του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Μετά από εβδομάδες συνεχών αεροπορικών επιχειρήσεων, ναυτικών αποκλεισμών, πυραυλικών επιθέσεων και οικονομικών κυρώσεων, η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης. Αντιθέτως, εισέρχεται σε μια νέα και περισσότερο επικίνδυνη φάση, που δεν είναι άλλη από εκείνη του πολέμου στρατηγικής εξουθένωσης.
Η επιδίωξη της Ουάσιγκτον, είναι σαφής. Να περιορίσει τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, να αποκαταστήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και να οδηγήσει την Τεχεράνη σε διαπραγματεύσεις από θέση αδυναμίας. Ωστόσο, όσο οι επιχειρήσεις παρατείνονται, τόσο καθίσταται εμφανές ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν μεταφράζονται αυτόματα σε στρατηγικό αποτέλεσμα.
Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη δεν επιχειρεί να αναμετρηθεί συμμετρικά με την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Έχει επιλέξει μια διαφορετική στρατηγική, την επιβολή κόστους. Με πυραυλικά πλήγματα, μη επανδρωμένα συστήματα, ναυτικές παρενοχλήσεις και διατήρηση της αβεβαιότητας στο Στενό του Ορμούζ, επιδιώκει να καταστήσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη.
Αυτή είναι η ουσία της ασύμμετρης αποτροπής.
Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επικρατήσει σε μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση. Μπορεί όμως να παρατείνει τη σύγκρουση, να αυξήσει το οικονομικό κόστος, να διατηρήσει την ένταση στις διεθνείς αγορές ενέργειας και να επηρεάσει τους πολιτικούς υπολογισμούς της Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην αντίληψη ότι η συνεχής πίεση θα οδηγήσει τελικά σε πολιτική υποχώρηση της ιρανικής ηγεσίας. Η ιρανική στρατηγική στηρίζεται στην ακριβώς αντίθετη εκτίμηση. Ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και ότι οι δημοσιονομικές, ενεργειακές και πολιτικές πιέσεις θα διαβρώσουν τη βούληση των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεχίσουν την εκστρατεία.
Έτσι, η σύγκρουση εξελίσσεται σε μια αναμέτρηση αντοχής.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι ότι κανένα από τα δύο μέρη δεν επιθυμεί μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε τεράστιους στρατιωτικούς πόρους, θα εγκυμονούσε υψηλό πολιτικό κόστος και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Το Ιράν, αντίστοιχα, γνωρίζει ότι μια συμβατική αναμέτρηση θα το έφερνε αντιμέτωπο με συντριπτική αμερικανική υπεροχή. Για τον λόγο αυτό επενδύει στη διατήρηση της κρίσης κάτω από το κατώφλι μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης, χωρίς όμως να επιτρέπει την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το κέντρο βάρους αυτής της αντιπαράθεσης.
Η σημασία του δεν περιορίζεται στις ενεργειακές ροές. Αποτελεί δοκιμασία της αξιοπιστίας της διεθνούς ναυτικής τάξης. Εάν η ελευθερία της ναυσιπλοΐας καταστεί αντικείμενο στρατιωτικού εκβιασμού, οι συνέπειες θα υπερβούν κατά πολύ την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Το διακύβευμα αφορά το κατά πόσο οι διεθνείς θαλάσσιες οδοί θα εξακολουθήσουν να προστατεύονται από το Διεθνές Δίκαιο ή θα υπαχθούν στη λογική της ισχύος.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ως ναυτικό κράτος με παγκόσμια παρουσία στην εμπορική ναυτιλία, η χώρα μας έχει ζωτικό συμφέρον από τη διατήρηση της ελευθερίας των θαλάσσιων συγκοινωνιών και του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας. Η υπονόμευση αυτών των αρχών σε ένα στρατηγικό πέρασμα δημιουργεί προηγούμενα που αφορούν κάθε κράτος του οποίου η ευημερία εξαρτάται από τη θάλασσα.
Η ιστορία μάς διδάσκει ότι οι πόλεμοι φθοράς σπάνια ολοκληρώνονται με μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη. Συνήθως τερματίζονται όταν το κόστος της συνέχισής τους υπερβαίνει το πολιτικό όφελος που προσδοκά κάθε πλευρά.
Στην παρούσα φάση, όμως, ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη φαίνεται να έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι περισσότερη στρατιωτική πίεση θα οδηγήσει σε καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης. Το Ιράν εξακολουθεί να θεωρεί ότι περισσότερος χρόνος θα αποδυναμώσει την αμερικανική πολιτική βούληση.
Αυτό ακριβώς καθιστά τη σύγκρουση τόσο επικίνδυνη. Όταν και οι δύο αντίπαλοι πιστεύουν ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ τους, ο πόλεμος τείνει να παρατείνεται.
Επίλογος
Το σημαντικότερο δίδαγμα αυτής της κρίσης δεν είναι η αποτελεσματικότητα των πυραύλων, των drones ή των αεροπορικών επιδρομών. Είναι ότι η στρατηγική δεν κρίνεται από τον αριθμό των στόχων που καταστράφηκαν, αλλά από το κατά πόσο μεταβάλλεται η πολιτική βούληση του αντιπάλου.
Μέχρι στιγμής, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει επιτύχει αυτόν τον στόχο.
Η Ουάσιγκτον δεν έχει αναγκάσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει τα στρατηγικά της ερείσματα. Η Τεχεράνη, από την άλλη, δεν έχει κάμψει την αμερικανική στρατηγική παρουσία στην περιοχή.
Έτσι, ο πόλεμος συνεχίζεται όχι επειδή κάποιος κερδίζει, αλλά επειδή κανείς δεν θεωρεί ακόμη ότι έχει χάσει.
Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή πολέμου, εκείνη στην οποία η αναζήτηση της νίκης παρατείνει τη σύγκρουση, ενώ η απουσία μιας αξιόπιστης πολιτικής στρατηγικής καθιστά την ειρήνη ολοένα και πιο μακρινή.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι αποστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS) .https://www.anixneuseis.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου