ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Τραμπ – Νετανιάχου: Όταν ο πόλεμος δεν δίνει τη λύση

 


Για μήνες, οι συναντήσεις ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου έφερναν τη Μέση Ανατολή ένα βήμα πιο κοντά στη σύγκρουση. Οι δύο κυβερνήσεις συντόνιζαν την πίεση προς την Τεχεράνη και προετοίμαζαν το έδαφος για τη στρατιωτική αναμέτρηση που τελικά ήρθε.

Η τελευταία συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Όχι επειδή ο πόλεμος με το Ιράν έχει οριστικά τελειώσει. Αλλά επειδή, για πρώτη φορά, το βασικό ερώτημα δεν ήταν πώς θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η πίεση προς την Τεχεράνη. Ήταν τι ακολουθεί όταν ο πόλεμος δεν επιτυγχάνει τους βασικούς στόχους για τους οποίους ξεκίνησε.

Το ιρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε, το πυρηνικό πρόγραμμα δεν εξαφανίστηκε και η Τεχεράνη επέστρεψε στις διαπραγματεύσεις χωρίς να έχει αποδεχθεί τους όρους που επεδίωκαν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν έδωσε την οριστική απάντηση που περίμεναν οι δύο σύμμαχοι. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της νέας φάσης.

Από τον πόλεμο στην αναζήτηση συμφωνίας

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η στρατιωτική πίεση φαίνεται πλέον να αποτελεί μέσο για την επίτευξη μιας συμφωνίας και όχι απαραίτητα το πρώτο βήμα προς μια νέα εκστρατεία. Η προσωρινή παύση των αμερικανικών επιθέσεων, οι συνεχιζόμενες επαφές με την Τεχεράνη και οι προσπάθειες να εξασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον αναζητεί τρόπο να μετατρέψει τη στρατιωτική ισχύ σε διπλωματικό αποτέλεσμα. Αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι είχαν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, εισηγηθεί την αναστολή των βομβαρδισμών, καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν και οι αγορές πετρελαίου αντιδρούσαν θετικά στην αποκλιμάκωση.

Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ο πόλεμος έχει προκαλέσει οικονομικές πιέσεις στις ΗΠΑ, έχει επιβαρύνει τη δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου και πλησιάζει σε μια κρίσιμη εκλογική περίοδο. Ένας νέος κύκλος επιθέσεων, με περαιτέρω αναταραχή στις ενεργειακές αγορές και κίνδυνο αποκλεισμού του Ορμούζ, θα δυσκόλευε την προσπάθεια του Τραμπ να παρουσιάσει την επέμβαση ως επιτυχία και τον εαυτό του ως τον ηγέτη που επέβαλε μια συμφωνία μετά τον πόλεμο.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί έτσι να μετατρέψει τα στρατιωτικά κέρδη σε διπλωματικό αποτέλεσμα. Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια τακτικής. Καθορίζει αν η επόμενη φάση θα είναι διαπραγμάτευση ή νέα κλιμάκωση.

Η σύγκρουση δύο μηχανισμών εξουσίας

Η εικόνα μιας προσωπικής διαφωνίας ανάμεσα σε Τραμπ και Νετανιάχου είναι βολική, αλλά μάλλον απλουστευτική. Η πραγματική σύγκρουση δεν αφορά μόνο δύο ηγέτες αλλά δύο μηχανισμούς εξουσίας, με διαφορετική αντίληψη για την επόμενη ημέρα του πολέμου.

Στη μία πλευρά βρίσκεται ένα σημαντικό τμήμα του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού, το οποίο θεωρεί ότι ο πόλεμος πέτυχε όσα μπορούσε να πετύχει στρατιωτικά και ότι πλέον τα οφέλη μιας νέας κλιμάκωσης είναι μικρότερα από το κόστος της. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιδιώκει την επανέναρξη μιας συμφωνίας με την Τεχεράνη. Το Πεντάγωνο δεν υπολογίζει μόνο τον κίνδυνο ενός ακόμη πολέμου αλλά και τα διαθέσιμα μέσα. Οι επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών ακριβείας και, κυρίως, πολύτιμων αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών πυραύλων που χρησιμοποιούνται για την προστασία αμερικανικών βάσεων, πολεμικών πλοίων και συμμάχων. Η αναπλήρωσή τους απαιτεί μήνες, ακόμη και χρόνια, περιορίζοντας αντικειμενικά τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρήσουν επ’ αόριστον έναν πόλεμο υψηλής έντασης στη Μέση Ανατολή.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι περισσότερες αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, που επιδιώκουν σταθερότητα για να προστατεύσουν τις οικονομίες και τα επενδυτικά τους σχέδια, αλλά και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα στις ΗΠΑ που βλέπουν μια παρατεταμένη κρίση ως παράγοντα αβεβαιότητας. Για τον Λευκό Οίκο υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας: ο πολιτικός χρόνος.



Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν και οι οικονομικές συνέπειες ενός πολέμου δεν εξαφανίζονται με την ανακοίνωση μιας συμφωνίας. Ακόμη και μια άμεση συνεννόηση με την Τεχεράνη δεν θα έριχνε αμέσως τις τιμές του πετρελαίου ούτε το κόστος των καυσίμων στις ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις θα συνέχιζαν να επηρεάζουν το οικονομικό κλίμα και κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, δηλαδή στην πιο κρίσιμη περίοδο πριν από την κορύφωση της προεκλογικής εκστρατείας. Η αποκλιμάκωση αποτελεί ταυτόχρονα γεωπολιτική και εκλογική αναγκαιότητα.

Η πολιτική εξίσωση του Νετανιάχου

Απέναντι σε αυτή τη λογική βρίσκεται μια διαφορετική στρατηγική αντίληψη, με βασικό εκφραστή την κυβέρνηση Νετανιάχου. Τμήματα του ισραηλινού στρατιωτικού και πολιτικού κατεστημένου, καθώς και κύκλοι στην Ουάσιγκτον που αντιμετωπίζουν το Ιράν ως μόνιμη στρατηγική απειλή, θεωρούν ότι η διακοπή της πίεσης πριν από την πλήρη εξουδετέρωση των ιρανικών δυνατοτήτων θα επιτρέψει στην Τεχεράνη να ανασυνταχθεί.

Από αυτή την οπτική, μια νέα συμφωνία δεν αποτελεί λύση αλλά κίνδυνο. Η χαλάρωση των κυρώσεων, η επιστροφή ξένων επενδύσεων και η σταδιακή επανένταξη του Ιράν στη διεθνή οικονομία θεωρείται ότι θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν μεγάλο μέρος της ισχύος που επιχειρήθηκε να περιοριστεί με τον πόλεμο.

Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, όμως, το διακύβευμα δεν είναι μόνο στρατηγικό αλλά και βαθιά πολιτικό. Η επιστροφή στην κανονικότητα θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη δίκη του για υποθέσεις διαφθοράς, τις πολιτικές ευθύνες για την 7η Οκτωβρίου και συνολικά τον απολογισμό της διακυβέρνησής του. Παράλληλα, οι βουλευτικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για τα τέλη Οκτωβρίου διεξάγονται σε ένα δυσμενές δημοσκοπικό περιβάλλον για τον κυβερνητικό συνασπισμό.

Η μετάβαση από την πολεμική κινητοποίηση στην πολιτική κανονικότητα ενέχει πολύ μεγαλύτερο προσωπικό και πολιτικό κόστος για τον Νετανιάχου απ’ ό,τι για τον Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να παρουσιάσει μια συμφωνία με το Ιράν ως επιβεβαίωση της στρατηγικής του. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, αντίθετα, γνωρίζει ότι το τέλος της παρατεταμένης κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα επαναφέρει αναπόφευκτα στο προσκήνιο τη δίκη του, τις έρευνες για τις ευθύνες της 7ης Οκτωβρίου και τη συνολική φθορά της κυβέρνησής του.

Η νέα συνάντηση στον Λευκό Οίκο δεν αποκάλυψε απλώς μια διαφωνία ανάμεσα σε δύο ηγέτες. Ανέδειξε τη σύγκρουση δύο διαφορετικών στρατηγικών για την επόμενη ημέρα του πολέμου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν Τραμπ και Νετανιάχου συμφωνούν, αλλά ποια από τις δύο λογικές θα επικρατήσει στην Ουάσιγκτον. Από αυτή την απάντηση θα εξαρτηθεί όχι μόνο η πορεία των σχέσεων με το Ιράν αλλά και η αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής τα επόμενα χρόνια.https://neostrategy.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

1 σχόλιο:

zen είπε...

Το ΙΡΑΝ θα αλλαξει ΟΛΑ τα κακως δεδομενα της ευρυτερης περιοχής μας .. Με το καλό.