ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινωίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινωίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Η ΜΥΘΙΚΗ ΤΑΡΤΗΣΣΟΣ[Μέρος Β΄]

Η μυθική Ταρτησσός  Μέρος Β΄
Ο Μινωικός πολιτισμός Ελ Αργκάρ Α'

Οι προϊστορικοί πολιτισμοί της Ιβηρικής
Την ανάμειξη του χαλκού με το αρσενικό στις εγκαταστάσεις του Μιλλαρέν την 4η χιλιετία π.χ. ακολούθησε η αντικατάσταση του την 3η χιλιετία π.χ. με την παρασκευή του μπρούτζου απο την ανάμειξη του χαλκού με τον κασσίτερο λόγω του το αρσενικό δημιουργούσε δηλητηριώδεις επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. H κατασκευή των αντικειμένων απο μπρούτζο έφτασε στο αποκορύφωμα του στις πόλεις Μιλλαρέν την περίοδο 2600 - 2400 π.χ., ο πολιτισμός των Μιλλαρέν της Αλμέρας κράτησε περισσότερο απο μία χιλιετία με έντονη παραγωγή πολύτιμων υλικών απο μπρούτζο και χρυσό. Η φθορά των πόλεων Μιλλαρέν άρχισε μετά το 2400 π.χ. για ανεξήγητους λόγους ειδικά λόγω κούρασης των κατοίκων, διχόνοιας και εμφύλιων συγκρούσεων όπως φαίνεται απο τους τάφους εκείνης της περιόδου στους οποίους βρέθηκαν πολεμικά εργαλεία. Η παρακμή έφερε μέσα σε δύο αιώνες την καταστροφή των πόλεων Μιλλαρέν οι οποίες μέχρι το 2200 π.χ. είχαν ερημωθεί, τα αποθέματα όλων των πολύτιμων μετάλλων χαλκού, χρυσού και κασσίτερου εξακολουθούσαν να υπάρχουν αλλά χωρίς τις πόλεις θα παρέμεναν ανεκμετάλλευτα. Τα παγκόσμια αποθέματα κασσίτερου όπως έχουμε ξαναπεί άρχισαν να εξαντλούνται απο το 2500 ώς το 2200 π.χ. με αποτέλεσμα εκείνη την εποχή να σταματήσει να παράγεται μπρούτζος, ο παραγόμενος μπρούτζος απο τότε ήταν πολύ χαμηλής ποιότητας με ελάχιστη πρόσμιξη κασσίτερου μόλις γύρω στο 2%.  Η εξάντληση του κασσίτερου εκείνη την εποχή στην ανατολή πιθανότατα να οφείλεται στην καταστροφή του πολιτισμού Μιλλαρέν την ίδια εποχή με ταυτόχρονο τερματισμό της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ιβηρικής οι οποίες ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη πηγή σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Την ίδια εποχή 2400 - 2200 π.χ. όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα ξεκίνησε η παρασκευή μπρούτζου στα Βρετανικά νησιά προφανώς η φθορά των πόλεων Μιλλαρέν οδήγησε τους μεταλλουργούς να αναζητήσουν άλλα μέρη με κοιτάσματα κασσίτερου για να εγκαταστασθούν, μέσω θαλάσσης στην δυτική Ευρώπη.  Το κοντινότερο μέρος ήταν τα Βρετανικά νησιά, την ίδια εποχή ξεκίνησε η εκμετάλλευση των Βρετανικών μεταλλουργικών πηγών το πρόβλημα ήταν  μόνο οτι τα κοιτάσματα κασσίτερου στην Βρετανία ήταν αισθητά λιγότερα σε σχέση με την Ιβηρική.

Ο προϊστορικός οικισμός Ζαμπουζάλ
Οι νέοι δρόμοι στην Μεγάλη Βρετανία δημιούργησαν νέες αποικίες τόσο των ίδιων των ανθρώπων των πόλεων Μιλλαρέν όσο και των υπόλοιπων Μινωιτών στα παράλια της Πορτογαλίας χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο νεολιθικός οικισμός Ζαμπουζάλ/Zambujal που βρίσκεται στην πόλη Τόρες Βέντρας/Torres Vedras της Πορτογαλίας στον Πορτογαλικό νομό Αζαμπούζα/Azambuja 50 Km βόρεια απο την πρωτεύουσα Λισσαβώνα, ιδρύθηκε γύρω στο 2600 π.χ. Οι Μινωίτες γνώρισαν την περίοδο 2400 - 2100 π.χ. μεγάλη οικονομική παρακμή λόγω της καταστροφής των πόλεων του πολιτισμού Μιλλαρέν της Αλμέρας επειδή χωρίς αυτές δέν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα πλούσια μεταλλεύματα της περιοχής, όπως είδαμε το ίδιο γεγονός έφερε παγκόσμια πτώση στην κατασκευή του μπρούτζου αφού ο κασσίτερος υπήρχε πλούσιος μόνο στην νότια Ιβηρική. Η διάσωση του οικισμού Ζαμπουζάλ στην Πορτογαλία δέν έφθανε γι'αυτό δημιούργησαν νέες πόλεις με νέες κατοίκους στην περιοχή της Αλμέρας όπου άκμασαν οι Μιλλαρέν, ξεκίνησε τότε μιά νέα μορφή πολιτισμού για την Ιβηρική με εκμετάλλευση των ορυχείων και την παρασκευή μετάλλων. Οι νέοι άποικοι οι οποίοι ήταν Μινωίτες σε ανάμιξη με παλιότερους Ίβηρες δημιούργησαν απο τον νέο πολιτισμό Έλ Αργκάρ Α'/El Argar ο οποίος θα γνωρίσει νέα μεγάλη έξαρση απο το 1900 π.χ. με επίκεντρα τις πόλεις της Πορτογαλίας και οι νέες πόλεις Ελ Αργκάρ Α' της Αλμέρας.
Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του πολιτισμού Ελ Αργκάρ ήταν η ίδια η Πορτογαλική πόλη Ζαμπουζάλ που άκμασε πάνω απο μιά χιλιετία ώς το 1300 π.χ. τα ερείπια της Ζαμπουζάλ ανακαλύφθηκαν (1936) απο τον διάσημο Πορτογάλο αρχαιολόγο Λιονέλ Τριντάντε/Leonel Trindade (1903 - 1992) κατόπιν συνεχίστηκαν απο τους Segundo Sanrmeister και Hermanfrid Schubart έως το 1969. Τα σπουδαιότερα ευρήματα ήταν μεγάλα τείχη με ημικυκλικούς πύργους οι οποίοι συνήθως καλύπτονταν με τρούλο, κοντά στα τείχη υπήρχαν ισχυρά κτίσματα για την προστασία της περιοχής οι οχυρώσεις επεκτάθηκαν σημαντικά μετά το 1700 π.χ., η πτώση του πολιτισμού του Ελ Αργκάρ Α' οφείλεται στο οτι οι Μινωίτες είχαν πλημμυρίσει τόσο πολύ την παγκόσμια αγορά με φθηνό κασσίτερο ώστε το μέταλλο του μπρούτζου να χάσει την αξία του. Ακολούθησε η καταστρεπτική έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (1630 π.χ.) με απίστευτες επιπτώσεις στην ανθρωπότητα τότε καταστράφηκε και ο Μινωικός πολιτισμός, σύντομα στον Ελληνικό χώρο η καταστροφή των Μινωιτών οδήγησε στην ανάδειξη νέων δυνάμεων στον Ελληνικό χώρο οι οποίες σύντομα θα πρωταγωνιστήσουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στις αποικίες με το όνομα Μυκηναϊκός πολιτισμός ή Αχαιοί ή Αχιγιάβα σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές των Χεταίων.

Η εγκατάσταση των Μυκηναίων στην Ιβηρική - πολιτισμός Ελ Αργκάρ Β'



Αρχαιολογικά ευρήματα απο την περιοχή της Ταρτησσού
Οι Μυκηναίοι ήθελαν με την σειρά τους να εκμεταλλευτούν τα πολύτιμα μέταλλα της νότιας Ισπανίας κάτι που τους οδήγησε σε οργανωμένες εκστρατείες στην περιοχή για την υποταγή των πόλεων Ελ Αργκάρ Α' της Αλμερίας και την δημιουργία νέων πόλεων με δικούς τους αποίκους οι οποίοι θα επεξεργάζονταν τα μέταλλα προς όφελος τους. Οι εκστρατείες του Ηρακλή στην Ιβηρική για την τέλεση του 10ου άθλου του με τον φόνο του γίγαντα Γηρυόνη και την αρπαγή των βοδιών του αυτό ακριβώς συμβόλιζε. Ο χρυσός συναλλασσόταν τότε με ελάσματα υπο την μορφή βοός τα οποία υπήρχαν εν αφθονία στην Ιβηρική χερσόνησο και ήταν το βασικό μεταφορικό εργαλείο για τις χερσαίες μετακινήσεις τους μεταξύ της ανατολής και της δυτικής Ευρώπης. Οι Μυκηναίοι ίδρυσαν νέες μεγάλες πόλεις στις ίδιες περιοχές της Αλμέρας αλλά το πιό αξιοσημείωτο στις Μυκηναϊκές εγκαταστάσεις είναι οτι επεκτάθηκαν σημαντικά στην δυτική Ανδαλουσία, στα στενά του Γιβραλτάρ και ακόμα δυτικότερα στις περιοχές που βρίσκονται σήμερα οι Ισπανικοί νομοί του Κάδιξ και της Ουέλβας. Οι Ιβηρικές πόλεις εισέρχονται σε μιά νέα φάση ενός νέου πολιτισμού με το όνομα Ελ Αργκάρ Β' που θεωρείται σαν συνέχεια του Ελ Αργκάρ Α' ή πολιτισμός της Αταλαίας/Horizon of Atalaia ξεκινάει το 1500 π.χ. (πιθανή εποχή της εκστρατείας του Ηρακλή στην δύση) μέχρι το 1100 - 1000 π.χ. με την εισβολή των Φοινίκων απο την Τύρο στην Ιβηρική, στον πολιτισμό Έλ Αργκάρ Β' το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην δυτική Ανδαλουσία δυτικότερα απο τα στενά του Γιβραλτάρ.
Μπρούτζινο αντικείμενο απο την Ταρτησσό
Η θρυλική πόλη της Ταρτησσού η κορυφαία Ιβηρική πόλη της αρχαιότητας εξαφανισμένη σήμερα κάτω απο το δέλτα του ποταμού Γκουαδαλκουιβίρ ή κάτω απο τον ωκεανό στα σύνορα των νομών Κάδιξ και Ουέλβας ιδρύθηκε πιθανότατα τότε απο τους Μυκηναίους. Πρωταγωνίστησε σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη ακόμα και μετά την κατάκτηση της χερσονήσου απο τους Φοίνικες (1100 π.χ.) μέχρι την καταστροφή της τον 5ο αιώνα π.χ. απο τους Καρχηδόνιους και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι κάτοικοι της Ταρτησσού ήταν πάντα ώς το τέλος οι απόγονοι Μυκηναίων χωρίς καμιά ανάμειξη με Φοίνικες. Η σημαντικότερη πόλη που ίδρυσε ο Ηρακλής ήταν η Άβδηρος στα δυτικότερα σύνορα του Ισπανικού νομού της Αλμερίας στα σύνορα με την Γρανάδα για να τιμήσει τον φίλο του Άβδηρο απο την Θράκη που κατασπαράχθηκε απο τα άλογα του Διομήδους πόλη με το ίδιο όνομα έκτισε αργότερα και στην Θράκη την ιδιαίτερη πατρίδα του Άβδηρου απο την οποία καταγόταν και ο Δημόκριτος οι δύο πόλεις άν και απέχουν τόσο μακριά είναι ακόμα και σήμερα αδελφοποιημένες. Ο Ηρακλής εκτός απο τα Άβδηρα ίδρυσε πλήθος πόλεων στην δυτική Ανδαλουσία όπως η Καρπαία/Καρτήια πάνω στον βράχο του Γιβραλντάρ η οποία τα αρχαία χρόνια λεγόταν Ηράκλεια, δυτικότερα την Μελουρία αλιευτικό κέντρο, την Βελών αλλά και την ίδια την Ταρτησσό στις όχθες του ποταμού Γκουαδαλκουιβίρ (οι αρχαίοι Έλληνες τον έλεγαν Βεάτη) την οποία οι αρχαίοι απο την εποχή που εξαφανίστηκε την μπέρδευαν με την Καρπαία.
Επιγραφή σε τάφο της Ταρτησσού
Τα Άβδηρα και προπαντώς η Ταρτησσός ήταν οι σημαντικότερες πόλεις του Ιβηρικού πολιτισμού Ελ Αργκάρ Β' των Μυκηναίων με την μόνη διαφορά οτι μετά το 1100 π.χ. με την εισβολή των Φοινίκων τα Άβδηρα κατελήφθησαν απο τους Φοίνικες που τα ονόμασαν Άδρα. Η Ταρτησσός αντίθετα συνέχισε να διοικείται απο τους παλιότερους Μυκηναίους κατοίκους ώς το τέλος της, τα Άδρα είναι σήμερα μιά γραφική παραλιακή κωμόπολη πάνω σε λόφο στις όχθες του ποταμού Άδρα με 24.000 κατοίκους. Τόπος τέλεσης του 10ου άθλου του Ηρακλή με τον Γηρυόνη σύμφωνα με την παράδοση ήταν το λιμάνι του Κάδιξ αλλά εκεί οι Φοίνικες οι οποίοι ήρθαν στην περιοχή τον 11ο αιώνα π.χ. έκτισαν την πρωτεύουσα τους στην Ιβηρία, δέν υπάρχουν αναφορές για προηγούμενη πόλη απο τον Ηρακλή. Η ταύτιση του Κάδιξ με τον Ηρακλή οφείλεται πιθανώς σε σύγχυση που δημιουργήθηκε στους Έλληνες την εποχή κυριαρχίας των Φοινίκων στην Ιβηρία τότε ήταν η σημαντικότερη πόλη στην περιοχή των στενών του Γιβραλτάρ  όπως σύγχυση ήταν και η ταύτιση της Καρπήιας με την εξαφανισμένη Ταρτησσό. Ο Όμηρος σε στίχους της Ιλιάδας μιλάει για χρυσοφόρα γή στα δυτικά όρια της γής πρίν απο τον μεγάλο ωκεανό στην οποία οι κάτοικοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι απο τα πλούτη τους και ζούσαν πολλά χρόνια (Ιλιάς, Θ 485) η μεγάλη ακμή της πόλης της Ταρτησσού ήταν το δεύτερο μισό της 1ης χιλιετίας π.χ. (1500 - 1000 π.χ.) τότε ήταν η μεγαλύτερη πόλη της δυτικής Ευρώπης και το πλουσιότερο βασίλειο του κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την Ταρτησσό ώς το τέλος του κόσμου λόγω του Ατλαντικού ωκεανού μιλούσαν για αυτήν με μεγάλο δέος και δημιούργησαν μυθικές δοξασίες για την ύπαρξη στην περιοχή γιγάντων, γοργόνων και άγριων θαλασσίων τεράτων όπως η Ταρτησσία μύραινα τα ευρήματα της περιοχής αποδεικνύουν πραγματικά τις σκέψεις των Ελλήνων για τα συγκεκριμένα τέρατα τα οποία απεικονίζονταν σε διάφορα αντικείμενα.

Η θρυλική πόλη Ταρτησσός σύμφωνα με την Βίβλο



Ο βασιλιάς Σολομώντας - έργο του Γερμανού
ζωγράφου Γουσταύου Ντορέ (1866)
Οι Ταρτησσαίοι εκτός του οτι ήταν οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου και οι μεγαλύτεροι επεξεργαστές πολύτιμων μετάλλων ήταν οι πιό διάσημοι έμποροι και θαλασσοπόροι σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Δημιούργησαν εμπορικές αποικίες με τα πανίσχυρα πλοία τους τόσω μέσω του Ατλαντικού στην Βρετανία όσο μέσω της Μεσογείου και της Ερυθράς θάλασσας στην Ινδία οπου έχτισαν μεγαλιθικά κτίρια, βρέθηκαν στην Ινδία επιγραφές του 1000 π.χ. με αναφορές στην Ιβηρία. Την παγκόσμια εμπορική θαλασσοκρατορία των Ταρτησαίων όσο και την Ελληνική τους καταγωγή επιβεβαιώνει για την ίδια εποχή η Βίβλος η οποία αναφέρεται σε αυτήν με το όνομα Θαρσείς με πλήθος αναφορές απο όλους τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (Ησαΐας, κεφάλαιο 23 - Ιων 1:1-3 και 4:2 - Ιεζεκιήλ 27 : 25 - 26) στο Κεφάλαιο της Γέννεσης (Γεν 10:4 και 1 Χρονικών 1:7) λέει οτι ο γενάρχης τους Θαρσείς ήταν γιός του Ιαυάν (ταυτίζεται με τους Έλληνες ή Ίωνες) και δισέγγονος του Ιάφεθ (ταυτίζεται με τους Ινδοευρωπαίους).  H Βίβλος λέει συγκεκριμένα στο 10ο Κεφάλαιο της Γένεσης :

1. Και ούται είναι αι γενεαλογίαι των υιών του Νώε Σήμ, Χάμ και Ιάφεθ και εγεννήθησαν εις αυτούς υιοί μετά τον κατακλυσμόν.
2. Οι υιοί του Ιάφεθ ήταν Γομέρ και Μογώγ, και Μαδαί και Ιαυάν και Θουβάλ και Μεσέχ και Θειράδ
3. Και οι υιοί του Γομέρ, Ασχενάζ και Ριφάθ και Θωγαρμά
4. Και οι υιοί του Ιαυάν Ελεισά και Θαρσείς, Κιπείμ και Δωδονείμ
5. Εκ τούτων εμοιράσθησαν αι νήσοι των εθνών εις τους τόπους αυτών εκάστου κατά την γλώσσα αυτού, κατά τας φυλάς αυτών, εις τα έθνη αυτών.

Η Ταρτησσός αναφέρεται απο την Βίβλο εκτενώς την εποχή του βασιλιά Σολομώντα (περίπου 1100 - 1000 π.χ.)  με το όνομα Θαρσείς σαν μιά παγκόσμια εμπορική υπερδύναμη πολύτιμων μετάλλων ιδιαίτερα χρυσού την εποχή που το ίδιο το Ισραήλ σύμφωνα με την Βίβλο πάντα αφού αρχαιολογικά στοιχεία δέν υπάρχουν έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία του ισχυρό βασίλειο και άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο.
Εργάτες φορτώνουν Φοινικικά εμπορικά πλοία -  Ασσυριακή
τοιχογραφία στα ανάκτορα του Σαργών
Ο Σολομώντας δημιούργησε εμπορικό στόλο με έμπειρους ναυτικούς που τους παραχώρησε ο σύμμαχος του βασιλιάς της Τύρου Χιράμ (1Βασιλέων 9:26-28), τα πλοία έκαναν υπερπόντια ταξίδια μιά φορά κάθε τρία χρόνια μεταφέροντας στο Ισραήλ χρυσάφι, ασήμι, ελεφαντόδοντο, πιθήκους και παγώνια. Στην αναφορά (1Βασιλέων 10:22)  βλέπουμε να χρησιμοποιείται ο όρος "πλοία της Θαρσείς" εννοώντας τα μεγάλα πλοία τα οποία θα μπορούσαν να ταξιδέψουν ως τις Θαρσείς στην άλλη άκρη του κόσμου (1Βασιλέων 22:48, 2Χρονικά 9:21, 2Χρονικά 20:36,37). Η πόλη Θαρσείς ήταν η μεγάλη εμπορική αγορά για την σύμμαχο του Σολομώντα πόλη της Τύρου του βασιλιά Χιράμ, την πόλη των Φοινίκων οι οποίοι την ίδια εποχή θα εγκατασταθούν στην Ιβηρική με πρωτεύουσα το Κάδιξ/Γάδειρα και στην συνέχεια μετά την φθορά της Ταρτησσού θα καταλάβουν ολόκληρη την Ιβηρική χερσόνησο καταστρέφοντας τις περισσότερες απο τις παλιές πόλεις του πολιτισμού Ελ Αργκάρ Β' (Ιερεμίας 10:9 και Ιεζεκιήλ 27:3 - 12). Στα πλοία των Θαρσέων αναφέρεται ο προφήτης Ησαίας όταν πρόβλεψε την πτώση της Τύρου (Ησαίας 23:1-10-14, Ησαίας 66:19, Ησαίας 60:9 ) την εποχή που η Τύρος καταλήφθηκε απο τους Ασσυρίους (876 π.χ.) η πόλη Θαρσείς δέν έχει καμία σχέση με την Ταρσό της Κιλικίας η οποία δέν είχε ούτε κατα φαντασία τα πολύτιμα μέταλλα και τα εξωτικά ζώα που περιγράφονται, όλες οι περιγραφές δείχνουν την Ιβηρική το πιό μακρινό σημείο στην δυτική Μεσόγειο. Ο διάσημος Γερμανός αρχαιολόγος Αδόλφος Σούλτεν/Adolf Schulten (1870 - 1960) ήταν βέβαιος οτι η εξαφανισμένη Ιβηρική Ταρτησσός ήταν η Βιβλική Θαρσείς γράφοντας αναλυτικά τις απόψεις του στο έργο του Tαrtessus (1922), ο ίδιος έκανε ασταμάτητα εκτεταμένες ανασκαφές ολόκληρο το διάστημα (1905 - 1912) στην νότια Ιβηρική για την ανακάλυψη της χαμένης πόλης αλλά χωρίς επιτυχία.

Φοίνικες σε αρχαία τοιχογραφία
Η τεράστια φήμη που είχε η Ταρτησσός την εποχή του Βιβλικού βασιλιά Σολομώντα οπου βρισκόταν στο αποκορύφωμα της δόξας της οδήγησε τους συμμάχους του Σολομώντα Φοίνικες της Τύρου στον εποικισμό της περιοχής της Ιβηρικής την ίδια εποχή (11ος αιώνας π.χ.) σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση που συμφωνεί απόλυτα ο εποικισμός της Ιβηρικής απο τους Φοίνικες έγινε 80 χρόνια μετά τα Τρωικά (γύρω στο 1100 π.χ.). Οι Φοίνικες της εποχής του Σολομώντα κατά βάση έμποροι δέν κατέλαβαν στρατιωτικά την περιοχή όπως έκαναν λίγους αιώνες αργότερα οι ομόφυλοι τους Καρχηδόνιοι οι οποίοι ήταν επίσης Φοίνικες της Τύρου αλλά ίδρυσαν μονάχα εμπορικούς σταθμούς για τον έλεγχο του εμπορίου των πολύτιμων μετάλλων, απέκτησαν τον έλεγχο πολλών απο τις πόλεις Ελ Αργκάρ Β' όπως της Καρπήιας και των Αβδήρων αντίθετα η Ταρτησσός δέν επηρεάστηκε χάνοντας λίγο απο την προηγούμενη ισχύ της.   Την πρώτη αναφορά για την πόλη της Ταρτησσού την 1η χιλιετία π.χ. βρίσκουμε σε επιγραφή του Ασσύριου βασιλιά Εσαρχαδών (680-669 π.χ.) ο οποίος με μεγάλο εγωισμό αναφέρει οτι όλες οι περιοχές της Μεσογείου απο την Κύπρο έως την Ταρτησσό την οποία τοποθετεί στο δυτικότερο άκρο της Μεσογείου είναι υποτελείς του χωρίς καμιά πρόσθετη πληροφορία για την πόλη.

Οι Φοίνικες της Τύρου στην Ιβηρική



Ο θεός Μελκάρτ
Η εγκατάσταση των Φοινίκων στην Ιβηρική τερμάτισε τον πολιτισμό Ελ Αργκάρ Β' ή Ατάλαιας Μυκηναϊκής καταγωγής ο οποίος παρέμεινε μονάχα στην Ταρτησσό εισάγοντας μιά νέα μορφή μεταλλουργικού πολιτισμού της Αγίας Βιτορίας στον οποίο συνυπήρχαν Φοίνικες και παλιότεροι κάτοικοι αλλά το πάνω χέρι το απέκτησαν οι Φοίνικες, οι σχέσεις τους μάλλον ήταν ψυχρές κάτι που φάνηκε αργότερα όταν οι ομόφυλοι τους Φοίνικες της Καρχηδόνας κατέστρεψαν την Ταρτησσό. Τα κύρια σημεία εγκατάστασης των Φοινίκων τον 10ο π.χ. αιώνα ήταν η χερσόνησος Κάδιξ στα στενά του Γιβραλτάρ οπου ίδρυσαν την πρωτεύουσα τους στην Ιβηρική, η Καρθαγένη στις Μεσογειακές ακτές της Μούρθιας ενός μικρού Ισπανικού παραλιακού ανατολικά της Ανδαλουσίας και η Ίβιζα στις Βαλεαρίδες νήσους στις 3 αυτές πόλεις ίδρυσαν μεγάλους ναούς αφιερωμένους στον μέγιστο θεό της Τύρου Μελκάρτ/Melqart τον οποίο εσφαλμένα οι Έλληνες ταύτισαν με τον Ηρακλή. Ο θεός Μελκάρτ ήταν παλιός Ασιατικός θεός προερχόμενος απο τον Μότ θεό του θανάτου στο Χαναανίτικο πάνθεον της Ουγκαρίτ έναν απο τους γιούς του Έλ και αδελφούς των Βαάλ δέν δείχνει να έχει καμιά σχέση με τον Έλληνα μυθικό ήρωα Ηρακλή, η πρώτη επιγραφή με το όνομα του βρέθηκε βόρεια απο το Χαλέπι και χρονολογείται τον 9ο αιώνα π.χ.  Ο Μελκάρτ ήταν ο μεγαλύτερος θεός προστάτης της Τύρου ο μεγάλος ιερέας του θεού ήταν στην ίδια τάξη με τον βασιλιά της Τύρου, μεταφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές οπου οι Φοίνικες της Τύρου ίδρυσαν αποικία όπως η Καρχηδόνα και οι Ιβηρικές πόλεις, ο Καρχηδόνιος στρατάρχης Αννίβας πρίν αναχωρήσει για οποιαδήποτε εκστρατεία του έκανε θυσία στον Μελκάρτ. Μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει ο Μελκάρτ να συγχέεται με τον Βοιωτό ήρωα Μελικέρτη γιό του Αθάμαντα και της Ινούς κόρης του Κάδμου λόγω της εκπληκτικής ομοιότητας των ονομάτων τους ο Μελικέρτης καταδιωκόμενος απο τον πατέρα του Αθάμα πνίγηκε με την μητέρα του Ινώ πέφτοντας στην θάλασσα, οι Ρωμαίοι τον λάτρευαν σαν θεό της θάλασσας. Ο ναός του Μελκάρτ στο Κάδιξ/Ελληνικά Γάδειρα είχε δύο μεγάλες χάλκινες κολώνες ύψους 4m που τον στήριζαν κάτι που έδωσε στους αρχαίους Έλληνες την έμπνευση να δημιουργήσουν τον θρύλο της στήλης του Ηρακλέους στο Γιβραλτάρ λόγω της εσφαλμένης σύγχυσης του θεού της Τύρου με τον Έλληνα ήρωα αλλά οι συγκεκριμένες χάλκινες στήλες υπάρχουν σε όλους τους ναούς του Μελκάρτ υπάρχουν στους ναούς της Καρθαγένης, της Ίμπιζας όπως και σε όλους τους ναούς της Καρχηδόνας  και της κοιτίδας Τύρου που λάτρευαν τον θεό.
H πριγκίπισσα Ελίζα απο την
Τύρο ιδρυτής της
Καρχηδόνας
Η ζωή των Φοινίκων στην Ιβηρική επικεντρώθηκε γύρω απο την πρωτεύουσα Κάδιξ απο την οποία οργάνωναν την συνολικά εμπορική δραστηριότητα όλων των πόλεων με την μητρόπολη, οι Καρχηδόνιοι οι οποίοι έφτασαν στην Ιβηρική μετά τον 5ο αιώνα π.χ. μετέφεραν την πρωτεύουσα στην δεύτερη μεγάλη Φοινικική αποικία Καρθαγένη επειδή εξυπηρετούσε καλύτερα τις στρατιωτικές τους δραστηριότητες. Είναι άγνωστο πόσο άλλαξε η ζωή των κατοίκων της Ταρτησσού μετά την εγκατάσταση των Φοινίκων στην Ιβηρική επειδή δέν έχουμε καθόλου ιστορικές αναφορές, την πρώτη αναφορά την βλέπουμε απο τον Έλληνα ιστορικό Ηρόδοτο απο την Αλικαρνασσό (484 - 424 π.χ.) την εποχή του οποίου η Ταρτησσός εξακολουθούσε να κυριαρχεί στην Ιβηρική και να είναι η ισχυρότερη πόλη σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη. Μετά τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.χ. έχουμε επιπλέον μαζί με τους Φοίνικες την εισβολή Κελτών απο την Γαλατία, οι Κέλτες αναμείχθηκαν με τους παλιότερους Ίβηρες οι οποίοι ήταν προ - έλληνες δημιουργώντας έναν νέο λαό τους Κελτίβηρες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χερσονήσου όπως και στην Ταρτησσό.

Ο βασιλιάς Αργανθώνιος και οι αναφορές του Ηροδότου



Ηρόδοτος
Ο Ηρόδοτος στην αναφορά του για την Ιβηρική (Ηροδότου ιστορίαι, Βιβλίο Α' - Κλειώ παρ. 163 - 165) λέει οτι οι Φωκαείς την περίοδο της μεγάλης θαλασσοκρατορίας τους (600 - 570 π.χ.) όταν ίδρυσαν πλήθος απο αποικίες στις δυτικές Μεσογειακές παραλίες επισκέφτηκαν την Ταρτησσό στην νότια Ιβηρική οπου τους υποδέχθηκε ο υπέργηρος βασιλιάς Αργανθώνιος, ο οποίος είναι το πλέον μακρόβιο ιστορικό πρόσωπο του πλανήτη. Οι Φωκαείς χρησιμοποιούσαν την πεντήκορο τα πιό σύγχρονα αρχαία πλοία σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε σήμερα την οποία κινούσαν 50 κωπηλάτες 25 απο κάθε πλευρά, η σπουδαιότερη αποικία τους ήταν η Μασσαλία στις νότιες Γαλλικές ακτές (600 π.χ.), άλλες μεγάλες αποικίες τους ήταν το Εμπόριο και το Ημεροσκοπείον (600 π.χ.) στην Ισπανική ακτή της Καταλανίας, η Αλαλία στην Κορσική, η Ολβία στην Σαρδηνία και η Ελέα στην Κάτω Ιταλία.  Ο Αργανθώνιος ο μόνος βασιλιάς της Ταρτησσού για τον οποίο έχουμε πληροφορίες σαν υπαρκτό πρόσωπο έζησε 120 χρόνια και βασίλευσε 80, η χρονική διάρκεια ζωής του βάση των πληροφοριών του Ηροδότου ήταν μεταξύ 665 - 545 π.χ. και η χρονική διάρκεια της βασιλείας του μεταξύ 625 - 545 π.χ. επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες των αρχαίων Ελλήνων οτι οι κάτοικοι της Ταρτησσού στην πλειοψηφία τους ήταν υπέργηροι ξεπερνώντας τα 100 χρόνια λόγω της υπερβολικά ευτυχισμένης ζωής και του αμύθητου πλούτου τους.
Ο βασιλιάς Αργανθώνιος - απο τα
ευρήματα της Ταρτησσού
Ο βασιλιάς Αργανθώνιος δέχθηκε με μεγάλες τιμές τους Φωκαείς και τους ζήτησε να τους παραχωρήσει γή για να ζήσουν άνετα οι ίδιοι και οι οικογένειες τους αλλά εκείνοι ευγενικά αρνήθηκαν επειδή έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους την Φώκαια να την υπερασπιστούν απο τους Πέρσες που την πολιορκούσαν, ο καλοκάγαθος Αργανθώνιος για να τους ευχαριστήσει τους έδωσε τόσο πολύ χρυσάφι που μπόρεσαν με αυτό στην συνέχεια να χτίσουν γύρω απο ολόκληρη την πόλη τους νέα μεγάλα ισχυρά τείχη. Την ίδια εποχή (7ος - 6ος αιώνας π.χ.) βρέθηκαν δείγματα της Ταρτησσιανής γλώσσας και γραφής τα παλιότερα γραπτά κείμενα στην χερσόνησο της Ιβηρίας στην περιοχή της Ταρτησσού γύρω απο τις εκβολές του ποταμού Βαέτη αλλά και στην νότια Πορτογαλία με μιά μορφή ημισυλλαβικής γραφής, ήταν προφανώς η επίσημη γλώσσα και γραφή του βασιλείου της Ταρτησσού με άγνωστη προέλευση. Πολλοί γλωσσολόγοι βιάστηκαν να την εντάξουν στην γενικότερη ομάδα των Κέλτικων γλωσσών αλλά αργότερα διάσημοι γλωσσολόγοι όπως ο Αμερικάνος John T.Koch σε μελέτες τους (2009) διατύπωσαν την άποψη οτι δέν έχει ιδιαίτερη σχέση με την Κέλτικη αλλά είναι πολύ παλιότερη ορισμένοι χαρακτήρες της μάλιστα έμοιζαν αισθητά με την Γραμμική Β' γραφή των Μυκηναίων.
Ο Ηρόδοτος διασώζει άλλη μιά ιστορία με τον ναυτικό Κωλαίο τον Σάμιο (γύρω στο 620 π.χ.) (Ηροδότου ιστορίαι, Βιβλίο Δ' - Μελπομένη παρ.152) ο οποίος σε κάποιο ταξίδι του στην Αίγυπτο παρασύρθηκε απο τα τεράστια κύματα που τον παρέσυραν ναυαγό στην Ταρτησσό η οποία διοικείτο και τότε απο τον βασιλιά Αργανθώνιο, όταν επέστρεψε στην Σάμο οι πατριώτες του έμειναν τρομερά έκπληκτοι απο τα απίστευτα πλούτη που έφερε μαζί του. Η ιστορία του Κωλαίου προηγείται της εκστρατείας των Φωκαέων στην δυτική Μεσόγειο περίπου 20 χρόνια πιθανότατα ο Κωλαιός ερέθισε τους Φωκαείς να επισκεφτούν εκείνη την εποχή την μυθική Ιβηρική πόλη για την οποία όλες οι Ελληνικές παραδόσεις έλεγαν οτι οι κάτοικοι τους οποίους θεωρούσαν απογόνους του Ηρακλή ζούσαν σε αμύθητα πλούτη και ήταν υπερβολικά ευτυχισμένοι. Ο Αργανθώνιος ήταν ο τελευταίος μιάς μεγάλης σειράς βασιλέων της Ταρτησσού ευτυχισμένων και μακρόβιων που ξεκινά απο τον μυθικό Γηρυόνη της εποχής του Ηρακλή αλλά δυστυχώς δέν έχουμε για κανέναν άλλον ιστορικές πληροφορίες μετά απο αυτόν άρχισε η παρακμή της Ταρτησσού η οποία οφείλεται βασικά στην άνοδο των Φοινίκων και την εισβολή στην Ιβηρικοί των Καρχηδονίων απο την Τυνησία οι οποίοι ήταν μιά αρκετά πολεμοχαρής αυτόνομη Φοινικική αποικία της Τύρου στην Αφρική.
Πλάκα με δείγμα Ταρτησσιανής γραφής - 6ος αιώνας π.χ.
Η Καρχηδόνα ιδρύθηκε το 825 π.χ. με φυγάδες απο την Τύρο υπο την ηγεσία της πριγκίπισσας Ελίζας (μυθικής Διδούς) αδελφής του αυταρχικού βασιλιά της Τύρου Πυγμαλίωνα (831 - 785 π.χ.) ο οποίος είχε σκοτώσει τον σύζυγο της Ακέρβαντα μεγάλο ιερέα του θεού Μελκάρτ και στην συνέχεια εξαπάτησε την αδελφή του με ψέματα, οι Καρχηδόνιοι δέν διέφεραν σχεδόν σε τίποτα σε θέματα εθίμων και θρησκείας απο τους Τύριους εκτός του οτι ζούσαν μακριά απο την μητρόπολη. Διαμόρφωσαν ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία η οποία τους οδήγησε σύντομα σε στρατιωτικές εκστρατείες εκδηλώνοντας την πολεμική τους φύση, ο Αινείας συγχέει στο επικό του έργο Αινειάδα την Διδώ με τον μυθικό Τρωικό ήρωα Αινεία ιστορικά έωλο αφού ο Αινείας έζησε πολλούς αιώνες πιό πρίν τον 12ο αιώνα π.χ. την εποχή των Τρωικών εκδηλώνει μονάχα τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα της Αινειάδας. Τον 5ο αιώνα π.χ. λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του θρυλικού ιστορικού βασιλιά Αργανθώνιου οι Καρχηδόνιοι κατέκτησαν την Ιβηρική, δέν πείραξαν καθόλου τις πόλεις που βρίσκονταν υπο την διοίκηση των Φοινίκων τους οποίους σεβάστηκαν λόγω της κοινής τους καταγωγής. Κατέστρεψαν τις υπόλοιπες πόλεις που είχαν ιδρυθεί απο τους Έλληνες όπως το Ημεροσκοπείον των Φωκαέων, κατέστρεψαν και τις μεγάλες προ - Ιβηρικές πόλεις που δέν βρίσκονταν υπο την διοίκηση Φοινίκων όπως η Ταρτησσός, αντίθετα τα Άβδηρα (Φοινικική Άδρα), το Κάδιξ (μυθικά Γάδειρα) η Καρπεία ή Ηράκλεια στα στενά του Γιβλαντάρ διασώθηκαν επειδή βρίσκονταν υπο την διοίκηση Φοινίκων απο τον 10ο αιώνα π.χ. άσχετα άν ιδρύθηκαν απο τους Ηρακλειδείς τον 15ο αιώνα π.χ.

Κατάκτηση της Ιβηρικής απο τους Καρχηδόνιους



Αμίλκας Βάρκας
Η καταστροφή της Ταρτησσού και των υπόλοιπων προ - Ιβηρικών πόλεων του Μυκηναικού πολιτισμού Έλ Αργκάρ Β' οι οποίοι δέν είχαν επηρεαστεί απο την παλιότερη εγκατάσταση των Φοινίκων τοποθετείται γύρω στο 530 π.χ., την Ταρτησσό πολλοί ερευνητές την ταυτίζουν με την Ομηρική χώρα των Φαιάκων αντί για την Κέρκυρα.
Τους πρώτες αιώνες μετά την Καρχηδονιακή κατάκτηση η Ιβηρική ήταν η σημαντικότερη αποικία της μητρόπολης Καρχηδόνας, τα προβλήματα δημιουργήθηκαν αργότερα απο τον 3ο αιώνα π.χ. με την άνοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η οποία με την ιμπεριαλιστική της πολιτική δέν επέτρεπε να υπάρχουν άλλες μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή.  Αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα των Καρχηδονιακών πολέμων πρωτεργάτης ο Καρχηδόνας αρχιστράτηγος Αμίλκας Βάρκας (290 - 229 π.χ.) πατέρας του διάσημου Αννίβα ο οποίος έφτασε στην Ιβηρική μαζί με τον γιό του (237 π.χ.) ιδρύοντας την πόλη Άκρα Λευκή (σημ. Αλικάντε) και το Μπαρκίνο/Barcino (μελλοντική Βαρκελώνη δεύτερη πόλη σήμερα της Ισπανίας). Την εποχή του Αμίλκα Βάρκα είχε ξεκινήσει ο Α' Καρχηδονιακός πόλεμος με τους Ρωμαίους (264 π.χ.) επειδή οι Ρωμαίοι ενοχλήθηκαν υπεροπτικά απο την επέκταση των Καρχηδονίων στην Σικελία, αναγκάστηκαν να ναυπηγήσουν στόλο άν και ήταν ώς τότε άσχετοι και με την βοήθεια ενός νέου όπλου του κόρακα μπόρεσαν να νικήσουν σε πολλές μάχες τον ισχυρό Καρχηδονιακό στόλο αναγκάζοντας την Καρχηδόνα να εγκαταλείψει την Σικελία (241 π.χ.). Ο Αμίλκας Βάρκας ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Ιβηρικής μεταφέροντας την πρωτεύουσα στην Καρθαγένη η οποία είχε ιδρυθεί απο τους Φοίνικες μαζί με τα Γάδειρα τον 11ο αιώνα π.χ. την ονόμασε Νέα Καρχηδόνα, σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Ιβηρικού φύλου των Λουσιτανών (229 π.χ.) και τον διαδέχθηκε ο γιός του ο θρυλικός στρατάρχης Αννίβας (247 - 183 π.χ.).

Αννίβας
Οι Ρωμαίοι ενοχλήθηκαν σημαντικά απο την ισχύ των Καρχηδονίων στην Ιβηρική άν και είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους κήρυξαν αδικιολόγητα νέο πόλεμο εναντίον τους με πρόσχημα μιά διαμάχη στην Ιβηρική πόλη Ζάκανθο κοντά στην Βαλένθια μεταξύ φιλοΡωμαίων και Καρχηδονίων και την κατάληψη της στην συνέχεια απο τον Αννίβα (219 π.χ.), ο Αννίβας ορκισμένος εχθρός της Ρώμης αρνήθηκε να καταλάβει την πολεμική αποζημίωση που πλήρωναν οι Καρχηδόνιοι στους Ρωμαίους μετά την ήττα τους στον Α' Καρχηδονιακό πόλεμο (241 π.χ.). Ο Αννίβας εξοργισμένος με την θρασύτητα των Ρωμαίων που ζητούσαν την παράδοση του πήγε στην Ιβηρική χερσόνησο Νέα Καρχηδόνα/Καρθαγένη οπου άρχισε να προετοιμάζει μεγαλοπρεπή εκστρατεία εναντίον τους  με 50.000 πεζικό, 9.000 ιππικό και 37 ελέφαντες, τα επόμενα 3 χρόνια συνέτριψε τους Ρωμαίους διαδοχικά στον ποταμό Τρέβια (218 π.χ.), στην λίμνη Τρασιμένη (217 π.χ.) και στις Κάννες (216 π.χ.). Οι Ρωμαίοι είχαν υποστεί ανεπανόρθητη συντριβή του γοήτρου τους ο δρόμος για τον Αννίβα ήταν ανοιχτός να καταλάβει ακόμα και την Ρώμη αλλά δίστασε να το κάνει προτιμώντας να πάει στην νότια Ιταλία αυτό το πλήρωσε στην συνέχεια πολύ ακριβά, οι Ρωμαίοι μετέφεραν το πεδίο της μάχης στην ίδια την Καρχηδόνα κάνοντας απόβαση στην Αφρική (204 π.χ.) με τον Σκιπίων τον Αφρικανό (236 - 183 π.χ.). Στην μάχη της Ζάμας (202 π.χ.) ο Σκιπίων ο Αφρικανός συνέτριψε τον Αννίβα καταστρέφοντας στην συνέχεια την Καρχηδόνα, ο Αννίβας απογοητευμένος απο την άσχημη τροπή που πήραν τα πράγματα μετά τις θρυλικές νίκες του τα πρώτα χρόνια κατέφυγε στην αυλή του Αντιόχου Γ' του μέγα (241 - 187 π.χ.) βασιλιά των Σελευκιδών της Συρίας (222 - 187 π.χ.) αλλά ο Αντίοχος Γ' γνώρισε και αυτός την ήττα απο τους Ρωμαίους στην μάχη της Μαγνησίας (190 π.χ.).

Η αυτοκρατορία των Καρχηδονίων τον 3ο αιώνα π.χ.
Οι Ρωμαίοι απαίτησαν απο τον Αντίοχο Γ' την παράδοση του Αννίβα, ο ίδιος ο Καρχηδόνιος στρατάρχης δραπέτευσε στην αυλή του Προυσία Α' του Χωλού βασιλιά της Βιθυνίας και στην συνέχεια αυτοκτόνησε για να μήν πέσει στα χέρια των Ρωμαίων (183 π.χ.). Το 149 π.χ. οι υπερόπτες Ρωμαίοι εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη πτώση των Καρχηδονίων μετά τον θάνατο του Αννίβα με υπερβολικά αστείες προφάσεις θα κάνουν απόβαση στην Καρχηδόνα με τον στρατηγό Σκιπίων Αιμιλιανό (185 - 129 π.χ.) γιό του Αιμίλιου Παύλου (229 - 160 π.χ.) του κατακτητή της Ελληνικής Μακεδονίας, μετά απο 3 χρόνια πολιορκίας θα καταλάβουν την Καρχηδόνα (146 π.χ.) ισοπεδώνοντας την πόλη εκ θεμελίων και σφάζοντας όλους τους κατοίκους. Η Καρχηδόνα εξαφανίστηκε αλλά οι Ρωμαίοι δέν κατάφεραν να καταλάβουν εξολοκλήρου την Ιβηρική οι αντιστάσεις ήταν πολύ σκληρές απο τους κατοίκους των διάφορων πόλεων της χερσονήσου Φοινικικών και Ελληνικών θα κατορθώσουν τελικά να το κάνουν ενάμισυ περίπου αιώνα αργότερα (19 π.χ.) με τον Οκταβιανό
Αύγουστο, οι Καρχηδόνιοι πληρώθηκαν απο τους Ρωμαίους με το ίδιο νόμισμα με την συμπεριφορά που οι ίδιοι έδειξαν στην καταστροφή των μή Φοινικικών προ - Ιβηρικών πόλεων όπως της Ταρτησσού.

Νεώτερες έρευνες για την Ταρτησσό



Στράβων
Στο θέμα της Ταρτησσού άλλοι ερευνητές λένε οτι καταστράφηκε απο τους Καρχηδόνιους άλλοι απο τα ακραία καιρικά φαινόμενα η πραγματικότητα όμως είναι συνδυασμός των δύο αφού δηλαδή οι Καρχηδόνιοι κατέστρεψαν μαζί με την πόλη και τα βασικά προστατευτικά έργα απο τα νερά του ωκεανού στην συνέχεια ακραία φαινόμενα όπως ισχυροί σεισμοί με τσουνάμι την εξαφάνισαν. Στις αρχές του 1ου αιώνα π.χ. όταν ολόκληρη η Ιβηρία ήταν Ρωμαική επαρχία έχουμε μετά τον Ηρόδοτο νέες αναφορές για την Ταρτησσό με τον διάσημο Έλληνα περιηγητή και γεωγράφο Στράβωνα (63 π.χ. - 24 μ.χ.) απο την Αμάσεια του Πόντου, ο Στράβωνας αφιερώνει ολόκληρο το 3ο βιβλίο του μνημειώδους έργου του στην περιγραφή των πόλεων, των παραδόσεων και των λαών ολόκληρης της Ιβηρικής χερσονήσου. Την εποχή του Στράβωνα μετά την ολική κατάκτηση της Ιβηρικής και την ενσωμάτωση της στην Ρωμαική αυτοκρατορία απο τον Οκταβιανό Αύγουστο οι Ίβηρες είχαν λησμονήσει πλήρως τις παλιότερες καταγωγές τους (προΙβηρικές, Φοινικικές, Κέλτικες ή Ελληνικές) θεωρώντας τους εαυτούς τους Ρωμαίους πολίτες (Γ΄ΙΙ. 15) πλήν λίγων εξαιρέσεων κάτι που έκανε τον Στράβωνα να δυσκολευτεί σημαντικά στην καταγραφή του έργου του. Στο επίμαχο θέμα της Ταρτησσού ο Στράβων δέν κάνει αναφορά για την πόλη αφού είχε εξαφανιστεί πολλούς αιώνες απο την εποχή του αλλά αναφέρεται στον ποταμό Βαέτη (τον σημερινό ποταμό Γκλουαδαλκιβίρ στις όχθες του οποίους βρισκόταν η Ταρτησσός) λέγοντας οτι οι ντόπιοι τον ονόμαζαν Ταρτησσό λόγω της εξαφανισμένης μεγάλης πόλης που υπήρχε παλιότερα σε εκείνο το σημείο (Γ΄ ΙΙ. 11). Ο Στράβων κάνει εκτενή αναφορά την Ιλιάδα του Ομήρου (Γ΄ ΙΙ. 12) ο οποίος αναφερόταν στην εποχή του σαν μιά πολύ πλούσια και ευημερούσα παραλιακή πόλη της Ιβηρικής στον ποταμό Βαέτη (Ιλιάς, Θ 485), κάνει προηγούμενες αναφορές στον Ηρόδοτο και σε παλιότερους ναυτικούς ενώ είναι βεβαιωμένος οτι η εξαφανισμένη Ταρτησσός βρισκόταν σε εκείνο το σημείο κατεστραμμένη μετά την εποχή του βασιλιά Αργανθώνιου. Μετά την Ταρτησσό ο Στράβωνας αναφέρεται σε αφηγήσεις σχετικά με τα Ερύθεια νησιά οπου έβοσκε τα βόδια του ο Γηρυόνης και που τα άρπαξε ο Ηρακλής στον 10ο άθλο του ταυτίζοντας την περιοχή με τα Γάδειρα ή Κάδιξ παλιά πρωτεύουσα των Φοινίκων λίγο ανατολικότερα απο το Κάδιξ, καταγράφει τις πόλεις στην περιοχή του Γιβραλτάρ όπως την Καρπήια για την οποία λέει οτι ονομαζόταν Ηράκλεια επειδή ιδρύθηκε απο τον Ηρακλή μετά τον άθλο του. Συνεχίζοντας με αναλυτικό τρόπο την περιγραφή της περιοχής ο Στράβων λέει οτι δυτικά της Ηρακλείας βρισκόταν η Μελουρία με εγκαταστάσεις επεξεργασίας ψαριών, δυτικότερα η Βελών το λιμάνι με το οποίο τα πλοία πήγαιναν απέναντι στην Αφρικανική ακτή της Ταγγέρης ενώ δυτικότερα της Ταρτησσού στην περιοχή του Ισπανικού νομού της Ουέλβα βρισκόταν το μαντείο και το λιμάνι του Ευρυσθέα χωρίς να διευκρινίζει άν πρόκειται για τον γνωστό Αθηναίο βασιλιά που συμμετείχε στα Τρωικά. Οι αρχαιολόγοι με βασικό γνώμονα τις περιγραφές του Ηροδότου και του Στράβωνα προσπάθησαν πολλούς αιώνες να εντοπίσουν την εξαφανισμένη Ταρτησσό αλλά όλες οι έρευνες έμειναν χωρίς αποτέλεσμα λόγω μεγάλης δυσκολίας στην πρόσβαση της περιοχής απο τους πολλούς βάλτους αλλά έχουν βρεθεί ανα διαστήματα ερείπια τόσο κάτω απο τους βάλτους του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ όσο και στον βυθό του ωκεανού. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Αδόλφος Σούλτεν (1870 - 1960) ο οποίος ήταν ο πρώτος που ταύτισε επίσημα την Ταρτησσό με τους βιβλικούς Θαρσείς προχώρησε περισσότερο λέγοντας οτι η Ταρτησσός ήταν η μυθική Ατλαντίδα του Πλάτωνα (1922), το 1973 η Αμερικάνικη αρχαιολογική αποστολή του καθηγητή M.Asher ανακάλυψε στον βυθό του Ατλαντικού στα ανοιχτά του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ σπασμένες κολώνες και τεχνητό δρόμο.

Προσδιορισμός της θέσης της Ταρτησσού
Τα σπουδαιότερα ευρήματα τα οποία είναι οι πρώτες αποδείξεις για την ύπαρξη αρχαίας μεγάλες πόλεις στην περιοχή είναι οι χαρτογραφήσεις του Ισπανού καθηγητή αρχαιολογίας Σεμπαστιάν Σελεστίνο/Sebastian Celestino (2010) και του καθηγητή Γεωφυσικής Ρίτσαρντ Φρέντ/Richard Freund (2011) ανακάλυψαν μιά μεγάλη θαμμένη πόλη στο εθνικό πάρκο της Ισπανίας Ντονάνα που βρίσκεται στους βάλτους που σχηματίζονται στο δέλτα του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ. Ο καθηγητής Σελεστίνο πρώτος ύστερα απο μελέτη σε αεροφωτογραφίες παρατήρησε ίχνη μιάς μεγάλης χαμένης αρχαία πόλης κάτω απο το πάρκο με μεγάλα κτίρια και άριστη ρυμοτομία, ο καθηγητής Φρέντ συνέχισε τις μελέτες την επόμενη χρονιά μέσω του Google Earth και ενθουσιασμένος δήλωσε οτι ανακάλυψε την χαμένη ήπειρο της Ατλαντίδας (2011) σύμφωνα με τις περιγραφές του Πλάτωνα. Η άποψη του Φρέντ για την Ατλαντίδα είναι σαφώς εσφαλμένη επειδή η Ατλαντίδα άν υπάρχει βρίσκεται στα ανοιχτά του Ατλαντικού ωκεανού αλλά αυτό δέν μειώνει καθόλου το έργο και τις ανακαλύψεις των δύο καθηγητών οι οποίοι ανακάλυψαν πραγματικά μιά μεγάλη αρχαία πόλη σε εκείνη την περιοχή που ταυτίζεται με την μυθική Ταρτησσό στην ίδια θέση που την τοποθετούν ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος και ο Στράβων. Το τελικό συμπέρασμα βάση των πρώτων υποβρύχιων ανακαλύψεων του 1973 όσο και τις νεώτερες των καθηγητών Σελεστίνο - Φρέντ (2010 - 2011) είναι οτι η Ταρτησσός ήταν μιά πόλη με μεγάλη έκταση η οποία βρίσκεται σήμερα τμηματικά κάτω απο τις λάσπες του δέλτα του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ ή αρχαίου Βαέτη και τμηματικά κάτω απο την θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΓΕΩΡΓΑΛΑ  : Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΙΣ ΤΩΝ ΑΙΓΑΙΩΝ - Εκδόσεις ΤΟΤΕ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι
http://www.minoanatlantis.com/Minoan_Spain.php

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Μέρος Β΄]Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ..

Ο μύθος του Μινώταυρου
Γράφει ο δαμ- ων
Β΄ μέρος
Σε παραλλαγή του μύθου, Ταύρος λεγόταν ο στρατηγός που βοήθησε τον Μίνωα να πάρει τον θρόνο. Λέγανε πως ο Ταύρος έκανε κρυφή σχέση με την Πασιφάη. Καρπός του έρωτα αυτού ήταν η γέννηση αγοριού, που ήταν κανονικός άνθρωπος, κι όχι τέρας. Ονομάστηκε Μινώταυρος γιατί ήταν το αναγνωρισμένο παιδί του Μίνωα, που έμοιαζε του κρητικού στρατηγού Ταύρου. Σε άλλη παράλληλη εκδοχή του μύθου, η Πασιφάη πλάγιασε με τον Ταύρο, έναν πολύ όμορφο νέο της βασιλικής ακολουθίας, την εποχή που ο Μίνωας έπασχε από τη τρομερή αρρώστια, όπου έβγαιναν από το σώμα του ερπετά όταν πλάγιαζε με γυναίκα. Έτσι ο Ταύρος ήταν ο φυσικός πατέρας του Μινώταυρου. Ο νόθος γιός έγινε στρατηγός του Μίνωα και με άλλους γενναίους Κρητικούς πήρε μέρος στην εκστρατεία του Διόνυσου στις Ινδίες. Στη συνέχεια ο Μινώταυρος πήγε στους Μασσαγέτες, όπου σκοτώθηκε και οι κάτοικοι για να τον τιμήσουν ονόμασαν την περιοχή Ταυρίδα, που ήταν κοντά στην Κολχίδα. Ο μύθος με την εκδοχή αυτή συνδέεται με τη λατρεία του Διόνυσου και την διείσδυση των Ελλήνων στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Επομένως από την εποχή του Μίνωα η Ταυρίδα έχει κατοίκους προερχόμενους από την Ελλαδικό χώρο.
Το γενετήσιο νόσημα του Μίνωα μας παραπέμπει σε σοβαρό αφροδίσιο νόσημα, εφόσον αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της ερωτικής επαφής ερπετά κατέτρωγαν τα σπλάχνα των ερωτικών συντρόφων του. Η Πρόκρις με τα γιατροσόφια της τον θεράπεψε ριζικά από το νόσημα αυτό, με αποτέλεσμα να γίνει ερωμένη του θεραπευμένου βασιλιά.
Συνεχίζουμε τον μύθο του Μινώταυρου τέρατος. Πριν να φτάσουμε στον ερχομό του Θησέα στην Κρήτη και τον σκοτωμό του τέρατος, ας δούμε όσα προηγήθηκαν.
Την εποχή που βασίλευε ο Μίνωας στην Κρήτη, στην Αθήνα ήταν βασιλιάς το Αιγέας, ο πατέρας του Θησέα, ο οποίος διοργάνωσε μεγάλες γιορτές, που συνοδεύονταν από αγώνες, τα Παναθήναια. Σ’ αυτά πήραν μέρος νέοι από πολλά μέρη. Ανάμεσα στα παλικάρια ήταν κι ο γιός του βασιλιά της Κρήτης, ο Ανδρόγεος, που αναδείχτηκε νικητής. Στην Αττική αυτή την εποχή ζούσε ένας άγριος ταύρος, που προξενούσε μεγάλες καταστροφές. Είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των κατοίκων της περιοχής. Ο ταύρος αυτός ήταν ο γνωστός μας ταύρος, το δώρο του Ποσειδώνα, το οποίο ο Μίνωας αρνήθηκε να θυσιάσει στο θεό. Αυτός που ενέπνευσε τον αφύσικο έρωτα στην Πασιφάη κι από την κτηνοβασία έγινε άθελά του πατέρας του Μινώταυρου. Ενώ στην αρχή ήταν ήρεμος, με τα χρόνια αγρίεψε και άρχισε να προκαλεί πολλές ζημιές στην Κρήτη. Γκρέμιζε κτίρια με τα δυνατά του κέρατα και κατέστρεφε τα σπαρτά. Από καμάρι των κοπαδιών του Μίνωα έγινε η μάστιγα της μεγαλονήσου. Ο Ευρυσθέας ανέθεσε σαν 7ο άθλο στον Ηρακλή να συλλάβει τον ταύρο και να τον φέρει στην Αργολίδα. Πράγματι ο Ηρακλής κατόρθωσε να συλλάβει τον ταύρο, τον οποίο οδήγησε στον εξάδελφό του Ευρυσθέα. Εκείνος θέλησε να τον θυσιάσει στην Ήρα. Η βασίλισσα του Όλυμπου αρνήθηκε αυτή τη θυσία, γιατί ο ταύρος προερχόταν από τον Ηρακλή- είναι γνωστή η έχθρα της θεάς προς τον μεγάλο ήρωα της Θήβας. Έτσι ο Ευρυσθέας άφησε ελεύθερο τον ταύρο, ο οποίος σπέρνοντας τον τρόμο στο πέρασμά του κατέληξε στον Μαραθώνα της Αττικής. Αυτόν τον ταύρο ο Αιγέας έστειλε να σκοτώσει ο Ανδρόγεος. Ο νέος, όμως, δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει κι έχασε τη ζωή του.
Κάποιοι ιστορούσαν πως ο γιος του Μίνωα έπεσε θύμα συνωμοσίας του Αιγέα και του αδερφού του Νίσου, βασιλιά των Μεγάρων, που τα είχαν με τον θαλασσοκράτορα, ο οποίος συνέχεια αύξανε τις κατακτήσεις του και την επιρροή του. Καθώς ο Ανδρόγεος κατευθυνόταν στη Θήβα, για να πάρει μέρος σε άλλους αγώνες, προς τιμή του Λάιου, έβαλαν ανθρώπους, που έστησαν ενέδρα και δολοφόνησαν το παλικάρι από την Κρήτη. Όποια από τις δύο εκδοχές ισχύει, ο Μίνωας θεώρησε αίτιους του θανάτου του γιού του τους δύο βασιλιάδες, των Μεγάρων και της Αθήνας. Έτσι η αρμάδα των πλοίων του έφτασε στα νερά του Σαρωνικού.
Πρώτα χτύπησαν τις πολιτείες της Μεγαρίδας. Αφού κυρίεψαν οι Κρητικοί πολεμιστές μερικές, μετά στράφηκαν στην μεγαλύτερη, τη Νίσαια, την έδρα του βασιλιά Νίσου, που είχε και το όνομά του. Αργότερα την ονόμασαν Μέγαρα. Σ’ αυτή την πολιτεία ο βασιλιάς είχε μαζέψει όλες τις δυνάμεις του. Αντιστάθηκε γενναία στην πολιορκία. Αιτία να πέσει ήταν η γοητεία του Μίνωα. Ο Μίνωας πρώτα κατέκτησε με την θωριά του την κόρη εχθρού του, τη Σκύλλα, που πρόδωσε την πατρίδα της. Με αυτό τον τρόπο νίκησε ο ρήγας της Κρήτης τον πρώτο εχθρό του, τον Νίσο.
Μετά στράφηκε κατά της Αθήνας. Παρ’ ότι την πολιόρκησε πολύν καιρό, δεν μπόρεσε να την κατακτήσει. Αφού είδε κι αποείδε, στράφηκε προς τον πατέρα του, τον βροντορίχτη Δία. Προσευχήθηκε, λοιπόν, να μην αφήσει ατιμώρητους τους Αθηναίους, που ήσαν υπεύθυνοι για το φονικό του Ανδρόγεο. Ο θεός εισάκουσε την προσευχή του γιού του και προκάλεσε λοιμό στην Αττική. Πάνω στην απελπισιά τους οι Αθηναίοι ζήτησαν χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία τους συμβούλεψε να δεχτούν να πληρώσουν για το θάνατο του Ανδρόγεο και να συμβιβαστούν μ’ όποια ποινή τους επιβάλλει ο Μίνωας. Ο ρήγας της Κρήτης αξίωσε έναν φρικτό φόρο αίματος: κάθε χρόνο- ή κατ’ άλλους κάθε εννιά χρόνια, που είναι το πιθανότερο- οι Αθηναίοι να στέλνουν στην μεγαλόνησο εφτά νέους και εφτά νέες βορά για τον Μινώταυρο. Ήθελαν, δεν ήθελαν οι Αθηναίοι δέχτηκαν κι έτσι λύθηκε η πολιορκία της Αθήνας από τον Μίνωα.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης σχετικά με το φόνο του Ανδρόγεο γράφει:
«Από τα παιδιά του Μίνωα, ο Ανδρόγεως πήγε στην Αθήνα την εποχή των Παναθηναίων, ενώ ήταν ο Αιγέας βασιλιάς, εκεί νίκησε στους αγώνες όλους τους αθλητές κι έγινε φίλος με τους γιους του Πάλλαντα (ο Πάλλαντας ήταν αντίπαλος ή αδελφός του Αιγέα). Ο Αιγέας είδε με καχυποψία τη φιλία του Ανδρόγεω. Φοβούμενος μήπως βοηθήσει ο Μίνωας τους γιους του Πάλλαντα να του πάρουν την εξουσία, κατέστρωσε σχέδιο κατά της ζωής του Ανδρόγεω. Καθώς πήγαινε στη στις Θήβες με τα πόδια, για να παρακολουθήσει μια γιορτή (για χάρη του Λάιου), έβαλε να τον δολοφονήσουν κάποιοι ντόπιοι στα περίχωρα της Οινόης στην Αττική. Μαθαίνοντας ο Μίνωας τη συμφορά που βρήκε το γιο του Ανδρόγεω έφτασε στην Αθήνα απαιτώντας ικανοποίηση για το φόνο του. Καθώς κανείς δεν του έδωσε σημασία, κήρυξε πόλεμο στους Αθηναίους και τους καταράστηκε στο όνομα του Δία να πέσει στην πόλη των Αθηναίων ξηρασία και πείνα. Πράγματι μετά από λίγο έπεσε ξηρασία στην Αττική και στην Ελλάδα και καταστράφηκαν οι σοδιές. Μαζεύτηκαν, κατόπιν αυτού, οι ηγεμόνες των πόλεων και ρώτησαν το θεό πως θα απαλλάσσονταν από τα κακά. Ο θεός τους έδωσε χρησμό να πάνε στον Αιακό, το γιο του Δία και της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, και να του ζητήσουν να κάνει ευχές για λογαριασμός τους. Εκείνοι έκαναν ό,τι τους πρόσταξε ο θεός, ο Αιακός έκανε τις ευχές και η ξηρασία έπαψε σε όλους τους άλλους Έλληνες, στους Αθηναίους όμως έμεινε. Έτσι οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να ρωτήσουν το θεό για το πώς θα απαλλαγούν από τα κακά. Τότε ο θεός έδωσε τον χρησμό πως τα κακά θα πάψουν, άμα δώσουν ικανοποίηση στο Μίνωα σε ό,τι ζητήσει για το φόνο του Ανδρόγεω. Οι Αθηναίοι υπάκουσαν στο θεό και ο Μίνωας τους ζήτησε να του δίνουν επτά νέους και ισάριθμες νέες κάθε εννιά χρόνια, για να τα τρώει ο Μινώταυρος - επί τόσα χρόνια ζει το τέρας. Όταν οι Αθηναίοι του τα έδωσαν, απαλλάχτηκαν από τα κακά οι κάτοικοι της Αττικής και ο Μίνωας σταμάτησε να πολεμάει την Αθήνα….» (Διόδωρος Σικελιώτης, βιβλ. 4, 60-61)
Τον φοβερό ταύρο έμελλε να συλλάβει ο γιος του Αιγέα, ο Θησέας, που είχε ξεκινήσει το γεμάτο κατορθώματα ταξίδι του από την Τροιζήνα για να συναντήσει τον πατέρα του στην Αθήνα. Ο Θησέας δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του γιατί αυτός αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα με το που άφησε έγκυο την Αίθρα. Λέγαν πως το ίδιο βράδυ που η Αίθρα έσμιξε με τον Αιγέα, γνώρισε και τον έρωτα του Ποσειδώνα. Έτσι όπως ο Ηρακλής θεωρούνταν γιος του Δία, ο Θησέας θεωρούνταν γιος του Ποσειδώνα. Στο ταξίδι του μέχρι την Αθήνα συνάντησε πολλούς κακούργους και ληστές, τους οποίους νίκησε. Από την περιοχή της Επιδαύρου μέχρι το Δαφνί της Αττικής έκανε έξι άθλους. Γι’ αυτό η φήμη του γενναίου παλικαριού ταξίδεψε γρηγορότερα κι έφτασε στο παλάτι του Αιγέα. Όταν έφτασε στο παλάτι δεν φανέρωσε στον Αιγέα την ιδιότητά του. Ο πατέρας του, όμως, τον αναγνώρισε από τη λαβή του σπαθιού του και με χαρά τον παρουσίασε στους πολίτες των Αθηνών. Κάποιο βράδυ, κρυφά από τον Αιγέα, ο Θησέας ξεκίνησε για τον Μαραθώνα, όπου ο άγριος ταύρος συνέχιζε το καταστροφικό του έργο. Κατόρθωσε να συλλάβει ζωντανό τον ταύρο- έβδομος άθλος- κι οδηγώντας τον δαμασμένο μέσα από τους δρόμους της Αθήνας τον θυσίασε στον Δελφίνιο Απόλλωνα.
Ο μεγαλύτερος άθλος του, όμως, ήταν στην Κρήτη, όπου σκότωσε τον Μινώταυρο. Επειδή αυτός συνδέεται με τον μύθο μας, θα τον εξετάσουμε διεξοδικότερα.
Ο ίδιος ο Μίνωας ερχόταν για να παραλάβει το φόρο αίματος, που είχαν αναγκαστεί να συμφωνήσουν οι Αθηναίοι. Επτά νιοί και επτά νιές έμπαιναν στο καράβι του θανάτου, που τους έφερνε στη μακρινή Κρήτη. Το σκαρί ήταν αθηναϊκό κι έπλεε ανοίγοντας μαύρα πανιά, που φανέρωναν το μεγάλο πένθος που επικρατούσε στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς. Η επιλογή των θυμάτων γινόταν με κλήρωση. Οι αναφορές για την κλήρωση δεν συμφωνούν. Άλλες λένε για ετήσια κλήρωση κι άλλες για κλήρωση κάθε εννιά χρόνια. Ο ανθός της Αθήνας, δεκατέσσερα άτομα, γινόταν τροφή του Μινώταυρου. Μεγάλος θρήνος επικρατούσε κάθε φορά που γινόταν κλήρωση. Υπήρχε συμφωνία να σταματήσει ο ανθρώπινος φόρος μόνο όταν κάποιο από τα άοπλα θύματα θα κατόρθωνε, αφού θα πάλευε με το τέρας, όταν το συναντούσε μέσα στον λαβύρινθο, να το σκοτώσει. Ήδη οι Αθηναίοι είχαν κλάψει δύο φορές πληρώνοντας ισάριθμες φορές τον σκληρό και γεμάτο θρήνους φόρο αίματος. Κι ήρθε η τρίτη φορά όταν βρέθηκε ο Θησέας στη γη του πατέρα του.
Ο ήρωας της Αθήνας δε θέλησε να μπει στην κλήρωση, παρά προσφέρθηκε να είναι ο ένας από τους επτά νιούς. Πάγωσε ο βασιλιάς σαν άκουσε την απόφαση του γιου του. Δεν μπορούσε ο διάδοχός του να κάνει τέτοια αποκοτιά. Βάλθηκε να του αλλάξει γνώμη, μα ο Θησέας ήταν αμετάπειστος. Δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα άλλουι συνομήλικοί του να γίνονται τροφή του κρητικού τέρατος κι αυτός να ετοιμάζεται να ανέβει στο θρόνο της Αθήνας. Η τόλμη του ήταν τόση, που ήθελε να αναμετρηθεί με το φοβερό ανθρωπόμορφο τέρας. Εξάλλου η φήμη κι ο ηρωισμός του ξάδελφου από τη Θήβα, του Ηρακλή, ήταν ένα κίνητρο να τον ανταγωνιστεί στον ηρωισμό. Έτσι του κάκου πήγαν οι ισχυρισμοί του Αιγέα, οπότε μπροστά στην επιμονή του γιου του υποχώρησε. Ζήτησε, όμως, σαν γύριζαν με το καλό, αφού είχε σκοτώσει τον Μινώταυρο, να ανεβάσουν στο κατάρτι λευκά πανιά, στη θέση των μαύρων, που θα είχαν όταν έφευγαν. Κυβερνήτης του καραβιού ήταν ο Ναυσίθοος, έχοντας βοηθό τον Φαίακα, που είχαν καταγωγή κι οι δυο από τη Σαλαμίνα, μιας κι ακόμη οι Αθηναίοι δεν ασχολούνταν με όσα είχαν σχέση με τη ναυσιπλοΐα. Για τους υπόλοιπους δεκατρείς νέους και νέες η κλήρωση έγινε στο Πρυτανείο. Στο μεταξύ ο Θησέας διάλεξε δύο νέους με κοριτσίστικη θωριά, που το ‘λεγε όμως η καρδιά τους, για ν’ αντικαταστήσει τις δύο νέες και τους δασκάλεψε να έχουν κοριτσίστικο φέρσιμο, για τον βοηθήσουν στο τόλμημά του. Σαν αρχηγός όλων των νέων κατέθεσε στον Δελφίνιο Απόλλωνα για όλους τους την ικετηρία, που ήταν ένα κλαδί από την ιερή ελιά της Ακρόπολης, στο οποίο είχαν τυλίξει λευκό μαλλί. Κι αφού προσευχήθηκε ο Θησέας, όλοι μαζί κατέβηκαν στο Φάληρο, που ήταν το λιμάνι της Αθήνας. Το μαντείο των Δελφών τους είχε συμβουλέψει να έχουν σαν οδηγό τους την θεά της ομορφιάς, την Αφροδίτη. Για να της θυσιάσουν λίγο πριν σαλπάρουν είχαν πάρει μαζί τους μια γίδα. Την ώρα της θυσίας η γίδα έγινε τράγος, κι αυτό θεωρήθηκε καλό σημάδι. Έτσι από τότε στην Αττική στη θεά έδωσαν την επωνυμία Επιτραγία.
Ξεκίνησαν την έκτη του Μουνιχιώνα (Απρίλης) το ταξίδι. Μία από τις νιές που είχαν κληρωθεί και βρισκόταν στο καράβι, το οποίο αρμένιζε με μαύρα πανιά, ήταν η πανέμορφη Περίβοια, κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Αλκάθοου. Του καλάρεσε του ρήγα Μίνωα. Πόθος τον συνεπήρε κι αφού ήταν αυτός ο κυρίαρχος, θέλησε να τη χαϊδέψει. Σαν η κόρη ένιωσε πάνω της το ξαναμμένο χέρι του βασιλιά τρομαγμένη έβαλε τις φωνές και γύρεψε την προστασία του Θησέα. Οργισμένο το ρηγόπουλο έκανε έντονη παρατήρηση στον Μίνωα, λέγοντάς του να συγκρατηθεί γιατί επιχειρούσε ανόσιο κι ανήθικο πράγμα. Ήταν έτοιμοι οι νέοι και οι νέες να υποστούν όσα η μοίρα τους όρισε, ακόμη και το θάνατο όταν θα βρίσκονταν στο μαύρο σκοτάδι του λαβύρινθου, μα τίποτα παραπάνω. Κι αν ο ρήγας της Κρήτης στο πάθος ήταν ανίκανος να αντισταθεί, τότε θα δοκίμαζε τη δύναμη των χεριών του Θησέα. Γιατί αν ο Μίνωας είχε πατέρα του τον βροντορίχτη Δία, ο ίδιος είχε τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα! Όλοι, όσοι βρίσκονταν στο καράβι, θαύμασαν το θάρρος του νεαρού Θησέα.
Ο ρήγας Μίνωας δέχτηκε την πρόκληση. Ύψωσε τα χέρια σε προσευχή και ζήτησε από τον πατέρα του, τον βασιλιά του κόσμου Δία, να κάνει αισθητή την παρουσία του με ένα θαυμαστό σημάδι. Στον καταγάλανο ουρανό να ρίξει ευθύς μια αστραπή. Έτσι κι έγινε. Μια αστραπή έσκισε τον ανέφελο ουρανό, δείχνοντας πως ο Μίνωας ήταν γιος του Δία! Έπειτα ο θαλασσοκράτορας Μίνωας έβγαλε το δαχτυλίδι του και το πέταξε στα νερά του πέλαγου. Γυρνώντας στο ρηγόπουλο, του είπε αν ήταν πράγματι γιός του Ποσειδώνα, να βουτήξει και να το ξαναφέρει από τα βάθη του πόντου. Καιρό δεν έχασε ο Θησέας και με όλα του τα ρούχα πήδησε στη θάλασσα. Πρόσταξε ο ρήγας της Κρήτης τον κυβερνήτη να σταματήσει τη ρότα του καραβιού, μα εκείνο συνέχισε καθώς ήταν το πρόσταγμα της μοίρας. Βλέποντας οι σύντροφοι του Θησέα να χάνεται στο βάθος των νερών, θεώρησαν πως πνίγηκε κι άρχισαν το θρήνο. Τα δελφίνια ήρθαν οδηγοί του Θησέα και τον έφεραν στο παλάτι του πατέρα του, του κύριου των θαλασσών, που ήταν στο βάθος του ωκεανού. Μέσα στο κρυστάλλινο παλάτι, το στολισμένο με όστρακα και κοράλλια πρωτοαντίκρισε την Αμφιτρίτη, τη γυναίκα του Ποσειδώνα, ανάμεσα στις Νηρηίδες. Τιμώντας το γιο του άντρα της αυτή του έριξε στους ώμους πορφυρό χιτώνα, ενώ στόλισε τα μαλλιά του με πολύτιμο στεφάνι, που η ίδια η Αφροδίτη της έβαλε στην κεφαλή τη μέρα του γάμου της. Κρατώντας στο χέρι του Μίνωα το δαχτυλίδι πρόβαλε μέσα από τα γαλάζια νερά ακριβώς δίπλα στο σκαρί ο Θησέας κι ολόκληρος λαμποκοπούσε φορώντας τα θεϊκά δώρα. Διόλου δεν ήσαν βρεγμένα τα ρούχα του. Και τότε όλος ο πόντος αντήχησε από το δοξαστικό τραγούδι των συντρόφων του.
Σε αυτό το θαυμαστό γεγονός αναφέρεται ο αρχαίος ποιητής Βακχυλίδης με τους ακόλουθους στίχους, σε μετάφραση του Σίμου Μένανδρου:
« Καράβι γαλαζόπλωρο με τον πολύν Θησέα
και δυο φορές επτά παιδιά Κρητικό σκίζει πέλαγος
και στα πανιά τα ωραία στέλλει η Αθηνά πρύμο βοριά.
Μα την καρδιά του Μίνωος οι πόθοι την κεντούσαν,
της Αφροδίτης τα κακά, και τάνυσε το χέρι του
σε μια μουροματούσαν κι έπιασε μάγουλα λευκά∙
κι εφώναξε η Ερίβοια του Κέκροπος το εγγόνι
που εφόρει θώρακα γιερό∙ είδ’ ο Θησέας∙ το βλέμμα του
γυρίζει και στυλώνει κάτω απ’ τα φρύδια φλογερό.
Κι έγγιξε το φιλότιμο κι η λύπη την καρδιά του∙
και «Του Διός- είπε- γιε, σκοπό δεν έχεις τίμιο
πια μες στο νου σου∙ κάτου το βαρύ χέρι σου, αρχηγέ !
Η Μοίρα ό,τι μας έγραψε κι η Δίκη ό,τι έχει βάλει
θεϊκό για μας στη ζυγαριά. την τύχη θα πληρώσουμε
σαν έρθει∙ μα συ πάλι τη γνώμη βάστα τη βαριά.
Γιατί αν εσέ του Φοίνικος η θυγατέρ’ αγόρι
στην Ίδα σ’ έκαμε του Διός, κι εμέν’ από θεό γέννησε
του Τροιζηνίου η κόρη∙ του Ποσειδώνος είμαι γιος !
Της μάνας μου της έδωσαν Νεράιδες κυματούσες
στη γέννα σκέπασμα λαμπρό∙ θα ‘ταν καλά, πολέμαρχε
της Κρήτης, να κρατούσες τον τρόπο τούτο τον χοντρό.
Γιατί αν πειράξεις άβουλα κανένα εσύ κοράσι,
δεν θέλω πια να διω το φως. Στην δύναμη θα δείξομε
προτού ποιος θα περάσει, τ’ ακόλουθ’ ας τα κρίνει ο θεός!»
Τοσά ‘πεν ο περήφανος κι εθαύμασαν οι ξένοι
τα θάρρη του τα ζηλευτά. Μα κι ο γαμπρός εχόλιασε
του Ήλιου∙ βουλή υφαίνει πρωτάκουστη και λέγει αυτά :
«Πατέρα παντοδύναμε, Κρονίδη άκου μεγάλε
παιδί σου αν μ’ έχεις ποτέ ‘πει, σημάδι καλογνώριστον
από τα ουράνια βγάλε τώρα πυρόμαλλη αστραπή.
Ει δε και σένα γέννησε η Τροιζηνία αλήθεια
του Ποσειδώνος γνήσιο γιο, αυτό το δαχτυλίδι μου
τ’ ολόχρυσο απ’ τα βύθια της θάλασσας φέρ’ το να διω!
Άφοβα στου πατέρα σου μες στα βασίλεια βούτα
το σώμα. Και τώρα κοντά θα μάθεις αν τα λόγια μου
κι εμέν’ ακούσει τούτα ο βασιλιάς όπου βροντά».
Άκουσ’ ο παντοδύναμος την άμετρην ευκή του
κι άφθαστη χάρισε τιμή του αγαπημένου Μίνω του,
για να δουν το παιδί του, άστραψε κιόλα στη στιγμή.
Το θαύμα ως είδε ο πάντολμος, που πρόσμενε μ’ ελπίδα,
τα χέρια υψώνει να ευχηθεί και λέει, «Θησέα, το μήνυμα
του Διός είδες το∙ πήδα στο νερό τώρα το βαθύ.
Κι ο κρατερός πατέρας σου σ’ όλα της γης τα μάκρη
θα κάμει πως να δοξαστείς»∙ είπε∙ μ’ αυτού δε λύγισε
το θάρρος του∙ στην άκρη εστάθηκε της κουπαστής,
και να στο κύμα, π’ άνοιξε για να τον περιλάβει.
Κι ο γιος εσάστισε του Διος και διάταξε προσάνεμο
να μείνει το καράβι. Μα η μοίρα τα ‘φερεν αλλιώς.
Και το καράβι αρμένιζε με του βοριά την αύρα
και της Αθήνας τα παιδιά πώς πήδησε στή θάλασσα
δάκρυα εχύναν μαύρα και κλαίαν την τύχη την βαριά.
Μα τον Θησέα συνόδευαν δελφίνια στου πατρός του∙
στων θεών ήρθε την αυλή κι εκεί άμα τες ηλιόμορφες
Νεράιδες είδ’ εμπρός του πρώτα φοβήθηκε πολύ.
Από τ’ αφράτα μέλη των ελάμπαν οι κοπέλες
καθώς το σέλας της φωτιάς και στα μαλλιά των έπαιζαν
χρυσόπλοκες κορδέλες κι εχόρευαν όλες με μιας.
Είδε και του πατέρα του στο ξωτικό το σπίτι
την σύζυγο την τρυφερή και με τ’ αβρά τα χέρια της
η δέσποιν’ Αμφιτρίτη οξιά πορφύρα του φορεί.
Και στη σγουρή την κόμη του ρόδινο βάζει στέμμα
πού ‘χε απ’ του γάμου το πρωί της Αφροδίτης χάρισμα∙
ποτέ δεν είναι ψέμα ό,τι θελήσουν οι θεοί!
Να ! πλάγι στο λεπτόπρυμνο καράβι τώρα εφάνη∙
πως έσκασε το Κρητικό, από την θάλασσ’ άβρεκτος
ως ήρθε με στεφάνι! Τι θαύμα σ’ όλους, τι κακό !
Και να σου κι οι πεντάμορφες παρθένες οι Νεράιδες
μ’ άλλη χαρά μες στην ψυχή, εχόρευαν κι ανάκραζαν
«ε τώρα, Μίνω, τα είδες;» και πέρα η θάλασσ’ αντηχεί.
Κι από κοντά μελώδησαν κι οι νιες κι οι νέοι εκείνοι
με την φωνή τους την ψιλή. Και τους χορούς μας, Δήλιε,
για δες με καλοσύνη και τύχη δώσε μας καλή!» (Βακχυλίδης, Διθύραμβος ΙΙΙ, 1- 131)
Μετά το θαυμαστό γεγονός στο μέσο του πέλαγου, με ήπιο άνεμο, που φούσκωνε τα μαύρα πανιά, συνέχισαν το ταξίδι για γαλαζόζωστο νησί της Κρήτης. Στους νιούς και τις νιές θέριεψε η ελπίδα πως θα γυρίσουν πίσω στην πατρίδα και στους δικούς τους, γιατί το ρηγόπουλο θα νικούσε το τέρας. Σαν πάτησαν το πόδι τους στη μεγαλόνησο, η Κύπριδα Αφροδίτη το ‘καμε το θαύμα της. Η Αριάδνη, η πρώτη κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, ερωτεύτηκε τον Θησέα, το ρηγόπουλο από τη μακρινή Αττική. Θαμπώθηκε από τη θωριά του νέου και η καρδιά της δεν άντεχε να τον αφήσει να γίνει τροφή του ετεροθαλή αδελφού, ο οποίος ήταν ο αφύσικος και συνάμα άνομος καρπός του ανόσιου σμιξίματος της μάνας της με τον κυματόβγαλτο ταύρο του Ποσειδώνα. Σκιρτούσε η καρδιά της και φλογίζονταν τα μάγουλά της όταν η κόρη της Κρήτης κρυφά συνάντησε το παλικάρι της Αθήνας και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να βγει από τα σκοτεινά σπλάχνα του λαβύρινθου, απ’ όπου κανείς δεν κατάφερε να βγει. Αν ο όμορφος νέος κατόρθωνε να σκοτώσει τον τερατόμορφο αδερφό της, αυτή θα τον καθοδηγούσε να βρει το δρόμο προς το φως. Αρκεί να την έπαιρνε μαζί του σαν σαλπάριζε για του γυρισμού το ταξίδι και να την έκανε ταίρι του. Κι ο Θησέας δεν έμεινε ασυγκίνητος από την ομορφιά της κόρης. Υποσχέθηκε, λοιπόν, να την έχει σύντροφο της ζωής του κι αγάπη τη καρδιάς του. Για τον έρωτά της η Αριάδνη πρόδωσε πατρίδα κι οικογένεια. Του έδωσε ένα κουβάρι με στερεό νήμα. Τον ορμήνεψε να στερεώσει στην είσοδο την άκρη και καθώς να προχωρούσε στους διάδρομους του λαβύρινθου, οδηγημένος από τα μουγκρητά του τέρατος, να ξετυλίγει το νήμα. Ακολουθώντας τις οδηγίες της προχώρησε στο εσωτερικό του δαιδαλώδους κατασκευάσματος ο ήρωας. Πρώτα όμως συμφώνησε με τους συντρόφους και την Αριάδνη τον τόπο της συνάντησης, όταν θα τους έκανε του φευγιού το σινιάλο.
Στο ένα χέρι κρατούσε τον πυρσό και στο άλλο το κουβάρι. Ξετυλίγοντας το νήμα από το κουβάρι προχώρησε θαρρετά. Κάπου στο κέντρο του σκοτεινού λαβύρινθου συνάντησε τον Μινώταυρο να μουγκρίζει με μανία και να βγάζει καυτό αέρα από τα ρουθούνια. Άφησε το δαυλί στην άκρη κι ατρόμητος όρμησε στο γιγαντόσωμο τέρας. Χωρίς σπαθί, παρά με των χεριών τη δύναμη, κι αφού πάλεψαν λυσσασμένα πολλήν ώρα, του έκανε θανατερή λαβή και το έπνιξε. Μετά ξαναπήρε τον πυρσό και τυλίγοντας το νήμα στο κουβάρι μπόρεσε και ξαναβγήκε στο φως της ‘μέρας, έχοντας πάνω του τα σημάδια της μεγάλης πάλης. Έδωσε το σύνθημα της αναχώρησης, καταπώς τα είχε συμφωνήσει με καραβοκύρη, ναύτες και συντρόφους. Οι δύο νέοι, που ήσαν ντυμένοι κοπέλες- με το που είδαν το σινιάλο- σκότωσαν τους φύλακες και ελευθέρωσαν τους άλλους νέους και τις κοπέλες. Κι όλοι μαζί, Αριάδνη, και συντρόφοι συναντήθηκαν κρυφά στο λιμάνι. Πριν να κατεβάσουν τα κουπιά, ο Θησέας με κάποιους έμπειρους ναύτες άνοιξαν τρύπες στου Μίνωα τα σκαριά, για να μη μπορέσει να τον πάρει στο κυνήγι ο στόλος του εχθρού. Μετά μπήκαν στο καράβι και κωπηλατώντας δυνατά απομακρύνθηκαν από τον προβλήτα. Σαν βγήκαν από το λιμάνι άνοιξαν τα πανιά και πήραν του γυρισμού τη ρότα.
Η Νάξος- τότε λεγόταν Δία- ήταν ο πρώτος τους σταθμός. Στο ακρογιάλι η Αριάδνη ενώθηκε με τον Θησέα κι απ’ αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν ο Στάφυλος και ο Οινοπίωνας ή ο Δημοφών και ο Ακάμας. Το ίδιο βράδυ ο Θησέας έφυγε κρυφά με τους συντρόφους του. Γι’ αυτή την εγκατάλειψη, που φανέρωνε αχαριστία απέναντι σε ευεργεσία, λένε πως φανερώθηκε η Αθηνά στον ύπνο του ήρωα και τον πρόσταξε ν’ αφήσει την κόρη του Μίνωα και να επιστρέψει αμέσως στην Αθήνα. Άλλη εκδοχή του μύθου μας λέει πως ο θεός Διόνυσος, ο γιος του Δία από την κόρη του Κάδμου, την πανωραία Σεμέλη, είδε την Αριάδνη και την ερωτεύτηκε. Ο θεός του κρασιού παρουσιάστηκε στον Θησέα και του ζήτησε ν’ αφήσει την Αριάδνη ή τον απείλησε με συμφορές αν δεν την άφηνα. Έτσι με βαριά καρδιά ο Θησέας, χωρίς την Αριάδνη, μπήκε στο καράβι και μεσ’ στη νύχτα άνοιξε τα πανιά.
Κι ενώ η Αριάδνη έκλαιγε απαρηγόρητη για την εγκατάλειψη, της παρουσιάστηκε η Αφροδίτη, την παρηγόρησε και της φανέρωσε πως θα αξιωνόταν να γίνει γυναίκα θεού, του Διόνυσου. Σε λίγο παρουσιάστηκε ο Διόνυσος στην κόρη, της μίλησε με καλοσύνη κι αγάπη. Αφού έλαμψε και πάλι το χαμόγελο στα χείλη της Αριάδνης, ο θεός ενώθηκε μαζί της, αφού πρώτα της χάρισε ένα ολόχρυσο στεφάνι, που ήταν έργο του τεχνίτη των θεών, του κουτσοπόδαρου Ήφαιστου. Ήταν τόσο λαμπρό το στεφάνι, που αργότερα οι θεοί το τοποθέτησαν στον ουρανό να λάμπει πλάι στ’ άλλα άστρα.
Στην συνέχεια ο Θησέας ήρθε στην Δήλο όπου και θυσίασε στον θεό Απόλλωνα, στον οποίο και αφιέρωσε τον μίτο. Μάλιστα γίνεται λόγος και για έναν χορό που χόρεψε προς τιμή του θεού ο ήρωας, κατά τον οποίο μιμούμενος τις πολύπλοκες κυκλικές στοές του λαβύρινθου, στροβιλιζόταν με ελικοειδείς κινήσεις. Τον νέο αυτό χορό τον οποίο χόρεψε κοντά στον βωμό Κερατώνα (λεγόταν έτσι επειδή ήταν κατασκευασμένος από κέρατα, και φυσικά εννοούμε τον συσχετισμό με τον Μινώταυρο), ονομάσανε οι κάτοικοι της Δήλου, Γέρανο:
«…εἰς Δῆλον κατέσχε• καὶ τῷ θεῷ θύσας καὶ ἀναθεὶς τὸ ἀφροδίσιον ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν, ἐχόρευσε μετὰ τῶν ἠϊθέων χορείαν ἣν ἔτι νῦν ἐπιτελεῖν Δηλίους λέγουσι, μίμημα τῶν ἐν τῷ Λαβυρίνθῳ περιόδων καὶ διεξόδων, ἔν τινι ῥυθμῷ παραλλάξεις καὶ ἀνελίξεις ἔχοντι γιγνομένην.
…καλεῖται δὲ τὸ γένος τοῦτο τῆς χορείας ὑπὸ Δηλίων γέρανος, ὡς ἱστορεῖ Δικαίαρχος. ἐχόρευσε δὲ περὶ τὸν Κερατῶνα βωμόν, ἐκ κεράτων συνηρμοσμένον εὐωνύμων ἁπάντων. ποιῆσαι δὲ καὶ ἀγῶνά φασιν αὐτὸν ἐν Δήλῳ, καὶ τοῖς νικῶσι τότε πρῶτον ὑπ᾽ ἐκείνου φοίνικα δοθῆναι». (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Περί Θησέως, 21, 1-2)
Το καράβι μετά συνέχισε το ταξίδι του για την Αττική. Όλοι ήσαν τόσο συγκινημένοι και χαρούμενοι, που ξέχασαν ν’ αλλάξουν τα πανιά. Έτσι εξακολουθούσαν να φουσκώνουν από του αγέρα τη δύναμη τα μαύρα πανιά. Ο γερο- Αιγέας κάθε μέρα ανέβαινε στην Ακρόπολη κι αντίκριζε στο βάθος της θάλασσας, προσμένοντας με αγωνία την επιστροφή του καραβιού από την Κρήτη. Και να, ένα πρωινό φάνηκε το καράβι. Αλίμονο, όμως. Τα πανιά δεν τα είχαν αλλάξει. Το σκαρί αρμένιζε με μαύρα πανιά. Δάκρυσε ο γέροντας κι από τη θλίψη για του γιου το χαμό έπεσε από το βράχο και σκοτώθηκε, βέβαιος πως δε θα ξανάβλεπε τον Θησέα.
Αξέχαστη έμεινε η μέρα του γυρισμού για τους Αθηναίους, όσο κι αν τη σκίαζε ο άδικος σκοτωμός του βασιλιά τους. Ο Θησέας θέσπισε γι’ αυτή τη μέρα μια ετήσια γιορτή, τα Πυανόψια.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης σχετικά με το μύθο αυτό, λέει τα εξής: «Μόλις πέρασαν τα εννιά χρόνια, ήρθε πάλι ο Μίνωας στην Αττική με μεγάλο στόλο και ζητώντας τους δεκατέσσερις νέους και νέες, τους πήρε. Αυτή τη φορά ήταν και ο Θησέας σ’ εκείνους που επρόκειτο να αποπλεύσουν, ο Αιγέας έκανε συμφωνία με τον κυβερνήτη και τον πρόσταξε στην περίπτωση που ο Θησέας θα νικήσει το Μινώταυρο, να επιστρέψει το πλοίο με λευκά πανιά και αν σκοτωθεί με μαύρα, όπως συνήθισαν να κάνουν πριν. Φτάνοντας στην Κρήτη, η Αριάδνη, η θυγατέρα του Μίνωα, ερωτεύθηκε το Θησέα που είχε εξαίρετο παρουσιαστικό, ο Θησέας μίλησε μαζί της κι εξασφαλίζοντας τη βοήθειά της σκότωσε το Μινώταυρο και μαθαίνοντας από αυτή την έξοδο του Λαβυρίνθου σώθηκε. Για την επιστροφή στην πατρίδα έχοντας κλέψει την Αριάδνη απέπλευσε νύκτα και κρυφά κι έφτασε στο νησί που τότε ονομαζόταν Δία και σήμερα Νάξος. Εκείνον τον καιρό, σύμφωνα με το μύθο, εμφανίστηκε ο Διόνυσος στο νησί και λόγω της ομορφιάς της Αριάδνης πήρε την κόρη από το Θησέα, να την έχει μόνιμη σύζυγό του και να την αγαπάει πάνω από όλες. Πράγματι, μετά το θάνατό της, από την αγάπη του την έκρινε άξια αθάνατων τιμών κι έβαλε στ’ αστέρια του ουρανού το στέμμα της Αριάδνης. Ο Θησέας και οι φίλοι του, λένε, στεναχωρήθηκαν πολύ από την αρπαγή της Αριάδνης και από τη λύπη τους ξέχασαν την παραγγελία του Αιγέα, έτσι κατέπλευσαν στην Αττική με ανοικτά τα μαύρα πανιά. Ο Αιγέας μόλις είδε το πλοίο να πλησιάζει, πιστεύοντας πως ο γιος του πέθανε, έκανε μια πράξη που ήταν ηρωική, αλλά ήταν και συμφορά, γιατί ανέβηκε στην ακρόπολη κι απελπισμένος από τη ζωή του ένεκα της υπερβολικής λύπης του έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε.» (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλ. 4, 60-77)
Ο Απολλώδωρος αναφέρει: « ως δε ήκεν εις Κρήτην, Αριάδνη θυγάτηρ Μίνωος ερωτικώς διατεθείσα προς αυτόν συμπράσσειν απαγγέλλεται,εάν ομολογήση γυναίκα αυτήν έξειν απαγαγών εις Αθήνας. ομολογήσαντος δε συν όρκοις Θησέως δείται Δαιδάλου μηνύσαι του λαβυρύνθου την έξοδον. υποθεμένου δε εκείνου, λίνον εισιόντι Θησεί δίδωσι· τούτο έξάψας Θησεύς της θύρας εφελκόμενος εισήει. καταλαβών δε Μινώταυρον [p. 136] εν εσχάτω μέρει του λαβυρύνθου παίων πυγμαίς απέκτεινεν, εφελκόμενος δε το λίνον πάλιν εξήει. και δια νυκτός μετά Αριάδνης και των παίδων εις Νάξον αφικνείται. ένθα Διόνυσος ερασθείς Αριάδνης ήρπασε, και κομίσας εις Λήμνον εμίγη. και γεννά Θόαντα Στάφυλον Οινοπίωνα και Πεπάρηθον..» (Απολλόδωρος, Επιτομή, 8 - 9)
Ενώ ο Καλλίμαχος στους “Ύμνους” του μας λέει με στίχους:
« Και τότες από στέφανα σκεπάζεται το άγαλμα το ιερό
της αρχαίας Κύπριδας το ξακουσμένο, που ο Θησέας κάποτε
το έστησε με τα παιδιά σαν γύρισεν από την Κρήτη,
όταν το άθλιο μούγκρισμα του άγριου γιου ξεφύγανε
της Πασιφάης, και το φοβερόν ανάκτορο του μπερδεμένου λαβυρίνθου,
κι ω Σεβαστή, τριγύρω απ᾽ το βωμό σου όταν έπαιξε η κιθάρα
χορέψανε, και το χορό τον έσερνε ο Θησέας.
Και από τότε για παντοτινά, ως ιερά αναθήματα στο Φοίβο, με τη θεωρίδα
οι Κεκροπίδες στέλνουνε του πλοίου εκείνου (του Θησέα) την αρματωσιά.» (Καλλίμαχος, Ὕμνοι, 4, 307- 31vagia-gr.blogspot.com

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ[Μέρος Α΄]

Ο μύθος του Μινώταυρου
Γράφει ο δαμ- ων

Α΄ μέρος
Οι μύθοι είναι οι φανερές ιστορίες των μυστηρίων. Στους αμύητους φαντάζουν σαν ευχάριστες διηγήσεις, όπου εξιστορούνται υπεράνθρωπα κατορθώματα. Οι ατρόμητοι ήρωες παλεύουν με τέρατα, τα οποία νικούν κι απαλλάσσουν την ανθρωπότητα από τα αιμοβόρα τέρατα που τους έχουν αναστατώσει τη ζωή και τους έχουν κάνει να θρηνήσουν πολλά θύματα. Αντίθετα για τους μυημένους οι μύθοι είναι οδοδείκτες στην πνευματική τους πορεία. Όλοι οι αξιόλογοι πρόγονοί μας μυήθηκαν στα αρχαία μυστήρια και διαμέσου των μύθων πήραν αξιολογότατες διδασκαλίες για να κατανοήσουν τη ζωή, τη λειτουργία των κοσμικών νόμων και τον τρόπο για να μπορέσουν ν’ ανέβουν στον Όλυμπο. Ο Σωκράτης στον Πλατωνικό “Φαίδωνα” λέει: «Φαίνεται μάλιστα ότι και εκείνοι οι οποίοι οργάνωσαν σε εμάς τις μυστηριακές τελετές, δεν ήσαν άνθρωποι άνευ αξίας, αλλά πράγματι κάποιο βαθύ νόημα κρύβεται από παλαιούς χρόνους μέσα στα λόγια τους, ότι αν κανείς έρθει στον Άδη χωρίς να μυηθεί στη διδασκαλία των μυστηρίων και να υποβληθεί στις τελετουργικές διατυπώσεις, η θέση του θα είναι στο βόρβορο, ο δε κεκαρθαμένος και μεμυημένος με όλες τις διατυπώσεις, όταν φτάσει εκεί, θα συγκατοικήσει με τους θεούς. Διότι υπάρχουν, καθώς λέγουν οι εντεταλμένοι στις μυστηριακές τελετές, πολλοί μεν οι φέροντες τους νάρθηκας, ολίγοι δε οι πραγματικά εμπνεόμενοι από το θεό Βάκχο. Αυτοί δε οι τελευταίοι δεν είναι, κατά την ιδική μου γνώμη άλλοι, παρά όσοι φιλοσοφούν κατά την ορθή έννοια της λέξης.» ( Πλάτωνος “Φαίδων”, 69 b-c-d ).
Ένας από τους ωραιότερους μύθους της ελληνικής μυθολογίας είναι αυτός του Μινώταυρου και της πάλης του με το Θησέα μέσα στον Λαβύρινθο. Ο Μινώταυρος (= Μίνως+ Ταύρος) είναι ένα τέρας με σώμα ανθρώπου και κεφαλή κι ουρά ταύρου. Είναι ο γιος της Πασιφάης, της γυναίκας του Μίνωα, η οποία ζευγάρωσε- σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης- με έναν ταύρο. Καρπός του αφύσικου ζευγαρώματος το τέρας, που εγκλείστηκε να ζει σε μια περίπλοκη κατασκευή του ονομαστού μηχανικού Δαίδαλου, στον Λαβύρινθο. Θα διηγηθούμε πρώτα τον μύθο και στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να ανασύρουμε τα πέπλα του μύθου για να βρούμε τα μηνύματα που κρύβει.
Όλα ξεκίνησαν από την αθέτηση της υπόσχεσης του Μίνωα προς τον Ποσειδώνα. Οι τρεις γιοι της πανωραίας Ευρώπης από τον βασιλιά θεών κι ανθρώπων, τον βροντορίχτη Δία, o Μίνωας, ο Ραδάμανθυς κι ο Σαρπηδόνας, σαν πέθανε ο θετός πατέρας τους Αστέριος, κληρονόμησαν το πλούσιο βασίλειό του. Ο καλόβολος Αστέριος δεν πρόκανε να ορίσει τα δικαιώματα σε καθένα από τα τρία παλικάρια κι αυτά άρχισαν τους τσακωμούς. Ο Μίνωας υποστήριζε πως ήταν θέλημα του θεού αυτός να βασιλέψει, μα οι άλλοι δυο δεν το δέχονταν. Για ν’ αποδείξει τον ισχυρισμό του ο Μίνωας τους είπε πως οι θεοί με θαυμαστό τρόπο θα έδειχναν πως όρισαν αυτός να βασιλέψει. Προσευχήθηκε, λοιπόν, στο θεό των υδάτων, τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, να του στείλει έναν ταύρο, που όμοιός του να μην υπήρχε σε ολόκληρο το νησί της Κρήτης, που με μεγάλη υπερηφάνεια να ξεπρόβαλλε από τη θάλασσα, για να το θυσιάσει στο θεό. Έτσι κι έγινε. Από τα κύματα ξεπήδησε ένας ολόλευκος ταύρος, που ανθρώπου μάτι μέχρι τότε δεν είχε ξαναδεί. Με αυτό το θαυμαστό γεγονός κανένας πια δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τη βασιλεία του Μίνωα.
Αλλά ο Μίνωας αθέτησε την υπόσχεσή του. Το θεϊκό σημάδι, τον ολόλευκο ταύρο, δεν τον θυσίασε στο θεό. Θαμπώθηκε από την ομορφιά και την υπερηφάνεια του ταύρου και τον κράτησε να τον έχει καμάρι των κοπαδιών του. Αντί για τον θαλασσόβγαλτο ταύρο θυσίασε έναν άλλο από τα κοπάδια του, τον καλύτερο, αλλά δεν ήταν ο ταύρος που έστειλε ο Ποσειδώνας. Η αθέτηση της υπόσχεσης του Μίνωα προς τον θεό, εξόργισε τον θεό της θάλασσας και του ετοίμασε μια σκληρή τιμωρία.
Έχοντας το χρυσό σκήπτρο, που του χάρισε ο Δίας, ο Μίνωας ένωσε πάνω από εκατό πολιτείες της Κρήτης κάτω από τη δύναμή του και κυριάρχησε σ’ όλη τη μεσόγειο και στα παράλια της Μικρασίας. Κέντρο της βασιλείας του ήταν η Κνωσός. Ναυπήγησε έναν τρανό στόλο κι έγινε θαλασσοκράτορας διώχνοντας τους πειρατές και περιορίζοντας τους βάρβαρους λαούς. Διακυβέρνησε με δικαιοσύνη τους αναρίθμητους υπηκόους του, εφαρμόζοντας νόμους που τους είχε δώσει ο ίδιος ο Δίας. Τον καιρό της βασιλείας του οι πολιτείες αναπτύχθηκαν και στολίστηκαν με ωραία κτίρια, αναπτύχθηκαν οι τέχνες και ο πολιτισμός, ενώ οι κάτοικοι ζούσαν πλούσια και ειρηνικά. Αυτή την εποχή ήρθε στην Κρήτη κι ο ξακουστός τεχνίτης Δαίδαλος, εξόριστος από την Αθήνα. Απλόχερα ξόδεψε μεγάλο μέρος του πλούτου ο Μίνωας για να στολίσει ο Δαίδαλος με όμορφα καλλιτεχνήματα τη Μεγαλόνησο. Ο εξαίρετος τεχνίτης έχτισε μεγάλα παλάτια με πολυτελείς αίθουσες, έστησε αγάλματα και βωμούς σε πολλά μέρη των πόλεων, έφτιαξε λουτρά, τον περίφημο λαβύρινθο και το μαρμαρένιο χοροστάσι, όπου στις μεγάλες γιορτές χόρευαν η βασιλοπούλα Αριάδνη με τις φίλες της.
Ο Μίνωας πήρε για γυναίκα του την Πασιφάη, που ήταν κόρη του Ήλιου και της Περσηίδας. Κάποιοι λένε πως πήρε την Κρήτη, την κόρη του Αστέριου. Από την Πασιφάη απόχτησε τέσσερις γιους: τον Δευκαλίωνα, τον Γλαύκο, τον Ανδρόγεο και τον Κατρέα, και τέσσερις κόρες: την Αριάδνη, τη Φαίδρα, την Ακάλλη ή Ακακαλλίδα και την Ξενοδίκη. Πέρα από τα οκτώ νόμιμα παιδιά απόκτησε και πολλά νόθα από άλλες γυναίκες. Στην αρχή της βασιλείας του ο Μίνωας δεν τα κατάφερε ν’ αποκτήσει παιδιά. Αιτία ήταν μια παράξενη αρρώστια. Κάποιοι λένε πως την προκάλεσαν τα μάγια της ζηλιάρας Πασιφάης για να βγάζει από τη μέση κάθε αντίζηλό της. Από το σώμα του βασιλιά, όταν ξάπλωνε με μια γυναίκα, έβγαιναν ερπετά που έτρωγαν τα σπλάχνα της συντρόφου του. Μόνο η Πασιφάη απόφευγε τον αφανισμό γιατί ήταν αθάνατη, εφόσον πατέρας της ήταν ο Ήλιος. Γιατρειά βρήκε από την κόρη του Ερεχθέα, την Πρόκνη, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην Κρήτη. Η βασιλοπούλα της Αττικής συνδέθηκε ερωτικά με τον Μίνωα, αλλά γρήγορα αναγκάστηκε ν’ αφήσει την Κρήτη φοβούμενη την οργή της Πασιφάης. Για να την ευχαριστήσει ο θαλασσοκράτορας Μίνωας της χάρισε δύο δώρα θαυμαστά: ένα κοντάρι που ποτέ του δεν αστοχούσε κι έναν σκύλο που ποτέ του δεν του ξέφευγε θήραμα.
Ο ρήγας Μίνωας, λοιπόν, λιμπίστηκε τον ταύρο, που έστειλε ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας, και δεν τον θυσίασε. Χολώθηκε ο Ποσειδώνας από του Μίνωα την ασέβεια και θέλησε να τον τιμωρήσει. Ζήτησε τη βοήθεια της Αφροδίτης, που έκανε τη ρήγισσα να νιώσει παράφορο έρωτα για το πανώριο ταύρο. Κάποιοι λένε πως η θεά ενέπνευσε τον αφύσικο έρωτα στην Πασιφάη γιατί αυτή παραμέλησε τη λατρεία της. Η βασίλισσα ήταν σε παραζάλη και η φούντωση της έκαιγε τα σπλάχνα. Στο μυαλό της ήταν καρφωμένη η σκέψη να χαρεί τον έρωτα του ταύρου. Δεν έβρισκε αναπαμό, τα βράδια το μόνο όνειρο που έβλεπε ήταν το αφύσικο και παράφορο σμίξιμό της με το όμορφο ζώο, το δώρο του θεού στον άντρα της.
Κατέφυγε στη βοήθεια του Δαίδαλου, από τον οποίο ζήτησε να φτιάξει το ομοίωμα μιας αγελάδας, που να ήταν κούφια. Πλούσια δώρα και μπόλικο χρυσάφι θα ήταν η αμοιβή του. Έτσι ο Αθηναίος τεχνίτης κατασκεύασε μια ξύλινη δαμάλα, την οποία έντυσε με δέρμα αγελάδας. Ήταν τόσο τέλεια, που ξεγελούσε ακόμα κι άνθρωπο. Με ρόδες την μετέφερε στο λιβάδι που βοσκούσε ο ταύρος του Ποσειδώνα. Αφού έδιωξε όλη την ακολουθία της η ρήγισσα, μπήκε μέσα στην κούφια δαμάλα κι εκεί κρυμμένη περίμενε τον ταύρο. Ο ταύρος πλησίασε την ξύλινη δαμάλα, που ήταν σαν ζωντανή κι ενώθηκε μαζί της. Από το αφύσικο σμίξιμο η Πασιφάη γέννησε τον Μινώταυρο, ένα τέρας με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. Το τέρας μεγάλωσε γοργά κι έγινε ο τρόμος του νησιού, γι’ αυτό ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο. Ο λαβύρινθος ήταν ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Δαίδαλου. Βρισκόταν στα υπόγεια του μεγάλου παλατιού και είχε εύκολη είσοδο αλλά αδύνατο να βρεθεί η έξοδος. Στους σκοτεινούς κι υγρούς διαδρόμους ήταν η κατοικία του Μινώταυρου και η τροφή του τρυφερές παρθένες κι αμούστακα παλικάρια.
Δεν μπορούσε να χωρέσει του Μίνωα το μυαλό αυτό το σμίξιμο. Θέλησε να τιμωρήσει τη κυρά του παλατιού για το μόλεμα του γάμου τους και διέταξε να την κλείσουν σε μια σκοτεινή αίθουσα του λαβύρινθου. Μα και ο Δαίδαλος πλήρωσε για την παράξενη βοήθεια στη ρήγισσα. Η αντιπληρωμή του ήταν να κλειστεί κι αυτός μαζί με τον Ίκαρο, το γιο του, σε ανήλιαγο κελί μέσα στο ίδιο το παράξενο κατασκεύασμα του, τον λαβύρινθο.
Πάνω στο θέμα της αταίριαστης ένωσης του ταύρου με την Πασιφάη, ο Ευριπίδης έγραψε την τραγωδία “Κρήτες”, από την οποία όμως διασώζονται πολύ λίγα αποσπάσματα. O Τάσος Ρούσσος μετέφρασε αυτά τα αποσπάσματα και με τις πληροφορίες που άντλησε από άλλους συγγραφείς συμπλήρωσε την τραγωδία, δίνοντάς μας μια θαυμάσια εκδοχή. Απ’ αυτό το έργο των εκδόσεων “Κάκτος” θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα στη συνέχεια. Στην τραγωδία εμφανίζεται στην αρχή ο Ποσειδώνας, κάνοντας μια εισαγωγή, όπου αναφέρει το λόγο των δεινών του Μίνωα:
« Ο Ποσειδώνας είμαι κι έχω έρθει
στην Κρήτη εδώ, στου Μίνωα το παλάτι,
αφήνοντας της θάλασσας τα βάθη
και τους λαμπρούς χορούς των Νηρηίδων.
Η ευσέβεια συνήθως κι οι θυσίες
τραβούνε τους θεούς στη γης, εμένα
θυμός με φέρνει για του Δία το τέκνο,
που ενώ του παραστάθηκα με αγάπη,
με καταφρόνια μ’ έχει αντιπληρώσει.
Τη δέησή του εισάκουσα κι αμέσως
όμορφος ταύρος βγήκε από το κύμα∙
έτσι στους Κρήτες φάνηκε πως είχε
την εύνοιά μας κι όλοι τον δεχτήκαν
για βασιλιά τους. Την υπόσχεσή του
λησμόνησε όμως γρήγορα∙ τον ταύρο
δεν πρόσφερε σε μένα, αλλά τον έχει
μακριά στα βοσκοτόπια του κρυμμένο,
στα πλούσια κοπάδια του στολίδι,
κι άλλον αντί γι’ αυτόν μου θυσιάζει.
Η ασέβεια στους θεούς κι η αχαριστία
πάντοτε τιμωρούνται∙ δυστυχίες
αγιάτρευτες χτυπάνε τους ανθρώπους.
Τώρα το βασιλιά τόσο μεγάλες
θα τον βρουν συμφορές, που θ’ αφανίσουν
γοργά το σπιτικό του και τη χώρα.
Έχω τη συνδρομή της Αφροδίτης∙
αυτή παρέσυρε την Πασιφάη,
το διαλεχτό του ταίρι, σε μια πράξη
αφύσικη που μύρια θα γεννήσει
φριχτά δεινά μολύνοντας το σπίτι.
Ο Μίνωας στης βασίλισσας εμπήκε
το θάλαμο κι αντίκρισεν εκείνο
που γίνηκε η αρχή της συμφοράς του.
Ο φόβος από τότε τον κατέχει,
η σύγχυση κι η οργή∙ ποιος τάχα
δαίμονας έχει μπει μες στο παλάτι;
Ή μήπως είναι των θεών κατάρα;
Όμως στο πέρασμα του χρόνου κι άλλα
θα τον βρούνε δεινά. Ο πανώριος ταύρος
που δεν μου πρόσφερε, μανία και φόνο
πνέοντας, θα βυθίσει όλη την Κρήτη
στο πένθος και στο θρήνο, θα ρημάζει
κοπάδια, τη σπαρμένη γης, ανθρώπους,
παντού σκορπώντας τρόμο, ώσπου μια μέρα
θα τον σηκώσει ο Ηρακλής δεμένον,
του Ευρυσθέα την εντολή εκτελώντας,
και θα τον αμολήσει στην Αθήνα,
στη δασωμένη γη του Μαραθώνα∙
εκεί ο Θησέας θα τον θανατώσει
κι αργότερα, σαν έρθει αυτός στην Κρήτη,
το τερατόμορφο θα σφάξει σπέρμα
του άγριου ταύρου. Τέτοια τιμωρία
θα λάβει ο Μίνωας για την ασέβειά του.
Το σπίτι του θ’ αφανιστεί κι η Κρήτη
σε μαρασμό θα πέσει και θα χάσει
σιγά σιγά και δύναμη και δόξα.
Πρέπει οι θνητοί να δείχνουν πάντα σέβας
και φόβο στους θεούς, να τους λατρεύουν. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1-59 )
Μετά εμφανίζει τον τροφό του παλατιού να μιλάει και να συμβουλεύει την βασίλισσα να απαλλαγούν από το παράξενο μωρό:
« ΤΡ.: Δεν πρέπει να κρατήσεις πια το βρέφος,
Κυρά μου, Πασιφάη, μες στο παλάτι.
Αν το ξανάβρει ο Μίνωας εκεί μέσα,
πάμε κι οι δυο χαμένες, να το ξέρεις.
ΠΑ.: Θα το ’χουμε κρυφά σε κάποιο μέρος
που θα γνωρίζουμε μονάχα οι δυο μας.
ΤΡ.: Είναι μωρό, το κλάμα του θ’ ακούσουν.
ΠΑ.: Μα θα ’χουμε το νου μας να μην κλάψει.
ΤΡ.: Δεν κλαίει τώρα πια, παρά μουγκρίζει
σαν ορφανό μοσχάρι που πεινάει.
ΠΑ.: Με βότανα θα το ’χω κοιμισμένο.
ΤΡ.: Δε γίνεται όλη μέρα να κοιμάται∙
θα το ξυπνάει η πείνα κάθε λίγο∙
βαρύ το μούγκρισμά του, θα τ’ ακούσουν∙
ο αχός θα ξεσηκώσει όλους του δούλους
του βασιλιά, θα ψάξουν και θα το ’βρουν.
Κούφιες λοιπόν ελπίδες να μην έχεις.
ΠΑ.: Κάτι θα βρούμε, κάτι θα σκεφτούμε.
ΤΡ.: Βιάσου, φυγάδεψέ το αμέσως, σώσε
τον εαυτό σου τώρα, μη διστάζεις.
ΠΑ.: Πώς να το διώξω, εγώ το ’χω γεννήσει.
Ταυρόμορφο κι αν είναι, είναι παιδί μου. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 63-84 )
Μπορεί να μην έφταιξε σε τίποτα η Πασιφάη, να είναι ένα θύμα της ασέβειας του άντρα της και οι θεοί να την χρησιμοποίησαν για να τιμωρήσουν τον Μίνωα, αλλά δε συμφωνεί να πετάξουν το βρέφος. Το μητρικό φίλτρο δεν επιτρέπει μια τέτοια αποτρόπαια πράξη, έστω κι αν είναι τερατόμορφος ο καρπός αυτού του αφύσικου σμιξίματος, στο οποίο την έσπρωξαν οι θεοί. Θα μπορούσε από αποστροφή για την παραφορά στην οποία την οδήγησαν, από ντροπή για το πάθος στο οποίο ενέδωσε, να συμφωνήσει ν’ αφανιστεί αμέσως το μωρό. Μα είναι μάνα, κι αν και ταυρόμορφο το βρέφος, είναι παιδί της! Η καρδιά της μάνας δεν μπορούσε να συνεργήσει στο θάνατο του παιδιού της. Η βασίλισσα γνώριζε πως μοιραία αυτό το μωρό θα γινόταν η αιτία να διαλυθεί ο γάμος της, να χάσει την αίγλη του θρόνου, να γίνει ο περίγελως των κατοίκων του νησιού, να χάσει ακόμα και τη ζωή της σαν τιμωρία της απιστίας της. Όμως, μίλησε η καρδιά της μάνας που δε γνωρίζει φόβο και δεν υπολογίζει τον κατατρεγμό μπροστά στη ζωή του παιδιού της!
Ο βασιλιάς κάτι κατάλαβε, ένιωσε να υπάρχει μια συνωμοσία από τη βασίλισσα κι όσες αποτελούσαν την ακολουθία της. Έτσι ζήτησε να πάρει πληροφορίες από τη τροφό, την οποία πίεσε κι έμαθε ένα μέρος της αλήθειας:
« ΜΙ.: Ποια σφάλματα η βασίλισσα πληρώνει
κι είναι οργισμένη η Κύπριδα μαζί της;
Μα πες μου, πώς ετέλειωσαν ετούτα;
TΡ.: Δεν τέλειωσαν, γιατί, όπως λέει ο κόσμος,
οι δυστυχίες γεννάνε δυστυχίες.
ΜΙ.: Τα λόγια σου δεινά μου προμαντεύουν.
ΤΡ.: Έλιωνε η δόλια μέρα με τη μέρα
και μη μπορώντας άλλο στο εργαστήρι
του Δαίδαλου πηγαίνει κι αφού πρώτα
τον όρκισε κρυφό να μείνει ετούτο,
μια ξύλινη δαμάλα του γυρεύει,
που ζωντανή να μοιάζει∙ πλούσια δώρα
του έταξε, αν το έργο του πετύχει,
κι ακόμη πιο πολύ, να τον συντρέξει
να φύγει από την Κρήτη με το γιο του.
ΜΙ.: Τη ρώτησε για ποιο σκοπό τη θέλει;
ΤΡ.: Τη χρειαζόταν, είπε, για να κάνει
μυστικές στη θεά τελετουργίες,
μήπως και μαλακώσει το θυμό της.
ΜΙ.: ΚΙ ο Δαίδαλος; Εκτέλεσε το έργο;
ΤΡ.: Με προθυμία και μεγάλη τέχνη.
Έντυσε με τομάρι γελάδας
το ξύλινο ομοίωμα, στα ποδάρια
του έβαλε τροχούς και της το δίνει.
Το πήρε αυτή και στο κρυφό λιβάδι
το μετάφεραν άνθρωποι δικοί της.
Το δειλινό μας έδιωξε όλους∙ μπαίνει,
το σκέπασμα σηκώνοντας, στην κούφια
δαμάλα και προσμένει να ’ρθει ο ταύρος.
ΜΙ.: Και τι έγινε μετά; Πες μου, το είδες;
ΤΡ.: Κανείς δεν είδε τίποτα, δεν ξέρει.
Σαν βράδιασε, κατά την προσταγή της,
πήγαμε πίσω∙ κείτονταν στο χόρτο
σε παραλόισμα τρομερό χαμένη.
Τη φέραμε όπως ήταν στο παλάτι.
ΜΙ.: Δεν θα ρωτήσω τίποτα άλλο, ξέρω
και νύφη και γαμπρό και βρέφος
και ποιοι βοήθησαν σ’ αυτήν την πράξη,
που όνομα δεν βρίσκω να της δώσω.
Με τη ζωή τους όμως θα πληρώσουν
το μίασμα τούτο που όλους μας βαραίνει.
Κάποιος να πάει μέσα στο παλάτι
και τη βασίλισσα να μου φωνάξει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 447-489 )
Ο Μίνωας είχε καλέσει τους ιερείς και μύστες από το Ιδαίον άντρο, το ιερό του πατέρα του Δία, να τον βοηθήσουν να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Στην τραγωδία αποτελούν και τον αντίστοιχο χορό. Έτσι όταν αυτοί ακούνε για το αφύσικο σμίξιμο, κάνουν το ακόλουθο σχόλιο:
« Απ’ την αρχή του κόσμου νόμος
υπάρχει αλύγιστος κι ορίζει
για κάθε ζωντανό της γης,
της θάλασσας και τ’ ουρανού
να σμίγει μοναχά με τ’ όμοιό του.
Κάθε παράβαση του φέρνει
τη γέννηση φριχτών τεράστιων
που δίκαια τις νομίζουμε
κατάρες των θεών ή τιμωρίες. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 491- 499 )
Ο θυμωμένος Μίνωας κάλεσε την γυναίκα του Πασιφάη για να της ζητήσει εξηγήσεις σχετικά τη γέννηση του παιδιού- τέρατος. Η βασίλισσα τον κατηγορεί πως αυτός είναι η αιτία της συμφοράς. Για όλα έφταιε η ασέβεια του θαλασσοκράτορα θνητού προς τον θεό της θάλασσας. Επομένως η ίδια ήταν το εξιλαστήριο θύμα και δεν είχε μερτικό στην αιτία των δεινών, που είχαν χτυπήσει το παλάτι. Ανάμεσα στον Μίνωα και την Πασιφάη έγινε ο παρακάτω διάλογος:
« ΧΟ.: Mη στέκεις σιωπηλή, βασίλισσά μου∙
πρέπει ν’ αποκριθείς στην κατηγόρια.
ΠΑ.: Ποια κατηγόρια και για τι; Ν’ ακούσω.
ΜΙ.: Άκου λοιπόν∙ ποιο ήτανε το βρέφος
που ’χε κεφάλι ταύρου στο παλάτι;
ΠΑ.: Σου το ’χω πει και πριν, οι θεοί το στείλαν.
ΜΙ.: Σαν ευλογία τάχα ή σαν κατάρα;
ΠΑ.: Κατάρα είναι για μένα που δεν φταίω.
ΜΙ.: Δεν φταίς εσύ; Ποιος είναι τότε ο φταίχτης;
ΠΑ.: Ψάξε τον εαυτό σου και θα τον ’βρεις.
ΜΙ.: Ένοχος είμαι ‘γω για ένα τέρας;
ΠΑ.: Αν θες, στοχάσου λίγο και θυμήσου.
ΜΙ.: Αστόχαστος δεν είμαι ούτε ξεχνάω.
ΠΑ.: Σέβεσαι τους θεούς, καθώς ταιριάζει;
ΜΙ.: Θυσίες πλούσιες πάντα τους προσφέρω
και δεν ξεχνάω σ’ αυτές ποτέ κανέναν.
ΠΑ.: Μα είναι μαζί σου κάποιος οργισμένος.
ΜΙ.: Ποιος είναι αυτός και ποια η αιτία; Πες μου.
ΠΑ.: Της θάλασσας ο αφέντης Ποσειδώνας.
Δίχως ντροπή τον έχεις απατήσει.
ΜΙ.: Τον σέβομαι και τον λατρεύω πάντα.
ΠΑ.: Ξέχασες όμως τάχα να θυσιάσεις
τον ταύρο που σου έστειλε απ’ το κύμα.
ΜΙ.: Ήταν πανέμορφος, χωρίς ψεγάδι,
δεν μ’ άφηνε η καρδιά μου να τον σφάξω.
ΠΑ.: Κι έτσι προτίμησες να ξεγελάσεις
αισχρά τρανό θεό∙ είχες τη γνώμη
πως θα παράβλεπε την προσβολή σου
γιατί ’σαι γιος του Δία, καθώς λένε;
Μα οι θεοί, να ξέρεις, βρίσκουν τρόπους
να τιμωρούν τους ασεβείς∙ κι εμένα
χτύπησε ο θεϊκός θυμός, σε τέτοιες
ανείπωτες ντροπές βυθίζοντάς με. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 541-573 )
Ο Δαίδαλος, αφού κατασκεύασε για χάρη του Μίνωα όλα τα θαυμαστά κτίρια που του ζήτησε και τα στόλισε με ωραιότατα τεχνουργήματα, πεθύμησε να φύγει από την Κρήτη. Ο ρήγας όμως δεν ήθελε να υπάρχουν κι αλλού τόσο ωραίες κατασκευές κι απαγόρεψε τον απόπλου στον τεχνίτη. Όταν σε κάποιον βάζεις εμπόδια, τόσο τρανεύει η νοσταλγία. Την επιθυμία για φυγή την μετέδωσε και στον Ίκαρο. Έτσι το παλληκάρι πήγαινε συχνά κι περιεργαζόταν τα πλεούμενα κάνοντας όνειρα για το ταξίδι. Τ’ αγνάντευε να σχίζουν τα νερά με φουσκωμένα τα πανιά και θαρρούσε πως ήταν κι αυτός ένα ταξιδιάρικο πουλί, που τ’ ακολουθούσε. Η ρήγισσα, που τους αγαπούσε, είχε υποσχεθεί να τους συντρέξει σ’ αυτή την πεθυμιά.
Καθώς επέστρεφε από το λιμάνι ο Ίκαρος έπεσε πάνω στον βασιλιά, που είχε πάρει την απόφαση να κλείσει πατέρα και γιο στη φυλακή, για να τους τιμωρήσει, επειδή ο Δαίδαλος είχε κατασκευάσει την αγελάδα για την Πασιφάη. Ταυτόχρονα είχε στείλει στρατιώτες για να οδηγήσουν μπροστά του τον Δαίδαλο. Σαν έφτασε ο τεχνίτης, ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ρήγα έγινε ο ακόλουθος διάλογος, καταπώς μας λέει ο ποιητής:
Έτσι ο διάλογος έφτασε στο επίμαχο σημείο της κατασκευής της δαμάλας:
« ΜΙ.: Σου ζήτησε η βασίλισσα να φτιάξεις
ένα ομοίωμα ξύλινης δαμάλας;
ΔΑ.: Την προσταγή της μου έφερε η τροφός της,
ΜΙ.: Την προσταγή της; Έχεις λησμονήσει
πως σε προστάζω εγώ, κανένας άλλος;
ΔΑ.: Είναι βασίλισσά μου η Πασιφάη
κι ο λόγος της είναι δικός σου λόγος.
Η θέλησή της θέληση δική σου.
ΜΙ.: Τη ρώτησες για ποιο σκοπό ζητούσε
να τεχνουργήσεις ένα τέτοιο έργο;
ΔΑ.: Δεν μίλησε ξεκάθαρα, νομίζω
πως το χρειαζόταν για να τελέσει
κάποιες για τους θεούς τελετουργίες
και την οργή τους έτσι να πραΰνει.
ΜΙ.: Σου ’δωσε κάποιες άλλες οδηγίες;
ΔΑ.: Η ξύλινη γελάδα να είναι κούφια
που μια γυναίκα να χωράει εντός της
και σαν αληθινή να μοιάζει σ’ όλα.
ΜΙ.: Εδούλεψες λοιπόν σαν καλλιτέχνης
κι όχι σαν ξυλουργός και τη δαμάλα
τόσο καλά την έφτιαξες, λες κι ήταν
ζωντανή και ξεγέλασε τον ταύρο.
ΔA.: Ήτανε προσταγή της Πασιφάης
κι έπρεπε να της φτιάξω αυτό το έργο
μ’ όσο καλύτερο μπορούσα τρόπο.
Εξάσκησα την τέχνη που γνωρίζω.
ΜΙ.: Έφτιαξες δηλαδή το νυφικό της.
ΔΑ.: Ο λόγος σου δυσνόητος, δεν σε νιώθω.
ΜΙ.: Και τι σου έταξε γι’ αυτό το έργο;
ΔΑ.: Αυτά που οι βασιλιάδες τάζουν πάντα:
πλούσια δώρα και πολύ χρυσάφι.
………………………………………………….
ΜΙ.: Καλύτερα να πω την προδοσία
που με ψευτιές πασκίζεις να σκεπάσεις.
ΔΑ.: Ποια προδοσία; Πες να την ακούσω;
ΜΙ.: Σου λέω∙ βοήθησες την Πασιφάη
στο αισχρό της κι ανόσιο πάθος της, να σμίξει
ερωτικά με ταύρο, μην τ’ αρνιέσαι,
μην κάνεις τον ανίδεο, τα ξέρω.
Με πρόδωσες και θα σε τιμωρήσω.
ΔΑ.: Αν είναι προδοσία να υπακούεις
σ’ αυτούς που εξουσιάζουν, τότε σ’ έχω
κι εγώ προδώσει, εμπρός, τιμώρησέ με.
ΜΙ.: Αλυσοδέστε τον γοργά, στρατιώτες,
και το γιο του μαζί∙ ποτέ το θράσος
και το ψέμα δεν ωφέλησαν κανέναν. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 996-1027 και 1036-1049 )
O Μίνωας, παρασυρμένος από την οργή, διέταξε να ρίξουν στα μπουντρούμια κι αυτούς που ήσαν πιστοί στη δούλεψή του, γεμίζοντας το ανάκτορο κι όλη την επικράτεια με κατασκευές, που πουθενά αλλού δεν εύρισκες. Τώρα μέσα στον λαβύρινθο, εκτός από την Πασιφάη, ρίχτηκε κι ο κατασκευαστής του.
Ο πατέρας της βασίλισσας, ο χρυσαφένιος και ζωοδότης Ήλιος, είδε την αδικία προς την κόρη του. Την απελευθέρωσε με θαυμαστό τρόπο, που μόνον οι θεοί μπορούν να επινοήσουν και οι θνητοί να γεμίζουν μ’ απορίες. Ο Μίνωας νόμισε ότι η γυναίκα του δραπέτευσε. Αυτή την δραπέτευση ανήγγειλε στον χορό των μυστών του Ιδαίου άντρου:
« ΜΙ.: Γέροντες μύστες του Ιδαίου άντρου,
γίνηκε κάτι μέσα στο παλάτι
παράξενο, που ο νους δεν το χωράει.
ΧΟ.: Τάχα τι να ’ναι αυτό; Πες μου να κρίνω.
ΜΙ.: Στη φυλακή η βασίλισσα δεν είναι.
ΧΟ.: Ποιος τη βοήθησε να δραπετεύσει;
ΜΙ.: Κανένας δεν εστάθη βοηθός της.
ΧΟ.: Τότε πώς έφυγε και δεν την είδαν;
MI.: Της φυλακής οι τοίχοι ξάφνου πέσαν
χωρίς σεισμό, από μόνοι τους, και τότε
γέμισε φως το υπόγειο, σαν να ’ταν
ήλιος μεσημεριού, κι η Πασιφάη
μες στη χρυσή φεγγοβολή ανυψώθη
κι εχάθη στον αέρα∙ όλοι την είδαν.
ΧΟ.: Φως φανερό, θεός την έχει σώσει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1169-1186 )
Δεν έφτανε το παράξενο φευγιό της ρήγισσας. Ήρθε αγγελιοφόρος από τη φυλακή του λαβύρινθου για να φέρει στον Μίνωα κι άλλη δραπέτευση. Τώρα πήραν σειρά ο Αθηναίος τεχνίτης με το γιο του, που έφυγαν σάμπως να ήσαν του ουρανού πετούμενα. Χάθηκαν στον αιθέρα πάνω από τα σύννεφα πετώντας. Δεν άντεξε ο βασιλιάς το νέο φευγιό κι έδωσε διαταγή να ετοιμάσουν καράβια γοργοτάξιδα για να κυνηγήσουν τους δραπέτες. Τους άξιζε τιμωρία γι’ αυτή την αποκοτιά. Και τότε εμφανίστηκε ο Ήλιος, ο από μηχανής θεός, για να νουθετήσει τον έξαλλο βασιλιά, λέγοντάς του τα εξής;
« Άφησε τη βιασύνη, Μίνωα, κι άκου
τα λόγια μου, ο Ήλιος σου μιλάει.
Εγώ λευτέρωσα την Πασιφάη
την ακριβή μου κόρη, απ’ τα δεσμά της,
γκρεμίζοντας της φυλακής τους τοίχους.
Ήταν γραμμένο τέτοια να περάσει
ντροπή για την ασέβεια που ’χεις δείξει
στον Ποσειδώνα εσύ, να τελειώσει
μ’ αυτόν τον τρόπο τη θνητή ζωή της
και ν’ αποθεωθεί καθώς της πρέπει.
Ο γάμος της με τον πανώριο ταύρο,
θεόσταλτο κακό απ’ την Αφροδίτη,
που το θεό της θάλασσας βοηθώντας
τη βύθισε στ’ ανόσιο πάθος, τώρα
θα γίνει αρχή λατρείας∙ μες στα δάση
κάθε ’άνοιξη οι θνητοί θα τη λατρεύουν
με μυστικές τελετουργίες, φορώντας
δέρματα δαμαλιών και ταύρων∙ έτσι
θα ’χουν την ευλογία της που θα φέρνει
πλήθος γεννήματα και στα χωράφια
πάντα πολλές σοδειές. Γι’ αυτό στο μέλλον
θα τη φωνάζουνε και Πλησιφάη
και θα ιδρυθεί μαντείο στ’ όνομά της.
Αυτή να ξέρεις έχει βοηθήσει
το Δαίδαλο και το παιδί του, απάνω
στη στέγη του λαβύρινθου να βγούνε∙
και τις φτερούγες που μ’ αυτές πετάξαν
ψηλά στους ουρανούς, εκείνη πάλι
απ’ το εργαστήρι του τις έχει φέρει.
Ξεπλήρωσε έτσι την υπόσχεσή της∙
τον σύντρεξε να φύγει από την Κρήτη.
Όμως κι ο Δαίδαλος πρέπει να ξέρει
πως ακουμπά επικίνδυνα την ύβρη∙
δεν δόθηκε στον άνθρωπο το ύψος
των ουρανών κι ο αιθέρας∙ εδώ κάτω
στη γη του ορίστηκε να κατοικήσει.
Ετούτα να στοχάζεται πετώντας
με το γιο του μαζί. Όλα τελειώσαν
όπως θελήσαν οι θεοί. Δεν έχει
ο Ποσειδώνας πάψει την οργή του
που την εγέννησε η ασέβειά σου.
Πρέπει θυσίες πολλές να του προσφέρεις,
μικρή αντιπληρωμή για τον ωραίο
ταύρο που σου ’στειλε. Τώρα εκείνο
το ζώο, το αψεγάδιαστο και πράο,
ανήμερο θεριό, πληγή έχει γίνει,
φόβος και τρόμος για όλο το νησί σου.
Κι όσο για το ταυρόμορφο παιδί του,
που μέσα στο λαβύρινθο έχεις κλείσει,
φρόντισε μην πεθάνει∙ να το τρέφεις
με σάρκες ζωντανές κι ανθρώπινο αίμα.
Ο αδερφός αυτός της Αριάδνης
θα πάρει τ’ όνομά σου, θα τον λένε
Μινώταυρο, και την ασέβειά σου
πάντοτε θα θυμίζει στους ανθρώπους.
Της βασιλείας σου σύμβολο και στίγμα
θα γίνει, ώσπου να ’ρθει από την Αθήνα
κάποιος τρανός λεβέντης να τον σφάξει,
την εξουσία γκρεμίζοντας της Κρήτης.
Ο θυμός των θεών δεν μαλακώνει
με τον καιρό, κρατάει, να το ξέρεις.
Η ευσέβεια λοιπόν θα πρέπει να ’ναι
η πρώτη σου φροντίδα. Αν έτσι κάνεις,
ίσως να δεις κι ευτυχισμένες μέρες. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1382- 1445 )
H τραγωδία τελείωνε με τα ακόλουθα λόγια από τον χορό των μυστών:
« Πατέρα Δία, χάριζε καθάριο
νου στους θνητούς
να σε δοξάζουν πάντα
μ’ ευλάβεια και με σέβας όπως πρέπει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1452-1455 )
Είδαμε ότι ο Δαίδαλος συνδέεται με την κατασκευή της ξύλινης δαμάλας, την οποία χρησιμοποίησε η Πασιφάη για να σμίξει με τον ταύρο του Ποσειδώνα. Σχετικά με την ερμηνεία της ένωσης της Πασιφάης και του ταύρου, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ακόλουθο απόσπασμα από της εισαγωγή στην τραγωδία “Κρήτες”, των εκδόσεων “Κάκτος” (σελ. 14-15 ) και γι’ αυτό το παραθέτουμε:
[[ Η ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο αντικατοπτρίζει ένα τύπο του ιερού γάμου, όπου ο βασιλιάς και η βασίλισσα, μασκαρεμένοι σε ταύρο και αγελάδα, σμίγουν, παριστάνοντας τον γάμο του Ήλιου και της Σελήνης. Η Πασιφάη άλλωστε, κόρη του Ήλιου κατά τον μύθο, είναι μια από τις πολλές προελληνικές και προδωριακές μορφές λατρείας της Σελήνης. Πασιφάη, Πασιφάεσσα, Πασιφαίνουσα, Πλησιφάη, Μνησιφάη, Τηλεφάη και Τηλεφάεσσα είναι λατρευτικά επίθετα της Άρτεμης. Η σεληνιακή φύση της ηρωίδας βεβαιώνεται κι από μαρτυρίες για μαντείο στο Ταίναρο με αγάλματα του Ήλιου και της Πασιφάης.
Καθοριστικό ρόλο για το στοιχείο του ζευγαρώματος της Πασιφάης με τον ταύρο έπαιξαν σίγουρα τα ταυροκαθάψια, τα ακροβατικά παιγνίδια των κοριτσιών της Μινωικής Κρήτης με τους ταύρους. Η ξύλινη αγελάδα έχει αφετηρία κάποιο λατρευτικό ομοίωμα και, ως έργο του Δαίδαλου, υπαινίσσεται την τεχνολογική πρόοδο της Μινωικής εποχής.
Ο ταύρος- εραστής της Πασιφάης παραπέμπει προφανώς και στην “προϊστορία” της υπόθεσης, στην καταγωγή του Μίνωα, στον ταύρο- Δία που έφερε την Ευρώπη από τη Φοινίκη στην Κρήτη κι έσμιξε μαζί της, για να γεννηθεί ο Μίνωας και τα αδέρφια του. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, εκείνο που σίγουρα συνδέει αρχικά όλους αυτούς τους ταύρους, της Πασιφάης, του Ποσειδώνα και της Ευρώπης, δεν είναι ο μύθος αλλά η λατρεία.
Η άρνηση του Μίνωα να θυσιάσει τον ταύρο που του έστειλε ο Ποσειδώνας ερμηνεύτηκε ως νύξη σε αναίμακτες θυσίες, σύμφωνα με κάποιο λατρευτικό τυπικό που είχε ασπαστεί ο βασιλιάς και υπαινίσσεται ο Χορός των Κρητών στο σωζόμενο απόσπασμα της Παρόδου του. Προϋπόθεση βέβαια για κάτι τέτοιο είναι ότι στην αρχική μορφή του μύθου δεν θυσιάστηκε άλλο ζώο στη θέση του ταύρου του Ποσειδώνα.]]
Η ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο θεολογεί τον ιερό γάμο στο κοσμολογικό πρότυπο του ταυρόμορφου θεού του ουρανού με την αγελαδόμορφη θεά της γης.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης, σχετικά με το μύθο αυτό, λέει: «Σύμφωνα, τώρα, με το μύθο που μας παραδόθηκε, η Πασιφάη, η γυναίκα του Μίνωα, ερωτεύθηκε το ταύρο και ο Δαίδαλος της έφτιαξε ένα μηχανικό ομοίωμα αγελάδας, βοηθώντας την να ικανοποιήσει την επιθυμία της. Οι συγγραφείς μύθων λένε πως πριν από εκείνα τα χρόνια, ο Μίνωας, σύμφωνα με τη συνήθεια, αφιέρωνε τον ωραιότερο ταύρο που γεννιόνταν στον Ποσειδώνα και τον θυσίαζε στο θεό. Καθώς ο ταύρος που γεννήθηκε τότε ήταν σπάνιας ομορφιάς, ο Μίνωας θυσίασε άλλον μικρότερης αξίας. Ο Ποσειδώνας θύμωσε με τον Μίνωα κι έκανε τη γυναίκα του την Πασιφάη να ερωτευθεί τον ταύρο. Με τη ευρηματικότητα του Δαίδαλου, η Πασιφάη έσμιξε με τον ταύρο και γέννησε το Μινώταυρο της μυθολογίας. Αυτός είχε διπλή φύση, το πάνω μέρος του σώματός του μέχρι τους ώμους ήταν ταύρος, ενώ το υπόλοιπο άνθρωπος. Λέγεται, λοιπόν, πως, για να μένει το τέρας, ο Δαίδαλος έφτιαξε τον Λαβύρινθο, του οποίου οι δίοδοι ήταν ελικοειδείς και δεν μπορούσαν να βρουν την άκρη τους όσοι δεν τις ήξεραν και εκεί ζούσε ο Μινώταυρος που έτρωγε τους επτά νέους και επτά νέες που έστελναν οι Αθηναίοι»… (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλ. 4, 60-77)
Λέει ο Απολλόδωρος: [Γ 1,3] Αστερίου δε άπαιδος αποθανόντος Μίνως βασιλεύειν θέλων Κρήτης εκωλύετο. φήσας δε παρά θεών την βασιλείαν ειληφέναι, του πιστευθήναι χάριν έφη, ο τι αν εύξηται, γενέσθαι. και Ποσειδώνι θύων ηύξατο ταύρον αναφανήναι εκ των βυθών, καταθύσειν υποσχόμενος τον φανέντα. του δε Ποσειδώνος ταύρον ανέντος αυτώ διαπρεπή την βασιλείαν παρέλαβε, τον δε ταύρον εις τα βουκόλια πέμψας έθυσεν έτερον. [ θαλασσοκρατήσας δε πρώτος πασών των νήσων σχεδόν επήρξεν].
«[Γ 1,4] οργισθείς δε αυτω Ποσειδων ότι μη κατέθυσε τον ταύρον, τούτον μεν εξηγρίωσε, Πασιφάην δε ελθειν εις επιθυμίαν αυτού παρεσκεύασεν. η δε ερασθείσα του ταύρου συνεργόν λαμβάνει Δαίδαλον, ος ην αρχιτέκτων, πεφευγώς εξ Αθηνών επι φονω. ουτος ξυλίνην βουν επί τροχών κατασκευάσας, και ταύτην λαβών και κοιλάνας ένδοθεν, εκδείρας τε βουν την δοράν περιέρραψε, και θεις εν ωπερ είθιστο ο ταυρος λειμώνι βόσκεσθαι, την Πασιφάην ενεβίβασεν. ελθών δε ο ταυρος ως αληθινή βοί συνήλθεν. η δε Αστέριον εγέννησε τον κληθέντα Μινώταυρον. ούτος είχε ταύρου πρόσωπον, τα δε λοιπά ανδρος· Μίνως δε εν τω λαβυρίνθω κατά τινας χρησμούς κατακλείσας αυτον εφύλαττεν. ην δε ο λαβύρινθος, ον Δαίδαλος κατεσκεύασεν, οίκημα καμπαίς πολυπλόκοις πλανών την έξοδον. τα μεν ουν περί Μινωταύρου και Ανδρόγεω και Φαίδρας και Αριάδνης εν τοις περί Θησέως ύστερον ερούμεν. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Γ, 1, 3 και 1, 4)ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....