Της Νικολέτας Καραθανάση,
Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες γίνονται ολοένα και πιο άκαμπτες και οι διεθνείς σχέσεις επιστρέφουν σε λογικές καθαρών στρατοπέδων, η Τουρκία επιμένει να κινείται σε μια γκρίζα ζώνη που θυμίζει περισσότερο τακτικισμό παρά συνεκτική στρατηγική. Ως μέλος του NATO, εξακολουθεί να απολαμβάνει τα προνόμια της δυτικής ασφάλειας και συνεργασίας, την ίδια στιγμή όμως που διατηρεί στενές πολιτικές, οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία, επιχειρώντας να αντλήσει οφέλη και από τις δύο πλευρές. Αυτό που παλαιότερα παρουσιαζόταν ως «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική» μοιάζει σήμερα όλο και περισσότερο με μια επικίνδυνη ισορροπία που δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης πόλωσης.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για την επαναχάραξη των διεθνών γραμμών. Η Δύση κινείται προς μεγαλύτερη συνοχή, η Ρωσία συγκρούεται ανοιχτά με το ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας και οι ενδιάμεσες θέσεις περιορίζονται δραστικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία επιλέγει να μην ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα και αξιοποιώντας τη σχέση αυτή για ενεργειακά και οικονομικά οφέλη. Ταυτόχρονα, συνεχίζει να συμμετέχει ενεργά στο NATO, συχνά όμως θέτοντας όρους, καθυστερώντας αποφάσεις ή επιδιώκοντας ανταλλάγματα, γεγονός που εντείνει την καχυποψία των συμμάχων της.
Αυτή η διπλή στάση δημιουργεί ένα ολοένα και πιο έντονο έλλειμμα εμπιστοσύνης. Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον έναν προβλέψιμο σύμμαχο, αλλά έναν παράγοντα αβεβαιότητας που λειτουργεί με βάση συγκυριακά συμφέροντα. Η εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται ταυτόχρονα «μέσα και έξω» από το δυτικό πλαίσιο ενισχύεται, υπονομεύοντας τη συνοχή της ίδιας της Συμμαχίας. Από την άλλη πλευρά, ούτε η Ρωσία αντιμετωπίζει την Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο με βάθος, αλλά περισσότερο ως έναν χρήσιμο, αλλά ευμετάβλητο συνομιλητή.
Ο Υπουργός Εμπορίου της Τουρκίας, Ομέρ Μπολάτ, απευθύνεται στο κοινό κατά τη διάρκεια τελετής υπογραφής στην Κωνσταντινούπολη. Φωτογράφος εικόνας: Umit Bektas / Δικαιώματα χρήσης: Reuters
Στο περιφερειακό επίπεδο, η τουρκική στρατηγική αποκτά ακόμη πιο έντονα χαρακτηριστικά. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται σε μια αμυντική στάση, αλλά υιοθετεί μια ενεργητική και συχνά συγκρουσιακή πολιτική, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Οι συνεχείς εντάσεις με την Ελλάδα, η επιμονή σε αναθεωρητικές θέσεις και η αξιοποίηση της έντασης ως εργαλείου πίεσης συνθέτουν μια στρατηγική που δεν επιδιώκει απλώς διαπραγμάτευση, αλλά αναδιαμόρφωση ισορροπιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταση δεν είναι ατύχημα· είναι μέρος του σχεδίου.
Παράλληλα, η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία της και σε άλλα μέτωπα, από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Καύκασο, διεκδικώντας ρόλο περιφερειακής δύναμης με αυτονομία. Η στρατιωτική της δραστηριότητα, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες και η ρητορική περί εθνικής ισχύος εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναβάθμισης της θέσης της στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, αυτή η επέκταση επιρροής αυξάνει και το ρίσκο, καθώς φέρνει την Τουρκία σε ταυτόχρονη τριβή με πολλαπλούς δρώντες.
Ο Recep Tayyip Erdoğan έχει επενδύσει πολιτικά σε αυτή τη στρατηγική, παρουσιάζοντας την Τουρκία ως ανεξάρτητο πόλο ισχύος που δεν υπακούει σε εξωτερικές επιταγές. Η εικόνα αυτή έχει απήχηση στο εσωτερικό, ενισχύοντας το αφήγημα της εθνικής αυτονομίας και ισχύος. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα, οι περιορισμοί είναι υπαρκτοί. Η οικονομική πίεση, η ανάγκη για επενδύσεις, οι σχέσεις με τη Δύση και οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί θέτουν σαφή όρια στην έκταση της ανεξαρτησίας που μπορεί να ασκηθεί στην πράξη.
Το βασικό πρόβλημα για την Τουρκία δεν είναι ότι επιδιώκει μια ευέλικτη εξωτερική πολιτική, αλλά ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα και λιγότερο ανεκτικό σε τέτοιες στρατηγικές. Σε έναν κόσμο που επιστρέφει σε λογικές ανταγωνιστικών μπλοκ, η προσπάθεια να ισορροπεί κανείς ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε αδυναμία. Η ευελιξία, όταν δεν συνοδεύεται από σαφή προσανατολισμό, κινδυνεύει να εκληφθεί ως αναξιοπιστία.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν η Τουρκία μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «γέφυρα» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά αν αυτή η γέφυρα έχει ακόμη λόγο ύπαρξης σε ένα διεθνές σύστημα που σκληραίνει. Όσο οι πιέσεις αυξάνονται, η ανάγκη για σαφή επιλογή ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη. Και όταν έρθει εκείνη η στιγμή, το κόστος δεν θα αφορά μόνο την ίδια την Τουρκία, αλλά και τη σταθερότητα μιας ολόκληρης περιοχής που εξακολουθεί να ισορροπεί σε εύθραυστες γραμμές.
Τοῦ κ. Χαραλάμπους Μηνάογλου
Ἕνα ἐρώτημα ποὺ ὁλοένα καὶ θὰ μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο. Ἡ βενζίνη ἀνεβαίνει, ὁπότε καὶ οἱ βολεμένοι ἀρχίζουν νὰ ἀνησυχοῦν… γιατί καλὰ νὰ συμμετέχουμε σὲ πολέμους, καλὰ νὰ ἔχουμε πόλεμο μὲ τὴν Ρωσία, πόλεμο μὲ τὸ Ἰράν, ἀλλὰ νὰ βγάζουμε καὶ τὸν μήνα, ἔτσι; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ πόλεμος στὴν Μ. Ἀνατολὴ εἶναι ἀρκετὰ διαφορετικὸς ἀπὸ αὐτὸν στὴν Ρωσία. Βεβαίως, ἀμφότεροι ἔχουν ἕνα κοινό: κρατοῦν ψηλὰ τὶς τιμὲς τῶν καυσίμων, καὶ αὐτὸ ἀπὸ μόνον του εἶναι λόγος, ποὺ καθιστᾶ τὴν λήξη ἀμφοτέρων τῶν πολέμων δύσκολη. Πέρα ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν πετρελαιάδων καὶ τῶν πετρελαιοπαραγωγῶν χωρῶν, ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν τῶν καυσίμων ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ σχέδια τῶν ἐλὶτ γιὰ πλήρη ἔλεγχο καὶ ὑποταγὴ τῶν πτωχῶν. Ὅσο ἀκριβαίνουν ὅλα, τόσο λιγότερα μποροῦμε νὰ κάνουμε οἱ πτωχοί, ὁπότε, ὅπως ἔχει φανεῖ, τόσο περισσότερο ἀποδεχόμαστε τὴν ὑποταγὴ καὶ τὸν ἔλεγχο μὲ τὴν ψηφιοποίησή μας καὶ τὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν μας.
Ὅπως, ὅμως, ἤδη σημειώσαμε οἱ δύο πόλεμοι εἶναι διαφορετικοί. Στὴν Ρωσία, δηλαδή, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὴ εἰρήνη χωρὶς τὴν πλήρη ἐξόντωση κανενὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπλεκόμενους. Δηλαδή, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει εἰρήνευση χωρὶς νὰ ἐξαλειφθεῖ πλήρως ἡ Οὐκρανία. Δυστυχῶς, στὴν Μ. Ἀνατολὴ κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατο. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κάποια ἀνακωχή, ἀλλὰ ὁ πόλεμος μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες ἢ τὸ πολὺ χρόνια, ὅπως εἴδαμε καὶ μερικοὺς μῆνες νωρίτερα μὲ τὸν πόλεμο τῶν 12 ἡμερῶν, θὰ ξαναξεκινήσει ὅσο εἴτε τὸ Ἰσραὴλ δὲν καταλάβει ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ (δημιουργία τοῦ Μεγάλου Ἰσραήλ, πρωτίστως γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν μεταφυσικῶν προσδοκιῶν τῶν κυβερνώντων τὸ Ἰσραὴλ) εἴτε οἱ Ἰρανοὶ δὲν βαδίσουν μέχρι τὴν Ἱερουσαλήμ. Δυστυχῶς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἔτσι θὰ τελειώσει αὐτὸς ὁ πόλεμος. Ὅλα τὰ ἄλλα θὰ εἶναι ἁπλῶς μία ἀνακωχή. Καὶ βέβαια, σήμερα πιὸ ρεαλιστικὸ μοιάζει τὸ Ἰσραὴλ νὰ καταλάβει ὁλόκληρη τὴν περιοχή, ὄχι μόνον -καὶ οὔτε κυρίως- λόγῳ τῆς πλήρους χρήσης τῶν ἀμερικανικῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ κυρίως λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ Ἰρανοί, παρὰ τὴν ἐπιθετικὴ ρητορικὴ δεκαετιῶν κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀντιληφθεῖ πλήρως τὰ ἀνωτέρω, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ ἰσραηλοαμερικανικὸς παράγοντας τὰ ἔχει κατανοήσει καὶ μὲ τὸ παραπάνω, ἐξοῦ καὶ ἡ διάλυση τῆς Συρίας καὶ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Τζολανὶ ὡς νόμιμου κυβερνήτη τῆς χώρας, καθὼς καὶ ἡ ἐγκατάσταση τόσων ἀμερικανικῶν στρατευμάτων στὸ Ἰρὰκ καὶ τὶς γύρω χῶρες. Ὁ μόνος λόγος γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ ἀποτροπὴ τῆς προέλασης χερσαίων δυνάμεων ἀπὸ τὸ Ἰράν πρὸς τὸ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ Ἰράν, ὁ μόνος ποὺ φαίνεται νὰ εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῶν ἀνωτέρω ἦταν ὁ Σουλεϊμανί, ὁ Ἰρανὸς ὑποστράτηγος καὶ διοικητὴς τῶν εἰδικῶν δυνάμεων τοῦ Ἰράν, οἱ ὁποῖες ἔδρασαν ἰδίως στὴν Συρία ὑποστηρίζοντας σὲ κρίσιμες περιόδους τὸν Ἄσαντ καὶ οἱ ὁποῖες ἔφεραν, τουλάχιστον μέχρι τὴν δολοφονία του, τὸ εὔγλωττο ὄνομα Ἂλ-Κούντς. Τώρα μὴ μὲ ρωτᾶτε τί σημαίνει Ἂλ-Κούντς… γκουγκλάρετε καὶ τίποτα… οἱ πρεσβεῖες, ποὺ ἐγκρίνουν τὰ δελτία εἰδήσεων, δὲν θὰ σᾶς τὰ ποῦν ὅλα… ἰδίως δὲν θὰ σᾶς ποῦν ὅτι ἔχουμε μπλέξει ἄσχημα…https://orthodoxostypos.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου