Μια πιθανή χερσαία στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν θεωρείται από πολλούς στρατιωτικούς αναλυτές ένα από τα πιο δύσκολα και επικίνδυνα εγχειρήματα που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο αμερικανικός στρατός μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Στρατηγικές μελέτες και εκτιμήσεις ειδικών επισημαίνουν ότι το μέγεθος της χώρας, η γεωγραφία της, η δομή του στρατού της αλλά και το περιφερειακό γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο επιχειρησιακό πλαίσιο. Μια εισβολή θα μπορούσε έτσι να εξελιχθεί σε μακρόχρονη σύγκρουση φθοράς με τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Ορισμένες εκτιμήσεις μάλιστα υποστηρίζουν ότι μια πλήρους κλίμακας εισβολή θα απαιτούσε εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες — πιθανώς πολύ περισσότερους από εκείνους που χρησιμοποιήθηκαν στην εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Τα διδάγματα της Καλλίπολης
Σε πρόσφατη ανάλυσή του, το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Στρατηγικής Πολιτικής (ASPI) επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα από την σκοπιά της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Ορμούζ. Το πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και τον Ινδικό Ωκεανό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη με αποτέλεσμα να έχει τεράστια στρατηγική σημασία για την παγκόσμια οικονομία.
Η ανάλυση του ινστιτούτου υποστηρίζει ότι το βασικό στρατηγικό ερώτημα αφορά το αν οι ΗΠΑ μπορούν να εγγυηθούν την ασφαλή ναυσιπλοΐα σε αυτή την κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία. Και το συμπέρασμα είναι πως η ναυτική ισχύς από μόνη της ενδέχεται να μην επαρκεί για να εξασφαλίσει τον έλεγχο της περιοχής.
Οι απειλές για τη ναυσιπλοΐα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από την ιρανική ακτή, όπου μπορούν να αναπτυχθούν παράκτια πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ναυτικές νάρκες και ταχύπλοα σκάφη επίθεσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η προσπάθεια προστασίας της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιχειρήσεις που θα στόχευαν τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην ακτογραμμή του Ιράν, μεταφέροντας σταδιακά την αντιπαράθεση από τη θάλασσα στη στεριά.
Για να εξηγήσει αυτό το στρατηγικό δίλημμα, η ανάλυση του ινστιτούτου παραπέμπει σε ένα ιστορικό προηγούμενο: την εκστρατεία της Καλλίπολης κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1915 οι δυνάμεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστραλίας επιχείρησαν να επιβάλουν τον έλεγχο των Δαρδανελίων, ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος που συνέδεε τη Μεσόγειο Θάλασσα με τη Μαύρη Θάλασσα. Η αρχική στρατηγική βασίστηκε στην υπεροχή του ναυτικού. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν απέναντι στις οχυρωμένες θέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονός που οδήγησε σε αποβάσεις στη χερσόνησο της Καλλίπολης.
Η εκστρατεία εξελίχθηκε σε έναν πολύμηνο πόλεμο χαρακωμάτων και φθοράς, με βαριές απώλειες για τις συμμαχικές δυνάμεις και τελικό αποτέλεσμα την αποτυχία της επιχείρησης. Στη στρατηγική σκέψη, η Καλλίπολη χρησιμοποιείται έκτοτε συχνά ως παράδειγμα του κινδύνου που προκύπτει όταν ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα προστατεύεται από ισχυρές θέσεις στην ξηρά. Το μάθημα που συχνά αντλούν οι στρατιωτικοί αναλυτές είναι ότι ο έλεγχος ενός τέτοιου περάσματος δεν μπορεί να επιβληθεί αποκλειστικά από τη θάλασσα.
Η γεωγραφία των Στενών του Ορμούζ παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την περίπτωση. Η εγγύτητα των ιρανικών ακτών στα κύρια ναυτιλιακά περάσματα σημαίνει ότι η Τεχεράνη μπορεί να απειλήσει τη ναυσιπλοΐα με σχετικά περιορισμένα μέσα. Πυραυλικά συστήματα παράκτιας άμυνας, ναυτικές νάρκες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μικρά ταχύπλοα σκάφη αποτελούν στοιχεία μιας στρατηγικής που συχνά χαρακτηρίζεται ως ασύμμετρη ναυτική άμυνα. Σε μια τέτοια στρατηγική, ακόμη και μια ισχυρή ναυτική δύναμη μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην προσπάθειά της να διατηρήσει ανοιχτές τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας.
Το γεωγραφικό πλεονέκτημα του Ιράν
Παρόμοιες επισημάνσεις εμφανίζονται και σε μελέτες άλλων ερευνητικών οργανισμών. Αναλύσεις της αμερικανικής ερευνητικής εταιρείας στρατηγικών μελετών RAND τονίζουν ότι το Ιράν διαθέτει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που βασίζεται όχι μόνο στις στρατιωτικές του δυνατότητες αλλά και στη γεωγραφία του.
Η χώρα έχει περίπου τριπλάσια έκταση από εκείνη του Ιράκ και σημαντικά μεγαλύτερο πληθυσμό, γεγονός που αυξάνει τις απαιτήσεις μιας πιθανής στρατιωτικής εκστρατείας. Επιπλέον, μεγάλο μέρος του εδάφους της χαρακτηρίζεται από ορεινές περιοχές, οι οποίες παραδοσιακά ευνοούν τον αμυνόμενο σε χερσαίες συγκρούσεις.
Οι μελέτες αυτές επισημαίνουν επίσης ότι ακόμη και αν ένας εισβολέας καταφέρει να επιτύχει μια αρχική στρατιωτική νίκη, η διατήρηση του ελέγχου σε μια τόσο μεγάλη χώρα θα απαιτούσε μακρόχρονη στρατιωτική παρουσία. Η εμπειρία των πολέμων σε Αφγανιστάν και Ιράκ δείχνει ότι η στρατιωτική επικράτηση δεν εγγυάται απαραίτητα τη σταθεροποίηση της κατάστασης. Αντίθετα, μπορεί να ακολουθήσει μια μακρά περίοδος ανταρτοπολέμου ή ασύμμετρων επιθέσεων.
Ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Αντίστοιχα, αναλύσεις του αμερικανικού Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) επισημαίνουν τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης. Το Ιράν διαθέτει ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Σε περίπτωση πολέμου, οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στο Λίβανο καθώς και φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές σε Ιράκ και Συρία θα μπορούσαν να εμπλακούν στη σύγκρουση. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να μετατρέψει μια διμερή στρατιωτική αντιπαράθεση σε ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.
Ένας ακόμη παράγοντας που αναφέρεται συχνά στις στρατηγικές μελέτες είναι ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης, ενός ισχυρού στρατιωτικού σώματος που λειτουργεί παράλληλα με τον τακτικό στρατό του Ιράν. Η δύναμη αυτή διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες αλλά και ισχυρή πολιτική επιρροή. Σε περίπτωση πολέμου, θα μπορούσε να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο τόσο στην άμυνα της χώρας όσο και στη διεξαγωγή ασύμμετρων επιχειρήσεων.
Για όλους αυτούς τους λόγους, πολλοί στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν ότι μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στο Ιράν παραμένει εξαιρετικά απίθανη. Η στρατηγική θέση της χώρας, η σημασία των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια οικονομία και το περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής σημαίνουν ότι οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολύ ευρύτερη και ακόμα πιο περίπλοκη αντιπαράθεση.
Γι’ αυτό και το παράδειγμα της εκστρατείας της Καλλίπολης εξακολουθεί να στοιχειώνει τη στρατηγική σκέψη. Υπενθυμίζει ότι ο έλεγχος ενός στενού περάσματος μπορεί να μετατραπεί από ναυτική επιχείρηση σε χερσαίο πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Μια εξέλιξη που, στην περίπτωση του Ορμούζ, θα είχε συνέπειες που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα σύνορα του Ιράν.https://neostrategy.g
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου