ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Η πλατεία Κοτζιά, οι πακιστανικές σημαίες και η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.----Από το «δικαίωμα παραμονής» στη γεωπολιτική της κατοίκησης-



 (Όταν η Αθήνα γίνεται σκηνικό για την προβολή ξένων εθνικών συμβολισμών, η Ελλάδα οφείλει να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει γύρω της).

 
Γράφει ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
  
Η πλατεία Κοτζιά ετοιμάζεται να υποδεχθεί, για ακόμη μία φορά 14/08, τους εορτασμούς της Ημέρας Ανεξαρτησίας του Πακιστάν. Οι πακιστανικές σημαίες θα υψωθούν στο κέντρο της Αθήνας, σε έναν δημόσιο χώρο που δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χώρος: βρίσκεται μπροστά από το Δημαρχείο της πρωτεύουσας, στο ιστορικό κέντρο της ελληνικής πολιτείας.
Το γεγονός, από μόνο του, δεν αποτελεί πρόβλημα δημοκρατίας. Η ελευθερία έκφρασης, η πολιτιστική ταυτότητα και το δικαίωμα των νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών να τιμούν την εθνική τους ιστορία είναι στοιχεία μιας δημοκρατικής ελληνικής κοινωνίας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ελληνική πολιτεία παύει να διαβάζει τα σύγχρονα γεγονότα γεωπολιτικά. Και σήμερα δεν βρισκόμαστε στο Πακιστάν του χθες.
Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 2026, λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή στη Μέκκα (07/08) της νέας αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν.
Η συμφωνία προβλέπει ότι η επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον και των τριών. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ήδη περιγράφεται διεθνώς ως ένα εν δυνάμει «Muslim NATO» ή «σουνιτικό ΝΑΤΟ», αν και οι ίδιες οι κυβερνήσεις των τριών χωρών επιμένουν στον αμυντικό χαρακτήρα της συμφωνίας τους και απορρίπτουν τη χαρακτηριστική αυτή ονομασία.
Από τη Μέκκα στην Αθήνα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό και γεωπολιτικό ερώτημα. Τι σημαίνει για την Ελλάδα το γεγονός ότι η πακιστανική σημαία προβάλλεται δημόσια στην καρδιά της Αθήνας, την ίδια στιγμή κατά την οποία το Πακιστάν εισέρχεται σε μια νέα τριμερή γεωστρατηγική αρχιτεκτονική ασφαλείας με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία; Δεν υποστηρίζω ότι η πακιστανική κοινότητα της Ελλάδας ταυτίζεται με την εξωτερική πολιτική του Ισλαμαμπάντ. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο και αντιδημοκρατικό.
Υποστηρίζω κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο σοβαρό:
η ελληνική πολιτεία οφείλει να διαχωρίζει την πολιτιστική παρουσία μιας κοινότητας από τη γεωπολιτική πραγματικότητα του κράτους που αυτή συμβολικά εκπροσωπεί.
Οι σημαίες δεν είναι πάντοτε απλώς κομμάτια υφάσματος. Σε περιόδους γεωπολιτικών ανακατατάξεων είναι σύμβολα κρατικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης, εθνικής κυριαρχίας και, ενίοτε, γεωστρατηγικών προσανατολισμών.
Και η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να θέτει το ερώτημα: ποια είναι η δική της γεωστρατηγική ανάγνωση αυτών των εξελίξεων;
Η Τουρκία σίγουρα δεν είναι ένας αδιάφορος τρίτος παράγοντας. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα επειδή ένα από τα τρία κράτη του νέου αμυντικού σχήματος είναι η γείτονα Τουρκία. Η Άγκυρα είναι ταυτόχρονα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και περιφερειακή δύναμη που επιδιώκει αυξημένη στρατηγική αυτονομία.
Ήδη από τον Ιανουάριο του 2026 υπήρχαν δημόσιες αναφορές για τουρκική επιδίωξη συμμετοχής στην αμυντική συμφωνία Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, ενώ ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε επιβεβαιώσει ότι διεξάγονταν συνομιλίες για μια ευρύτερη πλατφόρμα συνεργασίας.
Σήμερα αυτή η εξέλιξη έχει πλέον λάβει συγκεκριμένη νομική μορφή. Και αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στη Νότια Ασία και στην Ανατολική Μεσόγειο ως απομονωμένα γεωπολιτικά επεισόδια. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με σύνορα που χαράσσονται μόνο στον χάρτη. Λειτουργεί με δίκτυα. Δίκτυα άμυνας, ενέργειας, εξοπλισμών, τεχνολογίας, θρησκευτικής επιρροής, οικονομίας, πολιτιστικής διπλωματίας και γενικής γεωστρατηγικής διπλωματίας.
Η νέα γεωπολιτική εξίσωση. Η νέα τριμερής σχέση παρουσιάζει μια ιδιαίτερη στρατηγική συμπληρωματικότητα:
η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική ισχύ, ενεργειακούς πόρους και σημαντικές αμυντικές δαπάνες, το Πακιστάν διαθέτει έναν από τους σημαντικότερους στρατούς του ισλαμικού κόσμου και πυρηνικό οπλοστάσιο,
η Τουρκία διαθέτει ισχυρή στρατιωτική βιομηχανία, τεχνολογική βάση και σημαντική γεωστρατηγική θέση. Εμείς τι ζητούμε ή τι θέλουμε να στέλνουμε στρατιωτική ενίσχυση και οπλισμό στην πάμπλουτη Σαουδική Αραβία?
Ακριβώς αυτή η συμπληρωματικότητα καθιστά τη συμφωνία σημαντικότερη από μια απλή διπλωματική φωτογραφία. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο βαθιά θα είναι η στρατιωτική της ολοκλήρωση. Δεν γνωρίζουμε πώς θα εφαρμοστεί σε πραγματικές συνθήκες πολεμικής κρίσης. Και ασφαλώς δεν πρέπει να βαφτίζουμε κάθε νέα περιφερειακή συνεργασία «ΝΑΤΟ». Όμως το στρατηγικό μήνυμα είναι σαφές: ο μουσουλμανικός κόσμος επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στην αρχιτεκτονική ασφαλείας του. Και αυτό πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την Χριστιανική Ευρώπη, αλλά και την Ορθόδοξη Ελλάδα.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αδυναμία. Η Ελλάδα συχνά παρακολουθεί τη διεθνή πολιτική σαν απλός καλός θεατής, ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως ενεργός γεωπολιτικός παράγοντας.
Έχουμε την Ανατολική Μεσόγειο. Έχουμε την Κύπρο. Έχουμε το Αιγαίο.
Έχουμε την Κρήτη.
Έχουμε τα Βαλκάνια.
Έχουμε τα ενεργειακά δίκτυα. Έχουμε τις καλές σχέσεις μας με τον αραβικό κόσμο. Έχουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Και απέναντί μας βρίσκεται μια αλαζονική Τουρκία η οποία ως αλεπού δεν περιορίζει πλέον τη στρατηγική της σε ένα μόνο γεωγραφικό τόξο.
Επομένως, η Αθήνα χρειάζεται επείγουσα εθνική στρατηγική και όχι απλώς μία γραφειοκρατική εθιμοτυπική εξωτερική πολιτική. Δεν είναι πρόβλημα η πακιστανική σημαία. Πρόβλημα είναι η ελληνική αδιαφορία ή αμέλεια. Ας το πούμε καθαρά. Δεν υπάρχει κανένα δημοκρατικό πρόβλημα επειδή Πακιστανοί πολίτες στην Ελλάδα θέλουν να γιορτάσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους. Υπάρχει όμως μέγα πολιτικό πρόβλημα εάν η ελληνική πολιτεία δεν γνωρίζει ότι η διεθνής γεωστρατηγική θέση του Πακιστάν πλέον αλλάζει προς άλλη πλευρά. Και υπάρχει ακόμη το μεγαλύτερο πρόβλημα που είναι εάν γνωρίζει και δεν ενδιαφέρεται. Η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται τις ξένες σημαίες. Πρέπει όμως να γνωρίζει τη σημασία τους. Όπως δεν πρέπει να φοβάται τον πολιτιστικό πλουραλισμό, αλλά οφείλει να υπερασπίζεται την Εθνική, Συνταγματική και πολιτειακή της κυριαρχία.
Άλλο καλή γειτονία, άλλο πολυπολιτισμικότητα και άλλο γεωπολιτική αφέλεια.
Άλλο η φιλοξενία. Άλλο η εθνική αυτοκατάργηση. Άλλο ο σεβασμός προς τον ξένο. Άλλο η απώλεια της εθνικής στρατηγικής αυτοσυνειδησίας. Η πλατεία Κοτζιά δεν είναι γεωπολιτικά ουδέτερος χώρος Η πλατεία Κοτζιά βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και φιλοξενεί το Δημαρχείο της πρωτεύουσας Ελλάδας.
Η ίδια η πλατεία έχει ιστορικό συμβολικό βάρος και η επίσημη ονομασία της από το 1977 είναι «Πλατεία Εθνικής Αντίστασης». Γι’ αυτό και κάθε μεγάλη δημόσια εθνική εκδήλωση οποιαδήποτε ξένης κοινότητας στον συγκεκριμένο χώρο μας, αποκτά αναπόφευκτα μια διεθνή και δημόσια και συμβολική διάσταση. Δεν είναι ιδιωτικό σαλόνι των πολιτικών οποιουδήποτε χρώματος. Δεν είναι κλειστή αίθουσα συλλόγου.
Είναι η καρδιά της ελληνικής πρωτεύουσας.
Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται γεωστρατηγική ισορροπία.
Η ελληνική σημαία δεν πρέπει επ ουδενί να αισθάνεται ως «ξένη» μέσα στην ίδια την Αθήνα. Η απάντηση δεν είναι οι απαγορεύσεις. Η εύκολη λύση θα ήταν να απαιτήσει κάποιος απαγορεύσεις. Δεν είναι αυτή η απόλυτα σοβαρή απάντηση. Η σοβαρή απάντηση θα είναι η αμοιβαιότητα, ο σεβασμός των ξένων, η θεσμική ισορροπία και η εθνική μας αυτοπεποίθηση.
Όποιος ζει νόμιμα στην Ελλάδα πρέπει να μπορεί να τιμά το χώρο που τον φιλοξενεί και ως ξένος και ως Έλληνας την πατρίδα του. Αλλά και η ελληνική πολιτεία οφείλει παράλληλα να ενισχύει με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα την ελληνική εθνική, ιστορική και πολιτιστική παρουσία στον δημόσιο χώρο.
Να μην ντρέπεται ή να φοβάται για την ελληνική ταυτότητα. Να μην αντιμετωπίζει τον πατριωτισμό των Ελλήνων ως αναχρονισμό. Να μην συγχέει την ευρωπαϊκή συνείδηση με την εθνική απονεύρωση και τον υβριδικό πόλεμο κατά του Νατιβισμού των Ελλήνων.
Και κυρίως να μην παρακολουθεί τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις από την γραφειοκρατική εξέδρα.
Η Ελλάδα χρειάζεται νέα εθνική και νέα στρατηγική εγρήγορση.
Η νέα ισλαμική συμφωνία Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δημιουργήθηκε ένα νέο «ΝΑΤΟ του ισλαμικού κόσμου». Οι ίδιες οι κυβερνήσεις αποφεύγουν αυτή τη διατύπωση και υπογραμμίζουν τον αμυντικό χαρακτήρα της συμφωνίας τους. Όμως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι να γίνει κάτι το απολύτως σαφές ή επικίνδυνο για να το μελετήσει.
Η γεωπολιτική πρόβλεψη αρχίζει πριν από την κρίση.
Η εθνική ασφάλεια δεν είναι η διαχείριση των τετελεσμένων και της τέφρας. Είναι η πρόβλεψη των πιθανών τετελεσμένων.
Και σήμερα η Αθήνα, καλείται και πρέπει να εξετάσει με ψυχραιμία:
Τι σημαίνει για την Ανατολική Μεσόγειο η σύγκλιση Τουρκίας και Πακιστάν;
Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή ασφάλεια η ενίσχυση περιφερειακών αμυντικών σχηματισμών;
Τι σημαίνει για την Ελλάδα η συμμετοχή της Τουρκίας σε μια νέα στρατηγική σχέση με ένα πακιστανικό πυρηνικό μουσουλμανικό κράτος; Και ποια πρέπει να είναι η γεωπολιτική ελληνική απάντηση; Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απασχολούν την σημερινή Αθήνα.
Όχι το αν θα φωτογραφηθούν μερικές ακόμη πακιστανικές σημαίες στην πλατεία Κοτζιά. Οι σημαίες είναι το σύμπτωμα. Η γεωπολιτική είναι η πραγματικότητα.
Και ένα κράτος που δεν διαβάζει εγκαίρως τη γεωπολιτική του πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα υποχρεώνεται να πληρώσει το τίμημα της αφέλειάς του.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται φοβικά σύνδρομα.
Χρειάζεται εθνική αυτοπεποίθηση, στρατηγική σκέψη, διπλωματική διορατικότητα και γεωπολιτική εγρήγορση.
Γιατί η Αθήνα δεν είναι απλώς μια πολυπολιτισμική πόλη που φιλοξενεί τις εθνικές κοινότητες του ισλαμικού κόσμου. Είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας. Είναι η πρωτεύουσα της Ορθοδοξίας. Και αυτό δεν είναι αποκλεισμός, είναι εθνική κυριαρχία και σεβασμός στο ελληνικό Σύνταγμα των ηρώων της πίστης και της πατρίδας μας.  https://orthodoxostypos.gr/


Από το «δικαίωμα παραμονής» στη γεωπολιτική της κατοίκησης

Της Στέλλας Κυβέλου*



Όταν συζητούμε για την Ελληνική γεωπολιτική ισχύ, η σκέψη μας στρέφεται σχεδόν αυτόματα στην άμυνα και την ασφάλεια, στα σύνορα και στις θαλάσσιες ζώνες, στις ενεργειακές υποδομές και στις διεθνείς συμμαχίες.

Πολύ λιγότερο θεωρούμε μια άλλη, θεμελιώδη διάσταση της γεωπολιτικής: την ικανότητα μιας χώρας να κατοικεί, να οργανώνει, να συνδέει και να διατηρεί λειτουργική ολόκληρη την επικράτειά της.  Κι όμως, η γεωπολιτική ισχύς ασκείται σε έναν ζωντανό χώρο, με ανθρώπους, πόλεις και χωριά, σχολεία νοσοκομεία, λιμάνια και δρόμους, παραγωγικές δραστηριότητες, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικά δίκτυα. Υπό αυτή την έννοια, η δημογραφική συρρίκνωση ορεινών, παραμεθόριων και νησιωτικών περιοχών δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ή αναπτυξιακό πρόβλημα. Αποτελεί σταδιακά ζήτημα εδαφικής και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.

Για δεκαετίες οργανώσαμε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της χώρας γύρω από δύο μητροπολιτικούς πόλους: την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Για τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο χρησιμοποιούμε συνήθως τον γενικό και μάλλον αδιαφοροποίητο όρο «περιφέρεια». Ανάμεσα, όμως, στις δύο μητροπόλεις και στον αγροτικό, ορεινό, παραμεθόριο και νησιωτικό χώρο υπάρχει μια ολόκληρη γεωγραφία μικρών και μεσαίων πόλεων. Και αυτή η γεωγραφία έχει πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σημασία από εκείνη που της αποδίδουμε. Επί παραδείγματι, η Ορεστιάδα δεν είναι απλώς μια μικρή πόλη του Έβρου. Η Φλώρινα και η Καστοριά δεν είναι απλώς περιφερειακές πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας. Το Καρπενήσι δεν αποτιμάται μόνο από το πληθυσμιακό μέγεθός του. Ούτε η Ερμούπολη αποτελεί απλώς την πρωτεύουσα ενός νησιωτικού δήμου. Οι πόλεις αυτές οργανώνουν γύρω τους ευρύτερες περιοχές. Συγκεντρώνουν υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, διοίκησης, εμπορίου, πολιτισμού και μεταφορών. Υποστηρίζουν μικρότερους οικισμούς, αγροτικές και ορεινές περιοχές, ολόκληρα νησιωτικά συμπλέγματα και διασυνοριακές ζώνες.

Επομένως, μια πόλη, έστω μικρή ή μεσαία, μπορεί να διαθέτει εδαφική και γεωπολιτική αξία πολλαπλάσια του μεγέθους της, εφόσον από αυτήν εξαρτάται η δυνατότητα μιας πολύ ευρύτερης περιοχής να παραμένει κατοικημένη και λειτουργική.

Το δημογραφικό ως γεωπολιτικό ζήτημα

Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ζήτημα γεννήσεων και θανάτων. Είναι βαθύτατα χωρικό πρόβλημα. Δεν μειώνεται παντού ο πληθυσμός με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν περιοχές που γηράσκουν και συρρικνώνονται ταχύτερα, νέοι που μετακινούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό και μικροί οικισμοί που χάνουν σταδιακά τις βασικές λειτουργίες που επέτρεπαν την αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος. Λιγότερος πληθυσμός οδηγεί σε λιγότερες υπηρεσίες. Λιγότερες υπηρεσίες μειώνουν την ελκυστικότητα ενός τόπου. Η μειωμένη ελκυστικότητα επιταχύνει την αποχώρηση νεότερων ηλικιών και η περαιτέρω συρρίκνωση καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη διατήρηση κοινωνικών υπηρεσιών και οικονομικών δραστηριοτήτων.

Σε μια χώρα, όμως, με τη γεωγραφία της Ελλάδας, αυτή η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη σημασία. Η πληθυσμιακή παρουσία στον χώρο αποτελεί και μορφή εδαφικής παρουσίας. Η εγκατάλειψη ενός ορεινού χωριού, η δημογραφική κατάρρευση μιας παραμεθόριας περιοχής ή η μετατροπή ενός μικρού νησιού σε τόπο σχεδόν αποκλειστικά εποχικής κατοίκησης δεν αποτελούν μόνο απώλεια ανθρώπινου δυναμικού. Αποδυναμώνουν σταδιακά την ικανότητα της χώρας να διατηρεί ενεργό, παραγωγικό και κοινωνικά βιώσιμο το σύνολο της επικράτειάς της.

Από το «Δικαίωμα στην Παραμονή» στη γεωπολιτική της κατοίκησης

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ευρωπαϊκή συζήτηση για το Right to Stay – το Δικαίωμα στην Παραμονή. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει απλώς το δικαίωμα κάποιου να παραμείνει στον τόπο όπου γεννήθηκε. Σημαίνει να μπορεί να παραμείνει, να επιστρέψει ή να εγκατασταθεί σε έναν τόπο από επιλογή και όχι να αναγκάζεται να φύγει επειδή δεν διαθέτει πρόσβαση στην εργασία, την κατοικία, την υγεία, την εκπαίδευση, τη συνδεσιμότητα και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Για την Ελλάδα θα πρέπει ίσως να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο: από το Δικαίωμα στην Παραμονή σε μια πραγματική γεωπολιτική της κατοίκησης. Διότι ένας τόπος δεν παραμένει ζωντανός απλώς επειδή βρίσκεται εντός των εθνικών συνόρων. Παραμένει ζωντανός όταν κατοικείται. Όταν λειτουργεί το σχολείο του. Όταν υπάρχει γιατρός. Όταν υπάρχει σύνδεση με τα μεγαλύτερα κέντρα. Όταν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να βρει κατοικία και εργασία. Όταν υπάρχει παραγωγή, επιχειρηματικότητα, κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Η κατοίκηση είναι, επομένως, μια καθημερινή μορφή παρουσίας στον χώρο. Και αυτή ακριβώς η καθημερινή παρουσία αποτελεί μία από τις πιο παραγνωρισμένες διαστάσεις της γεωπολιτικής ισχύος.

Τα νησιά και η γεωπολιτική του αρχιπελάγους

Η παραπάνω συλλογιστική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στον νησιωτικό χώρο. Το Αιγαίο δεν αποτελεί απλώς μια θαλάσσια έκταση διάσπαρτη με νησιά ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσα από τις γραμμές των θαλάσσιων ζωνών. Είναι ένα κατοικημένο αρχιπέλαγος, ένα σύνθετο σύστημα ανθρώπινων εγκαταστάσεων, θαλάσσιων διαδρομών, λιμένων, παραγωγικών δραστηριοτήτων, υπηρεσιών και κοινωνικών σχέσεων.

Η Ερμούπολη δεν είναι απλώς η πρωτεύουσα της Σύρου. Οι λειτουργίες της υποστηρίζουν ένα ευρύτερο κυκλαδικό σύστημα. Αντίστοιχα, η Νάξος συνδέεται λειτουργικά με τις Μικρές Κυκλάδες. Η Ρόδος αποτελεί κέντρο υπηρεσιών για ένα πολύ ευρύτερο σύστημα νησιών του νοτιοανατολικού Αιγαίου.

Η πραγματική γεωγραφία του αρχιπελάγους, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με τα διοικητικά όρια των δήμων και των περιφερειακών ενοτήτων. Διαμορφώνεται από τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις, την πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, τις εμπορευματικές ροές, τις ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις και τις καθημερινές μετακινήσεις των κατοίκων.

Χρειαζόμαστε επομένως μια πολιτική λειτουργικών αρχιπελαγικών ενοτήτων, όπου ένα ισχυρότερο νησιωτικό κέντρο και τα μικρότερα νησιά που εξαρτώνται λειτουργικά από αυτό αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σύστημα ανθεκτικότητας.   Η γεωπολιτική του  Αιγαίου είναι, υπό αυτή την έννοια, και γεωπολιτική των δικτύων που επιτρέπουν στους ανθρώπους να κατοικούν το αρχιπέλαγος.

Οι μικρές πόλεις ως υποδομές εθνικής ανθεκτικότητας

Η σημασία των μικρών και μεσαίων πόλεων γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν δούμε την Ελλάδα μέσα από το πρίσμα των πολλαπλών κρίσεων. Πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί, ακραία καιρικά φαινόμενα, ενεργειακές διαταραχές, προβλήματα εφοδιασμού αλλά και ευρύτερες γεωπολιτικές αναταράξεις απαιτούν μια χώρα με αποκεντρωμένη ικανότητα αντίδρασης.

Μια μικρή ή μεσαία πόλη που διαθέτει νοσοκομείο, διοικητικές υπηρεσίες, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, δίκτυα μεταφορών, επιχειρήσεις, ανθρώπινο δυναμικό και ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί πολύ περισσότερα από ένα τοπικό αναπτυξιακό κέντρο. Αποτελεί υποδομή εθνικής ανθεκτικότητας.

Αυτό σημαίνει ότι η πολυκεντρικότητα δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια παλαιότερη χωροταξική ιδέα περί «ισόρροπης ανάπτυξης». Στον 21ο αιώνα αποκτά νέα στρατηγική διάσταση. Μια χώρα που συγκεντρώνει υπερβολικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού, των υπηρεσιών, της οικονομικής δραστηριότητας και των κρίσιμων λειτουργιών της σε ελάχιστους μητροπολιτικούς πόλους γίνεται περισσότερο, όχι λιγότερο, ευάλωτη. Η πολυκεντρικότητα ήταν και είναι πλέον επιτακτικά μια πολιτική ασφάλειας και ανθεκτικότητας.

Η γεωπολιτική χρειάζεται εδαφική ικανότητα

Δεν αρκεί, ωστόσο, να ζητούμε από τους ανθρώπους να παραμείνουν στον τόπο τους. Το κράτος οφείλει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις της παραμονής. Και εδώ συναντούμε ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά παράδοξα: οι περιοχές που έχουν τη μεγαλύτερη στρατηγική ανάγκη να συγκρατήσουν πληθυσμό διαθέτουν συχνά τη μικρότερη διοικητική και τεχνική ικανότητα.Μικροί δήμοι σε νησιά, ορεινές και παραμεθόριες περιοχές καλούνται να διαχειριστούν ευρωπαϊκά προγράμματα, κλιματικές πολιτικές, ενεργειακές μεταβάσεις, ψηφιακές υπηρεσίες, πολιτική προστασία και σύνθετες υποδομές με ελάχιστο εξειδικευμένο προσωπικό.

Γι’ αυτό δεν αρκούν οι επιδοτήσεις. Χρειάζεται μόνιμη εδαφική ικανότητα: διαδημοτικές τεχνικές δομές, δίκτυα εξειδικευμένων στελεχών, συνεργασία με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ψηφιακές υπηρεσίες και σταθεροί μηχανισμοί τεχνικής υποστήριξης. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας ενός μικρού νησιωτικού ή παραμεθόριου δήμου δεν αποτελεί, υπό αυτή την οπτική, απλώς μέτρο τοπικής ανάπτυξης. Είναι επένδυση στη λειτουργική παρουσία του κράτους στον χώρο.

Όχι διπολικό σύστημα, αλλά ένας σκελετός ανθεκτικότητας.

Χρειαζόμαστε, τελικά, να αλλάξουμε τον νοητικό χάρτη με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την Ελλάδα. Ο δήμος αποτελεί διοικητική γεωγραφία. Η καθημερινή ζωή, όμως, δημιουργεί λειτουργικές γεωγραφίες. Μια μικρή πόλη μαζί με τους γύρω οικισμούς, τις μεταφορές, τις υπηρεσίες και τα δίκτυα οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων συγκροτεί μια λειτουργική εδαφική ενότητα. Αντίστοιχα, ένα νησιωτικό κέντρο μαζί με μικρότερα νησιά και τις θαλάσσιες συνδέσεις τους μπορεί να συγκροτεί μια λειτουργική αρχιπελαγική ενότητα. Αυτές ακριβώς οι ενότητες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας εθνικής χωρικής στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται δύο ισχυρούς κόμβους και μια εξαρτημένη περιφέρεια. Χρειάζεται έναν πολυκεντρικό σκελετό εδαφικής και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.

Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη θα παραμείνουν ασφαλώς οι δύο μεγάλοι κινητήρες του ελληνικού αστικού συστήματος. Δεν μπορούν όμως από μόνες τους να συγκροτήσουν τη χωρική και γεωπολιτική ισχύ της χώρας. Αυτή εξαρτάται από ένα πολύ πυκνότερο δίκτυο μικρών και μεσαίων πόλεων που κρατούν ζωντανά τα νησιά, τις παραμεθόριες περιοχές, τον ορεινό χώρο και την ενδοχώρα.

Ίσως, επομένως, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε και την ίδια την έννοια της γεωπολιτικής ισχύος. Μια χώρα δεν είναι γεωπολιτικά ισχυρή μόνο όταν μπορεί να υπερασπιστεί τον χώρο της. Είναι ισχυρή όταν μπορεί να τον κατοικεί, να τον συνδέει, να τον φροντίζει, να τον οργανώνει και να του δίνει προοπτική ανθεκτικότητας.

Το «Δικαίωμα στην Παραμονή» αποκτά έτσι ένα βαθύτερο νόημα. Δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα των πολιτών απέναντι στις χωρικές ανισότητες. Αποτελεί ταυτόχρονα προϋπόθεση μιας γεωπολιτικής της κατοίκησης. Γιατί τελικά η ισχύς μιας χώρας αποτυπώνεται και στην ικανότητά της να διατηρεί ζωντανό τον χώρο που βρίσκεται μέσα στην επικράτεια και την κυριαρχία της.

* CEO της SDMED MARIS, Καθηγήτρια και τ. διευθύντρια του Εθνικού Σημείου Επαφής ESPON για την χωρική ανάπτυξη και συνοχή (DGRegio), εμπειρογνώμων θαλάσσιας χωροταξίας για την λεκάνη της Ανατ. Μεσογείου, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (DGMARE).   militaire.gr 

 

Γίνε μέλος του militaire.gr, για να το υποστηρίξεις και δες τι κερδίζεις

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

2 σχόλια:

ΑΚΜΩΝ είπε...

Η πακιστανική κοινότητα της Ελλάδος ταυτίζεται με την εξωτερική πολιτική του Πακιστάν
Ούτε αυθαίρετο είναι αυτό ούτε αντιδημοκρατικό
Είναι απλώς αληθές
Εάν όχι σε ετούτη την εκδήλωση είναι βέβαιο πώς σε κάποιαν επόμενη θα ανεμίζουν και σημαίες τής φίλης και συμμάχου τούς Τουρκίας

ΕΧΩ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΕΛΛΑΣ ! είπε...

.

ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε
.

Αυγούστου 13, 2026

ΑΦΜ 0000931106

ΒΙΝΤΕΟ – ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ…


https://sinomosiologos.blogspot.com/2026/08/blog-post_13.html
.