(Όταν η Αθήνα γίνεται σκηνικό για την προβολή ξένων εθνικών συμβολισμών, η Ελλάδα οφείλει να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει γύρω της).
Από το «δικαίωμα παραμονής» στη γεωπολιτική της κατοίκησης
Της Στέλλας Κυβέλου*
Όταν συζητούμε για την Ελληνική γεωπολιτική ισχύ, η σκέψη μας στρέφεται σχεδόν αυτόματα στην άμυνα και την ασφάλεια, στα σύνορα και στις θαλάσσιες ζώνες, στις ενεργειακές υποδομές και στις διεθνείς συμμαχίες.
Πολύ λιγότερο θεωρούμε μια άλλη, θεμελιώδη διάσταση της γεωπολιτικής: την ικανότητα μιας χώρας να κατοικεί, να οργανώνει, να συνδέει και να διατηρεί λειτουργική ολόκληρη την επικράτειά της. Κι όμως, η γεωπολιτική ισχύς ασκείται σε έναν ζωντανό χώρο, με ανθρώπους, πόλεις και χωριά, σχολεία νοσοκομεία, λιμάνια και δρόμους, παραγωγικές δραστηριότητες, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικά δίκτυα. Υπό αυτή την έννοια, η δημογραφική συρρίκνωση ορεινών, παραμεθόριων και νησιωτικών περιοχών δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ή αναπτυξιακό πρόβλημα. Αποτελεί σταδιακά ζήτημα εδαφικής και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.
Για δεκαετίες οργανώσαμε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της χώρας γύρω από δύο μητροπολιτικούς πόλους: την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Για τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο χρησιμοποιούμε συνήθως τον γενικό και μάλλον αδιαφοροποίητο όρο «περιφέρεια». Ανάμεσα, όμως, στις δύο μητροπόλεις και στον αγροτικό, ορεινό, παραμεθόριο και νησιωτικό χώρο υπάρχει μια ολόκληρη γεωγραφία μικρών και μεσαίων πόλεων. Και αυτή η γεωγραφία έχει πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σημασία από εκείνη που της αποδίδουμε. Επί παραδείγματι, η Ορεστιάδα δεν είναι απλώς μια μικρή πόλη του Έβρου. Η Φλώρινα και η Καστοριά δεν είναι απλώς περιφερειακές πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας. Το Καρπενήσι δεν αποτιμάται μόνο από το πληθυσμιακό μέγεθός του. Ούτε η Ερμούπολη αποτελεί απλώς την πρωτεύουσα ενός νησιωτικού δήμου. Οι πόλεις αυτές οργανώνουν γύρω τους ευρύτερες περιοχές. Συγκεντρώνουν υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, διοίκησης, εμπορίου, πολιτισμού και μεταφορών. Υποστηρίζουν μικρότερους οικισμούς, αγροτικές και ορεινές περιοχές, ολόκληρα νησιωτικά συμπλέγματα και διασυνοριακές ζώνες.
Επομένως, μια πόλη, έστω μικρή ή μεσαία, μπορεί να διαθέτει εδαφική και γεωπολιτική αξία πολλαπλάσια του μεγέθους της, εφόσον από αυτήν εξαρτάται η δυνατότητα μιας πολύ ευρύτερης περιοχής να παραμένει κατοικημένη και λειτουργική.
Το δημογραφικό ως γεωπολιτικό ζήτημα
Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ζήτημα γεννήσεων και θανάτων. Είναι βαθύτατα χωρικό πρόβλημα. Δεν μειώνεται παντού ο πληθυσμός με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν περιοχές που γηράσκουν και συρρικνώνονται ταχύτερα, νέοι που μετακινούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό και μικροί οικισμοί που χάνουν σταδιακά τις βασικές λειτουργίες που επέτρεπαν την αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος. Λιγότερος πληθυσμός οδηγεί σε λιγότερες υπηρεσίες. Λιγότερες υπηρεσίες μειώνουν την ελκυστικότητα ενός τόπου. Η μειωμένη ελκυστικότητα επιταχύνει την αποχώρηση νεότερων ηλικιών και η περαιτέρω συρρίκνωση καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη διατήρηση κοινωνικών υπηρεσιών και οικονομικών δραστηριοτήτων.
Σε μια χώρα, όμως, με τη γεωγραφία της Ελλάδας, αυτή η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη σημασία. Η πληθυσμιακή παρουσία στον χώρο αποτελεί και μορφή εδαφικής παρουσίας. Η εγκατάλειψη ενός ορεινού χωριού, η δημογραφική κατάρρευση μιας παραμεθόριας περιοχής ή η μετατροπή ενός μικρού νησιού σε τόπο σχεδόν αποκλειστικά εποχικής κατοίκησης δεν αποτελούν μόνο απώλεια ανθρώπινου δυναμικού. Αποδυναμώνουν σταδιακά την ικανότητα της χώρας να διατηρεί ενεργό, παραγωγικό και κοινωνικά βιώσιμο το σύνολο της επικράτειάς της.
Από το «Δικαίωμα στην Παραμονή» στη γεωπολιτική της κατοίκησης
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ευρωπαϊκή συζήτηση για το Right to Stay – το Δικαίωμα στην Παραμονή. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει απλώς το δικαίωμα κάποιου να παραμείνει στον τόπο όπου γεννήθηκε. Σημαίνει να μπορεί να παραμείνει, να επιστρέψει ή να εγκατασταθεί σε έναν τόπο από επιλογή και όχι να αναγκάζεται να φύγει επειδή δεν διαθέτει πρόσβαση στην εργασία, την κατοικία, την υγεία, την εκπαίδευση, τη συνδεσιμότητα και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Για την Ελλάδα θα πρέπει ίσως να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο: από το Δικαίωμα στην Παραμονή σε μια πραγματική γεωπολιτική της κατοίκησης. Διότι ένας τόπος δεν παραμένει ζωντανός απλώς επειδή βρίσκεται εντός των εθνικών συνόρων. Παραμένει ζωντανός όταν κατοικείται. Όταν λειτουργεί το σχολείο του. Όταν υπάρχει γιατρός. Όταν υπάρχει σύνδεση με τα μεγαλύτερα κέντρα. Όταν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να βρει κατοικία και εργασία. Όταν υπάρχει παραγωγή, επιχειρηματικότητα, κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Η κατοίκηση είναι, επομένως, μια καθημερινή μορφή παρουσίας στον χώρο. Και αυτή ακριβώς η καθημερινή παρουσία αποτελεί μία από τις πιο παραγνωρισμένες διαστάσεις της γεωπολιτικής ισχύος.
Τα νησιά και η γεωπολιτική του αρχιπελάγους
Η παραπάνω συλλογιστική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στον νησιωτικό χώρο. Το Αιγαίο δεν αποτελεί απλώς μια θαλάσσια έκταση διάσπαρτη με νησιά ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσα από τις γραμμές των θαλάσσιων ζωνών. Είναι ένα κατοικημένο αρχιπέλαγος, ένα σύνθετο σύστημα ανθρώπινων εγκαταστάσεων, θαλάσσιων διαδρομών, λιμένων, παραγωγικών δραστηριοτήτων, υπηρεσιών και κοινωνικών σχέσεων.
Η Ερμούπολη δεν είναι απλώς η πρωτεύουσα της Σύρου. Οι λειτουργίες της υποστηρίζουν ένα ευρύτερο κυκλαδικό σύστημα. Αντίστοιχα, η Νάξος συνδέεται λειτουργικά με τις Μικρές Κυκλάδες. Η Ρόδος αποτελεί κέντρο υπηρεσιών για ένα πολύ ευρύτερο σύστημα νησιών του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Η πραγματική γεωγραφία του αρχιπελάγους, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με τα διοικητικά όρια των δήμων και των περιφερειακών ενοτήτων. Διαμορφώνεται από τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις, την πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, τις εμπορευματικές ροές, τις ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις και τις καθημερινές μετακινήσεις των κατοίκων.
Χρειαζόμαστε επομένως μια πολιτική λειτουργικών αρχιπελαγικών ενοτήτων, όπου ένα ισχυρότερο νησιωτικό κέντρο και τα μικρότερα νησιά που εξαρτώνται λειτουργικά από αυτό αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σύστημα ανθεκτικότητας. Η γεωπολιτική του Αιγαίου είναι, υπό αυτή την έννοια, και γεωπολιτική των δικτύων που επιτρέπουν στους ανθρώπους να κατοικούν το αρχιπέλαγος.
Οι μικρές πόλεις ως υποδομές εθνικής ανθεκτικότητας
Η σημασία των μικρών και μεσαίων πόλεων γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν δούμε την Ελλάδα μέσα από το πρίσμα των πολλαπλών κρίσεων. Πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί, ακραία καιρικά φαινόμενα, ενεργειακές διαταραχές, προβλήματα εφοδιασμού αλλά και ευρύτερες γεωπολιτικές αναταράξεις απαιτούν μια χώρα με αποκεντρωμένη ικανότητα αντίδρασης.
Μια μικρή ή μεσαία πόλη που διαθέτει νοσοκομείο, διοικητικές υπηρεσίες, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, δίκτυα μεταφορών, επιχειρήσεις, ανθρώπινο δυναμικό και ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί πολύ περισσότερα από ένα τοπικό αναπτυξιακό κέντρο. Αποτελεί υποδομή εθνικής ανθεκτικότητας.
Αυτό σημαίνει ότι η πολυκεντρικότητα δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια παλαιότερη χωροταξική ιδέα περί «ισόρροπης ανάπτυξης». Στον 21ο αιώνα αποκτά νέα στρατηγική διάσταση. Μια χώρα που συγκεντρώνει υπερβολικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού, των υπηρεσιών, της οικονομικής δραστηριότητας και των κρίσιμων λειτουργιών της σε ελάχιστους μητροπολιτικούς πόλους γίνεται περισσότερο, όχι λιγότερο, ευάλωτη. Η πολυκεντρικότητα ήταν και είναι πλέον επιτακτικά μια πολιτική ασφάλειας και ανθεκτικότητας.
Η γεωπολιτική χρειάζεται εδαφική ικανότητα
Δεν αρκεί, ωστόσο, να ζητούμε από τους ανθρώπους να παραμείνουν στον τόπο τους. Το κράτος οφείλει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις της παραμονής. Και εδώ συναντούμε ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά παράδοξα: οι περιοχές που έχουν τη μεγαλύτερη στρατηγική ανάγκη να συγκρατήσουν πληθυσμό διαθέτουν συχνά τη μικρότερη διοικητική και τεχνική ικανότητα.Μικροί δήμοι σε νησιά, ορεινές και παραμεθόριες περιοχές καλούνται να διαχειριστούν ευρωπαϊκά προγράμματα, κλιματικές πολιτικές, ενεργειακές μεταβάσεις, ψηφιακές υπηρεσίες, πολιτική προστασία και σύνθετες υποδομές με ελάχιστο εξειδικευμένο προσωπικό.
Γι’ αυτό δεν αρκούν οι επιδοτήσεις. Χρειάζεται μόνιμη εδαφική ικανότητα: διαδημοτικές τεχνικές δομές, δίκτυα εξειδικευμένων στελεχών, συνεργασία με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ψηφιακές υπηρεσίες και σταθεροί μηχανισμοί τεχνικής υποστήριξης. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας ενός μικρού νησιωτικού ή παραμεθόριου δήμου δεν αποτελεί, υπό αυτή την οπτική, απλώς μέτρο τοπικής ανάπτυξης. Είναι επένδυση στη λειτουργική παρουσία του κράτους στον χώρο.
Όχι διπολικό σύστημα, αλλά ένας σκελετός ανθεκτικότητας.
Χρειαζόμαστε, τελικά, να αλλάξουμε τον νοητικό χάρτη με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την Ελλάδα. Ο δήμος αποτελεί διοικητική γεωγραφία. Η καθημερινή ζωή, όμως, δημιουργεί λειτουργικές γεωγραφίες. Μια μικρή πόλη μαζί με τους γύρω οικισμούς, τις μεταφορές, τις υπηρεσίες και τα δίκτυα οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων συγκροτεί μια λειτουργική εδαφική ενότητα. Αντίστοιχα, ένα νησιωτικό κέντρο μαζί με μικρότερα νησιά και τις θαλάσσιες συνδέσεις τους μπορεί να συγκροτεί μια λειτουργική αρχιπελαγική ενότητα. Αυτές ακριβώς οι ενότητες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας εθνικής χωρικής στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται δύο ισχυρούς κόμβους και μια εξαρτημένη περιφέρεια. Χρειάζεται έναν πολυκεντρικό σκελετό εδαφικής και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.
Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη θα παραμείνουν ασφαλώς οι δύο μεγάλοι κινητήρες του ελληνικού αστικού συστήματος. Δεν μπορούν όμως από μόνες τους να συγκροτήσουν τη χωρική και γεωπολιτική ισχύ της χώρας. Αυτή εξαρτάται από ένα πολύ πυκνότερο δίκτυο μικρών και μεσαίων πόλεων που κρατούν ζωντανά τα νησιά, τις παραμεθόριες περιοχές, τον ορεινό χώρο και την ενδοχώρα.
Ίσως, επομένως, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε και την ίδια την έννοια της γεωπολιτικής ισχύος. Μια χώρα δεν είναι γεωπολιτικά ισχυρή μόνο όταν μπορεί να υπερασπιστεί τον χώρο της. Είναι ισχυρή όταν μπορεί να τον κατοικεί, να τον συνδέει, να τον φροντίζει, να τον οργανώνει και να του δίνει προοπτική ανθεκτικότητας.
Το «Δικαίωμα στην Παραμονή» αποκτά έτσι ένα βαθύτερο νόημα. Δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα των πολιτών απέναντι στις χωρικές ανισότητες. Αποτελεί ταυτόχρονα προϋπόθεση μιας γεωπολιτικής της κατοίκησης. Γιατί τελικά η ισχύς μιας χώρας αποτυπώνεται και στην ικανότητά της να διατηρεί ζωντανό τον χώρο που βρίσκεται μέσα στην επικράτεια και την κυριαρχία της.
* CEO της SDMED MARIS, Καθηγήτρια και τ. διευθύντρια του Εθνικού Σημείου Επαφής ESPON για την χωρική ανάπτυξη και συνοχή (DGRegio), εμπειρογνώμων θαλάσσιας χωροταξίας για την λεκάνη της Ανατ. Μεσογείου, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (DGMARE). militaire.gr

2 σχόλια:
Η πακιστανική κοινότητα της Ελλάδος ταυτίζεται με την εξωτερική πολιτική του Πακιστάν
Ούτε αυθαίρετο είναι αυτό ούτε αντιδημοκρατικό
Είναι απλώς αληθές
Εάν όχι σε ετούτη την εκδήλωση είναι βέβαιο πώς σε κάποιαν επόμενη θα ανεμίζουν και σημαίες τής φίλης και συμμάχου τούς Τουρκίας
.
ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε
.
Αυγούστου 13, 2026
ΑΦΜ 0000931106
ΒΙΝΤΕΟ – ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ…
–
https://sinomosiologos.blogspot.com/2026/08/blog-post_13.html
.
Δημοσίευση σχολίου