ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηθύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηθύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ..μέρος Γ΄

ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΟΡΟΓΕΝΟΥΣ. ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

    Το Ελληνικό Ορογενές τμήμα το μεγάλου Αλπικού Ορογενούς όπως αυτό αναφέρεται ιστορικά από την εποχή του Αλπικού γεωσυγκλίνου και αποτελούμενο από τις γνωστές Γεωλογικές ζώνες, σήμερα έχει αποδειχθεί και γίνεται γενικά αποδεκτό ότι αποτελεί ένα σύνθετο ορογενετικό οικοδόμημα που δημιουργήθηκε κατά την εξέλιξη σε διάφορες γεωλογικές περιόδους και η οριστική του συγκρότηση ολοκληρώθηκε με αλλεπάλληλες τεκτονικές διεργασίες στις περιόδους αυτές.
    Στη συνέχεια θα αναλυθεί το σύνθετο Ελληνικό ορογενές με βάση τη γενικότερα επικρατούσα σήμερα επιστημονική άποψη, αλλά λαμβάνοντας υπ' όψη και τις διαφορετικές γνώμες που έχουν εκφρασθεί τα τελευταία χρόνια για τη γεωδυναμική εξέλιξη του Αιγαίου και γενικότερα της Ανατολικής Μεσογείου.
    Σήμερα γίνεται γενικότερα αποδεκτό ότι το Ελληνικό Ορογενές συγκροτείται από την Κιμμερική Ορογενετική Λωρίδα στα εσωτερικά του τόξου, την Αλπική Ορογενετική Λωρίδα και την πιο εξωτερική Μεσογειακή Ορογενετική Λωρίδα.
    Η Κιμμερική Ορογενετική Λωρίδα διαμορφώθηκε πριν το Ανω Ιουρασικό από τις κινήσεις της Κιμμερικής ηπειρωτικής πλάκας (ή των επιμέρους Κιμμερικών μικροπλακών), τη σύγκλιση και την ενσωμάτωσή τους στην Ευρασιατική πλάκα, την σύνθλιψη και καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού των λεκανών του παλιού ωκεανού της Τηθύος, διεργασίες που οδήγησαν στον πρώτο εμφανή έντονο τεκτονισμό των πετρωμάτων. Οριστικοποιήθηκε επομένως η ηπειρωτική σύγκρουση και συγκόλληση των Κιμμερικών ηπειρωτικών τεμαχών σε μια ενιαία πλέον Κιμμερική-Ευρασιατική ηπειρωτική πλάκα. Όλες αυτές οι τεκτονικές διεργασίες ολοκληρώθηκαν πριν το Ανω Ιουρασικό με τη δημιουργία της Κιμμερικής ορογενετικής λωρίδας (ή Κιμμερικής Ελλάδας) που περιλαμβάνει τα παλιά ηπειρωτικά τεμάχη των ζωνών Πελαγονικής, Ροδόπης, Σερβομακεδονικής και τα αντίστοιχα ιζηματογενή καλύμματα αυτών και βέβαια αντίστοιχα ηπειρωτικά τμήματα στην Μ. Ασία (Ποντίδες, Sakarya, Kircarli κ.ά.), καθώς και τις ενδιάμεσες ζώνες των ωκεάνιων πετρωμάτων ή ηπειρωτικών περιθωρίων (ζώνες Αξιού, Περιροδοπικής, Intrapondides κ.ά.).
    Η Αλπική Ορογενετική Λωρίδα διαμορφώθηκε γενικά την περίοδο Κρητιδικού-Παλαιογενούς από την κίνηση της Απουλίας ηπειρωτικής μικροπλάκας και την ενσωμάτωσή της στην Κιμμερική-Ευρασιατική ήπειρο που είχε διαμορφωθεί πριν το Ανω Ιουρασικό. Όλες οι τεκτονικές διεργασίες που έλαβαν χώρο στο Κρητιδικό-Παλαιογενές με τη σύγκλιση Απουλίας-Κιμμερικής, την καταστροφή του ενδιάμεσου ωκεανού της Νεοτηθύος, την τοποθέτηση των οφειολίθων και την τελική ηπειρωτική σύγκρουση των πλακών συνιστούν την Αλπική Ορογενετική διεργασία που κατέληξε στη συγκόλληση της Απουλίας στην ενιαία πλέον Αλπική-Κιμμερική-Ευρασιατική ηπειρωτική πλάκα. Δημιουργήθηκε έτσι στην Ελλάδα μια νέα Ορογενετική Λωρίδα η Αλπική, η οποία περιλαμβάνει τα ωκεάνια πετρώματα της Νέο-Τηθύος (ζώνες Πίνδου-Υποπελαγονικής) που διέφυγαν την υποβύθισή τους κάτω από την Κιμμερική-Ευρασιατική πλάκα, καθώς και τα ανθρακικά πετρώματα ηπειρωτικής πλατφόρμας της Απουλίας ή ηπειρωτικού περιθωρίου ηλικίας Μεσοζωϊκού-Παλαιογενούς (Εξωτερικές Ελληνίδες ζώνες Γαβρόβου-Ιονίου-Προαπουλίας).
    Η νεότερη Μεσογειακή Ορογενετική Λωρίδα που εντοπίζεται στο Εξωτερικό Τμήμα του Ελληνικού Ορογενετικού Τόξου, στις περιοχές Νότιας Πελοποννήσου και Κρήτης, διαμορφώθηκε την περίοδο Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου από τη συνεχιζόμενη υποβύθιση της Μεσογειακής-Αφρικανικής πλάκας κάτω από την ενιαία Αλπική-Κιμμερική-Ευρασιατική πλάκα που είχε διαμορφωθεί προηγουμένως, και την ισχυρή τεκτονική παραμόρφωση που προκάλεσε στο Εξωτερικό Τμήμα του Αλπικού Ορογενετικού Τόξου με την ανύψωση και εκταφή στις περιοχές αυτές τμημάτων της υποβυθιζόμενης πλάκας υπό μορφή τεκτονικών παράθυρων.
    Αυτά τα τεκτονικά παράθυρα και τα περιβάλλοντα πετρώματα που υποστήκαν την ισχυρή Μεσογειακή παραμόρφωση και ανύψωση αποτελούν τη Μεσογειακή Ορογενετική Λωρίδα που συμπληρώνει το Ελληνικό Ορογενές.
    Καθοριστικό οδηγό στη διατύπωση αυτού του σχήματος της σύνθετης ορογένεσης του ελληνικού χώρου, αποτελούν οι δυο ζώνες μεταμόρφωσης υψηλής πίεσης/χαμηλής θερμοκρασίας (HP/LT) που τοποθετούνται σχεδόν παράλληλα Η 1η πρώτη ηλικίας 45 Ma (Ηωκαίνου), περιλαμβάνει τους γνωστούς γλαυκοφανιτικούς σχιστόλιθους που παρατηρούνται στα τεκτονικά παράθυρα κάτω από την Πελαγονική ζώνη (παράθυρα Ολύμπου, Ριζωμάτων, Κρανιάς, Όσσας, Πηλίου), στη Νότια Εύβοια, τις Κυκλάδες και τη Σάμο σχηματίζοντας ένα σαφές τόξο υψηλής πίεσης-χαμηλής θερμοκρασίας μεταμόρφωσης. Η 2η ηλικίας 25 Ma (Ανω Ολιγοκαίνου-Μειοκαίνου) παρατηρείται στα τεκτονικά παράθυρα της Κρήτης και της Νότιας Πελοποννήσου σχηματίζοντας ένα δεύτερο νεότερο εξωτερικό τόξο υψηλής πίεσης μεταμόρφωσης. Οι συνθήκες πίεσης και των δύο ζωνών ήταν 10-12 kb και υποδηλώνουν περιοχές σύγκλισης λιθοσφαιρικών πλακών και υποβύθισης.
    Η διάκριση των τριών λωρίδων του Ελληνικού ορογενούς δεν σημαίνει βέβαια ότι η αντίστοιχη ορογένεση περιορίσθηκε μόνο στη συγκεκριμένη ορογενετική λωρίδα. Η Αλπική ορογένεση Κρητιδικού-Παλαιογενούς εκτός από την Αλπική λωρίδα επέδρασε σχεδόν καθολικά και σε ολόκληρη την περιοχή της Κιμμερικής Ελλάδας που είχε σχηματισθεί προηγουμένως (πριν το Ανω Ιουρασικό) προκαλώντας έντονες Αλπικές παραμορφώσεις. Επίσης η νεότερη Μεσογειακή ορογένεση δεν επέδρασε μόνο στο εξωτερικό μέρος της Αλπικής Ορογενετικής λωρίδας αλλά σε ολόκληρη την έκταση αυτής. Υπάρχει επομένως πλήρης επικάλυψη των τεκτονικών παραμορφώσεων των τριών ορογενετικών δράσεων όπως παραστατικά δείχνεται στο σχήμα    Θα εξετάσουμε στη συνέχεια αναλυτικά τις γεωδυναμικές κινήσεις που οδήγησαν στον τεκτονισμό κάθε μιας ορογενετικής λωρίδας χωριστά.
    Τα αποτελέσματα της Κιμμερικής ορογένεσης δεν είναι βέβαια εντυπωσιακά ορατά από την άποψη των μεγάλων δομών, διότι είναι οι παλιότερες και προφανώς έχουν αλλοιωθεί από τις μεταγενέστερες Αλπικές παραμορφώσεις οι οποίες εκτός από την Αλπική Ελλάδα έχουν επιδράσει και στον Κιμμερικό χώρο (Εσωτερικές Ελληνίδες και Ενδοχώρα) όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Αυτές οι Αλπικές παραμορφώσεις δεσπόζουν φυσικά ως νεότερες και στην Κιμμερική Ελλάδα.
    Γενικά οι τεκτονικές δομές που παρατηρούνται σήμερα στον Κιμμερικό χώρο είναι σύνθετες από τις παραμορφώσεις που έγιναν σε διάφορες ορογενετικές περιόδους. Συγκεκριμένα αποτελούνται από:
1) Τις κληρονομούμενες παλιές (παλαιοζωϊκές) παραμορφώσεις που είχαν τα ηπειρωτικά τεμάχη τα οποία συνθέτουν σήμερα τον Κιμμερικό χώρο. Παλιές συμμεταμορφικές ισοκλινείς πτυχές των κρυσταλλοσχιστωδών πετρωμάτων και ειδικότερα αυτές που εντοπίσθηκαν μέσα σε σχιστολιθικά πετρώματα που αφομοιώθηκαν και βρίσκονται εγκλωβισμένα μέσα σε Ανω Παλαιοζωϊκούς γρανίτες.
2) Τις παραμορφώσεις που προκλήθηκαν κατά τη σύγκλιση των Κιμμερικών τεμαχών με την Ευρασία στη διάρκεια Τριαδικού-Ιουρασικού και την τελική ηπειρωτική σύγκρουσή τους που δημιούργησε την ενιαία πλάκα Κιμμερικής-Ευρασίας. Πολλές έρευνες έχουν γίνει για να διαπιστωθούν οι παλιές αυτές Κιμμερικές δομές, η γεωμετρία τους και ενδεχόμενα η κινητική τους με όχι πολύ πλούσια αποτελέσματα. Κυρίως στη μελέτη των πτυχών επικεντρώθηκαν οι έρευνες, ιδιαίτερα σ΄ αυτές που πιθανόν συνδέονται με την υποβύθιση του παλιού ωκεάνιου φλοιού της ζώνης Αξιού, την τοποθέτηση των οφειολίθων πάνω στα τότε Κιμμερικά ηπειρωτικά περιθώρια και την τελική Ιουρασική σύγκρουση. Διαπιστώθηκαν πτυχές ισοκλινείς με άξονες ΒΔ-ΝΑ και απόκλιση προς ΝΔ, κυρίως στο χώρο της Πελαγονικής, συνδεδεμένες με την παλιά τοποθέτηση των οφειολίθων της ζώνης Αξιού πάνω στην Πελαγονική. Διαπιστώθηκε η συμμεταμορφική ανάπτυξη αυτών των πτυχών με μια προ-αλπική (προ Κρητιδική) μεταμόρφωση αμφιβολιτικής έως κάτω πρασινοσχιστολιθικής φάσης.
3) Τις Αλπικές παραμορφώσεις, κυρίως εφελκυστικές πλαστικές δομές που προκλήθηκαν αργότερα στον Κιμμερικό χώρο από την επίδραση της σύγκλισης της Απουλίας μικροπλάκας με την Ενιαία Κιμμερική-Ευρασιατική πλάκα και τη διαδικασία υποβύθισης του ωκεανού της Νέο-Τηθύος κάτω από το Κιμμερικό παραμορφώσιμο περιθώριο της Ευρασίας. Αυτές οι αλπικές διεργασίες προκάλεσαν ισχυρές παραμορφώσεις στην Κιμμερική Ελλάδα και είναι αυτές σήμερα που δεσπόζουν αφού υπερκάλυψαν τις παλιότερες.
    Συμπερασματικά πρέπει να τονισθεί ότι γενικά οι μελέτες της γεωμετρίας των παλιών πτυχών της Κιμμερικής παραμόρφωσης δεν κατέληξαν σε σαφείς και πειστικές απαντήσεις για την κινηματική εξέλιξη των Κιμμερικών τεμαχών και του τελικού Κιμμερικού ορογενούς. Υπάρχει βέβαια ένας επίμονος προσανατολισμός των Ιουρασικών πτυχών στη ΒΔ-ΝΑ διεύθυνση αξόνων γενικά στις Εσωτερικές ζώνες (Πελαγονική, Αξιού, Περιροδοπική) δεν μπορεί όμως να διαπιστωθεί αν αυτό είναι το πρωτογενές αποτέλεσμα της τότε παραμόρφωσης ή είναι η επανατοποθέτηση των δομών από τις μεταγενέστερες Αλπικές επιδράσεις.
    Έτσι δεν υπάρχει ένα σαφές συμπέρασμα για την κίνηση των μικροπλακών που οδήγησαν στη συγκρότηση του Κιμμερικού Ορογενούς.
    Αντίθετα αρκετά σαφείς φαίνονται οι αλπικές κινήσεις και παραμορφώσεις που διαμόρφωσαν το αλπικό ορογενές. Αυτή η Αλπική Τεκτονική περιλαμβάνει δυο περιόδους τεκτονικών συμβάντων και διεργασιών μια (Α) περίοδο γενικά στο Κρητιδικό και μια (Β) περίοδο στο Ηώκαινο-Ολιγόκαινο. Υπήρχαν βέβαια και τα ενδιάμεσα στάδια αφού η τεκτονική εξέλιξη δεν διακόπηκε αλλά ήταν συνεχής από την αρχική σύγκλιση της Απουλίας μικροπλάκας με την ενιαία πλέον Κιμμερική-Ευρασιατική Πλάκα, τη συμπίεση του ενδιάμεσου ωκεανού της Νέας Τηθύος, την ωκεάνια διάρρηξη και ενδοωκεάνια υποβύθιση (subduction) που εξελίχθηκε στη συνέχεια σε υποβύθιση του ωκεάνιου φλοιού κάτω από την Κιμμερική-Ευρασιατική πλάκα και την τελική τοποθέτηση των οφειολίθων.
    Επιγραμματικά τα γεωδυναμικά συμβάντα και τα παραμορφωτικά επεισόδια της Αλπικής ορογένεσης μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω:
(Α) Περίοδος Αλπικής Ορογένεσης  Στο Ανω Ιουρασικό με την ενδοωκεάνια υποβύθιση προς τα Δυτικά δημιουργήθηκαν συνθήκες μεταμόρφωσης των ωκεάνιων ιζημάτων και πετρωμάτων του ωκεάνιου φλοιού. Η μεταμόρφωση ήταν φάσης πρασινοσχιστολιθικής ή και HP/LT. Σχηματίσθηκε έτσι η μεταμορφική σόλα (metamorphic sole) αποτελούμενη κυρίως από μεταϊζήματα (μετα-πελίτες, φυλλίτες, σχιστόλιθους, μάρμαρα κλπ) και μεταβασίτες-αμφιβολίτες.
    Στη συνέχεια οι συνθήκες σύνθλιψης του ωκεανού της Νέο-Τηθύος μεταβλήθηκαν με αποτέλεσμα στο Κάτω Κρητιδικό η υποβύθιση του ωκεάνιου φλοιού να πραγματοποιηθεί κάτω από την Κιμμερική-Ευρασία και να εξελιχθεί σε τεκτονική τοποθέτηση (obduction) του ωκεάνιου φλοιού (οφειολίθων) πάνω στο Κιμμερικό παραμορφώσιμο ηπειρωτικό περιθώριο της ενιαίας πλάκας που στην Ελλάδα αντιπροσωπεύεται από την Πελαγονική ζώνη. Η Αλπική ορογένεση και επομένως ο Αλπικός Τεκτονισμός αρχίζει από αυτή την περίοδο του Κάτω Κρητιδικού με την τοποθέτηση των οφειολίθων στο Δυτικό Πελαγονικό περιθώριο και την αντίστοιχη παραμόρφωση του περιθωρίου. Πτύχωση των Τριαδικο-Ιουρασικών ασβεστολίθων του περιθωρίου και των ιζημάτων του Κάτω Κρητιδικού που παρατηρούνται στο Βούρινο συμπτυχωμένα με τους οφειολίθους είναι τα αποτελέσματα αυτής της πρώτης αλπικής περιόδου. Γεωμετρία και κίνηση πτυχών έχει καταγραφεί προς τα ανατολικά από πολλούς ερευνητές στις περιοχές Καστοριάς, Βούρινου, Θεσσαλίας, Όθρυς. Ταυτόχρονη ανάπτυξη της πρώτης αλπικής μεταμόρφωσης, πρασινοσχιστολιθικής-αμφιβολιτικής φάσης και της κύριας σχιστότητας στα κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα της Πελαγονικής ζώνης και στους Τριαδικο-Ιουρασικούς ασβεστόλιθους.
(Β) Περίοδος Αλπικής Ορογένεσης (σχήμα 38). Στο Ηώκαινο συντελέσθηκε η τελική ηπειρωτική σύγκρουση μεταξύ Απουλίας μικροπλάκας και Κιμμερικού ηπειρωτικού περιθωρίου. Προκλήθηκε κλείσιμο του ωκεανού της Νέο-Τηθύος που είχε παραμείνει ανοικτός μετά την υποβύθιση και την τοποθέτηση των οφειολίθων. Συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε η απόθεση του Φλύσχη της Πίνδου. Ακολούθησε στο τέλος Ηωκαίνου-Ολιγόκαινο η λεπίωσή του λόγω της ηπειρωτικής σύγκρουσης, χωρίς πλέον τη συμμετοχή του ωκεάνιου φλοιού (οφειολίθων) δεδομένου ότι η διαδικασία υποβύθισης καταστροφής και τοποθέτησης των οφειολίθων είχε συμπληρωθεί από το Κρητιδικό. Είχε μόνο απομείνει ένα θερμό αποκομμένο βυθιζόμενο τμήμα της ωκεάνιας πλάκας (slab), ενώ συνεχιζόταν η ιζηματογένεση του φλύσχη της Πίνδου μεταξύ τελικού Κρητιδικού-Ηωκαίνου στο υπόλειμμα της θάλασσας της Νέο-Τηθύος.
    Καθώς η ισχυρότερη Κιμμερική-Ευρασιατική ηπειρωτική πλάκα συγκρούεται με την ασθενέστερη Απουλία μικροπλάκα την υπερκαλύπτει και την ωθεί σε υποβύθισή της. Η ισχυρή συμπίεση στο χώρο της σύγκλισης των πλακών δημιούργησε την παραμόρφωση, πτύχωση και λεπίωση των πετρωμάτων των Εσωτερικών ζωνών και του φλύσχη Πίνδου. Έτσι προκλήθηκε αναστροφή των σχηματισμών στην Πελαγονική ζώνη (ιδίως στο Δυτικό περιθώριό της) όσο και στη ζώνη Αξιού καθώς και εντυπωσιακή απόκλιση των λεπίων όλων των ζωνών προς τα Δυτικά. Αυτή η συμπιεστική τεκτονική προκάλεσε τη συσσώρευση των τεκτονικών καλυμμάτων και λεπίων στο εξωτερικό τόξο της Κιμμερικής-Ευρασιατικής πλάκας (Πελαγονική) κι έτσι την πάχυνση του φλοιού από την επαύξηση λόγω συσσώρευσης. Αυτή η διόγκωση του φλοιού θα οδηγήσει αργότερα στην κατάρρευση.
    Η υποβύθιση (underplate) της Απουλίας κάτω από το Κιμμερικό περιθώριο προκάλεσε τη μεταμόρφωση HP/LT των υπολειμματικών ιζημάτων του ωκεανού και των ιζημάτων της Απουλίας που βρίσκονταν στο τμήμα της που συμπαρασύρθηκε στην υποβύθιση κάτω από την προωθούμενη προς τα έξω Κιμμερική-Ευρασιατική πλάκα. Η μεταμόρφωση HP/LT που συνοδεύεται και από πτύχωση ισοκλινή, θα εκταφεί αργότερα κατά την εφελκυστική τεκτονική και θα αποκαλυφθεί ως η ζώνη HP/LT των 45 Ma στις περιοχές Όλυμπου, Όσσας, Πηλίου, Κυκλάδων.
    Ταυτόχρονα πιο εσωτερικά στην Ενδοχώρα (Ροδόπη και Σερβομακεδονική) λόγω της συνεχιζόμενης σε βάθος ύπαρξης των συνθηκών υποβύθισης, με το αποκομμένο τμήμα της ωκεάνιας πλάκας που απόμεινε να προκαλεί θέρμανση και την προς τα έξω επέκταση της επάνω πλάκας Κιμμερικής-Ευρασιατικής, δημιουργήθηκαν συνθήκες εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού που έλαβε χώρα σε συνθήκες πλαστικές σε βάθος και θραυστικές στην επιφάνεια. Λόγω του εφελκυσμού προκλήθηκε ανύψωση (uplifting) και αναθόλωση του φλοιού με ταυτόχρονη μαγματική άνοδο που δημιούργησε θαλάμους μάγματος στα κατώτερα στρώματα του φλοιού Σερβομακεδονικής και Ροδόπης και στη συνέχεια ανήλθαν ακόμη υψηλότερα δημιουργώντας τα μεγάλα και μικρά γρανιτικά σώματα ηλικίας Ηωκαίνου και νεώτερης, μέσα στα μεταμορφωμένα πετρώματα. Στη συνέχεια θα περιγραφεί πιο αναλυτικά αυτή η παραμόρφωση.
    Μετά το κλείσιμο και των υπολειμμάτων του ωκεανού της Νέο-Τηθύος στο Ηώκαινο και την τελική ηπειρωτική σύγκρουση, συνεχίσθηκε στο Ολιγόκαινο-Κατώτερο Μειόκαινο (σχήμα 38Β) η επέκταση της ενιαίας Κιμμερικής Ευρασιατικής πλάκας, μαζί με τα ενσωματωμένα λέπια των ιζημάτων του ωκεανού που διέφυγαν την υποβύθιση, και τα λέπια του φλύσχη της Πίνδου, πάνω στην υποβυθιζόμενη ηπειρωτική πλάκα, με υπολείμματα ωκεάνιου φλοιού, μετατοπίζοντας τη θέση σύγκλισης πιο εξωτερικά. Έτσι παρατηρείται μετατόπιση της ζώνης συμπίεσης στην περιοχή Ιονίου ζώνης και πιο εξωτερικά, όπου αναπτύσσεται ένα νέο πρίσμα επαύξησης μια νέα ορογενετική ζώνη με συσσώρευση νέων τεκτονικών καλυμμάτων και λεπίων, πάχυνση του φλοιού και δημιουργία πολλών συμπιεστικών μικροδομών ηλικίας Ολιγοκαίνου - Κατωτέρου Μειοκαίνου.
    Ταυτόχρονα πιο εσωτερικά στον παλιό χώρο σύγκλισης-συμπίεσης-επαύξησης του φλοιού κατά το Ηώκαινο, δηλαδή στο χώρο της Πελαγονικής ζώνης, αναπτύσσονται πλέον εφελκυστικές τάσεις από την επέκταση του ηπειρωτικού φλοιού και συνθήκες κατάρρευσης με ρήγματα αποκόλλησης κανονικά μικρής γωνίας κλίσης που απορρίπτουν τα συσσωρευμένα τεκτονικά καλύμματα, δημιουργούν συνθήκες ανύψωσης - αναθόλωσης της παλιάς Απουλίας πλάκας που ήταν θαμμένη κάτω από τα κιμμερικά - πελαγονικά πετρώματα. Αυτή η διαδικασία αργότερα (Μειόκαινο-Πλειόκαινο) με τη βοήθεια και της διάβρωσης θα οδηγήσει στην εκταφή - αποκάλυψη των τεκτονικών παράθυρων που αποτελούνται από τα πετρώματα HP/LT μεταμόρφωσης δηλαδή των παλιών ωκεάνιων ιζημάτων (σειρά Αμπελάκια-Όσσα-Πήλιο-Κυκλάδες) και των υποκείμενων ανθρακικών. Βέβαια στις συνθήκες σύγκλισης που δημιουργήθηκαν και την προχώρηση της υποβύθισης της Απουλίας, αναπτύσσονται συνθήκες HP/LT μεταμόρφωσης στα υποβυθιζόμενα ιζήματα της πλάκας (ανάλογα της Ιονίου ζώνης) που θα αποτελέσουν αργότερα τη 2η ζώνη ΗP/LΤ των 25 Ma μεταξύ Νότιας Πελοποννήσου-Κρήτης.
    Την περίοδο Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου η σύγκλιση των λιθοσφαιρικών πλακών μετατοπίσθηκε ακόμη πιο εξωτερικά (νοτιότερα) στην περιοχή νότια της Κρήτης και νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου. Μετατοπίσθηκαν επομένως νότια, έξω από το χώρο του Ελληνικού τόξου και οι συνθήκες συμπίεσης, πτυχώνοντας και λεπιώνοντας τα ιζήματα της Μεσογείου. Άρχισε δηλαδή η δημιουργία της Μεσογειακής Ράχης που αργότερα (σήμερα-μέλλον) θα εξελιχθεί σε νέο πρίσμα επαύξησης-πάχυνσης του φλοιού (σχήμα 39).
    Ταυτόχρονα στο Μειόκαινο-Πλειόκαινο η περιοχή του προηγούμενου πρίσματος επαύξησης (Κρήτη και Νότια Πελοπόννησος) που είχε δημιουργηθεί από τη συμπίεση του Ολιγοκαίνου, υφίσταται πλέον την εφελκυστική τεκτονική, την ανύψωση - αναθόλωση και την κατάρρευση του παχυμένου ηπειρωτικού φλοιού. Τα αποτελέσματα αυτά της εφελκυστικής τεκτονικής Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου οδηγούν στην εκταφή της κάτω πλάκας. Έτσι η ζώνη HP/LT ηλικίας 25 Ma που είχε δημιουργηθεί από την προηγούμενη συμπίεση, όπως και τα κάτω απ΄ αυτή ανθρακικά ιζήματα, αποκαλύπτονται υπό μορφή νέων τεκτονικών παράθυρων στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Ο Πάρνων και ο Ταΰγετος είναι τα δυο μεγάλα τεκτονικά παράθυρα της Πελοποννήσου ενώ στην Κρήτη ο Ψηλορείτης και τα Λευκά Όρη, τα δυο μεγαλύτερα βουνά της νήσου, είναι δυο σπουδαία παράθυρα των πλακωδών ασβεστολίθων και των φυλλιτών (HP/LT) της κάτω πλάκας, ενώ πολλά άλλα μικρότερα όμοια παράθυρα ή ημιπαράθυρα αποκαλύπτονται διάσπαρτα σε όλη την έκταση της Κρήτης.
    Η εφελκυστική αυτή τεκτονική Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου, που θεωρείται ότι συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αποτέλεσμα της υποβύθισης της Μεσογειακής πλάκας κάτω από το Αιγαίο, με τα τεκτονικά παράθυρα που δημιούργησε και την εφελκυστική παραμόρφωση που προκάλεσε στα γύρω από τα παράθυρα πετρώματα, συνιστούν τη Μεσογειακή ορογένεση που φυσικά συνεχίζεται.
    Με τη δημιουργία της Μεσογειακής ορογενετικής λωρίδας στο εξωτερικό τμήμα του Ελληνικού τόξου συμπληρώθηκε το σύνθετο πλέον Ελληνικό ορογενές αποτελούμενο από τρεις διακριτές ορογενετικές λωρίδες: την Κιμμερική, την Αλπική και τη Μεσογειακή από τα εσωτερικά προς τα εξωτερικά του Ελληνικού Τόξου. Το τελευταίο πήρε την οριστική του μορφή από τη συνεχιζόμενη ενεργή αμφιθεατρική βύθιση της Αφρικανικής πλάκας κάτω από το Αιγαίο και τη διαφυγή-επέκταση προς τα ΝΔ του φλοιού του Αιγαίου που συνιστά το παραμορφώσιμο ηπειρωτικό περιθώριο της σύγχρονης-σύνθετης Ευρασιατικής πλάκας.
    Από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως προκύπτει ότι από το Κρητιδικό, οπότε άρχισε η Αλπική ορογενετική δράση, παρατηρείται μια συνεχής μετανάστευση της ορογένεσης προς τα εξωτερικά τμήματα (Δυτικά, Νοτιοδυτικά) του Ελληνικού Ορογενούς. Η σύγκλιση των λιθοσφαιρικών πλακών συνεχώς μετατοπίζεται προς τα έξω. Επομένως μετατοπίζεται προς τα έξω η συμπιεστική τεκτονική ενώ εσωτερικά ασκείται εφελκυστική τεκτονική που οδηγεί σε εκταφή τμήματος της Κάτω πλάκας. Δηλαδή η μετανάστευση προς τα έξω της εκταφής ακολούθησε τη μετανάστευση της συμπίεσης που εκφράζεται με τις δύο ζώνες HP/LΤ. Κάθε φορά η συμπίεση ακολουθείτο από τον εφελκυσμό. Τα βαθύτερα τμήματα φλοιού εκθάβονταν και παραμορφώνονταν εφελκυστικά, ενώ ταυτόχρονα μπροστά στο μέτωπο της σύγκλισης των πλακών άλλα τμήματα του φλοιού συμπιέζονταν και συσσωρεύονταν ως τεκτονικά λέπια, παχύνοντας το φλοιό στο πρίσμα επαύξησης για να ακολουθήσει η κατάρρευση και αυτών αργότερα.
    Η σχηματική απεικόνιση της μετανάστευσης του ορογενούς προς τα έξω δίδεται στο σκαρίφημα του σχήματος 40 στο οποίο δείχνεται ακόμη η σταδιακή μετανάστευση προς τα έξω του πλουτωνισμού και της επακόλουθης ηφαιστειακής δράσης από το Ηώκαινο μέχρι σήμερα.
    Η γεωμετρία και ορισμένα δεδομένα της κινηματικής της παραμόρφωσης στην Κιμμερική ορογένεση αναφέρθηκαν ήδη προηγουμένως και χαρακτηρίσθηκαν ως ανεπαρκή για τον καθορισμό των κινήσεων των πλακών. Για την Αλπική ορογένεση τα δεδομένα που υπάρχουν από τις μέχρι τώρα έρευνες είναι πλήρη για ορισμένες περιοχές της Ελλάδας και ενδεικτικά για τις υπόλοιπες. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια πολύ συνοπτικά σ' αυτά τα δεδομένα και τα συμπεράσματά τους.
    Για το χώρο Ροδόπης και Σεβομακεδονικής της Κιμμερικής Ελλάδας διαπιστώθηκε ότι σε όλη τη διάρκεια της Αλπικής ορογένεσης, δηλαδή Κρητιδικό-Ηώκαινο-Ολιγόκαινο-Μειόκαινο, βρισκόταν υπό την επίδραση εφελκυστικών τάσεων και το μεταμορφωμένο οικοδόμημα τους υφίστατο συνεχείς εφελκυστικές αναθολώσεις και εκταφές των βαθύτερων οριζόντων.
    Η εκταφή άρχισε το Ηώκαινο στη Σερβομακεδονική και την ενότητα Σιδηρόνερου της Ροδόπης συνεχίσθηκε στο Ολιγόκαινο-Μειόκαινο στην Ενότητα Παγγαίου ενώ ακόμη αργότερα συνεχίσθηκε στο χώρο της Πελαγονικής (παράθυρα Ολύμπου-Όσσας) και των Κυκλάδων και στο Μ. Μειόκαινο στην Κρήτη.
    Στη Σερβομακεδονική διαπιστώθηκαν δύο αλπικά εφελκυστικά γεγονότα: το 1ο ηλικίας Κρητιδικού, συμμεταμορφικό ως προς την αμφιβολιτική μεταμόρφωση, με εφελκυσμό διεύθυνσης ΑΒΑ-ΔΝΔ, διατμητική κίνηση συνήθως προς Α και σπανιότερα προς Δ, δημιουργία πλαστικών δομών και γράμμωση έκτασης ίδιας διεύθυνσης, το 2ο ηλικίας Ηωκαίνου, εφελκυστικό γεγονός σε συνθήκες πλαστικές σε βάθος που εξελίσσεται σε θραυστικές στην επιφάνεια με ρήγματα κανονικά που δημιουργούν τις λεκάνες με αντίστοιχα ιζήματα. Η διεύθυνση του εφελκυσμού είναι ΒΑ-ΝΔ, παραπλήσια με του προηγούμενου γεγονότος, με κίνηση προς ΒΑ και ΝΔ που προκαλεί συνεχή αναθόλωση. Ο τεκτονισμός είναι συμμεταμορφικός με την πρασινοσχιστολιθική ανάδρομη μεταμόρφωση.
    Στη Ροδόπη η διεύθυνση του εφελκυσμού είναι σταθερά ΒΑ-ΝΔ με κίνηση σαφή προς ΝΔ, γεγονός που διαπιστώθηκε από πλήθος κριτηρίων διάτμησης, όπως ορυκτολογική γράμμωση έκτασης, διατμητικές ζώνες, S-C υφές κλπ., τα οποία δείχνουν και τις πλαστικές συνθήκες της παραμόρφωσης. Το εφελκυστικό αυτό γεγονός στη Ροδόπη ήταν συνεχές από το Ηώκαινο μέχρι το Μειόκαινο. Η εκταφή της ενότητας Σιδηρόνερου έγινε το Ηώκαινο, ενώ η ενότητα Παγγαίου ήταν μέχρι το Μειόκαινο σε ανυψωτική διαδικασία αλλά θαμμένη κάτω από το Σιδηρόνερο και τη Σερβομακεδονική και υφίστατο την πρασινοσχιστολική μεταμόρφωση Ολιγοκαίνου συνοδευόμενη από τη διατμητική πλαστική εφελκυστική του παραμόρφωση προς τα ΝΔ και ταυτόχρονη αναθόλωση για να αποκαλυφθεί αργότερα (Μ. Μειόκαινο) ως τεκτονικό παράθυρο (core complex) με συνθήκες θραυστικές.
    Οι γρανίτες διείσδυσαν το Ηώκαινο-Ολιγόκαινο-Μειόκαινο στη Σερβομακεδονική και Ροδόπη ως αποτέλεσμα της θέρμανσης του φλοιού από την υποβύθιση της Νέο-Τηθύος κάτω από την Κιμμερική - Ευρασιατική πλάκα. Κατά τη διείσδυση τους σχημάτισαν συντεκτονικά διαπυρικά σώματα σε σχέση με την κύρια πλαστική εφελκυστική παραμόρφωση που ασκείτο εκείνες τις περιόδους στο φλοιό της ενότητας του Παγγαίου. Έτσι οι γρανίτες στην ενότητα αυτή χαρακτηρίζονται από μυλονιτική υφή με κίνηση προς ΝΔ. Αντίθετα οι γρανίτες στην ενότητα του Σιδηρόνερου είναι τελικές διεισδύσεις χωρίς πλαστική παραμόρφωση γιατί η ενότητα αυτή είχε ανυψωθεί και εκταφεί νωρίς το Ηώκαινο.
    H εφελκυστική κίνηση προς τα ΝΔ την αλπική περίοδο Ηωκαίνου-Ολιγοκαίνου ήταν σταθερή σε ολόκληρο σχεδόν τον Εσωτερικό Ελληνικό χώρο, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες που έγιναν σε πολλές περιοχές. Βεβαιώθηκε στη Ροδόπη και Σερβομακεδονική από πλήθος εργασιών όπως προαναφέρθηκε. Διαπιστώνεται στην ευρύτερη ζώνη Αξιού από έρευνες που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Διαπιστώθηκαν στο χώρο των τεκτονικών παράθυρων και των λεπίων της Πελαγονικής επίσης από πλήθος εργασιών καθώς και στους οφειόλιθους Βουρίνου-Πίνδου όπου η εφελκυστική αυτή τεκτονική Ηωκαίνου-Ολιγοκαίνου καθορίσθηκε ως η υπεύθυνη για τη δημιουργία της Μεσοελληνικής αύλακας.
    Στο χώρο των Κυκλάδων η εφελκυστική τεκτονική Ολιγοκαίνου-Μειοκαίνου έχει περίπου την ίδια ΒΑ-ΝΔ διεύθυνση αλλά με κίνηση προς τα ΒΑ. Τέλος στην Κρήτη ο εφελκυσμός Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου ασκείται καθαρά σε διεύθυνση Β-Ν με συμμετρική κίνηση.
    Aυτή η σταδιακή μεταβολή στη διεύθυνση εφελκυσμού από ΒΑ-ΝΔ στην ηπειρωτική Ελλάδα σε Β-Ν στην Κρήτη ακολουθώντας την εξέλιξη Ηωκαίνου-Ολιγοκαίνου-Μειοκαίνου-Πλειοκαίνου προφανώς οφείλεται στη σταδιακή επέκταση του ηπειρωτικού φλοιού στο παραμορφώσιμο ηπειρωτικό περιθώριο του Αιγαίου, που οδηγείται σε μια διαφυγή προς τα ΝΔ και βαθμιαία προς Νότο από την πίεση που ασκεί από το Μειόκαινο η ηπειρωτική περιοχή της Μικράς Ασίας.
    Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω το Ελληνικό Ορογενές είναι σύνθετο από τρεις ορογενετικές λωρίδες: την Κιμμερική, την Αλπική και τη Μεσογειακή που διαμορφώθηκαν αντίστοιχα πριν το Ανω Ιουραισκό η πρώτη, το Κρητιδικο-Παλαιογενές η δεύτερη και το Μειόκαινο-Πλειόκαινο η τρίτη.
    Σε όλη τη διάρκεια της Αλπικής και Μεσογειακής ορογένεσης, δηλαδή από το Κρητιδικό μέχρι το Πλειόκαινο αλλά και μέχρι σήμερα, παρατηρείται μια συνεχής μετανάστευση του τεκτονισμού προς τα εξωτερικά του Ελληνικού τόξου με τις διαδοχικές συμπιέσεις των πετρωμάτων που ακολουθούνται κατά ζώνη από την εφελκυστική τεκτονική, την κατάρρευση του φλοιού και την αποκάλυψη τεκτονικών παράθυρων των βαθύτερων τμημάτων του φλοιού.
    Η μελέτη αυτής της συνεχόμενης και εναλλασσόμενης τεκτονικής διεργασίας οδηγεί στο γενικό συμπέρασμα ότι από την πρώτη περίοδο της Αλπικής ορογένεσης (Κρητιδικό) μέχρι σήμερα όλη η Ελληνική Ενδοχώρα ήταν σε εφελκυσμό και αναθόλωση με ιδιαίτερη ένταση τη δεύτερη Αλπική περίοδο (Ηώκαινο-Ολιγόκαινο). Η συμπιεστική τεκτονική που την περίοδο Ηωκαίνου κυριαρχούσε στο χώρο των Εσωτερικών Ελληνίδων (Περιροδοπική, Αξιού, Πελαγονική, Υποπελαγονική) αντικαθίσταται στις ζώνες αυτές σταδιακά το Ολιγόκαινο-Μέσο Μειόκαινο από εφελκυσμό, ενώ η συμπίεση μεταναστεύει στις Εξωτερικές Ελληνίδες για να αντικατασταθεί στο Μειόκαινο-Πλειόκαινο και εκεί από εφελκυσμό.
http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg871y/ch1.htm
    Μετά τη λήξη της Αλπικής τεκτοορογενετικής διεργασίας, που για τον Ελληνικό χώρο τοποθετείται γενικά στο Μέσο Μειόκαινο, αρχίζει η λεγόμενη νεοτεκτονική δράση, η οποία έδωσε μια σειρά από "νέα" τεκτονικά γεγονότα και διαμόρφωσε το οριστικό σχήμα και την τελική μορφή του συνολικού χερσαίου και θαλάσσιου Ελληνικού χώρου.
    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η νεοτεκτονική δράση θεωρείται ότι περιλαμβάνει γενικά όλα τα τεκτονικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το Νεογενές και Τεταρτογενές, παρ' όλο που δεν υπάρχει μια γενική παραδοχή εκ μέρους όλων των γεωεπιστημόνων για τον καθορισμό του ακριβούς χρονικού ορίου λήξης των Αλπικών και έναρξης των νεοτεκτονικών γεγονότων. Μερικοί μάλιστα επιστήμονες υποστηρίζουν ότι σαν "νεοτεκτονικά” γεγονότα θα πρέπει να θεωρούνται μόνο εκείνα του Τεταρτογενούς και ιδιαίτερα του Ανωτέρου Πλειστοκαίνου και Ολοκαίνου, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την ενεργό (σημερινή) τεκτονική.
    Για τον ευρύτερο Ελληνικό χώρο πάντως γίνεται γενικότερα αποδεκτό ότι όλα τα τεκτονικά φαινόμενα και οι διεργασίες, που έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα μετά την τελική ορογένεση τόσο στην οπισθοχώρα (εσωτερικό) της νέας οροσειράς όσο και στο εξωτερικό μέρος στο χώρο σύγκλισης των σημερινών λιθοσφαιρικών πλακών, ανάγονται στη νεοτεκτονική δράση.
    Όμως, ο διαχωρισμός μεταξύ Αλπικής τεκτονικής διεργασίας και νεοτεκτονικής δράσης είναι απόλυτα αυθαίρετος και έχει γίνει για την ευκολότερη μελέτη των τεκτονικών φαινομένων από τους ερευνητές. Στην πραγματικότητα υπάρχει μια κανονική εξέλιξη του τεκτονισμού από το ένα στάδιο στο άλλο χωρίς κάποιο εμφανές όριο διάκρισης. Η περίοδος μάλιστα αυτού του πιθανού ορίου είναι αυτή που διαφεύγει των μέχρι σήμερα, γεωλογικών παρατηρήσεων και σ' αυτήν επικεντρώνεται σήμερα το επιστημονικό ενδιαφέρον.
    Τα κύρια προβλήματα που ερευνώνται προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω ερωτήματα:
1) Η ορογενετική διαδικασία έληξε πράγματι το Μέσο Μειόκαινο ή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αλλά με σχετικά μειωμένο ρυθμό;
2) Στην περίπτωση της συνέχειας της ορογενετικής διεργασίας η ένταση των τεκτονικών φαινομένων ήταν πράγματι πολύ ισχυρότερη στη διάρκεια των Αλπικών χρόνων, ώστε να προκλήθηκαν ισχυρότερες παραμορφώσεις (πτυχώσεις κ.λπ.) η οι παραμορφώσεις είναι γενικά οι ίδιες και στη σημερινή τεκτονική διαδικασία;
3) Αν πράγματι υπάρχουν διαφορές στην ένταση των τεκτονικών φαινομένων που οφείλεται η μεταβολή - εξασθένηση τους; Ποια στάδια πέρασε αυτή η μεταβολή;
    Γενικά πάντως θεωρείται ότι η νέα τεκτονική κατάσταση προκάλεσε κυρίως ρηξιγενείς δομές επιφανειακές, ενώ αντίστοιχες ισχυρότερες παραμορφώσεις (πτυχές κ.λπ.} δεν είναι τουλάχιστον ορατές σήμερα στην επιφάνεια.
    Για να είναι δυνατή η κατανόηση των παραπάνω Θεμάτων που αναφέρονται στη σχέση Αλπικού τεκτονισμού - Νεοτεκτονικής δράσης - Ενεργού τεκτονικής θα πρέπει να μελετηθεί σωστά το σημερινό γεωτεκτονικό καθεστώς του Ελληνικού χώρου που είναι ακόμα γνωστό ως "γεωτεκτονικό καθεστώς του Ελληνικού τόξου" (σχήμα 41).
    Το Ελληνικό τόξο, που αναφέρεται επίσης και ως Αιγαιακό τόξο, είναι δημιούργημα σύνθετων φαινομένων που προέρχονται από την σύγκλιση των λιθοσφαιρικών πλακών Ευρώπης και Αφρικής. Με τη σύγκλιση αυτή λαμβάνει χώρα βύθιση της πλάκας της Αφρικής κάτω από την Ευρώπη το ενεργό περιθώριο της οποίας αποτελεί ο Ελληνικός χώρος. Η βύθιση πιστεύεται ότι είναι αμφιθεατρική και στο γεγονός αυτό οφείλεται το "τοξοειδές" σχήμα του Ελληνικού τόξου.
    Η διεύθυνση της βύθισης της Αφρικανικής πλάκας υπολογίζεται ότι είναι ΒΒΑ, ενώ η ταχύτητα της βύθισης 2,5 - 3,5 cm/έτος.
    Το Ελληνικό τόξο έχει όλα σχεδόν τα γνωρίσματα ενός τυπικού νησιωτικού τόξου, όπως απεικονίζονται στο σχήμα 8, που δείχνει το γεωτεκτονικό σύστημα σύγκλισης μιας ωκεάνιας πλάκας κάτω από μια ηπειρωτική. Το βασικό ερωτηματικό που πλανάται για το θέμα αυτό είναι εάν στη Μεσόγειο θάλασσα υπάρχει ωκεάνιος φλοιός ή η τελευταία βρίσκεται αποκλειστικά πάνω στον ηπειρωτικό φλοιό του Αφρικανικού περιθωρίου. Από τις γεωφυσικές έρευνες που έγιναν στη Μεσόγειο διαπιστώθηκε ότι σε ορισμένες περιοχές της το πάχος του φλοιού είναι πολύ λεπτό (10-20 km) σε αντίθεση με τις ηπειρωτικές περι-Μεσογειακές περιοχές, όπου το πάχος κυμαίνεται από 24 έως 50 km. Έτσι παρ' όλες τις αμφιβολίες και τις αμφισβητήσεις, γίνεται γενικότερα αποδεκτό ότι υπάρχει ωκεάνιος φλοιός στη Μεσόγειο, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο στο χώρο Νότια από Κρήτη, Ρόδο και Κύπρο (θάλασσα Λεβαντίνου).
    Το γεωλογικό πρόβλημα που παραμένει για τις μελλοντικές έρευνες σχετικά με το θέμα είναι αν ο ωκεάνιος φλοιός της Μεσογείου είναι υπόλειμμα του παλιού ωκεανού της Τηθύος (ή καλύτερα του Νότιου κλάδου της Νεο-Τηθύος) που διέφυγε τον τεκτονισμό και την καταστροφή ή αν πρόκειται για δημιουργία νέου ωκεάνιου φλοιού μετά το κλείσιμο του συστήματος της Τηθύος.
    Τα κύρια μορφοτεκτονικά στοιχεία από τα οποία συγκροτείται το Ελληνικό τόξο (Hellenic arc) και το οποίο όπως είπαμε, αντιστοιχούν στην τυπική εικόνα βύθισης μιας ωκεάνιας πλάκας κάτω από μια ηπειρωτική, είναι τα εξής:
    - Το Εξωτερικό τόξο που ονομάσθηκε από την αρχή από τους γεωφυσικούς "Εξωτερικό ιζηματογενές τόξο" με την ευρεία του έννοια και που για τον Ελληνικό χώρο περιλαμβάνει τις Δυτικές εξωτερικές οροσειρές της ηπειρωτικής Ελλάδας, την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα. Ιδιαίτερα η Κρήτη έχει τη χαρακτηριστική μορφή του πρίσματος επαύξησης. Γεωλογικά το ιζηματογενές τόξο ταυτίζεται στον ηπειρωτικό Ελληνικό χώρο με τις δυτικές εξωτερικές ζώνες αν και δεν σχετίζεται το θέμα των Αλπικών γεωλογικών ζωνών με τη δημιουργία του ενεργού τόξου.
    - Η Ελληνική περιφερειακή τάφρος (Hellenic trench) που περιβάλλει από τα εξωτερικά (κυρτό μέρος) το ιζηματογενές τόξο, από το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τα νότια της Κρήτης και της Ρόδου και αποτελεί σύστημα βαθιών (βάθη 2000 - 5000 m) υποθαλάσσιων βυθισμάτων.
    - Το ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου που βρίσκεται στο εσωτερικό μέρος και αποτελείται από τα ενεργά και Πλειο-Τεταρτογενή ηφαίστεια της Σαντορίνης, της Μήλου, της Νισύρου, των Μεθάνων, της Κρομμυωνίας, των Λιχάδων, της Κω, της Πάτμου, της Αντιπάρου και της Ψαθούρα.
    Τα ηφαίστεια αυτά συνδέονται με τη βύθιση και την τήξη της πλάκας της Αφρικής σε βάθος περίπου 150 km, πίσω από το μέτωπο σύγκλισης των πλακών.
    Από την άποψη του χημισμού η ηφαιστειότητα του τόξου του Αιγαίου είναι ασβεσταλκαλική (calc-alkaline).
    - Η λεκάνη πίσω από το τόξο (back-arc basin) που δημιουργείται από τις εφελκυστικές τάσεις πίσω από το τόξο και ιδιαίτερα πίσω απ' το πρίσμα επαύξησης. Στον Ελληνικό χώρο ταυτίζεται κυρίως με το Κρητικό πέλαγος.
    Συνολικά ο χώρος του Αιγαίου Πελάγους θεωρείται ότι αποτελεί μια κλειστή περιθωριακή θάλασσα (marginal sea) με ηπειρωτικό φλοιό.
    Άλλο μορφοτεκτονικό γνώρισμα του συστήματος αποτελεί η Μεσογειακή ράχη που αποτελεί μια υποθαλάσσια έξαρση του φλοιού και διασχίζει την Ανατολική Μεσόγειο νότια από την Ελληνική περιφερειακή τάφρο, παράλληλα στο Ελληνικό τόξο.
    Το σχήμα 42 δείχνει στερεογραφικά τα βασικά χαρακτηριστικά της βύθισης της Αφρικανικής πλάκας κάτω από το χώρο του Αιγαίου.
    Υπενθυμίζεται ότι η βύθιση της Αφρικανικής πλάκας έχει διαπιστωθεί και έχει καθορισθεί (Papazachos & Comninakis 1969, 1971) από τον προσδιορισμό των εστιών και των μηχανισμών γένεσης των σεισμών ενδιαμέσου βάθους, οι οποίοι διατάσσονται σε μια ζώνη, τη ζώνη Benioff (σχήμα 43).
    Η κλίση της βυθιζόμενης πλάκας (ζώνη Benioff) υπολογίσθηκε λοιπόν από τη χαρτογράφηση των σεισμών ότι είναι 35ο προς ΒΒΑ και η βυθιζόμενη πλάκα έχει φθάσει σε βάθος περί τα 200 km.
    Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι το Ελληνικό τόξο είναι δημιούργημα της σύγκλισης της λιθοσφαιρικής πλάκας της Αφρικής και της Ευρώπης και της βύθισης της πρώτης κάτω από τη δεύτερη. Το σύστημα όμως αυτό της σύγκλισης δεν είναι απλό αλλά ιδιαίτερα σύνθετο.
    Όπως περιγράφηκε και σε προηγούμενα κεφάλαια κατά τη σύγκλιση δύο μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών αποκόπτονται από τα περιθώρια τους μικρότερα τεμάχη τα οποία κινούνται σχετικά ανεξάρτητα και προκαλούν μικροσυγκρούσεις και πιέσεις που καθιστούν το γεωδυναμικό σύστημα πολύπλοκο. Έτσι κατά τη σύγκλιση Αφρικής και Ευρώπης το ηπειρωτικό μικροτέμαχος της Αραβίας, που έχει αποσπασθεί από την Αφρικανική πλάκα δια μέσου του ανοίγματος της Ερυθράς θάλασσας, κινείται προς Βορρά σχετικά ανεξάρτητα και με μεγαλύτερη ταχύτητα από την Αφρική (σχήμα 44). Κατά την κίνηση του αυτή δημιουργείται και το μεγάλο ρήγμα οριζόντιας μετατόπισης του Ιορδάνη - Λιβάνου.
    Με την προς Βορρά γρήγορη κίνηση της η Αραβική μικροπλάκα πιέζει το Ευρασιατικό περιθώριο στο χώρο της Μικράς Ασίας, η οποία σαν μια άλλη ανεξάρτητη μικροπλάκα (Τουρκική μικροπλάκα) αναγκάζεται να κινηθεί με κατεύθυνση από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά και να πιέζει το χώρο του Αιγαίου που ωθείται σε κίνηση ελαφρά Νοτιοδυτική (σχήμα 45).
    Η κίνηση της Τουρκικής μικροπλάκας προς τα Δυτικά πραγματοποιείται δια μέσου του μεγάλου δεξιόστροφου ρήγματος οριζόντιας μετατόπισης της Βόρειας Ανατολίας (North Anatolian fault).
    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι στην αρχική θεμελίωση της θεωρίας της σύγκρουσης των ηπείρων Αφρικής και Ευρασίας στο χώρο της Μεσογείου, προτάθηκε από τον McKenjie (1970), ότι στο όριο αυτό συνωθούνται πολλές μικροπλάκες, στις οποίες δόθηκαν διάφορα ονόματα (Τουρκική, Αιγαιακή κ.λ.π.), που φαίνονται στο σχήμα 46 με δεσπόζουσα τη σημασία της Αιγαιακής μικροπλάκας που κυρίως σχηματίζει το Ελληνικό τόξο.
    Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι στην διαμόρφωση και εξέλιξη του Ελληνικού τόξου συνέβαλε όχι μόνο απλά η βύθιση της Αφρικανικής πλάκας κάτω από την Ευρασιατική, αλλά και οι τάσεις που αναπτύσσονται πλευρικά.
    Οι σεισμολογικές μελέτες, αλλά και οι διάφορες γεωλογικές (νεοτεκτονικές) έρευνες απέδειξαν ότι στο εξωτερικό (κυρτό) μέρος του Ελληνικού τόξου ασκούνται ισχυρές συμπιεστικές τάσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την παραμόρφωση των ιζημάτων στην περιφερειακή τάφρο, αλλά και στο εξωτερικό κράσπεδο του ιζηματογενούς τόξου. Οι παραμορφώσεις αυτές είναι κυρίως ανάστροφα ρήγματα που διαπιστώνονται μέσα στα νέα θαλάσσια ιζήματα νότια της Κρήτης και Πελοποννήσου με γεωφυσικές μεθόδους και βαθιές γεωτρήσεις, αλλά και με υπαίθριες παρατηρήσεις πάνω στα πετρώματα των Ιόνιων νησιών.
    Αντίθετα, σε όλο το χώρο εσωτερικά του Ελληνικού τόξου από την Κρήτη μέχρι Βόρεια στη Μακεδονία - Θράκη σ' ολόκληρο το Αιγαίο και τον ηπειρωτικό χώρο, ασκούνται εφελκυστικές τάσεις, όπως διαπιστώνεται τόσο από τους μηχανισμούς γένεσης των σεισμών, όσο και από γεωλογικές παρατηρήσεις, αλλά και από in situ γεωφυσικές μετρήσεις των τάσεων που ασκούνται ενεργά στα πετρώματα.
    Οι εφελκυστικές τάσεις έχουν γενική διεύθυνση Βορράς-Νότος (σχήμα 41,σχήμα 47) και προκαλούν κανονικά ρήγματα, κυρίως Ανατολικής-Δυτικής διεύθυνσης (σχήμα 48).
    Εκτός όμως από τα ρήγματα γενικής διεύθυνσης Α-Δ με τις ίδιες εφελκυστικές τάσεις επαναδραστηριοποιούνται και παλιότερα ρήγματα άλλων διευθύνσεων, που είχαν δημιουργηθεί σε άλλες γεωλογικές περιόδους με διαφορετικής διεύθυνσης τάσεις. Κυρίως πρόκειται για ρήγματα ΒΔ-ΝΑ διεύθυνσης αποτέλεσμα προγενέστερης τεκτονικής φάσης (βλέπε παρακάτω), τα οποία ξανασπάνε λόγω του ότι αποτελούν ήδη ασθενικές γραμμές διαρραγής.
    Αποτέλεσμα των ασκούμενων εφελκυστικών τάσεων και των κανονικών ρηγμάτων που προκαλούν είναι να δημιουργηθούν αλλεπάλληλοι τεκτονικοί τάφροι και τεκτονικά κέρατα τόσο κατά διεύθυνση Α-Δ, όσο και παράλληλα και ακτινωτά στο Ελληνικό τόξο.
    Όλοι σχεδόν οι πρόσφατοι και ιστορικοί σεισμοί που έγιναν στον Εσωτερικό Ελληνικό χώρο οφείλονται σε τέτοια κανονικά ρήγματα.
    Εξαίρεση αποτελούν τα ρήγματα στην τάφρο του Βορείου Αιγαίου, τα οποία εμφανίζονται με ισχυρή οριζόντια συνιστώσα δεξιόστροφη (σχήμα 49), σχετιζόμενα ίσως με το ρήγμα της Βόρειας Ανατολίας, καθώς και πιθανόν ορισμένα άλλα ανάλογα φαινόμενα στο χώρο των Νότιων Κυκλάδων.
    Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι πολύ κοντά στο όριο σύγκρουσης των λιθοσφαιρικών πλακών, δηλαδή αμέσως εσωτερικά του Ελληνικού τόξου, υπάρχουν σεισμολογικές μελέτες (Παπαζάχος et al. 1986) που διαπιστώνουν ότι ο εφελκυσμός έχει διεύθυνση κατά θέσεις Α-Δ κάθετη στο τόξο.
    Όσον αφορά την προς Βορρά επέκταση του τόξου βύθισης της Αφρικανικής πλάκας κάτω από την Ευρώπη πιστεύεται ότι αυτό φθάνει μέχρι την περιοχή Ζακύνθου-Κεφαλονιάς (σχήμα 41 και σχήμα 45). Μέχρι τη θέση αυτή τα φαινόμενα βύθισης είναι εμφανή. Βορειότερα κατά μήκος των ακτών της Ηπείρου και της Αλβανίας προς την Αδριατική θεωρείται ότι δεν λαμβάνει χώρα βύθιση (subduction), αλλά απλώς ηπειρωτική σύγκρουση που συνοδεύεται από έντονα συμπιεστικά φαινόμενα. Ένα πιθανό ρήγμα μετασχηματισμού διαφοροποιεί τις συνθήκες Βόρεια και Νότια της θέσης Ζακύνθου-Κεφαλονιάς-Λευκάδας (σχήμα 45). Παρ' όλα αυτά υπάρχουν ορισμένοι επιστήμονες που πιστεύουν ότι η βύθιση της Αφρικανικής πλάκας συνεχίζεται και βορειότερα και εντάσσουν την Πλειο-Τεταρτογενή ηφαιστειότητα της Αλμωπίας στα φαινόμενα της βύθισης αυτής.
    Το σημερινό γεωτεκτονικό καθεστώς του Αιγαίου και του Ελληνικού τόξου με τη βύθιση της πλάκας της Αφρικής κάτω από την Ευρασιατική λιθόσφαιρα άρχισε να διαμορφώνεται στο Μέσο Μειόκαινο, δηλαδή πριν 10 Ma.
    Στα πλαίσια των νεοτεκτονικών μελετών που έγιναν την τελευταία δεκαπενταετία δύο τάσεις αναπτύχθηκαν στις απόψεις των γεωεπιστημόνων. Η μια τάση υποστηρίζει ότι όλα αυτά τα 10 εκατομμύρια χρόνια ο Ελληνικός χώρος εσωτερικά του τόξου βρισκόταν συνεχώς σε εφελκυσμό με τον οποίο συνδέεται η συνεχής λέπτυνση της κρούστας από 50 km πάχος σε 24 km.
    Η δεύτερη ομάδα επιστημόνων υποστηρίζει ότι οι συμπιεστικές τάσεις στα εξωτερικά του Ελληνικού τόξου ήταν συνεχής, όμως στα εσωτερικά η εφελκυστική διαδικασία δεν ήταν συνεχής, αλλά διακόπηκε και από μια περίοδο συμπιεστικών τάσεων στα όρια Πλειο-Πλειστοκαίνου (σχήμα 50). Η φάση αυτή συμπίεσης ανιχνεύεται με την παρατήρηση ορισμένων ανάστροφων ρηγμάτων και κάμψεων των πετρωμάτων σε πολλές περιοχές του Αιγαίου και του ηπειρωτικού χώρου. Θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι οι επιστήμονες που στηρίζουν την πρώτη άποψη δεν θεωρούν ότι τα συμπιεστικά αυτά φαινόμενα καθορίζονται από λιθοσφαιρικές τάσεις. Αντίθετα παραδέχονται ότι είναι φαινόμενα που συνδέονται με μεγάλης έκτασης εφελκυστικά επεισόδια ή αντίστοιχα περιστροφής και ότι είναι σποραδικά χωρίς να αποτελούν ενιαία σύνολα ώστε να τεκμηριώνουν συμπιεστικές τεκτοφάσεις.
    Ανεξάρτητα αν υπήρξε ή όχι κάποια ενδιάμεση συμπιεστική διεργασία στον εσωτερικό χώρο του Αιγαίου, σημασία έχει ότι ο χώρος αυτός δοκιμάσθηκε κατά βάση από έντονες εφελκυστικές τάσεις, οι οποίες σήμερα μεν έχουν γενική διεύθυνση Βορρά-Νότο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, στο άμεσο όμως παρελθόν δηλαδή στο Πλειόκαινο οι τάσεις είχαν διαφορετική διεύθυνση και συγκεκριμένα ΒΑ-ΝΔ (σχήμα 51). Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κανονικών ρηγμάτων και η ανάπτυξη τάφρων-λεκανών κατά την ΒΔ-ΝΑ διεύθυνση, παράλληλα δηλαδή στην Αλπική διάταξη. Αναφέρονται οι λεκάνες Πτολεμαΐδας-Φλώρινας, Θεσσαλονίκης-Αξιού, Στρυμώνα κ.ά.
    Είναι ακόμη γενικότερα αποδεκτό - δείχθηκε με παλαιομαγνητικές μετρήσεις - ότι η Ελληνική χερσόνησος περιστράφηκε δεξιόστροφα από το Μειόκαινο μέχρι σήμερα  κατά 30ο περίπου γύρω από ένα πόλο, ο οποίος βρίσκεται στην Αδριατική (40ο Ν - 18ο Ε).
    Με βάση τις πολύπλευρες γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες η νεοτεκτονική και παλαιογεωγραφική εξέλιξη του ευρύτερου Ελληνικού χώρου μπορεί να συνοψισθεί στα παρακάτω στάδια

Α - Περίοδος Ανωτέρου Μειόκαινου - Κατωτέρου Πλειόκαινου.
    Στο Ανώτερο Μειόκαινο η ηπειρωτική Ελλάδα ήταν ενωμένη με το χώρο του Αιγαίου, που επίσης ήταν ξηρά, καθώς και με τη Μικρά Ασία, διαπίστωση που γίνεται με τα παλαιοντολογικά ευρήματα που πιστοποιούν τη μετακίνηση μεγάλων θηλαστικών ζώων.
    Ισχυρές συμπιεστικές τάσεις ασκούνται σ' ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο με αποτέλεσμα την πρώτη διαμόρφωση του Ελληνικού τόξου, ενώ βορειότερα λειτουργούσε η Παρατηθύς θάλασσα. Ρήγματα ανάστροφα και οριζόντιας μετατόπισης με διευθύνσεις ΒΒΑ-ΝΝΔ και ΒΔ-ΝΑ διαπιστώνονται στα Ιόνια νησιά.

Β - Περίοδος Πλειόκαινου.
    Το εξωτερικό μέρος του Ελληνικού τόξου ήταν μάλλον ανενεργό με συνεχή καταβύθιση και θαλάσσια ιζηματογένεση.
    Στον εσωτερικό χώρο του Αιγαίου αναπτύσσεται ένα εκτεταμένο εφελκυστικό πεδίο με τάσεις διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Αποτέλεσμα αυτών είναι η δημιουργία ρηγμάτων κανονικών γενικής διεύθυνσης ΒΔ-ΝΑ, καθώς και η επαναδραστηριοποίηση παλιότερων τεκτονικών γραμμών της ίδιας αυτής Διναρικής διεύθυνσης.
    Σχηματίσθηκαν έτσι οι μεγάλες τάφροι του Ελληνικού χώρου (Πτολεμαΐδας-Φλώρινας, Θεσσαλονίκης-Αξιού, Στρυμώνα, Λοκρίδας, Κορίνθου κ.ά.), οι οποίες αναπτύσσονται σε ταφρογενείς λεκάνες με απόθεση μεγάλου πάχους ιζημάτων Πλειοκαίνου-Τεταρτογενούς,

C - Περίοδος Πλειο-Πλειστοκαίνου - Κάτω Πλειστοκαίνου.
    Συμπιεστικά φαινόμενα διακόπτουν την περίοδο εφελκυσμού στον Εσωτερικό Αιγαιακό χώρο. Συμπιεστικές επίσης τάσεις ασκούνται και στον Εξωτερικό Ελληνικό χώρο με ανάστροφα ρήγματα.
    Αποτέλεσμα των συμπιέσεων θεωρήθηκε η απόσυρση της θάλασσας από το Αιγαίο και ο σχηματισμός μεγάλων λιμνών με πανίδα προέλευσης Κασπίας - Μαύρης
θάλασσας.

D - Περίοδος Μέσο Πλειστόκαινου - Σήμερα.
    Στο εξωτερικό μέρος του τόξου συνεχίζουν τη δράση οι συμπιεστικές τάσεις με το σχηματισμό ανάστροφων ρηγμάτων. Οι ίδιες αυτές συμπιεστικές τάσεις ασκούνται μέχρι σήμερα και προκαλούν μεγάλους σεισμούς οι μηχανισμοί γένεσης των οποίων δείχνουν ανάστροφη κίνηση. Η διεύθυνση των συμπιεστικών τάσεων είναι γενικά ΒΑ-ΝΔ ή ΒΒΑ-ΝΝΔ.
    Στον εσωτερικό Ελληνικό χώρο ασκούνται εφελκυστικές τάσεις κατά γενική διεύθυνση Β-Ν με σχηματισμό κανονικών ρηγμάτων - τάφρων με μεγάλες καταβυθίσεις. Αποτέλεσμα η οριστική καταβύθιση της "Αιγηίδας" με κάλυψη του χώρου της από το Αιγαίο Πέλαγος. Η δράση των εφελκυστικών τάσεων προκαλούν συνεχείς σεισμούς επιφανειακούς σε κανονικά ρήγματα.
    Όσον αφορά τα συμπιεστικά φαινόμενα του Κάτω Πλειστοκαίνου είναι πιθανόν να οφείλονται σε επίδραση συμπιεστικών τάσεων στα πλευρά του Ελληνικού τόξου, οι οποίες τάσεις επηρέασαν και ορισμένες περιοχές στο εσωτερικό του τόξου. Οι συμπιεστικές αυτές τάσεις ίσως να προέρχονται από κάποια αλλαγή στην ταχύτητα κίνησης των πλακών Αφρικής και Ευρασίας ή σε κάποια πιθανή εντονότερη κίνηση της Τουρκικής πλάκας κατά μήκος του ρήγματος της Βόρειας Ανατολίας.
    Στο σχήμα 56 δίνεται σε χάρτη - σκαρίφημα η εξέλιξη του Ελληνικού τόξου από την αρχική του διαμόρφωση στο Ανώτερο Μειόκαινο μέχρι σήμερα, καθώς και μια πρόβλεψη για τις μελλοντικές θέσεις στις οποίες πιθανόν να εξελιχθεί το τόξο.

    Η παραπάνω μελλοντική εξέλιξη του Ελληνικού τόξου αναπαριστάνεται και στις τομές του σχήματος 57, στις οποίες δείχνονται η σημερινή γεωδυναμική κατάσταση  με τη βύθιση της πλάκας της Αφρικής κάτω από το Αιγαίο, τον έντονο εφελκυσμό στο χώρο του Αιγαίου και την ανύψωση της Κρήτης. Δείχνονται επίσης η μελλοντική αναπόφευκτη σύγκρουση της Κρήτης με τη Λιβύη  που πιθανόν να συνοδευθεί από κατακόρυφη πλέον βύθιση της Αφρικανικής πλάκας και από κάποια διάρρηξη της πλάκας του Αιγαίου λόγω των ισχυρών εφελκυστικών τάσεων στην περιοχή πίσω από το τόξο (back-arc basin). Η πιθανή αυτή μελλοντική μεταβολή του γεωδυναμικού καθεστώτος της Ανατολικής Μεσογείου ίσως εξελιχθεί σε αντίστροφη βύθιση της πλάκας του Αιγαίου κάτω από τον ενιαίο ηπειρωτικό πλέον χώρο Κρήτης-Μεσογείου-Λιβύης  κατά μήκος της νέας διάρρηξης στην περιοχή πίσω από το τόξο.
    Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενα κεφάλαια το Ελληνικό τόξο με όλα τα γεωδυναμικά και μορφοτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι μεν το πιο αντιπροσωπευτικό και πιο τυπικά διαμορφωμένο τόξο στο χώρο σύγκλισης της Αφρικανικής πλάκας με την Ευρασιατική, δεν είναι όμως το μοναδικό. Στο χώρο της Μεσογείου σε άμεση γειτονία με το Ελληνικό τόξο επίσης καλά διαμορφωμένο είναι το τόξο της Καλαβρίας (περι-Τυρρηνιακό ορογενετικό τόξο) στο χώρο της Νότιας Ιταλίας-Σικελίας με τα γνωστά ενεργά ηφαίστεια. Πιο ανατολικά βρίσκεται το τόξο της Κύπρου για το οποίο οι μέχρι σήμερα έρευνες δεν έφεραν αποδείξεις ότι είναι σε ενεργό κατάσταση.
    Το σχήμα  είναι μια συνοπτική σύνθεση της ενεργού κατάστασης, της νεοτεκτονικής εξέλιξης και των Αλπικών τεκτονικών στοιχείων του τόξου της Καλαβρίας στα πλαίσια του ευρύτερου χώρου της Κεντρο-Δυτικής Μεσογείου.
   

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ..Μέρος Β΄

Γεωτεκτονική διαίρεση της Ελλάδας




Οι Ελληνικές οροσειρές που ανήκουν στο Διναρικό κλάδο του Αλπικού συστήματος αλύσεων ορέων, υποδιαιρούνται σε γεωτεκτονικές ζώνες η κάθε μία από τις οποίες συνίσταται από ορισμένη στρωματογραφική διαδοχή των ιζημάτων της, από τους ιδιαίτερους λιθολογικούς χαρακτήρες της και από την ιδιαίτερη τεκτονική της συμπεριφορά, στοιχεία γενικά που εξαρτώνται από την παλαιογεωγραφική της θέση.

Οι Ελληνικές γεωτεκτονικές ζώνες, οι οποίες συνηθίστηκε να λέγονται απλά "Ελληνίδες ζώνες", είναι από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά οι εξής

1) Η μάζα της Ροδόπης

2) Η Σερβομακεδονική μάζα

3) Η Περιροδοπική ζώνη

4) Η ζώνη Παιονίας

5) Η ζώνη Πάικου Οι τρεις αυτές ζώνες είναι περισσότερο γνωστές

6) Η ζώνη Αλμωπίας με το κοινό όνομα ζώνη Αξιού.

7) Η Πελαγονική ζώνη

8) Η Αττικοκυκλαδική ζώνη

9) Η Υποπελαγονική ζώνη ή ζώνη Ανατολικής Ελλάδας

10) Η ζώνη Παρνασσού-Γκιώνας

11) Η ζώνη Ωλονού-Πίνδου

12) Η ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης

13) Η Αδριατικοϊόνιος ζώνη

14) Η ζώνη Παξών ή Προαπουλία

Εκτός από τις παραπάνω δεκατέσσερις ζώνες, αναφέρονται ακόμη σαν διακριτές γεωτεκτονικές μονάδες η Ενότητα "Ταλέα όρη - πλακώδεις ασβεστόλιθοι" που μάλλον ανήκει στην Αδριατικοϊόνιο ζώνη, καθώς και η Ενότητα Βοιωτίας, που πιθανόν είναι τμήμα της Υποπελαγονικής ζώνης.

Από τις γεωτεκτονικές ζώνες της Ελλάδας οι μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής θεωρούνται ότι αποτελούν την "Ελληνική Ενδοχώρα", οι ζώνες Περιροδοπική, Παιονίας, Πάικου, Αλμωπίας, Πελαγονική, Αττικοκυκλαδική και Υποπελαγονική ονομάζονται "Εσωτερικές Ελληνίδες" και οι ζώνες Παρνασσού-Γκιώνας, Ωλονού-Πίνδου, Γαβρόβου-Τρίπολης, Αδριατικοϊόνιος και Παξών ονομάζονται "Εξωτερικές Ελληνίδες".



Συγκριτική παλαιογεωγραφική και τεκτοορογενετική εξέλιξη των Ελληνίδων



Οι μάζες της Ροδόπης και Σερβομακεδονικής της Ελληνικής Ενδοχώρας, που συγκροτούνται κυρίως από προ-Αλπικά κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα, είναι τμήματα παλιού ηπειρωτικού φλοιού. Τα λίγα Αλπικά ιζήματα των δύο ζωνών είναι τυπικά νηριτικά, γεγονός που δείχνει ότι στους Αλπικούς χρόνους η Ελληνική Ενδοχώρα ήταν ρηχή θάλασσα ενώ μεγάλο μέρος αυτής ήταν χέρσος.

Η Περιροδοπική ζώνη παλαιογεωγραφικά αντιπροσώπευε την ηπειρωτική κατωφέρεια από τις ηπειρωτικές μάζες της Ελληνικής Ενδοχώρας (Ροδόπη και Σερβομακεδονική) προς την ωκεάνια περιοχή της ζώνης Αξιού. Η ηπειρωτική κατωφέρεια κατέληγε σε μια βαθιά αύλακα περιφερειακή της ηπειρωτικής μάζας με ιζήματα βαθιάς θάλασσας.

Η ζώνη Αξιού παρ' όλη τη διαίρεση της σε τρεις επί μέρους ζώνες με διαφοροποιημένους παλαιογεωγραφικούς χαρακτήρες, θεωρείται ως ενιαία παλιά ωκεάνια περιοχή από όπου προήλθαν οι οφειόλιθοι, με ιζηματογένεση τυπική βαθιάς θάλασσας.

Νηριτική ιζηματογένεση είχαν κατά τους Αλπικούς χρόνους τόσο η Πελαγονική ζώνη, όσο και η Αττικοκυκλαδική, που ήταν ηπειρωτικά τεμάχη με ρηχή θάλασσα.

Η Υποπελαγονική ζώνη αποτελεί τη δυτική ζώνη των οφειολίθων της Ελλάδας και πιστεύεται ότι μαζί με τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου αντιπροσώπευαν μια παλιά ωκεάνια περιοχή με ιζήματα αβυσικά-πελαγικά, ενώ ιδιαίτερα η Υποπελαγονική καθορίσθηκε ότι περιλαμβάνει και το χώρο της κατωφέρειας της Πελαγονικής προς τον ωκεανό.

Οι Εξωτερικές Ελληνίδες ζώνες Παρνασσού-Γκιώνας, Γαβρόβου-Τρίπολης, Αδριατικοϊόνιος και Παξών τοποθετούνται στην Απουλία μικροπλάκα, που αποσπάσθηκε από την Γκοντβάνα και αντιπροσωπεύουν περιοχές συνεχούς ηπειρωτικής νηριτικής ιζηματογένεσης κατά τους Αλπικούς χρόνους. Σχετική διαφοροποίηση παρατηρείται στην ιζηματογένεση της Αδριατικοϊονίου ζώνης που είχε, κυρίως, κατά την περίοδο του Μέσου-Ανω Ιουρασικού, χαρακτήρες ηπειρωτικής λεκάνης, όπου αποτέθηκαν πελαγικά-ημιπελαγικά ιζήματα".

Σύμφωνα με την παλαιογεωγραφική οργάνωση που προτάθηκε για τον Ελληνικό χώρο από τους Aubouin (1959, 1965) και Mercier (1968), η συγκριτική παλαιογεωγραφική εξέλιξη των Ελληνίδων ζωνών, που από την άποψη της προ-ορογενετικής τους παλαιογεωγραφίας χαρακτηρίζονται ως Ελληνικές ισοπικές ζώνες, μπορεί να συνοψισθεί για τους Αλπικούς χρόνους στα παρακάτω:

Κατά το Τριαδικό η ιζηματογένεση θεωρείται σχετικά ομοιόμορφη νηριτική για ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο που βρίσκονταν κάτω από τη στάθμη της θάλασσας της Τηθύος. Από το Ανω Τριαδικό αρχίζει η διαμόρφωση των χώρων βαθύτερης ιζηματογένεσης που ήταν η αύλακα της ζώνης Παιονίας και η αύλακα της ζώνης Ωλονού-Πίνδου, όπου και αποθέτονται ιζήματα πελαγικά.

Στο Λιάσιο (Κάτω Ιουρασικό) διαμορφώνονται σε χώρους πελαγικής ιζηματογένεσης η ζώνη Αλμωπίας και η Αδριατικοϊόνιος ζώνη, όπου από το Δογγέριο (Μέσο Ιουρασικό) αποθέτονται πελαγικά-ημιπελαγικά ιζήματα (σχιστοκερατολιθική διάπλαση, πελαγικοί ασβεστόλιθοι), όπως και στις ζώνες Παιονίας και Πίνδου. Αντίθετα στις υπόλοιπες ισοπικές ζώνες εξακολουθεί η νηριτική ανθρακική ιζηματογένεση (ασβεστόλιθοι, δολομίτες κ.λπ.).

Την περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού εκδηλώνεται η ονομαζόμενη πρώιμη ορογενετική δράση που πλήτει τις Εσωτερικές Ελληνικές ζώνες και προκαλεί πτύχωση των σχηματισμών τους. Ταυτόχρονα προκαλείται απόσυρση της θάλασσας και προσωρινή ανάδυση των Εσωτερικών ζωνών και χέρσευση αυτών κατά το Κάτω Κρητιδικό. Η διακοπή αυτή της ιζηματογένεσης που μεταφράσθηκε σε συγκεκριμένο στρωματογραφικό κενό κατά το Κάτω Κρητιδικό στις Εσωτερικές ζώνες, δεν έλαβε χώρα στις Εξωτερικές ζώνες, όπου η ιζηματογένεση συνεχίσθηκε αδιάκοπη χωρίς στρωματογραφικό κενό.

Στο Μέσο Κρητιδικό η στάθμη της θάλασσας ανήλθε και κάλυψε και πάλι το χώρο των Εσωτερικών Ελληνίδων με τη λεγόμενη Μέσο-Ανω Κρητιδική επίκλυση της θάλασσας ή "επίκλυση του Κενομανίου", η οποία απέθεσε τα Μέσο-Ανω Κρητιδικά στρώματα με ασυμφωνία πάνω στους πτυχωμένους προ-Κρητιδικούς σχηματισμούς. Σε πολλές περιοχές η έναρξη της επίκλυσης σημαδεύεται από την απόθεση ως πρώτου στρώματος ενός κροκαλοπαγούς επίκλυσης (κροκαλοπαγές βάσης) το οποίο παρατηρείται μόνο στις Εσωτερικές ζώνες και όχι στις Εξωτερικές, όπου η ιζηματογένεση συνεχίσθηκε αδιατάρακτη.

Στο Ανω Κρητιδικό η ιζηματογένεση συνεχίζεται πελαγική, κυρίως με πυριτικούς πλακώδεις ασβεστόλιθους, στις αύλακες και ανθρακική νηριτική στις ζώνες-υβώματα.

Στο Ανώτερο Κρητιδικό αρχίζει κατά ζώνες η απόθεση του τελικού φλύσχη που διήρκησε κατά ζώνη μέχρι το Μειόκαινο. Σχεδόν ταυτόχρονα, δηλαδή στο Τέλος Κρητιδικού - αρχές Τριτογενούς αρχίζει η τελική ορογενετική διεργασία των Ελληνίδων που οδηγεί στην οριστική τους ανάδυση. Το ορογενετικό κύμα αρχίζει από τα Ανατολικά από το όριο Ενδοχώρας - Εσωτερικών ζωνών και σταδιακά προωθείται προς τα Δυτικό στις Εξωτερικές ζώνες. Η ανάδυση των ισοπικών ζωνών γίνεται η μια μετά την άλλη και ακολουθεί την απόθεση του φλύσχη, που αποθέτεται σε κάθε ζώνη από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά σταδιακά αργότερα. Για το λόγο αυτό ο φλύσχης θεωρείται για τον Ελληνικό χώρο ως το τελευταίο Αλπικό ίζημα. Έτσι η ανάδυση των Εσωτερικών ζωνών γενικά τοποθετείται στο Τέλος Κρητιδικού - Αρχές Παλαιοκαίνου, ενώ η Υποπελαγονική ζώνη πιστεύεται ότι αναδύθηκε στο Ανω Ηώκαινο, όπως και η ζώνη Παρνασσού-Γκιώνας. Η ανάδυση της Πίνδου έγινε στο Κάτω Ολιγόκαινο, της ζώνης Γαβρόβου-Τρίπολης στο Ανω Ολιγόκαινο, της Αδριατικοϊονίου στο Κάτω Μειόκαινο και της ζώνης Παξών στο Τέλος Μειόκαινου - Κάτω Πλειόκαινο.

Η τεκτονική δομή των Ελληνίδων ζωνών συγκροτείται γενικά από αλλεπάλληλα τεκτονικά καλύμματα και λέπια, τα οποία επωθούνται το ένα πάνω στο άλλο από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά. Η εξέλιξη των τεκτονικών φαινομένων που κατέληξε στη συγκρότηση των επωθημένων λεπιών και καλυμμάτων προκλήθηκε από τη μετακίνηση των ορογενών από τα Εσωτερικά τόξα προς τα Εξωτερικά, μετακίνηση που συνδυάστηκε με την άσκηση ισχυρών συμπιεστικών τάσεων στο χώρο της εκάστοτε ορογενετικής λωρίδας. Οι συμπιεστικές τάσεις οφείλονταν φυσικά στο γενικό γεωδυναμικό σύστημα προσέγγισης και σύγκρουσης των μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών Ευρασίας και Γκοντβάνας και της καταστροφής του ωκεανού της Τηθύος.

Αποτέλεσμα των συμπιεστικών τάσεων είναι η δημιουργία πτυχών και ανάστροφων ρηγμάτων με επωθήσεις και εφιππεύσεις στην ορογενετική λωρίδα. Πιο συγκεκριμένα τα τεκτονικά αυτά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα τόσο στην περιφερειακή τάφρο, όσο και στο εξωτερικό χείλος του νησιωτικού τόξου, με αποτέλεσμα την πτύχωση των ιζημάτων της τάφρου και τη συγκόλλησή τους στην ηπειρωτική μάζα. Στη συμπιεστική αυτή διαδικασία οι πτυχές που σχηματίζονται τοποθετούνται με τους κύριους άξονες κάθετους στη διεύθυνση των συμπιεστικών τάσεων, που είναι βέβαια και η διεύθυνση σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών. Επομένως οι πτυχές έχουν γενικό προσανατολισμό κατά μήκος του ορογενετικού τόξου και παράλληλα σ' αυτό. Στους κατώτερους ορίζοντες, που αντιπροσωπεύουν τα βυθιζόμενα ιζήματα κατά τη διαδικασία της βύθισης της πλάκας (subduction), λαμβάνει χώρα ισχυρή παραμόρφωση βάθους με δημιουργία ανισοπαχών πτυχών ισοκλινών ή πολύ κλειστών. Οι πτυχές αυτές σχηματίζονται ταυτόχρονα με τη μεταμόρφωση των πετρωμάτων (συμμεταμορφικές πτυχές) και συνοδεύονται από ανάπτυξη φύλλωσης ή σχιστότητας παράλληλα στα αξονικά επίπεδα των πτυχών. Στους ανώτερους ορίζοντες των ιζημάτων της τάφρου που δεν βυθίζονται σε μεγάλα βάθη η παραμόρφωση είναι επιφανειακή (λιγότερο ισχυρή) και οι σχηματιζόμενες πτυχές είναι ανοιχτές, ισοπαχείς και συνοδεύονται από ρήγματα. Η μεταμόρφωση στην επιφανειακή παραμόρφωση συνήθως απουσιάζει ή είναι πολύ ασθενική.

Με τις παραπάνω γεωτεκτονικές διεργασίες σχετίζονται οι φάσεις πτυχώσεων που διαπιστώθηκαν και διαχωρίστηκαν στον Ελληνικό χώρο. Οι ισοκλινείς και υποϊσοκλινείς-κλειστές πτυχές των φάσεων JE1 και JE2 του Ανωτέρου Ιουρασικού και Κάτω Κρητιδικού αντίστοιχα που μελετήθηκαν στις Εσωτερικές ζώνες, είναι φαινόμενα παραμόρφωσης βάθους που έλαβαν χώρα κατά τη βύθιση και καταστροφή της Τηθύος και συνοδεύονται από μεταμόρφωση και ανάπτυξη σχιστότητας κατά αξονικό επίπεδο. Οι ανοιχτές, ισοπαχείς πτυχές και οι knick πτυχές των φάσεων CT1, CT2, CT3, του Τριτογενούς αντιπροσωπεύουν μάλλον τις σχετικά επιφανειακές παραμορφώσεις που έλαβαν χώρα είτε στην περιφερειακή τάφρο κατά την ενδεχόμενη μετανάστευση προς τα Εξωτερικά της διαδικασίας βύθισης, είτε στον ηπειρωτικό χώρο κατά την τελική ηπειρωτική σύγκρουση και συνοδεύονται από ασθενική μεταμόρφωση μόνο κατά περιοχές.



Γεωδυναμικά μοντέλα που έχουν προταθεί για την εξέλιξη του συστήματος της Τηθύος στον Ελληνικό και στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο



Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν σε προηγούμενο κεφάλαιο σχετικά με τη γεωτεκτονική εξέλιξη του Αλπικού συστήματος της Τηθύος, ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν τους γεωεπιστήμονες τα τελευταία χρόνια ήταν η ακριβής θέση του ωκεανού της Τηθύος. Ειδικότερα για τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδας το πρόβλημα εντοπίσθηκε από την αρχή της διάδοσης και εφαρμογής της νέας θεωρίας των λιθοσφαιρικών πλακών στο θέμα, με ποια από τις γεωτεκτονικές ζώνες της Ελλάδας ταυτίζεται ο ωκεανός της Τηθύος ή καλύτερα ποια ζώνη έχει τους σχηματισμούς που αντιπροσωπεύουν τον κατεστραμμένο ωκεάνιο φλοιό της Τηθύος.

Η πρώτη τάση που αναπτύχθηκε στους γεωεπιστήμονες τη δεκαετία του 1970 ήταν φυσικά ότι ο ωκεάνιος χώρος της Τηθύος ταυτίζονταν με τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου που είχε από την παλιά - κλασσική γεωλογική αντίληψη θεωρηθεί ως το "Ελληνικό ευγεωσύγκλινο".

Σύμφωνα με όλα τα γεωδυναμικά μοντέλα που προτάθηκαν με βάση την αρχή αυτή ο ωκεανός της Τηθύος, που χώριζε την Ευρασία από την Γκοντβάνα, δημιουργήθηκε από το Πέρμιο με ανάπτυξη μεσοωκεάνιας ράχης που λειτούργησε στο Λιάσιο-Δογγέριο του Ιουρασικού και άρχισε να βυθίζεται κάτω από την Ευρώπη από την εποχή του Ανω Ιουρασικού.

Τα στάδια ανοίγματος και κλεισίματος του ωκεανού της Τηθύος ήταν σύμφωνα πάντα με τις ίδιες αρχικές απόψεις, ανάλογα με τη διαδικασία ανοίγματος του Ατλαντικού ωκεανού και σαν θέση του ωκεανού της Τηθύος ορίζονταν ακριβέστερα ο χώρος ανάμεσα στην κατωφέρεια της ζώνης Πίνδου από την πλευρά της Γκοντβάνας και της κατωφέρειας της Πελαγονικής από την πλευρά της Ευρασίας.

Η τοποθέτηση της Τηθύος στο χώρο της Πίνδου πήρε αργότερα μια διαφορετική έννοια με τον γενικότερο καθορισμό της θέσης της Τηθύος στο όριο Εσωτερικών και Εξωτερικών Ελληνίδων  Έτσι σαν πιθανή θέση προβάλλεται πλέον η Υποπελαγονική ζώνη (ή ζώνη της Όθρυς, όπως ονομάσθηκε από ορισμένους για να δοθεί έμφαση στις μεγάλες οφειολιθικές μάζες της περιοχής αυτής) ή ακόμη ο ενοποιημένος χώρος των ζωνών Υποπελαγονικής και Πίνδου.

Με την τάση αυτή της τοποθέτησης της Τηθύος Δυτικά της Πελαγονικής ζώνης συντάχθηκαν πολλοί επιστήμονες (Dercourt 1970, 1972, Smith & Woodcock 1976, κ.ά.).

Παράλληλα άλλες ομάδες γεωεπιστημόνων υποστήριξαν την άποψη ότι για τον Ελληνικό χώρο η Τηθύς θάλασσα αντιπροσωπεύεται από τη ζώνη Αξιού με τις μεγάλες οφειολιθικές εμφανίσεις. Για τη βύθιση της ωκεάνιας πλάκας στο χώρο της ζώνης Αξιού εκφράσθηκαν διάφορες απόψεις αν έγινε προς την πλευρά της Σερβομακεδονικής-Ροδόπης ή προς την πλευρά της Πελαγονικής. Με την γενική αυτή τάση της τοποθέτησης της Τηθύος Ανατολικά της Πελαγονικής ζώνης συντάχθηκαν επίσης πολλοί επιστήμονες (Dewey et al. 1973, Zimmerman 1972, κ.ά.}.

Ένα πολύ διαφοροποιημένο γεωδυναμικό μοντέλο εξέλιξης του Αλπικού συστήματος προτάθηκε από τους Dewey et al. (1973). Σύμφωνα με αυτό ανάμεσα στις μεγάλες ηπειρωτικές πλάκες της Γκοντβάνας και της Ευρασίας υπήρχαν πολλές μικροπλάκες (Απουλίας, Ροδόπης-Τουρκίας, Carnics κ.ά.) που αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και κινήθηκαν ανεξάρτητα. Οι απόψεις του μοντέλου αυτού για τον Ελληνικό χώρο μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Η Ροδόπη, όπως και η Απουλία αποτελούσαν πριν το Πέρμιο τμήματα της Γκοντβάνας, ενώ η Τηθύς βρίσκονταν πολύ πιο Ανατολικά. Οι δυο αυτές περιοχές αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και στο Τριαδικό χωρίστηκαν και μεταξύ τους και αποτέλεσαν δυο ανεξάρτητες μικροπλάκες, ενώ ανάμεσα τους αναπτύχθηκε νέος ωκεανός με μεσοωκεάνια ράχη που σήμερα αντιπροσωπεύεται από τη ζώνη Αξιού. Η καταστροφή αυτού του νέου ωκεανού προκλήθηκε στο Κάτω Κρητιδικό και συνεχίσθηκε μέχρι το Βουρδιγάλιο, οπότε ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωση και της Απουλίας στις μάζες της Ευρασίας.

Παρόμοια αντίληψη για την ύπαρξη πολλών μικροπλακών-ηπειρωτικών τεμαχών που αποσπώνται από μια μεγάλη ηπειρωτική λιθοσφαιρική πλάκα και μετακινούνται ανεξάρτητα και τελικά συγκρούονται με μια άλλη μεγάλη πλάκα, επικράτησε γενικά στο Παγκόσμιο γεωδυναμικό σύστημα και έγινε αντικείμενο πολλών ερευνών και συζητήσεων. Το σχήμα 19 δείχνει σε Παγκόσμια κλίμακα όλες τις μικροπλάκες-ηπειρωτικά τεμάχη που έχουν επισημανθεί και τα οποία είτε έχουν συμπληρώσει τον γεωδυναμικό τους κύκλο (διάρρηξη - απόσπαση - μετακίνηση - σύγκρουση - ορογένεση), είτε βρίσκονται στα αρχικά στάδια της διάρρηξης-απόσπασης και πρόκειται να οδηγηθούν στη σύγκρουση.

Εν τω μεταξύ με την επικράτηση της αντίληψης για την ύπαρξη μικρο-πλακών, κέρδιζε πλέον συνεχώς έδαφος στους κύκλους των επιστημόνων η ιδέα για την ύπαρξη περισσοτέρων της μιας ωκεάνιων περιοχών στον ευρύτερο χώρο που θεωρούνταν της Τηθύος. Έτσι για την Ελλάδα έγινε αποδεκτό ότι υπήρξαν δυο ωκεάνιοι χώροι: ένας στη θέση της ζώνης Αξιού και ένας στο χώρο Υποπελαγονικής-Πίνδου.

Με βάση την αντίληψη ίων δυο ωκεάνιων περιοχών του Αλπικού συστήματος δόθηκε από τον Boccaletti (1979) ένα άλλο μοντέλο εξέλιξης του χώρου της Μεσογείου, στο οποίο εκφράζεται η άποψη για ετεροχρονισμό στο κλείσιμο του ωκεανού της Τηθύος από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά αρχίζοντας το Ιουρασικό στην περιοχή των Ποντίδων της Μικράς Ασίας. Η ύπαρξη ενός νότιου ωκεάνιου κλάδου που στον Ελληνικό χώρο τοποθετείται σε θέση Πίνδου-Υποπελαγονικής θεωρείται βέβαιη και ενισχύεται από τη γραμμική τοποθέτηση των ωκεάνιων ραδιολαριτών που οριοθετεί την περι-Αφρικανική ανθρακική πλατφόρμα από το Ιράν μέχρι τις Νότιες Άλπεις. Η εξαφάνιση του Βόρειου ωκεανού της Τηθύος έγινε με βύθιση προς Βορρά κάτω από το Ευρασιατικό ηπειρωτικό περιθώριο κυρίως στο Ανώτερο Ιουρασικό - Κάτω Κρητιδικό, αλλά ολοκληρώθηκε στο Τέλος Κρητιδικού, ενώ η τέλεια καταστροφή του Νότιου ωκεάνιου κλάδου συντελέσθηκε στο Ηώκαινο με ανάλογη προς Βορρά βύθιση που οδήγησε στην τελική ηπειρωτική σύγκρουση. Η δράση των εφελκυστικών τάσεων στα παλαιο-περιθώρια της Ευρασίας και της Γκοντβάνα προκάλεσαν στο Ανω Κρητιδικό λέπτυνση της κρούστας και σχηματισμό αντίστοιχα της Μεσοπαρατηθύος και της Μεσογέας σαν πελαγικές λεκάνες ανάμεσα στις ανθρακικές πλατφόρμες. Σύμφωνα πάντοτε με το μοντέλο αυτό η σημερινή Μεσόγειος είναι υπόλειμμα της Μεσογέας η διάλυση της οποίας είναι σταδιακή, άρχισε με ένα πρώτο στάδιο στο Κρητιδικό, συνεχίστηκε με δεύτερο στάδιο στο Ηώκαινο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι διάφορες απόψεις για δυο ωκεάνιες περιοχές ανάμεσα στην Γκοντβάνα και Ευρασία συγκεκριμενοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια με εργασίες που έγι¬ναν αρχικά κυρίως στο χώρο της Μικράς Ασίας (Sengör 1979, Sengör et al.1980, 1981, 1984) και καθιέρωσαν για τις δυο ωκεάνιες περιοχές τις έννοιες Παλαιο-Τηθύς και Νεο-Τηθύς (σχήμα 20).

Η Παλαιο-Τηθύς θεωρήθηκε ο ωκεανός που εκτείνονταν βόρεια από την ορογενετική γραμμή Άλπεων-Ιμαλαΐων και λειτούργησε από το Ανω Παλαιοζωικό μέχρι το Ιουρασικό. Η Νεο-Τηθύς ήταν ο ωκεανός ή καλύτερα μια σειρά ωκεάνιων περιοχών που άνοιξαν στη διάρκεια των Αλπικών χρόνων (Τριαδικό και μετά) νότια από την Παλαιο-Τηθύ.

Σχετικά με την ηλικία και το χώρο ανάπτυξης της Παλαιο-Τηθύος έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις. Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι η Παλαιο-Τηθύς λειτούργησε μόνο στο Παλαιοζωικό και η καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού της συνδέεται με την Ερκύνια ορογένεση και έφερε τους οφειόλιθους, υπολείμματα του ωκεάνιου αυτού φλοιού, στην ορογενετική λωρίδα του Καυκάσου. Άλλοι όμως ερευνητές έχουν ανιχνεύσει οφειολιθικές μάζες πιθανής προέλευσης της Παλαιο-Τηθύος και σε πολύ νοτιότερες περιοχές, αλλά και με νεώτερες (Αλπικές) ηλικίες τοποθέτησης, έτσι ώστε να εντάσσουν τόσο τη λειτουργία μέρους της Παλαιο-Τηθύος, όσο και τον τεκτονισμό της στο Αλπικό γεωτεκτονικό σύστημα.

Η γεωδυναμική και παλαιογεωγραφική εξέλιξη του συστήματος Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος συνοψίζονται στα εξής: Κατά τη διάρκεια του Ανω Παλαιοζωικού και του Τριαδικού αναπτύσσονταν μεταξύ Ευρασίας και Γκοντβάνας ο ωκεανός της Παλαιο-Τηθύος. Στη διάρκεια του Τριαδικού ένα τμήμα της Βόρειας Γκοντβάνα αποσπάσθηκε και αποτέλεσε μια ενδιάμεσο ήπειρο την ονομαζόμενη Κιμμέρια ήπειρο (Cimmerian Continent).

Η Κιμμέρια ηπειρωτική πλάκα κινήθηκε προς Βορρά απομακρυνόμενη από την Γκοντβάνα προσεγγίζοντας την Ευρασία και δίδοντας χώρο ανάπτυξης για τη Νέο-Τηθύ θάλασσα μεταξύ Κιμμέριας ηπείρου και Γκοντβάνας.

Η προσέγγιση της Κιμμέριας προς την Ευρασία είχε σαν αποτέλεσμα τη βαθμιαία συμπίεση και τελική καταστροφή του ωκεάνιου φλοιού της Παλαιο-Τηθύος με βύθιση του προς Νότον κάτω από την Κιμμέρια ήπειρο . Η τελική καταστροφή του ωκεανού της Παλαιο-Τηθύος και η οριστική σύγκρουση της Κιμμέριας με την Ευρασία πιθανολογείται μεταξύ Ανω Τριαδικού και Μέσου Ιουρασικού. Αυτό το κλείσιμο του ωκεανού και η ηπειρωτική σύγκρουση προκάλεσε μια ζώνη έντονης ορογενετικής δράσης που εκτείνονταν από τη Νότιο Ροδόπη μέχρι την Κίνα

Η Νεο-Τηθύς άνοιξε αρχικά από τις εφελκυστικές τάσεις στην περιοχή πίσω από το τόξο της βύθισης της Παλαιο-Τηθύος προς Νότο με ταυτόχρονη περιστροφή της Κιμμερικής Ηπείρου. Το κλείσιμο της Νεο-Τηθύος έγινε με αντίθετη (προς Βορρά) βύθιση της ωκεάνιας λιθόσφαιρας που συντελέσθηκε από το Κρητιδικό μέχρι το Ολιγόκαινο κατά περιοχή.

Η Κιμμερική ήπειρος, σύμφωνα με τις νεώτερες αυτές απόψεις της γεωδυναμικής, αντικατέστησε αρχικά στις ιδέες των γεωεπιστημόνων την αντίληψη ότι πολλά μικρά ηπειρωτικά τεμάχη αποσπάστηκαν από την Γκοντβάνα και κινήθηκαν προς τα Βόρεια για να συγκρουσθούν με την Ευρασία. Εντούτοις η δημιουργία της Νεο-Τηθύος με τις πιθανές πολλές μικρές ωκεάνιες λεκάνες από τις οποίες αποτελούνταν, είναι βέβαιο ότι είχε σαν αποτέλεσμα τον εκ νέου κατατεμαχισμό του βόρειου τμήματος της Γκοντβάνας. Τα πολλά μικρά ηπειρωτικά τεμάχη (μικροπλάκες) του κατατεμαχισμού κινήθηκαν ανεξάρτητα με διάφορες ταχύτητες προς Βορρά για να συγκρουσθούν κι αυτά με την Ευρασία.

Η ύπαρξη πιθανόν πολλών μικρών ωκεάνιων λεκανών στον ευρύτερο χώρο της Νεο-Τηθύος έχει προκαλέσει πρόσθετες δυσκολίες στην παλαιογεωγραφική αναπαράσταση του Αλπικού συστήματος διότι δεν είναι βέβαιο πότε και πού άνοιξε και έκλεισε η κάθε μια απ' αυτές και πότε άνοιξε η επόμενη. Προσπάθεια που έγινε προς την κατεύθυνση της διευκρίνισης αυτών των ερωτηματικών οδήγησε στην υπόθεση ότι υπήρξαν δυο διακριτοί κλάδοι της Νεο-Τηθύος, ένας Βόρειος κλάδος της Νεο-Τηθύος (Northern Branch of Neo-Tethys) και ένας Νότιος κλάδος της Νεο-Τηθύος (Southern Branch of Neo-Tethys).

Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι τα θέματα της γένεσης, του χρόνου λειτουργίας και της καταστροφής των δύο μεγάλων ωκεανών της Παλαιο-Τηθυος και της Νεο-Τηθύος δεν έχουν πάρει ακόμη την οριστική τους διατύπωση ή έστω μια γενικότερα αποδεκτή φόρμουλα για τους γεωεπιστήμονες. Υπάρχουν καίριες διαφορές απόψεων για τα επιμέρους θέματα λειτουργίας του όλου ορογενετικού συστήματος της Τηθύος οι σημαντικότερες από τις οποίες εντοπίζονται στα παρακάτω ερωτηματικά:

1) Ποιες επί μέρους γεωτεκτονικές ζώνες των περι-Μεσογειακών οροσειρών αντιπροσωπεύουν την Παλαιο-Τηθύ και την Νεο-Τηθύ, καθώς και τα ηπειρωτικά περιθώρια Ευρασίας και Γκοντβάνας.

2) Πότε ακριβώς άρχισαν να λειτουργούν οι δυο ωκεανοί και με ποιους μηχανισμούς δημιουργήθηκαν;

3) Υπήρξε παράλληλη λειτουργία των δύο ωκεάνιων περιοχών ή η δημιουργία της μιας έγινε μετά την καταστροφή της άλλης;

4) Πόσο διήρκησε η ανάπτυξη των δύο ωκεανών; Υπήρξε κάποιο ανοιχτό ωκεάνιο σύστημα με δημιουργία οφειολίθων μέχρι και το Παλαιογενές;

5) Το άνοιγμα και το κλείσιμο του κάθε ωκεανού έγινε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές ανάπτυξης του από τα Δυτικά (Ευρώπη) μέχρι τα Ανατολικά (Ιμαλάια, Κίνα) ή μήπως έγινε διαχρονικά;

6) Υπήρξαν πράγματι δύο ή και περισσότεροι κλάδοι της Νεο-Τηθύος;

Ορισμένα από τα παραπάνω ερωτήματα για τα οποία έχουν διατυπωθεί αποκρυσταλλωμένες απόψεις θα συζητηθούν στις επόμενες παραγράφους σε σχέση με τα θέματα των οφειολίθων και σε σχέση κυρίως με τον Ελληνικό χώρο.



Η γεωτεκτονική εξέλιξη των Ελληνίδων σε σχέση με την προέλευση και τοποθέτηση των οφειολίθων



Τα προβλήματα της προέλευσης και τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων του Ελληνικού χώρου σχετίζονται άμεσα με τα θέματα γεωδυναμικής εξέλιξης του συστήματος της Τηθύος για το λόγο ότι οι εμφανίσεις τους που είναι συνεχόμενες γραμμικές και ονομάζονται οφειολιθικές συρραφές (ophiolitic sutures) συνιστούν δείκτες προέλευσης κατεστραμμένου ωκεάνιου φλοιού και επομένως χρησίμευσαν σαν βάση των ερευνών για την αναζήτηση των θέσεων και του χρόνου λειτουργίας των παλαιο-ωκεάνιων περιοχών.

Οι οφειολιθικές εμφανίσεις του Ελληνικού χώρου κατανέμονται σε δύο κύριες οφειολιθικές λωρίδες (σχήμα 23): μια Εσωτερική οφειολιθική λωρίδα κατά μήκος της ζώνης Αξιού και μια Εξωτερική οφειολιθική λωρίδα κατά μήκος της Υποπελαγονικής ζώνης και της Πίνδου. Οι δυο αυτές λωρίδες ονομάστηκαν αντίστοιχα IRO και ERO.

Είναι γνωστό ότι στις δυο οφειολιθικές λωρίδες της Ελλάδας συμπεριλαμβάνονται ορισμένες πολύ αντιπροσωπευτικές οφειολιθικές ακολουθίες με πλήρη συγκρότηση από όλα σχεδόν τα μέλη μιας τυπικής οφειολιθικής ακολουθίας και επομένως μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τυπικές μάζες-υπολείμματα ωκεάνιου φλοιού. Πρόκειται για τις οφειολιθικές μάζες της Παιoνίας (ενότητα Γευγελής) στη λωρίδα IRO και τις οφειολιθικές μάζες Όθρυς, Βούρινου και Βόρειας Πίνδου στην εξωτερική λωρίδα ERO.

Όπως φαίνεται στο σχήμα 23 οι οφειολιθικές εμφανίσεις συνεχίζονται και στις γειτονικές προς την Ελλάδα περιοχές. Στη Γιουγκοσλαβία οι δύο οφειολιθικές λωρίδες φαίνονται και συνενώνονται σε μια, ενώ στη Μικρά Ασία - Κύπρο οι οφειολιθικές μάζες φαίνονται να σχηματίζουν περισσότερες από δυο οφειολιθικές λωρίδες, πιθανόν τέσσερις.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο περιγράφηκαν οι τάσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ των γεωεπιστημόνων στον καθορισμό της θέσης της Τηθύος σε σχέση με τις Ελληνικές γεωτεκτονικές ζώνες και αναφέρθηκε ότι οι τάσεις που διαμορφώθηκαν ήταν δύο: η πρώτη που θεώρησε το χώρο Πίνδου-Υποπελαγονικής ως τυπική θέση της Τηθύος και η δεύτερη που δέχεται ως θέση της Τηθύος τη ζώνη Αξιού. Οι τάσεις αυτές στηρίχθηκαν σε έρευνες στις λωρίδες ERO και IRO και με άλλα λόγια μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Ποια από τις δύο οφειολιθικές λωρίδες ήταν η πραγματική οφειολιθική συρραφή που αντιπροσώπευε το κλείσιμο του παλιού ωκεανού;

Οι γεωτεκτονικές έρευνες έτειναν περισσότερο στο να χαρακτηρισθεί η λωρίδα IRO ως η κύρια οφειολιθική συρραφή και το πρόβλημα εντοπίσθηκε στην προέλευση των οφειολίθων της Υποπελαγονικής-Πίνδου (ERO) για την οποία εκφράσθηκαν δύο ομάδες απόψεων:

1η. Οι οφειόλιθοι ERO έχουν προέλευση τη ζώνη Αξιού, η οποία και μόνο ήταν ο παλιός ωκεανός, από την οποία επωθήθηκαν προς Δυσμάς και τοποθετήθηκαν σε θέση ζώνης Υποπελαγονικής-Πίνδου, αφού υπερκάλυψαν την Πελαγονική (σχήμα 24). Η υπόθεση αυτή υποστηρίχθηκε από τους Zimmerman (1972), Zimmerman & Ross (1976), Bernoulli & Laubscher (1972) και Vergely (1975, 1976).

2η. Οι οφειόλιθοι της λωρίδας ERO προέρχονται από μια ωκεάνια περιοχή που βρίσκονταν Δυτικά ή Νοτιοδυτικά της Πελαγονικής απ' όπου και επωθήθηκαν πάνω στην Πελαγονική (σχήμα 25). Η άποψη αυτή προτάθηκε από τους Moores (1969), Hynes et al. (1972), Smith & Woodcock (1976), Smith et al. (1979) ύστερα από έρευνες που έκαναν στις οφειολιθικές μάζες Βούρινου και Όθρυς.

Από τις παραπάνω απόψεις γίνεται αντιληπτός ο ιδιαίτερος ρόλος που διαδραμάτισε η Πελαγονική ζώνη στη γεωτεκτονική εξέλιξη του συστήματος της Τηθύος στο χώρο των Ελληνίδων. Η τοποθέτηση των οφειολιθικών μαζών στα δύο περιθώρια της Πελαγονικής πάνω σε πετρώματα τυπικού ηπειρωτικού χαρακτήρα είναι το στοιχείο που καθιστά τη σημασία της Πελαγονικής σημαντική.

Εξετάζοντας τις δύο παραπάνω υποθέσεις για την προέλευση των Ελληνικών οφειολίθων διαπιστώνουμε ότι η ύπαρξη μιας μόνο ωκεάνιας περιοχής από τη βύθιση-καταστροφή της οποίας προέρχονται όλοι οι οφειόλιθοι του Ελληνικού χώρου, δεν εξηγεί ικανοποιητικά ούτε τη διπλή τοποθέτηση των οφειολιθικών εμφανίσεων ούτε και όλα τα μαγματικά και μεταμορφικά φαινόμενα των Ελληνίδων. Για το λόγο αυτό γίνεται πλέον γενικότερα αποδεκτή η άποψη ότι υπήρχαν δύο τουλάχιστον ωκεάνιες περιοχές Δυτικά και Ανατολικά της Πελαγονικής από τις οποίες προήλθαν οι οφειόλιθοι που βρίσκονται στα δύο περιθώρια της τελευταίας.

Γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου που έγιναν στα δύο Πελαγονικά περιθώρια επιβεβαίωσαν τη διττή προέλευση των οφειολίθων. Συγκεκριμένα στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής οι οφειόλιθοι βρίσκονται επωθημένοι πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα του περιθωρίου με κατεύθυνση από ΔΝΔ προς ΑΒΑ. Εκτός αυτού από τη μελέτη των φάσεων των ιζημάτων Ιουρασικής ηλικίας του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου διαπιστώθηκε βάθεμα των συνθηκών από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι υπήρχε Δυτικά της Πελαγονικής κάποια ωκεάνια λεκάνη από την οποία προήλθαν οι οφειόλιθοι ERO.

Επιπλέον από τη μελέτη της Περμοτριαδικής μετακλαστικής-ηφαιστειοϊζηματογενούς σειράς του Δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου διαπιστώθηκε ότι από την περίοδο εκείνη του ορίου Περμίου-Τριαδικού διαμορφώθηκαν συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας στο Δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής. Αυτό δείχνει ότι είχε τότε αρχίσει η ηπειρωτική διάρρηξη μιας παλιάς συνεχούς ηπειρωτικής περιοχής, διάρρηξη η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σταδιακά σε άνοιγμα κάποιας ωκεάνιας περιοχής Δυτικά της Πελαγονικής.

Με ανάλογες γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου στο Ανατολικό Πελαγονικό περιθώριο διαπιστώθηκε τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων πάνω στα ανθρακικά πετρώματα του περιθωρίου με επώθηση από τη ζώνη Αξιού.

Πιστοποιείται λοιπόν η διτή προέλευση των οφειολίθων από δύο ωκεάνιες περιοχές που βρίσκονταν εκατέρωθεν της Πελαγονικής ζώνης, άποψη που θεμελιώθηκε με εργασίες των Hynes (1974), Smith et al. (1975, 1979), Boccaletti (1979), Nisbet (1979), Mountrakis (1981, 1982, 1983), Mountrakis et al. (1983), Vergely (1984).

Οι γεωλογικές παρατηρήσεις έδειξαν ακόμη ότι η τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων πρέπει να ήταν σχεδόν ταυτόχρονη στα δύο Πελαγονικά περιθώρια συνδεδεμένη και στις δύο περιπτώσεις με την ονομαζόμενη Ανω Ιουρασική - Κάτω Κρητιδική ορογενετική περίοδο. Το γεγονός αυτό από γεωδυναμική άποψη μεταφράζεται σε σχεδόν ταυτόχρονη καταστροφή-κλείσιμο των δύο ωκεάνιων περιοχών εκατέρωθεν της Πελαγονικής στην περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού, καταστροφή που προκάλεσε τα αντίστοιχα ορογενετικά φαινόμενα στις δύο πλευρές της Πελαγονικής.

Οι παραπάνω γεωλογικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις αφορούν την ηλικία τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων και όχι την ηλικία σχηματισμού των μέσα στον ωκεάνιο χώρο, η οποία μπορεί να είναι πολύ παλιότερη. Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέρθηκε ότι στον Ατλαντικό ωκεανό από την γεωλογική περίοδο του ανοίγματος του ωκεανού (Ιουρασικό) μέχρι σήμερα δημιουργούνται οφειολιθικές μάζες, οι οποίες μπορεί στο μέλλον να τοποθετηθούν τεκτονικά πάνω σε μια ηπειρωτική πλάκα κατά τη διάρκεια ενός ενδεχόμενου κλεισίματος (τεκτονισμού) του ωκεανού. Η ηλικία λοιπόν της τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων είναι πολύ μεταγενέστερη γεωχρονολογικά από την ηλικία σχηματισμού των οφειολιθικών πετρωμάτων.

Στον Ελληνικό χώρο και στις δύο οφειολιθικές λωρίδες ERO και IRO η τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων χρονολογείται στην περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού διότι οι οφειόλιθοι εμφανίζονται τοποθετημένοι πάνω στα Τριαδικοϊουρασικά ανθρακικά πετρώματα, ενώ συγχρόνως οι ίδιοι καλύπτονται από τα Μέσο - Ανω Κρητιδικά επικλυσιγενή ιζήματα και σε πολλές θέσεις μάλιστα από το χαρακτηριστικό κροκαλοπαγές βάσης.

Εκτός όμως από τη διαπίστωση ότι η τεκτονική τοποθέτηση στις δύο οφειολιθικές λωρίδες ERO και IRO ήταν σχεδόν σύγχρονη και η ηλικία σχηματισμού των οφειολίθων στους δύο ωκεάνιους χώρους φαίνεται ότι ήταν σχεδόν παραπλήσια. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται τόσο σε γεωλογικές παρατηρήσεις υπαίθρου, όσο και σε ραδιοχρονολογήσεις οφειολιθικών πετρωμάτων.

Οι συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας που διαπιστώθηκαν με γεωλογικές παρατηρήσεις στην μετακλαστική σειρά του Δυτικού περιθωρίου της Πελαγονικής, επικράτησαν στο Περμοτριαδικό, γεγονός που δείχνει ότι η ηπειρωτική διάρρηξη για τη δυτική ωκεάνια περιοχή έγινε στο Περμοτριαδικό. Παρόμοιες συνθήκες ηπειρωτικής κατωφέρειας επικράτησαν κατά το Περμοτριαδικό και στην Περιροδοπική ζώνη, όπως προκύπτει από την παρουσία της αντίστοιχης μετακλαστικής σειράς Εξαμιλίου και της ηφαιστειοΐζηματογενούς σειράς Περμοτριαδικής ηλικίας. Από τις παρατηρήσεις αυτές συμπεραίνεται παρόμοια ηλικία αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης και ωκεάνιου ανοίγματος στις δύο περιοχές Αξιού και Υποπελαγονικής εκατέρωθεν της Πελαγονικής.

Μεγάλος αριθμός ραδιοχρονολογήσεων που έχουν γίνει σε οφειολιθικά πετρώματα και των δύο οφειολιθικών λωρίδων ERO και IRO έδωσαν ταυτόσημα αποτελέσματα και για τις δύο λωρίδες. Συγκεκριμένα οι απόλυτες ηλικίες ήταν 160-180 εκατομμύρια χρόνια για οφειολιθικά δείγματα και των δύο λωρίδων, πράγμα που σημαίνει ίδια ηλικία (Κάτω-Μέσου Ιουρασικού) σχηματισμού των οφειολίθων και στις δύο ωκεάνιες περιοχές.

Από όλα τα παραπάνω δεδομένα διαπιστώνεται ότι και στους δύο ωκεανούς που λειτούργησαν εκατέρωθεν της Πελαγονικής από όπου προήλθαν οι οφειόλιθοι των δύο λωρίδων, η ωκεανογένεση και η ανάπτυξη ήταν παρόμοιας ηλικίας. Άρχισε το Περμοτριαδικό και έληξε περίπου το Ανώτερο Ιουρασικό - Κάτω Κρητιδικό.



Γεωτεκτονικοί χαρακτήρες και γεωτεκτονική τοποθέτηση των Ελληνίδων



Σύμφωνα με τα γεωδυναμικά μοντέλα που περιγράφηκαν προηγουμένως οι Εξωτερικές Ελληνίδες ζώνες Παξών, Αδριατικοΐόνιος και Γαβρόβου-Τρίπολης, τοποθετούνται με βεβαιότητα στην Απουλία μικροπλάκα που αποσπάστηκε από την Γκοντβάνα και θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύουν χώρους ιζηματογένεσης ηπειρωτικού περιθωρίου με συνεχή ανθρακική κατά το πλείστον ιζηματογένεση.

Κάποια διαφοροποίηση παρατηρείται μόνο στην ιζηματογένεση της Αδριατικοϊονίου ζώνης, η οποία πρώτα ονομάζονταν "το Ελληνικό Μειογεωσύγκλινο" και θεωρείται πλέον σαν μια τυπική ηπειρωτική λεκάνη που αναπτύχθηκε πάνω στην Απουλία πλάκα και έδωσε μερική πελαγική ιζηματογένεση, ενώ η ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης έπαιξε το ρόλο του υφαλώδους φράγματος.

Από την αντίθετη πλευρά των Ελληνίδων, την ανατολική, γίνεται γενικότερα αποδεκτό, ότι η Ελληνική Ενδοχώρα (Ροδόπη και Σερβομακεδονική) με τις κρυσταλλοσχιστώδεις προαλπικές σειρές τους αντιπροσωπεύουν τμήματα του ηπειρωτικού φλοιού της Ευρασίας.

Τα προβλήματα γεωτεκτονικής τοποθέτησης εντοπίζονται στις ενδιάμεσες ζώνες για τις οποίες έχουν γίνει πολλές υποθέσεις ως προς τη θέση τους στο χώρο μεταξύ των δύο ηπείρων. Τα βέβαια δεδομένα που έχουμε είναι ότι η ζώνη Αξιού και ο χώρος Πίνδου - Υποπελαγονικής αποτέλεσαν ωκεάνιες περιοχές από όπου προήλθαν οι οφειόλιθρι των δύο οφειολιθικών λωρίδων IRO και ERO.

Είναι δυνατόν να δεχθούμε τον ωκεάνιο ρόλο για τη ζώνη Αξιού ενιαία ή και χωριστά για τις δύο ζώνες Παιονίας και Αλμωπίας με την παρεμβολή της μικρής πλατφόρμας του Πάικου στην οποία ορισμένοι ερευνητές αποδίδουν το ρόλο του νησιωτικού τόξου με έντονη ηφαιστειακή δράση στην περίοδο του Ανω Ιουρασικού!

Απ' την άποψη της τοποθέτησης στον ευρύτερο Αλπικό γεωδυναμικό πλαίσιο οι περισσότερες απόψεις, που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, συγκλίνουν στην ιδέα ότι συνολικά η ζώνη Αξιού ήταν ο χώρος της παλιάς Τηθύος.

Για πολλά χρόνια παρέμενε αινιγματική η γεωτεκτονική τοποθέτηση της Πελαγονικής ζώνης, η οποία έχει χαρακτήρες σαφώς ηπειρωτικούς. Σύμφωνα με ορισμένες υποθέσεις ήταν τμήμα της Απουλίας μικροπλάκας που αποκόπηκε από την Γκοντβάνα, ενώ άλλες εκτιμήσεις την θεώρησαν τμήμα του Ευρασιατικού ηπειρωτικού περιθωρίου κατ' αντιστοιχία με τις μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής. Σήμερα γενικά πιστεύεται ότι η Πελαγονική ήταν τμήμα της Κιμμερικής ηπείρου.

Η εξέταση των συνθηκών προέλευσης και τοποθέτησης των οφειολίθων στα περιθώρια της Πελαγονικής ζώνης πιστοποίησε όπως είδαμε, τη διττή προέλευση των οφειολίθων από δύο ωκεάνιες περιοχές Ανατολικά και Δυτικά της Πελαγονικής. Θα εξετασθεί παρακάτω με σχετική λεπτομέρεια η γεωδυναμική εξέλιξη των δύο ωκεάνιων χώρων σε σχέση με τη μάζα-ηπειρωτικό τέμαχος που τις χώριζε.

Από τη σύγκριση των γεωτεκτονικών συνθηκών του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου με τις αντίστοιχες συνθήκες που παρατηρούνται στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, δηλαδή στην Περιροδοπική ζώνη, διαπιστώνεται σαφής αντιστοιχία τόσο στους χαρακτήρες των σχηματισμών, όσο και στην ηλικία και την τεκτονική τους διαδοχή. Συγκεκριμένα και στις δύο περιοχές από Δυσμάς προς Ανατολάς, δηλαδή από το εξωτερικό μέρος προς το εσωτερικό, παρατηρούνται:

1) οι οφειόλιθοι και τα συνοδό αργιλοπυριτικά ιζήματα που σαν σύνολο ανήκουν στις ωκεάνιες περιοχές που βρίσκονταν σε θέση Υποπελαγονικής και Αξιού αντίστοιχα,

2) ένα Τριαδικοϊουρασικό ανθρακικό κάλυμμα ηπειρωτικού περιθωρίου,

3) μια ημιμεταμορφωμένη ιζηματογενής-κλαστική σειρά που συνοδεύεται από ηφαιστειακά υλικά ηλικίας Περμίου - Κάτω Τριαδικού, και

4) το κρυσταλλοσχιστώδες υπόβαθρο ηλικίας Κάτω Παλαιοζωικού ή και παλιότερο.

Αυτή η σαφής αντιστοιχία μεταφράζεται σε παρόμοιες παλαιογεωγραφικές συνθήκες που αντιπροσωπεύουν οι δύο περιοχές και σε ανάλογες γεωτεκτονικές εξελίξεις που ακολούθησαν. Οι παλαιογεωγραφικές συνθήκες και στις δύο περιοχές ερμηνεύθηκαν, όπως είδαμε, ως αντιπροσωπεύουσες ηπειρωτικές κατωφέρειες που αντιστοιχούσαν σε πιθανές πρωταρχικές ηπειρωτικές διαρρήξεις.

Από τις παραπάνω συγκρίσεις διαπιστώθηκε ότι ταυτόχρονα ή σε παραπλήσιες χρονικά περιόδους (Περμοτριαδικό) άρχισε η προετοιμασία του ανοίγματος των δύο ωκεανών Δυτικά της Πελαγονικής και Δυτικά της Σερβομακεδονικής, επομένως εκατέρωθεν της Πελαγονικής σε θέσεις Υποπελαγονικής και Αξιού.

Σαν εκδήλωση του ανοίγματος των δύο ωκεανών, στο στάδιο της αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης - ταφρογένεσης, ερμηνεύεται και η ηφαιστειακή δράση Περμοτριαδικού στα δύο αντίστοιχα ηπειρωτικά περιθώρια.

Από τα δεδομένα κανονικής και ανάλογης εξέλιξης των δύο ωκεάνιων χώρων φαίνεται ότι αυτή που βρίσκονταν Δυτικά της Πελαγονικής και κάλυπτε επομένως το χώρο των ζωνών Πίνδου - Υποπελαγονικής δεν μπορεί να ήταν ηπειρωτική λεκάνη της Απουλίας πλάκας. Κατά συνέπεια και η Πελαγονική δεν μπορεί να ήταν αδιάσπαστο όριο αυτής της πλάκας που απλώς να επηρεάσθηκε από την επώθηση των οφειολίθων από τα Ανατολικά. Αντίθετα φαίνεται πολύ πιθανό ότι η Πελαγονική ήταν κάποιο ηπειρωτικό τέμαχος που αποσπάστηκε από την Γκοντβάνα και η περιοχή Πίνδου - Υποπελαγονικής λειτούργησε αρχικά ως περιθωριακή θάλασσα. Σ' αυτό το αρχικό γεωτεκτονικό πλαίσιο είναι πιθανόν ότι οι ενότητες κρυσταλλικών μαζών της Πελαγονικής έπαιξαν το ρόλο των "Πελαγονικών νησιών" που περιβάλανε την περιθωριακή θάλασσα.

Αν συγκριθεί το παραπάνω γεωδυναμικό πλαίσιο με τις πιο νέες γεωδυναμικές θεωρίες που έχουν προταθεί για το Αλπικό σύστημα της Τηθύος, διαπιστώνεται ικανοποιητική εφαρμογή των όρων "Παλαιο-Τηθύς" και "Νέο-Τηθύς" στις δύο ωκεάνιες περιοχές Αξιού και Υποπελαγονικής - Πίνδου αντίστοιχα, ενώ η ενδιάμεση του ηπειρωτική μάζα της Πελαγονικής αντιπροσωπεύει τμήμα της Κιμμερικής ηπείρου που αποσπάστηκε από την Βόρεια Γκοντβάνα στη διάρκεια του Τριαδικού.

Από συγκρίσεις που έγιναν μεταξύ της Πελαγονικής και των αντίστοιχων περιοχών των Ανατολικών Ποντίδων της Βόρειας Τουρκίας για τις οποίες και προτάθηκαν οι νέες θεωρίες και καθορίσθηκαν ότι αντιπροσωπεύουν τμήματα της παλιάς Κιμμερικής ηπείρου, διαπιστώθηκε σαφής αναλογία και ομοιότητα ως προς την λιθοστρωματογραφία και τεκτονική δομή. Έτσι οι δύο μάζες, της Πελαγονικής ζώνης και των Ανατολικών Ποντίδων φαίνεται ότι έχουν την ίδια γεωτεκτονική προέλευση και θεωρούνται ότι αποτελούν ηπειρωτικά τεμάχη της Κιμμερικής ηπείρου.

Στο σχήμα  φαίνεται η εξάπλωση των ηπειρωτικών τεμαχών της παλιάς Κιμμερικής ηπείρου σε όλο το μήκος του συστήματος.



Αναπαράσταση της σταδιακής εξέλιξης του Αλπικού γεωτεκτονικού κύκλου στο χώρο των Ελληνίδων



Στο σχήμα 27 δίνεται ένα μοντέλο γεωδυναμικής και γεωτεκτονικής εξέλιξης του Ελληνικού χώρου, στο οποίο αναπαρίστανται τα πιθανά στάδια αυτής της εξέλιξης, καθώς και η παλαιογεωγραφική διαμόρφωση των Ελληνίδων ζωνών από την αρχική ηπειρωτική διάρρηξη της Παλαιοζωικής ηπείρου, που έλαβε χώρα στο Πέρμιο, μέχρι τον τελικό τεκτονισμό των ζωνών. Τα στάδια αυτά είναι τα εξής:



(Α) - Αρχικό στάδιο ταφρογένεσης που θα εξελιχθεί σε ανάπτυξη δύο ωκεάνιων περιοχών εκατέρωθεν της Πελαγονικής. Το στάδιο αυτό άρχισε από το Ανω Παλαιοζωικό (Πέρμιο) σε συνάρτηση με την απομάκρυνση της Ευρασίας από την Γκοντβάνα και τη δημιουργία στον ενδιάμεσο χώρο της ευρύτερης ωκεάνιας περιοχής της Τηθύος.

Οι δύο ωκεανοί Παλαιο-Τηθύς και Νέο-Τηθύς ταυτίζονται στον Ελληνικό χώρο με τις ζώνες Αξιού και Υποπελαγονικής-Πίνδου αντίστοιχα, ενώ ενδιάμεσα τους η Πελαγονική ζώνη αποτέλεσε ηπειρωτικό τέμαχος της Κιμμερικής ηπείρου.

Το στάδιο αυτό της αρχικής ηπειρωτικής διάρρηξης-ταφρογένεσης συνοδεύτηκε από την απόθεση της Περμοτριαδικής μετακλαστικής σειράς στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής και των Περμοτριαδικών μεταϊζηματογενών σειρών Σβούλας-Εξαμιλίου στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, στην Περιροδοπική ζώνη. Οι σειρές αυτές δείχνουν ασταθείς συνθήκες ιζηματογένεσης περιοχών ηπειρωτικής κατωφέρειας που επικράτησαν στα δύο κράσπεδα.

Η ανάλογη σειρά που πιθανόν αποτέθηκε και στο ανατολικό περιθώριο της Πελαγονικής (δυτική κατωφέρεια προς τη λεκάνη του Αξιού) δεν έχει βρεθεί επειδή προφανώς καλύφθηκε από τα μετέπειτα επωθημένα τεκτονικά λέπια της ζώνης Αξιού (Αλμωπικά λέπια).

Το στάδιο της ηπειρωτικής διάρρηξης-ταφρογένεσης συνοδεύτηκε ακόμη από ηφαιστειακές εκχύσεις κατά το Περμοτριαδικό κατά ανάλογο με την σημερινή ηφαιστειακή δράση στην ηπειρωτική διάρρηξη-ταφρογένεση της Ανατολικής Αφρικής. Τα ηφαιστειακά υλικά του Περμοτριαδικού βρίσκονται παρενστρωμένα στα μετακλαστικά ιζήματα των ηπειρωτικών περιθωρίων της Πελαγονικής και της Σερβομακεδονικής, όπου σχηματίζουν τις ηφαιστειοϊζηματογενείς σειρές.



(Β) - Περίοδος Μέσου Τριαδικού - Ιουρασικού. Πλήρης ανάπτυξη των ωκεάνιων περιοχών Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος. Συνέχιση της ιζηματογένεσης με τα νηριτικά ανθρακικά ιζήματα στα ηπειρωτικά περιθώρια και τα βαθιάς θάλασσας ιζήματα στους δύο ωκεανούς, όπου λειτουργεί πλήρως σύστημα μεσοωκεάνιας ράχης με τη δημιουργία νέου ωκεάνιου φλοιού, που αργότερα έδωσαν τις μεγάλες οφειολιθικές μάζες της Ελλάδας.

Σχηματίσθηκαν έτσι τα δύο ανθρακικά καλύμματα των δύο Πελαγονικών περιθωρίων και το ανάλογο ανθρακικό κάλυμμα στο δυτικό περιθώριο της Σερβομακεδονικής, ενώ στις ωκεάνιες περιοχές αποτέθηκαν οι γνωστές μας σχιστοκερατολιθικές διαπλάσεις.

Η βύθιση των ωκεάνιων φλοιών που συντελέσθηκε την περίοδο Ανωτέρου Iουρασικού - Κάτω Κρητιδικού άρχισε μάλλον από το Μάλμιο, πρώτα στην ανατολική ωκεάνια περιοχή (ζώνη Αξιού) και μετά στη δυτική (Υποπελαγονική - Πίνδου). Η κατεύθυνση της βύθισης δεν έχει ακόμη βεβαιωθεί για τον ωκεανό της ζώνης Αξιού, αν δηλαδή έγινε προς Βορρά ή προς Νότο. Διάφορες απόψεις έχουν εκφρασθεί για το θέμα αυτό, αλλά το γενικότερα αποδεκτό σχήμα είναι ότι η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού της ζώνης Αξιού έγινε προς Βορρά κάτω από το Ευρασιατικό περιθώριο, το οποίο λειτούργησε ως ενεργητικό ηπειρωτικό περιθώριο.

Οι μεγάλοι γρανιτικοί όγκοι Μεσοζωικής ηλικίας (Ιουρασικού) που παρατηρούνται στη Σερβομακεδονική μάζα είναι μάλλον αποτέλεσμα της βύθισης αυτής της ωκεάνιας λιθόσφαιρας της Αξιού κάτω από το περιθώριο της Ελληνικής Ενδοχώρας.



(Γ) - Περίοδος Ανωτέρου Ιουρασικού. Ολοκληρώνεται πλέον η βύθιση και η καταστροφή του ωκεανού της Παλαιο-Τηθύος (ζώνη Αξιού για τον Ελληνικό χώρο) με αποτέλεσμα την επώθηση-τεκτονική τοποθέτηση των οφειολίθων και των ωκεάνιων ιζημάτων που τους συνοδεύουν, πάνω στα ανθρακικά καλύμματα των ηπειρωτικών περιθωρίων.

Πιο συγκεκριμένα οι οφειολιθικές μάζες επωθούνται πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα Τριαδικού - Ιουρασικού του δυτικού ηπειρωτικού περιθωρίου της Σερβομακεδονικής και σχηματίζουν τη γραμμική εμφάνιση των οφειολίθων κατά μήκος της Περιροδοπικής ζώνης, στο όριο δηλαδή Σερβομακεδονικής ηπειρωτικής μάζας και ωκεάνιας περιοχής ζώνης Αξιού. Οι οφειολιθικές μάζες επωθούνται επίσης πάνω στο ανθρακικό κάλυμμα Τριαδικού - Ιουρασικού του Ανατολικού Πελαγονικού περιθωρίου και δημιουργούν τη γραμμική εμφάνιση των οφειολίθων στο όριο μεταξύ των ζωνών Πελαγονικής και Αλμωπίας.

Η φάση πτυχώσεων που ονομάζεται με τα χαρακτηριστικά γράμματα JE1 και που έπληξε τόσο τη ζώνη Αξιού, όσο και την Πελαγονική και δημιούργησε πτυχές σχεδόν ισοκλινείς, συμμεταμορφικές με απόκλιση προς τα Δυτικά - Νοτιοδυτικά συνδέεται με την ορογενετική διαδικασία της καταστροφής της ωκεάνιας λεκάνης του Αξιού και τοποθετείται στο Ανώτερο Ιουρασικό.

Η μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικής φάσης, τόσο του Τριαδικοϊουρασικού ανθρακικού καλύμματος του ανατολικού Πελαγονικού περιθωρίου, όσο και των άλλων σχηματισμών Τριαδικού - Ιουρασικού της ζώνης Αξιού είναι φαινόμενα που συνδέονται επίσης με την ορογενετική αυτή διεργασία.

Από την περίοδο του Ανωτέρου Ιουρασικού άρχισε και η βύθιση του ωκεανού της Νέο-Τηθύος (περιοχή Υποπελαγονικης - Πίνδου για τον Ελληνικό χώρο) πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πλήρης καταστροφή της Παλαιο-Τηθύος. Αυτό τουλάχιστο δείχνει η περίπου ταυτόχρονη τοποθέτηση των οφειολίθων των δύο λωρίδων στις Ελληνίδες.



(Δ) - Περίοδος Κάτω Κρητίδικού. Αν και η ορογενετική περίοδος Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού θεωρείται ενιαία για τον Ελληνικό χώρο, καθ' ότι τα ορογενετικά φαινόμενα ήταν εξελικτικά στην περίοδο αυτή, εντούτοις περιγράφονται οι τεκτοορογενετικές διαδικασίες χωριστά για να τονισθεί η διακριτή λειτουργία Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος.

Στο Κάτω Κρητιδικό λοιπόν φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε η βύθιση και η καταστροφή του ωκεανού της Νεο-Τηθύος (Υποπελαγονικής-Πίνδου), όπως τουλάχιστον μας δείχνουν οι γεωλογικές έρευνες που διαπίστωσαν τεκτονική τοποθέτη¬ση των οφειολίθων της Υποπελαγονικής πάνω στα ιζήματα του δυτικού Πελαγονικού ηπειρωτικού περιθωρίου ηλικίας Τριαδικού-Ιουρασικού έως ίσως και Κάτω Κρητιδικού. Παρ' όλες όμως τις γεωλογικές παρατηρήσεις που δείχνουν Κάτω Κρητιδική ηλικία κλεισίματος του ωκεανού στον Ελληνικό χώρο, εντούτοις υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι το σύστημα της Νεο-Τηθύος παρέμεινε ανοιχτό και αργότερα στο Τριτογενές.

Η φάση πτυχώσεων JE2 με πτυχές απόκλισης προς τα Ανατολικά συνδέονται με την επώθηση των οφειολίθων της λωρίδας ERO από τον ωκεανό Υποπελαγονικής - Πίνδου πάνω στο Ανθρακικό κάλυμμα του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου.

Η μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικής φάσης των Ανω Παλαιοζωικών σχηματισμών και του Τριαδικοϊουρασικού ανθρακικού καλύμματος του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου έλαβε χώρα κατά την ορογενετική αυτή περίοδο.

Επίσης τα έντονα μυλονιτικά φαινόμενα, που παρατηρούνται στα γνευσιακά και γρανιτικά πετρώματα του Πελαγονικού κρυσταλλοσχιστώδους υποβάθρου, προκλήθηκαν κατά τη βύθιση της δυτικής ωκεάνιας πλάκας.

Αποτέλεσμα γενικά των ορογενετικών διεργασιών στο χώρο των ωκεανών Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος ήταν η δημιουργία νέων οροσειρών στο Ευρασιατικό περιθώριο, ενώ αντίθετα το περιθώριο της Γκοντβάνα παρέμεινε παθητικό.

Γενικά το κλείσιμο του ευρύτερου ωκεάνιου χώρου της Τηθύος συνδέεται άμεσα με το άνοιγμα του Κεντρικού και Βόρειου Ατλαντικού και την επακόλουθη απομάκρυνση της Αφρικής από την Αμερική. Η απομάκρυνση αυτή προκάλεσε προσέγγιση Αφρικής και Ευρασίας, συρρίκνωση του ωκεάνιου χώρου της Τηθύος καθώς και συνθήκες ηπειρωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ευρασίας, Κιμμέριας ηπείρου και Αφρικής, σύγκρουση σχετικά πρόωρη στο δυτικό ακραίο τμήμα της Κιμμέριας.



(Ε) - Περίοδος Τριτογενούς. Στάδιο τελικής ηπειρωτικής σύγκρουσης (Ευρασίας και Γκοντβάνας) που αποτελεί την κορύφωση της ορογένεσης με την ανύψωση των Αλπικών οροσειρών. Στο στάδιο αυτό επήλθε ουσιαστικά η εξαφάνιση του ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος που συνθλίφθηκε ανάμεσα στις δύο ηπείρους.

Με τις ισχυρές συμπιεστικές τάσεις που ασκήθηκαν κατά την ηπειρωτική σύγκρουση προκλήθηκαν συνεχείς φάσεις πτυχώσεων, που ονομάσθηκαν διαδοχικά CT1, CT2, CT3, καθώς και λεπιώσεις με απόκλιση προς τα Δυτικά. Με τα τεκτονικά αυτά επεισόδια έγιναν οι μεγάλες εφιππεύσεις και επωθήσεις που παρατηρούνται στις Ελληνίδες. Ηπειρωτικά τμήματα της Πελαγονικής εφιππεύουν πάνω στα ιζήματα του δυτικού περιθωρίου, καθώς και πάνω στις Εξωτερικές ζώνες. Σχηματίζεται έτσι η επώθηση του Ολύμπου και των άλλων τεκτονικών παράθυρων. Τα τεκτονικά λέπια της ζώνης Αξιού επωθούνται πάνω στην Πελαγονική. Τα τεκτονικά λέπια της ζώνης Πίνδου επωθούνται πιο Δυτικά στην ζώνη Γαβρόβου - Τρίπολης κ.λπ.

Την περίοδο αυτή τέλος, σχηματίσθηκε στα Νοτιοδυτικά η Μεσογέα θάλασσα και στη συνέχεια το σύστημα εξελίχθηκε στην ενεργό βύθιση της Αφρικανικής πλάκας κάτω από την Ευρωπαϊκή και στη δημιουργία του Ελληνικού τόξου.

Η μεταβολή του γενικού προσανατολισμού από Β-Ν σε ΒΑ-ΝΔ, που απεικονίζεται στο σχήμα 27, άγνωστο πότε άρχισε ακριβώς - πιθανόν από το Κρητιδικό - οφείλεται στην περιστροφή της Κιμμερικής ηπείρου.

Το κυριότερο πρόβλημα που προκύπτει από το γεωδυναμικό μοντέλο που περιγράφηκε παραπάνω με τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του Αλπικού κύκλου είναι η διάρκεια ζωής των δύο ωκεάνιων περιοχών Αξιού και Υποπελαγονικής - Πίνδου και κυρίως ο χρόνος κλεισίματος αυτών. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, ενώ στην Τουρκία και στις άλλες ανατολικές περιοχές του συστήματος συμπεραίνεται ότι η Παλαιο-Τηθύς έκλεισε το Μέσο - Ανω Ιουρασικό και η Νέο-Τηθύς το Ανω Κρητιδικό - Τριτογενές, αντίθετα στον Ελληνικό χώρο το κλείσιμο των δύο ωκεανών εκατέρωθεν της Πελαγονικής (Κιμμερικό τέμαχος) συμπεραίνεται ότι έγινε σε παραπλήσιους χρόνους μέσα στην ορογενετική περίοδο Ανωτέρου Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού.

Η αντίθεση αυτή στο χρόνο κλεισίματος Παλαιο-Τηθύος και Νέο-Τηθύος ίσως είναι φαινομενική, γιατί πιθανόν να οφείλεται στο τριγωνικό καταλυτικό σχήμα (σχήμα V) της Κιμμερικής ηπείρου προς το μέρος της Ευρώπης, όπου ακριβώς βρίσκεται η Πελαγονική. Εξαιτίας του σχήματος V στη θέση αυτή οι χρόνοι ανοίγματος, αλλά και κλεισίματος της Παλαιο-Τηθύος και της Νέο-Τηθύος συγκλίνουν μέχρι που πιθανόν ταυτίζονται. Αντίθετα σε απομακρυσμένες προς Ανατολάς περιοχές της Κιμμερικής ηπείρου οι χρόνοι αυτοί θα πρέπει πράγματι να ήταν αρκετά διάφοροι, διότι πιθανόν η οριστική ηπειρωτική σύγκρουση επεκτάθηκε από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά. Έτσι το οριστικό κλείσιμο της Νέο-Τηθύος για τις περιοχές της Τουρκίας και του Ιράν έγινε στο Ανώτερο Κρητιδικό και στο Ανω Ηώκαινο, όπως έδειξαν γεωλογικές έρευνες στις περιοχές εκείνες.

Παρ’ όλες τις παραπάνω ερμηνείες δεν είναι βέβαιο ότι οι οφειόλιθοι IRO και ERO του Ελληνικού χώρου προέρχονται από διαφορετικής ηλικίας ωκεάνιους χώρους (ΠαλαιοΤηθύ και ΝεοΤηθύ). Επίσης υπάρχει έντονος προβληματισμός των σχετικών επιστημόνων αν μόνο η Πελαγονική ήταν τέμαχος της Κιμμερικής Ηπείρου ή ανάλογα τεμάχη ήταν και οι μάζες Ροδόπης και Σερβομακεδονικής. Έτσι όλες αυτές οι αμφιβολίες και υπόνοιες συνοψίζονται σε δύο πιθανές θεωρίες εξέλιξης που απεικονίζονται στο σχήμα 28 και σχήμα 29. Η πρώτη (σχήμα 28) υποστηρίζει την εξέλιξη που περιγράφηκε παραπάνω, θεωρεί δηλαδή ότι η Κιμμερική ήπειρος ήταν ενιαία και κινήθηκε για να συγκρουσθεί με την Ευρασία κλείνοντας την Παλαιοτηθύ και ανοίγοντας τη Νεοτηθύ και ότι μόνο η Πελαγονική από τις Ελληνικές ζώνες ανήκε στην Κιμμερική ήπειρο, ενώ η Ροδόπη και Σερβομακεδονική ήταν τμήματα του Ευρασιατικού περιθωρίου. Σύμφωνα με τη δεύτερη (σχήμα 29) τόσο η Πελαγονική όσο και η Ροδόπη και Σερβομακεδονική καθώς και οι αντίστοιχες μάζες της Μικράς Ασίας (Sarkarya, Baybourt, Kirkardli κ.ά.) αποτελούσαν ένα σύνολο “Κιμμερικών Νησιών” που συγκροτούσαν τη λεγόμενη Κιμμερική Ήπειρο και κινήθηκαν προς την Ευρασία σε μια ενιαία ανοιχτή Τηθύ θάλασσα, έχοντας ανάμεσά τους στενές ταφρογενείς ζώνες μαγματικής ανόδου που μετά την τελική σύγκρουση με την Ευρασία δημιούργησαν τις παράλληλες οφειολιθικές συρραφές.



Άλλες απόψεις για τη γεωτεκτονική εξέλιξη των Ελληνίδων



Εκτός από τα γεωδυναμικά μοντέλα εξέλιξης που περιγράφηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια και τα οποία βασίζονται στην ύπαρξη ενός ή δύο ωκεανών της παλιάς θάλασσας της Τηθύος, έχουν εκφρασθεί και ιδέες πολύ διαφορετικές για την γεωτεκτονική εξέλιξη του Ελληνικού χώρου.

Ορισμένες απ' αυτές υποστηρίζουν ότι υπήρξαν περισσότερες των δύο μικρών ωκεάνιων λεκανών από τις οποίες προήλθαν οι οφειολιθικές εμφανίσεις των Ελληνίδων.

Χαρακτηριστικό είναι το μοντέλο εξέλιξης που προτάθηκε από τους Jacobshagen et al. (1980) και το οποίο προβλέπει την ύπαρξη των ωκεάνιων λεκανών Παιονίας, Αλμωπίας, Υποπελαγονικής - Πίνδου και της φυλλιτικής σειράς μεταξύ Ιονίου ζώνης και Plattenkalk (σχήμα 30). Οι ωκεάνιες αυτές λεκάνες λειτούργησαν σταδιακά και έκλεισαν διαδοχικά από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά από το Μάλμιο μέχρι το Μειόκαινο προκαλώντας την μετακίνηση της τεκτογένεσης προς τα Δυτικά (σχήμα 31).

Προς την κατεύθυνση των πολλών μικρών λεκανών προσανατολίζονται και οι απόψεις των Bebien et al. (1980) οι οποίοι θεωρούν ότι οι Ελληνικοί οφειόλιθοι προέρχονται από διαπυρισμό και μαγματισμό σχετιζόμενο με περιορισμένα σχετικά εφελκυστικά γεγονότα που προκάλεσαν άνοιγμα πολλών αλλεπάλληλων μικρών λεκανών.

Βασικό πρόβλημα για την ερμηνεία της γεωτεκτονικής εξέλιξης των Ελληνίδων αποτελεί, όπως περιγράφηκε σε προηγούμενα κεφάλαια, η ταυτόχρονη ηλικία γένεσης και τεκτονικής τοποθέτησης των οφειολίθων στις δύο οφειολιθικές συρραφές IRO και ERO εκατέρωθεν της Πελαγονικής. Προσπαθώντας να εξηγήσουν το πρόβλημα αυτό οι Smith & Spran (1984) πρότειναν ένα τεκτονικό σχήμα (σχήμα 32) που προβλέπει μεν ότι η Πελαγονική ζώνη είναι τέμαχος της Κιμμερικής ηπείρου, αλλά ότι η δημιουργία δύο παράλληλων οφειολιθικών λωρίδων εκατέρωθεν της Πελαγονικής οφείλεται σε ένα μεγάλο ρήγμα μετασχηματισμού του Ανωτέρου Ιουρασικού η αριστερόστροφη οριζόντια μετατόπιση του οποίου προκάλεσε την παράλληλη επανάληψη (ντουμπλάρισμα) των οφειολιθικών εμφανίσεων στον Ελληνικό χώρο. Με το τεκτονικό αυτό σχήμα επιδιώκεται ταυτόχρονα η ερμηνεία των παραπλήσιων τεκτονικών και λιθοστρωματογραφικών συνθηκών στα δυτικά περιθώρια Πελαγονικής και Σερβομακεδονικής.



Γεωδυναμικά μοντέλα εξέλιξης του συστήματος της Τηθύος στις γειτονικές με την Ελλάδα περιοχές



Οι ίδιες ή παραπλήσιες ιδέες για τη γεωτεκτονική εξέλιξη του Αλπικού συστήματος κυριάρχησαν και στις γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες, στις οποίες συνεχίζονται οι ίδιες σχεδόν γεωτεκτονικές ζώνες μόνο που ορισμένες φορές σ' αυτές δίνονται διαφορετικά ονόματα προερχόμενα κυρίως από τοπωνύμια ή από γλωσσικές διαφοροποιήσεις (π.χ. ζώνη Vardar στην Γιουγκοσλαβία αντί της ζώνης Αξιού).

Έτσι στη Γιουγκοσλαβία γίνεται γενικότερα αποδεκτό ότι ο παλιός ωκεανός εκτείνονταν στο χώρο μεταξύ των Διναρίδων και των Εσωτερικών μαζών, ενώ η ζώνη Vardar (ζώνη Αξιού) αποτελεί την κυρία οφειολιθική συρραφή που αντιπροσωπεύει τον κατεστραμμένο παλιό ωκεανό. Η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού πιστεύεται ότι έγινε κάτω από τη Σερβομακεδονική.

Στο σχήμα 33 δίνεται ένα απλό γεωλογικό σκαρίφημα για το γεωλογικό χώρο της Γιουγκοσλαβίας από τον Dimitrijevic (1972), καθώς και ένα γεωδυναμικό μοντέλο. Σ' αυτά δείχνονται η βύθιση του ωκεάνιου φλοιού κάτω από τη Σερβομακεδονική, καθώς και τα μεταμορφικά φαινόμενα στο χώρο των Εσωτερικών ζωνών για τα οποία δίνεται η ερμηνεία ότι οφείλονται στη βύθιση της ωκεάνιας πλάκας και κατανέμονται ανάλογα με τη θέση της κάθε περιοχής σε σχέση με τη βύθιση. Έτσι στη ζώνη Vardar παρατηρείται μεταμόρφωση υψηλής πίεσης, ενώ στη Σερβομακεδονική στους μεν βαθείς ορίζοντες μεταμόρφωση αμφιβολιτική στους δε ανώτερους ορίζοντες μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθική.

Για το χώρο της Τουρκίας δεσπόζουν τα τελευταία χρόνια τα γεωδυναμικά -παλαιογεωγραφικά μοντέλα που έχουν ως βάση την ανάπτυξη δύο ωκεάνιων χώρων της Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος. Στο σχήμα 34 δίνεται σε διαδοχικές σχηματικές τομές η γεωδυναμική εξέλιξη του χώρου Ποντίδων - Ανατολίδων της Μικράς Ασίας, από το Περμοτριαδικό μέχρι σήμερα.

Κατά το Περμο-Τριαδικό λειτούργησε ο ωκεανός της Παλαιο-Τηθύος με σταδιακή βύθιση του φλοιού κάτω από την Γκοντβάνα με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο.

Στο Λιάσιο (Κάτω Ιουρασικό) από τη συνεχιζόμενη βύθιση προκλήθηκε η ηπειρωτική διάρρηξη της Γκοντβάνα, η αποκοπή της Κιμμερικής ηπείρου και η αρχική δημιουργία της Νεο-Τηθύος.

Στο Δογγέριο (Μέσο Ιουρασικό) έγινε η καταστροφή της Παλαιο-Τηθύος και προκλήθηκε η ηπειρωτική σύγκρουση Λαυρασίας και Κιμμερικής ηπείρου, ενώ σημειώθηκε η πλήρης ανάπτυξη της Νεο-Τηθύος, η βύθιση της οποίας συντελέσθηκε το Ανώτερο Κρητιδικό - Ανω Ηώκαινο με βύθιση του ωκεάνιου φλοιού προς Βορρά.

Η τελική ηπειρωτική σύγκρουση έγινε στο Ολιγόκαινο - Μειόκαινο.





Σχήμα 33

Γεωλογικός χάρτης - σκαρίφημα τμήματος της Γιουγκοσλαβίας και γεωδυναμικό μοντέλο που προτάθηκε για την περιοχή από τον Dimitrijevic (1972).


Σχήμα 34

Σχηματικές τομές που αναπαριστούν τη γεωδυναμική εξέλιξη του συστήματος Παλαιο-Τηθύος και Νεο-Τηθύος στο χώρο Ποντίδων - Ανατολίδων της Μικράς Ασίας (Κατά Sengör et al. 1980).


http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg871y/ch1.htm


--------------------------------------------------------------------------------