ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Η Μάχη του Μάντζικερτ: Η αρχή του τέλους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- Οι εχθροί σεβάστηκαν τον ηττημένο, οι δικοί του τον τύφλωσαν


Ήταν μια μέρα σαν σήμερα, 26 Αυγούστου του 1071, όταν κοντά στη λίμνη Βαν έγινε η Μάχη του Μαντζικέρτ - το σημερινό Μαλαζγκίρτ - ανάμεσα στο βυζαντινό στρατό υπό τον Ρωμανό Δ’ Διογένη και των Σελτζούκων Τούρκων με επικεφαλής τον Αλπ Αρσλάν.

Η μάχη εκείνη θεωρείται από τους ιστορικούς η αρχή του τέλους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ήταν η μάχη που άλλαξε τις ισορροπίες στην περιοχή της Μικράς Ασίας και σε ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο. Σύμφωνα με τις απόψεις ιστορικών μελετητών η Μάχη του Μάντζικερτ, «υπήρξε η στιγμή εκείνη όπου ο ελληνικός κόσμος απώλεσε την οικουμενικότητά του και συρρικνώθηκε στη βαλκανική του διάσταση».

Τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη, συνόδευε ο πολιτικός του αντίπαλος Ανδρόνικος Δούκας. Το βυζαντινό στράτευμα ήταν κάτι σαν μωσαϊκό, που περιλάμβανε μέρος της Βαράγγιας φρουράς και μονάδες Γεωργιανών, Αρμενίων και Σύριων, μισθοφόρων αμφιβόλου εμπιστοσύνης, Φράγκους και Νορμανδούς. Η συνολική δύναμη υπολογίζεται από 40.000 μέχρι 70.000 άνδρες. Από αυτούς, μόνο οι 10.000 ήταν καθαρά βυζαντινός τακτικός στρατός.
Ο Ρωμανός βάδισε προς τη λίμνη Βαν, με σκοπό να ανακαταλάβει το Μαντζικέρτ (πόλη - φρούριο). Ο Σελτζούκος Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν περίμενε τους Βυζαντινούς με 30.000 ιππείς, κάτι που ο Ρωμανός δεν γνώριζε και το έμαθε όταν ήταν πλέον αργά.
Ο Ρωμανός κατέλαβε το Μαντζικέρτ, όμως σύντομα οι δυνάμεις του βρέθηκαν αντιμέτωπες με την δύναμη κρούσης των Σελτζούκων. Οι Βυζαντινοί πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Το μισθοφορικό ιππικό, θεωρώντας ότι ο αυτοκράτορας είχε ηττηθεί, εγκατέλειψαν τη μάχη αφήνοντας τον βυζαντινό αυτοκράτορα στο έλεος του εχθρού, κυριολεκτικά.
Ο Ανδρόνικος Δούκας - πολιτικός αντίπαλος του Ρωμανού – ήταν από τους πρώτους που άφησαν ακάλυπτο τον Αυτοκράτορα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου.

Αιχμάλωτος ο Αυτοκράτορας!

Στη διάρκεια της μάχης στο Μαντζικέρτ αιχμαλωτίστηκε ο τραυματισμένος ο Ρωμανός Διογένης, ο οποίος – αφού απόλαυσε φιλοξενίας από τους αντιπάλους του αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ταπεινωτική συνθήκη και την υπόσχεση καταβολής ενός σημαντικού χρηματικού ποσού (το ποσό το έστειλε ο Ρωμανός στον Απλ Αρσλάν, αφού είχε εκθρονιστεί). Κι αν οι εχθροί σεβάστηκαν τον ηττημένο, δεν συνέβη το ίδιο με τους δικούς του. Οι Βυζαντινοί εκθρόνισαν τον Ρωμανό, τον τύφλωσαν και τον άφησαν να πεθάνει εξόριστος σε νησί της Θάλασσας του Μαρμαρά με φρικτούς πόνους και ανελέητη ντροπή.

Η μάχη δεν είχε τον χαρακτήρας της καταστροφικής σφαγής για τον βυζαντινό στρατό, που μέτρησε ελάχιστες απώλειες (περίπου 8.000 νεκροί και αιχμάλωτοι) συγκριτικά με άλλες ήττες, όμως ήταν το οριακό εκείνο χρονικό σημείο στο οποίο η βυζαντινή κυριαρχία στην Ανατολή αρχίζει να φθίνει τραγικά. Τετρακόσια χρόνια μετά, το Βυζάντιο θα είναι «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις»…

https://www.ethnos.gr/

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΗΤΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ...

Βιβλιοπαρουσίαση στην Έδεσσα

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι Εκδόσεις «Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του Δρα Νικολάου Ντέμου
«1071-Στρατηγικές Ήττες 
και Συρρίκνωση του Ελληνισμού»
το Σάββατο 9 Ιανουαρίου και ώρα 18:00,
στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού 
Κέντρου Δήμου Έδεσσας
(Πέρδικα 1 & Καπετάν Γαρέφη, Έδεσσα)

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι:

Γιώργος Φίλης, διδάκτωρ Γεωπολιτικής

Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης-συγγραφέας


Συντονίζει ο Δημήτρης Ευαγγελίδης, συγγραφέας.


Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Τέσσερις στρατηγικές ήττες, που καθόρισαν την ιστορική πορεία του Ελληνισμού.
Τέσσερις ιστορικές ήττες, που έχουν να μας διδάξουν πολλά, ιδιαίτερα σήμερα, που Κύπρος και Ελλάδα βρίσκονται στο μέσον μιας κρίσης που το μόνο σίγουρο είναι ότι θα επηρεάσει την παραπέρα πορεία του Ελληνισμού.
Υπάρχει ελπίδα;
Μπορεί να ανακάμψει ο Ελληνισμός;
Μπορούν οι Έλληνες να ξαναβρούν το βηματισμό τους και να διεκδικήσουν και πάλι μια προβεβλημένη θέση στην Ιστορία;
Απαντήσεις σε όλα αυτά δίνει ο δρ. Νίκος Ντέμος, ένας Έλληνας που μεγαλούργησε στο εξωτερικό, μελέτησε σε βάθος την πορεία του Ελληνισμού στην Ιστορία και αποφάσισε να αναλύσει το κοινωνικοπολιτικό, γεωοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον κάτω από το οποίο διεξήχθησαν τέσσερις μάχες, που είχαν δυσάρεστη κατάληξη, με τραγικές συνέπειες για τον Ελληνισμό.
Μελέτησε επίσης σε βάθος τα επιχειρησιακά δεδομένα, τον οπλισμό, το συσχετισμό δυνάμεων, τις γεωγραφικές και καιρικές συνθήκες, το ρόλο των στρατιωτικών ηγετών, που έπαιξαν ρόλο στην εξέλιξη της κάθε μάχης και στην κατάληξή της.
Πρόκειται για τις μάχες του Ιαρμουχά (Γιαρμούκ, 636), του Μαντζικέρτ (1071), του Μυριοκέφαλου (1176) και της άλωσης της Πόλης από τους Φράγκους (1204).
Ένα βιβλίο μελέτης, προβληματισμού αλλά και εθνικής έμπνευσης, που έρχεται σε μια περίοδο παρακμής της Ελλάδας και του Ελληνισμού.
Ένα βιβλίο ιστορικής και εθνικής αυτογνωσίας.
O ίδιος ο συγγραφέας λέει για το βιβλίο του:
«Το βιβλίο αναφέρεται σε τέσσερις στρατηγικές ήττες που όχι μόνο συρρίκνωσαν τον ελληνισμό αλλά και στιγμάτισαν την ελληνική ψυχή, την ψυχολογία και τη νοοτροπία μας έως σήμερα. Οι στρατιωτικές αυτές ήττες επέφεραν την γεωγραφική, οικονομική και πολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού, την απογοήτευση, την αλλοτρίωση, την αποσύνθεση, την υποχώρηση, την υποτακτική νοοτροπία και τελικά την υποδούλωση τους έθνους.
Είμαστε όμως, είτε το θέλουμε είτε όχι και παρ' όλες τις αντιξοότητες και τις ακρότητες μας, απόγονοι ενός μεγάλου λαού, με τεράστια ιστορία, που δημιούργησε τρεις αν όχι τέσσερις παγκοσμίου φήμης και ακτινοβολίας πολιτισμούς,.
Πιστεύοντας ακράδαντα στην ακολουθία των Ελληνικών κύκλων, ακολουθώντας το κύκλο των 400 χρόνων και διανύοντας ένα νέο πολιτιστικό κύκλο, οδεύουμε προς ένα μελλοντικό Ελληνικό πολιτισμό.
Ο 9ος αιώνας είναι αναλογικά παράλληλος με τον 13ο και τον τωρινό 21ο αιώνα. Κατά τον 13ο αιώνα, και ειδικότερα το 1204, έχουμε την κατάληψη της πρωτεύουσάς μας από τους συμμάχους και ομόδοξους Λατινοφράγκους, που προσδιόρισε την επακόλουθη κατάπτωση, ξένη κατοχή, με αποκορύφωμα την υποδούλωση μας.
Στις αρχές του 21ου αιώνα, οι καιροσκόποι και ανιστόρητοι Ευρωπαϊστές, μαζί με
τους γραικύλους παρέδωσαν τη χώρα, τον ελλαδικό και τον κυπριακό ελληνισμό στο δυτικό έλεγχο, πράξη που σε συνδυασμό με την ηθική και εθνική καταράκωση και τα σκουπιδοσήριαλ του διαχρονικού εχθρού εξ ανατολών, επέφερε την κατάπτωση, εξαθλιώνοντας τους πολίτες και εξαρθρώνοντας τον κοινωνικό μας ιστό, όπως συνέβη με τους Λατίνους εμπόρους του 13ου αιώνα.
Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων συνδέεται με την επιτακτική ανάγκη αλλαγής και υπέρβασης τόσο της πολιτικοοικονομικής τωρινής κατάστασης της χώρας όσο και των κοινωνικών δομών, των φθαρμένων πολιτικών κομμάτων και του εν γένει διαλυμένου κρατικού μηχανισμού, που ως αποτέλεσμα έχει τη στρατιωτική αποδυνάμωση της χώρας και την καταστροφή της παιδείας.

Η μελέτη του βιβλίου αποτελεί έναν οδηγό για την ηθική και εθνική ανάταση του Ελληνισμού.»http://vivliofiloi.blogspot.gr/

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΓΙΑΡΜΟΥΚ

                           Γράφει Ο                                                                                                                                                   

YARMOUK BATTLE

          Η μάχη του Γιαρμούκ (636 μ.Χ.) αποτέλεσε την πιο καθοριστική μάχη που διεξήχθη μεταξύ των βυζαντινών και αραβικών δυνάμεων, κατά το 1ο κύμα των επιδρομών των Αράβων κατά των βυζαντινών εδαφών. Η συγκεκριμένη μάχη ουσιαστικά επιβεβαίωσε την κατάρρευση της βυζαντινής άμυνας στις νοτιοανατολικές επαρχίες και ουσιαστικά εξασφάλισε τον αραβικό έλεγχο της Συρίας και της Παλαιστίνης σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Για τρεις περίπου αιώνες η Μέση Ανατολή αποτελούσε το μήλον της έριδος μεταξύ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της Περσικής αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Μετά από ένα εξαετή καθολικό πόλεμο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, ο βυζαντινός στρατός υπό τον αυτοκράτορα Ηράκλειο κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις των Σασσανιδών και να εκθρονίσει το μονάρχη των Σασσανιδών Χοσρόη.
Ο πόλεμος αυτός μπορεί να έληξε τελικά με νίκη των βυζαντινών δυνάμεων αλλά ήταν σίγουρα μία πύρρειος νίκη. Τα αποτελέσματά του ήταν καθοριστικά για τις εξελίξεις στο διεθνές σύστημα της Μέσης Ανατολής. Οι ηττημένοι Σασσανίδες δέχθηκαν ένα ανυπέρβλητο πλήγμα στην ισχύ τους, ενώ ακόμα και η νικηφόρα Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε σημαντικότατες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σταδιακή ένωση των αραβικών φυλών μέσω του Ισλάμ, έφερε στο προσκήνιο μία ανερχόμενη δύναμη η οποία όπως αποδείχθηκε θα άλλαζε εντελώς το status quo και τους συσχετισμούς ισχύος στη Μ. Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο τις επόμενες δεκαετίες. Με το θάνατο του προφήτη Μωάμεθ το 632 μ.Χ., οι αραβικές φυλές ξεκίνησαν παράλληλες επιδρομές ενάντια στους Βυζαντινούς και τους Σασσανίδες.
Η πρώτη επικράτηση των Αράβων κατά των Βυζαντινών σε τακτική μάχη, πραγματοποιήθηκε το 633 μ.Χ. με τη κατάκτηση της βυζαντινής πόλης Αερόπολις, ενώ το 634 μ.Χ. οι αραβικές φυλές νίκησαν άλλες δύο φορές τους Βυζαντινούς στις μάχες του Dathin και του Ajnadayn, πραγματοποιώντας παράλληλα εκτεταμένες επιδρομές στην Υπεριορδανία, στη Παλαιστίνη και στη νότια Συρία. Το 635 μ.Χ. οι Άραβες κατέκτησαν μετά από σύντομες πολιορκίες τη Δαμασκό και τη Χιμς, δύο σημαντικές βυζαντινές πόλεις στη νότια και κεντρική Συρία. Οι αραβικές φυλές οι οποίες γνώριζαν καλά την τεχνική του άτακτου πολέμου και των αιφνιδιαστικών επιθέσεων, αποτελούσαν μία νέα απειλή για τις βυζαντινές στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες δεν ήταν πολύ συνηθισμένες στην αντιμετώπιση τέτοιων επιχειρήσεων στο πεδίο της Μέσης Ανατολής.
Απάντηση σε αυτές τις επιθέσεις, αποτέλεσε από πλευράς Βυζαντίου, η αποστολή μιας υπολογίσιμης στρατιωτικής δύναμης (περίπου 25.000 άνδρες) υπό τον Αρμένιο στρατηγό Βάχαν ώστε να περιορίσει τις δραστηριότητες των αράβων επιδρομέων. Οι αραβικές δυνάμεις υπό τους στρατηγούς Khalid ibn al-Walid και Abu 'Ubayda ibn al-Jarrah (20.000 άνδρες) υποχώρησαν από τη Δαμασκό και περίμεναν τις βυζαντινές δυνάμεις στην περιοχή του Γιαρμούκ (σημερινή συνοριακή περιοχή Συρίας-Ιορδανίας).
Η μάχη του Γιαρμούκ αποτέλεσε ένα σύνολο αψιμαχιών και έπειτα συγκρούσεων περίπου ενός μήνα μεταξύ των δύο αντιπάλων. Παρά τις αρχικές επιτυχίες του βυζαντινού κέντρου, η επίθεση που πραγματοποίησαν οι αραβικές δυνάμεις εναντίον του βυζαντινού δεξιού άκρου ανάγκασαν σε πλήρη υποχώρηση τις δυνάμεις του πατρικίου Θεόδωρου.
Παράλληλα αραβικές ιππικές δυνάμεις που ήταν κρυμμένες σε κοιλάδα κοντά στο πεδίο της μάχης πραγματοποίησαν κυκλωτική κίνηση και βρέθηκαν στα νώτα των βυζαντινών δυνάμεων. Την αρνητική κατάσταση για τους Βυζαντινούς, ολοκλήρωσε η αυτομόληση στο αντίπαλο στρατόπεδο σημαντικού μέρους του βυζαντινού αριστερού άκρου που αποτελούταν από τις δυνάμεις της φυλής των Γασσανίδων Αράβων, έως τότε παραδοσιακού συμμάχου των βυζαντινών στην περιοχή. Πολύ γρήγορα όλο το βυζαντινό στράτευμα υποχρεώθηκε σε άτακτη υποχώρηση, με αποτέλεσμα οι άραβες να του προξενήσουν ακόμη περισσότερες απώλειες.
yarmouk battle
Ο ποταμός Γιαρμούκ: στο νότιο σημείο του έλαβε χώρα η μάχη του Γιαρμούκ, όπου ηττήθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τους Μουσουλμάνους Άραβες.
Οι απώλειες των βυζαντινών στρατευμάτων σύμφωνα με τις πηγές θα πρέπει να υπολογιστούν σε αρκετές χιλιάδες ανδρών (οι μισές προκλήθηκαν κατά την υποχώρηση) ενώ συγκριτικά μικρές ήταν οι απώλειες των αραβικών στρατευμάτων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το ανάγλυφο του πεδίου της μάχης ήταν εξαιρετικό φιλικό για τους συνήθεις αραβικούς ελιγμούς, αντίθετα δεν ήταν καθόλου βοηθητικό για ένα τακτικό στρατό όπως ο βυζαντινός. Σημαντικό ρόλο επίσης στην ήττα των βυζαντινών έπαιξε και η έλλειψη συνοχής που είχε το στράτευμα σε σύγκριση με τις μελετημένες κινήσεις της αραβικής στρατιωτικής ηγεσίας. Οι ευέλικτες αραβικές δυνάμεις εισήγαγαν νέες τακτικές μάχης, στις οποίες δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένες οι δυνάμεις των βυζαντινών στην περιοχή, που έως τότε είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τις τακτικές δυνάμεις των Σασσανιδών Περσών.
Η ήττα στο Γιαρμούκ έφερε πολύ γρήγορα τη κατάρρευση των βυζαντινών δυνάμεων στη Συρία και την Παλαιστίνη. Ο αυτόκρατορας Ηράκλειος αποφάσισε στρατηγικά ότι δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί τις νοτιοανατολικές επαρχίες και διέταξε υποχώρηση του κύριου όγκου των βυζαντινών δυνάμεων στη Μ. Ασία ώστε να υπάρχει αναδιοργάνωση. Έτσι το έως και το 640 μ.Χ. οι αραβικές δυνάμεις είχαν κατακτήσει πλήρως τις επαρχίες της Παλαιστίνης και της Συρίας θέτοντας τις βάσεις τα επόμενα χρόνια για την κατάκτηση της Αιγύπτου και των λοιπών βορειοαφρικανικών επαρχιών του Βυζαντίου
Ο                                                                                                                                                   
Είναι Διεθνολόγος, Υποψήφιος Διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Βοηθός Ερευνητή στο Παρατηρητήριο για την Κρίση του ΕΛΙΑΜΕΠ
http://www.huffingtonpost.gr/konstantinos-papanikolaou/-751-_b_8622148.html

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΑΛΑΣ


Γράφει ο                                                                                                                                                   
TANG DYNASTY

Η μάχη του ποταμού Ταλάς το 751 μ.Χ. υπήρξε το κορυφαίο πολεμικό γεγονός του πολυετούς ανταγωνισμού στη Κεντρική Ασία μεταξύ του αραβικού χαλιφάτου των Αββασίδων και της κινεζικής δυναστείας των Τανγκ.
H Κεντρική Ασία (βόρειο Αφαγανιστάν, δυτική Κίνα, Καζαχστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν) αποτέλεσε μήλον της έριδος για πολλούς αιώνες για τις κυριότερες δυνάμεις της ασιατικής ηπείρου. Η κύρια αιτία, ήταν ότι αποτελούσε το πιο κρίσιμο τμήμα του λεγόμενου «Δρόμου του Μεταξιού» ενός σημαντικού εμπορικού δρόμου που για χιλιετίες διέσχιζε και ένωνε την Ευρασία.
Τον πρώιμο μεσαίωνα συγκεκριμένα αποτέλεσε τον τόπο συνάντησης αλλά και σύγκρουσης των κυριότερων δυνάμεων της εποχής, της Κινεζικής Αυτοκρατορίας των Τανγκ, του Αραβικού Χαλιφάτου των Αββασίδων, της Θιβετιανής Αυτοκρατορίας και των Τούρκικων Χανάτων της Κεντρικής Ασίας.
Το 750 μ.Χ. ήταν το σημείο ζενίθ της πολιτικής και στρατιωτικής ακμής της κινέζικης δυναστείας των Τανγκ. Είτε μέσω πολεμικών αναμετρήσεων είτε μέσω οικονομικής διείσδυσης, το πρώιμο μεσαιωνικό κινέζικο βασίλειο είχε αναδειχθεί σε μεγάλη οικονομική δύναμη παράλληλα ήλεγχε ένα μεγάλο τμήμα των σημερινών εδαφών της Κίνας καθώς και ένα σημαντικό τμήμα εδαφών της Κεντρικής Ασίας. Τις τελευταίες δεκαετίες ειδικότερα μετά από σκληρές αναμετρήσεις οι κινεζικές δυνάμεις είχαν περιορίσει σημαντικά την επιρροή της Θιβετιανής Αυτοκρατορίας ενώ είχε καταστήσει υποτελείς πολλά τούρκικα χανάτα στην περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας προς το βορά.
tang dynasty map
Δυναστεία Τανγκ.

Αυτή η συγκέντρωση ισχύος του κινεζικού βασιλείου και η απόπειρα να ελέγξει ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του «Δρόμου του Μεταξιού» έφερε τάσεις συσπείρωσης στις υπόλοιπες δυνάμεις της περιοχής. Έτσι το αραβικό χαλιφάτο των Αββασσίδων σύναψε συμμαχία με την αυτοκρατορία του Θιβέτ ώστε να ανακόψει τη ολοένα και αυξανόμενη κινεζική διείσδυση στη κεντρική Ασία. Οι δύο σύμμαχοι με τη βοήθεια φυλών της περιοχής αποπειράθηκαν να αποκόψουν τις κινεζικές φρουρές της περιοχής προκαλώντας την άμεση αντίδραση της ηγεσίας των Τανγκ.
Η μάχη του ποταμού Ταλάς υπήρξε καθοριστική για το μέλλον της Κεντρικής Ασίας καθώς αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της αραβικής κυριαρχίας στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας για τουλάχιστον δύο αιώνες.
Ο επικεφαλής των δυνάμεων των Τανγκ στρατηγός Kao Hsien-chih κινήθηκε με σημαντικές δυνάμεις (Κινέζων και υποτελών Τούρκων) προς την περιοχή της Υπερωξιανής ώστε να προλάβει την επίθεση των Αράβων και των συμμάχων τους προς τις κινεζικές φρουρές της περιοχής. Ο στρατός των Αράβων και των Θιβετιανών ήταν αριθμητικά ανώτερος παρ' όλα αυτά οι Τανγκ πραγματοποίησαν πρώτοι επιθετικές κινήσεις.
Η σύγκρουση ήταν αρκετά αμφίρροπη και κράτησε για αρκετές ώρες, έως ότου οι Καρλούκοι (υποτελείς των Τανγκ) αυτομόλησαν προς τους Άραβες αλλάζοντας σημαντικά τους συσχετισμούς. Η συντονισμένη επίθεση Αράβων και Θιβετιανών εξανάγκασε σε υποχώρηση τον κινεζικό στρατό, του οποίου πολύ μικρό μέρος κατάφερε να γυρίσει στα κινεζικά εδάφη. Το μεγαλύτερο μέρος του κινεζικού στρατού είτε καταστράφηκε είτε παραδόθηκε στις αραβικές δυνάμεις, παρόλα αυτά σημαντικές ήταν και οι απώλειες Αράβων και Θιβετιανών από τη σύγκρουση.
Η μάχη του ποταμού Ταλάς υπήρξε καθοριστική για το μέλλον της Κεντρικής Ασίας καθώς αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της αραβικής κυριαρχίας στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας για τουλάχιστον δύο αιώνες. Παράλληλα αποτέλεσε αφετηρία για τη παρακμή του μεσαιωνικού βασιλείου της Κίνας, το οποίο αντιμετώπισε τις επόμενες δεκαετίες ισχυρότατες επιδρομές νομάδων αλλά και επαναστάσεις που κλόνισαν την εσωτερική του συνοχή.
Ο                                                                                                                                                   
Είναι Διεθνολόγος, Υποψήφιος Διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Βοηθός Ερευνητή στο Παρατηρητήριο για την Κρίση του ΕΛΙΑΜΕΠ
http://www.huffingtonpost.gr/konstantinos-papanikolaou/-751-_b_8622148.html



Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΡΩΜΑΝΟΣ Δ΄ΔΙΟΓΕΝΗΣ

«Πίστη!…Τι είναι πίστη;
Είναι εκείνο που σε κάνει να ξεχωρίζεις από τους πολλούς.
Είναι εκείνο που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις,
εκείνο που σου κλείνει τα αυτιά στο τραγούδι των σειρήνων που σε καλούν να υποταχθείς,
να βαδίσεις σύμφωνα με τους πολλούς,
να συγκατανεύσεις σε όσα δεν θεωρείς δίκαια και σωστά,
να ακολουθήσεις τη φορά του ανέμου»
 
Κώστας Κυριαζής, «Ρωμανός Δ΄ Διογένης»

Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός Δ' Διογένης έμεινε στο θρόνο από το 1068 ως το 1071. Γεννήθηκε το 1032 στην Καππαδοκία και καταγότανε από οικογένεια γαιοκτημόνων. Διακρίθηκε ως στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι' Δούκα και του Ισαάκιου Α' Κομνηνού. Μάλιστα το 1064 ως διοικητής της Σερδικής (Σόφια) απώθησε τους Πετσενέγγους επιδρομείς των Βαλκανίων.

Ο Ρωμανός Διογένης και η σύζυγός του Ευδοκία σε πλάκα από ελεφαντόδοντο

Χρυσό ιστάμενον του Ρωμανού, που απεικονίζει τον ίδιο και τους συμβασιλείς του: στην πρόσθια πλευρά, ο Μιχαήλ Ζ' Δούκας, πλαισιωμένος από τους αδερφούς του Ανδρόνικο και Κωνστάντιο, κασι στην οπίσθια ο Ρωμανός και η Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα, στεφόμενοι από το Χριστό
Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι' Δούκα, η νεαρή χήρα του Ευδοκία, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, παρά τον όρκο της στον άντρα της λίγο πριν πεθάνει να μην ξαναπαντρευτεί ποτέ. Σύντομα κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να την απαλλάξει από τη δέσμευσή της, ενώ ταυτόχρονα επιλέγει ως νέο της σύζυγο έναν ευγενή απόγονο στρατιωτικής οικογένειας από την Καππαδοκία, γενναίο και ικανό στρατηλάτη, ταυτόχρονα όμως ισχυρογνώμονα και συχνά βίαιο, το Ρωμανό Δ’ Διογένη. Φαίνεται ότι βασικό κριτήριο στην επιλογή του Ρωμανού από την Ευδοκία ήταν όχι μόνο η προσωπικότητα του Ρωμανού, αλλά και η συναίσθηση από πλευράς της του κινδύνου που αντιμετώπιζε το κράτος υπό την απειλή των εξωτερικών εχθρών του και τη διάλυση του στρατού.
Υπό διωγμό τον καιρό του Δούκα, ο Ρωμανός είχε αντιληφθεί έγκαιρα τον τουρκικό κίνδυνο. Αμέσως μετά το γάμο και τη στέψη του, ξεκινά προσπάθεια ανασυγκρότησης του Βυζαντινού στρατεύματος. Ο Ρωμανός για να ενδυναμώσει το βυζαντινό στράτευμα στρατολόγησε, εκπαίδευσε και τοποθέτησε σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας, μισθφόρους που συνολικά αριθμούσανε τους 100.000. Οι καταγωγή αυτών ήταν από την Ιβηρία της Αρμενίας, ήταν Σλάβοι, Τουρκομάνοι, Χαζάροι, Γότθοι, Αλανοί, Κουμάνοι, Πετσενέγοι, Φράγκοι και Νορμανδοί. Σύντομα όμως, έγινε στόχος των αριστοκρατών της Κωνσταντινούπολης, του Μιχαήλ Ψελλού, εκπρόσωπου του κατεστημένου της Πρωτεύουσας, αλλά κυρίως της οικογένειας των Δουκών, που προόριζαν τον ανηψιό του Κωνσταντίνου και γιό της Ευδοκίας, Μιχαήλ για διάδοχο.
Το 1068 και 1069 τον βρίσκει να πραγματοποιεί εκστρατείες στα ανατολικά σε αναζήτηση του τούρκου πολέμαρχου Αλπ Αρσλάν. Είναι εκπληκτικό το ότι παρά την κακή κατάσταση του στρατού, είχε κάποιες επιτυχίες στα μέτωπα. Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους όπως επιθυμούσε, δηλαδή σε μάχη εκ παρατάξεως. Είναι γεγονός ότι βασικός στόχος των Τούρκων ήταν η Αίγυπτος, βάσει θρησκευτικών διαφορών με τους Φατιμίδες, και όχι το Βυζάντιο. Στην πορεία όμως ο Αλπ Αρσλάν αναγκάστηκε για διάφορους λόγους να στραφεί κατά του Ρωμανού, ο οποίος προσπαθούσε να επανακτήσει την Αρμενία και να εξασφαλίσει τα ανατολικά σύνορα. Διάφορες συμφωνίες που έκαναν είχαν χαρακτήρα προσωρινής εκεχειρίας, μέχρι την αναμενόμενη από τις δύο πλευρές και αναπόφευκτη τελική σύγκρουση. Κάποια στιγμή το 1070, ο Ρωμανός χώρισε το στράτευμα σε δύο περίπου ίσα τμήματα, στέλνοντάς το ένα υπό το στρατηγό Ιωσήφ Ταρχανειώτη σε χωριστή αναζήτηση του εχθρού. Δυστυχώς το τμήμα αυτό του στρατεύματος εξαφανίστηκε ξαφνικά κοντά στη Μελιτηνή, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό το γιατί. Πιθανότερη εξήγηση είναι ότι επειδή αποτελείτο από ξένους μισθοφόρους, απλά διαλύθηκε μετά την απομάκρυνση από την ηγεσία του Ρωμανού, γιατί οι στρατιώτες ήταν κακοπληρωμένοι.
Τελικά, ο Ρωμανός φτάνει το καλοκαίρι του 1071 στην περιοχή της πόλης Μάντζικερτ. Εκεί, αφού απορρίπτει τις προτάσεις εκεχειρίας του Αρσλάν, προετοιμάζεται για μάχη. Έτσι, την Παρασκευή 26 Αυγούστου του 1071, λαμβάνει χώρα η μάχη που υποθήκευσε το μέλλον του Βυζαντινού Ελληνισμού. Άν και η μάχη ξεκίνησε με καλές προοπτικές για τους Βυζαντινούς, ο εχθρός επιμελώς απέφευγε την κατά μέτωπο σύγκρουση, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς με ένα είδος ανορθόδοξου πολέμου. Κατά το δειλινό, και ενώ δεν είχε γίνει ουσιαστική μάχη, ένα σήμα επιστροφής του Ρωμανού, προκάλεσε σύγχυση στο στράτευμα. Τη σύγχυση πιθανόν ενέτειναν οι προδοτικές φήμες που διέδωσε ο στρατηγός Ανδρόνικος Δούκας για συντριβή της εμπροσθοφυλακής. Το χάος που επακολούθησε έδωσε τη δυνατότητα στον ικανότατο και οξύνου Τούρκο φύλαρχο να εξαπολύσει αντεπίθεση και να συντρίψει τους Βυζαντινούς, συλλαμβάνοντας τον ίδιο τον Αυτοκράτορα και πετυχαίνοντας αναπάντεχα περίτρανη νίκη. Η μάχη του Μάντζικερτ αποτελεί τραγικό ιστορικό σταθμό του Βυζαντινού Ελληνισμού. Η απώλεια της Ανατολίας, βασικού τροφοδότη σε έμψυχο υλικό και τρόφιμα, σημαίνει την ανεπανόρθωτη αποδυνάμωση του κορμού του κράτους, που άν και μπόρεσε να ορθοποδήσει, ποτέ ξανά δεν έφτασε τα επίπεδα ακμής της δυναστείας των Μακεδόνων.
Ακόμα και την ύστατη ώρα, το κακό θα μπορούσε να είχε αποσοβηθεί. Ο Αλπ Αρσλάν, για στρατηγικούς λόγους, πρότεινε όρους ειρήνης μάλλον ευνοϊκούς στο Ρωμανό, και τον άφησε ελεύθερο. Στην πρωτεύουσα όμως και πριν την επιστροφή του αυτοκράτορα, οι εχθροί του με αρχηγό τον Ιωάννη Δούκα, και επηρρεαζόμενοι από τον Μιχαήλ Ψελλό, με πρόφαση την ήττα του Ρωμανού έστεψαν βασιλέα το Μιχαήλ Ζ’ Δούκα. Απέρριψαν κοντόφθαλμα και ασυζητητί τους όρους του Αρσλάν, πολιτική που καταδεικνύει τόσο την έλλειψη διορατικότητας, όσο και την άσβεστη προσωπική τους φιλοδοξία. Η Ευδοκία εξορίστηκε σε μοναστήρι στην Πρίγκηπο. Κατά την επιστροφή του ο Ρωμανός δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Δοκίμασε να ανακαταλάβει το θρόνο του αλλά ηττήθηκε στη μάχη της Αμάσειας από τον ιδιωτικό στρατό του Ιωάννη Δούκα και λίγους μήνες μετά παραδόθηκε στον Ανδρόνικο Δούκα. Συνελήφθη, τυφλώθηκε με βάναυσο τρόπο, εξορίστηκε στην Πρώτη της Προποντίδας και τελικά πέθανε λίγο αργότερα, το καλοκαίρι του, στις 4 Αυγούστου του 1072.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΕΡΖΕΡΟΥΜ..ΘΕΟΔΟΣΙΟΥΠΟΛΗ..Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

Καί ενώ ο πρωθυπουργός μας,στό Ερζερουμ,ξεπουλάει οσο οσο τα κυριαρχικά μας δικαιώματα-διότι αυτο κάνει-ασχετα,αν εδώ τά Μ.Μ.Ε.τόν παρουσιαζουν ως θριαμβευτή,εμεις θά ασχοληθουμε με τήν περιοχη,που διεξάγωνται οι διαπραγματευσεις...πρόκεται για ιδιαίτερης βαρύτητας τόπο,για το συλλογικό μας ασυνειδητο..προκειται για τήν περιοχη[Θεοδοσιούπολη],οπου διεξηχθη η φρικτη μαχη του Ματζικέρτ,με αποτέλεσμα να μπόυν οι Σελτζουκοι στην Μ.Ασία και να μην ξαναφύγουν ποτέ..αλλα και αργότερα υπήρξε τόπος μαρτυριου τών Ελλήνων....θα δουμε ενα εισαγωγικο αρθράκι απο τήν Olymbia.gr και συνεχίζουμε μέ τήν μάχη του Ματζικέρτ.......
Ερζερούμ Χάρτης
<<..Η πόλη ΘΕΟΔΟΣΙΟΥΠΟΛΗ (τουρκιστί ΕΡΖΕΡΟΥΜ) σηματοδοτεί τραγικές στιγμές για την ελληνική Ιστορία. Πρώτα από όλα ο Ρωμανός Δ΄ο Διογένης ηττήθηκε εκεί (Μάχη του Μαζικέρτου) το 1071 από τον Αλπ Αρσλάν και άνοιξε το δρόμο των Σελτζούκων Τούρκων προς τη Δύση.
Εκείνο το θλιβερό σούρουπο της 26ης Αυγούστου 1071 χαρίσαμε στους Τούρκους το ένα τρίτο της Μικράς Ασίας από την οποία ΔΕΝ ΈΦΥΓΑΝ ΠΟΤΕ ΠΙΑ.
θΑ ΗΤΑΝ ΑΣΧΗΜΟ ΝΑ ΤΑ ΘΥΜΙΣΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΣΤΟΥΣ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ;
Η περιοχή υπήρξε τόπος εξορίας των Ελλήνων και των Αρμενίων ,όπου χιλιάδες άνθρωποι πότισαν με το αίμα τους το Άσκαλε , δηλαδή τη Σιβηρία της Τουρκίας. Εκεί έστελναν τους μη Τούρκους με τα αμελέ ταμπουρού για να τους εξοντώσουν την περίοδο 1919-1924, αλλά και το 1942 , όταν δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν το ληστρικό φόρο Περιουσίας, το γνωστό βαρλίκι που τους επέβαλαν. Ο πρωθυπουργός μας πριν πατήσει τα ποτισμένα με άφθονο ελληνικό αίμα χώματα της ΘΕΟΔΟΣΙΟΥΠΟΛΕΩΣ καλό θα είναι να διαβάσει το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, για να μάθει μερικά πράγματα για τα αμελέ ταμπουρού, αλλά και το βιβλίο του Φαϊκ Οκτέ με τίτλο «Βαρλίκι», που έγραψε ο έφορος Κωνσταντινούπολης ο οποίος εφήρμοσε τον τραγικό για τον ελληνισμό νόμο το 1942. Ελπίζουμε και ευχόμαστε η μοιραία αυτή περιοχή να μην ανοίξει μια νέα τραγική σελίδα για την ελληνική ιστορία.
Αξίζει να επισημάνουμε ότι στην περσινή σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στο Μάρντιν στις 9 Ιανουαρίου ο κ. Νταβούτογλου ανέπτυξε στους διπλωμάτες το νεοοθωμανικό του όραμα, για την ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και γενικότερα στα πρώην εδάφη που ανήκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία. Με την εφαρμογή του σχεδίου του «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες», επιθυμεί να επιλύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό το ταχύτερο δυνατόν. Φυσικά οι διαφορές θα πρέπει να επιλυθούν σύμφωνα με τις τουρκικές θέσεις, γιατί η Άγκυρα έχει δικούς της νόμους και κανόνες, οι οποίοι τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου. Αυτό, όμως, δεν την ενοχλεί, αρκεί να εξασφαλίσει αυτά που θέλει, δηλαδή την συνεκμετάλλευση ή πιο κομψά την συναξιοποίηση του πλούτου του Αιγαίου με ποσοστό 50-50%. Μακάρι να διαψευστούμε..πηγή olymbia gr>>
=======
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

Η μάχη του Μαντζικέρτ στην Αρμενία έλαβε χώρα στις 26 Αυγούστου 1071 μεταξύ του βυζαντινού στρατού υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ' Διογένη, και των Σελτζούκων Τούρκων του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός ηττήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και απελευθερώθηκε μετά την καταβολή λύτρων, ενώ η βυζαντινή αυτοκρατορία υποχρεώθηκε στην καταβολή ετήσιου φόρου και την παραχώρηση μερικών φρουρίων στους Σελτζούκους. Αυτή η πανωλεθρία των βυζαντινών στρατευμάτων και, κυρίως, η εσωτερική πολιτική παράλυση που ακολούθησε, επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία.
Μάχη του Μαντζικέρτ
Προσπάθεια αναχαίτισης της εισβολής των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία.
131 Bataille de Malazgirt.jpg

Από γαλλική μινιατούρα του 15ου αι.
Χρονολογία26 Αυγούστου, 1071
ΤόποςΜαντζικέρτ
ΈκβασηΉττα των βυζαντινών δυνάμεων από τους Σελτζούκους Τούρκους
Μαχόμενοι
Βυζαντινή αυτοκρατορίαΣελτζούκοι Τούρκοι
Αρχηγοί
Ρωμανός Δ' ΔιογένηςΑλπ Αρσλάν
Δυνάμεις
20.000[1][2] - 40.000[3]<20.000[1][4] - 40.000[3]
Απώλειες
8.000[5]Άγνωστες



 Πριν τη μάχη

Το χειμώνα του 1071, ο Ρωμανός Διογένης πληροφορήθηκε ότι ο Αλπ Αρσλάν απουσίαζε από τη περιοχή της Αρμενίας, πολιορκώντας τη βυζαντινή Έδεσσα (σημ. Urfa). Έχοντας σκοπό να εισβάλλει στην Αρμενία, ο Ρωμανός άρχισε, από το Φεβρουάριο του 1071, να συγκεντρώνει μεγάλη στρατιά στην Κωνσταντινούπολη. Με σκοπό να εξαπατήσει τους Σελτζούκους,[5] έστειλε στον Αλπ Αρσλάν πρεσβεία με ειρηνευτικούς όρους, τους οποίους εκείνος δέχτηκε αμέσως γιατί έτσι μπορούσε να επιτεθεί απερίσπαστα εναντίον του Χαλεπίου, το οποίο ανήκε στην επικράτεια του Χαλιφάτου των Φατιμιδών.
Έχοντας έτσι παραπλανήσει τον Σελτζούκο σουλτάνο, το καλοκαίρι του 1071, ο Ρωμανός εισέβαλλε με στρατό 40.000 (κατά την επικρατέστερη άποψη) ανδρών στην Αρμενία και κινήθηκε προς τη Θεοδοσιούπολη (σημ. Ερζερούμ), στην οποία έφτασε τον Ιούλιο. Ύστερα αποφάσισε ότι θα βάδιζε προς το Ματζικέρτ, αν και οι στρατηγοί του τον συμβούλεψαν να περιμένει τον Αλπ Αρσλάν και να μη κινηθεί προς το εσωτερικό της κατεχόμενης από τους Σελτζούκους Αρμενίας[5] Πριν ξεκινήσει για το σημαντικό αυτό φρούριο που έπρεπε να καταλάβει, εάν ήθελε να έχει προφυλαγμένα τα νώτα του, ο Ρωμανός έθεσε τον Ανδρόνικο Δούκα επικεφαλής της οπισθοφυλακής και έστειλε ανιχνευτές να ελέγξουν το πέρασμα. Οι ανιχνευτές τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε αντίπαλος στρατός.
Όμως ο αυτοκράτορας είχε υποπέσει σε δυο λάθη. Έθεσε τον γιο του πολιτικού του αντιπάλου αρχηγό της οπισθοφυλακής και δεν υπολόγισε το δίκτυο πληροφοριών του Αλπ Αρσλάν ούτε είχε καλή εικόνα των κινήσεων του αντιπάλου του. Ο Ρωμανός δεν γνώριζε οτι ο σουλτάνος ήταν όχι πάνω από 200 χλμ μακριά από τη Θεοδοσιούπολη, καθώς είχε ενημερωθεί για τις κινήσεις του αυτοκράτορα. Είχε λύσει την πολιορκία του Χαλεπίου και στο δρόμο συγκέντρωσε ακόμα πιο πολλούς μαχητές για να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς, ανεβάζοντας τη δύναμη του στρατού του στις 30.000 άνδρες.[1]
Το άλλο μεγάλο λάθος του Ρωμανού ήταν ότι, ενώ εισέβαλλε σε χώρα που γνώριζε λιγότερο καλά από τους αντιπάλους του, διαίρεσε τις δυνάμεις του, χωρίζοντας το στρατό σε δυο τμήματα. Το ένα, 20.000 άνδρες με επικεφαλής τον Ιωσήφ Ταρχανειώτη, συμπεριλαμβανομένων και των κατάφρακτων ιπποτών του Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ, το έστειλε στα νότια του Ματζικέρτ για να καταλάβει τη πόλη Χλιάτ, σε απόσταση 50 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Μιχαήλ Ατταλειάτη, οι μονάδες αυτές ήταν οι καλύτερες του στρατού του και αριθμητικά περισσότερες από τις δικές του. Με αυτό τον τρόπο θέλησε να προφυλάξει το δεξιό πλευρό του δεύτερου τμήματος του στρατού, που διοικούσε ο ίδιος. Με αυτό κατέλαβε το φρούριο του Ματζικέρτ, μια μέρα πριν τη μάχη, ενώ ανέμενε νέα από το τμήμα του Ταρχανειώτη. Την ίδια ώρα και εντελώς ανεξήγητα, ο Ταρχανειώτης ποτέ δεν κατευθύνθηκε στο Χλιάτ, αλλά παρέκλινε προς τη Μελιτηνή στα νοτιοδυτικά, 150 χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο της μάχης, χωρίς καν να ειδοποιήσει τον Ρωμανό. Ο λόγος της κίνησής του αυτής εκτιμάται ότι είναι είτε η προδοσία, είτε επειδή ισχυρή σελτζουκική δύναμη του έκοψε το δρόμο και δεν θέλησε να δώσει μάχη εναντίον της. Σήμερα, η δεύτερη εκδοχή φαίνεται να κερδίζει έδαφος.[1][5][6]

 Οι δυνάμεις των αντιπάλων

Κατά καιρούς, έχουν διατυπωθεί σημαντικά διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς την αριθμητική δύναμη της βυζαντινής στρατιάς η οποία ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη. Οι μεσαιωνικές πηγές κάνουν λόγο για βυζαντινό στρατό από 100.000 - 1.000.000 άνδρες,[7]. Επίσης, μιλούν για αντίστοιχα μεγάλες απώλειες τις βυζαντινής πλευράς, ενώ για τις απώλειες των Τούρκων δεν γίνεται λόγος.
Ένας σύγχρονος ιστορικός ανεβάζει την πιθανή συνολική δύναμη της στρατιάς μέχρι τους 100.000 άνδρες.[6] Πάντως, οι περισσότεροι ιστορικοί εκτιμούν πως η δημογραφική κατάσταση και οι δυνατότητες επιμελητείας δεν θα επέτρεπαν τα εξωπραγματικά μεγέθη που αναφέρουν οι μεσαιωνικές πηγές.[8] Έτσι η βυζαντινή στρατιά, κατά την έναρξη της εκστρατείας, δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 40.000 μάχιμους[1][9], χωρίς να υπολογίζονται οι πολυάριθμοι άμαχοι που έσερνε πίσω του κάθε μεσαιωνικός στρατός[5].
Λίγο πριν τις πρώτες αψιμαχίες, η αριθμητική ισχύς του βυζαντινού στρατού εκτιμάται ότι πρέπει να είχε μειωθεί στο μισό, λόγω της αναχώρησης του τμήματος των Τραχανειώτη-Ρουσέλ, του οποίου η δύναμη πρέπει να ανερχόταν σε 20.000 άντρες. Έτσι, κατά την επικρατέστερη άποψη, η ισχύς του στρατού του Διογένη το πρωϊ της 24ης Αυγούστου πρέπει να έφτανε τους 20.000 άντρες περίπου.[1][2] Η αριθμητική ισχύς του σελτζουκικού στρατού εκτιμάται ότι βρισκόταν στα ίδια περίπου επίπεδα με του βυζαντινού ή λίγο παρακάτω.[1][4]

 Η μάχη

Στις 24 Αυγούστου 1071,[10] ημέρα Τετάρτη, ένα ανιχνευτικό απόσπασμα Βυζαντινών αψιμάχησε με ένα Σελτζουκικό, στα ανατολικά της λίμνης Βαν. Ο Ρωμανός, μη γνωρίζοντας πως έχει να κάνει με την εμπροσθοφυλακή του στρατεύματος του Αλπ Αρσλάν, την οποία διοικούσε ο Νιζάμ Αλ Μούλκ, υπασπιστής του σουλτάνου έστειλε τον επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας Νικηφόρο Βρυέννιο με μικρή δύναμη για να απωθήσει τους Τούρκους. Σύντομα ο Βρυέννιος, βλέποντας ότι μονάδες του ενεπλάκησαν σε ενέδρες και περικυκλώθηκαν από ισχυρές εχθρικές δυνάμεις, διέταξε υποχώρηση στο βυζαντινό στρατόπεδο. Ο αυτοκράτορας, μη έχοντας ακόμη πειστεί πως επρόκειτο για μονάδες του κυρίως σελτζουκικού στρατού, έστειλε τον αρμενικής καταγωγής Νικηφόρο Βασιλάκιο, δούκα της Θεοδοσιούπολης (σημ. Ερζερούμ) με πολύ ισχυρότερη δύναμη ιππικού εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι τότε εφάρμοσαν τη συνήθη σε αυτούς τακτική της ψεύτικης υποχώρησης με σκοπό την ενέδρα. Ο Βασιλάκιος, περιφρονώντας τις βασικές αρχές της βυζαντινής τακτικής απέναντι στα πολεμικά τεχνάσματα των νομαδικών λαών, παρασύρθηκε σε ανεξέλεγκτη καταδίωξη των Τούρκων και τελικά έπεσε στην ενέδρα τους. Ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος, ενώ οι άντρες του έπεσαν νεκροί σχεδόν μέχρι τον τελευταίο.[10]
Τότε ο Ρωμανός, συνειδητοποιώντας την ισχύ του τουρκικού αποσπάσματος αλλά μη δεχόμενος ακόμη πως επρόκειτο για το στρατό του Αλπ Αρσλάν, έστειλε εναντίον του ξανά τον Βρυέννιο, επικεφαλής ολόκληρης της αριστερής πτέρυγας. Όμως ως τότε οι Τούρκοι είχαν προλάβει να αποσυρθούν στους γύρω λόφους. Τελικά ο Βρυέννιος κατάλαβε τι πραγματικά συνέβαινε, όταν βρήκε ένα τραυματισμένο επιζώντα της δύναμης του Βασιλάκιου. Εκείνη τη στιγμή, το απόγευμα της 24ης Αυγούστου, οι Τούρκοι επέστρεψαν στο πεδίο της μάχης σε πλήρη παράταξη και επιτέθηκαν προσπαθώντας να περικυκλώσουν τη δύναμη του Βρυέννιου. Ο τελευταίος αναγκάστηκε, τότε, μπροστά στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, να σημάνει συντεταγμένη υποχώρηση. Η υποχώρηση αυτή συνδυάστηκε με τοπικές αντεπιθέσεις οι οποίες οδήγησαν σε προσωρινή υποχώρηση των Τούρκων και το βυζαντινό απόσπασμα επέστρεψε ασφαλές στο στρατόπεδο. Λέγεται ότι ο Βρυέννιος επέστρεψε τραυματισμένος από δυο βέλη στη πλάτη και ένα ακόντιο στο στήθος. Την άλλη μέρα, πάντως, ήταν και πάλι σε θέση να πολεμήσει.[11]
Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε το στρατό του να ετοιμαστεί για επίθεση σε πλήρη παράταξη. Όμως οι Τούρκοι είχαν ξανά αποσυρθεί πέρα από τους λόφους και δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν ούτε από τα βυζαντινά ανιχνευτικά αποσπάσματα. Τότε ο βυζαντινός στρατός επέστρεψε στο στρατόπεδο. Ενώ είχε φτάσει ήδη το βράδυ, ο τουρκικός στρατός, σε μια ακόμη επίδειξη της κινητικότητάς του, επιτέθηκε αιφιδιαστικά και μέσα στο μισοσκόταδο, εναντίον Ούζων (ή, αλλιώς, Ογούζων, τουρκ. Oğuz) Τούρκων μισθοφόρων του Διογένη οι οποίοι συναλλάσονταν με εμπόρους έξω από το βυζαντινό στρατόπεδο. Στην προσπάθεια των πανικόβλητων Ογούζων να επιστρέψουν στην ασφάλεια του στρατοπέδου, δημιουργήθηκε σύγχυση καθώς αυτοί δεν διέφεραν σε εμφάνιση από τους ομόγλωσσούς τους Σελτζούκους. Τελικά, οι Σελτζούκοι επιδρομείς εξαφανίστηκαν το ίδιο γρήγορα όπως είχαν εμφανιστεί και η υπόλοιπη νύχτα κύλησε με περιορισμένες μόνο επιθέσεις εναντίον του αυτοκρατορικού στρατοπέδου.[12]
Το πρωί της 25ης Αυγούστου, οι Σελτζούκοι προσπάθησαν να καταλάβουν την όχθη του ποταμού απέναντι από το βυζαντινό στρατόπεδο και ο Ρωμανός έστειλε το βαρύ πεζικό να τους απωθήσει. Το πεζικό πέτυχε στην αποστολή του αλλά, λίγο μετά, μεγάλο μέρος των Ούζων άλλαξε στρατόπεδο και προσχώρησε στους ομόγλωσσούς τους Τούρκους. Ο φόβος ότι και οι υπόλοιποι Ούζοι θα έπαιρναν το μέρος των Σελτζούκων καταπραΰνθηκε μετά από όρκο πίστης που έδωσαν στον αυτοκράτορα. Στη συνέχεια, κατέφθασε πρεσβεία από τον χαλίφη της Βαγδάτης, Al-Mouhalban, ζητώντας διαπραγματεύσεις. Ο Ρωμανός όμως ζήτησε όρους, μεταξύ των οποίων την αποχώρηση των Σελτζουκικών δυνάμεων από τη Μ. Ασία, οι οποίοι οδήγησαν στην αποχώρηση της πρεσβείας. Ίσως πίστευε πως η αποστολή πρεσβείας ήταν προϊόν παρελκυστικής τακτικής εκ μέρους των Σελτζούκων, με σκοπό να συγκεντρώσουν κι άλλα στρατεύματα, ενώ ο ίδιος είχε ήδη στείλει αγγελιαφόρους προς τα τμήματα του Ουρσέλιου και του Ταρχανειώτη με εντολή να ενωθούν με το κυρίως στράτευμα. Εξ άλλου, παρά τις ως τότε δυσάρεστες εξελίξεις, ο βυζαντινός στρατός εξακολουθούσε να διαθέτει ισχυρή αυτοπεποίθηση, λόγω της πειθαρχίας και της τάξης του, στοιχείων που του έδιναν υπεροχή του σε συνθήκες μάχης εκ παρατάξεως.[13]
Ο Αλπ Αρσλάν παρέταξε το στράτευμά του σε σχήμα ημισελήνου, χωρισμένο σε τρεις διοικήσεις. Όλα τα σώματα αποτελούνταν κυρίως από ελαφρό ιππικό, εφοδιασμένο με βέλη, ακόντια και σπαθιά. Πιο πίσω βρισκόντουσαν πεζοί, ντυμένοι ελαφρά αμυντικά με δόρατα, ασπίδες, σπαθιά και τσεκούρια. Ο Ρωμανός Δ' Διογένης παρέταξε το στρατό του σε δυο παράλληλες γραμμές η κάθε μια με βάθος 8 έως 10 ανδρών για τους πεζούς και 3 έως 4 για τους ιππείς. Το πλάτος της παράταξης του στρατού ήταν μέτριο. Τα 2/3 του στρατεύματος χωρίστηκαν σε τρια τμήματα ενώ κράτησε το 1/3 του στρατεύματος ως εφεδρεία. Το αριστερό τμήμα το κρατούσαν τα θεματικά στρατεύματα από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη μαζί με τους Σλάβους με επικεφαλή τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Το κέντρο το διοικούσε ο αυτοκράτορας Ρωμανός, με την αυτοκρατορική φρουρά των 500 Βαράγγων που είχε πάρει μαζί του, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις ήταν Καππαδόκες στρατιώτες, Φράγκοι και Τουρκομάνοι. Στο δεξιό τμήμα τη διοίκηση είχε ο Θεόδωρος Αλυάτης και διοικούσε τους Ίβηρες της Αρμενίας, τους Χαζάρους και τους Σλάβους. Την εφεδρεία την διοικούσε ο Ανδρόνικος Δούκας με τμήματα Χαζάρων, Γερμανών, Φράγκων και των ιδιωτικών στρατών που είχε διαθέσει ο ίδιος και η φατρία του. Στις 26 Αυγούστου του 1071 θα δινόταν η μεγάλη μάχη.
Καθώς άρχισε να κινείται το βυζαντινό στράτευμα, οι Σελτζούκοι άρχισαν να εξαπολύουν βέλη και να ανοίγουν τα άκρα τους με σκοπό να κυκλώσουν τους Βυζαντινούς. Τα δυο κέντρα συγκρούστηκαν ενώ τα άκρα των Βυζαντινών καταδίωκαν τα άκρα των Σελτζούκων. Όλη η παράταξη άρχισε να υποχωρεί στο όρος Σουφάν, συνεχίζοντας να εξαπολύει βέλη. Η συνοχή του βραδυκίνητου βυζαντινού στρατεύματος κλονίστηκε και άρχισε να σπάει. Οι Σελτζούκοι κύκλωναν απομονωμένες μονάδες και τις αποτελείωναν γρήγορα. Σε δυο ώρες θα έπεφτε η νύχτα και το στράτευμα του Ρωμανού είχε πολλές απώλειες ενώ οι Σελτζούκοι δεν είχαν ούτε 1.000 απώλειες, έτσι ο Ρωμανός διέταξε τακτική αναστροφή του μετώπου για αποχώρηση. Οι Βρυέννιος και Αλυάτης νομίσαν ότι το σύνθημα έδειχνε ότι ηττήθηκαν και υποχωρούσαν. Πολλοί μαχητές πέταξαν τα όπλα και άρχισαν να τρέχουν και οι ιππείς έκαναν μεταβολή και σπιρούνισαν τα άλογά τους. Ο σουλτάνος διέταξε και την εφεδρεία του να μπεί στη μάχη και να καταδιώξουν τους Βυζαντινούς. Με αυτή την κίνηση του σουλτάνου, ο αυτοκράτορας δεν είχε άλλη επιλογή από το να πολεμήσει και διέταξε επανάληψη της επίθεσης. Το πεδίο της μάχης έγινε μια απέραντη χαοτική μάζα στρατιωτών που μάχονταν, υποχωρούσαν ή κρυβόντουσαν. Τότε έπρεπε να δράσει η εφεδρεία του Ανδρόνικου Δούκα αλλά αυτός, είτε από προδοτική διάθεση είτε βλέποντας την εξέλιξη της μάχης και πιστεύοντας πως ο αυτοκράτορας θα σκοτωθεί εκεί, διέταξε την εφεδρεία να αποσυρθεί από το πεδίο της μάχης, ώστε να μείνει ανοιχτός ο δρόμος για τον θρόνο. Ο Βρυέννιος έσπασε τον κλοιό των Σελτζούκων και διέφυγε. Ο Αλυάτης πιάστηκε αιχμάλωτος και το κέντρο της παράταξης κατέρρευσε. Μόνο οι Βάραγγοι με τις ασπίδες τους προστάτευαν τον αυτοκράτορα και συνέχισαν να μάχονται μανιασμένα. Με την πάροδο του χρόνου, όλοι έπεσαν νεκροί ενώ ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ' Διογένης αιχμαλωτίστηκε βαριά τραυματισμένος στο στήθος και στο χέρι. Δέκα Σελτζούκοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο σουλτάνο ενώ οι συμπολεμιστές τους γιόρταζαν στο πεδίο της μάχης τη νίκη τους. Οι απώλειες των Βυζαντινών έφτασαν ίσως και τους 8.000 άνδρες, νεκροί και αιχμάλωτοι.

 Αιχμαλωσία Ρωμανού Δ'

Όταν παρουσιάστηκε ο αιχμάλωτος Ρωμανός Δ' μπροστά στον Αλπ Αρσλάν, ο δεύτερος δεν πίστευε ότι αυτός ο γεμάτος αίματα και σακατεμένος άνδρας, ήταν πράγματι ο παντοδύναμος Ρωμαίος Αυτοκράτορας. Μετά την επαλήθευση των στοιχείων του αυτοκράτορα, ένας διάλογος έγινε ο οποίος έμεινε στην ιστορία:
Αλπ Αρσλάν: "Τι θα έκανες, αν ήμουν εγώ δικός σου αιχμάλωτος;"
Ρωμανός: "Θα σε σκότωνα, ή μάλλον θα σε εξέθετα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης."
Αλπ Αρσλάν: "Η τιμωρία μου είναι πολύ χειρότερη... Σε αφήνω ελεύθερο..."

 Αίτια της ήττας

Σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, την ευθύνη για την ήττα φέρει η κρατούσα τάξη της βυζαντινής αυτοκρατορίας για λόγους καθαρά οικονομικούς, ως αντίδραση προς την προσπάθεια του Ρωμανού Δ' να συγκεντρώσει φόρους που θα επέτρεπαν την αποκατάσταση της ισχύος των βυζαντινών στρατευμάτων.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης αναφέρεται ότι:
«Στα μέσα του 11ου αιώνα γίνονταν στο Βυζάντιο άγριοι φεουδαρχικοί εμφύλιοι πόλεμοι που χαρακτηρίζονται από την ένταση του φεουδαρχικού κομματιάσματος. Η πάλη για το θρόνο ανάμεσα στις διάφορες μερίδες της κυρίαρχης τάξης έφτασε σε οξύτατο σημείο. Από το 1057 ως το 1081 άλλαξαν πέντε αυτοκράτορες. Οι φεουδαρχικοί εμφύλιοι πόλεμοι έγιναν αιτία να εξασθενίσει το βυζαντινό κράτος και να χειροτερεύσει η εξωτερική πολιτική θέση του. Στην κατάρρευση της στρατιωτικής δύναμης του Βυζαντίου βοήθησε και η μετατροπή των ελεύθερων αγροτών σε δουλοπάροικους, καθώς και η καταστροφή των στρατιωτών»[14].
Ακόμα ένα στοιχείο που φέρεται ότι οδήγησε στην ήττα του βυζαντινού στρατεύματος ήταν η ετερογένειά του, καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους μισθοφόρους[15]. Το στράτευμα του Ρωμανού αποτελούνταν από Νορμανδούς, Βούλγαρους, Πετσενέγγους, Φράγκους, Αλανούς, Γότθους, Σλάβους, Χαζάρους, Τουρκομάνους Ούζους και Κουμάνους, καθώς και Ίβηρες από την Αρμενία. Ο θεματικός στρατός, ένας εμπειροπόλεμος και πιστός στην αυτοκρατορία στρατός, είχε παραμεληθεί δραματικά από τους προηγούμενους αυτοκράτορες, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Ρωμανό να καταφύγει σε μισθοφόρους.
Σε αυτά τα δυο προβλήματα προστέθηκε ένα τρίτο. Ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να εμπιστευθεί ανώτατους αξιωματούχους του στρατού και της πολιτικής σκηνής, καθώς πολλοί συνομωτούσαν εναντίον του. Από το στρατό του δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τον διοικητή των Νορμανδών, τον στρατηγό Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ, καθώς και τον διοικητή των Φράγκων Μάγιστρο Ιωσήφ Ταρχανειώτη και τον Ανδρόνικο Δούκα, γιο του Ιωάννη Δούκα, πολιτικού αντιπάλου του Ρωμανού. Στην πολιτική σκηνή εκτός από τον Ιωάννη Δούκα, είχε να αντιμετωπίσει τον συγκλητικό Νικηφόρο Παλαιολόγο και τον Μιχαήλ Ψελλό που υποστήριζαν την οικογένεια των Δουκών στη διαδοχή του θρόνου. Παρόλα αυτά υπήρχαν τρία άτομα, παλαιοί συμπολεμιστές του αυτοκράτορα όταν ήταν στρατηγός, τα οποία μπορούσε να εμπιστευτεί. Ήταν ο Μάγιστρος Κατεπάνω Νικηφόρος Βασιλάκιος, ο στρατηγός Θεόδωρος Αλυάτης που καταγόταν από την Καππαδοκία και ο Δομέστικος των Σχολών της Δύσης Νικηφόρος Βρυέννιος.

 Αποτελέσματα

Την ήττα του Μαντζικέρτ ακολούθησε σειρά γεγονότων που υπονόμευσαν τη δύναμη της ήδη εξασθενημένης κατά τον 11ο αι. αυτοκρατορίας. Στον Ρωμανό Δ' επιβλήθηκε οικτρή τιμωρία, χάνοντας και το θρόνο του και τη ζωή του, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε ένα γεωγραφικό κενό στον βυζαντινό χάρτη, το οποίο γέμισαν σταδιακά οι Σελτζούκοι, εγκαθιδρύοντας την πρωτεύουσά τους στη Νίκαια (İznik) το 1077. Μετά τη μάχη, η αυτοκρατορία περιήλθε, για ακόμα μια φορά στη δίνη του εμφυλίου πολέμου, που έληξε όταν ο Αλέξιος Α' Κομνηνός ανέβηκε στο θρόνο. Οι Βυζαντινοί με την ήττα στο Ματζικέρτ έχασαν και τις οδούς που οδηγούσαν στις ανατολικές τους επαρχίες και ειδικά στην Αρμενία, με αποτέλεσμα να χάσουν και τον έλεγχο των κατοίκων τις περιοχής. Αυτοί οι ορεσίβιοι κάτοικοι επάνδρωναν σε μεγάλο βαθμό το στρατό του Βυζαντίου και τον έκαναν πιο αξιόμαχο. Ακόμα, ο δρόμος για τον εκτουρκισμό των πληθυσμών της περιοχής είχε ανοίξει δυσχεραίνοντας ακόμα πιο πολύ την ανακατάληψη αυτών των περιοχών από τους μετέπειτα αυτοκράτορες. Χάθηκαν πολλές γαίες τις οποίες έδιναν για επιβράβευση στα στρατεύματα οι αυτοκράτορες, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να τους παρέχουν άλλα ανταλλάγματα, μετατρέποντας το στρατό από εθνικό σε μισθοφορικό.

 Υποσημειώσεις

  1. ↑ 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 Haldon (2001), σ. 118
  2. ↑ 2,0 2,1 Markham (2005). Ο αριθμός αυτός εξάγεται αφαιρώντας τις 20.000 των Ταρχανειώτη-Ρουσέλ από τους 40.000 του αρχικού εκστρατευτικού σώματος
  3. ↑ 3,0 3,1 Lanning (2003)
  4. ↑ 4,0 4,1 Markham (2005). Ο συγγραφέας υπολογίζει την αριθμητική δύναμη των Σελτζούκων ως τη μισή της αρχικής δύναμης των Βυζαντινών (την οποία ανεβάζει σε 40.000 άντρες)
  5. ↑ 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Markham (2005)
  6. ↑ 6,0 6,1 Treadgold (1993), σ. 603
  7. ↑ *Μιχαήλ Ατταλειάτης, Νικηφόρος Βρυέννιος, Ματθαίος Εδέσσης: 1.000.000. Smbat Sparapet, Ibn al-Qalānisī: 600.000. Ιbn al-Athīr: 200.000. Sibt bin al-Jawzī: 400.000. al-Fāriqī: 300.000 άντρες.
  8. ↑ Haldon (2001), σ. 117
  9. ↑ Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, τομ. Β2, σ. 243, σημ. 1
  10. ↑ 10,0 10,1 Haldon (2000), σ. 120
  11. ↑ Haldon (2000), σ. 120-121
  12. ↑ Haldon (2000), σ. 121
  13. ↑ Haldon (2000), σ. 120
  14. ↑ «1071: Πανωλεθρία των Βυζαντινών στο Μαντζικέρτ» Σαν Σήμερα, εφ. Ριζοσπάστης.
  15. ↑ Hillenbrand Carole 2001, "Manzikert, battle of" The Oxford Companion to Military History. Ed. Richard Holmes. Oxford University