Η εικόνα μιας απόλυτα συντονισμένης συμμαχίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ αρχίζει να θρυμματίζεται. Ο πόλεμος στο Ιράν αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τις βαθιές και πλέον επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις στρατηγικής ανάμεσα στους δύο συμμάχους. Και όσο η σύγκρουση κλιμακώνεται, με την επέκταση του στο πεδίο της ενέργειας, οι διαφορές αυτές παύουν να είναι υπόγειες και γίνονται καθοριστικές για την ίδια την εξέλιξη του πολέμου.
Η δημόσια παραδοχή του Ντόναλντ Τραμπ ότι διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Μπενιαμίν Νετανιάχου για την ισραηλινή επίθεση σε ένα από τα μεγαλύτερα υπεράκτια κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράν αποτέλεσε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας. «Του είπα να μην το κάνει», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Επισήμως, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι υπάρχει συντονισμός. Στην πράξη, όμως, τα γεγονότα την διαψεύδουν επανειλημμένα. Η επίθεση στο κοίτασμα South Pars δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Είχε προηγηθεί, μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, ισραηλινό πλήγμα σε περίπου 30 αποθήκες καυσίμων του Ιράν χωρίς και πάλι να υπάρξει ενημέρωση του Πενταγώνου, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές.
Ακόμη και στην περίπτωση της επίθεσης στο κοίτασμα, όπου Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι υπήρξε προειδοποίηση, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε να δηλώνει άγνοια και να αποστασιοποιείται. Το μοτίβο είναι πλέον σαφές: ο «συντονισμός» δεν αποτελεί σταθερό πλαίσιο, αλλά αμφισβητούμενη συνθήκη. Και αυτό μετατρέπει το χάσμα από επικοινωνιακό πρόβλημα σε δομική στρατηγική απόκλιση.
Δύο διαφορετικοί πόλεμοι
Για το Ισραήλ, ο στόχος φαίνεται σαφής: η αποδόμηση του ιρανικού κράτους, η διάλυση της κεντρικής εξουσίας και η κατάρρευση των διοικητικών μηχανισμών του. Να πετύχει το λεγόμενο “state collapse” σύμφωνα με την ορολογία των διεθνών σχέσεων. Η στρατηγική που αποδίδεται σε ισραηλινά κέντρα αποφάσεων εστιάζει στην ταυτόχρονη εξουδετέρωση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθώς και στην καταστροφή των βασικών πηγών εσόδων της χώρας — με απώτερο στόχο την κατάρρευση του καθεστώτος. Δεν πρόκειται απλώς για στρατιωτική επικράτηση, αλλά για μια συνολική στρατηγική ρήξης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη, κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν — την αποδυνάμωση των πυραυλικών του συστημάτων, του ναυτικού του και της ικανότητάς του να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο — χωρίς να οδηγηθεί η σύγκρουση σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση ή σε πλήρη αποσταθεροποίηση της χώρας. Η διαφορά δεν αφορά μόνο τα μέσα, αλλά το ίδιο το «τέλος» του πολέμου: για τις ΗΠΑ πρόκειται για μια σύγκρουση περιορισμού, ενώ για το Ισραήλ για μια στρατηγική που στοχεύει σε πλήρη κατάρρευση.
Η απόκλιση αυτή δεν αφορά μόνο τη μεθοδολογία, αλλά την ίδια τη λογική της σύγκρουσης: για την Ουάσιγκτον ο πόλεμος είναι εργαλείο πίεσης, για το Τελ Αβίβ εργαλείο μετασχηματισμού αν όχι διάλυσης του ιρανικού κράτους.
Η απόκλιση αποτυπώνεται και στο πεδίο των επιχειρήσεων. Το Ισραήλ δίνει προτεραιότητα σε πλήγματα κατά της ηγεσίας και της οικονομικής βάσης του Ιράν ενώ οι ΗΠΑ επικεντρώνονται κυρίως σε στρατιωτικές υποδομές αποφεύγοντας —τουλάχιστον μέχρι στιγμής— κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν άμεσο σοκ στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Η Ουάσιγκτον και ο φόβος της αγοράς
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή η απόκλιση δημιουργεί ένα σοβαρό οικονομικό και γεωπολιτικό πρόβλημα. Ο λόγος είναι απλός. Κάθε χτύπημα σε ενεργειακές υποδομές έχει άμεσο αντίκτυπο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και ήδη, η κατάσταση βρίσκεται σε οριακό σημείο, με τις επιπτώσεις να έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές ακόμη και στα αμερικανικά πρατήρια καυσίμων σε μια εκλογική χρονιά.
Ο φόβος ιρανικών αντιποίνων έχει ουσιαστικά παραλύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ — ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για την παγκόσμια ενέργεια. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ κάθε νέα επίθεση ενισχύει την αβεβαιότητα.
Η αντίδραση της Ουάσιγκτον είναι ενδεικτική. Εξετάζεται η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, ακόμη και η προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά και να συγκρατηθούν οι τιμές. Πρόκειται για μια σιωπηρή παραδοχή: ο πόλεμος δεν μπορεί να διεξαχθεί ανεξέλεγκτα χωρίς σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Ενδεικτικό επίσης είναι ότι η Ουάσιγκτον αποφάσισε την προσωρινή (;) άρση κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας ως προς την διακίνηση ενεργειακών πόρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή σταθερότητα δεν αποτελεί παράπλευρη παράμετρο, αλλά κεντρικό παράγοντα στρατηγικής — κάτι που διαφοροποιεί ριζικά την αμερικανική προσέγγιση από την ισραηλινή. Πόσο μάλλον, αφού, όχι μόνο εντός της ΕΕ, αλλά κυρίως στις ΗΠΑ οι τιμές εκτοξεύονται.
Χωρίς «κυριαρχία κλιμάκωσης»
Παρά τις δηλώσεις περί επιτυχίας, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν επιτύχει αυτό που στη στρατιωτική ορολογία ονομάζεται «κυριαρχία κλιμάκωσης» — την ικανότητα να ελέγχουν το επίπεδο της σύγκρουσης και να περιορίζουν την απάντηση του αντιπάλου.
Το Ιράν συνεχίζει να ανταποδίδει, επιλέγοντας στόχους με υψηλό οικονομικό και συμβολικό κόστος. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν μέρος μιας ασύμμετρης στρατηγικής που στοχεύει στην πίεση των αγορών και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας.
Η αδυναμία ελέγχου της κλιμάκωσης δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον, όπου κάθε νέα κίνηση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο εύθραυστη καθώς οι χώρες του Κόλπου αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη στάση αναμονής. Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη προειδοποιήσει ότι διατηρεί το δικαίωμα στρατιωτικής απάντησης, ενώ επιθέσεις έχουν καταγραφεί ακόμη και πάνω από το Ριάντ.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: ΗΠΑ και Ισραήλ δεν πολεμούν τον ίδιο πόλεμο. Το Ισραήλ επιδιώκει μια στρατηγική ρήξης — ακόμη και με κόστος την πλήρη αποσταθεροποίηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν διαχείριση της σύγκρουσης — με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων. Και σε έναν πόλεμο όπου ενέργεια, διεθνής οικονομία και στρατιωτική ισχύς συνδέονται άρρηκτα, οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να μείνουν χωρίς συνέπειες. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει διαφωνία. Είναι αν μια συμμαχία μπορεί να λειτουργήσει όταν οι στόχοι της παύουν να είναι κοινοί.
https://neostrategy.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου