Και όταν δεν φταίει ο άνθρωπος; Γιατί ο Θεός δεν θεραπεύει το παιδί που πεθαίνει;
Στο προηγούμενο άρθρο μου, «Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος, γιατί δεν σταματά το κακό;», ακολούθησε μια μεγάλη συζήτηση. Εκατοντάδες σχόλια, ερωτήσεις, συμφωνίες, διαφωνίες, ακόμη και έντονες αντιδράσεις.
Ανάμεσα σε όλα αυτά, ξεχώρισα έναν διάλογο με έναν άνθρωπο που υπέγραψε απλά: «Ένας άθεος Νέλσον».
Ο Νέλσον διαφώνησε μαζί μου. Όμως δεν ειρωνεύτηκε, δεν προσέβαλε, δεν προσπάθησε να επιβληθεί με χαρακτηρισμούς. Έθεσε επιχειρήματα. Και κάποια στιγμή έθεσε ένα ερώτημα που θεωρώ ότι ένας ιερέας, ένας θεολόγος, αλλά και κάθε πιστός δεν έχει δικαίωμα να προσπεράσει.
Με απλά λόγια με ρώτησε:
«Καλά όλα αυτά για την ελεύθερη βούληση. Όταν όμως ένα δίχρονο παιδί πεθαίνει από καρκίνο, ποιανού την ελεύθερη βούληση θα παραβίαζε ο Θεός αν το θεράπευε;»
Και η πρώτη μου απάντηση είναι:
Καμία.
Ναι. Καμία.
Εδώ η απάντηση «ελεύθερη βούληση» δεν αρκεί.
Ένα δίχρονο παιδί που πεθαίνει από λευχαιμία δεν επέλεξε την ασθένειά του. Ένα βρέφος που γεννιέται με μια βαριά γενετική πάθηση δεν έκανε κακή χρήση της ελευθερίας του. Ένα παιδί που καταπλακώνεται από έναν σεισμό δεν τιμωρείται για κάποια προσωπική επιλογή.
Στο προηγούμενο άρθρο μιλούσα κυρίως για αυτό που ονομάζουμε ηθικό κακό: για τον φόνο, τον πόλεμο, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, την πείνα μέσα σε έναν κόσμο αφθονίας. Εκεί υπάρχει ένας άνθρωπος που ενεργεί εναντίον ενός άλλου ανθρώπου και επομένως τίθεται πραγματικά το ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας.
Υπάρχει όμως και το φυσικό κακό.
Η ασθένεια.
Ο σεισμός.
Η γενετική πάθηση.
Η λευχαιμία.
Ο πόνος ενός βρέφους.
Ο πρόωρος θάνατος.
Και εκεί το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο:
Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος και αγαθός, και μπορεί να θεραπεύσει αυτό το παιδί χωρίς να καταργήσει την ελευθερία κανενός, γιατί δεν το θεραπεύει;
Αυτό είναι το ερώτημα που μου άφησε ο διάλογος με τον Νέλσον.
Και επειδή πιστεύω ότι η πίστη που φοβάται τις ερωτήσεις είναι μια φοβισμένη πίστη, θέλω να προσπαθήσουμε να το κοιτάξουμε κατάματα.
Πριν όμως πούμε οτιδήποτε άλλο, ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν πρέπει να λέμε.
Δεν πρέπει να πούμε στη μητέρα που βλέπει το παιδί της να πεθαίνει:
«Ο Θεός σού το έστειλε για να σε δοκιμάσει».
Δεν πρέπει να πούμε:
«Κάποια αμαρτία θα υπάρχει».
Δεν πρέπει να πούμε:
«Δεν είχες αρκετή πίστη».
Ούτε:
«Ο Θεός το αγάπησε περισσότερο και γι' αυτό το πήρε».
Αυτές οι φράσεις πολλές φορές δεν παρηγορούν. Τσακίζουν.
Και ακόμη χειρότερα, παρουσιάζουν έναν Θεό που αποφασίζει να βάλει καρκίνο στο σώμα ενός παιδιού για να διδάξει κάτι στους γονείς του.
Δεν είναι αυτός ο Θεός του Ευαγγελίου.
Όταν οι μαθητές είδαν τον εκ γενετής τυφλό, ρώτησαν τον Χριστό: «Ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του;»
Προσέξτε τη λογική τους.
Κάποιος πρέπει να φταίει.
Κάποιος πρέπει να αμάρτησε.
Κάποιος πρέπει να τιμωρείται.
Και ο Χριστός αρνείται αυτή την απλοϊκή εξίσωση.
Η ασθένεια ενός ανθρώπου δεν αποτελεί απόδειξη προσωπικής ενοχής.
Και πολύ περισσότερο, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κοιτάζει ένα άρρωστο παιδί και να αναζητά ποια αμαρτία «πληρώνει».
Τότε όμως από πού προέρχονται η ασθένεια και ο θάνατος;
Εδώ πρέπει να καταλάβουμε κάτι βαθύτερο στην ορθόδοξη θεολογία.
Η Εκκλησία δεν βλέπει τον κόσμο όπως είναι σήμερα και λέει: «Αυτό ακριβώς ήταν το τελικό σχέδιο του Θεού».
Βλέπει μια δημιουργία που βρίσκεται μέσα στη φθορά.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει».
Ολόκληρη η δημιουργία στενάζει.
Και αυτή η φράση είναι συγκλονιστική.
Δεν στενάζει μόνο ο άνθρωπος.
Στενάζει η κτίση.
Υπάρχει ζωή και θάνατος.
Γέννηση και διάλυση.
Ομορφιά και καταστροφή.
Υγεία και ασθένεια.
Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να δημιουργήσει ζωή και το ίδιο σώμα μπορεί να δημιουργήσει έναν όγκο που θα το σκοτώσει.
Η φύση μπορεί να μας δώσει τροφή και την επόμενη στιγμή ένας σεισμός να γκρεμίσει μια ολόκληρη πόλη.
Ο κόσμος αυτός, κατά τη χριστιανική πίστη, δεν βρίσκεται ακόμη στην τελική κατάσταση για την οποία προορίζεται.
Και γι' αυτό ο θάνατος μέσα στην Καινή Διαθήκη δεν ονομάζεται «φίλος».
Ο Παύλος τον ονομάζει:
«ἔσχατος ἐχθρός».
Ο τελευταίος εχθρός.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Γιατί αν ο θάνατος είναι εχθρός, τότε δεν μπορούμε ταυτόχρονα να παρουσιάζουμε τον Θεό ως κάποιον που απολαμβάνει να τον μοιράζει στους ανθρώπους.
Αλλά εδώ ο Νέλσον —και κάθε άνθρωπος που σκέφτεται σοβαρά— δικαιούται να επιμείνει:
«Καλά όλα αυτά. Αλλά ο Θεός είναι παντοδύναμος. Ακόμη κι αν ο κόσμος βρίσκεται στη φθορά, γιατί δεν επεμβαίνει όταν ένα παιδί πεθαίνει;»
Και εδώ φτάνουμε στο πραγματικά δύσκολο σημείο.
Γιατί εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε στα θαύματα.
Πιστεύουμε ότι ο Χριστός θεράπευσε τυφλούς, λεπρούς, παραλύτους.
Πιστεύουμε ότι ανέστησε νεκρούς.
Και ακόμη και σήμερα προσευχόμαστε για θεραπεία.
Δεν λέμε στον άρρωστο: «Ο Θεός δεν επεμβαίνει ποτέ».
Λέμε:
«Κύριε, θεράπευσέ τον».
Άρα πιστεύουμε ότι μπορεί.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό:
Γιατί τον έναν και όχι τον άλλον;
Σκεφτείτε δύο μητέρες.
Στο ένα δωμάτιο ενός νοσοκομείου μια μητέρα γονατίζει και προσεύχεται:
«Χριστέ μου, σώσε το παιδί μου».
Στο διπλανό δωμάτιο μια δεύτερη μητέρα λέει ακριβώς τα ίδια λόγια:
«Χριστέ μου, σώσε το παιδί μου».
Και οι δύο κλαίνε.
Και οι δύο πιστεύουν.
Και οι δύο αγαπούν το παιδί τους.
Και οι δύο παρακαλούν.
Το ένα παιδί θεραπεύεται.
Το άλλο πεθαίνει.
Γιατί;
Εδώ θα μπορούσα να γράψω πολλές σελίδες θεολογίας.
Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω δύσκολες λέξεις.
Θεία Πρόνοια.
Οικονομία.
Μυστήριο.
Ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού.
Αλλά μπροστά σε μια μάνα που μόλις έκλεισε τα μάτια του παιδιού της, όλες αυτές οι λέξεις μπορεί να ακούγονται τρομακτικά φτωχές.
Γι' αυτό θα προτιμήσω δύο λέξεις:
Δεν γνωρίζω.
Δεν γνωρίζω γιατί θεραπεύτηκε το ένα παιδί και όχι το άλλο.
Δεν γνωρίζω γιατί ένας άνθρωπος ζει ενενήντα χρόνια και ένας άλλος εννέα μήνες.
Δεν γνωρίζω γιατί κάποιος γεννιέται υγιής και κάποιος άλλος αρχίζει τη ζωή του μέσα σε ένα νοσοκομείο.
Δεν γνωρίζω γιατί μια προσευχή φαίνεται να λαμβάνει την απάντηση που ζητήσαμε και μια άλλη φαίνεται να συναντά σιωπή.
Και δεν ντρέπομαι να το πω.
Η πίστη δεν σημαίνει ότι γνωρίζω τα πάντα για τον Θεό.
Αν γνώριζα όλες τις βουλές Του, αν μπορούσα να εξηγήσω κάθε δάκρυ, κάθε τάφο και κάθε τραγωδία, τότε ο Θεός θα χωρούσε ολόκληρος μέσα στη δική μου λογική.
Και ένας Θεός που χωρά ολόκληρος μέσα στο μυαλό μου θα ήταν πολύ μικρός για να είναι Θεός.
Αλλά εδώ κάποιος μπορεί να μου πει:
«Αφού δεν ξέρεις, τότε πώς συνεχίζεις να πιστεύεις ότι είναι αγαθός;»
Αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα.
Και η απάντησή μου δεν είναι:
«Επειδή όλα πάνε καλά».
Δεν πάνε.
Ούτε:
«Επειδή οι πιστοί δεν υποφέρουν».
Υποφέρουν.
Οι Απόστολοι υπέφεραν.
Οι μάρτυρες υπέφεραν.
Οι άγιοι αρρώστησαν.
Άνθρωποι που προσευχήθηκαν με πίστη πέθαναν.
Παιδιά πιστών πέθαναν.
Η χριστιανική πίστη δεν υπόσχεται:
«Πίστεψε στον Χριστό και δεν θα πονέσεις».
Αν αυτό κήρυττε η Εκκλησία, η πραγματικότητα θα την είχε διαψεύσει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.
Ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό:
Ο πόνος είναι πραγματικός, αλλά δεν είναι αιώνιος.
Ο θάνατος είναι πραγματικός, αλλά δεν είναι ο τελικός νικητής.
Και εδώ φτάνουμε στον Σταυρό.
Όχι για να χρησιμοποιήσουμε τον Σταυρό ως εύκολη εξήγηση.
Ο Σταυρός δεν εξηγεί βιολογικά γιατί ένα παιδί απέκτησε λευχαιμία.
Ούτε η φράση «ο Χριστός υποφέρει μαζί σου» απαντά από μόνη της στο ερώτημα:
«Γιατί δεν το απέτρεψε;»
Αυτό ακριβώς είχε επισημάνει ο Νέλσον.
Και είχε δίκιο.
Το ότι κάποιος μπαίνει στον πόνο σου δεν αποτελεί από μόνο του εξήγηση του γιατί ο πόνος συνέβη.
Αλλά ο Σταυρός μας αποκαλύπτει κάτι άλλο.
Τι είδους Θεό πιστεύουν οι Χριστιανοί.
Όχι έναν Θεό που κοιτάζει τον πόνο από μακριά.
Αλλά έναν Θεό που εισέρχεται ο ίδιος μέσα στην ανθρώπινη τραγωδία.
Προδίδεται.
Αδικείται.
Βασανίζεται.
Αιμορραγεί.
Πεθαίνει.
Και επάνω στον Σταυρό ακούγεται από τα χείλη Του ακόμη και η κραυγή:
«Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»
Αλλά ακόμη κι αυτό δεν είναι ολόκληρη η χριστιανική απάντηση.
Γιατί αν ο Χριστιανισμός τελείωνε στον Γολγοθά, τότε θα είχαμε απλώς ακόμη έναν αθώο άνθρωπο που βασανίστηκε και πέθανε.
Ο Χριστιανισμός στέκεται ή πέφτει επάνω στην Ανάσταση.
Εκεί βρίσκεται η τελική του απάντηση στον θάνατο.
Όχι ότι ο θάνατος δεν υπάρχει.
Αλλά ότι δεν θα υπάρχει για πάντα.
Όχι ότι το παιδί δεν πέθανε.
Η μάνα το ξέρει καλύτερα από όλους ότι πέθανε.
Αλλά ότι ο θάνατος αυτού του παιδιού δεν είναι η τελευταία σελίδα της υπάρξεώς του.
Και εδώ ακριβώς χωρίζουν οι δρόμοι του πιστού και του άθεου.
Ο Νέλσον μπορεί να μου πει:
«Πάτερ, εγώ δεν πιστεύω στην Ανάσταση».
Και το σέβομαι.
Αλλά τότε τουλάχιστον έχουμε φτάσει στο πραγματικό σημείο της διαφωνίας μας.
Δεν διαφωνούμε για το αν ο καρκίνος ενός παιδιού είναι τραγωδία.
Είναι.
Δεν διαφωνούμε για το αν υπάρχουν τρομακτικά ερωτήματα που δεν μπορούμε σήμερα να απαντήσουμε.
Υπάρχουν.
Δεν διαφωνούμε για το αν ο πόνος ενός αθώου ανθρώπου μπορεί να συντρίψει ακόμη και την πίστη κάποιου.
Μπορεί.
Διαφωνούμε τελικά σε κάτι βαθύτερο:
Είναι ο θάνατος το τέλος;
Αν ο θάνατος είναι το τέλος, τότε πράγματι υπάρχουν δάκρυα που δεν θα σκουπιστούν ποτέ.
Υπάρχουν αδικίες που δεν θα αποκατασταθούν ποτέ.
Υπάρχουν παιδιά που γεννήθηκαν, πόνεσαν, πέθαναν και χάθηκαν για πάντα μέσα στη σιωπή του σύμπαντος.
Η χριστιανική πίστη αρνείται να δεχθεί ότι αυτή είναι η τελευταία αλήθεια για τον άνθρωπο.
Όχι επειδή υποτιμά τον θάνατο.
Αλλά ακριβώς επειδή τον παίρνει τόσο σοβαρά, ώστε ολόκληρο το Ευαγγέλιο κορυφώνεται στη νίκη εναντίον του.
Γι' αυτό η τελευταία εικόνα της Αγίας Γραφής δεν είναι ένας κόσμος γεμάτος τάφους.
Είναι η υπόσχεση ότι κάποτε ο Θεός «ἐξαλείψει πᾶν δάκρυον», ότι «ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι», ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος.
Προσέξτε κάτι πολύ όμορφο.
Δεν λέει ότι τα δάκρυα δεν υπήρξαν.
Λέει ότι θα τα σκουπίσει.
Η πίστη δεν μας ζητά να προσποιηθούμε ότι δεν πονέσαμε.
Δεν μας ζητά να ονομάσουμε την τραγωδία «ευλογία».
Δεν μας ζητά να χαμογελάσουμε μπροστά στον τάφο και να πούμε «όλα καλά»
Ο ίδιος ο Χριστός μπροστά στον τάφο του Λαζάρου δάκρυσε.
Και αυτό είναι συγκλονιστικό.
Γνώριζε ότι θα τον αναστήσει.
Κι όμως έκλαψε.
Άρα το δάκρυ δεν είναι έλλειψη πίστεως.
Μερικές φορές είναι η πιο αληθινή προσευχή.
Γι' αυτό, αν αύριο βρεθώ δίπλα σε μια μητέρα που χάνει το παιδί της, δεν θέλω να της πω:
«Ξέρω γιατί το έκανε ο Θεός».
Γιατί δεν ξέρω.
Θέλω να καθίσω δίπλα της.
Να την αφήσω να κλάψει.
Ίσως να κλάψω κι εγώ.
Να κρατήσω το χέρι της.
Να προσευχηθώ μαζί της, αν το θέλει.
Και αν με ρωτήσει:
«Πάτερ, γιατί το παιδί μου;»
ίσως η πιο τίμια απάντηση που μπορώ να δώσω να είναι:
«Δεν ξέρω, παιδί μου».
Όμως ως ιερέας δεν μπορώ να σταματήσω εκεί.
Θα της πω και κάτι ακόμη:
«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω γιατί συνέβη. Πιστεύω όμως με όλη μου την καρδιά ότι το παιδί που χάθηκε από τα μάτια σου δεν χάθηκε από τα χέρια του Θεού».
Αυτό είναι πίστη.
Όχι η βεβαιότητα ότι έχω λύσει όλα τα αινίγματα του σύμπαντος.
Αλλά η εμπιστοσύνη ακόμη και εκεί όπου η λογική μου φτάνει μέχρι ένα σημείο και μετά σιωπά.
Και θέλω να τελειώσω επιστρέφοντας στον άνθρωπο που έγινε η αφορμή γι' αυτή τη συνέχεια.
Στον Νέλσον.
Μετά τη συζήτησή μας μου έγραψε κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα. Μου είπε ουσιαστικά ότι εξακολουθεί να θεωρεί τον πόνο ενός αθώου παιδιού σοβαρό πρόβλημα για την πίστη σε έναν παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό, αλλά εκτίμησε το γεγονός ότι ένας πιστός μπορεί να πει:
«Εδώ δεν έχω πλήρη απάντηση».
Και νομίζω ότι εκεί συναντηθήκαμε, παρόλο που παραμείναμε ο ένας πιστός και ο άλλος άθεος.
Γιατί ο αληθινός διάλογος δεν απαιτεί πάντοτε να φύγει ο ένας έχοντας πείσει τον άλλον.
Μερικές φορές αρκεί να φύγουν και οι δύο έχοντας καταλάβει λίγο καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Γι' αυτό, Νέλσον, αν διαβάσεις και αυτό το άρθρο, σε ευχαριστώ.
Η ερώτησή σου δεν με έκανε να φοβηθώ για την πίστη μου.
Με έκανε να προσπαθήσω να μιλήσω γι' αυτήν με περισσότερη ακρίβεια και περισσότερη ταπείνωση.
Και κρατώ την ερώτησή σου:
«Γιατί δεν θεραπεύει το παιδί, αφού μπορεί;»
Δεν έχω την αλαζονεία να ισχυριστώ ότι γνωρίζω ολόκληρη την απάντηση.
Ξέρω όμως τι δεν θα πω.
Δεν θα πω ότι έφταιγε το παιδί.
Δεν θα πω ότι έφταιγαν οι γονείς του.
Δεν θα πω ότι δεν προσευχήθηκαν αρκετά.
Δεν θα πω ότι ο Θεός χρειαζόταν «άλλον έναν άγγελο».
Δεν θα αποκαλέσω τον καρκίνο «δώρο του Θεού».
Και δεν θα χρησιμοποιήσω τον Θεό για να κλείσω βιαστικά ένα ερώτημα που κάνει τον άνθρωπο να κλαίει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Θα πω μόνο:
Δεν γνωρίζω γιατί επιτρέπεται κάθε δάκρυ.
Αλλά πιστεύω σε Εκείνον που έκλαψε μαζί μας.
Σε Εκείνον που μπήκε στον τάφο μαζί μας.
Και πάνω απ' όλα, σε Εκείνον που βγήκε από τον τάφο.
Γι' αυτό η τελευταία λέξη του Χριστιανισμού μπροστά στο παιδί που πεθαίνει δεν είναι:
«Έτσι ήταν γραφτό».
Ούτε:
«Έτσι το θέλησε ο Θεός».
Η τελευταία λέξη είναι:
Ανάσταση.
Και μέχρι να έρθει εκείνη η ημέρα κατά την οποία ο «ἔσχατος ἐχθρός» θα καταργηθεί, η θέση μας δεν είναι να στεκόμαστε μακριά από τον ανθρώπινο πόνο και να τον εξηγούμε.
Η θέση μας είναι δίπλα του.
Να θεραπεύουμε όπου μπορούμε.
Να στηρίζουμε.
Να δίνουμε.
Να αγωνιζόμαστε για τη ζωή.
Να κρατάμε το χέρι εκείνου που πονά.
Να κλαίμε με εκείνον που κλαίει.
Και όταν δεν έχουμε άλλη απάντηση, να έχουμε τουλάχιστον παρουσία και αγάπη.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που η μεγαλύτερη ασέβεια απέναντι στον πόνο είναι να προσποιούμαστε ότι γνωρίζουμε το «γιατί».
Και ίσως η μεγαλύτερη πίστη είναι να μπορείς να σταθείς μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να καταλαβαίνεις τα πάντα, και παρ' όλα αυτά να ψιθυρίσεις:
«Δεν καταλαβαίνω, Θεέ μου. Αλλά ακόμη Σε εμπιστεύομαι».
4 σχόλια:
Το βασικο ερωτημα ειναι σχετικα με τον Γιαλνταμπαώθ .. τον μεγαλο αρχοντα του υλικού μας κόσμου καθως εδω γεννηθήκαμε στο παρον χωροχρονικο συνεχες .. .. ..
Ενα αλλο ερωτημα σχετιζεται με την Μεγαλη Λευκή Αδελφοτητα και τον ΣΑΝΑΤ ΚΟΥΜΑΡΑ καθως απο οτι δηλώνεται ειμαστε υπο την απολυτη εξουσια τους....
Ο Μέγας Σώκρατες ειναι παντα επίκαιρος..
ΕΝ οιδα .. οτι ΟΥΔΕΝ οιδα....
Η Βασιλεία των ουρανών ΕΝΤΟΣ ΥΜΩΝ εστίν
Κατα συνεπεια
ΓΝΩΘΙ Σ ΕΑΥΤΟΝ ..
Το αιθερικο μας Ειναι
Ολα τα αλλα ισως και αφορουν την ενεργεια Λούσς που ειναι η αποδοση της συναισθηματικης μας φορτισης .. που εκλύουμε .. εκουσια η ακούσια
Ειναι η τροφή των αιθερικων παρασιτων που υπαρχουν εξ αιτιας του ξενιστη τους .. που ειμαστε εμεις οι ιδιοι.
Εμεις οι ίδιοι .. ειτε χαιρόμαστε διασκεδαζοντας .. μεσω αισθητων παραισθήσεων.. ειτε ποναμε ,κλαιμε και οδυρόμαστε .. αποδιδουμε ενεργεια λούσς .. με την οποια τρεφονται .. τα αιθερικά μας παρασιτα...!!!
Ειναι η ένταση στο ενεργειακό μου αποτύπωμα....ολων των αποχρώσεων ειτε προς τα πάνω ειτε προς τα κατω , την χαρα η την λύπη.
Ειναι η συμμετοχή ενος εκάστου.... ως τροφή που φερει το ονομα λούσς.
Η τροφη τους
Δημοσίευση σχολίου