του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Οταν σκεφτόμαστε την τουρκική πίεση απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, το μυαλό μας πηγαίνει συνήθως σε εικόνες κρίσης όπως τα Ίμια, μια NAVTEX που προκαλεί ένταση, μια δήλωση Ερντογάν που πιάνει πρωτοσέλιδα, που φυσικά εμείς σπεύδουμε να την προβάλλουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Άλλωστε ένα από τα ευρύτερης απήχησης τηλεοπτικό κανάλι κάθε πρωί μας βομβαρδίζει επί τουλάχιστον μισή ώρα με τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, σαν να είμαστε μια επαρχία της….
Όλα τα παραπάνω βέβαια τα θεωρώ σοβαρή πίεση. Όμως εκτιμώ ότι υπάρχει μια δεύτερη, πολύ πιο αθόρυβη μορφή πίεσης, που δεν κάνει πρωτοσέλιδα, επειδή δεν μοιάζει ποτέ, μεμονωμένα, με κάτι σοβαρό. Και είναι ακριβώς αυτή η αθόρυβη μορφή που τελικά σπρώχνει τα πράγματα πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε κρίση.
Η λογική: τετελεσμένο χωρίς διακήρυξη.
Ας φανταστούμε δύο τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να διεκδικήσει κάτι που δεν του ανήκει.
Ο πρώτος τρόπος είναι να το διεκδικήσει ανοιχτά, όπως με μια επίσημη ανακοίνωση, μια νομική πράξη, μια κατάληψη. Αυτός ο τρόπος έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα γιατί προκαλεί άμεση και ισχυρή αντίδραση, γιατί όλοι καταλαβαίνουν αμέσως τι συνέβη.
Ο δεύτερος τρόπος είναι πιο υπομονετικός, αθόρυβος και πιο αποτελεσματικός. Εδώ αντί για μία σοβαρή και μεγάλη πράξη, δημιουργούνται πάρα πολλές άλλες, χαμηλού προφίλ. Καμία από αυτές, μόνη της, δεν φαίνεται αρκετά σοβαρή ώστε να δικαιολογεί κρίση. Αλλά αθροιστικά, μέσα σε 20 ή 30 χρόνια, αλλάζουν αυτό που ο κόσμος θεωρεί «φυσιολογικό». Αυτή είναι η στρατηγική που η Τουρκία εφαρμόζει συστηματικά σε τρία διαφορετικά μέτωπα ταυτόχρονα, όπως απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο, και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στην Κύπρο, η Τουρκία ξέρει ότι καμία χώρα στον κόσμο, δεν πρόκειται να αναγνωρίσει επίσημα το ψευδοκράτος, αφού αυτό θα ήταν μία πολύ κραυγαλέα και πολύ εύκολα καταδικάσιμη πράξη. Γι’ αυτό δεν το επιδιώκει.
Αντ’ αυτού, χτίζει αργά και μεθοδικά εδω και πολλά χρόνια, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός κράτους στα κατεχόμενα. Ετσι βλέπουμε την δημιουργία ενός «κοινοβουλιου», «εκλογές», απευθείας πτήσεις, πανεπιστήμια που δέχονται διεθνείς φοιτητές, «πρεσβείες» κλπ. Καμία μεμονωμένη κίνηση δεν μοιάζει με αναγνώριση. Αλλά κάθε φορά που ένας ξένος αξιωματούχος, ακόμα κι ένας Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ που πρόσφατα επισκέφθηκε και τις δύο πλευρές, με συμμετρικό πρωτόκολλο, προσθέτει μια ψηφίδα σε μια εικόνα κανονικότητας που αθροιστικά, μοιάζει όλο και περισσότερο με δύο ισότιμα κράτη.
Στο Αιγαίο, η ίδια λογική λειτουργεί μέσω των υπερπτήσεων. Η Τουρκία δεν διεκδικεί επίσημα κυριαρχία πάνω σε βραχονησίδες που ανήκουν αναμφισβήτητα στην Ελλάδα, αλλά απλά επαναλαμβάνει, χρόνο με τον χρόνο, δηλώσεις επισήμων πολιτικών προσώπων, δημιουργει παραβιάσεις και υπερπτήσεις, πάνω από περιοχές που πριν δεν αμφισβητούνταν καθόλου. Ο στόχος δεν είναι μία ξεκάθαρη νίκη, αλλά είναι η σταδιακή μετατόπιση του τι θεωρείται «κανονικό περιστατικό» έναντι του τι θεωρείται «κρίση».
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η ίδια λογική επαναλαμβάνεται μέσω της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εδώ η Τουρκία, αντί να διεκδικήσει μέσω δεσμευτικής διεθνούς διαιτησίας την οποία θα έχανε, καθώς το Δίκαιο της Θάλασσας δεν είναι με το μέρος της, στέλνει μονομερώς ερευνητικά σκάφη, εκδίδει NAVTEX, χαρτογραφεί περιοχές που διεκδικεί.
Κάθε τέτοια ενέργεια δημιουργεί ένα «επιχειρησιακό γεγονός» στο έδαφος, το οποίο αργότερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί. Δηλαδή, «αφού ήδη δραστηριοποιούμαστε εκεί, ας το συζητήσουμε».
Γιατί πιάνει αυτή η στρατηγική;
Η στρατηγική αυτή εκτιμώ ότι ”εκμεταλλεύεται” μια πολύ ανθρώπινη αδυναμία στον τρόπο που αντιδρούν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί. Όλοι έχουμε ανακλαστικά σφοδρής αντίδρασης σε μια απότομη, ξεκάθαρη αλλαγή, όπως αν κάποιος καταλάβει ξαφνικά ένα νησί, η αντίδραση είναι άμεση. Αλλά έχουμε πολύ χαμηλότερα ανακλαστικά αντίδρασης σε μια αργή, σχεδόν αόρατη διάβρωση, ακριβώς επειδή καμία μεμονωμένη στιγμή δεν φαίνεται αρκετά σοβαρή, ώστε να δικαιολογήσει διπλωματική ή στρατιωτική κρίση.
Κανείς δεν θέλει να «κάνει θέμα» για μια ακόμα υπέρπτηση ή μια ακόμα επίσκεψη στα κατεχόμενα με συμμετρικό πρωτόκολλο, όπως η πρόσφατη επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Και ακριβώς εκεί πιστεύυω ότι βρίσκεται η επιτυχία της τουρκικής στρατηγικής. Στο γεγονός δηλαδή ότι είναι σχεδιασμένη να μην προκαλεί ποτέ αρκετή αντίδραση.
Το ελληνικό πρόβλημα εκτιμώ, όπως έχω αναφέρει και σε προηγούμενο σχολιασμό/απόψεις μου, ,δεν είναι μόνο διπλωματικό, αλλά πρώτιστα είναι θεσμικό. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Μια στρατηγική που χτίζεται σε βάθος 20-30 ετών, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από ένα σύστημα που αλλάζει πρόσωπα κάθε τέσσερα χρόνια, χωρίς μάλιστα να υπάρχει η θεσμική μνήμη. Ας σκεφτούμε πώς λειτουργεί στην πράξη το οποίο έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι,, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μου .
Κάθε νέα κυβέρνηση, κάθε νέος υπουργός Εξωτερικών ή Άμυνας, ξεκινά χωρίς πλήρη εικόνα της σωρευτικής πορείας των προηγούμενων δεκαετιών. Βλέπει το κάθε περιστατικό μεμονωμένα. Δηλαδή βλέπει μια NAVTEX εδώ, μια υπερπτήση εκεί, μια επίσκεψη στα κατεχόμενα παραπέρα — αντί να το βλέπει σαν ένα ακόμα κρίκο σε μια μακρά, συνειδητή αλυσίδα.
Το αποτέλεσμα δυστυχώς είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται μόνιμα σε θέση αντίδρασης μεμονωμένων επεισοδίων, αντί να έχει μια συνεχή, την απαραίτητη θεσμικά κατοχυρωμένη παρακολούθηση του προτύπου συνολικά.
Αυτό εκτιμώ ότι δεν είναι απλώς διοικητική ατέλεια. Πιστεύω ότι αποτελεί ενεργό στρατηγικό μειονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο, που έχει βελτιστοποιήσει την τακτική του,ακριβώς για να εκμεταλλεύεται συστήματα λήψης αποφάσεων που δεν διαθέτουν συνέχεια, αλλά συστήματα όπου η μνήμη «μηδενίζεται» με κάθε εκλογική αλλαγή.
Τι θα άλλαζε ένα λειτουργικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Ένα θεσμικά ισχυρό, μόνιμο ΣΕΑ, με συνέχεια πέρα από κυβερνήσεις, με δική του θεσμική μνήμη και προσωπικό που δεν αλλάζει σε κάθε εκλογικό κύκλο, θα μπορούσε να κάνει τρία πράγματα που σήμερα δεν γίνονται συστηματικά με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα πίσω από τις εξελίξεις:
Πρώτον, να τηρεί διαχρονική, συστηματική καταγραφή κάθε μορφής επαναλαμβανόμενης ή σωρευτικής πρακτικής, ώστε καμία «γκρίζα ζώνη» να μην μπορεί να χτιστεί αθόρυβα, χωρίς κάποιος να παρακολουθεί το άθροισμα.
Δεύτερον, να ορίζει εκ των προτέρων, ανεξάρτητα από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, σαφή κατώφλια αντίδρασης, ανάλογα με τις επαναλήψεις ενός περιστατικού, ή ανάλογα με την ένταση, τα οποία θα ενεργοποιούν αυτόματα συγκεκριμένη απάντηση, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά νέα πολιτική απόφαση από την αρχή.
Τρίτον, να αντιμετωπίζει το Κυπριακό, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όχι ως τρεις ξεχωριστούς «φακέλους» που χειρίζονται διαφορετικές υπηρεσίες, αλλά ως εκφάνσεις μιας ενιαίας τουρκικής στρατηγικής λογικής , που απαιτεί μια ενιαία και συντονισμένη ελληνική απάντηση.
Δύο διαφορετικές σχέσεις με τον χρόνο.
Υπάρχει ένας ακόμα λόγος που η αθόρυβη στρατηγική αυτή πετυχαίνει, και έχει να κάνει με το πώς οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν τα εθνικά θέματα πολιτικά, στο εσωτερικό τους.
Στην Τουρκία, η αναθεωρητική πολιτική, είτε στο Κυπριακό, είτε στο Αιγαίο, είτε στην Ανατολική Μεσόγειο, παραμένει σταθερή ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά ή ποια είναι η εσωτερική πολιτική συγκυρία. Δεν είναι εργαλείο εσωτερικής αντιπαράθεσης μεταξύ κομμάτων αλλά μιά κρατική πολιτική με συνέχεια δεκαετιών, την οποία εφαρμόζει η γραφειοκρατία και το στρατιωτικό κατεστημένο, ανεξάρτητα από κυβερνητικές εναλλαγές. Έτσι, κάθε τουρκική κυβέρνηση απλώς συνεχίζει και προσθέτει στο ίδιο, μακρόπνοο σχέδιο.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, όπως όλοι διαιστώνουμε, τα εθνικά θέματα συχνά γίνονται πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κάθε κυβέρνηση ή αντιπολίτευση τα αξιοποιεί, ανάλογα με τη συγκυρία, είτε για να πλήξει τον πολιτικό αντίπαλο ως «αδύναμο» ή «υποχωρητικό», είτε για να παρουσιαστεί η ίδια ως πιο πατριωτική. Ο διαγωνισμός του πιό φλογερού πατριώτη καλά κρατεί….Το αποτέλεσμα είναι ότι η εθνική στρατηγική δεν χτίζεται σε βάθος χρόνου με συνέπεια, αλλά επαναδιαπραγματεύεται σε κάθε εκλογικό κύκλο, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην εξουσία και ποιος στην αντιπολίτευση.
Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι απλώς άτυχη σύμπτωση, αλλά αποτελεί ακριβώς την προϋπόθεση που κάνει τη σωρευτική τουρκική στρατηγική να λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά. Ένας αντίπαλος με σταθερή, θεσμικά αγκυρωμένη πολιτική έχει τεράστιο πλεονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο, του οποίου η στάση αλλάζει ή τουλάχιστον παρουσιάζεται δημόσια ως αναμορφωμένη, κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.
Το τετελεσμένο χτίζεται ήσυχα εκεί ακριβώς όπου η άλλη πλευρά είναι απασχολημένη με τον εσωτερικό της καβγά για το ποιος φταίει για το προηγούμενο επεισόδιο, για το ποιος είναι πιο πατριώτης….
Το συμπέρασμα
Από όλα όσα προηγήθηκαν γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η απουσία ενός τέτοιου θεσμού (ΣΕΑ) δεν είναι απλώς ένα κενό στο οργανόγραμμα του ελληνικού κράτους. Είναι το ίδιο το κενό που η απέναντι πλευρά έχει μάθει να εκμεταλλεύεται συστηματικά, εδώ και δεκαετίες.
Όσο η εθνική ασφάλεια παραμένει υπόθεση προσώπων και κυβερνήσεων που αλλάζουν, και όχι θεσμών με μνήμη και συνέχεια, η Ελλάδα θα συνεχίζει να αντιδρά σε μεμονωμένα επεισόδια, ενώ ο αντίπαλος θα συνεχίζει να χτίζει, ήσυχα και υπομονετικά, το επόμενο τετελεσμένο.Αχιλλεύς Ταουξής
Ο Αχιλλέας Ταουξής είναι Υποστράτηγος ε.α. του Ελληνικού Στρατού, με πολυετή εμπειρία στους τομείς της αμυντικής πολιτικής, της στρατηγικής και των διεθνών σχέσεων. Έχει διατελέσει Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθώς και Διευθυντής της ελληνικής Προεδρίας της Συντονιστικής Επιτροπής της Διαβαλκανικής Υπουργικής Άμυνας (SEDM-CC/PMSC). Το 2023, ως στέλεχος του ΓΕΕΘΑ, διηύθυνε τη Γραμματεία Συντονισμού Διασκέψεων Διεθνών Οργανισμών και εκπροσώπησε τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στην έναρξη του NATO Training Technology Conference στην Αθήνα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες για τη διεθνή ασφάλεια, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική εξωτερική πολιτική. https://www.anixneuseis.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου