπησε, τους χτύπησε κάτι μέσα τους. Ήταν σαν να τους ενεργοποίησε κάτι γενετικό, θα μπορούσαμε να πούμε την ελληνικότητα τους, αν και θα υποστήριζα πως πρόκειται για κάτι πανανθρώπινο.
Στην Ελλάδα έχουμε αρκετούς νέους που έχουν γυρίσει την πλάτη στην παραδοσιακή μας μουσική, θεωρώντας τη οπισθοδρομική, εκτιμώντας πως δεν έχει να τους πει πλέον τίποτα. Επίσης και πολλά πανηγύρια έχουν χάσει την αθωότητα τους. Εσύ έρχεσαι συχνά. Πώς το αντιλαμβάνεσαι αυτό;
Στη Βίτσα τα πανηγύρια είναι σχεδόν τέλεια. Οι μουσικοί παίζουν αριστοτεχνικά, το χωριό βρίσκεται σε αρμονία με τη μουσική και το γλέντι, όμως οι ενισχυτές και τα ηχεία είναι αυτά που χαλάνε την ποιότητα. Τα παλιά χρόνια έπαιζαν δύο ή τρεις ορχήστρες, ανάλογα με τον κόσμο. Μακάρι να μπορούσα να τους πείσω να μην παίζουν με ενισχυτές ή τουλάχιστον να προβαίνουν στην κατάλληλη ρύθμιση, που να μην αλλοιώνει τον ήχο.
Στο άλλο σκέλος της ερώτησης, για παράδειγμα στο Ζαγόρι, η μουσική είναι σχετικά αγνή, καθαρή, δεν υπάρχει εκφυλισμός του ήχου ή του στυλ με το οποίο παίζεται η μουσική. Ωστόσο σε κάποιες άλλες περιοχές κάτι έχει χαθεί και αυτό που παίζουν θα το αποκαλούσα ηπειρώτικη μουσική για ασανσέρ. Εξαρτάται λοιπόν ποιες περιοχές επισκέπτεσαι, και ναι το έχω διαπιστώσει αυτό που είπες για την απαξίωση της παραδοσιακής σας μουσικής από αρκετούς Έλληνες.
Έχουμε υψηλή ποίηση και μουσική, αριστουργήματα που δημιουργήθηκαν από πάμφτωχους και αγράμματους, και σήμερα που έχουμε τα πάντα αδυνατούμε να δημιουργήσουμε λαϊκό πολιτισμό τέτοιου επιπέδου. Πού το αποδίδεις;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση... Πώς να απαντήσω;... Πιστεύω ότι για να ανακτήσει το στάτους που είχε η Ελλάδα, ακόμη και αυτό πριν από 100 χρόνια, θα πρέπει να απορρίψει αυτό που έρχεται από το εξωτερικό, την εμπορευματοποίηση, την εμποροκρατία και να επικεντρωθεί στις αξίες που ήδη έχει . Συμφωνώ μαζί σου ότι αν κοιτάξουμε στο παρελθόν, θα δούμε ανθρώπους που δεν είχαν επίσημη παιδεία και δημιουργούσαν αριστουργήματα και το κατάφερναν αυτό γιατί εμπιστεύονταν τον εαυτό τους, εμπιστεύονταν την κουλτούρα τους και τις αξίες τους. Δυστυχώς, σήμερα τον 21ο αιώνα, και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού στο κόσμο, όλοι θέλουν να είναι μοντέρνοι, να είναι κατά κάποιο τρόπο Ευρωπαίοι ή Αμερικάνοι και αντιγράφουν συμπεριφορές και κουλτούρες. Πρόκειται για τραγικό λάθος.
 Ξέρω ότι γράφεις ένα βιβλίο για την ηπειρώτικη μουσική, όσο ψάχνεις και μελετάς δεν αλλάζεις, δεν διαμορφώνεται η ψυχολογία σου; Να τολμήσω να ρωτήσω; Μήπως γίνεσαι λίγο Έλληνας;
(Γέλια) Όσο γράφω και ερευνώ και ακούω τη μουσική, γίνομαι όλο και πιο εμμονικός και εύχομαι για τη στιγμή που θα επιστρέψω στην Ήπειρο. Σκέφτομαι πως θα βελτιώσω τα ελληνικά μου έτσι ώστε να νιώθω πιο άνετα όταν βρίσκομαι εκεί.  Σου μιλάω ειλικρινά και δεν υπερβάλλω, όταν είμαι στην Ήπειρο, όταν φτάνω στο χωριό κάθε χρόνο νιώθω πως κουβαλάω τα μισά μου χρόνια, νιώθω απόλυτα υγιής, είμαι απαλλαγμένος από κάθε άγχος και στεναχώρια, τα πάντα είναι τέλεια. Και όταν δουλεύω για τη συγγραφή του βιβλίου, κυριολεκτικά  αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω στα πάτρια εδάφη (home soil), θέλω να επιστρέψω εκεί από όπου ήρθα. Όταν δε ακούω ελληνική δημοτική μουσική, ιδίως τα ακούσματα της Ηπείρου, με διαμορφώνει κάθε φορά. Όπως προείπες πρόκειται για κάθαρση. Είναι όμως και θεραπευτική αυτή η μουσική, επιδιορθώνει την τραυματισμένη ψυχή, την ψυχή που υποφέρει. Εκτιμώ πως αυτός ο τόπος στην Ήπειρο και αλλού στην Ελλάδα έχει υποφέρει πολύ και με κάποιον τρόπο αυτός ο πόνος πέρασε στη μουσική. Όταν αυτή η μουσική παίζεται και ακούγεται, δρα σαν τέλεια πανάκεια , γίνεται η γιατρειά μας. Όλη μου τη ζωή την έχω αφιερώσει στη μουσική, μου δίνει νόημα, είναι η πνευματική τροφή που με συντηρεί. Ωστόσο η δημοτική μουσική της Ελλάδας και ειδικότερα αυτή της Ηπείρου, μου προσφέρει το βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα.
Η καταγωγή σου ποια είναι Κρις, ξέρω ότι είσαι Αμερικανός αλλά οι γονείς σου, ο τόπος που μεγάλωσες οι σπουδές σου;
Μεγάλωσα, όπως σου είπα, σε μια πολύ αγροτική περιοχή, όπως ήταν η Ήπειρος, στη Βιρτζίνια. Σπούδασα και έκανα μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία, όμως μετά την αποφοίτησή μου, τα τελευταία 19 χρόνια, ασχολούμαι με τη συλλογή πολύ παλιάς μουσικής, με ιστορικές συλλογές και παράλληλα ως τεχνικός ήχου αλλά και ως συγγραφέας.
Και είσαι πρώτης, δεύτερης γενιάς Αμερικανός;
Πιθανότατα δέκατης γενιάς (γέλια) με καταγωγή, οι μακρινοί μου πρόγονοί, σκοτσέζικη και ιρλανδική.
Λένε ότι έχουμε κοινά στοιχεία.
(Γέλια) Έχει πλάκα. Όταν με καλούν σε κάποιο σπίτι, για παράδειγμα οι σαρακατσιάνοι, είναι βέβαιο ότι σε ένα ορισμένο σημείο της κουβέντας σταματούν και μου λένε «ξέρεις ίσως τελικά να είσαι σαρακατσάνος» (γέλια). Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Μου λένε «πρέπει να έχεις κάτι ελληνικό», αλλά δεν ξέρω τι είδους Έλληνας είμαι.
Ίσως να είσαι οικουμενικός Έλληνας
Ναι, ναι μάλλον οικουμενικός Έλληνας.
Από αυτά που έχουμε πει μέχρι τώρα και από άλλες συζητήσεις που έχω κάνει, αλλά και από παρατηρήσεις, διαπιστώνω ότι η ταυτότητα προσφέρει αυτοπεποίθηση, μπορεί να σε κάνει δημιουργικό, δεν σε απομονώνει και σου δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχεις σε διάλογους. Όπως ξέρεις, η Ελλάδα διέρχεται εδώ και χρόνια μια σοβαρή κρίση, υποστηρίζω πάντα ότι πρόκειται πρωτίστως για πνευματική κρίση και δευτερεύοντος οικονομικής. Κατά τη γνώμη σου, τι μπορεί να μας διδάξει η παράδοση μας την οποία με τόση θέρμη μελετάς.
Ότι και να πω κινδυνεύει να ακουστεί απλοποιημένο. Αλλά αυτό που θα υποστηρίξω είναι το έξης. Η Ελλάδα, ως έθνος δεν πρέπει να θαυμάζει αυτά που είναι έξω από τα όρια της, τα σύνορά της. Οι Έλληνες πρέπει να εμπιστευθούν τον εαυτό τους και να νιώσουν σίγουροι με αυτό που είναι και να αρχίσουν να εκτιμούν αξίες που έχαιραν εκτίμησης εδώ και χιλιάδες χρόνια. Να αρχίσουν να εκτιμούν ξανά εκείνες τις πνευματικές αξίες που συγκροτούσαν τη βασική δομή του είναι τους.
Θα προσπαθήσω να σου περιγράψω πως αντιλαμβάνομαι το τωρινό πρόβλημα της Ελλάδας όπως το έγραψα πρόσφατα σ’ ένα βιβλίο. Σκέφτηκα λοιπόν και περιέγραψα μια ομάδα που απαρτίζεται από πέντε άνδρες οι οποίοι διαπληκτίζονται για ένα πιστόλι. Διαπληκτίζονται λοιπόν για το ποιος θα το πρωτοκρατήσει και το πιστόλι αλλάζει χέρια με αυτούς να λένε: «όχι, εγώ θα το κρατήσω!» «όχι, εγώ θα το κρατήσω!» «πόσες σφαίρες έχει μέσα;» κτλ και στο τέλος καταλήγουν να πυροβολούν επανειλημμένα το πόδι τους. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Πιστεύω ότι εάν οι Έλληνες ενωθούν και συνεργαστούν, αντί να ζουν μέσα σε μια διαρκή αντιπαλότητα και να προωθεί ο καθένας το δικό του συμφέρον έναντι του άλλου, και αρχίσουν να εκτιμούν τις αξίες τους όπως είπαμε, αλλά και την άυλη πνευματική όσο και υλική κληρονομιά τους,  τότε η Ελλάδα ξαφνικά θα γίνει ασύγκριτα πιο δυνατή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη. Έχετε απίστευτο υλικό πλούτο τόσο στον αγροτικό τομέα, να πω μόνο λίγα από αυτά όπως για παράδειγμα το κρασί σας, το λάδι και φυσικά έχετε και το αγαπημένο μου τσίπουρο, έχετε τον ήλιο για ηλιακή ενέργεια. Εάν μπορούσατε να διαχειριστείτε μόνοι σας τις πλουτοπαραγωγικές σας πηγές, δεν θα μπορούσε κανείς να σας φτάσει στην Ευρώπη. Το ίδιο  ισχύει και με τις πολιτισμικές σας αξίες. Θα μπορούσα να πάω σε ένα οποιοδήποτε μέρος στη Γερμανία, στην κεντρική Ευρώπη, στην ανατολική, στη βόρεια Ευρώπη, σας διαβεβαιώνω ότι δεν μπορώ να βρω καμία μουσική παράδοση που να έχει τη ζωντάνια που έχει η δική σας και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Τι σε γοητεύει σε εμάς. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του λαού που ακουμπούν τη καρδιά σου
Είναι αυτή η συγκλονιστική, θεσπέσια ομορφιά των Ελλήνων, η γενναιοδωρία τους, η ευφυΐα τους και ακόμη περισσότερο η φιλοξενία τους. Δεν  υπάρχει πιο φιλόξενο μέρος για εμένα από το Ζαγόρι. Με το που φτάνω εκεί, αυτομάτως βρίσκομαι στο σπίτι μου. Και όταν αναφέρομαι στη φιλοξενία αναφέρομαι για αυτή την ασυνείδητη γενναιοδωρία που δεν στοχεύει σε κάποιου είδους αντάλλαγμα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όπου κανείς δεν κάνει τίποτα χωρίς αντάλλαγμα.
Πες μου και κάτι αρνητικό
Το μόνο αρνητικό που εντοπίζω είναι το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες έχουν πρόβλημα, όπως είπατε και εσείς, να αποδεχθούν το παρελθόν τους. Έχουν σταματήσει να ασχολούνται με την παράδοσή τους και αντίθετα θέλουν να εκσυγχρονιστούν με τον λάθος τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από την παράδοση.
Να μπορείς όμως να την παντρέψεις με το νέο...
Ναι, φυσικά!
Τι νομίζεις ότι πιστεύει για τον εαυτό της η πλειονότητα των Ελλήνων, πιστεύεις ότι διακρίνεται από κάποια τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης;
Ανάλογα με την περιοχή και την ηλικία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε γενικά. Όταν είμαι στην Αθήνα οι άνθρωποι εκεί τείνουν να έχουν μια τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης. Δε νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και είναι κατανοητό αφού είναι ένα αστικό κέντρο και ο κόσμος εκεί έχει αποκοπεί από το ουσιώδες, το αναγκαίο μητρικό γάλα (γάλα της μάνας) που μπορεί να υπάρχει στην επαρχία, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Ιδίως οι νέοι δεν μπορούν να αντισταθούν στην αφομοίωση και πραγματικά επιθυμούν να αστικοποιηθούν, δυτικοποιηθούν και εναγκαλιστούν με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα και τον τρόπο ζωής. Όμως, πρόκειται για μια τάση που επικρατεί σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Αντίθετα γνωρίζω πολλούς Έλληνες από τα χωριά της Ηπείρου, που είναι ιδιαίτερα περήφανοι για τη μουσική τους, την ιστορία τους και την κουλτούρα τους. Γι’ αυτό αγαπάω τόσο πολύ τη Βίτσα, το Ζαγόρι, την Ήπειρο. Αντιστέκονται στην αφομοίωση και νιώθουν τόσο περήφανοι για τον τρόπο ζωής τους και γυρνάνε την πλάτη στην παγκοσμιοποίηση.
Μιλώντας για παράδοση και μουσική μπορείτε να δείτε σύνδεση μεταξύ της βυζαντινής μουσικής και δημοτικής μουσικής;
Ναι, καταλαβαίνω ότι υπάρχει ισχυρός δεσμός μεταξύ της δημοτικής μουσικής με τη βυζαντινή και μπορώ να το δω και στις μουσικές του Ζαγορίου. Για παράδειγμα, αν ακούσεις τον Γρηγόρη Καψάλη ο οποίος παίζει εκπληκτικό κλαρίνο, καταλαβαίνεις ότι μεταφράζει τη φωνή του στο κλαρίνο, είναι σαν να τραγουδά, σαν να περνάει τη φωνή του μέσα από το κλαρίνο του.
Ξέρεις είμαι Αμερικανός, είμαι ξένος, όμως θα σου πω το εξής: έχω γίνει μάρτυρας στον κόσμο και ειδικά στις ΗΠΑ της κυριολεκτικής εξαφάνισης αξιόλογων πολιτισμικών κεφαλαίων όπως η μουσική, γιατί ο κόσμος ενέδωσε στην παγκοσμιοποίηση και στο μοντέρνο. Για παράδειγμα, στη νοτιοδυτική Λουιζιάνα είχαν το μουσικό είδος cajun, ένα είδος που λατρεύω. Όμως, εάν πάτε τώρα εκεί, δεν θα τη βρείτε. Χάθηκε, δεν τη παίζει πλέον κανείς, εξαφανίσθηκε, εξαϋλώθηκε!
Προτείνεις πολιτισμική αντίσταση...
Ναι, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι και καλείται να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει με τη δυτικοποίησή της, εάν θα προσχωρήσει στην παγκοσμιοποίηση, στον εξευρωπαϊσμό της, εάν θα γίνει πολύ μοντέρνα ή εάν θα προχωρήσει σε μια ενδοσκόπηση και επιστρέψει στις παραδοσιακές της αξίες,  τις οποίες θα τις προβάλει. Αξίες όπως η φιλοξενία, η αισθητική, η ομορφιά. Όταν είμαι στην Ελλάδα, περιβάλλομαι από ομορφιά.
Ναι, όμως αυτή την ομορφιά πουλάνε με τον τουρισμό και μετατρέπουν τον τόπο σε εμπόρευμα με όλες τις γνωστές συνέπειες: αλλοίωση του περιβάλλοντος, αλλαγή των νοοτροπιών για να πω μόνο μερικά.
Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις και συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Αυτό θα μπορούσε να γίνει και πρέπει να γίνει είναι μια προσέγγιση στον πολιτισμικό τουρισμό. Αντί να προσφέρεις ένα υποπροϊόν, όπου οι τουρίστες θα πάνε σε ένα επίγειο παράδεισο για να χαρούν τις ομορφιές του τόπου και φεύγοντας θα αφήσουν τα σκουπίδια τους, και θα έχει αλλοιωθεί το περιβάλλον για τη δημιουργία ξενοδοχειακών μονάδων και ότι συνεπάγεται με την τουριστική ανάπτυξη, αντί λοιπόν να γίνει αυτό θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική προσέγγιση. Να μην αντιμετωπίζεις τους τουρίστες ως ηλίθιους, αλλά ως ευφυείς ανθρώπους, μορφωμένους και καλλιεργημένους που μπορεί να τους προσφέρεις κάτι διαφορετικό. Για παράδειγμα, συνεργάζομαι με έναν τουριστικό οργανισμό στο Ζαγόρι που ονομάζεται ΖΕΝ (Zagori Excellence Network). Ένας από τους στόχους μου είναι να προβάλλω συγκεκριμένα πολιτισμικά στοιχεία του τόπου, όπως τη μουσική, την ιστορία, την κουζίνα, την κουλτούρα. Αυτό το κάνω όχι όταν έχουν τα πανηγύρια, αλλά σε περιόδους που είναι ήρεμες. Επίσης το κάνουμε με τέτοιον τρόπο που καλούμε μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό επιλεγμένων ανθρώπων. Καλώ ανθρώπους που τους εμπιστεύομαι και ξέρω πως θα φερθούν, όταν έρθουν. Και όταν έρχονται, απολαμβάνουν τα αγαθά του τόπου, ακούν και βιώνουν τη μουσική και τις θεραπευτικές ιδιότητές της. Όταν δε, φεύγουν, δεν αφήνουν πίσω τους σκουπίδια, δεν αλλοιώνεται το περιβάλλον εξαιτίας τους. Αντίθετα, αφήνουν κάποια χρήματα και πολύ μεγάλο σεβασμό.
Κρις σ΄ ευχαριστώ πολύ.
Θέλω πραγματικά να σε ευχαριστήσω που μου ζήτησες να συμμετέχω σ’ ένα τέτοιο θέμα που αφορά την ελληνική ταυτότητα. Με τιμά αφάνταστα. Δεν είμαι ακαδημαϊκός, είμαι ένας άνθρωπος που λατρεύει τη μουσική και την ακούω στο βάθος της. Μπορώ να κάνω άλλους μουσικούς να παίξουν με όλη τους την καρδιά και την ψυχή και να καταθέσουν όλες τις δυνατότητες τους και μου αρέσει να νιώθω κατά αυτό τον τρόπο!

Ο βραβευμένος με ΕΜΥ μουσικός παραγωγός δεν έγραψε με ακαδημαϊκό τρόπο για την μουσική της Ηπείρου, αλλά εξέφρασε τις βαθύτερες ανησυχίες του και αναζητήσεις. Πρόκειται για ένα εσωτερικό ταξίδι, ένα «οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης».
«Για εμένα το δημοτικό τραγούδι είναι ένα άυλο πνευματικό κεφάλαιο, ένα ανεκτίμητο περιουσιακό στοιχείο που έχετε στην Ελλάδα και είναι καθαρά δικό σας....Μιλάμε για μια μουσική που επιβίωσε από τα δεινά της τουρκοκρατίας, άντεξε καθ’ όλη τη διάρκεια της και αναδύθηκε σχετικά απαράλλαχτη. Ο Αριστοτέλης θα μιλούσε για τη ψυχοδυναμική επίδραση της μουσικής, θα  έλεγε πως όταν ακούς τη μουσική να παίζεται άρτια, με τον σωστό τρόπο και για τον σωστό σκοπό και την ακούς με την ανάλογη  προσοχή, τότε αυτή η μουσική μπορεί να διεγείρει και ανασυντάξει ανάλογα  τα συναισθήματά σου, προς τη σωστή οδό. Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ την κάθαρση, ξεμπλέκει όλη την κακία που είναι μέσα μας και μας αναμορφώνει. » μου είχε πει στην πρώτη μας κουβέντα

Η παραδοσιακή μας μουσική για χρόνια είχε πέσει θύμα του μοντερνισμού, του εξευρωπαϊσμού και άλλων ιδεοληψιών. Εξακολουθεί να υπάρχει μια απαξίωση από κάποιους στο άκουσμά της. Όμως ο Κρίστοφερ Κινγκ, την προσέγγισε αγνά και ταπεινά, την πήρε στην ψυχή του και ένιωσε τον πλούτο της. Ίσως γι΄αυτό το λόγο οι όποιες αναφορές του σε αυτή έχουν απήχηση, ακουμπάνε κατευθεία την καρδιά. Καταλαβαίνει τη συνέχεια της στο πέρασμα των αιώνων. Βλέπει και αισθάνεται τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα. «Μια από τις αρετές, από τις αξίες του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού είναι ότι ενστερνίζεται τη ζωή και το θάνατο με ίσους όρους» είχε δηλώσει.
Το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι», είναι ένα βιβλίο αυτογνωσίας, δικής του και δική μας.

«Το βιβλίο είναι πολύ απλά ένα ερωτικό γράμμα στη μουσική και τους ανθρώπους της Ηπείρου. Είναι μια μαρτυρία: η αγάπη αντέχει, η αγάπη επιβιώνει, η αγάπη είναι αρχαία» γράφει στον πρόλογο του πονήματός του ο κ. Κινγκ.
Το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι», θα υποστηρίξω, είναι ένα δώρο που μας κάνει ο κ. Κίνγκ.
Με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου θα πραγματοποιηθούν στη χώρα μας τρεις παρουσιάσεις στις οποίες θα παρευρίσκεται και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στις 5 Δεκεμβρίου στις 7 το απόγευμα στο Ωδείο Αθηνών, στις 12 Δεκεμβρίου, την ίδια ώρα, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και στις 14 του μηνός στο Μουσείο Αργυροτεχνίας Ιωαννίνων.
Η HuffPost Greeceμε την άδεια του εκδοτικού οίκου «ΔΩΜΑ» προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι».
Ακολουθεί το απόσπασμα:
Υπήρχε μια εποχή στην οποία η μουσική λειτουργούσε τόσο σε μυστηριακό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, όπως η φωτιά. Σκοπός της μουσικής ήταν να γιατρεύει, ως εάν να εμπεριείχε κάποια μυστική δύναμη, κάποια πνευματική ωφελιμότητα. Όμως κάτι συνέβη. Το μυστηριακό και το πρακτικό διαχωρίστηκαν, κι η λειτουργία της μουσικής επαναπροσδιορίστηκε. 
Ενδείξεις που μαρτυρούν την άφατη λειτουργία της μουσικής επιβιώνουν και σήμερα στην Ήπειρο. Θα μπορούσε κανείς να πει πως, σαν ξένος και Δυτικός, εξιδανικεύω ό,τι δεν μπορώ να εξηγήσω, ή ότι κοιτάζω το φαινόμενο μέσα απ’ το πρίσμα του εξωτισμού. Όμως το γεγονός παραμένει: τούτοι οι ήχοι με συγκινούν. Το ότι η δική μου αντίδραση σ’ αυτούς τους ήχους μοιάζει να είναι ολόιδια μ’ εκείνη των χωρικών της Ηπείρου είναι ενδεχομένως κάτι συμπτωματικό· ή μπορεί να οφείλεται σ’ ένα ασύλληπτο σύνολο περιστάσεων. Δεν μπορώ να ξέρω. 
Η ισχυρότερη κριτική στην περιγραφή που προτείνω για τούτο το μουσικό φαινόμενο είναι η εξής: οι ισχυρισμοί μου αναφορικά με τη θεραπευτική λειτουργία αυτής της μουσικής έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα επιστημονικά δεδομένα ― με όσα γνωρίζουμε, ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, για την αρρώστια. Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος ότι η συγκεκριμένη μουσική έχει πράγματι θεραπευτική δράση; Η ιαματική λειτουργία της μουσικής είναι κάτι πραγματικό ή φανταστικό; 
Προτού οι εξωγενείς δυνάμεις της νεωτερικότητας διεισδύσουν στην ελληνική ύπαιθρο, κάθε χωριό ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν. Για πολλούς ανθρώπους, τούτοι οι οικισμοί αντιπροσώπευαν το σύνολο του γνωστού κόσμου. Οι αντιλήψεις ήταν τοπικές και μεταδίδονταν απ’ τον ένα στον άλλο. Τα αίτια των φαινομένων αποδίδονταν σε πράγματα αόρατα. Όπως ακριβώς το παγωμένο περιβάλλον της Αρκτικής διαμόρφωνε τις σκέψεις των Εσκιμώων, έτσι και το συχνά σκληρό και εχθρικό τοπίο της βορειοδυτικής Ελλάδας διαμόρφωνε τις πεποιθήσεις των Ηπειρωτών. Ο Ρίτσαρντ και η Εύα Μπλουμ συνοψίζουν το ζήτημα ως εξής: 
Επομένως, δεν έχει νόημα να συζητάμε ποιες είναι πιο πραγματικές «οι δοξασίες του χωριού ή οι επιστημονικές απόψεις». Η καθεμιά τους είναι πραγματική αν κατανοηθεί ως μέρος του άμεσου κόσμου στον οποίο ζει ο χωρικός, ενός κόσμου με χαρακτηριστικά επί των οποίων συμφωνούν, τουλάχιστον στις αδρές τους γραμμές, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού. Επειδή οι πεποιθήσεις για το τι είναι πραγματικό επηρεάζουν τη συμπεριφορά, καθοδηγώντας τις μελλοντικές πράξεις και εξηγώντας τις παλαιότερες, ο παρατηρητής που θα ήθελε να κατανοήσει καλύτερα τις δυνάμεις που επηρεάζουν το φέρσιμο του χωρικού θα πρέπει να ασχοληθεί με τα άρθρα πίστεως του χωρικού στον ίδιο βαθμό που θα ασχοληθεί με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. 
Εκδόσεις ΔΩΜΑ
 Δημοσθένης Γκαβέας 
 

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Όταν οι New York Times αναζητούσαν την σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου στην Ήπειρο

Όταν οι New York Times αναζητούσαν την σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου στην Ήπειρο
Ταξίδι στον τόπο που γέννησε το ηπειρώτικο μοιρολόι του βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα



«Στις 20 Σεπτέμβρη του 1926, ο ελληνικής καταγωγής βιολιτζήςΑλέξης Ζούμπας ηχογραφεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά μουσικά κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ.», αναφέρει η Amanda Petrusich των New York Times. Πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τη μουσική του μέσω του Cristopher King. Μέσα από μία τεράστια συλλογή βινυλίων, ο μουσικός παράγωγος της πρότεινε να ακούσει τον Ζούμπα. Είχε μάθει τόσο καλά το γούστο της, που ήταν σίγουρος ότι ο Έλληνας βιολιστής θα την μάγευε με το Ηπειρώτικο Μοιρολόι. Και δεν έπεσε έξω.
«Υπάρχει μια παλλόμενη υστερία στο παίξιμό του, η κάθε νότα τρέμει σα να υπέφερε πρόσφατα από μία συναισθηματική κατάρρευση»
Ο Αλέξης Ζούμπας ηχογράφησε το μοιρολόι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1926, ένα θρήνο που μέχρι σήμερα ψάλλεται πάνω από τάφους στην Ήπειρο. Είναι λίγο μεγαλύτερο από τέσσερα λεπτά και άρτια εκτελεσμένο. Δεν είναι όμως η τεχνική που μάγεψε τη δημοσιογράφο. «Υπάρχει μια παλλόμενη υστερία στο παίξιμό του, η κάθε νότα τρέμει σα να υπέφερε πρόσφατα από μία συναισθηματική κατάρρευση». Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο, ο Ζούμπας είχε βυθιστεί στη μελαγχολία της ξενιτιάς και της νοσταλγίας για την Ελλάδα, έχοντας περάσει στην Αμερική ήδη 16 χρόνια.


Ο Γιάννης Χαλδούπης κάνει πρόβα στο δάσος – Andrea Frazzetta/ The New York Times

Σε μια προσπάθεια να μάθει τι ακριβώς ήταν αυτό που τον συγκίνησε τόσο πολύ, ώστε να δημιουργήσει ένα τόσο έντονο μοιρολόι, ποιος χαμός τον έφερε σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, η Petrusich ταξίδεψε μέχρι την Ήπειρο και οι New York Times κατέγραψαν το οδοιπορικό της. Μετά από προτροπή του King, έφτασε στο χωριό Βίτσα. Ήθελε να ζήσει από κοντά την εμπειρία ενός μοιρολογιού, ενός λαϊκού πανηγυριού, αφού ο King της είχε πει ότι «αυτά τα τραγούδια ζουν και πεθαίνουν στα βλέμματα, τις χειραψίες και τις αγκαλιές που ανταλλάσσουν οι άνθρωποι στο άκουσμά τους». Ο παραγωγός, που ταξιδεύει όσο πιο συχνά μπορεί στην Ήπειρο, επέλεγε πάντοτε αυτό το μεσαίου μεγέθους χωριουδάκι, που βρίσκεται ψηλά στην οροσειρά την Πίνδου και διοργανώνει το ετήσιο πανηγύρι του στις 14-17 Αυγούστου. Ως δημοσιογράφος, η Petrusich πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να λύσει το μυστήριο που την απασχολούσε ήταν να κάνει αυτό το ταξίδι και να ζήσει όλη αυτή την εμπειρία. Έτσι εκείνο το καλοκαίρι έκαναν μαζί το μεγάλο ταξίδι από την Αμερική στο ορεινό χωριουδάκι της Ηπείρου.
Η Petrusich χρησιμοποίησε για τη Βίτσα τη φράση«ασυνήθιστα ειδυλλιακή». Εντυπωσιάστηκε από τα ολόλευκα σπίτια από ασβεστόλιθο με τις «ελάχιστες παραχωρήσεις στην νεωτερικότητα». Διάβασε για την ιστορία της, από τους Βυζαντινούς μέχρι τον Λόρδο Βύρωνα, θαύμασε την καθαρή και γεμάτη υγεία ατμόσφαιρα του τόπου, τα καλντερίμια και τα πλατάνια στην κεντρική πλατεία. Στο χωριό που οι περισσότεροι επιστρέφουν το καλοκαίρι, το αυγουστιάτικο πανηγύρι του σφύζει από κόσμο, τραγούδι και χορό. Η δημοσιογράφος έφαγε σουβλάκια, ήπιε τσίπουρο και έζησε μέσα σε ένα κλίμα «χαρούμενο, σχεδόν ενθουσιώδες». Έμαθε, από έναν 33χρονο ντόπιο, ότι το πανηγύρι γίνεται για να γιορτάσουν οι άνθρωποι ότι «σήμερα είμαστε εδώ μαζί και του χρόνου μπορεί να μην είμαστε και γι’ αυτό χορεύουμε, και γι’ αυτό κλαίμε».

Ξημέρωμα στη Βίτσα: O Διονύσης Παπαστέργιος οδηγεί τους κατοίκους παίζοντας λαούτο – Andrea Frazzetta/ The New York Times

Το μοιρολόι που άνοιξε το πανηγύρι ήταν αυτοσχεδιασμός, όπως είναι όλα τα μοιρολόγια, με εξαίρεση την ύπαρξη ορισμένων μουσικών δεικτών που συνθέτουν το είδος. Οι περισσότερες παραδοσιακές Ηπειρώτικες ενορχηστρώσεις αποτελούνται από κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι. Η μελωδία του είναι ταραγμένη και ορισμένες φορές, αν η εκτέλεση είναι πολύ καλή, το μοιρολόι μπορεί να «ξεδιαλύνει πράγματα μέσα σου». Είναι «γι’ αυτούς που δεν είναι εδώ».

«Οι μουσικοί στην Ήπειρο θεωρούνται κάποιου είδους ψυχολόγοι. Βλέπουν τι είναι «σπασμένο» και προσπαθούν να το φτιάξουν, όπως λέει ένας ντόπιος μουσικός. Τα πανηγύρια είναι ένα λαϊκό τελετουργικό κάθαρσης».




Η εκτέλεση του «Ηπειρώτικου Μοιρολογιού» που άκουσε και έζησε η Petrusich σε εκείνο το πανηγύρι δεν ήταν ίδια με του Ζούμπα, αφού δεν μπορεί να υπάρχει το ίδιο μέγεθος απελπισίας κάθε φορά. Αυτό που άκουσε η δημοσιογράφος στη Βίτσα ήταν μια πιο απαλή εκδοχή της σύνθεσης, με λιγότερη ταραχή μέσα της αλλά εμποτισμένη με «μία ανείπωτη πείνα». Το βλέμμα του Γρηγόρη Καψάλη, ο οποίος εκτελούσε το κομμάτι στο κλαρίνο, ήταν μαλακό, συχνά έχανε στην εστίασή του και έμοιαζε χαμένο. Κατά τη διάρκεια του μοιρολογιού, οι ντόπιοι ξεκίνησαν τους παραδοσιακούς τους χορούς. Η Petrusich σηκώθηκε και μπήκε στον κύκλο, κάνοντας «συνεχόμενες και γελοίες προσπάθειες» να ακολουθήσει τα πολύπλοκα βήματα του χορού. Την επόμενη μέρα, ο Καψάλης της είπε ότι την χάρηκε γιατί «είχε μπει στο πνεύμα».
Μέσα από την έρευνά της, η δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι η δύναμη της Ηπειρώτικης μουσικής, που αποτελεί την πηγή και τη δομή της εμπειρίας του πανηγυριού, προέρχεται από την έντονη απομόνωση του τόπου. Οι μουσικές αυτές συνθέσεις συχνά μιμούνται τις «σκληρές φιγούρες του τοπίου» και τα όργανα αναπαράγουν φυσικούς ήχους.
Μετά την δεύτερη μόλις μέρα παραμονής της στο χωριό, η Petrusich ένιωσε πως είχε παρασυρθεί σε μία «κατάσταση συνεχούς παραζάλης» και πως η μουσική την «γιάτρευε». Η αντίληψη για τις θεραπευτικές ικανότητες των μοιρολογιών και των πανηγυριώτικων τραγουδιών είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ήπειρο και οι μουσικοί θεωρούνται κάποιου είδους ψυχολόγοι. Βλέπουν τι είναι «σπασμένο» και προσπαθούν να το φτιάξουν, όπως της είπε ένας ντόπιος μουσικός. Τα πανηγύρια είναι ένα λαϊκό τελετουργικό κάθαρσης.

Ένας κάτοικος του χωριού χορεύει στη μουσική από το κλαρίνο του Γιάννη Χαλδούπη – Andrea Frazzetta/ The New York Times
Την τελευταία μέρα του πανηγυριού, ο King την ξύπνησε στις 8 το πρωί, αφού είχανε πέσει για ύπνο μόλις 3 ώρες πριν. «Ετοιμάζονται». Η Petrusich σηκώθηκε και τον ακολούθησε στην κεντρική πλατεία του χωριού. Είχε έρθει η ώρα για τον τελευταίο χορό. Οι ντόπιοι ήταν ακόμα εκεί, εξαντλημένοι αλλά χαρούμενοι, ακόμα στην «πίστα». Ένας άντρας, μεγάλος σε ηλικία, την πλησίασε και της είπε: «Κατάλαβες; Βλέπεις; Δεν χρειαζόμαστε γιατρούς! Είμαστε χαρούμενοι!». Εκείνο το πρωί η Amanda Petrusich άφησε το δημοσιογραφικό της μπλοκάκι στην άκρη και μπήκε στο χορό. Οι ντόπιοι συνόδευσαν την μπάντα στην έξοδο του χωριού, όπου και έκαναν έναν κύκλο γύρω τους, αποχαιρετώντας τους με χειροκροτήματα και χορό.
Με ένα μαγικό τρόπο όλοι ησύχασαν ταυτόχρονα. Μετά από ένα σιγανό κλάμα μικρής διάρκειας, «από εκείνο που δεν αντιλαμβάνεσαι μέχρι να φτάσει η αλμύρα στα χείλη σου», ξεκίνησαν όλοι μαζί την επιστροφή στο χωριό. «Ήταν σαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Όλοι αγκαλιάζονταν και έδιναν ευχές». Στο τέλος βγήκε και η απαραίτητη αναμνηστική φωτογραφία. Η ατμόσφαιρα της ξενιτιάς, η ίδια που συγκίνησε τον Αλέξη Ζούμπα έναν αιώνα πριν, είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η εμπειρία της Petrusich από το 3ήμερο πανηγύρι της είχε τελικά δώσει ένα κομμάτι της απάντησης που αναζητούσε.
Το πανηγύρι στο Βρίστοβο – Andrea Frazzetta/ The New York Times
«Αυτό που μάλλον διέλυσε τόσο πολύ συναισθηματικά τον Ζούμπα σε εκείνο το studio της Νέας Υόρκης ήταν η σκέψη ότι ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να γυρίσει πίσω. Για εμάς, τουλάχιστον, υπήρχε η ελπίδα ότι όσα νιώσαμε θα μας ακολουθούσαν όλο το χρόνο, μέχρι την επιστροφή μας το επόμενο καλοκαίρι».

Απόδοση: Σταυριάννα Χαραλαμποπούλου

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΓΕΦΥΡΙΑ.....

Τα Ηπειρώτικα Γεφύρια ή τα Πέτρινα Γεφύρια
«O κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια, φκιάνουν και πετρογέφυρα για να περνάει ο κόσμος»
παλιά πέτρινα γεφύρια, διασκορπισμένα σε κάθε γωνιά της Βαλκανικής αλλά και σ' ολόκληρο το μικρασιάτικο χώρο, αποτελούν πειστικά σημάδια αναφοράς στην περασμένη εποχή. Τότε που την έλλειψη μέσων αναπλήρωνε η εμπειρία και ο ενθουσιασμός. H περιοχή όμως που η ιδιόμορφη αυτή λαϊκή κατασκευή βρήκε το σωστό μέτρο, με αποτέλεσμα να μετουσιωθεί σε αληθινό έργο τέχνης, είναι αναμφισβήτητα η Ήπειρος. Ίσως επειδή δεν προϋπήρξαν ξένα πρότυπα ικανά να επιβάλλουν οπωσδήποτε εγκεφαλική έμπνευση. Ό,τι δημιουργήθηκε, ήταν αποτέλεσμα αξιοπρεπούς συμβιβασμού με το περιβάλλον.
Aρκεί να σταθείς πέντε λεπτά μπροστά στο γεφύρι της Πλάκας στον 'Αραχθο, να ζυγιάσεις την «ανάταση» ενός άλλου κατεβαίνοντας στην κοίτη του Aώου κοντά στην Kόνιτσα, να περπατήσεις την γκαλντεριμωτή «ταλάντευση» του θρυλικού γεφυριού της 'Αρτας, για να συνειδητοποιήσεις το φόβο, τον ελιγμό, την προσπάθεια και το κέφι του ανθρώπου, μπροστά στη φύση. Όπλα που του επέτρεψαν να την προεκτείνει και, γιατί όχι, να τη συμπληρώσει. Όπως σε όλες τις λαϊκές κατασκευές, έτσι και για τα γεφύρια, αποκλειστική αιτία δημιουργίας τους υπήρξε η ανάγκη, που ειδικά στην Ήπειρο χρειάστηκε να καλυφθεί άμεσα. Tο ανέλαβαν επιδέξιοι ντόπιοι μαστόροι που η φήμη τους ξεπερνούσε τα όρια της τότε Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, κατορθώνοντας, τελικά, να «στήσουν» γεφύρια, μικρά αριστουργήματα, που εξακολουθούν και σήμερα να «ζεύγουν» έστω κουρασμένα πια, σιωπηλούς ποταμούς και θορυβώδεις χειμάρρους.
Ø      Αιτίες και Αφορμές για την ύπαρξη των Ηπειρώτικων Γεφύριων .
H Ήπειρος αποτελεί ίσως το ορεινότερο τμήμα του ελληνικού εδάφους. Aπό τα 9.203 τετρ. χιλιόμετρα της έκτασής της, τα 8.313 καλύπτονται από ψηλά βουνά. Εδώ άλλωστε βρίσκεται η σπουδαιότερη και ψηλότερη οροσειρά, η Πίνδος, που αποτελεί το φυσικό όριο της περιοχής με τη Mακεδονία και τη Θεσσαλία. O Γράμμος, λοιπόν, με υψόμετρο 2.520, ο Σμόλικας 2.637, η Tύμφη 2.497, η Tσούκα. 1672, το Περιστέρι 2.295, τα Tζουμέρκα 2.469, όλα μέλη της οροσειράς της Πίνδου, συμπληρώνονται από τον Tόμαρο 1.816, νοτιοδυτικά από τα Γιάννινα, τα υψώματα του Σουλίου και της Παραμυθιάς 1.658, το μιτσικέλι 1.810 και άλλα μικρότερα.
Όλα τούτα τα βουνά, σχηματίζουν μεταξύ τους, πολλές μικρές δηλαδή κοιλάδες που διασχίζει ένα πλήθος ποταμών και μικρότερων χειμάρρων. Tα νερά πάντα τρέχουν άφθονα, γιατί η περιοχή είναι από τις βροχερότερες της χώρας, ενώ το χιόνι αποτελεί συνηθισμένη εικόνα σχεδόν όλο το χρόνο. Σαν πιο σημαντικά ποτάμια μπορούμε να αναφέρουμε τον Aώο, με δύο παραποτάμους το Σαραντάπορο και το Bίκο (Bοϊδομάτης), τον Kαλαμά (Θύαμις), τον Aχέροντα, το Λούρο, το Δρίνο και τον 'Αραχθο.
O μυθικός Aχελώος, ξεκινώντας λίγο πιο κάτω από το Mέτσοβο, οριοθετεί την Ήπειρο από τη Θεσσαλία, για να καταλήξει πάμπλουτος στο Iόνιο.
            Eπιτακτική, λοιπόν, από πολύ παλιά η ανάγκη να υπερπηδηθούν τούτα τα υδάτινα εμπόδια που δυσκόλευαν την ελεύθερη διακίνηση των κατοίκων. Oι Hπειρώτες άλλωστε είχαν πάντα παράδοση στις ομαδικές μετακινήσεις. Aπό τις μικρές διαδρομές που επέβαλε μια σημαντική κτηνοτροφία, μέχρι τα μεγάλα ταξίδια σ' ολόκληρη την Eλλάδα που επιχειρούσαν οργανωμένοι σε επαγγελματικές συντεχνίες. Aπό εδώ ξεκινούσαν φορτωμένα, και πολλά από τα περίφημα καραβάνια των Kυρατζήδων που είχαν για προορισμό τη Bιέννη, το Bουκουρέστη, ακόμη και τα βάθη της Aνατολής.
Ø      Οι Μάστοροι για την κατασκευή των Ηπειρώτικων Γεφύριων .
Οι άνθρωποι που θα αναλάμβαναν ένα τέτοιο έργο, να δαμάσουν δηλαδή τη φύση υπερπηδώντας την ορμή της, δεν ήταν ανάγκη να αναζητηθούν μακριά. H ίδια η περιοχή αποτελούσε φυτώριο σπουδαίων μαστόρων, με δοκιμασμένες τις ικανότητές τους. Oργανωμένοι σε μικρές ομάδες, τα λεγόμενα μπουλούκια ή συνάφια.
Eπικεφαλής της ομάδας βρισκόταν ο Πρωτομάστορας, ο Kάλφας, που κατηύθυνε όλο το μπουλούκι. Tο τελευταίο, αποτελούσαν κάθε λογής ειδικότητες. Nταμαρτζήδες, χτίστες, λασπατζήδες, μαρμαρογλύφτες, ξυλογλύφτες, ζωγράφοι, πολλά μικρά παιδιά τα λεγόμενα τσιράκια, και φυσικά αρκετά ζώα. Oι Kουδαραίοι, έτσι ονόμαζαν τα μπουλούκια, ξεκινούσαν για τις δουλειές τους τον Aπρίλη και γύριζαν το φθινόπωρο. Oι διαδρομές αρκετά μεγάλες, εξαρτιόταν από την ικανότητα και τη φήμη του πρωτομάστορα.
Ø      Η Ονοματολογία για την δημιουργία ενός Ηπειρώτικου Γεφυριού.
Την απόφαση για να «στηθεί» ένα γεφύρι, έπαιρνε μικρό μεμονωμένο άτομο ή και ολόκληρο χωριό. Στην πρώτη περίπτωση, μπορεί να επρόκειτο για ένα πλούσιο κάτοικο, για κάποιο τούρκο αξιωματούχο, ή και για τον ηγούμενο ενός διπλανού μοναστηριού. Όπως ήταν φυσικό, τους ίδιους βάραινε και η δαπάνη. Για ηθικό αντάλλαγμα, το γεφύρι έπαιρνε αρκετές φορές το όνομά τους, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και κανόνα. Tο «βάφτισμα» γινόταν με την πάροδο του χρόνου και κατά συνήθεια από τους κατοίκους των γύρω χωριών.
Ø      Διαδικασία κατασκευής, η πρώτη ύλη, μορφές των Πέτρινων Γεφυριών.
Σαν συγκέντρωναν τα χρήματα οι χωρικοί, ακόμη κι αν χορηγός ήταν ένα και μόνο άτομο, καλούσαν μερικούς μαστόρους που διέθεταν δικά τους μπουλούκια και τους ανακοίνωναν την πρόθεσή τους.
Οι τελευταίοι, έπρεπε τότε να «υποβάλλουν» συγκεκριμένο σχέδιο με τη μορφή του γεφυριού, καθώς και τη χρηματική απαίτησή τους. Aυτός που προκρινόταν, άρχιζε αμέσως τη δουλειά. Πρώτη του ενέργεια ήταν η εκλογή της θέσης που θα χτιζόταν το γεφύρι. Γενικά αποφεύγονταν οι επίπεδες επιφάνειες γιατί η πολλή λάσπη δημιουργούσε προβλήματα στερέωσης. Tο πιο πρόσφορο μέρος, ήταν κάποιο στένωμα του ποταμού και μάλιστα με αρκετά βράχια. Tότε, μπορούσαν με ένα και μόνο τόξο, μεγάλου βέβαια ανοίγματος, να ζεύξουν στέρεα το ποταμι, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις μεγάλες και πολυδάπανες κατασκευές.
            Tο γεφύρι της Kόνιτσας αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Eκεί που ο Aώος στενεύει υπερβολικά κάτω από το στρίμωγμα της πανύψηλης Γκαμήλας και λίγο πριν ξεχυθεί στην πεδιάδα της Γλιτονιάβιστας, βρίσκουν οι τεχνίτες την ευκαιρία να τον δαμάσουν με μια τεράστια καμάρα. Kάτι τέτοιο όμως δεν είναι πάντα δυνατό. Στην 'Αρτα, το γεφύρι έπρεπε αναπόφευκτα να στηθεί μέσα στην απέραντη πεδιάδα που διέσχιζε ο 'Αραχθος. Για να γίνει αυτό, χρειάστηκαν αλλεπάλληλα τόξα, και η τελική γέφυρα έφτασε σε μήκος τα 145 μέτρα. Bασική πρώτη ύλη ήταν πάντα ο σχιστόλιθος που αφθονεί στην περιοχή, ενώ τη συνδετική ύλη αποτελούσε μίγμα τριμμένου κεραμιδιού, σβσμένου ασβέστη, ελαφρόπετρας, χώμα, νερό και ξερά χόρτα (κουρασάνι). Σε πολλές περιπτώσεις, δεν παράλειπαν να ρίξουν μέσα μαλλιά ζώων ή υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα.
            Tο οδόστρωμα που χρησιμοποιούν οι διερχόμενοι είναι αρκετά στενό, περιοριζόμενο αρκετές φορές μόλις στα δύο μέτρα. Aκολουθεί καμπυλωτή γραμμή, όπως και τα αποκάτω τόξα που είναι γνώρισμά των Hπειρωτικών γεφυριών. Είναι στρωμένο με καλντερίμι στην αρχή, και όταν το ανέβασμα γίνεται επικίνδυνο, καταλήγει σε πλατύσκαλο με ελαφριά κλίση. Έτσι η διέλευση δεν είναι και τόσο ακίνδυνη. Στο γεφύρι της Kόνιτσας, υπάρχει ακόμη και σήμερα, μικρή καμπάνα κρεμασμένη κάτω απ' την κορυφή της καμάρας. Όταν φυσούσε δυνατός αέρας, κτυπούσε η καμπάνα και προειδοποιούσε τους περαστικούς για τον αυξημένο κίνδυνο. Προσπάθησαν να μειώσουν τον κίνδυνο, τοποθετώντας στα άκρα τις λεγόμενες αρκάδες όρθιες, δηλ. στενόμακρες πέτρες (γεφ. Kόκκορου) και αργότερα χαμηλά πεζούλια (γεφ. 'Αρτας).
Το γεφύρι της Άρτας και άλλα φημισμένα πέτρινα γεφύρια.
Tο γεφύρι της Αρτας δεν είναι το ομορφότερο του είδους, αλλά είναι το πιο φημισμένο. Bέβαια αυτό το χρωστάει στο θρύλο της θυσιασμένης γυναίκες του Πρωτομάστορα. Tο συνολικό σημερινό μήκος φτάνει τα 145 μέτρα.. Tο πλάτος του γεφυριού είναι 3,75 μέτρα
Tο χτίσιμό του τοποθετείται στα χρόνια της τουρκοκρατίας γύρω στο 1602-1606. H αρχική κατασκευή (κατά μια εκδοχή) έγινε επί Πύρρου 3ο π.X. αιώνα ή στα χρόνια της Kλασικής Aμβρακίας 5ο έως 4ο αιώνα π.X. που είναι λιγότερο πιθανή. Σαν χρηματοδότης αναφέρεται ο Aρτινός παντοπώλης Γιάννης Θιακογιάννης-Γατοφάγος.
            'Αλλο σημαντικό γεφύρι είναι του Παπαστάθη ανατολικά από τα Γιάννινα μέσα στο φαράγγι που σχηματίζουν ο Δρίσκος και η Πρίξα. Tο γεφύρι αυτό το έχτισε το 1746 ο ηγούμενος της Mονής Bίλζης Aγάπιος και δαπανήθηκαν 175 βενέτικα φλουριά.
Tο γεφύρι του Kοράκου.
Tο γεφύρι του Kοράκου είναι από τα λιγοστά που ανέχτηκε ο ποταμός Aχελώος. Tο μεγαλύτερο μονότοξο σε όλη την Ήπειρο.
Xρειάστηκε να σηκωθεί η καμάρα 25 μέτρα πάνω από τα νερά, και να ανοιχτεί στα 45 μέτρα για να μπορέσει να ενώσει το Πετρωτό (Λιάσκοβο) της Θεσσαλίας με τις πηγές (Bρεστενίτσα) της 'Αρτας. Tο έχτισε το 1514-1515 ο αρχιεπίσκοπος της Λάρισας Bησσαρίωνας. Tο γεφύρι ανατινάχτηκε το 1949.
Το γεφύρι του Πλακίδα ή Kαλογερικό.
Στο Zαγόρι ένα άλλο γεφύρι κοντά στους Kήπους, είναι το γεφύρι του Πλακίδα ή Kαλογερικό.
Aρχικά ήταν ξύλινο, το μετέτρεψε σε πέτρινο το 1814 με 20.000 γρόσια ένας καλόγερος από το μοναστήρι της Bίτσας, ονόματι Σεραφείμ, γι' αυτό έχει τ' όνομα Kαλογερικό. Tο όνομα Πλακίδα το πήρε το 1865 χρονιά επισκευής από τον Aλέξη Πλακίδα και τον αδελφό του.
Το γεφύρι είναι της Πλάκας.
'Αλλο σημαντικό γεφύρι είναι της Πλάκας. Eίναι το δυσκολότερο μονότοξο γεφύρι στην κατασκευή. Έπεσε το 1860 από την ορμή του νερού που μετακίνησε ένα βράχο που το στήριζε.
Ξαναχτίστηκε το 1863 και το κόστος ανήλθε στα 187.000 γρόσια. Παρά τους κόπους και τις δαπάνες λίγοι χάρηκαν το γεφύρι από τα χωριά της περιοχής. Aπό το 1881 ο 'Αραχθος αποτελούσε φυσικό σύνορο Eλλάδας-Tουρκίας, με αποτέλεσμα να αχρηστευτεί το γεφύρι μέχρι το 1913.
Το γεφύρι της Kόνιτσας.
Για το γεφύρι της Kόνιτσας η μοναδικότητά του αναφέρεται στο τεράστιο τόξο του, αλλά και στον τόπο.
Tο γεφύρι της Kόνιτσας χτίστηκε το 1870 και κόστισε 120.000 γρόσια. Πρωτομάστοράς του ήταν ο Zιώγας Φρόντζος από την κοντινή Πυρσόγιαννη. Ήταν η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια να ζευχθεί ο Aώος σ' αυτό το σημείο, γιατί η προηγούμενη απέτυχε.
Συνολικά σε όλη την Ήπειρο και τη Nότια Aλβανία έχουν κατασκευαστεί γύρω στα 191 γιοφύρια, που τα πιο πολλά δεν σώζονται σήμερα.

Πηγή : www.epirusnews.gr/culture . Κείμενα των περιγραφών των γεφυριών : Από το βιβλίο του Σπύρου Μαντά «Ηπειρώτικα Γεφύρια» Φωτογραφίες: Γιάννης Μπράτης.