ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Το Ισραήλ θέλει να αλλάξει το μοντέλο της αμερικανικής βοήθειας

 


Για περισσότερα από πενήντα χρόνια, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ θεωρούνταν μία από τις ελάχιστες σταθερές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Από τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973 μέχρι σήμερα, η Ουάσιγκτον έχει διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την ενίσχυση της άμυνας του Ισραήλ ενώ το ισχύον δεκαετές Μνημόνιο Συνεργασίας, που υπέγραψε το 2016 η κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, προβλέπει στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως έως το 2028.

Σήμερα, όμως, συμβαίνει κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητο. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού του Ισραήλ , Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν ζητά απλώς την ανανέωση της συμφωνίας. Προτείνει τη σταδιακή αντικατάσταση του σημερινού μοντέλου στρατιωτικής βοήθειας από ένα νέο πλαίσιο που θα στηρίζεται στην κοινή ανάπτυξη τεχνολογιών, στη συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων και στη στενότερη διασύνδεση των αμυντικών βιομηχανιών των δύο χωρών.

Με μια πρώτη ματιά, η πρόταση μοιάζει να εκφράζει την επιθυμία του Ισραήλ για μεγαλύτερη αυτάρκεια. Η πραγματικότητα είναι όμως πολύ πιο σύνθετη. Η επιδίωξη δεν είναι η απομάκρυνση από τις ΗΠΑ, αλλά η μετάβαση από μια σχέση που βασίζεται στην ετήσια στρατιωτική χρηματοδότηση σε μια πολύ βαθύτερη σχέση βιομηχανικής και τεχνολογικής αλληλεξάρτησης, η οποία θα είναι πολύ δυσκολότερο να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Ένα παράδοξο που δεν είναι παράδοξο

Το πρώτο ερώτημα είναι προφανές. Γιατί μια κυβέρνηση να επιδιώκει να αλλάξει ένα σύστημα που της εξασφαλίζει 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια.

Παρά την εικόνα που συχνά επικρατεί στη δημόσια συζήτηση, τα χρήματα του προγράμματος Foreign Military Financing (FMF) δεν αποτελούν μια απλή επιχορήγηση προς το Ισραήλ. Η μεγάλη πλειονότητά τους χρησιμοποιείται για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, σημαντικό μέρος των κονδυλίων επιστρέφει στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία, στηρίζοντας εργοστάσια, θέσεις εργασίας και μεγάλες αμυντικές εταιρείες στις ΗΠΑ.

Αυτό εξηγεί γιατί η αμερικανική βοήθεια δεν αποτελεί μόνο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Αποτελεί ταυτόχρονα και μέρος του ίδιου του αμερικανικού αμυντικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, το μοντέλο που προτείνει σήμερα ο Νετανιάχου δεν προκύπτει από το μηδέν. Οι δύο χώρες συνεργάζονται εδώ και χρόνια στην ανάπτυξη μερικών από τα πιο προηγμένα αντιπυραυλικά συστήματα στον κόσμο, όπως τα Arrow, David’s Sling και Iron Dome, ενώ η συνεργασία επεκτείνεται πλέον σε νέες τεχνολογίες όπως τα συστήματα λέιζερ (Iron Beam), η τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα και η κυβερνοάμυνα.

Η ισραηλινή πρόταση ουσιαστικά επιχειρεί να γενικεύσει αυτό το μοντέλο. Αντί η σχέση να βασίζεται κυρίως σε ετήσιες χρηματοδοτήσεις, θα βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε κοινά ερευνητικά προγράμματα, συμπαραγωγές, πολυετείς συμβάσεις και κοινές αλυσίδες παραγωγής.



Η πολιτική διάσταση της πρότασης του Ισραήλ

Τα τελευταία δύο χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στη Γάζα, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έπαψε να θεωρείται αυτονόητη. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, αυξήθηκαν οι φωνές –κυρίως στο Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά όχι αποκλειστικά– που ζητούν να συνδεθεί η στρατιωτική βοήθεια με συγκεκριμένους πολιτικούς όρους ή ακόμη και να περιοριστεί.

Η αλλαγή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από το Ισραήλ. Ένα σύστημα που βασίζεται σε μια πολιτική απόφαση για τη διάθεση χρηματοδότησης είναι, εκ των πραγμάτων, περισσότερο εκτεθειμένο στις μεταβολές του πολιτικού κλίματος. Από την άλλη, ένα σύστημα που στηρίζεται σε κοινές γραμμές παραγωγής, πολυετείς βιομηχανικές συμβάσεις και κοινή ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών λειτουργεί εντελώς διαφορετικά.

Δεν καταργεί τον ρόλο του Κογκρέσου. Οι πιστώσεις, οι εξαγωγές οπλικών συστημάτων και τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα εξακολουθούν να απαιτούν κοινοβουλευτική έγκριση. Αυξάνει όμως σημαντικά το πολιτικό και οικονομικό κόστος οποιασδήποτε προσπάθειας σύνδεσης της αμυντικής συνεργασίας με πολιτικούς όρους.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Στο σημερινό μοντέλο, η δημόσια συζήτηση μπορεί να περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν πρέπει να εγκριθούν ή να ανασταλούν τα 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια της ετήσιας βοήθειας. Στο μοντέλο που φαίνεται να προωθεί το Ισραήλ, το ερώτημα θα είναι διαφορετικό. Είναι διατεθειμένες οι ΗΠΑ να ακυρώσουν κοινά προγράμματα που στηρίζουν αμερικανικές θέσεις εργασίας, συμμετέχουν στην αμυντική τους βιομηχανία και εξυπηρετούν επιχειρησιακές ανάγκες του ίδιου του Πενταγώνου; Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές πολιτικές συζητήσεις.

Οι αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι η πρόταση δεν ισοδυναμεί με αποδέσμευση του Ισραήλ από τις ΗΠΑ, διαφωνούν όμως ως προς τις συνέπειές της. Το Congressional Research Service (CRS) επισημαίνει ότι οι κοινές αμυντικές επενδύσεις και τα προγράμματα συμπαραγωγής αποτελούν ήδη αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών.

Το Institute for National Security Studies (INSS) εκτιμά ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα πρέπει να διατηρήσει όχι μόνο τη στρατιωτική αλλά και τη συμβολική αξία της αμερικανικής δέσμευσης απέναντι στην ασφάλεια του Ισραήλ.

Από την άλλη πλευρά, το Quincy Institute προειδοποιεί ότι η μετάβαση αυτή δεν συνεπάγεται μικρότερη αμερικανική εμπλοκή. Αντίθετα, μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη στενότερη ενσωμάτωση των δύο αμυντικών οικοσυστημάτων μέσα από κοινή έρευνα, παραγωγή και τεχνολογική ανάπτυξη.

Το πραγματικό διακύβευμα

Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν αφορά τελικά τα 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια. Αφορά το μοντέλο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις μετά το 1973.

Η πρόταση του Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν επιδιώκει να περιορίσει την αμερικανική παρουσία στην άμυνα του Ισραήλ. Επιδιώκει να την ενσωματώσει ακόμη βαθύτερα στις δομές της αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.

Αν η μετάβαση αυτή ολοκληρωθεί, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια δεν θα εξαφανιστεί. Θα αλλάξει μορφή. Και μαζί της θα αλλάξει και η δυνατότητα οποιασδήποτε μελλοντικής αμερικανικής κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική συνεργασία ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αυτό ίσως να είναι και το σημαντικότερο διακύβευμα των διαπραγματεύσεων που έχουν ήδη αρχίσει για την επόμενη ημέρα των σχέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ.https://neostrategy.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: