ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗΣ
ΤΟ Σταυροδρόμι της Ψυχής
Μαξίμου επισκ. Μελιτηνής
Μιὰ φωνὴ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς ἱστορίας, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σταυροδρόμι τῆς Γαλιλαίας, ὅπου ἄνθρωποι καὶ Θεὸς ἀντικρίστηκαν κατὰ πρόσωπο. Δὲν ὑπάρχει ἐνδιάμεσος χῶρος, δὲν ὑπάρχει χλιαρότητα. Μιὰ ρωγμὴ στὸ χρόνο, μιὰ κρυστάλλινη στιγμὴ ἀπόφασης, ποὺ ἠχεῖ τὴν Κυριακὴ Γ΄ Νηστειῶν: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοὶ» (Μάρκ. 8,34). Στέκεται ὁ ἄνθρωπος μετέωρος ἀνάμεσα στὸ κέρδος καὶ τὴν ἀπώλεια, ἀνάμεσα στὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐγὼ καὶ τὸ ἄγνωστο τῆς αὐταπάρνησης. Τί ἀξίζει ἡ ζωή, ὅταν μετριέται μὲ τὸ αἰώνιο; Τί σημαίνει νὰ χάσεις, γιὰ νὰ κερδίσεις; Τὸ μυστήριο τῆς σταυρικῆς πορείας ἀνοίγεται μπροστά μας σὰν μιὰ σκοτεινὴ κατάβαση, ποὺ ὁδηγεῖ, παραδόξως, στὸ φῶς.
Ὑπάρχει κάτι τὸ ἀθόρυβα βίαιο στὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα ρῆγμα στὴν καθημερινὴ λογική, μιὰ ἀνατροπὴ ποὺ συντρίβει τὴν αὐτάρκεια τοῦ ἐγώ. «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν», μιὰ φράση ποὺ αἰωρεῖται, ὅπως ἡ λάμα πάνω ἀπὸ τὸν λαιμό, ἕτοιμη νὰ ἀποχωρίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πιὸ βαθιά του ταυτότητα. Πῶς γίνεται τὸ “ἐγὼ” νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του; Μιὰ ἐσωτερικὴ ἀντίφαση, ποὺ μόνο ὡς μυστήριο μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ.
Παραδόξως, αὐτὴ ἡ ἐντολὴ δὲν ἔρχεται μὲ καταναγκασμό. «Ὅστις θέλει», λέγει ὁ Κύριος. Ἡ πύλη εἶναι στενὴ ἀλλὰ ἡ ἐπιλογὴ παραμένει ἐλεύθερη. Κι ὅμως, γιὰ ὅποιον ὑπακούσει, ἡ ἀπόφαση εἶναι ἀμετάκλητη καὶ ὁλική. Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ χῶρος γιὰ δισταγμό. Ὅπως ἀναφέρει ὁ John Tillotson στὰ ἔργα του, ἡ ἔμφαση αὐτῆς τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ἔγκειται ἁπλῶς στὴ λέξη «ψυχή» ἀλλὰ στὴν κατανόηση τοῦ χρόνου καὶ τοῦ σύντομου βίου μας σὲ σχέση μὲ τὴν αἰώνια πραγματικότητα.[1]
Τὸ παράδοξο βαθαίνει. Ἡ ἀπώλεια γίνεται κέρδος. Ὁ θάνατος μεταμορφώνεται σὲ ζωή. Τὰ δαιμόνια τῆς αὐτοσυντήρησης οὐρλιάζουν μπροστὰ στὴν ἀδιανόητη πρόσκληση. Νὰ ἀπωλέσεις τὴν ψυχή σου, ὄχι νὰ τὴν φυλάξεις, ὄχι νὰ τὴν προστατεύσεις, ἀλλὰ νὰ τὴ χάσεις ἑκούσια. Ὅπως ὁ σπόρος ποὺ θάβεται στὸ παγωμένο χῶμα τοῦ χειμῶνα, ἀποσυντίθεται στὴν ἀφάνεια, γιὰ νὰ ἀναδυθεῖ ἀργότερα ὡς νέα ζωή.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς σύγχρονης ἐποχῆς στέκεται ἐμβρόντητος μπροστὰ σὲ τούτη τὴν πρόσκληση, ἕνα περιστέρι μὲ σπασμένα φτερά, διχασμένο ἀνάμεσα σὲ δύο οὐρανούς. Πῶς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐγώ, ὅταν ὅλος ὁ πολιτισμός του ὁρκίζεται στὸν βωμὸ τῆς αὐτοεκπλήρωσης; Πῶς νὰ χαθεῖ γιὰ νὰ βρεθεῖ, ὅταν κάθε φωνὴ γύρω του κραυγάζει: κέρδισε, ἀπόκτησε, κατάκτησε, ἀσφαλίσου; Στέκεται παγιδευμένος ἀνάμεσα σὲ δύο βαθύτατα ἀσύμβατες λογικές, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Μιὰ φλόγα τὸν καλεῖ στὸ ἄγνωστο, ἐνῶ ἡ φωτιὰ τῆς ἑστίας τοῦ ὑπόσχεται ἀσφάλεια στὰ ἤδη κεκτημένα.
Ὑπάρχει στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ μιὰ ἀλήθεια, ποὺ ἀποκαλύπτεται μόνο στὴν πράξη, ὅπως τὰ ὑπόγεια ποτάμια ποὺ ρέουν ἀθέατα κάτω ἀπὸ τὸ ἔδαφος ποὺ πατᾶμε. Τί σημαίνει πραγματικὰ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν Χριστό; Δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ γεωγραφικὴ μετακίνηση, μιὰ ἐξωτερικὴ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο. Εἶναι μιὰ τροπικὴ μεταβολή, μιὰ ἐσωτερικὴ ἐπανάσταση ποὺ ἀναδιατάσσει τὶς προτεραιότητες τῆς ὕπαρξης.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο, πῶς κάποιοι, μόνο μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἔχουν ἀναζητήσει ἀμέσως νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Ὅσιος Συμεῶν ὁ Μεταφραστὴς στὰ συγγράμματά του γιὰ τὸν Κυριακό, ὁ ὁποῖος κάποια Κυριακή, ἀκούγοντας στὸ Εὐαγγέλιο τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ: «Εἴ τὶς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοί», δὲν καθυστέρησε καθόλου, οὔτε τὸ σκέφτηκε διεξοδικά, «οὐκ ἔδωκε τινί τὸ πρᾶγμα μελλήσει, οὐδὲ βραχὺν ἐπέσχε χρόνον, ἢ διεσκέψατο».[2] Ἀντίθετα, ἐγκατέλειψε ἀμέσως τὴν ἐκκλησία σιωπηλὰ καὶ ξεκίνησε τὴν πορεία πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.
Στὴν πράξη, ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιὰ διαδρομὴ μὲ τίμημα ὑψηλό. Εἶναι ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς ρόλου, ποὺ ἴσως κανεὶς δὲν θὰ διάλεγε μὲ κοσμικὰ κριτήρια, τοῦ ἐξορισμένου, τοῦ περιθωριακοῦ, τοῦ σταυρωμένου. Μιὰ ζωὴ, ὅπου «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλὶνῃ» (Μάτθ. 8,20). Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία διαθέτουν καταφύγιο ἀλλὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ περιπλανᾶται ἄστεγος. Πῶς λοιπὸν νὰ προσδοκᾶ ὁ μαθητὴς περισσότερα ἀπὸ τὸν Διδάσκαλο;
Τὸ τίμημα αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς ἐσωτερικῆς ἐξορίας. Μιᾶς πορείας, ὅπου ἡ ψυχὴ σφυρηλατεῖται στὸ ἀμόνι τῆς ἀπόρριψης καὶ τῆς ἀπώλειας. Κάθε βῆμα πρὸς τὴν ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα βῆμα μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπίπλαστη ἀσφάλεια τοῦ κόσμου. Κάθε χαραμάδα ποὺ ἀνοίγει στὸ τεῖχος τοῦ ἐγὼ, ἐπιτρέπει στὸ φῶς νὰ εἰσχωρήσει ἀλλὰ καὶ στὸν ἄνεμο νὰ μπεῖ ἀνελέητος, ἀφήνοντας τὴν ψυχὴ γυμνὴ καὶ τρέμουσα μπροστὰ στὸ ἄπειρο.
Ὑπάρχει μιὰ ἀρχέγονη τρομακτικὴ ἀλήθεια στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «ὃς γὰρ ἂν θὲλῃ τὴν ψὺχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολὲσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτὴν» (Μάρκ. 8,35). Μιὰ ἀλήθεια ποὺ στέκεται ἀντίθετη στὸ πρωτόγονο ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, ποὺ συγκρούεται μὲ τὴν ἴδια τή φύση μας.
Ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς γίνεται ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία της, ἕνα παράδοξο ποὺ μοιάζει μὲ μαθηματικὴ ἀδυναμία, σὰν νὰ ἰσχυρίζεται κανεὶς, πὼς τὸ μηδὲν μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸ ἄπειρο. Καὶ ὅμως, σὲ αὐτὴ τὴν ἀναπάντεχη ἐξίσωση βρίσκεται ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανικοῦ μυστηρίου… Ἡ φωτιὰ ποὺ καταστρέφει γιὰ νὰ ἀναγεννήσει. Τὸ νερὸ ποὺ διαλύει γιὰ νὰ ἀναπλάσει.
Ὅπως παρατηρεῖ ὁ John Yate, οἱ περισσότεροι φοβοῦνται αὐτὴ τὴν ἀλήθεια: «Μπορεῖτε νὰ ὑπομείνετε ντροπὴ ἢ περιφρόνηση, χλευασμὸ ἢ μῖσος ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Σωτῆρα σας, ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ νὰ μᾶς ἀνταμείψει τόσο μεγαλόπρεπα;» (Ἀγγλ. Can you bear no shame or contempt, no scorn or hatred from this world for your God and Saviour’s sake, which he has promised to reward us?).[3] Καὶ δὲν παραλείπει νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου: «Ὅποιος ντρέπεται γιὰ μένα καὶ γιὰ τοὺς λόγους μου… θὰ ντραπεῖ κι ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου γι’ αὐτὸν, ὅταν ἔρθει μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα του…» (Μάρκ. 8,38).
Τί σημαίνει, ὅμως, πρακτικὰ αὐτὴ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς; Νομίζω, πὼς δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ παραίτηση ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μιὰ ἐξωτερικὴ ἀσκητικὴ ἄρνηση τοῦ κόσμου. Εἶναι μιὰ βαθύτερη μεταμόρφωση, μιὰ ριζικὴ ἀναδιάταξη τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ἀξιῶν. Εἶναι ἡ στιγμὴ, ποὺ ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του τὸ κέντρο καὶ ἐπιτρέπει στὴν ὕπαρξή του νὰ περιστραφεῖ γύρω ἀπὸ ἕναν ἄλλο ἄξονα.
Ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς γίνεται ἔτσι ἡ ἔναρξη μιᾶς παράδοξης ἐλευθερίας, ἡ νύχτα ποὺ γεννάει χίλιους ἥλιους. Ὅποιος δὲν φοβᾶται πιὰ τὴν ἀπώλεια, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπειληθεῖ. Ὅποιος δέχεται νὰ χάσει τὰ πάντα, δὲν ἔχει τίποτα νὰ φοβηθεῖ. Τὸ ἐγὼ ποὺ συνεχῶς προστατεύει τὸν ἑαυτό του, ποὺ ὑψώνει τείχη καὶ φράχτες, ζεῖ σὲ διαρκῆ ἀγωνία. Περιέργως, ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ δὲν ὁδηγεῖ στὴν αὐτοκαταστροφή ἀλλὰ στὴν ἀποκάλυψη ἑνὸς βαθύτερου ἑαυτοῦ, μιᾶς ὕπαρξης ποὺ δὲ χρειάζεται πιὰ νὰ ἐξαντλεῖται σὲ αὐτοπροστασία.
Αὐτὴ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μοιάζει μὲ τὸ σκοτάδι ποὺ περιβάλλει τὸ σπήλαιο τῆς μεταμόρφωσης. Ἕνας χῶρος ἀπουσίας, ἀφαίρεσης, ἀπογύμνωσης. Μέσα στὴν ἔρημο τοῦ μηδενός, στὴν ἀπουσία τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ἐγώ, ἀναδύεται μιὰ νέα παρουσία, ὄχι δική μας, ἀλλὰ μιὰ φωνὴ ποὺ ψιθυρίζει: «Ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωάν. 1,46). Στὸ κενὸ τῆς ψυχῆς ποὺ χάθηκε γιὰ τὸν Χριστό, εἰσέρχεται πλέον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Στέκεται ὁ ἄνθρωπος σὰν ταξιδιώτης στὸ σταυροδρόμι τῆς ὕπαρξης. Μπροστά του ἡ διχάλα τοῦ δρόμου, ἡ ὁδὸς τῆς αὐτοσυντήρησης καὶ ὁ δρόμος τῆς αὐταπάρνησης. Ὁ σταυρὸς ὑψώνεται, ὄχι μόνο ὡς σύμβολο θυσίας ἀλλὰ καὶ ὡς δείκτης πορείας, καὶ ἡ πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀνοιχτή.
Στὴν παραδοξότητα τῆς ἀπώλειας ποὺ γίνεται εὕρεση, τοῦ θανάτου ποὺ γεννᾶ ζωή, κατοικεῖ τὸ βαθύτερο μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου. Ἴσως τελικὰ ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόρριψη ἑνὸς ψευδοῦς ἑαυτοῦ, ἑνὸς εἰδώλου ποὺ ἔχουμε κατασκευάσει καὶ λατρέψει. Καὶ ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπιστροφὴ στὴν αὐθεντική μας κλήση, στὴν εἰκόνα ποὺ χαράχτηκε ἀρχέγονα μέσα μας.
Καθὼς ἡ νύχτα τοῦ ἐγὼ ὑποχωρεῖ, ἀνατέλλει σιωπηλὰ ἡ αὐγὴ μιᾶς νέας ζωῆς. Μιᾶς ζωῆς, ποὺ δὲν εἶναι δική μας ἀλλὰ καὶ ταυτόχρονα εἶναι πιὸ δική μας ἀπὸ ποτέ.
==========
Αυτή λοιπόν την τόσο μεγάλη ταπείνωση, την οποία ανέλαβε επάνω Του ο Κύριος για την αγάπη Του προς εμάς από ανέκφραστη φιλανθρωπία, να σκέφτεσαι χωρίς να την ξεχνάς, δηλαδή την κατοίκηση του Θεού Λόγου στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας, το ότι έλαβε ανθρώπινη μορφή, τη γέννησή Του από γυναίκα, την αύξησή Του σωματικά, τις ατιμίες, τις βρισιές, τις κατηγορίες, τα περιπαίγματα, τις κακολογίες, τις μάστιγες, τα φτυσίματα, τα γέλια, τον εμπαιγμό, την κόκκινη χλαμύδα, το ακάνθινο στεφάνι, την απόφαση των αρχόντων εναντίον Του, τη φωνή των ανόμων Ιουδαίων, αν και ήταν ομόφυλοί Του: «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν», το σταυρό, τα καρφιά, τη λόγχη, τον ποτισμό με ξύδι και χολή, τον θρίαμβο των εθνικών, τα περιφρονητικά γέλια εκείνων που περνούσαν κοντά στο σταυρό και έλεγαν: «Αν είσαι γιος του Θεού, κατέβα από το σταυρό, και θα σε πιστέψομε» και τα λοιπά πάθη που υπέφερε για χάρη μας, τη σταύρωση, το θάνατο, την τριήμερη ταφή, την κάθοδο στον άδη. Έπειτα να σκέφτεσαι τους καρπούς των παθών του Κυρίου, τι λογής και ποιοι είναι, δηλαδή την ανάσταση από τους νεκρούς, τη λαφυραγώγηση του άδη και του θανάτου από τις ψυχές που ανταμώθηκαν με τον Κύριο, την Ανάληψη στους ουρανούς, το κάθισμά Του στα δεξιά του Πατέρα, την παραπάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα τιμημένο τιμή και δόξα, την προσκύνηση από όλους τους αγγέλους του πρωτότοκου των νεκρών εξαιτίας των παθημάτων Του, σύμφωνα με την αποστολική φωνή που λέει: «Ας υπάρχει μέσα σας το φρόνημα της ταπεινώσεως και αυταπαρνήσεως που υπήρχε και στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό, κι ενώ υπήρχε με τη μορφή του Θεού, δε θεώρησε ότι ήταν κάτι που είχε αρπάξει η ισότητά Του με τον Θεό, αλλά απογύμνωσε τον εαυτό Του και μίκρυνε μόνος Του πρόσκαιρα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του και πήρε μορφή δούλου κι έγινε όμοιος με τους ανθρώπους. Και κατά το εξωτερικό σχήμα βρέθηκε ως άνθρωπος, ενώ ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του με το να γίνει υπήκοος μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Για την ταπείνωση Του αυτή και την υπακοή, ο Θεός τον σήκωσε πάρα πολύ ψηλά και ως άνθρωπο, και του χάρισε όνομα που είναι παραπάνω από κάθε άλλο όνομα. Για να λυγίσει ταπεινά στο όνομα του Ιησού κάθε γόνατο και να προσκυνήσουν λατρευτικά Αυτόν τον Ιησού και οι Άγγελοι στους ουρανούς, και οι άνθρωποι της γης, αλλά και αυτά τα όντα που βρίσκονται στα καταχθόνια ».
ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου