ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θησέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θησέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

 


Έρευνα και συγγραφή Ιωάννης Βαφίνης


  Στους αρχαϊκούς χρόνους, στην πόλη των Αθηνών, άρχισε να φυσάει ένας καινούριος αέρας. Ξεκινούσε μια εποχή αναπολήσεως παλαιών προτύπων της ελληνικής προϊστορίας. Πρόσωπα ηρωικά με πνεύμα αυτοθυσίας κι ανιδιοτέλειας άρχισαν να κυριαρχούν στις καθημερινές συζητήσεις των αγοραίων πολιτών του κλεινόν άστυ.
  Μάλιστα, ο άρχοντας Πεισίστρατος θεωρείται ο πρωταίτιος της εισαγωγής λατρευτικών εκδηλώσεων προς τον Αθηναίο ήρωα Θησέα. Υπενθυμίζοντας το χρέος της πόλης προς τον παλαιό βασιλέα των Αθηνών, που ένωσε όλες τις κώμες εις μίαν δημιουργούντας τα συνοίκια, οι Αθηναίοι συναίνεσαν ομαδόν.
 Κατά το πέρας της αρχαϊκής περιόδου, το έτος 475 π.Χ. ο Κίμων εξεστράτευσε στο κεντρικό Αιγαίο εναντίον της νήσου Σκύρου και κατάφερε να την κατακτήσει. Τότε, ο Αθηναίος στρατηγός άρχισε να ψάχνει στο νησί δια να αποκαλύψει τον τόπο ενταφιασμού του Θησέα. Όταν πια είχε φτάσει στο τέρμα κάθε απέλπιδα προσπάθεια, ξάφνου από το πουθενά είδαν να ξεπροβάλλει ένας αετός του οποίου η προσγείωση κατέληξε στην κορυφή ενός λόφου, ομοιάζοντα με τυμβικό μνημείο. Ο αετός άρχισε ευθύς να σκαλίζει το χωμάτινο επιστέγασμα με τα νύχια του και να το τρυπά με το ράμφος του.
 Βλέποντας ο Κίμων το υπερβατικό γεγονός το αναγνώρισε ως θεϊκό σημάδι,  δια τούτο άρχισε άμεσα την αποχωμάτωση. Δεν παρήλθε ολίγος χρόνος και βρέθηκε έμπροσθεν μιας μεγάλης εκπλήξεως. Στο σημείο της ανασκαφής ξεχώρισε εκ των χρωμάτων μία παλαιότατη και μεγάλη σαρκοφάγο. Πλησίον της ευρίσκονταν η αιχμή μιας χάλκινης λόγχης και ένα ξίφος με ελεφαντοστέινη λαβή. Τα οστά της σαρκοφάγου ήταν υπερμεγέθης και έμοιαζαν να ανήκουν σε γίγαντα. Τότε εννόησε ότι πρόκειται για τα οστά του ανδρίου άνακτος των Αθηνών Θησέα και έσπευσε ταχέως να τα μετέφερε με την τριήρη του στην Αθήνα, θεωρώντας το εαυτόν του ευλογημένο. 
Ο Αθηναίος στρατηγός Κίμωνας βρίσκει την
σαρκοφάγο του Πολέμαρχου Θησέα στην Σκύρο.

  Όταν προσάραξε στο Φάληρο, το πρώτο λιμάνι των Αθηνών, οι Αθηναίοι τον υποδέχθηκαν με μία λαμπροτάτη τελετή άνευ προηγουμένου. Έπειτα, εναπέθεσαν το ιερόν λείψανο με περισσή ευλάβεια στο νεόδμητο περίπτερο ναό που έκτισε εκείνη την περίοδο ο Κίμων. 
 Το ηρώο, το οποίον ονομάστηκε Θησείονοικοδομήθηκε πάνω σ' ένα λόφο – τύμβο της αγοράς των Αθηνών, στην περιοχή του Αγοραίου Κολωνού.  Ο Πλούταρχος γράφει ότι το ηρώο το οικοδόμησαν «...ἐν μέσῃ τῇ πόλει παρὰ τὸ νῦν γυμνάσιον.», δηλαδή στην καρδιά του κλεινόν άστυ. Εκεί, λέγουν τα μυθολογικά σχόλια είχε το εργαστήριο του κι ο μεταλλουργός Ήφαιστος. Ίσως γι' αυτό ο ναός αργότερα να αφιερώθηκε και στο Ήφαιστο συνλατρευόμενος μαζί με την Αθηνά Εργάνη.
  Συμφώνως με το ιστορικό της νικητήριας επιστροφής του ήρωα από την Κρήτη καθόρισαν την ογδόη Πυανεψιώνος ως επετειακή ημερομηνία της μέγιστης λατρευτικής προσφοράς. Παράλληλα, εκάστην όγδοη του μηνός, δηλαδή στις 8 του κάθε μήνα, θεσπίστηκε να τιμάται η μνήμη του. Ιδιαιτέρως όμως εορτάζονταν τα θησεία κατά την ογδόη Εκατομβαιώνος, διότι, υπήρχε συνταύτιση με την έλευση του ήρωα εις στην Αθήνα, δεκαεξαετής όντας εκ Τροιζήνος).
  Ο Θησέας, μετά την λήξη της αρχαϊκής περιόδου, είχε κιόλας αναγνωριστεί ως εθνικός ήρωας της πόλεως των Αθηνών. Η μετατροπή του σε αντικείμενο λατρείας δεν φαίνεται να ήταν μόνο ανθρώπου έργο αλλά ουράνιας θελήσεως. Έτσι, συνεκδοχικά, εξελίχθηκαν δύο εορτασμοί, τα Θήσεια και τα Επιτάφια. Τα Θήσεια τελούνταν με την πρώτη μέρα με πομπή, θυσία και τέλος διανομή τροφίμων στους πένητες. Την επομένη εκτελούνταν λαμπαδηδρομία, στρατιωτικές ασκήσεις και κατά την νύκτα συμπόσιο δείπνον. Την Τρίτη ημέρα γίνονταν αθλητικοί αγώνες με εννέα γυμνικά αγωνίσματα: δόλιχος, στάδιον, δίαυλος, πάλη, πυγμή, παγκράτιον, οπλίτης δρόμος, οπλομαχία κι ακοντισμό. Στην αθλητική εορτή λάμβαναν μέρος έφηβοι και παιδιά γιατί θεωρούνταν γιορτή των νέων. Την τετάρτη ημέρα γίνονταν οι θρυλικές αρματοδρομίες.
  Μετά τα Θήσεια ξεκινούσαν τα Επιτάφια που ήταν γιορτή των νεκρών. Στην εορτή των Επιταφίων οι ιερείς του Θησέα απάγγελαν το εγκώμιο του ήρωος και συνάμα όλων εκείνων των Αθηναίων πολιτών που έπεσαν στη μάχη. 
  Το εγκώμιο φαίνεται να είναι μια αρχαία συνήθεια συνδεδεμένη με την λατρεία του Θησέως. Η απαγγελία του εγκωμίου πραγματοποιούνταν κωμαστικά δηλαδή εν πομπή χορού. Οι στίχοι του ύμνου θα πρέπει να άδονταν με έναν τρόπο αφηγηματικό(ρετσιτατίβο) όπως και τα εγκώμια της Παναγίας Θεοτόκου και του Επιταφίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. 
  Η λέξης Επιτάφιος είναι συνθέτη κι αποτελείται από τις Ελληνίδες λέξεις ἐπί και τάφος, τουτέστιν επί του τάφου. Η έννοια συσχετίζεται με την τοποθέτηση εντός του κουβούκλιου ενός χρυσοκέντητο ύφασμα με την εικόνα του νεκρού τιμώμενου προσώπου. 

Ο επιτάφιος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της ελληνορθόδοξης
 χριστιανικής εκκλησίας, με την χρυσοκέντητη μορφή του
Θεανθρώπου εντός του ανθοστόλιστου κουβούκλιου.

  Ένας ύμνος προς τιμή του Θησέα ήταν τα εγκώμια που εγκωμίαζαν τις παναθρώπινες ευεργετικές πράξεις του. Εικάζεται, ότι η συνήθεια του Επιταφίου του Θησέα με την περιφορά των οστών του αδομένων εκ χορού μεταφέρθηκε κατά ένα μέρος της στην χριστιανική παράδοση. 
   Είναι εφικτό να εννοήσουμε την μετάβαση τους έθους μιας εορτής, για έναν ήρωα που πίστευαν ότι μετά θάνατον πήγε στα νησιά των μακάρων ήτοι τον χριστιανικό παράδεισο, σε μια άλλη μορφή εκείνη του Θεανθρώπου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. 
  Ο αφηρωισμός του Θησέα, ξεκινάει με την απαρχή μιας νέας πολιτιστικής περιόδου, την οποία οι νεότεροι ερμηνευτές της ιστορίας την ονόμασαν κλασσική. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός της εκκίνησης του καθαρώς Αθηναϊκού φιλοσοφικό ρεύματος που θα επιφέρει και την ίδρυση της πρώτης ακαδημαϊκής σχολής. Τα θεμέλια της πνευματικής ανάπτυξης των Αθηνών συμπορεύονται με την απαρχή μιας προγονικής λατρείας ενός ήρωα που τοποθέτησε ψηλά τον πήχη του ανθρωπισμού. 
  Η κληρονομικότητα της ανθρωποκεντρικής σκέψης των Αθηναίων επιδρά θετικά στην επαφή της με τον επερχόμενο Σωτήρα Χριστό δια τον οποίο είχε γίνει λόγος, ήδη, από τον Σωκράτη κι από τον Πλάτωνα. Έτσι, τα δρώμενα προς τιμήν του Θησέα που δεν ήταν Θεός αλλά μετά θάνατον μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία ή νησιά των μακάρων συνεχίστηκαν στην λειτουργία του πάθους του εσταυρωμένου Θεανθρώπου Χριστού που νίκησε τον θάνατο.
  Είναι πασίδηλη η εθιμοτυπική συνήθεια της περιφοράς του επιταφίου από τα αρχαία χρόνια στην Αθήνα χωρίς να θεωρείται ότι υπήρξε επιρροή από τον πολιτισμό της Ανατολής. Ο Θησέας ήταν ένας Έλληνας ήρωας, εκπρόσωπος της Ιωνικής φυλής, όπου η "αγιοποίηση" του οδήγησε τους Αθηναίους στην δημιουργία ποικιλίας δρωμένων πριν να εισαχθούν ορισμένα εξ ανατολάς, όπως τα Αδώνια. 
 Συνελλόντι ειπείν, το δρώμενο της επιτάφιας περιφοράς, που σήμερα διατηρούμε στην αληθινή πίστη του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, μεταγγίσθηκε, αυτούσιο, από την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία. Είναι το ίδιο δρώμενο, ως προς την περιφορά του νεκρού, σε επιτάφιας πομπή. Η περιφορά των οστών του δικαίου ήρωος Θησέα, που έθεσε τα θεμέλια των ανθρώπινων δικαιωμάτων, παρουσιάζε την ίδια τιμή, με την περιφορά του Δίκαιου Κριτή και Πλάστη των όλων Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησού Χριστόν αλλά και σε ορισμένες περιοχές και την Μήτηρ Αυτού την Θεοτόκο Μαρία την Παναγία Παρθένο.             
 Ωστόσο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, η περιφορά των οστών του Θησέα θυμίζει σήμερα περισσότερο την λιτάνευση ιερών λειψάνων χριστιανών πολιούχων Αγίων. Μάλιστα, στην εκδοχή που προσάπτει ο Πλούταρχος, στον βίο του Θησέα, γίνεται φανερή η ανακήρυξη του παλαιού άνακτα Θησέα Αιγεΐδη ως πολιούχου της πόλεως των Αθηνών. Δια τούτο ανοικοδομήθηκε και ναός προς τιμήν του. Ο Θησέας θα μπορούσε να είναι ένας προ Χριστού Άγιος, όπου πίστεψε στο κήρυγμα του Χριστού εις τον Άδη και μετέβει μετ' Εκείνου εις τους Ουρανούς.
  Ο Θησέας ως υμνωδός – λυρωδός είναι πιθανόν να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δώδεκα εθνικούς πρεσβύτερους – βασιλείς εκ των εικοσιτεσσάρων συγκαθήμενων πέριξ του θρόνου του αρνίου της ουρανίου βασιλίας(δες Αποκάλυψη του Ιωάννου).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA, τόμος 23
-Πλούταρχου, βίοι Παράλληλοι, Θησέας
-Αποκάλυψη του Ιωάννου

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Ο ΙΠΠΟΤΙΣΜΟΣ,Ο ΘΗΣΕΑΣ,Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ,Ο ΑΙΓΕΑΣ ΚΑΙ Ο EGIR.....

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΚΑΛΙΜΠΟΥΡ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ - ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ ΚΙ Ο ΙΠΠΟΤΙΣΜΟΣ


Έρευνα & συγγραφή Ιωάννης Βαφίνης


  Στην προϊστορική εποχή έζησαν άνθρωποι που απόκτησαν μεγάλη φήμη από τις κοινωφελείς πράξεις τους. Τα ηρωικά τους κατορθώματα καταγράφηκαν στην μνήμη των λαών τους ως μεγάλες ευεργεσίες. Εις το πάλαι ποτέ, στην πόλη της Αθήνας κρατούσε το βασιλικό σκήπτρο κάποιος που το έλεγαν Αιγέα. Ο Αιγέας, απόγονος των γηγενών Ερεχθείδων, είχε ένα καημό. Έχοντας κάνει δύο γάμους δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει έναν διάδοχο του βασιλικού θρόνου του. 
   Μη μπορώντας να το αποδεχθεί ξεκίνησε πρώτα απ' όλα να πάει στο μαντείο των Δελφών, για να πάρει χρησμό περί του θέματος που τον απασχολούσε. Καθώς γύριζε από το ταξίδι του πέρασε από την πόλη της Τροιζήνας, όπου κατοικοέδρευε ο φίλος του βασιλιάς Πιτθέας. Μεταξύ των δύο βασιλέων διατηρούνταν από καιρού μια σεβαστή φιλία. Γι' αυτό, κατά την διάρκεια του συμποσίου, ο Αιγεύς του αποκάλυψε τον δυσνόητο χρησμό που έλαβε από την Πυθία. Ο Πιτθέας, όντας σοφός γέροντας, κατανόησε για το πως έπρεπε να το διαχειριστεί. Έβαλε, λοιπόν, τον βασιλιά της Αθήνας να συγκοιμηθεί στην κλίνη με την κόρη του Αίθρα
  Η πριγκιποπούλα της Τροιζήνας, μετά την νυχτερινή συνεύρεση με τον βασιλιά της Αθήνας, μεταφέρθηκε στον νησί της Αγάπης όπου συνδέθηκε υπερβατικά και με τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα. Ο Αιγεύς, διαισθανόμενος άμεσα την εγκυμοσύνη της Αίθρας της αποκάλυψε το σχέδιο του, δηλαδή, την απόκρυψη των ιερών συμβόλων της βασιλικής γενιάς των Αθηνών κάτω από ένα πελώριο βράχο.
 Μετ' ολίγον της παρήγγειλε ότι, αν γεννήσει υιό, κι εφόσον πρωτίστως διαβεί τα δεκαέξι του χρόνια, να τον οδηγήσει εις το σημείο της κρύπτης για να πάρει το σπαθί με τα χρυσά πέδιλα. Εάν ο νεαρός κατάφερνε να σηκώσει τον βράχο, για να λάβει τα τεκμήρια της βασιλικής εξουσίας, αυτό άμεσα θα πιστοποιούσε και την γνησιότητα του βασιλικού διαδόχου της Αθήνας.
Αρχαίο ελληνικό ανάγλυφο που δείχνει τον Θησέα να σηκώνει 
τον πελώριο βράχο για να πάρει το σπαθί και τα σανδάλια του βασιλικού
 οίκου του πατέρα του Αιγέα. Πίσω ακριβώς φαίνεται η Αίθρα να 
τον κατευθύνει. 

  Μετά λοιπόν, την παρέλευση εννέα μηνών η Αίθρα γέννησε έναν υιό τον οποίο ονόμασε Θησέα. Ο Θησέας, μέχρι τα δεκαέξι του χρόνια, έλαβε εκπαίδευση από τον παιδαγωγό Κοννίδα πάντως επιστητού. Συντελούντος της προβλεπόμενης ηλικιακής ολοκλήρωσης, κατόπιν της παραινέσεως της μητρός του Αίθρας, ο Θησέας οδηγήθηκε στον βράχο όπου είχε τοποθέτηση ο πατέρας του το σπαθί με τα χρυσά σανδάλια.  
  Ο Θησέας, αποδεικνύοντας την θεία καταγωγή του σήκωσε τον ογκώδεις βράχο και έλαβε τα ιερά σύμβολα. Αυτός ήταν και ο πρώτος του άθλος που τον οδήγησε στα πολυθρύλητα κατορθώματα του. Διαφαίνεται εν τέλει, ότι, το σπαθί και τα χρυσά σανδάλια είχαν κάποια ιδιαίτερη συμβολική αξία και ο κάτοχος των ιερών συμβόλων χρίζονταν, ελέω Θεού, βασιλιάς ή διάδοχος του θρόνου. 
Η εικόνα ενός σπαθιού που βρέθηκε στον τύμβο του πολεμιστή 
όπως αναγράφεται κάτωθι στην ανάρτηση του φωτογραφικού 
αρχαιολογικού υλικού του Edouard Dodwell:"Ancient sword found 
at the tomb of a warrior in Athens 1819 Edouard Dodwell"

  Εν τούτοις, τα άνωθεν ιστορημένα γεγονότα θεωρούνται από τους διαχρονικούς ιστοριοδίφες γνήσια και αληθείς, καθότι, έγκυροι ιστορικοί της αρχαιότητας τα κατέγραψαν στις μακροσκελείς εξιστορήσεις τους. Ωστόσο, αν θελήσουμε να παραβάλλουμε την ιστορία του σπαθιού του Θησέα με την ιστορία του σπαθιού (εξκάλιμπουρ) του Αρθούρου, θα ανακαλύψουμε εμφανή στοιχεία μεταβάσεως της πρώτης ιστορίας στην δεύτερη ελαφρώς μυθιστοριοποιημένα.
 Αυτήν, λοιπόν, την παραβαλλομένη υπόθεση της Βρετανικής μυθολογίας, ωσαύτως παραμυθίας, αναμοχλεύουμε εντρυφώντας στα μυθολογικά δρώμενα της μεσαιωνικής Βρετανίας. Πρωταγωνιστής, εδώ, είναι ο Αρθούρος, ο ιδρυτής του τάγματος της στρογγυλής τραπέζης. Στην πορεία όμως, της περιγραφής του μύθου, θα δούμε ότι τα μυθολογικά γεγονότα του Αρθουριανού κύκλου βασίζονται στην μεταγραφή του βίου Αττικών ηρώων, όπως λόγου χάριν, του Θησέα, του Ικάριουτου Ιππότη  κ.α.
  Εν ολίγοις, ο Αρθούρος ήταν ένας μικρός ήρωας που γεννήθηκε για να βασιλέψει στην Κελτική Βρετανία πριν την εισβολή των Σαξόνων και των Νορμανδών. Μεγάλωσε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια, υποδηλώνοντας, ο μυθοπλάστης, ότι είχε λαϊκό έρεισμα από την αγροτική τάξη της υπαίθρου (δηλαδή τον λαό, όπως και ο Θησέας, άλλωστε, υπήρξε πολύ λαοφιλής και συνάμα προστάτης των αδυνάτων χαμηλών κοινωνικών τάξεων). 
 Ο μύθος της Αρθουριανής λογοτεχνίας λέει ότι, υπήρχε κάποτε ένα ιερό σπαθί που κατασκευάστηκε με μαγικό τρόπο από τον μάγο Μέρλιν, κι ονομάστηκε εξκάλιμπερ ή εξκάλιμπουρ. Το σπαθί το δώρισε στον βασιλιά Πέντραγκον ο Μέρλιν, σε κάποια μεταξύ τους συνδιαλλαγή. Τελικά, έπειτα από πολλές περιπέτειες, ο Ούθερ Πέτραγκον, ο γνήσιος πατέρας του Αρθούρου, κάρφωσε το εξκάλιμπερ  σ' ένα βράχο, λίγο πριν πεθάνει. Για πολύ καιρό οι ιππότες της Βρετανίας προσπαθούσαν να ξεσφηνώσουν το ιερό σπαθί από το βράχο μα κανείς τους δεν το κατάφερνε. 
  Ο μικρός Αρθούρος, μετά το θάνατο των γονιών του υιοθετήθηκε από μια αγροτική οικογένεια. Κάποια στιγμή, που εκτελούσε χρέη ιπποκόμου, του ζητήθηκε από κάποιον ιππότη να του φέρει ένα σπαθί. Εκείνος, αναζητώντας την εύρεση ενός σπαθιού οδηγήθηκε στον βράχο με το καρφωμένο εξκάλιμπουρ. Χωρίς να γνωρίζει τίποτα για το μυστήριο που περιβάλλει αυτό το σπαθί, τραβώντας το, το έβγαλε μέσα από τον βράχο. Τότε, βλέποντας όλοι το γεγονός θεώρησαν ότι, η κατάρα του σπαθιού λύθηκε κι ο Αρθούρος θα πρέπει να ανακηρυχθεί ο νέος βασιλιάς της Κελτικής Βρετανίας. 
Ζωγραφική απεικόνιση του νεαρού Αρθούρου που έλκει 
το εξκάλιμπουρ και το απελευθερώνει από τον βράχο

  Μετά από την στέψη του ο Αρθούρος φαίνεται να εκτελεί μεγάλους άθλους είτε πολεμικής υπεροχής είτε κυβερνητικής διαχείρισης. Όλα αυτά όμως δείχνουν ξεκάθαρα μια ελαφρώς παραλλαγμένη αντιγραφή σημαντικών ηρωικών γεγονότων της ζωής του Έλληνα Θησέα βασιλιά πρότυπου της πόλεως των Αθηνών. Τα γεγονότα αυτά, της παραλλαγμένης αντιγραφής, πιστοποιεί και η εγκυκλοπαίδεια ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ στα λήμματα, Θησέας και Αρθούρος αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, στο λήμμα Αρθούρος, περιγράφεται η μυθολόγηση του βασιλιά της Βρετανίας ως ήρωα του πολιτισμού και της δημιουργίας, το οποίο τινά αντικατοπτρίζει τα μεγάλα έργα που πρόσφερε στην ιστορία του ανθρώπου ο Έλληνας Αθηναίος ήρωας Θησέας [1]. 
 Συνάμα, στο λήμμα Αρθούρος, αναφέρεται η ενδεδειγμένη υιοθέτηση παραλλαγμένων θεμάτων από την ελληνική μυθολογία, όπως, το δικαίωμα στην εξουσία με την απόκτηση του ξίφους παρμένο από τον μύθο του Θησέα, ο τρόπος γέννησης του Αρθούρου παρμένος από τον μύθο του Ηρακλή και η προδοσία του ήρωα από την σύζυγο του και κάποιο συγγενή του παρμένο από τον μύθο του Αγαμέμνονα
Ζωγραφική απεικόνιση της έλευσης του ήρωα Θησέα
στα πατρογονικά εδάφη όπου αναγνωρίζεται, στην 
πρώτη τους συνάντηση, από τον πατέρα του 
βασιλέα της Αθήνας Αιγέα δια μέσου του βασιλικού 
ξίφους - σπαθιού.

 Παρά ταύτα, για την ιστορική ύπαρξη του Αρθούρου δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο κριτήριο. Ακόμη και το όνομα του είναι μια παραφθορά του ονόματος του λαμπρότατου άστρου του Βοώτη Αρκτούρου. Ο Αρκτούρος έχει μια φανερή μυθολογική σχέση με τον Αττικό ήρωα Ικάριο, καθότι, το όνομα του Αρθούρου αποσυμβολίζει τον αστέρα Αρκτούρο του Βοώτη. Ο Αρκτούρος σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία είναι ο Ικάριος που καταστερίστηκε στον ουρανό από τον θεό Ζεύς. 
  Η ιστορία του Αθηναίου Ικάριου ή Ίκαρου ή Ικαρίων, της Αιγηίδος φυλής, που διαβιούσε επί της βασιλείας του Πανδίονα στην περιοχή των Μεσογείων Αττικής, εξιστορείται ως εξής: Κάποτε όταν ο Ικάριος δέχτηκε να φιλοξενήσει τον Διόνυσο, ο θεός της αμπέλου και του οίνου για να ανταμείψει την θερμή υποδοχή του Ικάριου, του έκανε δώρο την γνώση της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποιίας. 
 Ο Ικάριος θέλοντας να μεταλαμπαδεύσει την τέχνη της διονυσιακής καλλιέργειας και παραγωγής του υδαρούς ποτού συνάντησε τους ημεδαπούς συμπολίτες του και τους πρόσφερε να πιουν. Η μέθη, που επέφερε το αλκοόλ του οίνου, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τους πίνοντας τον οίνον και δι' αυτό θανάτωσαν τον Ικάριο, ισχυριζόμενοι την προσπάθεια του θύματος να τους δηλητηριάσει. Η κόρη του Ηριγόνη, καθοδηγούμενη από την σκύλα της Μαίρα ή Μαρία, έφτασε στον Υμηττό όπου εκεί βρήκε τον τάφο του πατέρα της. Στο σημείο αυτό, από την λύπη της, απαγχονίστηκε. 
  Η Ηριγόνη, που υποδήλωνε τον συμβολισμό της Αυγής, πέθανε σε νεαρή ηλικία. Ο άδικος θάνατος της επέφερε την θεία μήνιν με αποτέλεσμα να επέλθει η αρρώστια της πανούκλας ή της λύσσας σε όλες τις παρθένες της Αττικής, που πλέον αλλόφρονες απαγχονίζονταν ωσάν την Ηριγόνη.
 Ο Δίας κι ο Διόνυσος, βλέποντας την τροπή του μοιραίου δράματος, μετέτρεψαν σε ουράνιους αστερισμούς τους τρεις πρωταγωνιστές. Ο Ικάριος έγινε ο λαμπρός αστήρ του Βοώτη, επονομαζόμενος ως Αρκτούρος ή Αρθούρος, η Ηριγόνη ο αστερισμός της Παρθένου και η σκυλίτσα Μαίρα το άστρο του κυνός. 
  Για να εξευμενίσουν το κακό, οι Αθηναίοι, έπιασαν τους δράστες του εγκλήματος και τους τιμώρησαν. Έπειτα, θέσπισαν μια εξωραϊστική και γονιμικἠ εορτή που την ονόμασαν Αιώρα ή Εώρα. Κατά την διάρκεια της εορτής δίνονταν ένας επιτραπέζιος δείπνος ή Εύδειπνος λεγόμενος, όπου έψαλλαν ομόφωνα ένα άσμα. Τούτο, το ελληνικό αθηναϊκό έθος υιοθετήθηκε από τους Βάρδους μυθογράφους για να περιγράψουν τις γιορτές των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης με τα άσματα και το πιοτό που έπιναν στο κύπελλο μπράγκα
  Κατά την εποχή του Ικάριου και της Ηριγόνης γεννιέται και ο μύθος του σπαθιού του Αιγέα του γιου του Πανδίονα και πατέρα του Θησέα. Κομμάτια αυτού του μύθου φαίνεται να ταξίδεψαν προς την Βρετανική ήπειρο, στους μεταχριστιανικούς αιώνες, τότε που πλάθεται εκ των επικών ποιητών η μορφικός χαρακτήρας του βασιλιά ΑρθούρουΟι ομοιότητες του μύθου, που έπλασαν για τον Βρετανό βασιλέα, έλκουν την προέλευση τους  στην Ελληνική επική ποίηση. 
  Επιπλέον, περί της δημιουργίας του ιπποτικού τάγματος, εκ του Αρθούρου, θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες της ονομασίας στην αρχαία Αθήνα, όπου υπήρξε ένας μυθολογικός ήρωας που ονομάζονταν Ιππότης. Πρωτίστως όμως, η πατρότητα του όρου της ιππικής ή ιπποτικής ή ιππευτικής τέχνης αποδίδεται στον θαλάσσιο θεό Ποσειδώνα, ο οποίος για την εν λόγω ευεργεσία του στην πόλης της Αθήνας ονομάστηκε και Ίππιος ΠοσειδώνΟι Αθηναίοι, τον τιμούσαν σ' ένα απ' τους ιερούς λόφους της Αθήνας που ονομάζονταν Ίππιος Κολωνός
  Στα μυθολογούμενα τους, οι Αθηναίοι, εξιστορούσαν το γεγονός της διδασκαλίας της ιππικής τέχνης από τον Ποσειδώνα στους εγχώριους κατοίκους της ενδόξου πόλεως. Επίσης, λέγεται ότι ήταν εκείνος όπου προσάρτησε πρώτος ένα αυτοσχέδιο άρμα στους ίππους. Πραγματικά, μια τόσο βαθιά επιρροή είχε η ιππευτική τέχνη στην ζωή των Αθηναίων πολιτών όπου θεσμοθετήθηκε ιδιαιτέρα ονομασία κοινωνικής τάξης η οποία ονομάζονταν Ιππείς [2]. Αυτοί, υπήρξαν, κατά μίαν εκδοχή, οι πρώτοι ιππότες οι ασχολούμενοι μόνο με τα άλογα, την ιππική τέχνη, τους κανόνες ευγένειας και την τιμή των όπλων, οι κοινώς ονομαστοί ευπατρίδες. Τούτοι, οι αλογοτρόφοι ιππείς ήταν μια κοινότητα μέσα στην κοινότητα της πολιτείας, που συμμετείχαν υπό την μορφή ιεροτελεστίας στην μεγαλύτερη εορταστική εκδήλωση των Αθηνών, τα Παναθήναια. 


Το εξκάλιμπουρ στην ομώνυμη ταινία γυρισμένη το 1981
ενώ στην κάτωθι εικόνα βλέπουμε την ανάπλαση ενός 
μυκηναϊκού σπαθιού στην εποχή του Θησέα. 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στο κύκλο της Αρθουριανής λογοτεχνίας συγκαταλέγεται και η περιπέτεια του Τριστάνδου και της Ιζόλδης. Ιδού τι λέει η Wikipedia στο λήμμα Ιζόλδη. Κατά τη διάρκεια μιας περιπέτειας στη περιοχή της Βρετάνης, ο Τριστάνος υποφέρει από μια δηλητηριασμένη πληγή, που μόνο η Ιζόλδη, ο πιο εξειδικευμένος ιατρός του κόσμου, θα μπορούσε να την θεραπεύσει. Στέλνει, λοιπόν, ένα πλοίο με την ίδια, ζητώντας απ'το πλήρωμά του να ανοίξει τα λευκά πανιά για την επιστροφή, αν η Ιζόλδη είναι πάνω στο πλοίο, και τα μαύρα αν δεν είναι. Η Ιζόλδη συμφωνεί να πάει, και το πλοίο ξεκινάει με τα λευκά του πανιά ψηλά. Ωστόσο, ο Τριστάνδος είναι πολύ αδύναμος και δεν μπορεί να κοιτάξει έξω απ' το παράθυρό του για να δει το χρώμα των πανιών. Γι' αυτό ζητά από τη νόμιμη σύζυγό του να το ελέγξει. Όμως από ζηλοτυπία, η νόμιμη γυναίκα του Ίσελτ, του λέει ότι τα πανιά είναι μαύρα και ο Τριστάνδος μέσα στην απόγνωση του πεθαίνει αμέσως. Όταν η Ιζόλδη, επιστρέφει βρίσκει τον εραστή της νεκρό.  Η υπόθεση της θανατηφόρας παρεξήγησης των λευκών και μαύρων πανιών είναι κλεμμένη από την ιστορία του βασιλιά Αιγέα και του γιου του Θησέα στην ελληνική μυθολογία. Εκεί, βλέπουμε τον Αιγέα να παραγγέλνει στον γιο του Θησέα, αν γυρίσει νικητής από την Κρήτη, να αλλάξει τα μαύρα πανιά και να βάλει λευκά ή πορφυρά (κατά μία άλλη εκδοχή). Αφού, εν τέλει σκοτώνει τον Μινώταυρο, επειδή ήταν θλιμμένος για την απώλεια της Αριάδνης, ξεχνάει ν'αλλάξει τα πανιά κι ο Αιγεύς βλέποντας τα γκρεμίζεται από τον βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών (κατά άλλους από τον βράχο του Σουνίου). 
[2] Η μοναδική καταγραφή περί αρχαίας ιππικής τέχνης συναντάτε στο σύγγραμα του Αθηναίου ιστορικού φιλοσόφου και στρατιωτικού Ξενοφώντα, "Περί ἱππικῆς". Ο Ξενοφώντας υπήρξε ένας άριστος ιππέας αλλά και ευγενής ιππότης. Ως έφιππος πολεμιστής έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και εκτός συνόρων της πατρίδας του, όπως παρά το πλευρό του φιλέλληνα βασιλέα της Περσίας Κύρου. Θα λέγαμε όμως ότι, η έννοια του ιππότη πρωτοεμφανίζεται στα επικά κείμενα του Ομήρου, όπου προσφωνεί τον Νέστορα ως ιππότη στην Ιλιάδα: "ἱππότα Νέστωρ" (Ιλιάς Β 336).



Ο Έλλην βασιλιάς των Αθηνών Αιγέας και ο νορβηγός Ægir 

(Ο Αιγίων-Ποσειδών κύριος των υδάτων) 



  Στην προϊστορική εποχή, μεταξύ της εποχής του χάλκινου και του ηρωικού γένους, στην Αθήνα τον βασιλικό θρόνο κατέχει ο Αιγέας. Ο Αιγέας ήταν γιος του Πανδίονα κι εγγονός του Ερεχθέα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Χρονογραφίας του Γεωργίου Σύγγελου στην πόλη των Αθηνών βασίλευσε μη' έτη, δηλαδή 48 χρόνια περί του έτους 4.219 από κτίσεως κόσμου. Κατά τον ιστορικό πίνακα χρονολόγησης των Αθηναίων βασιλέων, ο Αιγέας, ήταν ο ένατος στην σειρά Άνακτας της Αττικής πόλης.
  Η παρουσία του Αιγέα εμφανίζει μια διττή όψη, την ιστορική και την μυθολογική. Η ιστορική του μορφή συνάδει μ' αυτή που καταγράφηκε από ιστορικούς της ελληνικής κλασσικής περιόδου κι αποτελεί την επιβεβαιωμένη βασιλεία του Αιγέα στην Αθήνα του 1.354 π.Χ. Αντ' αυτού, η μυθολογική όψη του παλαιότατου βασιλέα γίνεται αντιληπτή μέσα από την ετυμολογία του ονόματος και των μυθολογουμένων.
   Η ονομασία του Αιγεύς, του θνητού πατέρα του Θησέα, εκ του λήμματος Αίγεν=κυματισμός της θάλασσας(δες εγκυκλ. Ηλίου, λήμμα
Αιγεύς), παραπέμπει εις την μορφή του Αιγίου Ποσειδώνα. Η ταυτοποίηση του με τον  αθάνατο θεό Ποσειδώνα είναι η διάσταση της μυθολογικής υπόστασης που τον συνδέει με τους γενάρχες θεούς & ήρωες βασιλείς της Ελλάδος.
    Ο Αιγίων ή Αιγαίων Ποσειδών ταυτίζεται ή συσχετίζεται τρόπον τινά με τον Αιγέα, τον  βασιλέα των Αθηνών. Το στρατηγικό σημείο ανάπτυξης της ναυσιπλοΐας και εμπορικού και πολεμικού στόλου της αρχαίας εποχής ήταν το Αιγαίο πέλαγος. Υπενθυμίζουμε ότι, η ονομασία δόθηκε από τον Θησέα, στο ελληνικό πέλαγος, για να τιμήσει τον άδικο θάνατον του πατέρα του Αιγέα. Αυτό με τη σειρά του υποδηλώνει την απόλυτη κυριαρχία των Ελλήνων Αθηναίων κατά την περίοδο της βασιλείας του προαναφερθέντος Αθηναίου ήρωα.
   Ο Αιγέας με την μορφή ενός υδάτινου Θεού και κυρίαρχου των υδάτων[
1] σε κάποιο χρονικό σημείο της μυθιστορίας θα συνενωθεί με την πριγκίπισσα Αίθρα, (εκ της αιθρίας λέξεως που σημαίνει καθαρός ολοφώτεινος ουρανός)[2]. Από την συνένωση αυτή θα γεννηθεί ο θείος γόνος Θησεύς. Ο Θησέας, ένα λαμπρό τέκνο του καθάριου ουρανού και του εξαγνισμένου θαλασσινού στοιχείου αναλαμβάνει να λυτρώσει την Αθήνα αλλά και την Ελλάδα, δηλαδή την τότε ανθρωπότητα, από τους διεφθαρμένους ηγέτες, υιούς του Δία (δες Μίνωας Β' εγγονός του Μίνωα Α΄).
  Ο Αιγεύς Ποσειδών, με πρωτεύουσα την Αθήνα, διατηρούσε μια θαλάσσια αυτοκρατορία με ισχυρό ναυτικό στόλο. Όσο ο Δαίδαλος ενεργούσε για την τεχνολογική εξέλιξη της πατρίδας του Αθήνας τόσο η πόλη βρίσκονταν στο απόγειο της δυνάμεως της. Όταν ο Δαίδαλος εξορίστηκε στην Κρήτη, τότε ο Μίνωας έγινε ισχυρότερος των Αθηνών και ξεκίνησαν οι πρώτες έριδες. Μοιραίο ήταν να συγκρουστεί το ιερατείο του Ποσειδώνα των Αθηνών με το ιερατείο του Διός της Κρήτης.
  Η δύναμη του ιερατείου του Ποσειδώνα ήταν εξαπλωμένη έως τις βόρειες θάλασσες της Ευρώπης. Διαβάζοντας την σκανδιναβική μυθολογία μαθαίνουμε δια την ύπαρξη ενός σημαντικού προσώπου του 
Αιγκίρ(Aegir). Ο Αιγκίρ ή Εγκίρ ήταν ένας γίγαντας βασιλιάς της θάλασσας. Η υπόσταση του ομοιάζει με την μορφή του Έλληνα θεού Ποσειδώνα. Στο Λεξικό του αρχαίου κόσμου, στο λήμμα Θέτις, αναγράφεται μια λεπτομέρεια της ελληνικής μυθολογίας η οποία θέλει την Θέτιδα ως διαμεσολαβητή της συμμετοχής του θαλάσσιου γίγαντα Αιγαίωνα, με το μέρος του Δία, σε μία συνωμοτική προσπάθεια ανατροπής της εξουσίας από την Ήρα.
 Παράλληλα, σύμφωνα με την Σάγκα των Ισλανδών των Σκανδιναβών αλλά και της γερμανικής μυθολογίας, ο Αιγκίρ ήταν μια προσωποποίηση της δύναμης των υδάτων. Στα χαρακτηριστικά του στοιχεία προστίθονται οι αγαστές σχέσεις με τους ουρανιώνες  θεούς τους οποίους καλούσε πάντα εις τα οικογενειακά συμπόσια. Οι λεπτομέρειες αυτές δείχνουν μια καθαρή συγγένεια της βορειοευρωπαϊκής μυθολογίας με τα τεκταινόμενα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.
 Επιπλέον, στην προσφάτως εκδιδόμενη εγκυκλοπαίδεια υπό τον τίτλο "
Παγκόσμια Μυθολογία", στο λήμμα "Αιγεύς", αναφέρεται  η συνταύτιση του βασιλιά των Αθηνών με τον μυθολογικό γίγαντα της Βόρειας Ευρώπης που ονομάζεται Αιγκίρ (Aegir). Κλείνοντας, μπορούμε να προσδιορίσουμε χρονικά την παρουσία και τον αποικισμό των Ελλήνων στις θαλάσσιες βορειοευρωπαϊκές ακτές από τα προϊστορικά κιόλας χρόνια. Ο θαλάσσιος γίγαντας Αιγαίων-Aegir ήταν ένας εξ αυτών των αποικιστών από την περιοχή του Αιγαίου...
Εικόνα εκ της εγκυκλοπαίδειας Παγκόσμια Μυθολογία
που αναφέρεται στην ταύτιση του Έλληνα βασιλιά των Αθηνών 
Αιγέα με τον Σκανδιναβό ή Γερμανό βασιλιά Αιγκίρ ή Εγκίρ.

     Ο Βασιλιάς της Αθήνας με μακριά γενειάδα στον βράχο του 
    Σουνίου περιμένει να γυρίσει ο γιος του Θησέας από την Κρήτη


   Ο Αιγκίρ (Aegir) βασιλιάς και κύριος των υδάτων στις βόρειες
       θάλασσες της Ευρώπης εμφανίζεται με μακριά γενειάδα
                    και πλησίον του θαλάσσιου πελάγου.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ιδού και τα λεχθέντα της Αποκάλυψης του Ιωάννου περί της αγγελικής οντότητας, του θαλάσσιου ορίζοντα, που κυριαρχεί επί του υδάτινου κόσμου: "Καὶ ἤκουσα τοῦ ἀγγέλου τῶν ὑδάτων λέγοντος· δίκαιος εἶ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν, ὁ ὅσιος, ὅτι ταῦτα ἔκρινας·"(16.5).
[2] Το όνομα Αίθρα προέρχεται από την λέξη Αιθήρ και Αιθέρας, δηλαδή καθαρός/αγνός. Ο Αιθέρας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι το πέμπτο στοιχείο της φύσης. Ο Αιθήρ απλώνεται σε όλα τα μήκη κα πλάτη του ουρανού και αποτελεί την κύρια αιτία που όλα τα έμβια όντα στον πλανήτη γη ζούνε χωρίς να τους κατακαίει η ηλιακή ακτινοβολία. Σύγχρονοι μελετητής πιστεύουν ότι ο αιθέρα διαχέεται σε όλο το σύμπαν ωσάν μία θαλάσσια αύρα. Εν κατακλείδι, ένας θείος γόνος, εκ του υδάτινου στοιχείου του πλανήτη Ποσειδώνα και κατ' επέκταση το άστρο Σείριος, κατήλθε εις την γη και εγκολπώθηκε σε αιθέρια ουράνια μήτρα και γεννήθηκε ο θείος ήρωας Θησέας. Σύμφωνα με μυθολογικά απόρρητα, ο Θησέας, κατά τους αρχαίους μυθογράφους, συμβόλιζε τον ανατέλλοντα ήλιο εκ της θαλάσσης. Άλλωστε, ο γιος του Αιγαία θεωρούνταν  ταυτόχρονα και γόνος του Κυρίου των υδάτων, του οποίου η παρουσία ως Θεού και δημιουργού του σύμπαντος κόσμου εκδηλώνεται και στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Έτσι, προκύπτει πως, ο Θησέας ήλθε ως απεσταλμένος του Θεού για να αποκαταστήσει στην ανθρωπότητα την δικαιοσύνη και την θηριώδη επιβολή της μινωταυρικής τυραννίας. Κατ' ουσίαν, ως απεσταλμένος ποσειδωνιάτης εκ του τριπλού άστρου του Σειρίου, κατατρόπωσε τις δυνάμεις του σκότους των οφιονείδων διογενών (των υποτιθέμενων διογενών που εφάρμοζαν πειράματα τερατογενών ανθρωπογεννέσεων) εκ του άστρου της Περιστεράς(δες Πλειάδες), που προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν την αντίθεη κοσμοκρατορία τους επί της νήσου Κρήτης. Πολλοί εκ των Κρητών παραπλανήθηκαν πιστεύοντας ότι, οι νεοεισαχθέντες αστρικοί επισκέπτες, εκ του άστρου της Περιστεράς, ήταν φιλικοί, ομογενείς κι εκπρόσωποι του Ιδαίου Ζευς. Όταν όμως κατάλαβαν το λάθος τους ήταν πλέον αργά. Αργότερα, μετά από σωρεία γεγονότων, συντάχθηκαν με το μέρος του νικητή, δηλαδή του Αθηναίου πρίγκιπα Θησέα, και τον αναγόρευσαν βασιλέα της Κρήτης, όπως αναγράφεται στο λεξικό του Σουίδα. Διαφαίνεται, εκ τούτου, η κυριαρχία του Αθηναϊκού κράτους εις την μεγαλόνησο κατά τα τριακοστά και δύο έτη της βασιλείας του Θησέα εις την Αθήνα. Υπάρχει μάλιστα η πληροφορία ότι ένας δεσμός αιώνιας φιλίας ένωσε τους Μινωίτες Κρήτες με τους Αθηναίους, ώστε οι πρώτοι ορκίστηκαν να μην πολεμήσουν ποτέ εναντίον των Αθηναίων. Αυτό σημαίνει ότι, αναγνώρισαν τον Θησέα ως ελευθερωτές κι ως εκ τούτου κι όλους τους Αθηναίους!!!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικό του Ηλίου
-Εγκυκλοπαιδικοί θησαυροί Παγκόσμια Μυθολογία Β', εκδοτική Αθηνών, τόμος 6
-Γεωργίου Συγγέλου, Χρονογραφία
-Καινή Διαθήκη, Αποκάλυψη του Ιωάννου
-Λεξικό του Σουίδα
-Λεξικό του αρχαίου κόσμου/Ελλάδα Ρώμη, Γιάννη Λάμψα, εκδ. Δομή

https://odysseospaide.blogspot.com




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδοτική Αθηνών
-Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι-Θησέας
-Διόδωρου Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη 
-Απολλόδωρου Βιβλιοθήκη
-Παυσανίου, Αττικά
-Ομήρου Ιλιάς

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

ΘΗΣΕΑΣ.Η ΜΥΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ[Μέρος Α΄]

ΘΗΣΕΑΣ: Η μυητική πορεία του θρυλικού βασιλιά της Αθήνας
ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ο ήρωας για τους αρχαίους Έλληνες υπήρξε σύμβολο υπέρβασης και εξύψωσης, ενσάρκωση της ικανότητας του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με τη θεϊκή πλευρά του και να εκπληρώσει την βαθύτερη και αληθινή φύση του. Ο τοπικός ήρωας, ιδιαίτερα, αποτελούσε για την εκάστοτε περιοχή σύνδεσμο της φυλής με το θείο, έναν μεσάζοντα και προστάτη, καύχημα για τον λαό και τη γη που τον γέννησε, φορέα αιώνιας δόξας.
Το ηρωικό γένος δικαίως θεωρήθηκε θεία σπορά. Επρόκειτο κυριολεκτικά για εξαιρετικούς ανθρώπους. Ήταν οι λαμπρές εξαιρέσεις, οι πρωτοπόροι που ξεστράτιζαν από το κοπάδι και ακολουθούσαν τα δύσβατα μονοπάτια. Μέσα στη συνήθη τραγικότητά τους οι ήρωες ήταν οι λυτρωτές, αυτοί που μέσα από τη γνώση και τον συνεπαγόμενο πόνο και τη δυστυχία, μέσα από το θάνατο έβγαιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θριαμβευτές και σημάδευαν τον τόπο και τους ανθρώπους πέρα από το χρόνο, πέρα από τις αβύσσους του ανθρώπινου είναι, στα τρίσβαθα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί που ανασαλεύει άλλοτε αδύναμα και άλλοτε αποφασιστικά η λαχτάρα για τους ανοιχτούς ορίζοντες, την έξαψη του κινδύνου, το μεθύσι της μάχης, τη σαγήνη της γνώσης, όταν η ψυχή αναγνωρίζει την αληθινή της πατρίδα, το δρόμο και την περιπέτεια.
Ο τοπικός ήρωας της Αθήνας, ο ημίθεος βασιλιάς της πόλης των πολλών φυλών, ο Θησέας, αποτελούσε για την Αθήνα ταυτόχρονα προστάτη της πόλης και λυτρωτή, πολιτικό και κοινωνικό μεταρρυθμιστή, ύψιστο μύστη, πολιτιστικό ηγέτη (λέγεται ότι αναδιοργάνωσε τα Παναθήναια και θέσπισε τα Ίσθμια), ισχυρό βασιλιά και προπαντός θεϊκό γέννημα άξιο λατρείας. Ο Θησέας ήταν εκείνος που αποκάλεσε για πρώτη φορά την πόλη με το όνομα «Αθήναι», αφού είχε ενώσει τις διάσπαρτες και αντιμαχόμενες αθηναϊκές φυλές και εκείνος που έθεσε τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Υπήρξε ο κατεξοχήν ηγέτης-θεσπιστής. Ο Θησέας ήταν όμως μια πιο περίπλοκη μορφή. Όσο φημισμένος ήταν για τα κατορθώματά του στις μάχες με διάφορους εχθρούς, άλλο τόσο ξακουστή ήταν η φήμη του ως άρπαγα γυναικών. Αυτή ειδικά η ιδιότητά του είναι συνυφασμένη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την πορεία του Θησέα προς τη γνώση και τη μύηση.
ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ




Η μυθική διαδρομή που χαράζουν τα ίχνη του Θησέα έχει ως αφετηρία την Τροιζήνα όπου βασίλευε ο σοφός Πιτθέας. Σ’ αυτόν κατέφυγε ο άτεκνος Αθηναίος βασιλιάς Αιγέας για να του ερμηνεύσει έναν χρησμό της Πυθίας. Ο Αιγέας την είχε επισκεφθεί προκειμένου να μάθει πως θα μπορούσε να αποκτήσει τον πολυπόθητο διάδοχο του θρόνου του, καθώς όλες οι μέχρι τότε προσπάθειές του είχαν αποβεί άκαρπες. Εκείνη του απάντησε «να μην λύσει το πόδι που προεξέχει από τον ασκό προτού φτάσει στην Αθήνα». Ο Πιτθέας αναγνωρίζοντας το πραγματικό νόημα του χρησμού που ήταν να μη συνευρεθεί με γυναίκα προτού φτάσει στην Αθήνα, τον προέτρεψε –απατηλά σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις – να σμίξει με την κόρη του Αίθρα.
Η σύλληψη του Θησέα έγινε στο νησάκι Σφαιρία το οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς και με τα πόδια από τη στεριά πατώντας επάνω σε μια σειρά από σκοπέλους. Μετά τον ιερό γάμο της Αίθρας το νησάκι ονομάστηκε Ιερά. Ο μύθος που θέλει πραγματικό πατέρα του Θησέα τον Ποσειδώνα διηγείται ότι την ώρα που περνούσε η Αίθρα πάνω από τους σκοπέλους για να συναντήσει τον Αιγέα δέχθηκε το θαλάσσιο αγκάλιασμα του θεού και συνέλαβε τον ήρωα προτού σμίξει με τον θνητό σύζυγό της. Σύμφωνα με μια άλλη διήγηση, η Αίθρα οδηγήθηκε στη Σφαιρία ύστερα από ένα όνειρο που της έστειλε η θεά Αθηνά, προκειμένου να προσφέρει θυσία στο πνεύμα του νεκρού ηνιόχου του Πέλοπα, Σφαίρου ή Μυρτίλου του οποίου το μνήμα υποτίθεται ότι βρισκόταν επάνω στο νησάκι. Τόσο η σφαίρα όσο και η μυρτιά συμβόλιζαν την γαμήλια ένωση.
Στους μύθους για την γέννηση του Θησέα πρωταγωνιστούν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, δύο θεοί άρρηκτα συνδεδεμένοι με την πόλη της Αθήνας. Μετά τη σειρά των χθονίων βασιλέων φαντάζει πολύ ταιριαστός ο ερχομός ενός βασιλιά γεννημένου από τη θάλασσα με τη συγκατάθεση βέβαια της προστάτιδας θεάς. Ακόμη και οι θνητοί γονείς του αποτελούν καθρεφτίσματα των δύο θεών στο γήινο επίπεδο. Το όνομα του Αιγέα φανερώνει θαλάσσια φύση, καθώς η αίγα υπήρξε αρχαιότατο σύμβολο για τα κύματα της θάλασσας. Φαίνεται ότι ο Αθηναίος βασιλιάς υπήρξε ένα είδος αντανάκλασης του θεού Ποσειδώνα στον κόσμο των θνητών. Και η Αίθρα όμως που το όνομά της σημαίνει το ουράνιο φως, ως ιέρεια της θεάς Αθηνάς αποτελεί μία σωσία και αντιπρόσωπό της στη γη.
Ο Αιγέας πριν φύγει από την Τροιζήνα άφησε το σπαθί του και ένα ζευγάρι πέδιλα σ’ ένα κοίλωμα κάτω από έναν τεράστιο βράχο παραγγέλλοντας στην Αίθρα, αν γεννούσε γιο που θα μπορούσε μεγαλώνοντας να σηκώσει το βράχο και να πάρει αυτά τα αντικείμενα, να τον στείλει στην Αθήνα. Ο Θησέας πέρασε την παιδική του ηλικία απόλυτα προστατευμένος στο παλάτι του παππού του Πιτθέα. Ήταν όμως ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει και να ριχτεί σε περιπέτειες. Όταν κάποτε ο Ηρακλής επισκέφθηκε την Τροιζήνα, ο μικρός τότε Θησέας δε δίστασε να επιτεθεί στη λεοντή του ήρωα νομίζοντάς την για αληθινό θηρίο, ενώ οι συνομήλικοί του για τον ίδιο λόγο έτρεξαν να κρυφτούν. Αφήνοντας πίσω του την παιδική ηλικία, ο Θησέας επισκέφθηκε τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς όπου αφιέρωσε, σύμφωνα με το έθιμο, τις παιδικές μπούκλες του. Όταν επέστρεψε στην Τροιζήνα, έμαθε από την μητέρα του για τον Αιγέα, ανασήκωσε τον βράχο, πήρε τα τοποθετημένα εκεί κειμήλια και ετοιμάστηκε να ταξιδέψει για την Αθήνα και να διεκδικήσει τη θέση του εκεί ως γιος και διάδοχος του βασιλιά.
Από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μπορούσε να ταξιδέψει κανείς τόσο από τη θάλασσα όσο και από τη στεριά. Η Αίθρα και ο Πιτθέας προσπαθούσαν μάταια να πείσουν τον Θησέα να ακολουθήσει τον ασφαλή θαλάσσιο δρόμο. Εκείνος γνωρίζοντας τους κινδύνους, θεωρούσε ότι θα ήταν ντροπιαστικό να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο, ενώ του δινόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξει την ανδρεία του. Ο πρώτος αντίπαλος στο δρόμο του ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ηφαίστου τον οποίο συνάντησε στην Επίδαυρο. Αυτός ο σχεδόν θεϊκός αντίπαλος λεγόταν και Κορυνήτης, καθώς χρησιμοποιούσε για όπλο του ένα σιδερένιο ρόπαλο (κορύνα) που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Το όνομα «Περιφήτης» που σημαίνει «ο περιώνυμος» ταιριάζει, κατά τον Κερένυϊ, στον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Πράγματι όλοι οι κίνδυνοι που βρέθηκαν στο δρόμο του Θησέα ουσιαστικά προσωποποιούν συνεχόμενες αναμετρήσεις με το υποχθόνιο στοιχείο, δίνοντας την αίσθηση μίας μυητικής εμπειρίας του ήρωα. Ο Θησέας βγήκε νικητής από την πρώτη του σύγκρουση με τις χθόνιες δυνάμεις σκοτώνοντας τον Περιφήτη με το ίδιο του το ρόπαλο, το οποίο και πήρε στη συνέχεια μιμούμενος τον Ηρακλή που πήρε το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας. Σε συμβολικό επίπεδο απορρόφησε τη δύναμή του και συνέχισε το δρόμο του ισχυρότερος.
Ο επόμενος σταθμός του Θησέα ήταν στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και εξόντωσε τον Σίνη τον επονομαζόμενο Πιτυοκάμπτη, γιο του Ποσειδώνα ή του Πολυπήμονος (πιθανώς άλλη μία προσωνυμία του Άδη). Ο Σίνης όφειλε το παρατσούκλι του στη συνήθειά του να εξολοθρεύει τους άτυχους διαβάτες δένοντάς τους σε δύο γειτονικά πεύκα, τα οποία αφού πρώτα είχε λυγίσει, άφηνε να επανέλθουν στην αρχική τους θέση με αποτέλεσμα να ξεσχίζονται τα σώματά τους. Και αυτόν ο Θησέας πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Όσο βρισκόταν ακόμη σε κορινθιακό έδαφος και συγκεκριμένα στην περιοχή που ονομαζόταν Κρομμυών, ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με ένα τρομερό θηρίο, τέκνο του Τυφώνα και της Έχιδνας, την γουρούνα Φαιά. Όπως υποδεικνύει και το όνομά της που σημαίνει «σκοτεινή», επρόκειτο για ένα ον του Κάτω Κόσμου (θηλυκούς χοίρους θυσίαζαν προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης στα Ελευσίνια Μυστήρια). Η καταγωγή του, εξάλλου, δηλώνει περισσότερο μία χθόνια στοιχειακή δύναμη παρά ένα κοινό ζώο.
Αφού εξολόθρευσε και την Φαιά, ο Θησέας προχωρώντας έφτασε σε ένα επικίνδυνο σημείο της διαδρομής του που το διαφέντευε ο Σκείρων, τις λεγόμενες Σκειρωνίδες Πέτρες. Ο Σκείρων θεωρούνταν ληστής, αλλά φαίνεται ότι επρόκειτο μάλλον για ένα genius loci, ένα ον που κυριαρχούσε στην περιοχή και ήταν ένα με τον ασβεστολιθικό εκείνο τόπο, όπως υποδηλώνει και το όνομά του (Σκείρων-σκύρον = ασβεστόλιθος). Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, ο Σκείρων ζητούσε από τους περαστικούς να του πλύνουν τα πόδια και, ενώ εκείνοι έσκυβαν, τους γκρέμιζε με κλοτσιές κάτω στη θάλασσα όπου και τους κατασπάραζε μία τεράστια χελώνα η οποία επίσης θεωρείται ζώο του Κάτω Κόσμου. Βρήκε όμως και αυτός το θάνατο από τον Θησέα και έγινε ο ίδιος τροφή για τη χελώνα. Στην ιερή Ελευσίνα ο Θησέας συνάντησε άλλη μία χθόνια στοιχειακή οντότητα, τον Κερκυόνα. Κερκυών σημαίνει «αυτός που έχει ουρά» και ίσως επρόκειτο για ένα πλάσμα αντίστοιχο με τον Κέκροπα που ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Ο Κερκυών προκαλούσε τους ξένους σε έναν αγώνα πάλης και τους έπνιγε με ένα θανατηφόρο αγκάλιασμα. Νικήθηκε και αυτός από τον νεαρό Θησέα και μάλιστα, σύμφωνα με μία διήγηση, παρουσία της θεάς Δήμητρας. Στην κοντινή περιοχή του Ερινεού όπου έλαβε χώρα η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη και φύτρωνε η ιερή για τα ελευσίνια μυστήρια αγριοσυκιά (Ερινεός = αγριοσυκιά) παραμόνευε τον Θησέα ο θάνατος με την μορφή του Δαμάστη πιο γνωστού ως Προκρούστη. Ο Προκρούστης αρέσκονταν να θανατώνει τους διαβάτες προσπαθώντας να τους ταιριάξει στο αποτρόπαιο κρεβάτι του είτε τεντώνοντάς τους είτε κόβοντας τα μέλη που προεξείχαν. Ο Θησέας τον ανάγκασε να ξαπλώσει σ’ αυτό το κρεβάτι όπου δοκίμασε τον ίδιο φρικτό θάνατο που μέχρι πρότινος χάριζε στους άλλους.

Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΕΞΑΓΝΙΣΜΕΝΟΥ ΗΡΩΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
   Ύστερα από όλους αυτούς τους προφανέστατα τελετουργικούς φόνους, ο Θησέας είχε ανάγκη καθαρμού. Το καθήκον αυτό ανέλαβαν άνδρες από τη γενιά των Φυταλιδών που καλωσόρισαν τον ήρωα στο σημείο που η Ιερά Οδός διασχίζει τον ποταμό Κηφισό. Οι Φυταλίδες στα πλαίσια του εξαγνισμού προσέφεραν εξιλαστήριες θυσίες στον Μειλίχιο Δία, τον Δία του Κάτω Κόσμου ολοκληρώνοντας την πρώτη επαφή του ήρωα με το χθόνιο στοιχείο. Μετά τον εξαγνισμό του ο νεαρός Θησέας ήταν έτοιμος να μπει στην Αθήνα και να διεκδικήσει την θέση του βασιλικού διαδόχου έχοντας ως διακριτικά του τα σανδάλια, καθώς και το πατρογονικό ξίφος βαμμένο με το αίμα τόσων ισχυρών αντιπάλων. Είχε περάσει επιτυχώς την πρώτη του μυητική δοκιμασία και είχε γίνει άξιος αναγνώρισης. Έφτασε, ωστόσο, στην Αθήνα ως ξένος.
Εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αθήνα ως σύντροφος του Αιγέα η μάγισσα της Κολχίδας, η Μήδεια. Η ταυτότητα του ξένου ήταν ολοφάνερη για την εγγονή του Ήλιου με τις υπερκόσμιες δυνάμεις. Φοβούμενη ότι ο νεοφερμένος αλλά πρωτότοκος γιος θα διαδεχόταν τον Αιγέα στον θρόνο εξοβελίζοντας από τα βασιλικά προνόμια τον δικό της γιο, έπεισε τον Αθηναίο βασιλιά να θανατώσει τον ξένο προσφέροντάς του μία κούπα με δηλητηριασμένο κρασί κατά τη διάρκεια ενός θυσιαστικού δείπνου. Τη στιγμή της προσφοράς ο Θησέας τράβηξε το ξίφος του δήθεν για να τεμαχίσει το κρέας και ξαφνικά άστραψε στα μάτια του Αιγέα η αναγνώριση που τον έκανε να σπρώξει μακριά το κύπελλο με το δηλητήριο. Η Μήδεια τότε, σύμφωνα με μια διήγηση, εξαφανίστηκε μαζί με το γιο της μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο. Σε μια τέτοια θεϊκή γυναίκα δεν θα περιμέναμε να αποδοθεί μια λιγότερο εντυπωσιακή έξοδος! Αυτή πάντως δεν θα ήταν η μόνη συνάντηση του ήρωα με μια εγγονή του Ηλίου, με τη διαφορά ότι, ενώ η Μήδεια απείλησε τη ζωή του, εκείνη η δεύτερη, η Αριάδνη θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει.
Ο Θησέας έγινε γρήγορα αποδεκτός από το λαό ως Αθηναίος βασιλικός απόγονος και διάδοχος, αλλά σφετεριστές του θρόνου δεν έπαψαν να υπάρχουν. Ο νέος εχθρός φάνηκε στο πρόσωπο του Πάλλαντα και των πενήντα γιων του, των λεγόμενων Παλλαντιδών. Ο Θησέας πληροφορήθηκε από έναν κήρυκα των Παλλαντιδών για μια ενέδρα που του είχαν στήσει και παραφυλάσσοντάς τους κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Ο κήρυκας είχε το όνομα Λεώς (=λαός). Ο Θησέας, λοιπόν, με τη βοήθεια του «λαού» εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική. Έχοντας απαλλαγεί από τους εγχώριους εχθρούς που επιβουλεύονταν τη ζωή και την εξουσία του ο Θησέας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει ένα θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή του Μαραθώνα. Το θηρίο αυτό ήταν ένας ταύρος που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν ο ίδιος εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στη γη της Κρήτης και άναψε αφύσικο πόθο στην καρδιά της βασίλισσας Πασιφάης. Εκείνο τον ταύρο είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα. Η αποστολή αυτή του Θησέα φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία προετοιμασίας για την αναμέτρηση με τον Μινώταυρο που ήταν ο καρπός της ένωσης της Πασιφάης με τον ταύρο. Ο Θησέας με απίστευτη επιδεξιότητα, ανάλογη με αυτή που επεδείκνυαν οι νεαροί Κρήτες στα ταυροκαθάψια, τιθάσευσε τον θεόσταλτο ταύρο και τον έφερε ζωντανό στην Αθήνα, όπου και τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. Έτσι εγκαινιάζεται η καταλυτική παρουσία του ταύρου στη ζωή του ήρωα, μια παρουσία που θα συνόδευε τόσο αυτόν, όσο και τις θεϊκές πριγκίπισσες της Κρήτης σε μια τραγική, παράλληλη πορεία. Λέγεται, μάλιστα, πως τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ως βασιλιάς της Αθήνας έφεραν στη μια τους όψη μία ταυροκεφαλή. Τόσο στενή έμελλε να είναι η σχέση του ήρωα με το θεοποιημένο ζώο. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ[Μέρος Β΄]



"Αν θέλουμε νά δοϋμε τήν ποίηση πού κρύβει ή ελληνική ψυχή, στή λατρεία της γιά τό ασύλληπτο, γιά τή γλύκα, καί γιά τήν ομορφιά της θεότητας, θά μας αρκέ­σουν λίγα τυπικά παραδείγματα. Ό Βαίτυλος πού προσκυνούσαν στήν Ανατολή είναι ή ελληνική παρήχηση τοϋ σημιτικού «Μπέτ-'Έλ»πού σημαίνει «τό σπίτι τοϋ θεού». Μαζί μέ άλλες θρησκείες έφτασε κι εδώ ή παλαιότατη λατρεία των «αργών λίθων». Ή ελληνική δμως ψυχή δέν βάσταξε στό τέλος. Κι ενώ ακόμα σήμερα οί Μουσουλμάνοι λατρεύουν τόν Βαίτυλο στήν Κάαμπα της Μέκκας, άπό εκείνο τόν καιρό ή Ρέα σκέφτηκε νά τόν ανεβάσει στόν"Ολυμπο. Σπαργάνωσε λοιπόν τήν πέτρα εκείνη καί τήν έ'δωσε στόν Κρόνο-Χρόνο, πού έτρωγε τά παιδιά του. "Ετσι, στόν ελληνικό χώρο ό Βαίτυλος πρόβαλε σάν Νεφεληγερέτης, σάν ' Ερίγδουπος. Τό φλογισμένο πάλι άστρο της ερήμου, ό «'Άμπου-'Έλ», μέ άλλα λόγια ό «πάτερ-ήλιος», δσο ανεβαίνει μέ ένα άπό τά κύματα τών Ίαόνων, παίρνει τή θεία μορφή τοϋ Απόλλωνα στή Δήλο, στους Δελφούς, καί στήν Αθήνα. Κοντά του έρχεται καί τό κοντάρι τοϋ τσαντηριοϋ, πού εδώ στήν Αττική θά γίνει ό «κίων ό άγυιεύς» γιά νά στηθεί μπροστά στήν πόρτα τών σπιτιών νά τά φυλάει. Μαζί του ή χώρια, αδιάφορο, θά φτάσει καί ή υποτιθέμενη αδερφή του. Στό δρόμο θά αφήσει τά δυό φίδια της, τά κέρατα της,τήν ταυρική της αρκούδια κι έτσι θά γίνει ή «Κυνηγέτις "Αρτεμις», ή Ένοδία, ή Εκάτη, πού τίς νύχτες θά τριγυρνάει γλυκύτατο φεγγάρι, παρηγοριά στά πλάσματα πού άγρυπνα στή μοναξιά τους συλλογίζονται τά δνειρά τους. Πολλά τέτοια παραδείγματα θά μπορούσαμε νά βροϋμε στή μυθολογία μας γιά νά καταλάβουμε καλά τήν έξοχη νοοτροπία της φυλής πού όλα τά εξωραΐζει.


"Οσο δμως περνάει ό καιρός, τόσο αύγαταίνουν οί ζωντανοί καί τόσο πληθαί­νουν οί πεθαμένοι. Στή βασική καλύβα τοϋ γένους, άλλος άπό τόν πρόγονο δέν μπορεί νά χωρέσει. Κι αυτός πάλι δέν θά λησμονηθεί άν καί τή θέση του θά καταλάβουν ή Εστία καί οί άλλοι Έφέστιοι. "Ετσι, τούς πεθαμένους κάθε γένος θά τούς θάβει σέ κάποιαν άκρη τοϋ οικογενειακού του κτήματος, άκαφτους ή τσου­ρουφλισμένους, ώσπου νά αρχίσουν νά τούς καίνε σέ μεγαλόπρεπη πυρά, καί νά κρατοϋν μόνο τήν τέφρα τους σέ λήκυθο. Κανένας άπ'αυτούς δέν θά λησμονηθεί, γιατί οί επίγονοι θά εξακολουθήσουν τίς 'ίδιες τελετές. Τώρα δλα έσμιξαν. "Ηθη καί έθιμα. "Ανθρωποι καί θεοί.Ανώνυμοι οτούς Πελασγούς, ιδιώνυμοι στους "Ελλη­νες, πολυώνυμοι στους 'Ιάονες, αυτοί θά γίνουν ένα στήν κάθε χωριστή εκδήλωση τους. "Οπως, δμως,σ' ένα μάρμαρο πολύχρωμο ζωηρά διακρίνονται οί φλέβες, έτσι θά ξεχωρίζουν μεταξύ τους οί τρεις αδερφοί λαοί πού τώρα έγιναν ένας, άν κι ό καθένας κρατάει τήν ιδιομορφία του σάν κάποια φλέβα, χωριστή. Μά ϊσως γΓ αυτό τά πολύχρωμα μάρμαρα είναι πιό γερά στήν παράξενη συνοχή τους.
Στόν αργαλειό λοιπόν της Αττικής στημόνι βρήκαμε τούς Πελασγούς. Υφάδι ήρθανε οί Ίάονες. Κι δταν στό μαγικό ίστάρι ή τρελή σαΐτα άρχισε τό ρυθμικό χορό τοϋ σύρε κι έλα, έτελειώθη τό βλαττί, κρουστό κρουστό, μέ τήν καλαισθησία τής ' Ελληνοπούλας.
Φυσικά, δλα αυτά δέν έγιναν μονομιάς, ούτε καί χωρίς αντιδράσεις. "Ενας λαός, δσο ομοούσιος καί άν είναι, μιά καί αποτελείται άπό κράμα διαφορετικών κάπως ανθρώπων δέν παύει νά αισθάνεται μέσα του τήν πολλαπλή υπόσταση του, τών βουνίσιων, τών καμπίσιων καί τών θαλασσινών. Αυτή πού τόν τραβάει σέ τρειςαντιθετες κατευθύνσεις, μοιραίο είναι νά παρουσιάζει πολλαπλές καί, συχνά,ακατανοητες αντιγνωμίες. "Ο,τι όμως συμβαίνει γενικά σ' δλον τό λαό πού κατοικεί στην Αττική, τό ιδιο παρατηρείται, καί μάλιστα πιό έντονο, στό κάθε άτομο, στην κάθε ϋπαρξη, σέ κάθε ψυχή. Δύσπιστος σ' όλα ό Αθηναίος, μολαταΰτα όλα τά πιστεύει. Καρφωμένος στά πατροπαράδοτα, αποκρούει κάθε νεωτερισμό. Κι όμωςαυτός γίνεται πρωτοπόρος στην κάθε καινοτομία. Με την εμφυτη δυ σιδαιμονία του πολλαπλασιάζει τούς θεούς του έχοντας την αίσθηση πλουτιζει ψυχικά. Δέν εννοεί νά τούς μοιραστεί μέ κανέναν αλλο, καί τόν κάθε θεό και τον θέλει αποκλειστικά δικό του, φτάνει νά ειναι όμορφος, ευγενικός κι άνοιχτοχέρης
: Δεν παύει όμως νά πιστεύει καί σέ κάτι αόρατο, κάτι απρόσωπο, κάτι μονοθεϊ-άνάμεσα στά τόσα αγάλματα, γιά καλό καί γιά κακό, έχει στημένο κι ένα I στόν «"Αγνωστο Θεό». Ή έννοια της πειθαρχίας είναι ακατανόητη για αυτόν.
Εχει όμως τόσο αναπτυγμένη την έννοια της ισότητας, ώστε δέν ανέχεται την -αοαμικρότερη αταξία, την ελάχιστη παράβαση τοΰ καθιερωμένου. Τό πνεύμα του : : «Γιατί εσύ κι όχι εγώ». Κι ακόμη: «"Η όλοι ή κανένας». Εντούτοις ό κάθε
Αθηναίος θά ήθελε νά προσπεράσει τόν άλλον. Καί τό χειρότερο άπ' όλα τά ελαττώματα του ήταν ή μανία της πρωτοκαθεδρίας. Τυπικό παράδειγμα θά βρούμε τό\καβγά πού έστησαν πάνω στην Ακρόπολη τό σερπετό κι ή κουκουβάγια, ό Ποσειδών κι ή Αθηνά. Τρόμαξαν οί θεοί μέ μιά τέτοια διαφορά κι έβαλαν τόν Κέκροπα νά τή λύσει μέ τά πρώτα «προσωρινά μέτρα» πού εφαρμόστηκαν στήν
Αττική. Θυμωμένος ό Ποσειδών γιά τήν απαίτηση της ανεψιάς του, πού ζήτησε νά τοΰ κάνη έξωση, χτύπησε τό βράχο μέ τήν τρίαινα του κι έβγαλε θάλασσα. "Ηρεμη ή Αθηνά φύτεψε τήν ήμερη ελιά, καί νίκησε. Αυτή θά είναι στόν τόπο ή νοικοκυρά. ' Ο τάψος τοΰ προγόνου θά γίνει τό παλάτι γιά τό ξόανο της, πού θά τό προσκυ­νούν κάτω από τή σκιά τής Ιερής Έλαίας.Φρόνιμοι όμως οί Αθηναίοι,γιά καλό καί γιά κακό, θά αφιερώσουν μιά γωνιά μέσα στό παλάτι καί γιά τόν Ποσειδώνα καί θά τόν προσκυνούν μέ τό επώνυμο τοΰ Έρεχθέα, τοΰ προγόνου δηλαδή.
Στήν όμορφη αυτή καί χαρακτηριστική αλληγορία θά διακρίνουμε πολύ περίερ­γα πράγματα. Δέν πολεμούν δύο τοτέμ, ούτε δύο θεοί τοΰ' Ολύμπου. Συμβολίζει τήν παλαιότερη εποχή πού οί άνθρωποι αγωνίζονταν νά ανοίγουν πηγάδια γιά νά ποτίσουν τή διψασμένη τους γή, κι έβρισκαν τίς περισσότερες φορές νερό γλυφό καί άχρηστο. Ήρθαν όμως οί Ανατολίτες τής αποικίας τοΰ φιλειρηνικού Κέκροπα κι έφεραν τό μπόλι τής ήμερης ελιάς. "Ετσι τά πλήθη ημέρεψαν, καί τά πιθάρια τών 'Αθηναίων γέμισαν λάδι γιά φαΤ καί λάδι γιά τό λυχνάρι. "Οτι τήν έλιά τοϋ Ερεχθείου τή φύτεψαν εκείνοι οί Ανατολίτες πού έφεραν τό "Ατεν, εύκολα εξάγε­ται από τή χαρακτηριστική λεπτομέρεια ότι οί ίδιοι τήν έπωνόμασαν στήν αρχική τους γλώσσα «μόρια» πού σημαίνει ίερή, όπως αργότερα τή μεταφράσαμε.
Τόν Κέκροπα, ή αθηναϊκή παράδοση τόν είπε «διφυή», μισό άνθρωπο καί μισό ψάρι, σάν ξένο καί ντόπιο, μά καί οπωσδήποτε σοφό. Βέβαια, μέ αυτό τό συμβατικό όνομα, καταλαβαίνουμε πώς έχουμε μπροστά μας τόν προηγμένο λαό πού έφτασε μέ έναν πολύ ανώτερο πολιτισμό. "Ισαμε τότε τά γένη ζούσαν τό καθένα στό τσιφλίκι του. Δέν είχαν μεταξύ τους ουτε θρησκευτικές, ουτε πολιτικές, ουτε κοινω­νικές σχέσεις. Πολλές φορές μάλιστα μάλωναν γιά τά χωράφια, τίς βοσκές καί τά βιβάρια. Κι αντί νά βρίσκουν τό δίκιο τους, τό άρπαζε ό ισχυρότερος. Γιά νά πάψει πιά αυτή ή κατάσταση, οί Ανατολίτες έπεισαν τό λαό νά συνεννοηθεί, ώστε, αντί νά τρώγονται μεταξύ τους, νά αλληλοβοηθούνται γιά νά προστατεύονται αποτε­λεσματικά. ' Η παράδοση λέει ότι έβαλαν τούς Πελασγούς νά λιθοτριγυρίσουν τίς «Μακρές Πέτρες». Αυτό υποδηλώνει ότι οί πρόσφυγες Ίάονες εγκαταστάθηκαν διά τής βίας πάνω στήν ' Ακρόπολη κι ότι μεταχειρίστηκαν τούς ντόπιους σάν είλωτες κατά κάποιο τρόπο, κι έπειτα τούς έκλεισαν στό«Πελαργικό» όπως είπαμε. "Οτι

πήραν στά χέρια τους τή διοίκηση τοϋ τόπου, φαίνεται ακόμη άπό τήν παράδοση πού μας λέει δτι ό Κέκροπας πήρε γυναίκα του τήν"Αγλαυρο, θυγατέρα τοΰ βασι­λιά Άκταίου καί τόν διαδέχτηκε στό θρόνο.Τότε, μέ τή δύναμη πού τοΰ έδινε τό απόρθητο κάστρο του, ή Κεκροπία — όπως ονόμασε τήν Ακρόπολη —, άρχισε νά εφαρμόζει τό προοδευτικό του πρόγραμμα.Χώρισε λοιπόν τόν τόπο σέ δώδεκα περιοχές κι ανάγκασε τά γένη νά είναι βέβαια αυτεξούσιο τό καθένα στό οικογε­νειακό του κτήμα, νά ανήκει δμως σ' ένα άπό τά δώδεκα κέντρα, πού ονομάστηκαν «κώμες». Κάθε γένος είχε βέβαια τήν ξεχωριστή του εστία. "Ολα δμως τά γένη πού άνηκαν σέ μιά κώμη εΐχαν σ' αύτη ενα κοινό σπίτι, τό Πρυτανείο, μέ τήν άσβεστη φωτιά γιά κάθε χρεία. Αυτό ήταν θά λέγαμε τό δημαρχείο τους, τό δικαστήριο τους κι ό τόπος τής κοινής λατρείας τους. Αυτά τά γένη ζούσαν ενωμένα πιά σέ μιά φρατρία, σέ μιά αδελφότητα. Είχαν κοινό έναν φράτριοήρωα γιά θεό, κοινό πρόγο­νο, δικό τους προστάτη. Στό Πρυτανείο μαζεύονταν κάθε τόσο γιά νά τελέσουν μιά θυσία πού κατέληγε σέ φαγοπότι. Έκεΐ ήταν ή λέσχη, τό εντευκτήριο γιά κάθε επίσημη περίσταση.
' Η επίδραση των ' Ανατολιτών έ'φερε τά καλά της αποτελέσματα, γιατί τήν εποχή εκείνη αναφέρεται πώς έγιναν δύο άγριες επιδρομές, μιά άπό τή θάλασσα καί μιά άπό τή στεριά. Άλλά
καί τίς δύο επιδρομές τίς απέκρουσαν οί κάτοικοι της 'Αττικής χάρη στά μέτρα πού είχαν λάβει.
Ή παράδοση μας λέει πώς δταν πέθανε ό Κέκροπας, τόν διαδέχτηκε ό Κραναός, πού «είχε μεγάλη δύναμη μεταξύ τών Αθηναίων» όπως μάς πληροφορεί ό Παυσα­νίας στά Αττικά του. "Αν είχε ό Κέκροπας ή δέν είχε παιδί νά τόν διαδεχτεί δέν ξέρουμε. Γιά νά τονίζει όμως ή παράδοση τή δύναμη πού είχε ό Κραναός στους Αθηναίους, θά πει, κοντά στή γνώση, ότι έγινε κάποια επανάσταση, ή πρώτη ϊσως ανταρσία. Κι επειδή οί παλαιότεροι Αθηναίοι «έ'σαν Πελασγοί ούνομαζόμενοι Κραναοί» όπως τούς χαρακτήριζε ό Ηρόδοτος, μοιραία έπεται δτι οί ντόπιοι, πού θά έφεραν βαρέως τό γεγονός δτι οί πρόσφυγες τοΰ Κέκροπα τούς είχαν πάρει άπό τά χέρια τά ηνία, τά ξαναπήραν μ' ένα κίνημα. Άπό τότε λοιπόν αρχίζει ό αιώνιος καβγάς τών ντόπιων καί τών προσφύγων. Πρώτη δουλειά τοϋ Κραναοΰ ήταν νά μετονομάσει τήν Ακρόπολη άπό Κεκροπία σέ Κραναϊδα.Στήν κόρη του Ατθίδα οφείλεται μάλιστα τό όνομα πού πήραν άπό τότε όλες οί 'Αθηναίες. Οί μετονομα­σίες λοιπόν δέν είναι σύγχρονο νόσημα, όπως θά νόμιζε κανείς βλέποντας τούς δρόμους νά αλλάζουν όνομα τόσο συχνά, άλλά παλαιότατο,καί χρονολογείται άπό τά πρώτα πολιτικά χρόνια τής ' Αθήνας.
Τό Τδιο μποροΰμε νά υποθέσουμε καί γιά τά κινήματα. Φαίνεται πώς τό έχει ό τόπος. Γιατί ούτε ό Κραναός δέν μπόρεσε νά πιάσει ρίζα, μ' όλη τή δύναμη πού είχε. Μιά μέρα έφτασε ό 'Αμφικτύων καί τόν εκθρόνισε. Φυσικά, δέν θά ήταν ό αδερφός τοΰ "Ελληνα, άν επρόκειτο περί υπαρκτών προσώπων. Εφόσον όμως παραδεχόμαστε ότι βρισκόμαστε στό χώρο τής μυθολογίας, πρέπει νά φανταστούμε δτι ό 'Αμφικτύων είναι ή έννοια τής ελληνικής καθόδου στήν 'Αθήνα, ή καλύτερα ή έκφραση τής προσπάθειας νά μεσολαβήσει ή ειρηνοποιός διάθεση πού ενυπάρχει στά περίφημα «άμφικτυονικά συνέδρια». Φαίνεται εντούτοις δτι ή ευγενική προσπά­θεια του νά θέσει ένα τέρμα στον αναβρασμό πού θά επικρατούσε μεταξύ τών ντόπιων καί τών προσφύγων απέτυχε οικτρά, στόν τόπο αυτό όπου καμιά συνεν­νόηση δέν μπορεί νά γίνει μέ τό καλό. Τόν 'Αμφικτύονα τόν εκθρόνισε μιά μέρα ό ' Εριχθόνιος,δηλαδή τό παιδί τοΰ ' Ηφαίστου καί τής ' Αθηνάς. Αυτός ρίζωσε τή δυναστεία του,ϊσως γιατί ήταν ή συνισταμένη τών τριών φυλών, τής τριπλής προέλευσης τών ανθρώπων πού ήρθαν άπό τήν Αφρική, τήν 'Ασία καί τή Βόρεια Ευρώπη.
Σ' αυτό τό χρονικό διάστημα ό πληθυσμός τής ' Αττικής αύγάταινε ολοένα. .......

Το φιλοπόλεμο μένος των ' Αθηναίων φαίνεται άπό τίς παλαιότερες παραδόσεις. Τα καταφερνουν αρκετά καλά σέ κάθε επίθεση πού τους γίνεται,ακόμη καί τότε που ηταν τελείως άνεξέλικτοι. Σήμερα δμως μας ενδιαφέρουν κυρίως όχι τόσο οι θρυλοι,οσοτά περιστατικά πού κρύβονται κάτω άπό τόν αραχνοΰφαντο πέπλο . Δυσάρεστο βέβαια είναι ότι πρέπει νά τά απλώσουμε στό τραπέζι της ίστορικης ανατομίας. Διαφορετικά όμως θά ήταν αδύνατον νά ξεχωρίσουμε τίς περιπέτειεςπού κρύβουν.
Βρικόμαστε στην εποχή της βασιλείας. Δέν είναι πιά ή Ποιμενική Συμφωνία : ευτυχίας, της γαλήνης καί της κοινοκτημοσύνης όπου ή βασιλική άγκλίτσα - . οδηγουσε τά ανθρώπινα ποίμνια. Ούτε πάλι ή «ελέω θεοΰ» μοναρχία πού χωρίζεται από τό λαό μέ ένα αόρατο, άλλά βαθύτατο χαντάκι. Κάτι ενδιάμεσο παρουσιάζε-πού τόσο παραστατικά τό περιγράφει ό"Ομηρος στήν Όδύσσειά του. διαδοχική σειρά των βασιλιάδων της Αττικής, πού ονομάζονται Έρεχθεϊς, ήφοπες, Πανδίονες, μας είναι δύσκολο νά βάλουμε κάποια χρονολογία. "Ολοι : μίζεις ότι κινούνται στό κενό σάν μαριονέτες, βουβές,άλλά πολύ χαριτωμέ-καθώς τίς έ'χει φτιασιδώσει ή πατίνα τοΰ χρόνου μέ χρώματα ξεθωριασμένα πιά.Π ολλά ονόματα συμβολίζουν καταστάσεις. Ή βασιλεία τοΰ Πανδίονα σημαίνει τήν επικράτηση τοΰ ελληνικού πανθέου. Μέ τή βασίλισσα Ζευξίππη βλέπουμε οτι ο ιππήλατος τροχός επιβλήθηκε στήν Αττική. Οί περιπέτειες όμως τών δύο χτέρων τους, της Πρόκνης καί της Φιλομήλας, μας φανερώνουν αφενός τίς
παμπάλαιες επιδρομές τών άγριων γερμανικών καί γοτθικών φύλων πού κατοικού­σαν τή Θράκη, καί αφετέρου τό εμπορικοοικονομικό πνεύμα πού άπό τότε διέπνεε τούς Αθηναίους. Διαφορετικά δέν εξηγείται πώς βρέθηκε στην Αττική ό Τηρέας (πού σημαίνει τόν Θράκα μέ σκληρή προφορά) γιά νά βοηθήσει τόν Πανδίονα στήν εκστρατεία του εναντίον τοΰ βασιλιά της γειτονικής Βοιωτίας Λάβδακου. "Αν πάλι ό Πανδίων τοΰ φορτώνει μέ στεφάνι τό άσχημοκόριτσό του τήν Πρόκνη, δέν τό κάνει γιά νά ανταμείψει τό ζήλο του, άλλά επειδή εγκαινιάζει τό εξαγωγικό εμπόριο τών εγχώριων προϊόντων τής Αττικής, άφοϋ Πρόκνη σημαίνει τά ξερά σύκα, δεδομένου ότι ή παραγωγή τους υπερέβαινε τήν εγχώρια κατανάλωση. ' Εν πάση περιπτώσει, ανήσυχος πού δέν έπαιρνε τό αντίκρισμα του, ό Πανδίων έστειλε καί τήν άλλη του θυγατέρα, τήν ωραία Φιλομήλα, στά άξενα εκείνα παράλια νά δεϊ τί συμβαίνει. ' Επειδή τόν καιρόν εκείνο «μήλα» έλεγαν βέβαια τά μήλα,έλεγαν όμως καί τά πρόβατα, πολύ φοβόμαστε ότι ή δεύτερη αυτή αποστολή δέν υποδηλώνει εξαγωγή ποιμνίων, πού σπάνιζαν άλλωστε ακόμα στήν Αττική, άλλά μάλλον διαρ-παγή τους, δπως δείχνει καί τό όνομα τής ωραίας βασιλοπούλας. Γιά νά τιμωρήσει τήν τελευταία ό Τηρέας, πού είχε βαρεθεί νά τρώει τά ξερά σύκα, τή βίασε καί τής έκοψε τή γλώσσα ώστε νά μην τόν μαρτυρήσει. Τί Αθηναία όμως θά ήταν ή Φιλο­μήλα άν δέν μπορούσε νά συνεννοηθεί έστω καί μέ κομμένη τή γλώσσα; "Εξω φρενών ή Πρόκνη, δταν έμαθε τήν απιστία τοΰ Τηρέα, έσφαξε τό παιδί τους τόν "Ιτη, τόν έβρασε καλά καλά καί, άφοϋ τοΰ τόν σερβίρισε σάν αρνάκι τοΰ γάλακτος, καυχήθηκε γιά τό κατόρθωμα της. "Αρπαξε τότε τόν μπαλτά ό Τηρέας γιά νά τή σκοτώσει. 'Αλλά έδώ παρεμβαίνει ή καλαισθησία τών Αθηναίων καί, μέ τή βοή­θεια τών αθανάτων, μετατρέπει τόν Τηρέα σέ τσαλαπετεινό, πού κυνηγάει τήν Πρόκνη-χελιδόνα, καί τή Φιλομήλα σέ άηδονάκι πού κλαίει τά νιάτα της, ενώ στήν Ιτιά βρίσκουμε τόν άδικοσκοτωμένο "Ιτη. Φυσικά, αυτά σημαίνουν τήν αποτυχία καί τών δύο αθηναϊκών εξορμήσεων.
"Αλλη επιδρομή θρακικών φύλων διακρίνουμε στόν πόλεμο πού έκαναν οί πά­τριες πού νέμονταν τόν κάμπο τής ' Ελευσίνας εναντίον εκείνων πού καλλιεργού­σαν τά τότε λιπαρά χωράφια τοΰ λεκανοπεδίου. ' Η αθηναϊκή δεισιδαιμονία απέδω­σε τόν πόλεμο εκείνο στήν «έλευση» τής Δήμητρας καί στήν προσπάθεια της νά υποκαταστήσει τήν ' Αθηνά, μέ τή βοήθεια τοΰ Ποσειδώνα πού εκείνη τόν εκτόπισε πρωτύτερα. Ό θρύλος έπλεξε τήν οίκοπεδική εκείνη διένεξη μέ τήν άφιξη τοΰ Ευμολπου πού έφερε δήθεν τά Ελευσίνια Μυστήρια. Στήν ουσία φαίνεται δτι, κάτω άπό τό μουσικότατο όνομα του, πρέπει νά διακρίνουμε μιά άγρια επιδρομή βορινού λαοΰ. Τοΰτο άλλωστε εξάγεται άπό τό γεγονός ότι ό Βοριάς άντραλώθηκε βλέπον­τας τή βασιλοπούλα ' Ωρείθυια νά περιδιαβάζει κάτω άπό τά σκιερά πλατάνια τοΰ Ίλισού, τήν αγάπησε, τήν έκλεψε καί, πάνω στίς άγέρινες φτερούγες του, τή μετέ­φερε στά χιονάτα του παλάτια. Τόν υγιεινό αυτόν άνεμο, τόν παρομοίασαν μέ έναν καλό στρατηγό οί ευφάνταστοι ' Αθηναίοι, τόν ονόμασαν «καλό γαμπρό» καί, σέ κάθε περίσταση, έπικαλοΰνταν τή μεσολάβηση του. Πίστευαν ότι τούς βοήθησε κατά τούς χρόνους τών Μηδικών πολέμων δταν βούλιαξε τά καράβια τοΰ Μαρδό­νιου στή Θράκη καί τοΰ Ξέρξη
Αρτεμίσιο καί ευγνώμονες τοΰ έστησαν έναν χαριτωμένο ναό στόν τόπο πού πρωτοείδε τήν Ωρείθυια. Βέβηλοι έμεϊς οί νεότε­ροι, ενώ βρήκαμε τά θεμέλια αυτού τοΰ ναοΰ κοντά στά παλαιά θαλάσσια λουτρά πού είχε ιδρύσει ό Δαμασκηνός κατά τά 1870, τά σκεπάσαμε μέ τό ' Ολυμπιακό Κολυμβητήριο.
Ό πόλεμος εκείνος έφερε πολλά δεινά. Σκοτώθηκε ό βασιλιάς τών Αθηναίων 'Ερεχθέας. Σκοτώθηκε όμως καί ό αρχηγός τοΰ στόλου τών Θρακών ' Ιμμάραδος. "Εξω φρενών λοιπόν ή Δήμητρα καί ό Ποσειδών κήρυξαν τήν ' Αθήνα σέ αποκλει­σμό,κι άπό τήν πείνα πέθαιναν οί άνθρωποι στό δρόμο, απαράλλαχτα δπως γι
νόταν τόν καιρό της Κατοχής. Μήνυσε τότε ή Πυθία από τούς Δελφούς δτι, γιά νά γλυτώσει ό τόπος, έπρεπε νά θυσιαστεί μιά παρθένα τοΰ λαοϋ. Ποιά μάνα όμως θά έδινε τήν κόρη της γιά νά γλιτώσουν των άλλων μανάδων τά κορίτσια; Τότε ή χήρα βασίλισσα Διογένεια κοίταξε τά τρία ανύπαντρα κορίτσια της. Κάποια, τέλος πάν­των, θά έπρεπε νά θυσιαστεί. Μά νά διαλέξει δέν τό βάσταξε ή μητρική της καρδιά. Καί οί τρεις παρθένες, πού κατάλαβαν τό στοχασμό της, πιάστηκαν στό χορό γύρω από τήν πελώρια φωτιά πού έκαιγε τά κουφάρια καί,τραγουδώντας τόν σπαραχτι­κό τους ύμέναιο, χάθηκαν σάν φλεγόμενες λαμπάδες. Ό θρύλος αποδίδει τή θυσία πότε στίς κόρες τοΰ μυθικού Λεώ, όπως έλεγαν τό λαό, πότε στίς Ύακινθίδες καί πότε στίς τρεις βασιλοπούλες. Οί Αθηναίοι τίς τίμησαν μ'ένα μνημείο, τό Λεωκό-ριο, πού έστησαν κάπου στή σημερινή συνοικία του Ψυρρή,καί γιά αιώνες υμνού­σαν στά τραγούδια τους τό «τριπάρθενο ζεύγος». Δέν πρέπει όμως νά φανταστούμε ότι αυτή ή παράδοση υποδηλώνει ανθρωποθυσίες Αθηναίων, αφού ξέρουμε ότι ανέκαθεν προτιμούσαν νά δοξολογούν τούς θεούς μέ αθώες πίτες γιά νά άποφεύ-τό αΤμα. Πρόδηλο είναι ότι ό θρύλος σήμαινε πώς ό λιμός ήταν τόσο«βροτο-λοιγός», ώστε όχι μόνο ό κοσμάκης αλλά κι αυτές ακόμη οί βασιλοπούλες πέθαιναν τότε από τήν πείνα. Ή ζωηρή ανάμνηση εξακολουθεί βέβαια νά περιβάλλεται άπό τόν πέπλο τοΰ μυστηρίου καί ό πόλεμος εκείνος μπορεί νά υποδηλώνει τόν τελευ­ταίο σπαραγμό των χθόνιων θεών πού λάτρευαν οί Προέλληνες,άλλά καί τήν ανεκτικότητα τών θεών τοϋ ' Ολύμπου, πού τούς έκανε νά παραχωρήσουν στους {θόνιους μιά θέση στόν λατρευτικό κόσμο τών ' Ελλήνων. Έν πάση περιπτώσει, ό μύθος έγινε θρύλος, ό θρύλος παράδοση, καί μέ τόν Θησέα,ϊσως, μπαίνουμε στήν περίμετρο της Ιστορίας. Δέν ξέρουμε μόνο άν ό ιδρυτής αυτός τών «Αθηνών» ήταν συμβολικό ή υπαρκτό πρόσωπο, καί ακόμα άν ήταν μόνο ένας ή άν αποδίδον­ταν σ' αυτόν έργα διαφόρων μεταρρυθμιστών της Αθήνας.
Παράξενη φυσιογνωμία ό γιός αυτός τοΰ Αιγέα καί της Αϊθρας, πού γεννήθηκε τόσο παράξενα, μακριά άπό τήν Αθήνα, σάν εξώγαμο παιδί σέ μιά γωνιά της Τροιζήνας, καί πού πέθανε ακόμη πιό παράξενα, σ' έναν γκρεμό της Σκύρου, διωγμένος άπό τήν πόλη πού αυτός δημιούργησε. Μοιάζει μέ έναν διάττοντα πού ξαφνικά φανερώνεται άπό τό σκοτάδι τοΰ απείρου, φωτοβολάει σέ μιά περίλαμπρη τροχιά καί χάνεται πάλι στοΰ απείρου τό σκοτάδι. Μερικοί μελετητές τόν θεωροΰν σάν κάποια ηλιακή θεότητα πού σοφίστηκαν οί Αθηναίοι σάν καλοί"Ιωνες γιά νά ισοφαρίσουν μέ τόν Ηρακλή τών Δωριέων. "Αν όμως ό γιός της Αλκμήνης έχει τά στοιχεία της ηλιακής θεότητας, αντίθετα ό γιός της Αίθρας,άν κρίνουμε άπό τούς δικούς του άθλους, φαίνεται πώς ήταν ένα πρόσωπο υπαρκτό μέ σάρκα καί οστά. Στήν πορεία τοΰ Θησέα γιά τήν κατάκτηση της εξουσίας, ό φόνος τοΰ Σκίρωνα, τοϋ Πιτυοκάμπτη, τοΰ Προκρούστη καί τά άλλα του κατορθώματα συμ-ϊολίζουν παραστατικότα τήν επιβολή τοΰ κράτους στήν άναρχη, τήν καταπολεμηση τών μεγαλοκαρχαριών πού, σάν τά κοράκια, καταβρόχθιζαν τά σπλάχνα ιης πολιτείας. Στό πατρικό παλάτι εκμηδενίζει τήν αυλική καμαρίλλα πού έκπροσωπεϊ ή Μήδεια. Καί όμως φαίνεται σάν κοριτσόπουλο σεμνός,άλλά κι ένα θηρίο κάθε φορά πού τό ζητάει ή ανάγκη. Παλεύει μέ τόν Μαραθώνιο Ταύρο, τόν "Απη δηλαδή, πού άπό τήν ανατολίτικη εκείνη «μάρσα» (έτσι έλεγαν σημιτικά τόν κάθε ορμο) γυρεύει νά απλωθεί παντοΰ σάν μιά ανεπιθύμητη λατρεία.Στήν άγρια έκεί-ρησκευτική πάλη ό Θησέας εκμηδενίζει τήν εξωτική προπαγάνδα καί, νικη-θυσιάζει τόν ζωόμορφο θεό σέ ευχαριστήρια θυσία πάνω στήν Ακρόπολη, το παλάτι της άνθρωπόμορφης θεότητας. Παλεύει μέ τόν Μινώταυρο γιά νά λάξει τήν πατρίδα του άπό τό παιδομάζωμα καί τήν ανθρωποθυσία στόν τρα-Ααβύρινθο. Τί νά ήταν πάλι αυτό τό τέρας πού καταβρόχθιζε τά παλικάρια της Αττικής; Σήμερα παίρνουν τό πολυδαίδαλο παλάτι της Κνωσσοΰ γιά τόνΛαβύριν
θο. Αυτό δεν αποκλείεται. ' Αλλά καθώς είναι αλληλένδετος με τόν Μινώταυρο, αυτός εδώ δεν έχει καμιά σχέση μέ παλάτι. Είναι αύτη καθεαυτή ή έννοια τοΰ υπό­γειου μεταλλείου μέ τίς πολύτροπες στοές, τίς «λαύρες», δπου τό άνθρωποκέφαλο τέρας δέν είναι τίποτε άλλο άπό την οικτρή τύχη των μεταλλωρύχων στ' ανήλιαγα εκείνα βάθη όταν,σκαλίζοντας τή γη μέ τό λοστό — τά κέρατα τοΰ τέρατος —, βρίσκουν τό θάνατο.
Ό Θησέας παλεύει καί μέ τίς Αμαζόνες καί τίς νικάει.Καί οί Αμαζόνες δέν είναι παραμύθι. Είναι ανθρώπινες υπάρξεις. Μιά τεράστια επιδρομή πού έφτασε ως τήν Αθήνα. Είναι τό πρώτο κύμα της βαρβαρότητας πού ήρθε άπό τήν Ασία κι έσπασε στον μοιραίο κυματοθραύστη της κάθε βίας, τήν Αθήνα.Μολονότι ή λέξη ' Αμαζών μπορεί νά εξηγηθεί στήν προβαβελική γλώσσα κάπως σάν«μή εντόπια γυναίκα», μολονότι οί αρχαίοι τή λέξη αυτή τήν εξηγούσαν«μονοβύζα», εντούτοις τό πιθανότερο εϊναι ότι ήταν μιά σκυθική επιδρομή άπό Τατάρους ή Μογγόλους μέ κοτσίδες, πού έφτασαν μέ τ' άλογα τους κι έπεσαν ώς πέφτει ή ακρίδα στά σπαρτά. Πίσω άπό τήν Μπύρα τοΰ Φίξ υψώνεται ένας λόφος.Είναι τό παλιό Άμαζόνειο. Ή παράδοση μας λέει ότι έκεΐ συσσώρευσαν οί αθηναίοι νικητές τά πτώματα τών νι­κημένων Αμαζόνων καί τό σωρό πού σήκωσαν, σαρκαστικά τόν είπαν «της Γραός Σωρό». Καί τόση εντύπωση έκανε στίς γενεές πού διαδέχτηκαν ή μιά τήν άλλη ώστε, σιγά σιγά, όλες τίς «τούμπες» καί τίς «μαγούλες» τών πανάρχαιων πολισμά-των οί "Ελληνες τίς θεωρούσαν τάφους Αμαζόνων καί τίς έλεγαν «Άμαζόνεια».
Πανίσχυρος λοιπόν ό Θησέας, πάνω στόν Ιερό Βράχο όπου είχε τό παλάτι του, έβαλε στό νοϋ του ένα σχέδιο μεγαλεπήβολο. Νά συγκεντρώσει σέ μιά πόλη όλη τήν Αττική. Είναι άραγε ή πρώτη εκδήλωση της αστυφιλίας πού παρουσιάζεται; Είναι μήπως τό πρόπλασμα τοΰ φασισμού; Κι ένώ εμφανίζεται σάν πρόμαχος της λαϊκής θέλησης — άφοϋ καλεί σέ συναγερμό όλο τό λαό — καί σάν ιδρυτής της πρώτης Δημοκρατίας — άφοϋ παραιτείται άπό τό βασιλικό του αξίωμα —,ουσια­στικά ενασκεί μιά καθαρά ιμπεριαλιστική πολιτική γιά νά επεκτείνει τόν ζωτικό του χώρο καί ιδίως γιά νά κρατάει σάν ενέχυρα τούς ευπατρίδες, κάτω άπό τό απόρθη­το κάστρο του. Πράγματι τούς διατάζει νά χτίσει ό καθένας τους άπό ένα σπίτι κάτω άπό τήν Ακρόπολη. Θά σβήσουν όλα τά τοπικά τους Πρυτανεία καί θά υπάρχει ένα, κοινό, στό "Αστυ της Παλλάδας. Μπορούν νά μένουν όσο θέλουν στά τσιφλίκια τους, κι έκεΐ νά κάνουν ό,τι θέλουν, σάν γενάρχες αυτεξούσιοι καί ανε­ξέλεγκτοι. Τό ξόανο όμως της Αθηνάς, πού έχει ό καθένας στό τσιφλίκι του,δέν θά τό κρατάει εκεί κοντά στόν τάφο τοΰ προγόνου του. Θά τό μεταφέρει καί θά τό στήσει στό αστικό του σπίτι, ώστε όλες αυτές οί Άθηνάδες νά προστατεύουν συλλογικά τήν πόλη, πού γΓ αυτό ονόμασε στόν πληθυντικό «Αθήναι». Γιά νά πανηγυρίσει μάλιστα τό γεγονός τής μετοικεσίας εκείνης, θέσπισε τά λεγόμενα «Συ­νοικία»πού μέ τήν πάροδο τοΰ χρόνου έγιναν τά περίφημα «Παναθήναια», εθνική εορτή τών Αθηναίων.
Είχε όμως καί τά ανθρώπινα ελαττώματα του ό ήρωας. Δέν άφηνε περίσταση πού νά μήν ανακατευτεί καί νά μή λάβει ενεργό μέρος. Για αυτό έφτασαν μάλιστα νά τόν κάνουν καί παροιμία: «Τίποτε δίχως Θησέα». ΤΗταν καί φιλογύνης,κοντά στά άλλα. Γιά παράδειγμα, στήν εκστρατεία του εναντίον τής Πελοποννήσου,κυνηγώντας τόν Μαραθώνιο Ταύρο, τρελάθηκε βλέποντας τήν ωραία Ελένη, παι­δούλα ακόμη, νά χορεύει γύρω άπό τόν βωμό τής Βορθίας "Αρτεμης. Τήν έκλεψε λοιπόν, πιθανόν σάν αιχμάλωτο πολέμου, καί τήν έκρυψε στήν "Αφιδνα, κάπου κοντά στά σημερινά Κιοΰρκα, όπου τή φύλαγε ή γριά μητέρα του, ή Αϊθρα. Στήν Κρήτη πάλι, όταν πήγε νά σκοτώσει τόν Μινώταυρο, τύλιξε στά βρόχια του τή ρομαντική Αριάδνη, κι αυτή τόσο τόν αγάπησε ώστε, προδίδοντας τόν πατέρα της Μίνωα, τοΰ έδωσε τόν περίφημο «μίτο», ένα κουβάρι δηλαδή άπό γερή κλωστή, καί τόν ευκόλυνε νά βγει από τά βάθη τοΰ Λαβύρινθου.
Στό πλήθος των εκστρατειών πού έκανε δεν μπορούμε νά τόν παρακολουθή­σουμε.Θά αναφέρουμε μόνον ότι οί ερευνητές στηρίζουν τή θεωρία τους γιά τόν Θησέα, ώς ηλιακή θεότητα, στόν πόλεμο πού βοήθησε τούς Λαπίθες τοΰ φίλου του Πειρίθου νά εξοντώσουν τούς Κενταύρους, πού τούς ταυτίζουν μέ τούς χείμαρρους.Τό χείμαρρο δμως δέν τόν ξεραίνει ό ήλιος. Γίνεται ξεροπόταμο άπό τήν'ίδια τήν Ελλειψη τοΰ νερού χωρίς νά λάβει μέρος ό πύρινος δίσκος. Θά αναφέρουμε επίσης καί μιάν άλλη παράξενη εκστρατεία τοΰ Θησέα στην "Ηπειρο δπου, μαζί μέ τόν Πειρίθου, πήγε νά κλέψει τή γυναίκα τοΰ Άιδωνέα Περσεφόνη. Στό συμβολισμό βλέπουμε τό πάθημα τών δύο ηρώων πού αρρώστησαν, προφανώς άπό ελο­νοσία, στους βάλτους τοΰ Καλαμά. "Οταν κατέβηκαν στόν "Αδη, ό Πειρίθους βρήκε τό θάνατο. Τόν Θησέα δμως τόν έσωσε ή παρέμβαση τοΰ φίλου του Ήρακλη πού τόν ξανάφερε στή ζωή. Τί τόν
ωφέλησε όμως; Οί Αθηναίοι,καταγανακτι-σμένοι γιά τά διάφορα μακρινά ταξίδια τοΰ πρώτου προέδρου τής υποτυπώδους ίθηναϊκής πολιτείας, αποφάσισαν νά τόν ανατρέψουν. "Εγινε άραγε ή πρώτη μεγάλη επανάσταση άπό τούς ευπατρίδες πού έφεραν βαρέως τήν ηθική τους υποτέλεια στόν κάτοχο τοΰ Ίεροΰ Βράχου; Μήπως τούς υποκίνησε ό Μενεσθέας τοΰ Πετεώ, άπό τή γενιά τών αίγυπτιωτών προσφύγων, πολύτροπος δημαγωγός
ά καί αληθινό παλικάρι; Έν πάση περιπτώσει, αυτός διαδέχτηκε τόν Θησέα στήν εξουσία καί επανέφερε μάλιστα τή βασιλεία, άν καί στην ουσία ποτέ δέν είχε καταλυθεί. Δέν ξέρουμε άν ό Θησέας σκέφτηκε νά άμυνθεϊ, ή άν άποτραβήχτηκε "οεμα, γιά νά μήν αιματοκυλίσει τόν τόπο.
Φυσικό ήταν νά φύγει μέ μεγάλη πίκρα άπό τήν ' Αθήνα.Στό διάσελο μάλιστα τοΰ Γαργηττού, στόν σημερινό Σταυρό τής Αγίας Παρασκευής,βαρύθυμος γύρισε τό κεφάλι,τήν είδε γιά τελευταία φορά, καί, ίσως, τήν καταράστηκε. Δέν εϊναι απίθανο δτι στήν κατάρα τοΰ Θησέα μπορεί νά οφείλεται ή αιώνια γκρίνια πού βασιλεύει στό άστυ τής Παλλάδας. Τό βαρυγκόμι του εκείνο ϊσως νά ήταν ή αιτία πού, πολλές φορές, οί Αθηναίοι πετροβόλησαν αυτούς πού είχαν κάποτε λατρέψει.
πάθει δμως ή Αθήνα δέν ήταν δυνατόν. Γιατί ή Πυθία,δταν τή ρώτησε ό Θησέας ποιά τάχα τύχη περιμένει τήν πόλη, τοΰ αποκρίθηκε ορθά κοφτά: «Είναι ένα άσκί, μά νά βουλιάξει δέν μπορεί».