ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ..ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΙΔΙΟΡΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ...

 


Γράφει ο ΣΤΑΘΗΣ    [ τό αρθρο γράφτηκε το 2018 αλλα ειναι διαχρονικο]

Τα τελευταία χρόνια η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάζεται με κάποιες δυσκολίες. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: από τη μία ο κομφορμισμός στο τελετουργικό της εορτής, σχολικό ή άλλο, καθώς επίσης και η ταρίχευση της προσέγγισης στο νόημα της επανάστασης,
κι από την άλλη η πολλαπλή αμφισβήτηση της ταυτότητας και της καταγωγής του 1821.
Κι έτσι, ο μεν σχολαστικός λόγος για την εθνεγερσία αποχυμώνει την ουσία της, ο δε υπερασπιστικός λόγος -όπως τώρα και ο δικός μου- χάνει συχνά την πανηγυρική αύρα των γεγονότων, αυτήν που εννοούσε ο ποιητής όταν μας καλούσε να «μεθύσουμε με το αθάνατο κρασί του ’21».
Σήμερα που η Ελλάδα χειμάζεται, η μέθη αυτή θα μπορούσε να είναι εθνεγερτική, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει εκ προοιμίου -εδώ και πολλά χρόνια- κατασυκοφαντηθεί.
Πίσω από την πολιτική υποταγή της Ελλάδας βρίσκεται η πολιτισμική αποδόμηση. Προϋπόθεση για την αιχμαλωσία του λαού είναι η αποκοπή του από τη λαϊκή παράδοση, την κληρονομιά και τη μνήμη του, ο απορφανισμός του από τους ήρωες και τους αγίους του, τα φυλαχτά του, το σθένος και την έμπνευσή του.
Ο «εκσυγχρονισμός» στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, ήταν η επανακατασκευή του ανθρώπου-ραγιά.

Και το κύριο καθήκον των «εκσυγχρονιστών», στο πλαίσιο της ομογενοποιημένης σκέψης που στηρίζει την παγκοσμιοποίηση, ήταν και είναι να τρομοκρατήσουν ιδεολογικώς την κοινωνία διαλύοντας την πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα, το αίσθημα του συνανήκειν, το εθνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η ταξική πάλη, ώστε οι εργαζόμενοι να βρεθούν εν κενώ, οι κατακτήσεις τους να εξαερωθούν και οι όποιες διεκδικήσεις τους για το μέλλον να φαίνονται αδιανόητες.
Οι «εκσυγχρονιστές», δεξιοί και αριστεροί, οι ενσωματωμένοι σοσιαλδημοκράτες, οι νεοφιλελεύθεροι, υπήκοοι, σμπίροι, κουίσλιγκ και τοποτηρητές των αφεντικών τους, είναι οι νέοι γενίτσαροι που καθηλώνουν τον λαό στη θέση του ραγιά. Ο λαός -οι εργαζόμενοι- έπρεπε να πεισθεί για τη θέση του στον νέο (σε συνθήκες προτεκτοράτου) τρόπο παραγωγής, να αισθάνεται ένοχος, να αισθάνεται φταίχτης για τη φτώχεια του. Και προς τούτο αναδύθηκαν οι παραλογισμοί του στυλ «μαζί τα φάγαμε» και οι ανηθικότητες του στυλ «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Φθάσαμε στο γκροτέσκ ο λαός να κατηγορείται για λαϊκισμό.
Ο λαός δεν μπορεί να είναι λαϊκιστής, δεν μπορεί να είναι δημαγωγός του εαυτού του. Ομως η επιστράτευση της βλακείας και της αμορφωσιάς από την άρχουσα τάξη παραλύει κάθε αντίσταση της σκέψης, όταν παίρνει τη μορφή ολοκληρωτικής προπαγάνδας που περνάει μέσα από τα ΜΜΕ, τα ΑΕΙ και τα περισσότερα από τα πολιτικά κόμματα.Η βλακεία είναι ανίκητη. Και ο λόγος της βλακείας, όπως άλλωστε και το ψέμα, όσο πιο τερατώδης είναι, τόσο πιο πιστευτός γίνεται - όπως έλεγε για την κατασκευή της πραγματικότητας ο Χίτλερ στον Γκαίμπελς.
Η γέννηση της τερατολογίας και η διασπορά της σε μαζική κλίμακα, όπως οι εθνικοσοσιαλιστές πρώτοι κατόρθωσαν, ταλανίζει και την εποχή μας. Γιατί;Διότι η άρχουσα τάξη είναι αφιλοσόφητη. Ηλίθια. Εκτός από την αρπαγή του πλούτου, βλέπει μόνον την αρπαγή του πλούτου. Αυτή η τόσον ισχυρή βλακεία για να διαιωνίζει τον εαυτόν της, πρέπει να αποβλακώνει τον λαό. Το φαινόμενο αυτό στην εποχή μας έχει πάρει οργουελικές διαστάσεις και ενισχυμένο από την υπερτεχνολογία τείνει σε καφκικό εφιάλτη.Το ισχυρότερο εργαλείο για όλα αυτά είναι η χρήση της γλώσσας με τρόπο που να τσακίζει μυαλά, ψυχές, χαρακτήρες, συλλογικότητες, πρόσωπα και βεβαίως την ιστορία. Τη μνήμη. Την αλήθεια - το αντίδοτο της λήθης. Ο εν λήθη άνθρωπος περιπίπτει σε πολιτικό λήθαργο, γίνεται ανδράποδο, αναλώσιμος, απασχολήσιμος, υποαπασχολούμενος, χαμηλόμισθος, έμφοβος, ραγιάς.Προς τούτο τη γλώσσα στον δημόσιο λόγο κατακλύζουν παρενδύσεις των εννοιών και ευφημισμοί. Η σκλαβιά, λόγου χάριν, ονομάζεται ελεύθερη αγορά, η αλήθεια άνευ της αποδείξεώς της, αλήθεια του άλλου, η αποκολοκύνθωση αυτοπροσδιορισμός και πάει λέγοντας. Η συσσώρευση όμως αυτής της χρήσιμης βλακείας σε επίπεδο υψηλής τηλεθέασης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την τυραννίδα των τερατολογιών που αποδομούν τις κοινωνικές αντιστάσεις. Η μετατροπή του πολίτη σε α-πόλιδα, σε απάτριδα, σε νομάδα ή κολίγο, είναι ύψιστη προτεραιότητα των αστικών τάξεων που δεν έχουν πατρίδα και νέμονται τον πλούτο των εθνών. Ετσι ο πατριωτισμός δεξιών και αριστερών συκοφαντείται ως εθνικισμός, ενώ ο διεθνισμός των εργατικών τάξεων γίνεται η χλεύη της γκλαμουριάς του κοσμοπολιτισμού των νεόπλουτων.
Ιδιαιτέρως για την Αριστερά, η αποκοπή της από την πατριωτική της διάσταση -εκείνη που την οδήγησε στο έπος του ΕΑΜ ή στην αντοχή της στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, όπως οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ ονόμασαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αναλόγως έδρασαν- η αποκοπή λοιπόν της Αριστεράς από τη γη της και η μετατροπή της σε έναν ηττημένο, μετέωρον Ανταίο, ήταν υψίστης σημασίας καθήκον, απ’ αυτά όμως που μόνον εξωμότες μπορούν να φέρουν εις πέρας, δηλαδή αριστεροί που ενσωματώνονται στο Πραιτώριο.
Ετσι για τον κ. Μπαλτά και όχι μόνον, η Επανάσταση του 1821 «γέννησε το ελληνικό έθνος»!! Τώρα, ποιος έκανε την επανάσταση αν όχι το ελληνικό έθνος, είναι ένα ερώτημα που θα θέσουν οι Πετσενέγκοι στα πρώτα UFOπου θα μας κάνουν τη χάρη να εμφανισθούν στον πλανήτη.
Τέτοιες τερατολογίες όπως αυτή του Μπαλτά, όπως η θεωρία της ασυνέχειας του ελληνικού έθνους, τοποθετούν στη θέση της λογικής και της επιστήμης τη βλακεία και συνεπώς τείνουν να γίνουν απροσμάχητες.
Το έθνος είναι ένας (αρχαιότατος) πολιτικός ορισμός, με διαφορετικούς προσδιορισμούς στη διαχρονία του. Οι διαφορετικοί προσδιορισμοί δεν καθιστούν τα έθνη ασυνεχή, Κινέζους, Εβραίους, Ελληνες, αλλά ορίζουν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τα έθνη αυτά διαδοχικώς λειτουργούν. Είτε τα έθνη αυτά είναι αρχαιότερα είτε νεότερα. Διότι, βεβαίως, ο χρόνος του αρχικού σχηματισμού των εθνών ποικίλλει, όπως ποικίλλουν και οι τρόποι της εξέλιξής τους. Ενα νεότερο
έθνος, όπως οι Γάλλοι φέρ’ ειπείν, έχει ζήσει υπό πολλούς διαφορετικούς πολιτικούς προσδιορισμούς - σε πολυεθνικό, σε μοναρχικό, σε δημοκρατικό περιβάλλον. Το ίδιο και ένα αρχαίο έθνος όπως των Κινέζων, των Εβραίων και άλλων. Είναι ένας
εκχυδαϊσμός του μαρξισμού η νεωτερικότητα που ταυτίζει τα έθνη με τον τρόπο παραγωγής και μάλιστα τον καπιταλισμό. Τα εθνικά κράτη είχαν εθνικό προηγούμενο. Τη Γαλλική Επανάσταση την έκαναν Γάλλοι, τις Αγγλικές Επαναστάσεις τις έκαναν Αγγλοι, την Ελληνική Επανάσταση την έκαναν Ελληνες (που ήξεραν ότι είναι Ελληνες, πριν να τους «ανακαλύψει» και να τους το αποκαλύψει τάχα ο Διαφωτισμός), τη Ρωσική Επανάσταση έκαναν Ρώσοι και την Ιταλική Ενοποίηση έκαναν Ιταλοί.
Η μόνη επανάσταση που δεν έγινε από προϋπάρχον έθνος, αλλά γέννησε ένα νέο έθνος η ίδια, ήταν η Αμερικανική Επανάσταση, καθώς και οι επαναστάσεις στη Λατινική Αμερική - όλες στον Νέο Κόσμο.
Τέλος, η κολοσσιαία μπαρούφα των εθνομηδενιστών ότι το «νέο» ελληνικό έθνος είναι επινόηση και δημιούργημα του Διαφωτισμού δεν απαντά στις διαρκείς εξεγέρσεις των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία. Δεν απαντά ούτε στην αδιάσπαστη ελληνική γραμματολογία, δημώδη και λόγια, καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας-Ενετοκρατίας. Και βεβαίως δεν εξηγεί τη δημιουργική παρουσία των Ελλήνων παντού, σε Ρωσία, Ιταλία, Αυστρία, Γερμανία, Ανατολία, Μέση Ανατολή - ένας ύστερος ελληνικός οικουμενισμός, στα χνάρια του προγενέστερου ελληνιστικού εις ό,τι αφορά την Ανατολή - μια νέα διασπορά, εις ό,τι αφορά τη Δύση.
Η θεωρία της ασυνέχειας του ελληνισμού, του ελληνικού έθνους δεν εξηγεί γιατί όλοι οι άλλοι μας αποκαλούσαν και μας αποκαλούν Ελληνες - ο καθένας στη γλώσσα του εδώ και 2.500 χρόνια.
Ελληνες αποκαλούσαν οι Δυτικοί τους Βυζαντινούς ήδη από τον 6ο-7ο μ.Χ. αιώνες, το ίδιο και οι Κινέζοι, οι Αραβες - οι πάντες, πλην Φίλη-Μπαλτά-Ρεπούση και, φοβάμαι, Καρανίκα.
Ομως, ας ξεφύγουμε από τον υπερασπιστικό λόγο στον οποίον η βλακεία και η πολιτική (νεοταξίτικη) σκοπιμότητα εξαναγκάζει το αυτονόητο και ας πάμε στο συναρπαστικό ερώτημα: γιατί οι Ελληνες επαναστατούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας; Γιατί για τους Ελληνες δεν χρειάσθηκε η «εθνική αφύπνιση» του 19ου αιώνα, που οδήγησε άλλους λαούς σε επαναστάσεις, σχετικές με τις σφαίρες επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά αντιθέτως τους οδήγησε στην αποκοτιά του 1821; «Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούςΕάν δεν ήμασταν τρελοί, δεν θα εκάμαμεν την Επανάστασι», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Η απάντηση στο γιατί αυτή η αποκοτιά, γιατί αυτή η τρέλα, βρίσκεται στον αντιστασιακό χαρακτήρα αυτού του λαού. Κάτω από την ώσμωση των λαϊκών παραδόσεων με τον Διαφωτισμό, κάτω απ’ τον βυζαντινό απόηχο και τη μεταβυζαντινή ταυτότητα, πίσω από τις διαφορές του χωρικού απ’ τον λόγιο, του Κλέφτη απ’ τον Φαναριώτη, του εμπόρου απ’ τον πειρατή, του Ρωμιού των παροικιών από τον Ρωμιό της κυρίως Ελλάδας, βρισκόταν ως κοινός παρονομαστής η γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη και τα αντιστασιακό φρόνημα - η σύγχρονη για εκείνη την εποχή σύνθεση του ομόγλωσσου και των κοινών εθίμων με τον έρωτα για την ελευθερία. Ερωτα ενσυνείδητου και ασίγαστου, όπως όλη η Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας μαρτυρά.

Οι τάξεις χώριζαν τους Ελληνες. Υπήρχε, φέρ’ ειπείν, η Εκκλησία των κοτζαμπάσηδων που επρόσκειτο στους αγάδες, υπήρχε και ο λαϊκός κλήρος που συντρόφευε τον λαό. Το ίδιο το Πατριαρχείο: από τη μία προσκύναγε τον Τύραννο (ως εκπρόσωπος των Ρωμιών κι εν τω άμα εντολοδόχος και τοποτηρητής της Πύλης) και από την άλλη αντιστεκόταν. Υπήρξαν Πατριάρχες που προσκύνησαν, υπήρξαν και Πατριάρχες που κρεμάστηκαν.
Υπήρξαν και οι παπάδες που μάθαιναν στα παιδιά πέντε κολλυβογράμματα στα κρυφά, όταν κι όπου ο Οθωμανός ήταν άγριος, υπήρξαν και οι Μητροπολίτες που άνοιγαν, ας πούμε. παρθεναγωγεία στην Καππαδοκία, εν μέσω του θεοσκότεινου 17ου αιώνα!! Εξαγοράζοντας τον τοπικό πασά. Πολύ πριν να υπάρξει ο Διαφωτισμός (πόσω μάλλον να φθάσει στην Ανατολή). Οι πιο πολλοί όμως στο τέλος έχαναν το κεφάλι τους. Και μόνον αν ήταν σκυμμένο έμενε στους ώμους τους - κι αυτό όχι πάντα. Αυτός ήταν ο «πολυπολιτισμός» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ομως, τι ήταν αυτό που έκανε την ειδοποιό διαφορά και οδήγησε το Γένος στις συνεχείς εξεγέρσεις, στους νεομάρτυρες, στον Πατροκοσμά, στον Κατσαντώνη, στον Ρήγα, στη Φιλική Εταιρεία κι όχι στην ειρηνική συνύπαρξη ή ακόμα και στην αφομοίωση απ’ τον κατακτητή; Και αν όλος αυτός ο τρόπος σχετίζεται με την αντιστασιακή ιδιοπροσωπία -ιδιοσυγκρασία, αν θέλετε- των Ελλήνων, πότε και πώς αυτή διαμορφώθηκεΠώς λοιπόν γεννήθηκε και πότε αυτή η αντιστασιακή ιδιοπροσωπία; Η πρώτη άλωση της Πόλης προκάλεσε έναν ιστορικό κλονισμό στο στερεότυπο της θεϊκής τάξης στον κόσμο - μέσω της βασιλείας των Ρωμαίων. Για τον βυζαντινό άνθρωπο ο κόσμος άλλαξε δραματικά εν μία νυκτί. Οι γεωπολιτικές αλλαγές δεν ήταν πια «επεισόδια» τα οποία μπορούσε να (δια)χειρίζεται η Πόλη, όπως έκανε ανά τους αιώνες (σ.σ.: μια κλίμακα πολύ διαφορετική από τις δεκαετίες).
Το κολοσσιαίο γεγονός της Αλωσης, η αντίθεση με τους Λατίνους (αυτούς τους «αγροίκους Ρωμαίους της Δύσης») οδήγησε τη βυζαντινή ελίτ στην αναζήτηση διακριτικής ταυτότητας - στην αναζήτηση της ρίζας του λαού. Η ανάκτηση της Πόλης επέτεινε αυτήν τη διαδικασία - ο διμέτωπος αγώνας με τους Λατίνους και τους Σελτζούκους (στη συνέχεια Οθωμανούς) διαμόρφωσε τους νέους προσδιορισμούς για το Γένος, μέσα απ’ αυτό που η Δύση σήμερα ονομάζει «Πρώιμη Βυζαντινή Αναγέννηση» (13ος-15ος αιώνες). Και που η έναρξή της ιχνηλατείται ήδη από την εποχή των Κομνηνών (πάνω στο υπόβαθρο που δημιούργησε η χειμαρρώδης επιστροφή των ελληνικών γραμμάτων κατά την εποχή των Μακεδόνων).
Γιατί όμως οι Ελληνες, οι Γραικοί, οι Ρωμιοί (οι Βυζαντινοί, όπως τους ονομάζουμε σήμερα) δεν αποδέχθηκαν τα αποτελέσματα του 1204; Γιατί δεν προσαρμόσθηκαν στο νέο πολιτικό-οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον, όπως πολλοί άλλοι λαοί έκαναν τις ρευστές εκείνες εποχές; Γιατί δεν έκαναν το ίδιο το 1453; Διότι
οι Ελληνες αποστρέφονταν την τυραννία και αποζητούσαν την κατά το δυνατόν δίκαιη διακυβέρνηση, διακατέχονταν από ένα έντονο κοινό περί δικαίου αίσθημα, όπως και σήμερα (δείτε την ελληνική λογοτεχνία, δημοτική και λόγια, κατά τους Μέσους χρόνους).
Πώς συνέβη αυτό; Είχε να κάνει με τον αρχαίο τρόπο ζωής, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία και την ηθική; Μόνον εμμέσως, και μόνον στον βαθμό που κάποια τέτοια στοιχεία είχαν ενσωματωθεί στην (αρχική) διαμόρφωση της Ορθοδοξίας (4ος-6ος αιώνες). Αυτό που κυρίως καθόρισε τον χαρακτήρα των βυζαντινών, λαού και αρχόντων, ήταν το ίδιο τους το πολίτευμα, για χίλια χρόνια.
Οπως η σύγχρονη βυζαντινολογία παρατηρεί και αποδεικνύει, μέσα στο ίδιο το βυζαντινό πολίτευμα, τη «Βασιλείου Τάξη», όπως οι ίδιοι το αποκαλούσαν, ενδημούσε η έννοια της επανάστασης. Πότε; Οταν η διακυβέρνηση δεν ήταν δίκαιη.
Σήμερα κάτι τέτοιο, η αντίδραση εναντίον της αδικίας, μας φαίνεται αυτονόητο. Στον Μεσαίωνα όμως δεν ήταν. Για τους λαούς της Δύσης, η ελέω Θεού μοναρχία ήταν αδιαμφισβήτητη, ανεξαρτήτως αν ο μονάρχης ήταν δίκαιος ή άδικος, τρελός ή εξωγήινος. Στο Βυζάντιο δεν ήταν έτσι. Δεν υπήρχε Ελέω Θεού μοναρχία. Υπήρχε βασιλεία με τη χάρη του Θεού, υπέρ του λαού. Τούτο σήμαινε ότι ο μονάρχης (ως εκπρόσωπος του Θεού) όφειλε να είναι δίκαιος, αλλιώς θα ήταν τύραννος, και ο λαός είχε το δικαίωμα να τον ανατρέψει.
Μας φαίνεται παράξενο σήμερα, αλλά δεν είναι. Οι έννοιες του δικαίου, της τυραννίας, της φιλολαϊκής διοίκησης, της εκπαίδευσης, της χρηστής συμπεριφοράς διατρέχουν τη βυζαντινή γραμματεία. Το ίδιο όπως η προστασία των μικρών γεωργών, ο έλεγχος των Δυνατών, η πρόνοια για τους φτωχότερους, η αυταξία του εμπορίου και η απολογητική της εξουσίας διατρέχουν τη βυζαντινή διοίκηση.
Για να καταλάβουμε το πολίτευμα και συνεπώς τον τρόπο ζωής στη Ρωμανία, μας λέει ο Μπεκ, πρέπει να εννοήσουμε την καταγωγή τους. Η καταγωγή αυτού του πολιτεύματος έρχεται από τον νομικό πολιτισμό της Ρώμης, σε συνδυασμό με τον «θεϊκό άνδρα» της ελληνιστικής παράδοσης. Εκείνον τον άνδρα (και συχνά γυναίκα) που η φιλοσοφία και η ηθική υποχρέωναν να κυβερνά με χρηστό τρόπο, στο πλαίσιο ενός διαρκούς συμβιβασμού των πλουσίων, του λαού και του στρατού. Οταν αυτός ο συμβιβασμός έχανε την ισορροπία του, οι βυζαντινοί μιλούσαν για τυραννία και η επανάσταση γινόταν αναμενόμενη και νόμιμη.
Η διακυβέρνηση γινόταν στο όνομα του θεού υπέρ του λαού. Ο θεός δεν μπορούσε παρά να προστατεύει τον λαό και συνεπώς ο εκπρόσωπός του, ο «θεϊκός άνδρας», έπρεπε να κάνει το ίδιο. Αλλιώς η ανατροπή του ήταν επιβεβλημένη. Μας φαίνεται παράξενο, αλλά το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ρητορικής των Βυζαντινών περιστρέφεται γύρω απ’ αυτόν τον κανόνα. Εναν κανόνα με πολλές εξαιρέσεις, αλλά κανόνα. Και δεν περιστρέφεται μόνον η ρητορική, αλλά και η διοίκηση - βρίθει η βυζαντινή ιστορία γεγονότων που σχετίζονται με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης και ζωής. Και στα παλάτια και στις αγορές, η σχέση με την εξουσία ήταν κριτική και συνεπώς η διαμόρφωση του αντιστασιακού χαρακτήρα κάθε άλλο παρά παράδοξη. Ο ίδιος
ο Χριστός είναι ένας Θεός του δίκιου. Αυτό ήταν, κυρίως, που τον έκανε αποδεκτόν στον ελληνικό κόσμο. Ο θεός της αγάπης στέφει το δίκιο και συνεπώς προστατεύει τον λαό - γίνεται ένας «δικός του άνθρωπος».
Αν ο αρχαίος πολίτης είναι εραστής της ελευθερίας και των νόμων, ο βυζαντινός υπήκοος είναι φίλος της τάξης και του δίκιου.
Η αντίσταση των Ελλήνων στην παπική τιάρα και το τουρκικό φακιόλι, εξουσίες τυραννικές, έλκει την καταγωγή της από την αμφισβήτηση και την αντίσταση στις δικές τους εξουσίες, όταν τις θεωρούσαν άδικες.
Μπορεί συχνά η επανάσταση σε εκείνους τους καιρούς να απηχούσε δυναστικές έριδες ή αριστοκρατικές δολοπλοκίες, αλλά και μόνον το ενδεχόμενό της διαπαιδαγωγούσε διαρκώς την κριτική διάθεση του λαού για τα τεκταινόμενα. Ετσι οι Ελληνες δεν αποδέχθηκαν ποτέ την καθαίρεση της Ορθοδοξίας από την Καθολική αίρεση - διότι οι Φράγκοι ήταν τυραννικοί. Ούτε επίσης αποδέχθηκαν ποτέ τη διοίκηση των αλλόπιστων μουσουλμάνων, διότι ήταν άδικη και μάλιστα α-νομη. Για αυτό και συγκρούσθηκαν με όσους από τους δικούς τους άρχοντες φράγκευαν ή τούρκευαν. Ολοι;
Ποτέ και σε τίποτα δεν υπάρχει αυτό το «όλοι». Ενίοτε μάλιστα αυτοί που κάνουν τη διαφορά είναι μειοψηφίες. Ετσι, μέσα στο πέλαγος των ραγιάδων (αλλά και στην κάστα των συνεργατών), τη διαφορά την έκαναν οι νεομάρτυρες, οι κλέφτες και όλοι εκείνοι που στη δυστοπία αναζητούσαν την ουτοπία. Την ουτοπία που εν τέλει πιάνει τόπο, όπως έπιασε τόπο η Επανάσταση του 1821.
Μια ακόμα προδομένη επανάσταση, όπως η Γαλλική ή η Ρωσική, όπως όλες σχεδόν οι επαναστάσεις που δημιουργούν μια νέα εποχή και πάνε τον άνθρωπο ένα βήμα μπρος. Αλλωστε οι επαναστάσεις είναι πάντα ημιτελείς. Και η προσπάθεια για την εξάλειψη των δεινών που επιφέρει η προδοσία μιας επανάστασης, είναι ο δρόμος για την επόμενη.
Για εμάς τους Ελληνες η διαδρομή από το 1821 ως το 1843, κι από κει ως το 1910 και ως το ΕΑΜ της κατοχής, είναι η απόδειξη αυτής της διαδικασίας. Μιας επανάστασης που επιμένει να συντελεσθεί...enikos.gr

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

1821: Όταν η Πόλη πνιγόταν στο αίμα για 4 μήνες[ως αντιποινα για την αρχή της επανάστασης]!!

 




Σωκράτης Πουλής

1η Μαρτίου 1821. Στην Κωνσταντινούπολη γίνονται γνωστά τα νέα για το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και τα γεγονότα στο Ιάσιο. Η Πύλη ήξερε μεν από τις αρχές Γενάρη ότι σχεδιάζεται επανάσταση, γιατί είχαν πέσει στα χέρια της κάτι γράμματα του Υψηλάντη που τα είχαν πάνω τους δύο Φιλικοί, αλλά τότε δεν αντέδρασε δυναμικά όπως έκανε συνήθως. Εκείνο που τη φόβισε πολύ, ωστόσο, ήταν η ανακάλυψη του σχεδίου των Φιλικών για καταστροφή της Κωνσταντινούπολης. Για τον λόγο αυτό διάταξε να φύγουν από την Πόλη όλοι οι Έλληνες που δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοι, ενώ έγιναν έρευνες σε σπίτια για να βρεθεί αν κρύβονταν όπλα ή πολεμοφόδια, όπως υποπτεύονταν οι αρχές. Παρακολουθούνταν διάφορα μέρη της Πόλης, για τα οποία ακούγονταν ψίθυροι ότι είχαν σκαφτεί υπόνομοι και μέσα υπήρχαν κρυμμένοι Έλληνες με όπλα που θα τα χρησιμοποιούσαν όταν τους δινόταν σήμα. Τέτοιος φόβος κατέλαβε την Υψηλή Πύλη και από αυτόν προέκυψε και η παραφροσύνη της.

Το πρωί της 1ης Μαρτίου ο Ρώσος πρέσβης, αφού ενημερώθηκε από έναν έκτακτο ταχυδρόμο για τα γεγονότα της 22ας Φεβρουαρίου, ότι δηλαδή ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο και κήρυξε Επανάσταση, κοινοποίησε στην Πύλη τα συμβάντα. Την άλλη μέρα έφυγαν κρυφά από την Πόλη εσπευσμένα μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για την Οδησσό οι επίτροποι του ηγεμόνα της Μολδαβίας, ο Νικόλαος Σούτσος με τον αδελφό του και τον Ιωάννη Σχινά.

Τμήμα του κειμένου της προκήρυξης του Αλ. Υψηλάντη

Στις 3 του Μάρτη διαβιβάστηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο η Πύλη εκδήλωνε τη… λύπη της γι’ αυτό το «κίνημα των παρανοϊκών» στη Μολδαβία και ζητούσε από τη Μεγάλη Εκκλησία να προτρέψει το ποίμνιό της να μην το υποστηρίξει, γιατί αλλιώς οι χριστιανοί θα έπεφταν θύματα της αδυσώπητης αγανάκτησης των Οθωμανών. Το Πατριαρχείο τότε έστειλε γράμματα γνωστοποιώντας τον αφορισμό του Υψηλάντη και του Μιχαήλ Σούτσου (του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας) και συμβούλευε τους χριστιανούς να παραμείνουν πιστοί στον σουλτάνο. Τα γράμματα αυτά όμως δεν έφεραν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

Ο αφορισμός που εξέδωσε ο Γρηγόριος μετά από σχετική απαίτηση της Πύλης

Κάποιοι στην Κωνσταντινούπολη βλέποντας τις κινήσεις αυτές της Πύλης αντιλαμβάνονταν τι επρόκειτο να συμβεί και ένιωθαν ότι η μόνη σωτηρία τους θα ήταν η φυγή. Στις 5 του Μάρτη έφυγε από την Πόλη ο Αλέξανδρος Χαντζερής με όλη την οικογένειά του για την Οδησσό και την άλλη μέρα το ίδιο έκανε και ο Γεώργιος Καρατζάς, ο γιος του πρώην ηγεμόνα, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και άλλοι.

Στις 8 του Μάρτη διαβάστηκε σε όλα τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης μυστικό φιρμάνι με το οποίο καλούνταν όλοι οι πιστοί μουσουλμάνοι να είναι σε εγρήγορση για την αντιμετώπιση των εσωτερικών εχθρών του κράτους. Όσοι δεν είχαν όπλα έπρεπε τώρα να αγοράσουν πουλώντας, αν ήταν ανάγκη, ακόμα και τα σκεπάσματά τους, γιατί ο κίνδυνος ήταν πολύ μεγάλος και τους αφορούσε όλους.

Τζαμί στην Κωνσταντινούπολη

Στις 9 του Μάρτη διατάχθηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος με φιρμάνι να στείλει στην Πύλη κάποιους έγκριτους αρχιερείς, χωρίς να αιτιολογείται ο λόγος που το ζητούσε αυτό ο σουλτάνος. Στάλθηκαν τότε ο Εφέσου Διονύσιος, Ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Τους έκλεισαν σε ένα σπίτι και έβαλαν φρουρά, και απαγόρευσαν στους ιεράρχες να επικοινωνούν με οποιονδήποτε άλλο πλην των διακόνων που είχαν για υπηρέτες.

Συγχρόνως η Πύλη μετέφερε στη βασιλεύουσα πλήθος Ασιανών στρατιωτών και στις 14 του Μάρτη διέταξε να εξοπλιστούν όλοι οι Οθωμανοί της Κωνσταντινούπολης. Αφού λοιπόν κατασκευάστηκαν πρώτα διάφοροι χώροι φυλάκισης παντού, άρχισε μετά να εκφράζεται η αιμοδιψής μανία εναντίον όλων των σημαντικών Ελλήνων, χωρίς να εξετάζεται αν υπήρχαν στοιχεία ενοχής τους. Έμπαιναν στα σπίτια των Ελλήνων και στους γυναικωνίτες, συλλάμβαναν όποιους θεωρούσαν ύποπτους και τους οδηγούσαν στη φυλακή, ενώ οι αιμοχαρείς Ασιανοί με υψωμένα σπαθιά περιφέρονταν στους δρόμους και στην αγορά δείχνοντας την ανυπομονησία τους και σφάζοντας όποιον πετύχαιναν μπροστά τους από τον απλό κόσμο, χωρίς να έχουν άδεια από την κυβέρνηση αλλά και χωρίς να τους εμποδίζει και κανείς.

Σφαγές Ελλήνων στην Πόλη, 1821

Πέραν αυτού, χωρίς αποδείξεις πάλι, ούτε καν με απλές ενδείξεις αλλά μόνο με την υποψία και έχοντας λάβει επ’  αυτού και σχετική διαταγή από την εξουσία, οδηγούσαν όλους τους γνωστούς και διακεκριμένους χριστιανούς στη σφαγή και στην κρεμάλα. Άλλους τους έσφαζαν στο δρόμο, άλλους τους κρέμαγαν από τα παράθυρα των σπιτιών μπροστά στους συγγενείς τους, άλλους τους παρέδιδαν σε βασανιστήρια. Ρήμαζαν εκκλησίες, κατεδάφιζαν οικίες, δήμευαν περιουσίες, άρπαζαν κορίτσια και γυναίκες, ανέβαιναν σε πλοία που είχαν ευρωπαϊκή σημαία και, αν εντόπιζαν σε αυτά Έλληνες να έχουν βρει εκεί καταφύγιο, τους έβγαζαν έξω σέρνοντάς τους, μπροστά στα μάτια των πρέσβεων.

Το ξίφος του σουλτάνου άρχισε επίσημα να πέφτει στα κεφάλια των Ελλήνων στις 22 του Μάρτη, όταν αποκεφαλίστηκαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος, πρώην διερμηνέας του στόλου και γαμπρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέκος, γιος του Φωτεινού, αρχίατρου του ηγεμόνα της Μολδαβίας. Αυτές τις πρώτες σφαγές, επακόλουθο της σουλτανικής μανίας, τις ακολούθησαν οι σφαγές της 26ης και 27ης Μαρτίου, του Λεβίδη και του Τσαλίκη του Στεργιαννάκη Τσουρπατζόγλου, τριών καλόγερων, τριών ταχυδρόμων του ηγεμόνα της Μολδαβίας και οκτώ άλλων, λιγότερο γνωστών Ελλήνων.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης

Στις 3 Απριλίου έφτασε ταχυδρόμος από την Αθήνα με γράμματα που έλεγαν ότι επαναστάτησε όλη η Πελοπόννησος. Τρελάθηκε ακόμα περισσότερο τότε ο σουλτάνος και άρχισε να σκοτώνει με ακόμη μεγαλύτερη απάθεια. Ο Κωστάκης Μουρούζης, που ήταν μέγας διερμηνέας εκείνο τον καιρό, αποκεφαλίστηκε με τη στολή του μεγάλου διερμηνέα την ίδια μέρα που αποκεφαλίστηκε και ο Αντωνάκης Τσιράς μπροστά από το σπίτι του. Κρεμάστηκαν και άλλοι οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος από το παράθυρο του σπιτιού του. Την επόμενη μέρα ο σουλτάνος αποκεφάλισε και τον γαμπρό του Παπαρρηγόπουλου Δημήτριο Σκαναβή, τον Παναγιωτάκη Τσιγκή και τον πρώην διερμηνέα  του στόλου Μιχαλάκη Χαντζερή. Κρέμασε και τον Γεώργιο Μαυροκορδάτο από το παράθυρο του σπιτιού του κι αυτόν.

Στις 8 του Απρίλη ο σουλτάνος αποκεφάλισε τρεις ανθρώπους που θεωρήθηκε ότι σχεδίαζαν να δηλητηριάσουν το δίκτυο ύδρευσης της Κωνσταντινούπολης. Στις 9 του μήνα, που ήταν Μεγάλο Σάββατοαποκεφαλίστηκαν δύο εφημέριοι του Πατριαρχείου, γιατί, ενώ φρουρούσαν την Ευφροσύνη Μουρούζη, αυτή κατάφερε να διαφύγει. Το ίδιο απόγευμα 5.000 γενίτσαροι σκορπίστηκαν σε όλη την περιοχή του Πατριαρχείου, μέσα και έξω από το Φανάρι, χωρίς να ξέρει κανείς γιατί είχαν πάει εκεί. Οι γενίτσαροι περιφέρονταν όλη τη νύχτα στους δρόμους του Φαναρίου, μέχρι την ενορία του Αγίου Δημητρίου της Ξυλόπορτας και τον Μπαλατά χωρίς να πειράζουν κανέναν.

Γενίτσαροι

Στη μέση της νύχτας οι χριστιανοί κατευθύνθηκαν φοβισμένοι, περνώντας ανάμεσα από τους γενίτσαρους, προς την εκκλησία του πατριαρχείου, τον Άγιο Γεώργιο, όταν κλήθηκαν από τους κράχτες για τη λειτουργία. Ο πατριάρχης λειτούργησε με 12 αρχιερείς, όπως ήταν τη συνήθεια, και όταν τελείωσε η λειτουργία έφυγαν όλοι για τα σπίτια τους χωρίς να τους ενοχλήσει κανένας. Ανέβηκε τότε και ο πατριάρχης στα δωμάτια του Πατριαρχείου, ενώ είχε αρχίσει ήδη να ξημερώνει, όταν ειδοποιήθηκε όταν έφτανε στο Πατριαρχείο ο Σταυράκης Αριστάρχης, ο νέος μεγάλος διερμηνέας, που είχε διαδεχθεί τον Μουρούζη στα καθήκοντά του.

Ο Κεράτιος κόλπος και το Φανάρι

Ο Γρηγόριος διέταξε να πάνε τον Αριστάρχη στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, αλλά ο Αριστάρχης τους ενημέρωσε ότι προτιμούσε να συναντηθούν κατευθείαν στο Συνοδικό. Μετά από λίγη ώρα μπήκε στο Συνοδικό και ο Οθωμανός γραμματέας του ρεΐζ εφέντη. Όταν ήλθε και ο πατριάρχης, ο Αριστάρχης τον ενημέρωσε ότι ο Οθωμανός γραμματέας είχε φέρει ένα σουλτανικό φιρμάνι με τη διαταγή να διαβαστεί ενώπιον των αρχιερέων, των προυχόντων και των αρχηγών των συντεχνιών. Ο πατριάρχης διέταξε να προσκληθούν όλοι στο Συνοδικό και αυτό έγινε. Μπροστά σε όλους λοιπόν διαβάστηκε το φιρμάνι του σουλτάνου που έλεγε τα εξής:

«Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος φάνηκε ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλη και ραδιούργος, κηρύσσεται έκπτωτος από τη θέση του και θα διαμείνει στο Καντίκιοϊ (Χαλκηδόνα) μέχρι να εκδοθεί δεύτερη διαταγή».

Μετά την ανάγνωση του φιρμανιού ο πατριάρχης, συνοδευόμενος από τον πιστό του αρχιδιάκονο Νικηφόρο, οδηγήθηκε, αντίθετα με όσα έλεγε το φιρμάνι και προφανώς σύμφωνα με μυστική διαταγή, στη φυλακή του Μποσταντζήμπαση (τόπος βασανιστηρίου κληρικών). Βγαίνοντας ο πατριάρχης από το Συνοδικό διαβάστηκε κι άλλο φιρμάνι που έλεγε τα εξής:

«Επειδή η Υψηλή Πύλη δεν επιθυμεί να στερήσει τους πιστούς της υπηκόους από την πνευματική κηδεμονία του κοινού τους πατέρα, διατάσσει να εκλέξουν άλλο πατριάρχη, όπως συνηθίζεται πάντα».

Άρχισε λοιπόν να γίνεται συζήτηση για εκλογή νέου πατριάρχη και αποφασίστηκε να ανακληθεί στον πατριαρχικό θρόνο ο πρώην πατριάρχης Κύριλλος που διέμενε στην Αδριανούπολη. Αλλά ο Οθωμανός γραμματέας όταν το άκουσε αυτό είπε ότι δεν δεχόταν την εκλογή του Κυρίλλου που ήταν απών, διότι η Υψηλή Πύλη δεν ήθελε υπό αυτές τις περιστάσεις να μείνει κενός ο θρόνος ούτε για μία ώρα και απαιτούσε να εκλεγεί κάποιος από τους παρισταμένους, όποιον ήθελαν οι αρχιερείς. Εξελέγη τότε ο Πεισιδίας Ευγένιος, τον οποίο αμέσως ο μεγάλος διερμηνέας και ο γραμματέας έστειλαν στην Πύλη, όπως συνηθιζόταν πάντα, ενώ αυτοί παρέμειναν στο Πατριαρχείο μαζί με όλους τους άλλους αναμένοντας την επιστροφή του νέου πατριάρχη. Μετά από λίγες ώρες γύρισε ο πατριάρχης με μια πομπή λαμπρότερη από τη συνηθισμένη.

Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου στο Φανάρι

Ενώ η πομπή εξελισσόταν, έβγαλαν τον Γρηγόριο από τη φυλακή. Αντιλαμβανόμενος ότι πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, προσευχόταν αδιάλειπτα. Τον έβαλαν σε ένα μικρό πλοίο που έφτασε στις ακτές του Φαναρίου. Εκεί ο πατριάρχης, ατενίζοντας τον ουρανό, όπου θα ανέβαινε σε λίγο, έκανε τον σταυρό του, γονάτισε και έκλινε την κεφαλή του προς το μαχαίρι του δήμιου. Ο δήμιος όμως τον σήκωσε λέγοντάς του να τον ακολουθήσει, γιατί δεν ήταν εκεί ο καθορισμένος τόπος της εκτέλεσης της ποινής του. Περπατώντας έφτασαν μέχρι το Πατριαρχείο. Εκεί ο δήμιος τον κρέμασε, προσευχόμενο, στο ανώφλι της μεγάλης πύλης μετά το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα.

Την ίδια ώρα που μέσα στο Πατριαρχείο οι δύστυχοι χριστιανοί επευφημούσαν τον νέο πατριάρχη ψάλλοντας το «εις πολλά έτη δέσποτα», απέξω ήταν κρεμασμένος σαν ληστής και κακούργος ο προκάτοχός του… Το έγγραφο της καταδίκης του, ο γιαφτάς, που τον είχαν βάλει πάνω του για να τον διαβάζουν όλοι, έλεγε τα εξής:

«Χρέος των αρχηγών των διάφορων λαών που είναι υπό την εξουσία μου, είναι να παρακολουθούν νύχτα και μέρα αυτούς που είναι υπό τις εντολές τους, να παρατηρούν τη διαγωγή τους και να ανακαλύπτουν και να αναφέρουν στην κυβέρνησή μου τις αθέμιτες πράξεις τους. Οι πατριάρχες, μάλιστα, ως αρχηγοί των ραγιάδων που ζουν ασφαλείς στη σκιά της αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να είναι περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς. Με τέτοιες αρετές οφείλουν, όταν παρατηρήσουν κακές κλίσεις του λαού τους, να τις εμποδίζουν με απειλές και συμβουλές ή, αν είναι αναγκαίο, και με ποινές που είναι σύμφωνες με τα έθιμα της θρησκείας τους, και έτσι να δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους προς την Υψηλή Πύλη, μέσω της οποίας απολαμβάνουν τις χαρές και τις ελευθερίες υπό την αγαθοποιό σκιά της.
Αλλά ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, που παλιά έδωσε δείγματα της αφοσίωσής του προς την Υψηλή Πύλη, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμέτοχος των εξεγέρσεων του έθνους του, τις οποίες διάφοροι κακομαθημένοι, παρασυρμένοι από διαβολικές ελπίδες, τις ξεσήκωσαν. Και χρέος του ήταν να διδάξει στους κοινούς ανθρώπους ότι αυτή η παράτολμη πράξη θα ήταν μάταια και αποτυχημένη. Γιατί οι κακές αποφάσεις δεν είναι ποτέ δυνατόν να έχουν αίσιο τέλος εναντίον της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, που δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από 1000 και πλέον χρόνια και θα διατηρηθούν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, όπως μας διαβεβαιώνουν οι αποκαλύψεις και τα θαύματα. Εξαιτίας όμως της διαφθοράς της καρδιάς του, όχι μόνο δεν ειδοποίησε ούτε διαπαιδαγώγησε αυτούς που εξαπατήθηκαν, αλλά σύμφωνα με όλα τα φαινόμενα ήταν και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επανάστασης και είναι αδύνατον να μην εμφανιστεί τώρα και πέσει στην οργή του Θεού όλο το έθνος των Ελλήνων, παρόλο που ανάμεσά τους βρίσκονται και πολλοί αθώοι.
Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄
Όταν μάθαμε την αποστασία, η Υψηλή Πύλη, νιώθοντας οίκτο προς τους καημένους ραγιάδες της, προσπάθησε να επαναφέρει με ήπιο τρόπο στην οδό της σωτηρίας τους εξαπατημένους, και για τον λόγο αυτό εξέδωσε πρόσταγμα διατάζοντας και συμβουλεύοντας τον πατριάρχη τα δέοντα, ζητώντας του να αφορίσει όλους τους εξεγερμένους ραγιάδες όπου κι αν βρίσκονταν. Αλλά αντί να δαμάσει τους αποστάτες και να δώσει πρώτος το παράδειγμα της επιστροφής τους στα καθήκοντά τους, αυτός ο άπιστος έγινε πρωταίτιος όλων των ταραχών που ξέσπασαν. Ξέρουμε ότι γεννήθηκε στην Πελοπόννησο και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών που διέπραξαν οι παραπλανημένοι ραγιάδες στην επαρχία Καλαβρύτων. Αυτός λοιπόν είναι ο αίτιος του παντελούς αφανισμού, με τη θεία βοήθεια, όλων των παραπλανημένων ραγιάδων.
Επειδή έχουμε βεβαιωθεί από παντού για την προδοσία του, που δεν είναι μόνο εναντίον της Υψηλής Πύλης αλλά οδηγεί και στην καταστροφή το έθνος του, ήταν ανάγκη να λείψει αυτός ο άνθρωπος από προσώπου γης και γι’ αυτό απαγχονίστηκε, προς παραδειγματισμό των άλλων».

Μετά από αυτά, έφυγε από το Πατριαρχείο ο μεγάλος διερμηνέας, ο γραμματέας και οι υπόλοιποι. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μπεντερλή Αλήπασας, ο πρόσφατα διορισμένος αρχιβεζίρης, πέρασε από το Φανάρι με έναν μόνο υπασπιστή του και κάθισε 5-6 λεπτά απέναντι από τον κρεμασμένο πατριάρχη κοιτάζοντάς τον και μιλώντας στον υπασπιστή του. Μετά από μία ώρα πέρασε διακριτικά και ο σουλτάνος ρίχνοντας ένα βλέμμα στον πατριάρχη. Τρεις μέρες έμεινε το λείψανο κρεμασμένο. Την τέταρτη μέρα το κατέβασε ο δήμιος με σκοπό να το ρίξει στη θάλασσα, γιατί σύμφωνα με τη διαταγή οι κρεμασμένοι και οι αποκεφαλισμένοι δεν ήταν άξιοι ταφής.

Σκηνές από το μαρτύριο του εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄

Πλησίασαν τότε τον δήμιο κάποιοι εβραίοι και παίρνοντας την άδειά του (μερικοί λένε ότι τον δωροδόκησαν), του έδεσαν τα πόδια και έσυραν το σώμα από το Πατριαρχείο μέχρι τον αιγιαλό του Φαναρίου χλευάζοντας και βρίζοντας το, και μετά το έριξαν στη θάλασσα δίνοντας το σκοινί στον δήμιο που περίμενε στο πλοιάριο. Αυτός απομακρύνθηκε σύροντας το λείψανο στη θάλασσα και όταν έφτασε στη μέση του Κεράτιου κόλπου έδεσε στο λείψανο μια πέτρα για να καταποντιστεί. Αλλά το λείψανο δεν βυθίστηκε γιατί η πέτρα δεν ήταν αρκετά βαριά για να το τραβήξει κάτω. Επέστρεψε τότε ο δήμιος στην ξηρά, πήρε άλλες δύο πέτρες και επανήλθε στο σημείο που επέπλεε το λείψανο, τις έδεσε και αυτές πάνω του και τρύπησε με μια λόγχη δυο-τρεις φορές το νεκρό σώμα για να τραβήξει νερό και τελικά αυτό βυθίστηκε.

Η διαπόμπευση του άψυχου σώματος του Γρηγορίου Ε΄

Μετά από αρκετές μέρες το λείψανο εμφανίστηκε στον Γαλατά, ανάμεσα σε δύο πλοία που ήταν ελλιμενισμένα μπροστά από το Καράκιοϊ (Γαλατάς), ένα σλαβονικό και ένα κεφαλονίτικο. Πρώτος ο Σλαβόνος καπετάνιος είδε το λείψανο και το σκέπασε ρίχνοντας πάνω του μια ψάθα, με σκοπό να το ανελκύσει όταν νυχτώσει και να το θάψει, σε όποιον κι αν ανήκε αυτό το νεκρό σώμα. Το απόγευμα όμως τον πρόλαβε ο άλλος πλοίαρχος, ένας Κεφαλονίτης που ονομαζόταν Σκλάβος, και το έβγαλε από τη θάλασσα. Όταν κατάλαβε από τη γενειάδα και τα ακούρευτα μαλλιά ότι ήταν λείψανο ιερωμένου, ανέβασε την άλλη μέρα πάνω στο πλοίο κρυφά κάποιους και αφού του είπαν ότι ήταν ο πατριάρχης, ο καπετάνιος σαβάνωσε το λείψανο και ξεκίνησε το ταξίδι του για την Οδησσό. Όταν έφτασε εκεί  παρέδωσε το λείψανο στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης. Αφού εξετάστηκε και πάλι το νεκρό σώμα με εντολή του διοικητή, επαναβεβαιώθηκε ότι αυτό ήταν το λείψανο του Έλληνα πατριάρχη.

Η περισυλλογή του νεκρού πατριάρχη από τον Κεράτιο κόλπο

Η είδηση έγινε γνωστή στην Πετρούπολη και από εκεί διατάχθηκε να αποδοθούν στον νεκρό όλες οι απαιτούμενες τιμές. Στη λαμπρότητα της κηδείας του συνέδραμε και η Εκκλησιαστική Σύνοδος της Ρωσίας. Στις 17 Ιουνίου συγκεντρώθηκαν στο λοιμοκαθαρτήριο οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του τόπου, δύο μητροπολίτες, ο Σιλιστρίας Κύριλλος και ο Ιεροπόλεως Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μπεντερίου και Ακερμανίου Δημήτριος, ο κλήρος όλης της περιφέρειας, πρόσφυγες Έλληνες και πολύς κόσμος, και συνόδευσαν το λείψανο στη μητρόπολη της Οδησσού, όπου παρέμεινε για τρεις μέρες, μέχρι τις 19 Ιουνίου, οπότε τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία και εκφωνήθηκε από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου, ιεροκήρυκα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ένας κατανυκτικός επιτάφιος λόγος. Το λείψανο μεταφέρθηκε στη συνέχεια με πομπή στην εκκλησία των Ελλήνων και το άψυχο σώμα του πατριάρχη τοποθετήθηκε σε νέο μνήμα, μέσα στο Άγιο Βήμα, στη βόρεια πλευρά της Αγίας Τράπεζας.

Κωνσταντίνος Οικονόμος

Επανερχόμενοι στην Κωνσταντινούπολη, την Κυριακή του Πάσχα η Υψηλή Πύλη κρέμασε και τρεις από τους φυλακισμένους αρχιερείς, τον Εφέσου, τον Αγχιάλου και τον Νικομηδείας. Ο τελευταίος, υπέργηρος ων, πριν φτάσει στον τόπο του μαρτυρίου έπεσε κάτω και ξεψύχησε αλλά ακόμα και νεκρός που ήταν τοποθετήθηκε στην αγχόνη για να μείνει κρεμασμένος. Τόσο λυσσασμένοι ήταν οι Τούρκοι εκείνες τις μέρες, ώστε όχι μόνο σκότωναν σωρηδόν, αυθαίρετα και άφοβα όποιον Έλληνα έβρισκαν μπροστά τους αλλά, σαν να μην έφτανε το αίμα των ζωντανών, πυροβολούσαν ακόμα και τους κρεμασμένους νεκρούς και διαμέλιζαν τα σώματα των νεκρών που κείτονταν στο έδαφος. Τριγύριζαν στους δρόμους και μάλιστα μερικοί ζήταγαν και λεφτά για να απομακρύνουν τα πτώματα.

Αναπαράσταση του μητροπολίτη Αγχιάλου Ευγενίου να συνομιλεί με τους συγκρατούμενους ιεράρχες στη φυλακή

Πουθενά στην Πόλη δεν τολμούσε να εμφανιστεί χριστιανός, ούτε καν σε παράθυρο δεν τολμούσε να βγει. Η Κωνσταντινούπολη φαινόταν να είναι ένα καταγώγιο ληστών και αιμοβόρων θηρίων και όχι η έδρα του αυτοκράτορα και πολλών Ευρωπαίων πρέσβεων. ΟΙ Έλληνες που κατάφεραν να δραπετεύσουν κατέφυγαν με τη βοήθεια της Ρωσίας σε ξένα εδάφη, γυμνοί και άγνωστοι ενώ μέχρι τότε ήταν στην πόλη τους επιφανείς και πλούσιοι.

Από τον μανιασμένο όχλο της Κωνσταντινούπολης δεν γλίτωσαν ούτε οι ιεροί ναοί των χριστιανών. Στις 22 Απριλίου τα χαράματα νεαροί Τούρκοι μαζεύτηκαν στην περιοχή της Πύλης της Αδριανουπόλεως (Εντιρνέκαπου), ενώθηκαν μαζί με μερικούς ηλικιωμένους και όλοι μαζί μπήκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με τη βία. Τσάκισαν τα στασίδια και άρπαξαν τα ασημικά, τα ιερά σκεύη και τα άμφια των εφημερίων. Υπήρχαν μάλιστα  στην περιοχή και Τούρκοι φρουροί που τους είδαν μεν αλλά ούτε τους είπαν τίποτα ούτε τους εμπόδισαν.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Εντιρνέκαπου

Αποθρασύνθηκαν τότε όλοι αυτοί οι άτακτοι και αφού πήραν και άλλα άτομα μαζί τους έβαλαν τα φαιλόνια (άμφια) των ιερέων πάνω σε δοκάρια σαν σημαίες και τα επιτραχήλια και άλλα ιερά άμφια και κραυγάζοντας πήγαν στην εκκλησία του Εγρίκαπουέσπασαν τους πολυέλαιους της, έριξαν στο έδαφος τα εικονοστάσια, διέλυσαν τις εικόνες, ποδοπάτησαν τα ιερά σκεύη και άρπαξαν τα ασημικά.

Ο ναός της Παναγία της Σούδας Εγρίκαπου

Από εκεί πήγαν στον ναό της Παναγίας του Μουχλίουστον ναό της Ξυλόπορτας, στον ναό του Αγίου Τάφου του πατριαρχείου και στον Άγιο Ιωάννη του Μπαλατά, συνεχίζοντας τις άνομες πράξεις τους. Μετά κατευθύνθηκαν προς τον ναό του Αγίου Γεωργίου μέσα στο Πατριαρχείο, αλλά βρήκαν κλειστές τις πύλες του και δεν μπόρεσαν να τις ανοίξουν γιατί ήταν σιδερένιες. Δύο εφημέριους όμως που ήταν στην αυλή του Πατριαρχείου τους σκότωσαν. Μόλις το είδαν αυτό οι γυναίκες από τα σπίτια της γύρω περιοχής άρχισαν να θρηνούν και να οδύρονται, γιατί θεώρησαν ότι η Πύλη είχε διατάξει γενική σφαγή. Μεγάλος φόβος απλώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Πατριαρχείου, μέσα και έξω από το Φανάρι, ώστε από παντού ακούγονταν οι θρήνοι των χριστιανών και οι ιαχές διακοσίων περίπου Τούρκων.

Αναπαράσταση του οθωμανικού στόλου

Οι άτακτοι που δεν μπόρεσαν να μπουν στον πατριαρχικό ναό, όρμησαν μέσα στο πατριαρχείο και πολλοί από τους καλόγερους που ήταν εκεί ανέβηκαν στη στέγη και πήδηξαν στα διπλανά οθωμανικά σπίτια για να σωθούν. Ο νέος πατριάρχης προσπάθησε να κρυφτεί μέσα στο πατριαρχείο, τον βρήκαν όμως οι κακούργοι και τότε άλλοι τον έβριζαν και τον φοβέριζαν, και άλλοι τον προστάτευαν λέγοντας ότι αυτός ήταν πιστός στον σουλτάνο. Τον οδήγησαν μάλιστα και μέχρι την Αστυνομία του Φαναρίου για να έχει εκεί άσυλο.

Ο αγάς των γενιτσάρων

Όλα αυτά τα επεισόδια είχαν αρχίσει από νωρίς το πρωί και σταμάτησαν μετά τις 4 το απόγευμα, μετά την ένοπλη επέμβαση του αγά των γενιτσάρων. Την επόμενη μέρα στάλθηκαν στο Πατριαρχείο όσα κλεμμένα αντικείμενα κατάφερε να εντοπίσει η οθωμανική διοίκηση. Ο μαινόμενος όχλος πρόλαβε να κατεδαφίσει και την εκκλησία της Παναγίας του Μπαλουκλή που ήταν ιδιαίτερα γνωστή για το αγίασμά της.

Η είσοδος της μονής της Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλή / Παναγίας Μπαλουκλιώτισσας

Πρέπει να σημειωθεί ότι η λύσσα της εξουσίας δεν ήταν μικρότερη από τη λύσσα του όχλου. Αν και έδειχνε ότι αποδοκίμαζε δήθεν τις ιερόσυλες πράξεις κατά των ναών, ούτε εμπόδισε κάποιον από τους άτακτους ούτε η ίδια σταμάτησε να χύνει το αίμα του κλήρου και του λαού. Ενώ ολόκληρη η Ευρώπη είχε φρίξει από τις αιμοσταγείς πράξεις της τουρκικής εξουσίας, ο σουλτάνος καθαίρεσε τον αρχιβεζίρη Μπεντερλή-Αλήπασα γιατί, όπως ανέφερε το σχετικό έγγραφο, δεν είχε αφαιρέσει αρκετό ελληνικό αίμα, και τον αντικατέστησε με τον Σαλήχπασα.

Στις 3 Μαΐου, ημέρα διορισμού του νέου αρχιβεζίρη, δώδεκα μέρες μετά τη βεβήλωση των ναών, η Πύλη αποκεφάλισε και τον επίσκοπο Μυριουπόλεως, που ήταν πάνω από 100 ετών, και μαζί με αυτόν αποκεφάλισε και τον 19χρονο γιο του πρώτου άρχοντα της Ραιδεστού. Την επόμενη μέρα, μάλιστα, διέταξε να κρεμαστούν και οι υπόλοιποι φυλακισμένοι αρχιερείς, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι αυτοί αρχιερείς, ενώ μεταφέρονταν στον τόπο της ποινής τους έψαλλαν οι ίδιοι τη νεκρώσιμη ακολουθία τους, ικέτευαν τον Θεό να αναπαύσει τις ψυχές τους και ευλογούσε ο ένας τον άλλον, ενώ έψαλλαν όλοι μαζί το «Μακαρία η οδός».

Αρναούτκιοϊ

Όταν το πλοίο που τους μετέφερε έφτασε στο Αλβανιτοχώρι (Αρναούτκιοϊ), ο δήμιος διέταξε πρώτα τον Τυρνόβου να τον ακολουθήσει. Αυτός γύρισε το κεφάλι προς τους άλλους, τους ασπάστηκε και με συντετριμμένη καρδιά τους είπε «καλή αντάμωση αδελφοί στην άλλη ζωή». Ακολούθησε τον δήμιο ο οποίος τον κρέμασε στο ανώφλι κάποιου κουρείου. Ο μελαμψός στη μορφή και την καρδιά δήμιος γύρισε στο καραβάκι και κατευθύνθηκε προς το Μέγα Ρεύμα, όπου κρέμασε τον Αδριανουπόλεως. Από εκεί πήγε στο Νεοχώρι (Γενίκιοϊ) και κρέμασε τον Θεσσαλονίκης και από εκεί στα Θεραπειά, όπου επέβαλε την προκαθορισμένη ποινή και στον μητροπολίτη Δέρκων.

Γενίκιοϊ

Αυτός ο υπέργηρος αρχιερέας, ο Δέρκων, που τον τιμούσαν περισσότερο από κάθε άλλον για τη σκέψη του, το θάρρος της γνώμης και τη γενναιοκαρδία του, όταν έφτασε στην κύρια πύλη της μητρόπολής του, όπου επρόκειτο να κρεμαστεί, ζήτησε άδεια να προσευχηθεί, προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον δήμιο να μην του δέσει τα χέρια. Έπιασε τη θηλειά που κρατούσε στα χέρια του, την ευλόγησε τρεις φορές κάνοντας το σήμα του σταυρού και εκφώνησε το «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Στράφηκε μετά στον δήμιό του και με βαριά φωνή του είπε «εκτέλεσε την εντολή του ασεβούς κυρίου σου». Και η εντολή εκτελέστηκε.

Την ίδια μέρα, 4 Μαΐου, η Πύλη κρέμασε και τον πιστό αρχιερέα του πατριάρχη Νικηφόρο όπως και μερικούς άλλους, κοσμικούς. Όταν έμαθε ο σουλτάνος ότι κάποιοι Υδραίοι που υπηρετούσαν στον στόλο σχεδίαζαν τον εμπρησμό των πλοίων, αποκεφάλισε τον αρχηγό τους Κωνσταντίνο Γκιούστο μαζί με τα αδέρφια του και τους συγγενείς του στη δεξαμενή του ναυστάθμου, ενώ από τους υπόλοιπους κάποιους τους έπνιξαν και κάποιους τους κρέμασαν. Σε κομμάτια έκοψαν στην ακτή του ναυστάθμου, μετά από λίγες μέρες, και τον διερμηνέα του στόλου Νικόλαο Μουρούζη, νεότερο αδελφό του αποκεφαλισθέντα μεγάλου διερμηνέα.

Κάποιους άλλους αποφάσισαν να τους στείλουν στην εξορία, αλλά ακόμα και εκεί η Πύλη έδινε εντολή να εξοντωθούν κάποιοι από τους πιο επίσημους, μεταξύ των οποίων και ο πρώην ηγεμόνας της Βλαχίας Σκαρλάτος Καλλιμάχης. Μερικοί μάλιστα διέπραξαν δολοφονίες άλλων προσώπων από αυτά που είχε διατάξει η Πύλη, αγνοώντας πλήρως τις διαταγές της.

Στην εξορία στάλθηκαν ο πρώην μεγάλος διερμηνέας Γιάγκος Καλλιμάχης, ο Ευστάθιος Άγας και ο Γεώργιος Βογορίδης. Η Πύλη διέταξε στη συνέχεια να αποκεφαλιστούν και οι τρεις. Όταν έφτασε ο δήμιος στην Καισάρεια, αποκεφάλισε τον Καλλιμάχη αλλά μη βρίσκοντας τους άλλους δύο και οφείλοντας να φέρει πίσω στην Κωνσταντινούπολη τρία κεφάλια, έκοψε τα κεφάλια των δύο υπηρετών του Καλλιμάχη και τα παρουσίασε στην Πόλη ως κεφάλια του Άγα και του Βογορίδη.

Και ενώ οι φόνοι μέσα στη βασιλεύουσα δεν σταματούσαν, η οθωμανική εξουσία δεν επέτρεπε σε κανένα Έλληνα να φύγει από την πόλη. Στις 8 Ιουνίου διαβάστηκε φιρμάνι στο Πατριαρχείο που διέτασσε τον πατριάρχη να συγκαλέσει όλους τους ραγιάδες, να εγγυηθεί ότι δεν θα φύγουν από την Κωνσταντινούπολη και να τους υποχρεώσει να αλληλοεγγυηθούν, ανά ομάδες των 5 ατόμων, ότι δεν θα φύγουν, έτσι ώστε αν έφευγε ένας από τους 5, οι υπόλοιποι 4 θα κρίνονταν ένοχοι με ποινή θανάτου. Με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά όλοι οι Έλληνες της Πόλης βρίσκονταν υπό διαρκή κίνδυνο να θανατωθούν.

Φιρμάνι που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1821, με το οποίο δόθηκε άδεια για γενικές σφαγές εναντίον των Ελλήνων

Κλείνοντας αυτήν την αιμοσταγή διήγηση των τραγικών συμβάντων της Κωνσταντινούπολης, στην οποία περίπου 10.000 χριστιανοί θανατώθηκαν, δεν γίνεται να μην εκθειάσουμε τον χαρακτήρα που έδειξε ο θείος κλήρος. Δεμένοι και βασανισμένοι, μπροστά στην αγχόνη και με την αξίνα έτοιμη να τους πάρει το κεφάλι, ζητήθηκε σε πολλούς να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τη ζωή τους και να απολαύσουν επίγεια αγαθά, αλλά ούτε ένας δεν δέχτηκε να αρνηθεί την πίστη του για να γλιτώσει τον θάνατο και τα βασανιστήρια.

Όταν λοιπόν μέσα στην έδρα του αυτοκράτορα χυνόταν το αίμα του κλήρου, των αρχόντων, των εμπόρων, των τεχνιτών και των απλών ανθρώπων σαν ποτάμι, όταν μόνο με τη φυγή μπορούσε να γλιτώσει κάποιος αλλά ακόμα κι αυτή ήταν απαγορευμένη επί ποινή θανάτου και οι άνδρες απλώς έλπιζαν να φανούν τυχεροί και να αποφύγουν τα βασανιστήρια και τον θάνατο και οι γυναίκες τον βιασμό, όταν τα Άγια των Αγίων προσβάλλονταν και καταστρέφονταν, όταν ποδοπατούνταν και χλευάζονταν όλα όσα σέβονταν και προσκυνούσαν οι χριστιανοί, όταν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στα σπίτια και άρπαζαν ό,τι έβρισκαν, και αυτά γίνονταν μπροστά στα μάτια των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών κρατών και τα περισσότερα μετά από διαταγή του σουλτάνου, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις αιματοχυσίες και κάθε άλλο πάθημα των δύστυχων Ελλήνων που συνέβησαν στα υπόλοιπα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οπουδήποτε υπήρχαν Έλληνες διαπράχθηκαν σφαγέςλεηλασίες και βιασμοί. Και όλα αυτά βέβαια ήταν ακόμα χειρότερα στις περιοχές που υπήρχαν και οθωμανικά στρατεύματα.

Πηγή: Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις τρίτη, επιθεωρηθείσα και διορθωθείσα υπ’ αυτού του συγγραφέως, τ. 1, εκδότης Παναγιώτης Ασλάνης, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της “Ώρας”, 1888, σ. 61-76

.https://www.antibaro.gr/