Σε μια Ουάσιγκτον που προσπαθεί ακόμη να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανακούφιση του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην αυξανόμενη ανησυχία για το μέλλον, 12 χώρες υπογράφουν μια συμφωνία που θα καθορίσει τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων για τις επόμενες δεκαετίες.

Σαν σήμερα, στις 4 Απριλίου 1949, η ίδρυση του NATO δεν είναι απλώς μια διπλωματική πράξη· είναι η θεσμοθέτηση ενός φόβου και ταυτόχρονα μιας στρατηγικής επιλογής: η Δύση αποφασίζει ότι η ασφάλειά της δεν μπορεί πλέον να είναι εθνική υπόθεση, αλλά συλλογική ευθύνη.Το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται η Συμμαχία είναι βαθιά ασταθές. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ερείπια, οικονομικά εξαντλημένη και πολιτικά εύθραυστη, ενώ η Σοβιετική Ένωση έχει ήδη εδραιώσει την επιρροή της στην Ανατολική Ευρώπη.

Το Σιδηρούν Παραπέτασμα δεν είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά μια πραγματικότητα που διαχωρίζει τον κόσμο σε δύο στρατόπεδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της δεν βλέπουν το ΝΑΤΟ ως επιλογή, αλλά ως αναγκαιότητα. Το περίφημο Άρθρο 5, που προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους ισοδυναμεί με επίθεση εναντίον όλων, λειτουργεί ως η πιο σαφής δήλωση αποτροπής σε μια εποχή όπου η απειλή γενικευμένου πολέμου είναι υπαρκτή.


Ο διπολικός κόσμος και η ανατροπή

Για δεκαετίες, ο ρόλος του ΝΑΤΟ είναι σχεδόν αυτονόητος. Η Συμμαχία αποτελεί τον πυλώνα της δυτικής άμυνας απέναντι στη Μόσχα και το σύστημα λειτουργεί με σχετική προβλεψιμότητα. Ο κόσμος είναι διπολικός, οι σφαίρες επιρροής σαφώς οριοθετημένες και οι στρατηγικές επιλογές, αν και επικίνδυνες, ακολουθούν μια λογική ισορροπίας τρόμου. Το ΝΑΤΟ δεν χρειάζεται να επανεφεύρει τον εαυτό του, γιατί ο αντίπαλος είναι ξεκάθαρος και η αποστολή συγκεκριμένη.

Η κατάρρευση, ωστόσο, της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 ανατρέπει αυτή την ισορροπία και δημιουργεί ένα υπαρξιακό ερώτημα για τη Συμμαχία.

Όταν ο βασικός λόγος ύπαρξης εξαφανίζεται, τι απομένει; Αντί να αποδυναμωθεί ή να διαλυθεί, το ΝΑΤΟ επιλέγει να μετασχηματιστεί. Επεκτείνεται προς Ανατολάς, ενσωματώνοντας χώρες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, και παράλληλα διευρύνει το πεδίο δράσης του πέρα από τα παραδοσιακά γεωγραφικά όρια της Ευρώπης.

Οι επεμβάσεις στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990, και κυρίως η εμπλοκή στο Αφγανιστάν μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, σηματοδοτούν μια βαθιά αλλαγή στη φύση της Συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως αμυντική ομπρέλα για τα μέλη του, αλλά και ως εργαλείο προβολής ισχύος σε περιοχές κρίσιμου στρατηγικού ενδιαφέροντος. Η έννοια της «συλλογικής άμυνας» αποκτά πιο ευρύ περιεχόμενο, που περιλαμβάνει την αντιμετώπιση τρομοκρατικών απειλών, τη σταθεροποίηση κρατών και τη διαχείριση περιφερειακών συγκρούσεων.


Η νέα πραγματικότητα, τα Στενά του Ορμούζ και οι αντιφάσεις

Στη σημερινή συγκυρία, ωστόσο, η Συμμαχία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, πιο σύνθετη πραγματικότητα. Ο κόσμος δεν είναι πλέον διπολικός, αλλά πολυκεντρικός. Η Ρωσία επανέρχεται δυναμικά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, η Κίνα διεκδικεί ρόλο παγκόσμιας δύναμης κυρίως μέσα από την οικονομία και την τεχνολογία, ενώ η Μέση Ανατολή παραμένει μια διαρκής πηγή αστάθειας με άμεσες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρει με ένταση το ερώτημα για τον ρόλο του ΝΑΤΟ. Η πιθανότητα εμπλοκής της Συμμαχίας για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε έναν από τους πιο κρίσιμους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη μετατοπίζει τη συζήτηση από την παραδοσιακή άμυνα εδαφών στην προστασία των παγκόσμιων ροών ενέργειας και εμπορίου.

Δεν πρόκειται απλώς για μια στρατιωτική αποστολή, αλλά για μια βαθιά γεωοικονομική παρέμβαση, καθώς από τα Στενά διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιφάσεις της Συμμαχίας, καθώς τα κράτη-μέλη δεν έχουν πάντα ταυτόσημα συμφέροντα ή προτεραιότητες. Η Ευρώπη, για παράδειγμα, εξαρτάται ενεργειακά από εισαγωγές και βλέπει τη σταθερότητα των θαλάσσιων οδών ως ζωτικής σημασίας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως καθαρός εξαγωγέας ενέργειας, έχουν διαφορετικό βαθμό έκθεσης στους ίδιους κινδύνους. Παράλληλα, η εμπλοκή σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή ενέχει τον κίνδυνο κλιμάκωσης, ιδίως όταν εμπλέκονται περιφερειακές δυνάμεις με δικά τους στρατηγικά συμφέροντα.

Απειλή ξαφνικού θανάτου

Σήμερα, όμως, ίσως για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν αμφισβητείται απλώς ο ρόλος του ΝΑΤΟ — αμφισβητείται η ίδια του η ύπαρξη. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία, επαναφέροντας ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο. Για πολλούς αναλυτές, η πιθανότητα ενός τέτοιου βήματος δεν θα σήμαινε απλώς μια πολιτική ρήξη, αλλά έναν «ξαφνικό θάνατο» για το ΝΑΤΟ, καθώς η στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ισχύς των ΗΠΑ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της λειτουργίας του.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε βαθιές και άμεσες συνέπειες. Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα κενό ασφάλειας που δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει άμεσα, αναγκάζοντας τις χώρες της να επιταχύνουν —υπό πίεση και χωρίς εγγυήσεις— την οικοδόμηση μιας αυτόνομης αμυντικής ικανότητας. Ταυτόχρονα, δυνάμεις όπως η Ρωσία θα έβλεπαν ένα παράθυρο ευκαιρίας για να ενισχύσουν την επιρροή τους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ενώ η Μέση Ανατολή θα γινόταν ακόμη πιο ασταθής, καθώς η απουσία ενός ισχυρού δυτικού πλαισίου ασφαλείας θα άλλαζε τους υπολογισμούς όλων των εμπλεκομένων.Πέρα όμως από το στρατιωτικό σκέλος, η κατάρρευση του ΝΑΤΟ θα είχε και σαφείς γεωοικονομικές επιπτώσεις. Οι αγορές ενέργειας και οι θαλάσσιες μεταφορές θα γίνονταν πιο ευάλωτες, οι επενδυτές θα επαναξιολογούσαν τον κίνδυνο σε παγκόσμιο επίπεδο και η έννοια της «Δύσης» ως ενιαίου στρατηγικού μπλοκ θα αμφισβητούνταν για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά.

Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις είναι διασυνδεδεμένες —από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι την Ανατολική Ευρώπη— η απουσία ενός κεντρικού μηχανισμού συντονισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο κατακερματισμένες, απρόβλεπτες και δυνητικά πιο επικίνδυνες εξελίξεις.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι αν το ΝΑΤΟ μπορεί να προσαρμοστεί, όπως έχει κάνει τόσες φορές στο παρελθόν, αλλά αν μπορεί να επιβιώσει ενός σεναρίου στο οποίο ο βασικός του πυλώνας αποσύρεται. Γιατί, σε αντίθεση με τις προηγούμενες κρίσεις, αυτή τη φορά η απειλή δεν προέρχεται μόνο από έξω — αλλά και από μέσα.https://www.naftemporiki.gr/