ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΘΕΣΗ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ Μέρος Β΄

ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Ποια πρέπει να είναι η στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας σε αντιπαράθεση με το στρατηγικό βάθος της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας

Εισαγωγή
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ενέργεια αποτελεί την κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας και ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο κοντινό και το απώτερο μέλλον συνιστούν τις βασικές ενεργειακές πηγές, από τις οποίες εξαρτάται η παγκόσμια οικονομία. Ασφαλώς και οι άλλες μορφές ενέργειας, όπως η ατομική και υδροηλεκτρική, καθώς και οι ανανεώσιμες, παίζουν σημαντικό ρόλο.
Όμως τον κυρίαρχο και καθοριστικό έχουν έως τώρα οι πρώτες.1
Χωρίς ενέργεια δεν υπάρχει παραγωγή, χωρίς παραγωγή δεν υπάρχουν προϊόντα, χωρίς προϊόντα δεν μπορεί να επιβιώσει η ανθρώπινη κοινωνία, πόσο μάλλον οι καπιταλιστικές χώρες με την προηγμένη τεχνολογία. Μπορεί, αν και φαίνεται ανέφικτο, να γυρίσουμε στην πρωτόγονη κοινωνία. Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Και συνήθως τα πιο απλά πράγματα είναι τα πιο σύνθετα και τα πιο σύνθετα τα πιο απλά.
Συνεπώς ο έλεγχος τόσο των ενεργειακών πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, όσο και η ασφάλεια της διακίνησής τους από τους παραγωγούς στους καταναλωτές μέσω των αγωγών για την απρόσκοπτη ροή του, έχει καθοριστική γεωστρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η διεθνοποίηση της διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών (εμπορευμάτων) και υπηρεσιών θα είχε πάθει έμφραγμα και τα μονοπώλια θα είχαν καταρρεύσει, χωρίς το πολύτιμο αγαθό της ενέργειας.
Όποιος κατέχει ή ελέγχει τα αποθέματα και την διακίνηση του μαύρου χρυσού καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την παγκόσμια αγορά.
Οι ενδοϊμπεριαλιστικές διενέξεις και οι πόλεμοι για την εξασφάλιση ενεργειακών πηγών, καθώς και των χερσαίων ή θαλασσίων οδών και ο άμεσος ή έμμεσος έλεγχος τους, αποτελούν τον προσδιοριστικό παράγοντα για τη στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Καθορίζουν συνάμα, σ’ ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό, και την τύχη των μικρών κρατών που εμπλέκονται λόγω στρατηγικής θέσης στο παιχνίδι των ζωνών επιρροής.
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι, όποιος ελέγχει την ενέργεια, ελέγχει και τον κόσμον όλο2.
Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και των καθεστώτων του Ανατολικού μπλoκ οδήγησε, σε πρώτη φάση, στην επικράτηση των ΗΠΑ ως την πρώτη πλανητική υπερδύναμη. Η ξαφνική πλεονεκτική της θέση την οδήγησε στην αλαζονική στάση να διεξαγάγει πολέμους σε πολλά μέτωπα, για να αποκλείσει εγκαίρως άλλες δυνάμεις από τον έλεγχο των στρατηγικών ορυκτών και κατοχυρώσει γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα για μελλοντικές εξελίξεις. Τα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα με αυτά των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, βασικά των χωρών του ΝΑΤΟ, τις αναγκάζουν σε αποκλεισμό των άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα, από τις πηγές και τη διακίνηση του μαύρου χρυσού.3
Έτσι εξηγείται η εισβολή στο Ιράκ,4 η διάλυση και ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η προσπάθεια επέκτασης του ΝΑΤΟ, ως του στρατιωτικού βραχίονα της ιμπεριαλιστικής αυτής πολιτικής, στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, που διατηρούν άσβεστο το μίσος τους απέναντι στους Ρώσους, για την καταπίεση και εκμετάλλευση των χωρών τους κατά την σταλινική περίοδο και όχι μόνο. Έτσι εξηγείται η πρόσδεση των λεγόμενων Νέων Χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο άρμα της Αμερικής και η δημιουργία μιας σειράς κρατών προτεκτοράτων για την εξυπηρέτηση αυτής της στρατηγικής.5 Έτσι εξηγούνται κατά βάση και οι εξελίξεις στη Βόρειο Αφρική και οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν στην ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Παρ’ όλη την παγκόσμια οικονομική κρίση και τις αρνητικές συνέπειες που είχε αυτή η κρίση στην ίδια την Αμερική, οι ΗΠΑ, αλλά και οι ισχυρές χώρες της Δύσης, δεν απόσχουν από τον στρατηγικό τους στόχο, δηλαδή τον έλεγχο των πηγών και των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η ενέργεια με βάση το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι το π α γ κ ό σ μ ι ο σ τ ρ α τ η γ ι κ ό   ό π λ ο, που η κατοχή του καθορίζει σε ύψιστο βαθμό την γεωστρατηγική, γεωπολιτική και γενικότερη πολιτική των μεγάλων δυνάμεων και προσδιορίζει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις.
Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αναλύσουμε την συνολική κατάσταση που διαμορφώνεται με ραγδαίο ρυθμό στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και που ανατρέπει άρδην τα έως τώρα δεδομένα της διεθνούς πολιτικής.
Αυτά που έως τώρα ξέραμε, καλό είναι να τα ξεχάσουμε και καθαρίσουμε τις σκέψεις μας από τις ιδεολογικές σκουριές, που έχουν δημιουργήσει αρτηριοσκλήρωση στην ανεξάρτητη κριτική μας σκέψη, με μόνο κριτήριο τα δίκαια της πατρίδας μας. Δεν υπάρχουν πια στο διεθνές περιβάλλον αυτό που λέγαμε «παραδοσιακές σχέσεις». Το μόνο κριτήριο ήταν, είναι και θα είναι το συμφέρον.
Τίποτε σήμερα δεν είναι πια όπως χθες και ότι ίσχυε έως τώρα ανατρέπεται από την νέα πραγματικότητα, που χωρίς παρωπίδες, κλισέ και στερεότυπα και προπάντων ιδεοληψίες, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, εάν θέλουμε να προασπίσουμε τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του Ελληνισμού. Και όταν λέμε «Ελληνισμού» ασφαλώς εννοούμε και συμπεριλαμβάνουμε την Ελλάδα και την Κύπρο.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα ήταν ανέκαθεν υπό εξάρτηση. Η ελληνική πολιτική ποτέ δεν ήταν ελληνοκεντρική. Υπηρετούσε πάντοτε είτε τα συμφέροντας της Δύσης (οι συντηρητικές δυνάμεις), είτε της Ανατολής (οι αριστερές δυνάμεις). Πολιτική των κυβερνήσεων και των κομμάτων που να αποβλέπει τουλάχιστον πρωταρχικά και με γνώμονα στην εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων, δεν υπήρξε μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό ποτέ. Ήταν πάντοτε ετεροπροσδιοριζόμενη.6
Αυτή η πολιτική ακολουθείται έως σήμερα απαράγραπτα τόσο από τις κυβερνήσεις, όσο και από τα κόμματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η εξάρτηση από τα εξωθεσμικά κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας είναι ο καθοριστικός παράγοντας της πολιτικής στην Ελλάδα.
Την πραγματικότητα αυτή τονίζουμε εκ προοιμίου, γιατί στα ακόλουθα θα αναδείξουμε τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα για την πατρίδα μας.
Ποια είναι ωστόσο η γεωστρατηγική κατάσταση της περιοχής και ποιοι "παίκτες" καθορίζουν τις εξελίξεις σ’ αυτήν;
Είναι ένα θέμα που πρέπει να αναλύσουμε, πρώτ’ απ’ όλα για να το καταλάβουμε και κατά δεύτερο λόγο μετά τη διάγνωση να καθορίσουμε τη στρατηγική μας που υπηρετεί επιτέλους - για να δώσουμε τη δέουσα έμφαση - αποκλειστικά τα δικά μας συμφέροντα. Γιατί όπως απ’ όλους αναγνωρίζεται και αποτελεί αξίωμα, δεν υπάρχουν φιλίες ανάμεσα στους λαούς, αλλά μόνο συμφέροντα.
Με την έννοια αυτή θα προβούμε πρώτον στην ανάλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής σε συσχέτιση με την πολιτική των κρατών που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Δεύτερον στις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις στο χώρο της Βορείου Αφρικής, της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής.
Ι. Τα κριτήρια ανάλυσης
Πριν όμως από την όποια ανάλυση απαραίτητη προϋπόθεση, για να είναι αυτή η ανάλυση έγκυρη και να έχει τα επιστημονικά κατά προσέγγιση εχέγγυα της αλήθειας και της αντικειμενικότητας, να προσδιορίσουμε τα κριτήρια με βάση τα οποία θα κρίνουμε και θα αποφανθούμε για τα τεκταινόμενα στην προαναφερθείσα περιοχή.
Τα κριτήρια είναι απαραίτητα, για έναν κυρίως λόγο, τον εξής: Στο βαθμό που τα κριτήριά μας ευσταθούν, μπορεί να ευσταθεί και η ανάλυσή μας. Αν δηλαδή π.χ. τα κριτήρια είναι λάθος, τότε είναι λάθος και η ανάλυσή μας ή εν πάση περιπτώσει τυχαία ή περιπτωσιολογική. Από την άλλη γνωρίζοντας ο μελετητής τα δικά μας κριτήρια μπορεί να αντιπαραθέσει τα δικά του ή να συμφωνήσει με τα δικά μας.
Οπότε τίθεται το ερώτημα: Ποια είναι αυτά τα κριτήρια; Ήδη στην εισαγωγή αυτή τα έχουμε αναφέρει, αλλά τα συγκεκρινοποιούμε καλύτερα.
1. Η ενέργεια με βάση την εξασφάλιση των πηγών και αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αποτελεί τον ύψιστο στρατηγικό στόχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που καθορίζει την πολιτική τους και επικαθορίζει και τους άλλους επί μέρους στόχους.
2. Το πρώτο κριτήριο καθορίζει τις σχέσεις των κρατών και την ανάπτυξη συμμαχιών ή αντιπαλοτήτων. Δεν υπάρχουν φιλίες, όπως τονίσαμε και πιο πάνω με σαφήνεια, παρά μόνο συμφέροντα που καθορίζουν τις σχέσεις αυτές. Με την έννοια αυτή καμία σχέση ανάμεσα στα κράτη δεν είναι μόνιμη και σταθερή. Αυτό μας το επιβεβαιώνει η ιστορία και δε χρήζει απόδειξης.
3. Όπως είπε και ο Κλαούζεβιτς «Τα μικρά κράτη έχουν τόση δύναμη, όση η ταύτισή τους με τα συμφέροντα των μεγάλων». Η αναφορά στα μικρά κράτη έχει τη σημασία της, όταν ασχοληθούμε με την Ελλάδα και την Κύπρο.
4. Παρ' όλη τη συχνή αντιφατικότητα της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής, ως της κατ' εξοχήν ηγεμονικής δύναμης της υφηλίου, η εξωτερική της πολιτική καθορίζεται, σ ε τ ε λ ευ τ α ί α   α ν ά λ υ σ η από το εβραϊκό λόμπι.
5. Το εβραϊκό λόμπι στηρίζει και καθορίζει με τη σειρά του την ύπαρξη και πολιτική του Ισραήλ.
.Αυτά είναι τα κύρια κριτήρια που καθορίζουν, τρόπον τινά, και τα εργαλεία ανάλυσης.
Ο καθορισμός κριτηρίων είναι ο γενικός κανόνας κάθε επιστημονικής ανάλυσης, που έχει αξιώσεις προσέγγισης της αλήθειας.
Για να υπάρξει διάλογος και αντίλογος με ουσιαστικό περιεχόμενο ο κάθε συζητητής πρέπει να τοποθετηθεί πάνω σ' αυτά τα κριτήρια και να δηλώσει, αν συμφωνεί ή διαφωνεί, και αν διαφωνεί, να καταθέσει τα δικά του κριτήρια, έως ότου υπάρξει συμφωνία ή ασυμφωνία κριτηρίων. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε μια διαφορετική ανάλυση της πραγματικότητας, που καταλήγει αναγκαστικά σε διαφορετικά συμπεράσματα καθ' όλα ή εν μέρει.
Τελικό κριτήριο της αλήθειας η πράξη, που θα επαληθεύσει ή θα διαψεύσει τις αναλύσεις και της προβλέψεις μας.
Τέλος με βάση την ανάλυση πρέπει να καθοριστεί και η ανάλογη πολιτική. Δεν μπορεί ένας πολιτικός φορέας, πολλώ μάλλον μια κυβέρνηση, να αναμένει τις εξελίξεις και μετά να καθορίζει την πολιτική της.
Θα πρέπει να διαθέτει διορατικότητα και να διαμορφώνει και αναπτύσσει σχέδια δράσης για όλες τις εξελίξεις, με κύριο άξονα, όπως είπαμε, το εθνικό συμφέρον. Αλλιώς η αποτυχία της είναι εκ προοιμίου δεδομένη.
Με βάση όλα τα ανωτέρω θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας, που κεντρικό της άξονας είναι αυτό που οφείλει να ενδιαφέρει εμάς ως Έλληνες, δηλαδή η ενδεδειγμένη πολιτική της Ελλάδας και της Κύπρου, για την εξυπηρέτηση των πρωταρχικά δικών μας συμφερόντων, μέσα στο άμεσο και διεθνές πολιτικό περιβάλλον.

ΙΙ. Η πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης και Άπω Ανατολής.
Εάν πάρουμε λοιπόν ως βασικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και των λοιπών χωρών της Δύσης, που κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο και για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων ταυτίζονται εν μέρει ή εν όλω με τις ΗΠΑ, τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την ασφάλεια των αγωγών κατά προτεραιότητα, θα πρέπει να δούμε πως αυτές οι δύο συνθήκες κατοχυρώνονται και από που υπάρχει ο κίνδυνος αμφισβήτησης αυτού του γεωστρατηγικού στόχου.
Οι έως τώρα ενδείξεις από την πολιτική της Αμερικής και των άλλων δυτικών χωρών, με την επέμβαση στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, την πρώην Γιουγκοσλαβία, την ανοιχτή ή καλυμμένη επέμβαση στις χώρες της Βορείου Αφρικής και τελευταία την απροκάλυπτη και ωμή επέμβαση στη Λιβύη, αλλά και έμμεσα ή άμεσα σε άλλες χώρες, όπως στην Ουκρανία και Γεωργία, τότε μπορούμε αβίαστα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η προσπάθειά τους επικεντρώνεται στην με κάθε τρόπο αποκλεισμό της παρέμβασης ή του κινδύνου παρέμβασης των άλλων μεγάλων δυνάμεων και συγκεκριμένα της Ρωσίας και Κίνας και εν μέρει του Ιράν στις προαναφερόμενες περιοχές, με κίνδυνο να χάσουν το στρατηγικό πλεονέκτημα του ελέγχου και της ασφάλειας του μαύρου χρυσού, από το οποίο εξαρτάται η επιβίωση του δυτικού κόσμου.7
Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών, κυρίως φυσικού αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, που περιπλέκει επιπλέον το όλο πρόβλημα, γιατί ανατρέπει άρδην τις σχέσεις των άμεσα εμπλεκομένων στο πρόβλημα της αξιοποίησης και εκμετάλλευσης αυτού του πολύτιμου αγαθού, που φέρει το όνομα πετρέλαιο κα φυσικό αέριο.
Τίποτε πια δεν είναι όπως χθες. Μιλάμε για ριζικές αλλαγές στις διακρατικές σχέσεις στην περιοχή, που παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας και ανατρέπουν όλες τις μέχρι τώρα σταθερές, που αλλάζουν ραγδαία από τη μία μέρα στην άλλη. Αναφερόμαστε βασικά στις τεταμένες έως εχθρικές σχέσεις των έως τώρα στενών συμμάχων Τουρκία - Ισραήλ, και την πλήρη αναδιάταξη σε νέες και απρόβλεπτες βάσεις των σχέσεων αυτών και των σχέσεων των άλλων εμπλεκομένων κρατών, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος. Το ερώτημα που τίθεται στην περίπτωση αυτή είναι:
Είναι συγκυριακή αυτή η αντιπαλότητα ή θα αποκτήσει κατά το ήττον ή μάλλον μόνιμο χαρακτήρα, όσο τα συμφέροντα των δύο κρατών θα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα; Πρόκειται για μόνιμο διαζύγιο, όπως συνηθίζεται να λέγεται με τρόπο εκφραστικό ή υπάρχει δυνατότητα επαναπροσέγγισης; Είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα.
Στο ερώτημα αυτό μπορούμε με άνεση να απαντήσουμε ότι όσο δεν αλλάζει και παραμένει εν ισχύει το δόγμα του στρατηγικού βάθους του Αχμέτ Νταβούτογλου, οι μεταξύ τους σχέσεις χωρίς καμιά αμφιβολία θα βαθαίνουν και μπορούν να πάρουν ακόμη, πέρα από διπλωματικές, οικονομικές και άλλες μορφές εντάσεων και την ακραία μορφή στρατιωτικής σύρραξης, ανάμεσα στις δύο χώρες. Τίποτε δεν αποκλείεται, όταν διακυβεύονται κυρίως από μέρους του Ισραήλ στη κυριολεξία υπαρξιακά του προβλήματα.
Αναμφίβολα η στρατηγική της Αμερικής στην περιοχή που προαναφέραμε βασίζεται στον σταθερό σύμμαχο που καλείται Ισραήλ, που παραμένει μια σταθερά στο χρόνο, γιατί τα συμφέροντα της Αμερικής και του Ισραήλ ταυτίζονται απόλυτα, έστω κι' αν καμιά φορά λόγω εκτιμήσεων υπάρχει διάσταση απόψεων.8 Ένα όμως παραμένει σταθερό. Η στήριξη του Ισραήλ από μέρους των ΗΠΑ εναντίον οποιασδήποτε απειλής της ύπαρξής του. Αυτό δεν αλλάζει στο χρόνο όσο παραμένουν οι ΗΠΑ αυτές που είναι, διαθέτουν προς το σκοπό αυτό την απαραίτητη ισχύ και όσο στην εξωτερική πολιτική τους επικρατεί το εβραϊκό λόμπι. Το οποίο μάλιστα σ' αυτή τη φάση μπορεί να συμπαραταχθεί με το ελληνικό λόμπι, ή μάλλον το τελευταίο με το εβραϊκό.9
Όλες οι άλλοι παράμετροι είναι μεταβλητοί που πρακτικά σημαίνει ότι οι ΗΠΑ, εάν είναι να αποφασίσουν - και εφόσον φτάσει ο κόμπος στο χτένι - θα αποφασίσουν υπέρ του Ισραήλ. Εννοούμε φυσικά τη διένεξη Ισραήλ -Τουρκίας, εφόσον αυτή πάρει διαστάσεις αγεφύρωτης σύγκρουσης. Οι ΗΠΑ δεν έχουν στην περίπτωση αυτή καμία άλλη επιλογή. Η μόνη δυνατότητα που τους απομένει είναι να προσπαθήσουν να αποτρέψουν με όποιο τρόπο μπορούν, εφόσον μπορούν, μια τέτοια ή παρόμοια εξέλιξη. Τα πράγματα, έτσι όπως τώρα εξελίσσονται δεν προοιωνίζουν καμία αισιοδοξία προς αυτή την κατεύθυνση και θα εξηγήσουμε το λόγο κατωτέρω.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα δεν εξυπηρετούνται όσο δεν τακτοποιούνται δύο αστάθμητοι παράγοντες. Ο πρώτος είναι το Ιράν, με την πολιτική που ακολουθεί εναντίον του Ισραήλ και ο δεύτερος εδώ και μερικά χρόνια η Τουρκία. Ενδιάμεσα παρεμβάλλεται η Συρία και εν μέρει και το Λίβανο και η Ιορδανία, που συνορεύουν με το Ισραήλ.10
Η Αμερική είναι αποφασισμένη να άρει κάθε εμπόδιο στον κύριό της στόχο που είναι βασικά το Ιράν. Θέλει συνεπώς να ξεκαθαρίσει, όπως ξεκαθαρίζει ήδη όλη την περιοχή, που της δημιουργεί ή μπορεί στο μέλλον να της δημιουργήσει προβλήματα. Λίγο ως πολύ με την δεδομένη εξόντωση του δικτάτορα Καντάφι και τον έλεγχο όλης της περιοχής προχωρεί προγραμματισμένα, θα λέγαμε, στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ο επόμενος στόχος είναι η Συρία, που κι' αυτή συνορεύει με το Ισραήλ και είναι ο αστάθμητος παράγοντας λόγω και του προβλήματος της κατοχής από το Ισραήλ των υψιπέδων του Γκολάν.
Αν προκύψει μια άλλη κυβέρνηση στη Συρία, όπως είναι το σχέδιο των ΗΠΑ και υπάρξει συμφωνία για τα υψίπεδα του Γκολάν με το Ισραήλ, ίσως δημιουργηθούν ομαλές Σύρο - Ισραηλινές σχέσεις που θα βασίζονται στο αμοιβαίο συμφέρον.
Πολύ πιθανόν να διοχετευτούν τα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου της Μοσούλης, του Κιρκούκ και του Ιράκ γενικότερα μέσω Συρίας ή Ισραήλ στη Μεσόγειο και αργότερα του Ιράν, όταν και εφόσον αλλάξει η πολιτική κατάσταση στη χώρα αυτή και δεν υπάρξει πρόβλημα μεταφοράς τους στη Μεσόγειο.11
Με αυτή την έννοια μπορεί η αυτόνομη περιοχή του Βορείου Ιράκ (Νοτίου Κουρδιστάν, όπως λένε οι ίδιοι οι Κούρδοι) να μετατραπεί σε ενεργειακό κέντρο της Δύσης, όπως ίσως στο μέλλον και το Ισραήλ.12
Σήμερα η αυτόνομη αυτή περιοχή των Κούρδων αποτελεί την ασπίδα προστασίας του Ισραήλ στα σχέδια της αμυντικής του πολιτικής, αλλά στο μέλλον μπορεί να αποτελέσει και την αιχμή του δόρατος, όταν το Ισραήλ αποφασίσει να εφαρμόσει μια επιθετική πολιτική απέναντι στο Ιράν και γιατί όχι και απέναντι της Τουρκίας.
Φυσικά στο σημείο αυτό μιλάμε για σενάρια και για προβλέψεις του μέλλοντος, που μπορεί να συμβούν και μπορεί και όχι. Αν όμως λάβουμε υπόψη μας τον βασικό στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ για τον έλεγχο των πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου όλης της περιοχής από τη Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή, τότε το σενάριο αυτό δεν είναι εκτός πραγματικότητας και ας φαντάζει προς το παρόν ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Δεν είναι καθόλου απορίας άξιο, γιατί η τουρκική κυβέρνηση αναπτύσσει μια συμπεριφορά απέναντι στο Ισραήλ, που μπορεί να φαίνεται λογικοφανής ή παράλογη, όμως έχει πολύ βαθύτερα αίτια, απ' ότι δείχνει η πραγματικότητα επιφανειακά.
Το όλο σχέδιο, απ' ότι φαίνεται, στόχο έχει την παράκαμψη της Τουρκίας, που προσπαθεί να αναδειχτεί ως ανεξάρτητη υπερδύναμη στην περιοχή, ελέγχοντας αυτή, αντί των ΗΠΑ τα στρατηγικά αυτά όπλα, που προκύπτουν από το πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ασκήσει πίεση ή κάποιον εξαναγκασμό. Αυτή τη δυνατότητα έχουν σκοπό οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να αλλάξουν ριζικά, ώστε η δύση να μην είναι εκβιάσιμη από μέρους της.
Οι ΗΠΑ στην στρατηγική τους αυτή δεν έχουν μόνο σύμμαχο το Ισραήλ, αλλά και έναν καινούργιο που φέρει το όνομα κουρδικός παράγοντας. Χωρίς τους Κούρδους είναι δύσκολο να πετύχουν τους στόχους τους μόνο με τη συμμαχία τους με το Ισραήλ που είναι δεδομένη. Στο Ιράκ ζούνε 7, 5 εκατ. Κούρδοι. Άλλοι τόσοι στο Ιράν. Στη Συρία και κυρίως στα σύνορα προς την Τουρκία 1,5 εκατ. και φυσικά μέσα στην Τουρκία 30 με 35 εκατ. Και όλος αυτός ο πληθυσμός είναι κατανεμημένος στην περιοχή των τεσσάρων κρατών: Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Συρία.
Αυτόν τον παράγοντα δεν πρέπει με τίποτε να τον παραβλέψουμε, γιατί έχει τεράστια χρησιμότητα στην πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τα όμορα κράτη και κυρίως σε σχέση με την Τουρκία. Και ο λόγος είναι απλός: Μέσω του κουρδικού παράγοντα τόσο η ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ ή μάλλον οι ΗΠΑ με την συμπαράσταση του Ισραήλ, είναι σε θέση οποιαδήποτε στιγμή να ελέγξουν τις εξελίξεις που έχουν σχέση με την Τουρκία και γενικότερα. Η Τουρκία μπορεί να φαίνεται ότι μπορεί να παίξει ανεξάρτητη πολιτική ακόμη και απέναντι στην Αμερική, όμως είναι ευάλωτη, γιατί έχει μια αχίλλειο πτέρνα, το κουρδικό πρόβλημα, που ανά πάσα στιγμή είναι σε θέση το Ισραήλ και κατ' επέκταση το εβραϊκό λόμπι να το θέσει σε εφαρμογή, εάν και εφόσον οδηγηθούν τα πράγματα σε κρίσιμα αδιέξοδα.13
Επί πλέον και αυτό είναι πρόσφατο, το Ισραήλ επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων από την ισραηλινή βουλή.14
Μπορεί να φαντάζει μια τέτοια εξέλιξη, όπως είπαμε, σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα ενιαίο, ανεξάρτητο Κουρδιστάν, που είναι πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ απέναντι στην εχθρότητα των κρατών της περιοχής, και έχουν φυσικά λόγο γι' αυτό, γιατί απειλείται η εδαφική τους ακεραιότητα πρωταρχικά, είναι σε θέση να ελέγχει την περιοχή της Μέσης Ανατολής μαζί με το Ισραήλ.
Οι Κούρδοι δεν έχουν στην περίπτωση αυτή κανένα λόγο να έρθουν σε καμία αντιπαλότητα τόσο με το Ισραήλ, όσο και με τις ΗΠΑ, μιας και τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετούνται και τελικά εξαρτώνται από τις ανωτέρω δυνάμεις.
Αυτό όσον αφορά την Μέση Ανατολή.
Στην Ανατολική Μεσόγειο το Ισραήλ που περιβάλλεται από αραβικά κράτη, κατά βάση εχθρικά, η μόνη διαφαινόμενη διέξοδος του Ισραήλ είναι η Κύπρος και η Ελλάδα. Δεν υπάρχουν άλλα κράτη στην περιοχή που θα μπορούν να συμμαχήσουν με το Ισραήλ, για κοινά συμφέροντα.
Συνεπώς θα πρέπει να δούμε τις σχέσεις τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ισραήλ με τα κράτη της περιοχής, μέσα σ' αυτό το πλέγμα των σκοπιμοτήτων τα οποία βασίζονται ή μπορούν δυνητικά να βασιστούν σ' αυτά τα δεδομένα, που βρίσκονται σε εξέλιξη και απ' ότι φαίνεται στην αρχή υλοποίησής τους. Εξάλλου πλησιάζει η ώρα της αλήθειας (της κρίσης).
Με βάση αυτή την ανάλυση θα προχωρήσουμε στην περιγραφή της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά, για να δούμε πώς συμπλέκονται ή αποσυμπλέκονται τα συμφέροντα των λαών και κρατών της περιοχής και τι προοπτικές μπορούμε να διαπιστώσουμε στη δυνητική τους εξέλιξη, για να καταλήξουμε και στα ανάλογα συμπεράσματα, που θα βοηθήσουν Ελλάδα και Κύπρο να διαμορφώσουν τη δική τους στρατηγική στο εύθραυστο και εναλλασσόμενο με καταιγιστικούς ρυθμός γεωστρατηγικό περιβάλλον, με μόνο άξονα, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά τους.
Οι ανωτέρω εκτιμήσεις προσπαθούν να ανταποκριθούν στο βασικό κριτήριο που εξ αρχής θέσαμε.
Βέβαια άλλο είναι τα κριτήρια και άλλο η ανάλυση, η οποία μπορεί να είναι και ελλιπής και ενδεχομένως σε ορισμένα σημεία ανακριβής. Υπάρχουν συνεπώς αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες, που θα τους επιβεβαιώσει ή διαψεύσει η πραγματικότητα. Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς απόλυτα, τι εισηγήσεις ετοιμάζουν τα περίφημα ινστιτούτα ανάλυσης ή οι γνωστές δεξαμενές σκέψεις, τα γνωστά think tanks το Στέϊτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ. Όπως και να έχει ωστόσο το πράγμα, οι αναλύσεις υποχρεωτικά θα έχουν ως κριτήριο την εξυπηρέτηση του κύριου στρατηγικού στόχου με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο από κάθε άποψη τρόπο.
Η διαπίστωση αυτή συνιστά αίσθημα αυτογνωσίας και παραδοχής κάποιων ορίων στην σύλληψη της αλήθειας των πραγμάτων και των γεγονότων. Όμως τις απόψεις μας τις καταθέτουμε έχοντας γνώμονα την ανεξάρτητη κριτική μας σκέψη, που δεν έχει σχέση με κανένα συμφέρον ένθεν κακείθεν.....hellasontheweb.org
Συνεχίζεται

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ. Μέρος Α΄

Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ, ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ.
Πριν εισέλθουμε στην ανάπτυξη του κυρίως θέματος, κρίνω σκόπιμο όχι υπό μορφή διδασκαλίας, αλλά για να μιλάμε την ίδια γλώσσα, να αναφέρουμε λίγα λόγια για τη Γεωπολιτική.
Η γεωπολιτική είναι μία σχετικά σύγχρονη έννοια και επιστήμη. Ένας πλήρης κατά την άποψή μας ορισμός είναι αυτός που τη θεωρεί ως την έρευνα των σχέσεων των θαλάσσιων και χερσαίων περιοχών της γης και της πολιτικής με σκοπό την εξυπηρέτηση της διεθνούς πολιτικής . Η γεωπολιτική διαφέρει από την πολιτική γεωγραφία κατά το ότι ασχολείται με την αξιολόγηση των διαφόρων γεωγραφικών συνθηκών, τα σύνορα, την κατανομή των πληθυσμών και άλλων παρεμφερών παραγόντων στα πλαίσια των απαιτήσεων – αναγκών της πολιτικής κάθε κράτους. Σύμφωνα με τη γεωπολιτική οι χώρες δεν είναι μόνο νομικές οντότητες, αλλά και δυνάμεις και ως τέτοιες πρέπει να εξετάζονται. Ως πατέρας της γεωπολιτικής θεωρείται ο Σουηδός επιστήμονας και συγγραφέας Rudolf Kjellen, ο οποίος όρισε ότι η γεωπολιτική αποτελεί τη συνδετική γέφυρα μεταξύ του χώρου του φυσικού περιβάλλοντος με το λαό που ζει στο πλαίσιό του.

Οι κυρίαρχες θεωρίες της γεωπολιτικής είναι δύο. Η μία είναι εκείνη που ανέπτυξε ο Ναύαρχος Thayer Maham. Σύμφωνα με αυτήν η ιστορία του κόσμου είναι μία συνεχής πάλη για τον έλεγχο των θαλασσών, υποστηρίζοντας ότι το έθνος εκείνο που θα κυριαρχήσει στις θάλασσες θα ελέγξει τον κόσμο.
Η άλλη θεωρία είναι αυτή των δυνάμεων της ξηράς ή η θεωρία της «Heart Land». Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από το Σκοτσέζο γεωγράφο Sir Halford Mac kinder. Σύμφωνα με αυτήν οι μάζες γης από το Βόλγα μέχρι το Γιαν Τσε και από τα Ιμαλάϊα μέχρι τον Αρκτικό Ωκεανό κυριαρχούν γεωγραφικά και πολιτικά στον κόσμο. Ο Mackinder το 1904 διατύπωσε την άποψη ότι η Ρωσία κατέχει τόση μεγάλη μάζα ευρασιατικών εδαφών, ώστε, εάν ποτέ συμμαχούσε με τη Γερμανία, οι δύο αυτοί σύμμαχοι θα αποκτούσαν την παγκόσμια κυριαρχία. Αργότερα όμως ο ίδιος συνέδεσε τη θεωρία του αυτή και με την αξία του ελέγχου των θαλάσσιων – εμπορικών οδών με την έννοια ότι αποτελούν το μοναδικό τρόπο της Δύσης να αντιδράσει στην απειλή της Ρωσίας, απομονώνοντάς την από τη θάλασσα. Η άποψή του αυτή επηρέασε σημαντικά τη σύγχρονη γεωπολιτική και γεωστρατηγική σκέψη κυρίως της Δύσης.
Ο Αμερικανός Ν. Spykman κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διατηρώντας τις βασικές αρχές προσέγγισης του θέματος του Μακκίντερ, προσχώρησε ακόμα περισσότερο στην πρώτη θεωρία, τονίζοντας την αναπόδραστη ανάγκη της δύσης να χρησιμοποιήσει τις παράκτιες χώρες, οι οποίες κατ’ αυτόν αποτελούν τον «περιφερειακό δακτύλιο» για την απαγόρευση της καθόδου των Σοβιετικών προς Νότο .
Η σημασία των θεωριών αυτών και η συμβολή τους στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκέψης και στρατηγικής της Δύσης αποδεικνύεται διαχρονικά από τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές, τόσο των δυτικών κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου, όσο και σήμερα από την υπερδύναμη, αλλά και τις λοιπές δυνάμεις. Δεν μπορώ όμως να αποφύγω τον πειρασμό και να μην αναφέρω δυο λόγια για τη στρατηγική του Μ. Αλεξάνδρου σχετικά με την Ανατολική Μεσόγειο σε σχέση με τη στρατηγική της δύσεως για περίσχεση της Ρωσίας. Δηλαδή τον “περιφερειακό δακτύλιο” του Spykman. Eιδικότερα κατά την κρατούσα άποψη ο ελάχιστος στρατηγικός αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας του Μ. Αλέξανδρου ήταν η κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας, ενώ ο ευρύτερος η κατάκτηση και ο έλεγχος του συνόλου του τότε γνωστού κόσμου για τη δημιουργία ενός οικουμενικού κράτους, στο οποίο θα ενετάσσοντο όλοι οι κατακτημένοι λαοί, ως αυτόνομες παραγωγικές μονάδες, χωρίς να θιγούν η θρησκεία, ο πολιτισμός και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους . Η όλη επιχείρηση της εκστρατείας φαίνεται ότι κλιμακώθηκε χρονικά και γεωγραφικά σε περιόδους και ενδιάμεσους στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς όπως θα λέγαμε σήμερα με την ισχύουσα ορολογία.
Ο πρώτος από τους ενδιάμεσους κύριους στρατηγικούς σκοπούς είναι σαφές ότι ήταν η κυριαρχία επί της Ανατολικής Μεσογείου. Κύρια αιτία της ανάγκης ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου ήταν το γεγονός ότι από τις παράκτιες χώρες και τα λιμάνια τους ο «Μέγας Βασιλεύς» ο Δαρείος δηλαδή, αντλούσε το στόλο του (μέσα και προσωπικό). Με τον οποίο ήλεγχε πλήρως το θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, εξασφαλίζοντας έτσι πλήρη έλεγχο επί των διακινουμένων προϊόντων (υλικών και εφοδίων) από και προς το εσωτερικό της χώρας του .
Συνακόλουθος του προαναφερθέντος λόγου, αλλά εξ’ ίσου σημαντικός, υπήρξε η απειλή που ο στόλος αυτός διαμόρφωνε για την ύπαρξη και συνέχεια της ίδιας της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου. Ειδικότερα η κυριαρχία, του Περσικού στόλου στη Μεσόγειο συνιστούσε απειλή υπό την έννοια της διαρκούς παρενοχλήσεως των κατακτουμένων περιοχών, των συγκοινωνιών του, αλλά και απειλή κατά των νώτων του Μ. Αλεξάνδρου με τη δυνατότητα που παρείχε στους Πέρσες να αποβιβάσουν εκστρατευτικό σώμα στη νότια Ελλάδα και να επιτύχουν έτσι τη διάρρηξη του χαλαρού δεσμού συμμαχίας των πόλεων – κρατών της λοιπής Ελλάδας με απρόβλεπτες, ίσως καταστρεπτικές, συνέπειες για την τύχη της εκστρατείας, αλλά και την ίδια την Μακεδονία.
Είναι γνωστό ότι η κυρία δύναμη ισχύος του Μ. Αλεξάνδρου ήταν ο στρατός ξηράς. Το υπάρχον ναυτικό είχε συγκροτηθεί εκ των περιστάσεων και με τα 150 πλοία του μόλις επαρκούσε, για να καλύψει τις άμεσες ανάγκες της εκστρατείας. Με βάση το δεδομένο αυτό οι στρατηγικοί σκοποί της εκστρατείας έπρεπε να επιτευχθούν από το στρατό ξηράς. Έτσι και ο στόχος της κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο για την εξουδετέρωση του ισχυρού Περσικού στόλου και την περίσχεση θα λέγαμε με σημερινή ορολογία της Περσικής Αυτοκρατορίας έπρεπε να επιτευχθεί με τη χρησιμοποίηση του στρατού ξηράς. Πως θα επετυγχάνετο κάτι τέτοιο; Με το να καταλάβει με ενέργειες από την ξηρά , τις ναυτικές βάσεις και τις πόλεις που διέθεταν το στόλο στην Περσική Αυτοκρατορία19. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα αποστερούσε το στόλο από τις βάσεις του, ενώ υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να προσχωρήσουν στον Μ. Αλέξανδρο οι στόλοι των καταλαμβανομένων χωρών μεταξύ των οποίων ήταν και οι Ιωνικές αποικίες της Μ. Ασίας. Συγχρόνως θα απέκοπτε τις γραμμές ανεφοδιασμού της Περσικής Αυτοκρατορίας , ενώ ο ίδιος θα ενίσχυε το πλέγμα βάσεων, ναυτικών και χερσαίων και σταδιακά θα κυριαρχούσε στην Ανατολική Μεσόγειο, εφ’ όσον θα ήλεγχε τις παράκτιες χώρες – λιμάνια – βάσεις. Μετά την επίτευξη του ενδιαμέσου αυτού στόχου ο Μ. Αλέξανδρος θα ηδύνατο από θέσεως αυξανομένης ισχύος να εισβάλει στο εσωτερικό της Περσικής Αυτοκρατορίας να συναντήσει το στρατό της, να τον καταστρέψει και τελικά να επιβάλει την πολιτική του θέληση στον αντίπαλό του, δηλαδή την παράδοσή του σε αυτόν.
Βεβαίως δεν μπορούμε να φαντασθούμε ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν θα μεριμνούσε για την ασφάλεια των πλευρών και των νώτων του. Έτσι μετά από κάθε επιτυχία του σε παράλιες περιοχές όπου υπήρχαν λιμάνια κι ναυτικές βάσεις επιχειρούσε διείσδυση στο εσωτερικό σε μεσόγειες περιοχές για κάλυψη και σταθεροποίηση της θέσεώς του, πριν επιχειρήσει νέα προσβολή σε παράλιες περιοχές. Οι κινήσεις αυτές αποτυπώνονται καθαρά στο ίχνος των αξόνων προελάσεως του. Το ίχνος αυτό σχηματίζει ένα «Ζιγκ ζαγκ». Με τις κορυφές της τεθλασμένης αυτής γραμμής να ευρίσκονται εναλλάξ στα παράλια και στα μεσόγεια. Το συμπέρασμα από αυτή την παρένθεση είναι ότι η στρατηγική αυτή ιδιοφυϊα ο Μέγας Αλέξανδρος εφήρμοσε τις σύγχρονες θεωρίες της γεωπολιτικής πολλούς αιώνες πριν εμφανισθούν.
Και μετά την παρένθεση αυτή ας συνεχίσουμε με τη γεωπολιτική. Η Γεωπολιτική έχει δύο συνιστώσες τη Γεωστρατηγική και τη Γεωοικονομία.
Η γεωστρατηγική, η οποία αποτελεί το ένα από τα δύο σκέλη της γεωπολιτικής είναι συνδεδεμένη άμεσα με τη γεωοικονομία και «συσχετίζει τους γεωπολιτικούς παράγοντες με τη στρατιωτική ισχύ και τους πολιτικούς στόχους».
Οι κύριοι παράγοντες που προσδιορίζουν τη γεωστρατηγική αξία μιας χώρας είναι η γεωγραφική θέση της, τα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα, οι Ένοπλοι Δυνάμεις της και η διεθνής της θέση.
Μετά αυτά το ολίγα θεωρητικά και πριν δούμε πως διαμορφώνονται οι προαναφερθέντες παράγοντες για την Ελλάδα και την Κύπρο, θα εξετάσουμε την Ανατολική Μεσόγειο, που αποτελεί καθοριστικό επιχειρησιακό περιβάλλον και για τις δύο υπό εξέταση χώρες.

Ανατολική Μεσόγειος

Η Ανατολική Μεσόγειος είναι το τμήμα εκείνο της Μεσογείου που κατά κοινή παραδοχή αποτελεί το σημαντικότερο από οικονομικής, γεωπολιτικής και στρατηγικής απόψεως. Πρόκειται για το τμήμα εκείνο που εκτείνεται ανατολικά του υποθαλάσσιου αναβαθμού που ενώνει τη Σικελία με την Τύνιδα (ακρωτήριο Boeo ή Λιλύβαια άκρα κατά τους αρχαίους – Ακρωτήριο Bonn της Τυνησίας). Το εύρος του δυτικού αυτού ορίου δεν υπερβαίνει τα 72 ν.μ. και στην επιφάνεια σχηματίζει τον Πορθμό της Σικελίας (χάρτης 1 ). Το μέγιστο μήκος κατά την έννοια Ανατολή - Δύση (ακρωτήριο Bonn – κόλπος Αλεξανδρέττας) είναι 1080 ν.μ., ενώ το μέγιστο πλάτος κατά την έννοια Βορράς – Νότος (μυχός Αδριατικής – κόλπος Μεγάλης Σύρτεως) είναι περίπου 920 ν.μ. Κατά άλλους η Μεσόγειος διαχωρίζεται σε τρία επιμέρους τμήματα (Δυτική, Κεντρική, Ανατολική) με ανάλογη μετατόπιση του δυτικού ορίου της Ανατολικής, το οποίον είναι η ελληνική χερσόνησος – Κρήτη- Ντέρνα (Κυρηναϊκής). Η διαφοροποίηση αυτή έχει μικρή επίπτωση στην ανάλυσή μας. Για να ολοκληρωθεί η γεωγραφική εικόνα της Ανατολικής Μεσογείου, θεωρείται αναγκαία η επισήμανση ορισμένων ιδιαίτερων γεωγραφικών χαρακτηριστικών της, η ύπαρξη των οποίων ισχυροποιεί τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική της θέση.

Συγκεκριμένα αναφερόμεθα στα εξής :

• Στις δύο θαλάσσιες πύλες της Ανατολικής Μεσογείου μέσω των οποίων επικοινωνεί με άλλες θάλασσες και δι’ αυτών με σημαντικούς (οικονομικά και στρατηγικά) χώρους ή τους εξασφαλίζει έξοδο σε αυτή. Πρόκειται για τα στενά των Δαρδανελίων διά των οποίων η Μεσόγειος δια του Αιγαίου, επικοινωνεί με τον Εύξεινο Πόντο και τις παρευξείνειες χώρες, ενώ γι’ αυτές εξασφαλίζεται η έξοδος στις ανοικτές (θερμές) θάλασσες. Επίσης, για τη διώρυγα του Σουέζ, διά της οποίας η Μεσόγειος επικοινωνεί με την Ερυθρά Θάλασσα, Περσικό Κόλπο και Ινδικό Ωκεανό, αποτελούσα έτσι την οδό επικοινωνίας και ανεφοδιασμού της Ευρώπης και όχι μόνο, με τα πετρέλαια της περιοχής του Περσικού Κόλπου και το εμπόριο Ασίας και Ανατολικής Αφρικής. Επίσης μέσω Δυτικής Μεσογείου δια του Γιβλαρτάρ με τον Ατλαντικό Ωκεανό. Έτσι διαμορφώνονται οι δύο κύριοι στρατηγικοί άξονες: Ατλαντικός-Μεσόγειος-Ερυθρά Θάλασσα-Ινδικός και Μαύρη Θάλασσα-Αιγαίο-Μεσόγειος-Ινδικός.
• Στις δύο χερσονήσους, τη Βαλκανική και Ιταλική, οι οποίες εισχωρώντας βαθιά εντός του θαλάσσιου χώρου, διευκολύνουν την πρόσβαση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στη Μεσόγειο και Βόρειο Αφρική. Αντίστροφα, φέρουν σε ταχύτερη επαφή τις χώρες της Βόρειας Αφρικής με την Ευρώπη. Επί πλέον οι δύο αυτές χερσόνησοι διαχωρίζουν την Ανατολική Μεσόγειο σε επί μέρους θαλάσσιους χώρους (Αδριατική, Ιόνιο, Αιγαίο), διαχωρισμός που διαφοροποιεί επιχειρησιακά την Ανατολική Μεσόγειο από τη λοιπή, η οποία θεωρείται ως ανοικτή θάλασσα.
• Στην ύπαρξη των τριών μεγάλων νησιών Κύπρου, Κρήτης και Μάλτας στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ ευρωπαϊκών και αφρικανικών ακτών, που διευκολύνει, αλλά και επηρεάζει σημαντικά τις γραμμές συγκοινωνιών της Μεσογείου, καθώς και την ασφάλειά τους.
Η γεωπολιτική και γεωστρατηγική εικόνα της Ανατολικής Μεσογείου ολοκληρώνεται, εάν επισημανθεί η εγγύτητά της προς τη Μέση Ανατολή, με την οποία πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι αποτελεί ενιαίο στρατηγικό χώρο, τουλάχιστον η ανατολική της λεκάνη, αλλά και η εγγύτητα με την πετρελαιοπαραγωγική περιοχή των χωρών του Περσικού Κόλπου, η ανοικτή επικοινωνία με την οποία είναι ζωτικής σημασίας παράγων για τις οικονομίες Ευρώπης και Αμερικής. Επίσης από το γεγονός ότι, μετά τις δραματικές εξελίξεις των αρχών της δεκαετίας 90 και επέκεινα, το ανατολικό όριο του Δυτικού Κόσμου(ΕΕ-ΝΑΤΟ και όχι μόνο) μεταφέρθηκε ανατολικότερα στη Γραμμή Ουράλια όρη – Ουράλης ποταμός – Καύκασος, Ευφράτης π. – Ανατολική Μεσόγειος – Κύπρος, ενώ το βλέμμα των δυτικών έχει αρχίσει να αλλοιθωρίζει\ στρέφεται και προς τη βόρειο Αφρική\αφρικανική ήπειρο

Γεωστρατηγική αξία της Ελλάδος

Ας εξετάσουμε τώρα εάν η Ελλάδα διαθέτει τους γεωστρατηγικούς παράγοντες, που προαναφέραμε, δηλαδή ποια η γεωγραφική θέση της, τα πολιτικοκοινωνικά της δεδομένα, οι Ένοπλοι Δυνάμεις της και η διεθνής της θέση.
Εκ προοιμίου μπορούμε άφοβα να ισχυρισθούμε ότι Ελλάδα διαθέτει τους Γεωστρατηγικούς αυτούς παράγοντες που απαιτούνται για να είναι στην περιοχή της γεωστρατηγικός δρών πρώτου μεγέθους. Συγκεκριμένα έχει εθνική και θρησκευτική ομοιογένεια, πολιτική σταθερότητα, ισχυρό κοινωνικό ιστό και κοινωνική συνοχή. Έχει ισχυρή οικονομία, η οποία στην παρούσα περίοδο, όπως όλη η ανθρωπότητα άλλωστε, βρίσκεται, στη δίνη μιας βαθειάς οικονομικής κρίσεως. Επίσης συμμετέχει δυναμικά σχεδόν σε όλα τα δίκτυα οικονομίας και ενεργείας. Έχει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις ικανές να αποτρέψουν κάθε επιβουλέα, αλλά και να υπερασπίσουν εάν χρειασθεί, τον εναέριο, θαλάσσιο και χερσαίο χώρο της αφ’ ενός και αφ’ ετέρου έτοιμες, σε κάθε στιγμή, να εκπληρώσουν τις συμμαχικές υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τη συμμετοχή της ΝΑΤΟ, την ΕΕ και λοιπούς οργανισμούς όπως: συμμετοχή σε αποστολές ανθρωπιστικής βοηθείας, διατηρήσεως ή και επιβολής της ειρήνης σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία και σε αποστολές. Ομοίως συμμετέχει ενεργά σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, ο ΟΑΣΕ, ο ΟΗΕ, η Παρευξείνεια Ένωση κ.α., κάτι που ισχυροποιεί σημαντικά τη διεθνή θέση της και επαυξάνει σημαντικά τη γεωστρατηγική αξία της χώρας μας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η χώρα μας μέχρι πρόσφατα ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα που συμμετείχε στο σύνολο των οργανισμών αυτών, κυρίως ΝΑΤΟ και ΕΕ, σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και ταράσσεται από ενδο-εξωγενείς διενέξεις, όλα δε οι βαλκανικές χώρες είχαν και εξακολουθούν να έχουν ως κύριο στρατηγικό στόχο να ενταχθούν στο ευρωατλαντικό και ευρωπαϊκό Status.. Για το θέμα αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πολύ περισσότερα, αλλά ο χρόνος δεν το επιτρέπει. Ίσως κατά την περίοδο των ερωτήσεων μας δοθεί η ευκαιρεία.
Τέλος από γεωγραφικής απόψεως ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στο κέντρο σημαντικών θαλασσίων οδών. Είναι εκείνος που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο δια του Αιγαίου και νοτιότερα δια της Κρήτης, με τον κυριότερο μεσογειακό άξονα, Γιβραλτάρ – Σουέζ. Δυτικά η Κέρκυρα επιτρέπει τον έλεγχο της διόδου Αδριατικής - Ιονίου Πελάγους. Ο συνεχής αυξανόμενος ρόλος της Αεροπορίας έχει ενισχύσει τη γεωστρατηγική του Ελληνικού εδάφους, διότι η κεντρική του θέση στη Νότια Βαλκανική απέναντι από την Εγγύς Ανατολή και η προβολή του προς Νότο, χάρις στην Κρήτη, προσφέρουν πολύτιμα πλεονεκτήματα στην πολιτική και πολεμική αεροπορία.
Ο λιμένας της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στην κατάληξη του σημαντικότερου χερσαίου άξονα των Βαλκανίων, Μοράβας - Αξιός και στο σημείο συναντήσεώς του με εκείνο που ενώνει την Αδριατική με το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η Εγνατία οδός και οι κάθετοι συνδετήριοι άξονες αυτής επαυξάνει σημαντικά την αξία του λιμένος της Θεσσαλονίκης
Ο ρόλος του θαλασσίου διαύλου Δαρδανελίων – Αιγαίου είναι θεμελιώδης στην περίπτωση αυτή. Αν απολεσθούν τα Δαρδανέλια, η γεωστρατηγική αξία του Αιγαίου καθίσταται σημαντική. Το Αιγαίο με τις τρεις Γραμμές αμύνης που χαράζουν τα Νησιά :
Άνδρος – Μύκονος – Ικαρία – Σάμος
Μήλος – Θήρα- Αστυπάλαια- Κως και
Κρήτη – Κάσος – Κάρπαθος – Ρόδος, απαγορεύουν την έξοδο στόλου προς τη Μεσόγειο, αποτελεί σημαντικό γεωστρατηγικό παράγοντα. Πέραν των ανωτέρω πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα για τον θαλάσσιο περίγυρο της Ελλάδος:
Η Ελλάδα είναι μία διεθνής Ναυτική δύναμη. Οφείλει την ύπαρξη και επιβίωσή της στη θάλασσα, ως εκ τούτου πρέπει να ενισχύσει στο έπακρο την εμπορική και στρατιωτική της ισχύ στο υγρό στοιχείο, ώστε να διατηρήσει την ουσιαστική στρατηγική αξία της αναφορικά με τις γεωπολιτικές βλέψεις στην Ευρασία. Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει σε αυτή τη γεωπολιτική προσέγγιση η διαχείριση των ζητημάτων του Αιγαίου από Ελληνικής πλευράς. Μία σθεναρή ελληνική παρουσία στον αιγιακό χώρο αποτελεί σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, το οποίο δεν πρέπει «επ΄ουδενί τρόπω» να απωλεσθεί ή περιορισθεί.
Εν κατακλείδι η γεωγραφία προσφέρει στην Ελλάδα ποικιλία δυνατοτήτων βαλκανικών, ευρωπαϊκών, ασιατικών και συμβάλλει στην όλη γεωστρατηγική αξία της.
Η σπουδαία γεωστρατηγική αξία της Ελλάδος έχει επιβεβαιωθεί από την υπόδειξη του ίδιου του H.J. Mac kinder, ότι η κατάκτηση της Ελλάδος από μία ισχυρή χερσαία δύναμη θα δώσει στη δύναμη αυτή τη δυνατότητα του ελέγχου όλης της «Παγκόσμιας Νήσου»

Γεωστρατηγική αξία της Κύπρου

Η Κύπρος από τον 7ο πΧ αιώνα βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των εκάστοτε ισχυρών και απετέλεσε το μήλον της Έριδος των εκάστοτε μεγάλων, ναυτικών κυρίως, δυνάμεων, όπως οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσες, ο Αλέξανδρος και οι επίγονοί του, οι Ρωμαίοι. Ακολουθούν οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Σταυροφόροι, οι Ενετοί, οι Οθωμανοί για να καταλήξει το 1878 στους κοσμοκράτορες και θαλασσοκράτορες της εποχής εκείνης, Άγγλους.

Σε τι όμως οφείλεται η σημαντική γεωστρατηγική αξία της Κύπρου στη διαδρομή της ιστορίας;
Στο ότι η Κύπρος διαθέτει σε σημαντικό βαθμό τους γεωστρατηγικούς παράγοντες που προαναφέραμε. Συγκεκριμένα διαθέτει μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρωζώνης, έχει επαρκείς Ένοπλες Δυνάμεις, τηρουμένων των αναλογιών, και βρίσκεται σε πλεονεκτική\δεσπόζουσα γεωγραφική θέση για την οποία θα μιλήσουμε σε λίγο. Βεβαίως δεν παρουσιάζει εθνολογική ενότητα, ενώ παρουσιάζει και δύο σημαντικά μειονεκτήματα. Το πολιτικό πρόβλημα και την κατοχή μεγάλου μέρους του εδάφους της από την Τουρκία, ενώ η εθνική της κυριαρχία, έχει παραβιασθεί εκτός από την Τουρκική κατοχή και από την ύπαρξη των βρετανικών βάσεων, με το ιδιόρρυθμο κυριαρχικό καθεστώς που τις διέπει. Κύριο όμως μειονέκτημα είναι το πολιτικό της πρόβλημα, που επηρεάζει αρνητικά τη γεωστρατηγική της αξία.
Η διεθνής της θέση με τη συμμετοχή σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς, στην ΕΕ κυρίως, είναι σημαντική, υστερεί όμως λόγω της μη συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ. Το γιατί και πως είναι μεγάλη ιστορία. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ είναι ένα απαγορευμένο Ταμπού για την πολιτική ηγεσία και για μεγάλο τμήμα του κυπριακού λαού. Αυτό διότι το ΝΑΤΟ έχει συνδεθεί με το πραξικόπημα του 1974 και την Τουρκική εισβολή. Η μη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ είναι όπως είπαμε μειονέκτημα αυτό καθ΄εαυτό, έχει όμως αρνητικές επιπτώσεις και στην αξία που προσδίδει η συμμετοχή της νήσου στην ΕΕ. Αυτό διότι σε ότι αφορά στις σχέσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Κοπεγχάγης του 2002, του Δεκεμβρίου 2002(στρατηγική συνεργασία ΕΕ\ΝΑΤΟ) και Μαρτίου 2003(ασφάλεια πληροφοριών ΕΕ\ΝΑΤΟ) στις Βρυξέλες, η όποια συμμετοχή της Κύπρου στην ΚΕΠΠΑ είναι κολοβωμένη.

Ως προς τη γεωγραφική της θέση αυτή θεωρείται δεσπόζουσα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, στο σημείο επαφής τριών ηπείρων(Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής), πλησίον των δύο μεγάλων θαλασσίων αρτηριών, που προαναφέρθηκαν: Ατλαντικός-Μεσόγειος-Ερυθρά Θάλασσα-Ινδικός και Μαύρη Θάλασσα-Αιγαίο-Μεσόγειος-Ινδικός. Αλλά και στη γεωφυσική της μορφή, τα λιμάνια, τα αεροδρόμιά της και την έν γένει υποδομή της, όπως και την εγγύτητά της με περιοχές μεγάλης στρατηγικής σημασίας.

Η σπουδαία γεωστρατηγική αξία της Κύπρου προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία στο σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον ασφαλείας. Συγκεκριμένα όπως είπαμε οι στρατηγικοί ΑΝΣΚ της Υπερδυνάμεως, της ΕΕ και γενικότερα της Δύσεως και όχι μόνο τείνουν\κατευθύνονται προς τις περιοχές του Καυκάσου, του Περσικού Κόλπου και της Αφρικής, μετακινώντας ανατολικότερα προς τη Heart Land του Μακ Κίντερ το όριο των ζωτικών συμφερόντων της Δύσεως. Ειδικότερα το ΝΑΤΟ και η ΕΕ επεκτείνονται προς ανατολάς, ενώ όλοι συζητούν και αναλύουν τρόπους επεκτάσεως του ΝΑΤΟ, αλλά και άλλων Οργανισμών προς τη Βόριο Αφρική. Απόδειξη αυτού είναι η πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ να συγκροτήσει ειδική ναυτική δύναμη για περιπολίες σε αφρικανικές θάλασσες, για προστασία των ναυτικών οδών από την πειρατεία. Μήπως η πειρατεία είναι η αφορμή για να τονισθεί ο ρόλος και η απόφαση προάσπισης στρατηγικών συμφερόντων της υπερδυνάμεως στην Αφρική; Από την άλλη πλευρά ο Γάλλος Πρόεδρος μιλά για την ανάγκη στενότερης συνεργασίας των Μεσογειακών χωρών άρα και των βορειοαφρικανικών κ.α. Επομένως το σύγχρονο γεωπολιτικοστρατηγικό περιβάλλον ευνοεί και εξαρτάται από τη δεσπόζουσα αυτή θέση της Κύπρου. Επίσης η Κύπρος βρίσκεται και μπορεί υπό προϋποθέσεις να ελέγξει το κρίσιμο εκείνο σημείο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου όπου καταλήγουν οι πετρελαιαγωγοί της Μοσούλης και του Κιρκούκ μέσω Γιουμουρταλίκ, Τσεϊχάν και τελικά του λιμένος της Αλεξανδρέττας στη Μεσόγειο. Επίσης τις εμπορευματικές διαδρομές μεταφοράς των πετρελαίων του Περσικού Κόλπου τα οποία κατευθύνονται προς τις αγορές της Δύσεως στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω διώρυγος του Σουέζ. Συγχρόνως και με βάση τη σημαντική αξία των αεροπορικών επιχειρήσεων στην εποχή μας ο εναέριος Χώρος ο ευρισκόμενος μεταξύ της απολήξεως του Ακρωτηρίου Άγιος Ανδρέας και της Λαοδικείας (Συρία) πλάτους 100 χλμ μπορεί να ελεγχθεί απολύτως από αεροπορικές δυνάμεις με έδρα τη μεγάλη νήσο. Πολλοί θεωρούν την Κύπρο ως ένα απέραντο σταθερό αεροπλανοφόρο.
Επίσης η ζώνη μεταξύ 35ου και 36ου παραλλήλων, η οποία περιέχει στο Ανατολικό της άκρο την Κύπρο ,σε συνδυασμό και με τη Κρήτη αποτελεί ιδιαζόντως σημαντικό σύνολο γεωστρατηγικών ερεισμάτων για τις θαλάσσιες δυνάμεις, οι οποίες την ανατολική Μεσόγειο, κατά συνέπεια και τη βόρειο Αφρική.
Όποιος λοιπόν ελέγχει τη Κύπρο, το σταθερό αυτό απέραντο αεροπλανοφόρο, κυριαρχεί\ δεσπόζει της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και του ευρύτερου στρατηγικού χώρου που συνδέει τις τρεις ηπείρους και εξασφαλίζει τον έλεγχο και την κάλυψη της κεντρικής Μεσογείου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εάν επιθυμούσαμε εν είδει συμπερασμάτων να κλείσουμε τη σημερινή μας εισήγηση θα τονίζαμε τα ακόλουθα:
Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδος και της Κύπρου είναι σημαντική, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις και αποδεικνύεται ιστορικά, αλλά και από τη σημερινή πραγματικότητα. Να μη μας διαφεύγει ο σημαντικός ρόλος των δύο χωρών στις τελευταίες κρίσεις της Μέσης Ανατολής, του 2006 και την πρόσφατη.
Είναι αναγκαία η διατήρηση σε λίαν υψηλό επίπεδο όλων των παραγόντων ισχύος των χωρών που συμβάλλουν στην γεωστρατηγική, ιδιαίτερα της μαχητικότητος των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και της Κύπρου, με ότι αυτό σημαίνει από απόψεως εκπαιδεύσεως εξοπλισμών, ηθικού του προσωπικού κ.α..
Είναι απολύτως αναγκαία η σθεναρή ελληνική παρουσία στον αιγιακό χώρο, διότι αυτό αποτελεί σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, το οποίο δεν πρέπει να απωλεσθεί ή περιορισθεί.
Είναι απολύτως αναγκαία η συμμετοχή της Κύπρου σε όλες τις δομές και οργανισμούς της δύσεως, όπως ο συνεταιρισμός για την ειρήνη, σε πρώτη φάση και στο ΝΑΤΟ αργότερα.
πηγή http://www.seetha.gr/
Συνεχίζεται...

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΡΩΣΙΑΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗ ΕΦΡΑΙΜ

Προφυλάκιση Εφραίμ: Η αιχμή της σύγκρουσης Αμερικής-Ρωσίας



Στην «αιχμή» της μετάβασης στο νέο κατοχικό μας χρόνο (ημέρες Χριστουγέννων) σκηνοθετήθηκε ένας νέος κρίκος στην σκευωρία του Βατοπεδίου, δηλαδή στη κλιμάκωση των παρακρατικών σκευωριών γύρω από το «σκάνδαλο», με την προφυλάκιση του γέροντα Εφραίμ.

Είναι να απορεί κανείς ότι κάποιοι που θέλουν να το παίξουν «ουδέτεροι» και «αμερόληπτοι», χάνουν για άλλη μια φορά το δάσος πίσω από το δέντρο: Δεν διακρίνουν την καραμπινάτη και αυθάδη σκευωρία των πολύχρωμων ανδρεικέλων, των παρακρατικών μηχανισμών και μυστικών υπηρεσιών και μιλάνε για τις «ενοχές» του Εφραίμ!!!

Ταυτίζουν δηλαδή τα πρωτεύοντα (την παρακρατική σκευωρία και τη δικτατορική ασυδοσία του πολιτικού παρακράτους) με τα δευτερεύοντα στοιχεία της υπόθεσης: Τις τυχόν ευθύνες του μοναχού και τις «ανορθόδοξες» πράξεις του…

Σημείωση: Η «αμεροληψία», η «αντικειμενικότητα» και η «ουδετερότητα» είναι δόλιοι μύθοι του καθεστώτος. Αποτελούν τα ύπουλα τεχνάσματα των «ίσων αποστάσεων». Αποτελούν συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις που εξωραΐζουν, συγκαλύπτουν και δικαιολογούν τα εγκλήματα της εξουσίας και τις καθεστωτικές σκευωρίες.

Τέτοιες «αμεροληψίες» ΜΕΡΟΛΗΠΤΟΥΝ δολίως υπέρ του κατοχικού καθεστώτος των ανδρεικέλων και των αφεντικών τους.


Το χειρότερο για όλους αυτούς τους δήθεν «αμερόληπτους» και τους δήθεν «υπερασπιστές της Ορθοδοξίας» είναι τούτο: Εστιάζοντας στα επιμέρους και τριτεύοντα στοιχεία του «σκανδάλου» («αμαρτίες» του Εφραίμ), ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ πλήρως με όλη την αφηνιασμένη προπαγάνδα των ανδρεικέλων της διεθνούς τοκογλυφικής χούντας και των προπαγανδιστικών της στρατηγικών.

Μια προπαγάνδα που έχει βγάλει τελεσίδικη δικαστική καταδίκη του γέροντα (καταδίκη δίχως να έχει ΑΠΟΔΕΙΧΤΕΙ δικαστικά ακόμα ΤΙΠΟΤΑ) και το χειρότερο: Μια προπαγάνδα που έχει σαν ΒΑΣΙΚΟ στόχο τη γελοιοποίηση, τον χλευασμό και την κατασυκοφάντηση του ράσου και της Ορθοδοξίας…

Μόνο και στο ελάχιστο να παρακολουθήσει κανείς τα μεγάλα λαρύγγια της νεοταξικής προπαγάνδας και των καθεστωτικών σκευωριών (Mega- Αντέννα- και CIA), θα διαπιστώσει άμεσα, τα στρατηγικά και τακτικά πολιτικά παιχνίδια που παίζονται με την ανακύκλωση της βατοπεδιανής σκευωρίας και την προφυλάκιση του Εφραίμ: Τέτοια αφηνιασμένη γελοιοποίηση του ράσου και τόσος υστερικός χλευασμός και κακουργηματική επίθεση εναντίον της Ορθοδοξίας και των συμβόλων της δεν έχει ξαναγίνει…

Θα μπορούσαν αλήθεια να λιθοβολήσουν με τέτοιο υστερικό μένος το Κοράνιο;


Και η όψιμη επιστράτευση του «λαγού» Καρατζαφέρη και των «μαϊμούδων» του υπέρ του Εφραίμ εντάσσεται μέσα στη σκηνοθετημένη σκευωρία «μαγαρίσματος» της Ορθοδοξίας.


Ο Καρατζαφέρης χρησιμοποιείται συνειδητά από τους «νταβάδες» του, για να δώσει το τεκμήριο και το άλλοθι, έτσι ώστε να στιγματίζεται σαν «ακροδεξιά» κάθε στήριξη του ράσου και της Ορθοδοξίας…

Αυτός ο κυνικός τσαρλατάνος της πολιτικής αποσύνθεσης, που αποκαλούσε το Βατοπέδιο «Βαλτοπέδιο» και τους Εφραίμ και Αρσένιο «εταιρεία δολοφόνων», που κερδοσκόπησε εκλογικά πάνω στο «σκάνδαλο» εναντίον της ΝΔ, έρχεται σήμερα να «γλείψει εκεί που έφτυνε».

Οι στόχοι προφανείς και διατεταγμένοι:
Να «μαγαρίσει» τις λαϊκές κινητοποιήσεις υπέρ του Εφραίμ και παράλληλα να «ψαρέψει» ψήφους και να συμψηφίσει έτσι ένα μέρος της «χασούρας» από τη συμμετοχή του στην τρικομματική χούντα…

Αύριο για να τον σώσουν τα αφεντικά του θα του δώσουν την εντολή να φύγει από τη συγκυβέρνηση…


Η σκανδαλιστική σκευωρία γύρω από το Βατοπέδιο και τον Εφραίμ έχει πολυεδρικές διαστάσεις και στόχους.

Από την πρώτη στιγμή αναλύσαμε διεξοδικά αυτήν τη σκευωρία.

Διαβάστε πολλά κείμενα τα οποία περιέχονται εδώ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=6169

Μια σημαντική διάσταση, ωστόσο, αυτών των βρώμικων πολιτικών παιχνιδιών δεν την αναδείξαμε ικανοποιητικά: Τη διάσταση της σύγκρουσης Αμερικής και Ρωσίας.
Η προφυλάκιση του Εφραίμ που πραγματοποιήθηκε στην «αιχμή» του παλιού με το νέο χρόνο, προβάλλει και την ΑΙΧΜΗ της σύγκρουσης του πλανητικού ιμπεριαλισμού με τη Ρωσία.

Ένα απόσπασμα από άρθρο που γράψαμε το Νοέμβριο του 2008 είναι αρκούντως διαφωτιστικό:

«Αν θέλουμε να βλέπουμε το ΔΑΣΟΣ και όχι μόνο το ΔΕΝΤΡΟ, ας θυμόμαστε κάθε μέρα και κάθε ώρα, αυτό το ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ και ΠΟΛΥΣΗΜΑΝΤΟ κείμενο:




«ΠΡΟΣΟΧΗ
Το παιχνίδι είναι μεγάλο και η χώρα μας μικρή. Η βιασύνη του Πούτιν και οι αντιδράσεις των Αμερικανών, δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει εμπλακεί σε μια σκληρή αναμέτρηση.

Αυτονόητο είναι ότι χρειάζονται προσεκτικές αποφάσεις και ευέλικτες κινήσεις.

Η Ελλάδα πρέπει να βγει κερδισμένη και να μη γίνει στόχος εκδικητικής μανίας.

Διότι όλοι γνωρίζουμε πλέον πώς αντιδρούν οι μεγάλες δυνάμεις…


Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»-29.6.07

Πρώτη σελίδα, κάτω δεξιά»

Ολόκληρο το άρθρο βρίσκεται ΕΔΩ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=4968

Η νέα σκευωρία με την προφυλάκιση του γέροντα Εφραίμ αρχίζει να υφαίνεται μετά το ταξίδι του στη Ρωσία και τις επαφές του με τον Πούτιν.

Και μόνο αυτό αποκαλύπτει περίτρανα και τελεσίδικα τη σκευωρία της προφυλάκισης και τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται από τους μηχανισμούς της Νέας Τάξης…

Η Ρωσία βρίσκεται σταθερά και συστηματικά στο στόχαστρο του πλανητικού ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα της αμερικάνικης αυτοκρατορίας.

Και μόνο αυτό αποδεικνύει ότι η Ρωσία δεν έχει ΑΚΟΜΑ ενσωματωθεί στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό κύκλωμα.

Το να εξισώνει κανείς σήμερα το πλανητικό ιμπεριαλιστικό τέρας της Αμερικής και της ΕΕ με τη Ρωσία διαπράττει μέγα πολιτικό λάθος, το λάθος της δολιότητας των «ίσων αποστάσεων», το οποίο ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ μεροληπτεί και ΣΤΗΡΙΖΕΙ τη Νέα Τάξη.

Η ηγεσία του ΚΚΕ διαπράττει αυτό το ολέθριο λάθος…

Η Ρωσία, μέσα στον κλοιό της αφόρητης ασφυξίας που έχει επιβάλλει η Νέα Τάξη και ιδιαίτερα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ΑΝΑΖΗΤΕΙ μονοπάτια διεξόδου και απελευθέρωσης από το νεοταξικό κλοιό στη νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.

Η Ελλάδα αποτελεί προνομιακό χώρο για τη Ρωσία για πολλούς λόγους που δεν μπορεί να αναλυθούν εδώ.

Τα μεγάλα, ωστόσο, αφεντικά του προτεκτοράτου-Ελλάς, δια πυρός και σιδήρου, ανακόπτουν κάθε απόπειρα, έστω και ελάχιστη, σύνδεσης και συνεργασίας της Ελλάδας με τη Ρωσία.


Το πώς εξόντωσαν και λιθοβόλησαν τον Κώστα Καραμανλή το αποδεικνύει.




Αποκαλυπτικότατη είναι και η «προειδοποίηση» του Συγκροτήματος που παραθέσαμε…

Ένα από τα ισχυρά «ατού» της Ρωσίας είναι η Ορθοδοξία…

Επιχειρεί έτσι να δημιουργήσει «αγωγούς» με βάση το κοινό Ορθόδοξο φρόνημα των λαών Ελλάδας και Ρωσίας.


Οι δεσμοί με το Άγιο Όρος, το Βατοπέδιο και τον Εφραίμ εντάσσονται μέσα σε αυτή τη στρατηγική της ρώσικης πολιτικής. Το ίδιο και το ταξίδι του Εφραίμ στη Ρωσία…

Η Νέα Τάξη, όμως, δεν θέλει κανένα ΔΕΣΜΟ μεταξύ των Ορθόδοξων λαών, καμία συνεργασία με τη Ρωσία που στοχεύει να την καταλύσει…


Ο Γέροντας Εφραίμ τιμωρήθηκε γιʼ αυτό του το «ατόπημα», όπως και ο Καραμανλής…

Η προφυλάκιση του Εφραίμ αποτελεί την πολιτική αιχμή της σύγκρουσης Αμερικής-Ρωσίας.


Ακριβέστερα: Αποτυπώνει τη δικτατορική αυθάδεια και τη λύσσα του πλανητικού ιμπεριαλισμού εναντίον κάθε επαφής της Ελλάδας με τη Ρωσία.
Τε κυβερνητικά ανδρείκελα και το ελληνικό παρακράτος ΕΚΤΕΛΟΥΝ αυτές τις εντολές των αφεντικών τους με υπερβάλλοντα ζήλο και υστερικό φθόνο εναντίον της Ορθοδοξίας…

ΟΥΤΕ αυτά τα χαρακτηριστικά του παγκόσμιου πολέμου που έχουν κηρύξει οι δήμιοι του κόσμου εναντίον των εθνών, των λαών και των Ορθόδοξων ιστών, δεν μπορούν να διακρίνουν οι δήθεν «αμερόληπτοι». Αυτοί βλέπουν τα «ελαττώματα» του Εφραίμ την ώρα που η Νέα Τάξη πάει να μας κατασπαράξει ΟΛΟΣΧΕΡΩΣ…

Εάν δεν είναι «εγκάθετοι» και «όργανα» της νεοταξικής προπαγάνδας είναι βλάκες αθεράπευτοι και θλιβεροί…

http://www.resaltomag.gr/

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΡΩΣΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΜΕΤΑΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η παρουσία της Ρωσίας στα Βαλκάνια χρονολογείται τουλάχιστον από τις αρχές του 18ο αι., όταν ο Μεγάλος Πέτρος εκπόνησε μία πολιτική προσεταιρισμού των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα Ορλωφικά το 1770, η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774, ο ρόλος της Ρωσίας στην Ελληνική Επανάσταση και ο Ρώσο-Οθωμανικός πόλεμος το 1878, που οδήγησε στην ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, είναι γεγονότα που έχουν σημαδεύσει ανεξίτηλα την ιστορία των βαλκανικών χωρών.
Η ρωσική πολιτική στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια[1] έχει αποτελέσει αντικείμενο αρκετών αναλύσεων στη διεθνή βιβλιογραφία,[2] αλλά έχει απασχολήσει ελάχιστα την ελληνική διεθνολογική κοινότητα.[3] Το παρόν κείμενο αποσκοπεί λοιπόν να καλύψει, έστω σε ένα μικρό βαθμό, το κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία για τη ρωσική βαλκανική πολιτική μετά το 1991. Αν και σημαντικά αποδυναμωμένη, η Ρωσία δεν είναι ένας απλός ‘παίκτης’ στη Βαλκανική Χερσόνησο.
Η Ρωσία παραμένει μία μεγάλη δύναμη με σημαντική επιρροή στην περιοχή, λόγω των ιστορικών, πολιτικών και οικονομικών δεσμών που έχει με τις βαλκανικές χώρες.
Η ρωσική βαλκανική πολιτική στη μεταψυχροπολεμική περίοδο χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος ξεκινά το 1991 με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τελειώνει το 1999 με τον πόλεμο στο Κόσοβο. Η δεύτερη περίοδος αρχίζει το 2000 με την άνοδο στην προεδρία του Βλαντιμίρ Πούτιν και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Το άρθρο εκκινεί με μία συνοπτική αποτίμηση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής έναντι των βαλκανικών χωρών την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Στη συνέχεια, το άρθρο πραγματεύεται τη ρωσική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια την περίοδο 1991-1999, επικεντρώνοντας στη γιουγκοσλαβική κρίση. Επιπρόσθετα, το άρθρο θα αναλύσει τη ρωσική βαλκανική πολιτική μετά την άνοδο στην εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Πιο συγκεκριμένα, θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα του Κοσόβου και τη ρωσική ενεργειακή στρατηγική στα Βαλκάνια.

Η βαλκανική πολιτική της Μόσχας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τα Βαλκάνια αποτέλεσαν πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας. Η Τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας ανάμεσα στον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν, τον Οκτώβριο του 1945, μοίρασε με βάση την περίφημη Συμφωνία των Ποσοστών4 την περιοχή σε δύο σφαίρες επιρροής: η Ελλάδα εντάχθηκε στη βρετανική, ενώ η Ρουμανία και η Βουλγαρία στη σοβιετική. Για τη Γιουγκοσλαβία συμφωνήθηκε να έχουν και οι δύο πλευρές το ίδιο ποσοστό επιρροής, δηλαδή 50 τοις εκατό. Η ρήξη Στάλιν-Τίτο το 1948 ανέτρεψε εν μέρει τους σοβιετικούς σχεδιασμούς για τα Βαλκάνια, αλλά δεν άλλαξε τους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Η εκπόνηση του Δόγματος Τρούμαν τον Μάρτιο του 1947 ουσιαστικά σηματοδοτεί για την Ελλάδα τη μετάβαση από την αγγλική στην αμερικανική κηδεμονία. Παρά τις αμερικανικές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης, η σοβιετική ηγεσία δεν είδε ποτέ με καλό μάτι το κομμουνιστικό αντάρτικο στην Ελλάδα, ίσως λόγω των στενών επαφών του ΚΚΕ με τον Στρατάρχη Τίτο.[5] Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 τοποθέτησε αμετάκλητα την Ελλάδα στον δυτικό συνασπισμό. Μετά την ένταξη στο ΝΑΤΟ το 1952, η χώρα αποτέλεσε (μαζί με τη γειτονική Τουρκία) το ανάχωμα στη σοβιετική επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ εκμεταλλεύτηκε έντεχνα τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και προώθησε το 1954 τη σύναψη του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας, ως μία προσπάθεια συνεννόησης των αντισοβιετικών δυνάμεων στην περιοχή.
Η είσοδος της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1955 έδωσε την αφορμή στη Μόσχα για τη συγκρότηση ενός περιφερειακού οργανισμού άμυνας στην Ανατολική Ευρώπη. Η υπογραφή του Συμφώνου της Βαρσοβίας για Φιλία, Συνεργασία και Αμοιβαία Βοήθεια από την ΕΣΣΔ, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Αλβανία, στις 14 Μαΐου του 1955, επισημοποιεί τη σοβιετική επικυριαρχία στην Ανατολική Ευρώπη. Η σοβιετική επιρροή στη Βαλκανική Χερσόνησο ήταν ιδιαίτερα αυξημένη στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο, καθώς οι τρεις από τις τέσσερις σοσιαλιστικές χώρες (δηλαδή Αλβανία, Ρουμανία και Βουλγαρία) εξαρτιόντουσαν σε μεγάλο βαθμό από τη σοβιετική οικονομική βοήθεια και τεχνολογική υποστήριξη για να ξεκινήσουν τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών τους.[6]
Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο πορεύτηκε τις δεκαετίες του 1960 και 1970 ως ηγετικό μέλος των Αδεσμεύτων, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση μίας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Οι σχέσεις του Βελιγραδίου με τη Μόσχα παραμείναν ψυχρές, αν και μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953 έγινε μία πρώτη απόπειρα εξομάλυνσης. Ταυτόχρονα, όμως, το καθεστώς του Τίτο πολλαπλασίασε τις επαφές του με τη Δύση, η οποία είχε κάθε λόγο φυσικά να επιθυμεί κατακερματισμό του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Η πατερναλιστική πολιτική του Τίτο και ο φόβος μίας δυνητικής γιουγκοσλαβικής εισβολής ώθησε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 το αλβανικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα στο φιλοσοβιετικό στρατόπεδο. Τον Φεβρουάριο του 1949, η Αλβανία εντάχθηκε στο Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας (ΚΟΜΕΚΟΝ) και υιοθέτησε μία ακραιφνώς φιλοσοβιετική εξωτερική πολιτική που τροφοδότησε το κλίμα έντασης που υπήρχε με το Βελιγράδι. Η προαναφερόμενη βελτίωση στις σχέσεις Μόσχας-Βελιγραδίου το 1953 οδήγησαν όμως τελικά τα Τίρανα σε τροχιά σύγκρουσης με το Κρεμλίνο. Τον Δεκέμβριο του 1961, η Ρωσία διέκοψε οριστικά τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αλβανία. Είχε προηγηθεί η προσέγγιση Αλβανίας-Κίνας στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και η επίθεση του Χρουστσόφ εναντίον του Χότζα στο 22ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τον Οκτώβριο του 1961.
Η πολιτική της Μόσχας έναντι της Ρουμανίας στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο είχε ως βασικό στόχο τη δορυφοροποίηση της χώρας. Η προσάρτηση των ρουμανικών επαρχιών της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Μπουκοβίνας στη Σοβιετική Ένωση οριστικοποιήθηκε με την υπογραφή της ρουμανοσοβιετικής συνθήκης στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1947. Η αποχώρηση του Κόκκινου Στρατού από τη Ρουμανία το 1958 οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι η γεωστρατηγική αξία της χώρας θεωρείτο από τη σοβιετική ηγεσία ήσσονος σημασίας, αφού η χώρα βρισκόταν μακριά από τη Δύση.[7]
Η επίσκεψη του προέδρου Νίξον στη Ρουμανία το 1968, η πρώτη Αμερικανού προέδρου σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ήρθε να επιβεβαιώσει τη σταδιακή χειραφέτηση του Βουκουρεστίου από τον σοβιετικό εναγκαλισμό. Το καθεστώς Τσαουσέσκο όμως δεν ήρθε ποτέ σε ανοικτή ρήξη με το Κρεμλίνο, ίσως διότι η εμπειρία της Ουγγαρίας το 1956 και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στη Πράγα το 1968 επιβεβαίωσαν με δραματικό τρόπο τη βούληση της Μόσχας να καταστείλει εν τη γενέσει τους τις τάσεις χειραφέτησης που εκδηλώνονταν σε ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.
Οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Βουλγαρία ήταν ιδιαίτερα στενές καθ’όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως φανερώνει η δήλωση του Λεονίντ Μπρέζνιεφ το 1967 ότι οι βουλγαροσοβιετικές σχέσεις αποτελούν «υπόδειγμα για τον σοσιαλιστικό διεθνισμό στην πράξη».[8] Η Σόφια υπήρξε πιστός σύμμαχος της Μόσχας και δεν αμφισβήτησε ποτέ τις επιλογές της σοβιετικής ηγεσίας. Το καθεστώς του Ζίβκοφ, που παρέμεινε στην εξουσία 35 χρόνια, δεν δίστασε να συνδράμει στρατιωτικά τον Κόκκινο Στρατό στην κατάπνιξη του μεταρρυθμιστικού κινήματος της Άνοιξης της Πράγας το 1968.
Η εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 και η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία το 1981 μετατόπισαν το ενδιαφέρον του Κρεμλίνου προς την Κεντρική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονταν πια στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων· ως εκ τούτου, η Σοβιετική Ένωση έπαυσε να ασκεί μία παρεμβατική πολιτική στην περιοχή. Στη δεκαετία του 1980 ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο μόνος πιστός σύμμαχος της Μόσχας στα Βαλκάνια ήταν η Βουλγαρία, αφού η Ρουμανία ακολουθούσε μία αυτονομημένη πορεία, η Αλβανία βρισκόταν πολιτικά απομονωμένη και η Γιουγκοσλαβία πρωτοστατούσε στο κίνημα των Αδεσμεύτων.
Η πρώτη περίοδος της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικές σχολές σκέψης αναφορικά με τον ενδεδειγμένο προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής του νεοσύστατου ρωσικού κράτους.[9] Η πρώτη σχολή, που επονομάστηκε ευρωατλαντική, υποστήριζε την εκδυτικοποίηση της Ρωσίας και πρότεινε στενότερες σχέσεις με τις χώρες και τους οργανισμούς της Δύσης. Ο υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Κόζιρεφ, κυριότερος εκφραστής αυτής της άποψης, πράγματι επικέντρωσε αρχικά τις προσπάθειές του στην ανάπτυξη των σχέσεων της Ρωσίας με τις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη και περιφερειακούς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΑΣΕ.
Αντιθέτως, η δεύτερη σχολή σκέψης που επονομάστηκε ευρωασιατική υποστήριζε ότι η Ρωσία είναι μία μεγάλη δύναμη στην Ευρασία και ως τέτοια πρέπει να υπερασπιστεί τα εθνικά της συμφέροντα στο γεωπολιτικό χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και ακόμα παραπέρα. Οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης προσέγγισης επικαλέστηκαν τη «μοναδικότητα» (spetsifika) της Ρωσίας στο διεθνές σύστημα που επιτάσσει τη χάραξη μίας αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής.[10] Κυριότεροι φορείς της ευρωασιατικής προσέγγισης ήταν το κομμουνιστικό κόμμα, διάφορες υπερεθνικιστικές οργανώσεις και το υπουργείο Άμυνας.
Το τέλος του διπολισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άλλαξε άρδην τους συσχετισμούς ισχύος στα Βαλκάνια. Με την ανατροπή των κομμουνιστικών καθεστώτων στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, η Μόσχα απώλεσε τα γεωπολιτικά της ερείσματα στην περιοχή. Επιπρόσθετα, το Κρεμλίνο υποχρεώθηκε να εστιάσει την προσοχή του στις εθνοτικές συγκρούσεις που σημειώθηκαν στο λεγόμενο εγγύς εξωτερικό (blizhnee zarubezh'e).
Μία από αυτές τις συγκρούσεις ξέσπασε στη νεοσύστατη δημοκρατία της Μολδαβίας μεταξύ ρουμανόφωνων και σλαβόφωνων κατοίκων την άνοιξη του 1992. Η διακηρυγμένη πρόθεση του Κισινάου να επιβάλει τα ρουμανικά ως επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου μολδαβικού κράτους, αλλά και η διάχυτη φημολογία ότι επίκειται ένωση Ρουμανίας-Μολδαβίας οδήγησαν σε συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών στρατευμάτων και αποσχιστικών δυνάμεων από την Υπερδνειστηρία.
Η συγκεκριμένη περιοχή περιλαμβάνει εκείνο το κομμάτι της Μολδαβίας που βρίσκεται ανατολικά του ποταμού Δνείστερου και κατοικείται κυρίως από Ρώσους και Ουκρανούς. Οι μάχες διήρκησαν λίγους μήνες μέχρι να επιβληθεί από το Κρεμλίνο, στις 21 Ιουλίου του 1992, μία συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, η οποία προέβλεπε και την αποστολή μίας ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης.
Οι ρωσικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην Υπερδνειστηρία απαριθμούν περίπου 1,200 στρατιώτες.[11] Στην πραγματικότητα, η αποσχισμένη δημοκρατία της Υπερδνειστηρίας είναι το τελευταίο προπύργιο του ρωσικού στρατού στα Βαλκάνια. Τον Μάιο του 1993, ο τότε διοικητής της 14ης Στρατιάς που βρίσκεται στην Υπερδνειστηρία, Αλεξάντερ Λέμπεντ εξέφρασε την άποψη ότι «η συγκεκριμένη περιοχή είναι το κλειδί για την παρουσία της Ρωσίας στη Βαλκανική Χερσόνησο και αν αποχωρήσουν οι ρωσικές δυνάμεις τότε θα παύσει η Μόσχα να ασκεί επιρροή στην ευρύτερη περιοχή».12 Έκτοτε, η αποσχισμένη δημοκρατία της Υπερδνειστηρίας εξακολουθεί να παραμένει, με την αμέριστη υποστήριξη της Μόσχας, εκτός ελέγχου της μολδαβικής κυβέρνησης.

Οι εθνοτικές συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία

Το σοβιετικό υπουργείο εξωτερικών αρχικά θεώρησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ως ήσσονος σημασίας γεγονός. Eπομένως, το Κρεμλίνο δεν επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ των σλοβενικών δυνάμεων και του ομοσπονδιακού στρατού το καλοκαίρι του 1991. Ο ρόλος της Μόσχας στη σερβοκροατική σύγκρουση το φθινόπωρο του 1991 ήταν επίσης εξαιρετικά περιορισμένος, αφού η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν ένα βήμα πριν τη διάλυση της.
Το Κρεμλίνο άρχισε να εκδηλώνει ένα έντονο ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην πρώην Γιουγκοσλαβία μετά το 1992, όταν έγινε φανερό ότι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιζητούσαν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Η κυβέρνηση Γιέλτσιν δεν δίστασε να διαφοροποιηθεί από την πολιτική της Δύσης στη βοσνιακή κρίση. Η Μόσχα, για παράδειγμα, εναντιώθηκε στις προσπάθειες της Ουάσινγκτον την περίοδο 1993-1994 για άρση του εμπάργκο όπλων υπέρ των Βόσνιων Μουσουλμάνων. Τον Φεβρουάριο του 1994, ο πρόεδρος Γιέλτσιν εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι «ορισμένες χώρες επιθυμούν τον αποκλεισμό της Ρωσίας από τις διαβουλεύσεις για την επίλυση του βοσνιακού προβλήματος» και διακήρυξε τη βούληση της Μόσχας να αναλάβει «ενεργό ρόλο» στην προσπάθεια εξεύρεσης ειρηνικής λύσης.[13] Τον Αύγουστο του 1995, η Μόσχα καταδίκασε απερίφραστα τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς εναντίον των σερβοβοσνιακών δυνάμεων.
Παρόλα ταύτα, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις κλήθηκαν τον Ιανουάριο του 1996 να συμμετάσχουν στην ειρηνευτική δύναμη της IFOR ως αναγνώριση της συμβολής του Κρεμλίνου στις προσπάθειες επίλυσης της βοσνιακής κρίσης· εξέλιξη που αναμφισβήτητα ανύψωσε το κύρος της Μόσχας ανάμεσα στους σερβικούς πληθυσμούς. Η συμμετοχή των ρωσικών δυνάμεων στη IFOR (αργότερα και στη SFOR) δεν μείωσε στο ελάχιστο τις εντάσεις που προκάλεσε η Νατοϊκή επέμβαση στο ρωσικό πολιτικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η επιρροή των φιλοδυτικών δυνάμεων μειώθηκε σημαντικά και η ευρασιατική προσέγγιση άρχισε να κυριαρχεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η δήλωση του Ανατόλι Τσουμπάις, αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης, ότι «μαζί με τους Σερβοβόσνιους, βομβαρδίζετε και τους Ρώσους μεταρρυθμιστές» φανερώνει το κλίμα έντασης που επικρατούσε εκείνη την περίοδο ανάμεσα στους υποστηρικτές των δύο προσεγγίσεων.[14] Οι ευρωασιατιστές άσκησαν σκληρή κριτική στη ρωσική κυβέρνηση για την απροθυμία της να συνδράμει στρατιωτικά τους «Σέρβους αδελφούς»[15]
Χωρίς να αμφισβητούνται οι ισχυροί πολιτιστικοί και ιστορικοί δεσμοί μεταξύ Ρωσίας και Σερβίας, η στάση της Μόσχας στη βοσνιακή κρίση καθορίστηκε κυρίως από γεωπολιτικούς παράγοντες. Η Βαλκανική Χερσόνησος αντιμετωπίστηκε από ένα μεγάλο κομμάτι της ρωσική πολιτική ελίτ ως τμήμα του λεγόμενου «μέσου εξωτερικού» (srednee zarubezh’e)· ένας ενδιάμεσος χώρος δηλαδή μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Η συστηματική ενασχόληση με τα βαλκανικά τεκταινόμενα άρχισε σε μια περίοδο που η Μόσχα πάσχιζε να αποφύγει περαιτέρω μείωση της επιρροής της στην Ανατολική Ευρώπη, ειδικά μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αποχώρηση των σοβιετικών/ρωσικών δυνάμεων από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία.
Η Μόσχα καλλιέργησε επιτυχημένα την εικόνα της προστάτιδας δύναμης των σλαβικών και ορθόδοξων λαών προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια. Η Ρωσία δεν επιθυμούσε την περιφερειακή ηγεμονία στην περιοχή, αφού ούτε διακυβεύονταν ζωτικά ρωσικά συμφέροντα, ούτε είχε τα μέσα για να πετύχει κάτι τέτοιο. Ο διαμεσολαβητικός ρόλος της Ρωσίας μεταξύ Σερβοβόσνιων και ΝΑΤΟ την περίοδο 1993-1995 και η παρουσία ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης αργότερα στη Βοσνία κατέστησαν τη Μόσχα προνομιακό συνομιλητή των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απτά οικονομικά ανταλλάγματα. Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσία έγινε δέκτης γενναιόδωρης οικονομικής βοήθειας από Δυτικές κυβερνήσεις και διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (π.χ. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) σε μια κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της ρωσικής οικονομίας.16
Η οικονομική κρίση και η κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Μόσχας το 1998 περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα της ρωσικής κυβέρνησης να διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο στα βαλκανικά δρώμενα. Ταυτόχρονα, το ρωσικό πολιτικό σύστημα μπήκε σε μια νέα δίνη εσωστρέφειας, λόγω της αδυναμίας του προέδρου Γιέλτσιν να προωθήσει ένα πρόγραμμα οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα. Επιπλέον, η δημιουργία ενός de facto ανεξάρτητου τσετσενικού κράτους αναγκαστικά περιόρισε το ενδιαφέρον της ρωσικής ηγεσίας για τα Βαλκάνια στο β΄ μισό της δεκαετίας του 1990.
Η συμφωνία του Ντέιτον τον Νοέμβριο του 1995 όμως μόνο πρόσκαιρα καταλάγιασε τα εθνικιστικά πάθη στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η καταπίεση των Αλβανοκοσσοβάρων από το καθεστώς του Βελιγραδίου οδήγησε σε αναταραχές και συγκρούσεις. Ο Νατοϊκός βομβαρδισμός της Σερβίας την άνοιξη του 1999 έγινε αντιληπτός από τη Μόσχα ως μια πράξη που παραβίαζε κατάφωρα τη διεθνή νομιμότητα· είχε προηγηθεί προκλητική παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου η Μόσχα διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας.[17] Η σταδιακή μετατροπή του ΝΑΤΟ σε παγκόσμιο χωροφύλακα που δρα κατά βούληση ανά την υφήλιο αιφνιδίασε τη ρωσική πολιτική ελίτ. Εντούτοις, το Κρεμλίνο είχε πολύ περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης· η χώρα εξαρτιόταν από την οικονομική βοήθεια της Δύσης, ενώ οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Η προέλαση μίας ρωσικής φάλαγγας μηχανοκίνητου πεζικού στην Πρίστινα λίγες ώρες πριν την έλευση των Νατοϊκών δυνάμεων δεν απέτρεψε το μοιραίο, δηλαδή την εκδίωξη των περισσότερων Σερβοκοσοβάρων από το Κόσοβο.
Ωστόσο, η ρωσική ηγεσία προσπάθησε να διαδραματίσει έναν ρόλο στο μεταπολεμικό Κόσοβο. Οι συντονισμένες πιέσεις Μόσχας και Πεκίνου επιφέρανε κάποια αποτελέσματα, αφού η απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αναφέρει ρητά ότι το Κόσοβο είναι κομμάτι της σερβικής επικράτειας. Από την άλλη, το Κρεμλίνο αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ενσωμάτωση της ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης στη Νατοϊκή KFOR, παρά τις προσπάθειες του ρωσικού Γενικού Επιτελείου να εξασφαλίσει ένα δικό του τομέα ευθύνης στο Κόσοβο. Δίχως αμφιβολία, ο πόλεμος στο Κόσοβο δημιούργησε ένα ψυχολογικό ρήγμα ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, οι συνέπειες του οποίου φάνηκαν μερικά χρόνια αργότερα.


Οι ελληνορωσικές σχέσεις

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις ελληνορωσικές σχέσεις της συγκεκριμένης περιόδου. Η επίσκεψη του προέδρου Γιέλτσιν τον Ιούλιο του 1993 στην Αθήνα έγινε σε μια χρονική συγκυρία που η Ελλάδα αναζητούσε απεγνωσμένα συμμάχους στη διένεξη της με την ΠΓΔΜ. Παρόλα ταύτα, το Κρεμλίνο τήρησε πολιτική ίσων αποστάσεων έναντι Αθηνών και Σκοπίων, όπως φανερώνει η ταχύτητα με την οποία αναγνώρισε τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα στις 5 Αυγούστου του 1992.
Η ελληνορωσική προσέγγιση, αν και περιορισμένη σε εύρος, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ιδεολόγημα της πανορθόδοξης ενότητας. Η λοξοδρόμηση της ελληνικής διπλωματίας προς τέτοιου είδους ανορθολογικές επιλογές ουσιαστικά απέρρεε από την αυξημένη ανασφάλεια που βίωνε η ελληνική κοινωνία στην πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι διενέξεις που ξέσπασαν ανάμεσα στην Ελλάδα κα σε γειτονικές χώρες ενίσχυσαν το σύνδρομο πολιορκίας που κατατρέχει την ελληνική κοινωνία. Επιπρόσθετα, η στρατηγική διείσδυσης που υιοθέτησε η Άγκυρα στα νότια Βαλκάνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τροφοδότησε ένα κλίμα έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αποτέλεσμα η Αθήνα να επιδιώξει τη δημιουργία ενός εξισορροπητικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου-Μόσχας. Κατά αυτόν τον τρόπο, η ελληνική πολιτική ελίτ εγκλωβίστηκε σε μία φιλοσερβική πολιτική, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, που τελικά τις απέφερε αμφίβολα οφέλη και περιθωριοποίησε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυβέρνηση Σημίτη δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περαιτέρω βελτίωση των ελληνορωσικών σχέσεων, με μοναδική ίσως εξαίρεση τον τομέα της ενέργειας.[18]

Η δεύτερη περίοδος της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής

Η άνοδος στην εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν οδήγησε σταδιακά στην επανοριοθέτηση της ρωσική βαλκανικής πολιτικής. Ο νέος πρόεδρος αντιλήφθηκε εξαρχής τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής διπλωματίας που έπασχε από ανεπάρκεια πόρων και έλλειψη ξεκάθαρων στόχων. Η δεινή οικονομική κατάσταση που είχε περιέλθει η χώρα αναζωπύρωσε τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στο ρωσικό πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, το Κρεμλίνο επικέντρωσε την προσοχή του στον Βόρειο Καύκασο μετά την εισβολή Τσετσένων Ισλαμιστών στο γειτονικό Ντεγκεστάν το καλοκαίρι του 1999. Η είσοδος ομοσπονδιακών στρατευμάτων στην Τσετσενία τον Ιανουάριο του 2000 έθεσε ξανά την αποσχισμένη δημοκρατία υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης. Την περίοδο 2000-2002, επίσης, με αφορμή φήμες περί παρουσίας Τσετσένων ανταρτών στο φαράγγι του Πανκίσι στη βόρεια Γεωργία, σημειώθηκε ραγδαία επιδείνωση των ρωσογεωργιανών σχέσεων. Ο Βόρειος Καύκασος, που συνιστά το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, άρχισε να μονοπωλεί το ενδιαφέρον του νέου ένοικου του Κρεμλίνου.[19] Εν κατακλείδι, η περιοχή των Βαλκανίων δεν ήταν αρχικά ψηλά στις προτεραιότητες του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το ζήτημα του Κοσόβου

Η αποχώρηση των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων από τη Βοσνία τον Ιούνιο του 2003 και από το Κόσοβο ένα μήνα αργότερα φανέρωσε την αδυναμία του Κρεμλίνου να διατηρήσει έστω μία συμβολική στρατιωτική παρουσία στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Εντούτοις, η Ρωσία παρέμεινε σημαίνον μέλος της Ομάδας Επαφής για τη διευθέτηση του καθεστώτος του Κοσόβου.[20] Η κυβέρνηση Πούτιν ουσιαστικά αυτοαναγορεύτηκε σε υπερασπιστή της διεθνούς έννομης τάξης και υποστήριξε με θέρμη την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας. Τον Νοέμβριο του 2005, ως μέλος της Ομάδας Επαφής, η Ρωσία συναίνεσε σε ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την επίλυση του κοσοβάρικου ζητήματος, που περιλάμβαναν και τη δέσμευση ότι η περιοχή δεν θα επιστρέψει στην προγενέστερη κατάσταση (status quo ante) και δεν θα διαμελιστεί μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Επίσης, η Ομάδα Επαφής εξέφρασε την αντίθεση της σε μονομερείς ενέργειες για την επίλυση του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η Μόσχα αναγνώρισε με έμμεσο τρόπο τα τετελεσμένα που δημιούργησε η Νατοϊκή επέμβαση το 1999 με την προϋπόθεση ότι η συναίνεση του Βελιγραδίου είναι απαραίτητη για τη διευθέτηση του τελικού καθεστώτος του Κοσόβου.
Η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την οριστική επίλυση του προβλήματος του Κοσόβου, τον Φεβρουάριο του 2006, συμπίπτει χρονικά με μία περίοδο έντασης στις αμερικανορωσικές σχέσεις. Τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 δημιούργησαν αρχικά τις προϋποθέσεις για μία νέα αμερικανoρωσική προσέγγιση γύρω από το ζήτημα της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η αμερικανική διείσδυση στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, με αφορμή τον λεγόμενο πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, όμως προκάλεσε τριβές μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον.
Η δημιουργία αμερικανικών βάσεων στο Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν φάνηκε προς στιγμή να παγιώνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον πρώην σοβιετικό Νότο και να υπονομεύει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Παράλληλα, η ένταξη πρώην κομμουνιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ το 1999 και το 2004 (σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση φιλοαμερικανικών καθεστώτων στην Ουκρανία και τη Γεωργία) έγινε κατανοητή από τη Μόσχα ως μια προσπάθεια περικύκλωσης της Ρωσίας από φιλοαμερικανικά κράτη. Δεν είναι τυχαίο, ότι το νέο στρατιωτικού δόγμα που υιοθέτησε η κυβέρνηση Πούτιν το 2000 κάνει ρητή αναφορά στην απειλή της Νατοϊκής διείσδυσης στην πρώην ΕΣΣΔ.[21] Μετά το 2005, λοιπόν, το Κρεμλίνο συνέδεσε το ζήτημα του Κοσόβου με τις προτεραιότητες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλες από την ενίσχυση της πολυπολικότητας και η διατήρηση της ρωσικής επιρροής στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η περίφημη ομιλία του Πούτιν στη Διάσκεψη του Μονάχου, τον Οκτώβριο του 2007, κατέστησε σαφείς τις ρωσικές προθέσεις αναφορικά με τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Για τη ρωσική πλευρά, οι μονομερείς ανθρωπιστικές επεμβάσεις τύπου Κοσόβου θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην Ευρώπη και αποτελούν μόνο το πρόσχημα για τη διείσδυση των ΗΠΑ στην περιοχή.
Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Αχτισάρι από τη σερβική πλευρά το 2007 ήταν πλέον φανερό ότι η Ουάσινγκτον προσανατολιζόταν προς τη μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Παρόλα ταύτα, η Μόσχα συνέχιζε να υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου παραβιάζει τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, άρα κατά επέκταση θέτει εν αμφιβόλω την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων στην Ευρώπη, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ρωσική ασφάλεια. Δεύτερον, η περίπτωση του Κοσόβου δεν είναι μοναδική, όπως διατείνονται πολλές Δυτικές κυβερνήσεις, αλλά συνιστά για τη Μόσχα μόνο την απαρχή γενικότερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων που πιθανόν να προβούν επιζήμιες για τα ρωσικά συμφέροντα.
Από την άλλη, η διπλωματική αναγνώριση του Κοσόβου από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους το Φεβρουάριο του 2008 δημιούργησε νέες ευκαιρίες για τη ρωσική διπλωματία, που επιδιώκει συστηματικά την επανένταξη των ανεξάρτητων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Η ρωσική επέμβαση στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008 και η συνακόλουθη διπλωματική αναγνώριση της νότιο-οσσετικής και αμπχαζικής ανεξαρτησίας ήρθαν να επιβεβαιώσουν με δραματικό τρόπο τις προειδοποιήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν για μια πιθανή διασύνδεση της περίπτωσης του Κοσόβου με εκείνων των αποσχισμένων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας.[22]

Η ενεργειακή διπλωματία της Μόσχας στα Βαλκάνια

Ο έλεγχος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές ισχύος στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα· η άντληση και εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ανακατανομή ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Ταυτόχρονα, ένα σκληρό γεωπολιτικό «πόκερ» παίζεται πολλά χρόνια μεταξύ πετρελαιοεξαγωγικών και καταναλωτριών χωρών για την τιμή του «μαύρου χρυσού», με απρόβλεπτες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Η Ρωσία διαδραματίζει αναπόφευκτα κεντρικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις. Τα αποθέματα της χώρας σε πετρέλαιο φτάνουν τα 80 δις βαρέλια, ενώ εκείνα του φυσικού αερίου πλησιάζουν τα 48 τρις κυβικά μέτρα.[23] Επιπλέον, ένα μεγάλο κομμάτι της ρωσικής επικράτειας παραμένει ανεξερεύνητο λόγω των δύσκολων κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα.
Η κυβέρνηση Πούτιν επιδίωξε εξαρχής την αξιοποίηση των ρωσικών ενεργειακών αποθεμάτων για την προώθηση και προστασία των εθνικών συμφερόντων στο εξωτερικό. Μετά τη μετωπική σύγκρουση την περίοδο 2000-2003 με τους περίφημους Ολιγάρχες, οι οποίοι νέμονταν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας, το Κρεμλίνο επαναχάραξε την ενεργειακή του στρατηγική. Ρωσικοί κολοσσοί όπως η Gazprom και η Lukoil ενθαρρύνθηκαν ανοικτά να επενδύσουν στις βαλκανικές ενεργειακές αγορές προκειμένου να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της Μόσχας στην περιοχή.[24] Εντούτοις, η αμερικανική διείσδυση στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας ανέτρεψε άρδην τους υφιστάμενους συσχετισμούς ισχύος εις βάρος της ρωσικής πλευράς. Η Πορτοκαλί Επανάσταση στην Ουκρανία το 2005 και η συνεπακόλουθη εκλογή του φιλοδυτικού Βίκτωρ Γιουσένκο στη θέση του προέδρου δημιούργησαν τριγμούς στις ουκρανορωσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται έκτοτε από μία αμοιβαία καχυποψία. Η ένταση που επικρατεί ανάμεσα στις δύο χώρες αναφορικά με την τιμή πώλησης του ρωσικού φυσικού αερίου, τα διαμετακομιστικά τέλη και το ουκρανικό χρέος, θέτει συνεχώς σε κίνδυνο τις ρωσικές εξαγωγές προς τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω του ουκρανικού δικτύου.[25] Η γεωγραφική πραγματικότητα αναγκάζει λοιπόν τη Μόσχα να στραφεί προς τη Βαλκανική Χερσόνησο. Η περιοχή ουσιαστικά συνιστά μία χερσαία γέφυρα μεταξύ των καταναλώτριων χωρών της Δυτικής/Κεντρικής Ευρώπης και των ενεργοφόρων περιοχών της πρώην ΕΣΣΔ.
Τον Ιούνιο του 2007 Κρεμλίνο ανακοίνωσε την πρόθεση κατασκευής ενός υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από τη νότια Ρωσία μέχρι τις ακτές της Βουλγαρίας. Ο αγωγός South Stream θα έχει σύμφωνα με τους ρωσικούς σχεδιασμούς δύο παρακλάδια: ένα μέσω Ελλάδας που θα καταλήγει στην Ιταλία και ένα μέσω Σερβίας που θα καταλήγει πιθανότατα στην Αυστρία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα θα μπορέσει να παρακάμψει το ουκρανικό έδαφος και να συνδεθεί απευθείας με τις βαλκανικές χώρες και από εκεί με την Κεντρική Ευρώπη.
Η Μόσχα επίσης επανέφερε στο προσκήνιο την ιδέα κατασκευής ενός ελληνοβουλγαρικού αγωγού που θα μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο και θα παρακάμπτει τα Στενά του Βοσπόρου. Η υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης τον Μάρτιο του 2007 ήρθε να επιβεβαιώσει την πρόθεση της Μόσχας να καταστήσει την Ελλάδα σημαντικό κόμβο για τη διοχέτευση του ρωσικού «μαύρου χρυσού» στην ευρωπαϊκή αγορά. Η επιμονή της Μόσχας να αποκτήσουν οι ρωσικές εταιρείες το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της κοινοπραξίας, που θα διαχειρίζεται τον αγωγό, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η χρήση του αποκλειστικά για τη μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου.
Η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα έχει μία σχεδόν ανεξάντλητη δυναμική που ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τη διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων στην περιοχή. Η πρόσφατη προσέγγιση που παρατηρείται μεταξύ Αθήνας και Μόσχας, για παράδειγμα, οφείλεται κυρίως στη σύγκλιση των ενεργειακών τους συμφερόντων. Η προοπτική κατασκευής των αγωγών Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και South Stream έχει ενθαρρύνει και τη διμερή συνεργασία στον αμυντικό τομέα, όπως καταδεικνύει η αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.[26]

Συμπεράσματα

Με αφετηρία τη μετασοβιετική Μολδαβία, η Μόσχα επέδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τις εθνοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν στα Βαλκάνια. Η ρωσική βαλκανική πολιτική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ήταν καθαρά σερβοκεντρική. Ως εκ τούτου, η ρωσική διπλωματία δεν εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των σχέσεων με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Ωστόσο, η σύμπλευση ρωσικών και σερβικών συμφερόντων στις εθνοτικές συγκρούσεις της πρώην Γιουγκοσλαβίας κρίνεται συγκυριακή· η Μόσχα χρησιμοποίησε την ειδική σχέση που ανέπτυξε με το Βελιγράδι για να εξισορροπήσει την αμερικανική επιρροή στα Βαλκάνια και να αποσπάσει πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα.
Η ρωσική βαλκανική πολιτική την περίοδο 2000-2008 επικεντρώθηκε στο Κοσοβαρικό που εξελίχθηκε σε μείζον περιφερειακό ζήτημα. Η Μόσχα έχει εναντιωθεί στην ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, αλλά δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη περίπτωση για να δικαιολογήσει την επέμβαση της στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008. Παράλληλα, η Μόσχα επιδιώκει συστηματικά να αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στην επικράτεια της για να επανακάμψει πολιτικά στα Βαλκάνια.
Συμπερασματικά, η ρωσική εξωτερική πολιτική στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια χαρακτηρίζεται συνολικά από έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και ευκρίνεια στόχων. Η Μόσχα αντιμετωπίζει τα Βαλκάνια ως ένα ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της Δύσης και της πρώην ΕΣΣΔ, όπου διακυβεύεται το κύρος της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Εντούτοις, η ενσωμάτωση των περισσοτέρων βαλκανικών χωρών στις ευρωατλαντικές δομές στερεί πλέον από το Κρεμλίνο τη δυνατότητα καθοριστικής παρέμβασης στο βαλκανικό γίγνεσθαι.

Μάνος Καραγιάννης
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
http://www.hellasontheweb.org/

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΚΑΚΙΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ.Η ΕΛΛΑΔΑ;;

Η παγκόσμια σκακιέρα είναι έτοιμη, η Ελλάδα; [Του Στρατή Μαζίδη]

0
Share
Τις ώρες που διανύουμε η πλειοψηφία ανά την υφήλιο προσπαθεί να συνέλθει από το ξενύχτι της ξέφρενης διασκέδασης λόγω της αλλαγής του χρόνου ωσάν η εξελικτική διαδικασία του χρόνου πρόκειται να επιφέρει θεαματικές αλλαγές στη ζωή της προς το καλύτερο. Στην πατρίδα μας θα λέμε δόξα τω Θεώ που τη βγάλαμε και φέτος. Άλλωστε μέχρι του χρόνου ποιος ζει ποιος πεθαίνει…
Κυριολεκτικά όταν…
…την ίδια στιγμή οι παίκτες παίρνουν θέση στην παγκόσμια σκακιέρα και δείχνουν τις προθέσεις τους ως προς τις πρώτες τους κινήσεις.
Το Ιράν ετοιμάζεται να αποκλείσει τα στενά του Ορμούζ. Τι κι αν οι τιμές του πετρελαίου και των παραγώγων του εκτοξευθούν τόσο ψηλά όσο τα πυροτεχνήματα στη Νέα Υόρκη για τον ερχομό του 2012. Το Ιράν εγκλημάτισε με την παράλογη επιθυμία του να κανονίζει αυτό τα του οίκου του και πρέπει να υποταχθεί. Στη μάχη αυτή, πέρα από πιθανούς συμμάχους του βορρά (που είναι και αυτοί πετρελαιοπαραγωγοί και θα θησαυρίσουν από την άνοδο του μαύρου χρυσού) το μόνο βασικό όπλο που διαθέτει είναι το κλείσιμο των στενών. Ήδη οι πρώτες κινήσεις εντυπώσεων ξεκίνησαν με το Ιράν να απειλεί με κλείσιμο των στενών σε περίπτωση εμπορικού αποκλεισμού, τους παγκόσμιους νταβατζήδες να διαλαλούν πως θα το αποτρέψουν και τους αμυνόμενους να στοχοποιούν το αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS John C. Stennis. Τέλος οι Πέρσες κατάφεραν να προσγειώσουν σαν τηλεκατευθυνόμενο αεροπλανάκι το κατασκοπευτικό αεροσκάφος των Η.Π.Α. όντας έτοιμοι να ανακαλύψουν τα μυστικά του (που κόστισαν ορισμένα δις δολάρια στις πρώτες να το εξελίξουν) και να τα φανερώσουν.
Λίγο πιο βόρεια και δυτικά, στη Συρία οι συγκρούσεις συνεχίζονται. Η Τουρκία συγκεντρώνει δυνάμεις στα σύνορα με τη Συρία, 8 ρωσικά πολεμικά συμπεριλαμβανομένου του αεροπλανοφόρου Kuznetsov έχουν ήδη αφήσει πίσω τους την Κρήτη, αμερικανικά σκάφη πλέον στην περιοχή και τέλος η ίδια Συρία δοκιμάζει τα πυραυλικά της συστήματα.
Στη γείτονα, ο ενοχλητικός Ερντογάν φαίνεται πως πάσχει από καρκίνο στο έντερο όντας έτοιμος να περάσει στην ιστορία, τουλάχιστον την πολιτική σε πρώτη φάση. Ο παλιός γνώριμος κοσμικο-κεμαλικός μετριοπαθής Μεσούτ Γιλμάζ ανασύρθηκε από τη ναφθαλίνη, κάνει δηλώσεις και ταξιδεύει στο L.A. για να δώσει εγγυήσεις και όρκο πίστεως με την ελπίδα πως βοηθούσης της Ν.Τ.Π. ίσως καταφέρει να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη του τουρκικού λαού που τον έστειλε στην εξέδρα πριν 11 χρόνια. Ταυτόχρονα στήνονται σκηνικά παραμονών Ιμίων και τα τουρκικά πολεμικά πλοία φτάνουν ανενόχλητα μέχρι το Σούνιο. Παράλληλα όμως στις νοτιοανατολικές της επαρχίες υφίσταται σημαντικές απώλειες από τους Κούρδους του PKK.
Λίγο νοτιότερα, στην Αίγυπτο, τίποτε δε φαίνεται να έχει ξεκαθαρίσει ενώ οι διαμάχες συνεχίζονται. Πιθανώς να μην έχει επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους παγκόσμιους νταβατζήδες. Άραγε να τους δούμε κι εδώ να επεμβαίνουν όπως έκαναν στη Λιβύη όταν η επανάσταση κόντευε να τερματιστεί κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να τη διασώσουν;
Μέσα σε όλα ας υπολογίσουμε πως η Νοτιοανατολική Μεσόγειος εκτός από ψάρια, καλαμάρια και χταπόδια κρύβει στο βυθό της μερικά δις, τρις βαρέλια (χάσαμε το λογαριασμό) σε πετρέλαιο και κυβικά σε αέριο ενώ ας μη ξεχνάμε πως η Μέση Ανατολή υπήρξε από καταβολής κόσμου το θέατρο των εξελίξεων. Εκεί βρισκόταν ιστορικά ο Παράδεισος, πολλές αυτοκρατορίες πέρασαν από την ηγεμονία των τόπων αυτών με σειρά πολέμων για το πως ποιος θα είναι ο κύριός τους.
Πρωτεύοντα ρόλο στο βυθό αυτό έχει η Ελλάδα. Αυτή όμως δε χρειάστηκε να τη διαλύσουν με εξεγέρσεις (χμ…αν και το εφήρμοσαν το Δεκέμβριο του 2008), βομβαρδισμούς για να την απελευθερώσουν από τύραννους. Ανήκουσα γαρ εις την Δύσιν, της την έφεραν αλλιώς. Την απόκαμαν με δάνεια και όσο ο λαός έγλυφε κοκαλάκια, αόρατοι ιστοί την εγκλώβιζαν. Τώρα για να τη σώσουν, τι της ζητούν;

Γη και ύδωρ! Κυριολεκτικά όμως!

Κι όμως μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας. Η Ελληνική ψυχή. Οι Έλληνες είναι έτοιμοι να τους στείλουν όλους στον αγύριστο στις επερχόμενες εκλογές και να ανατρέψουν τα πάντα διότι προτιμούν να είναι ελεύθεροι με παξιμάδια παρά σκλάβοι με χάμπουργερ, κις λορέν και μπύρα Βαυαρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι προσπαθούν να τρενάρουν τις εκλογές. Καλύτερα όμως, γιατί ο χείμαρρος θα είναι ορμητικότερος.
Και τι θα μπορέσει να κάνει η μικρή Ελλάδα μέσα στο γενικότερο χαμό;
Τουλάχιστον να σταθεί αντάξια της ιστορίας της. Μήπως το 1912-1913 ή το 1940 ήμασταν καλύτερα; Είχαμε ανθηρή οικονομία ή υπερόπλα; Χειρότερα ήμασταν.
Είχαμε όμως αξίες, διαθέταμε ιδανικά και προπαντός πίστη.
Τα διαθέτουμε ακόμη και θα το αποδείξουμε! Ας είναι λοιπόν το 2012 απαρχή ελευθερίας!
Πηγή: FreePen
Σύνδεσμος άρθρου:  http://freepen.gr/epikairotita/1475

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠ ΤΟΥΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥΣ!!ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ..ΨΗΛΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ..ΓΙΑ ΕΜΑΣ,ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ,ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ..ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΜΤ... 
Οσα µας έκρυβαν το αίνιγµα του κόσµου, όσα µας κράταγαν τα βλέφαρα κλεισµένα, θα είχαν όλα αιφνίδια καταπέσει. ...Οµως εµένα µια αγωνία µε κυκλώνει...

Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Ζοφερό αναµένεται το νέο έτος. Και ακόµα ζοφερότερη µια συνέχεια που απειλεί να διαψεύσει, άγνωστο για πόσο καιρό, την κοινή µέχρι σήµερα πεποίθηση ότι οι συνθήκες της ζωής των ανθρώπων οφείλουν πάντα να προχωράν προς το καλύτερο. Ξαφνικά και αναπάντεχα, η ψυχαναγκαστικά αισιόδοξη ενατένιση του µέλλοντος ως συνώνυµου της προόδου φαίνεται να τίθεται υπό αίρεση, αναβλητική, ή ίσως και διαλυτική. Η ιστορική ειρωνεία είναι εξόφθαλµη. Η δίχως προηγούµενο σώρευση απίστευτων επιστηµονικών επιτευγµάτων και τεχνολογικών καινοτοµιών δεν συµβαδίζει µε την προώθηση της κοινωνικής αρµονίας. Αντίθετα, όλα συµβαίνουν ως εάν η εξαθλίωση, η αύξουσα ανισότητα, η αδικία, ο κοινωνικός αποκλεισµός, η µαζική ανεργία και η απόλυτη αναλγησία απέναντι στους ταπεινούς και τους καταφρονεµένους αναδεικνύονταν σε ενδηµικά πλέον στοιχεία της αναδυόµενης κατάστασης πραγµάτων.

Αλλά δεν είναι µόνον αυτό. Επιπλέον, η οπισθοδρόµηση εµφανίζεται αναγκαία και επιτακτική. Οι «αυτονόητες» αλληλέγγυες πολιτικές επιλογές που επί µισό και πλέον αιώνα επέβαλλαν τη συνεχή ανακατανοµή των πόρων και της ευζωίας υπέρ των αδυνάτων έχουν ανατραπεί. Αντί της προαιώνιας ιδέας της δικαιοσύνης προτάσσεται η άνευ όρων παραγωγική αποτελεσµατικότητα. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι ευκαιρίες, οι κοινωνικές ευχέρειες και η συµµετοχή στην πρόοδο δεν αφορούν παρά τους ήδη προνοµιούχους: στο εξής, τα κέρδη «πρέπει» να αυξάνονται και οι µισθοί «πρέπει» να συρρικνώνονται. Εν χορώ πλέον, οι άβουλοι και ετερόνοµοι τεχνο-χειριστές του κοινού µας µέλλοντος αναγγέλλουν την αναγκαιότητα της προϊούσας αυτής ανισοποίησης και αδικίας. Μοιραίοι και άτεγκτοι, οι κύβοι της ιστορίας έχουν ήδη ριχθεί. ∆εν φαίνεται πια να υπάρχει άλλη υπαλλακτική λύση.

Υπό τους όρους αυτούς όµως, ακόµα και αν ο κόσµος δεν οδηγείται στη συντέλεια, ο ευρωπαϊκός κόσµος του ∆ιαφωτισµού όπως τον γνωρίζαµε µέχρι τώρα αυτοαναιρείται. Με την οικουµενική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου και «αποπολιτικοποιηµένου» αγοραίου ανταγωνισµού θρυµµατίζονται όλες οι αξιακές κατακτήσεις του «ηθικά ανώτερου» ευρωπαϊκού πολιτισµού. Ολα συµβαίνουν ως εάν, απειλούµενη µε γεωοικονοµική αποκαθήλωση, η ∆ύση δεν είναι πια καν σε θέση να χαράξει τη δική της πορεία. Το ιστορικό «βάρος» της ηθικής αυτογνωσίας που σφράγιζε τον ανεπανάληπτο ευρωπαϊκό πολιτισµό φαίνεται να εξανεµίζεται. Μαζί µε τον ιδεολογικό και εξουσιαστικό «οριενταλισµό», εκπνέει και ο «αξιακός οριενταλισµός».

Ετσι, έχοντας πια απολέσει την ακαταµάχητη οικονοµική της πρωτοκαθεδρία, η ∆ύση φαίνεται ολοένα και λιγότερο σε θέση να προβάλλει τον ιδιαίτερο ιστορικό της ρόλο. Υπό την πίεση των αδυσώπητων περιστάσεων, άγεται στο να σκέπτεται και να δρα ως εάν ήταν µία µόνον ανάµεσα σε περισσότερες ισοδύναµες συνιστώσες ενός οικουµενικά ισοπεδωτικού ανταγωνιστικού παιγνίου. Από τη στιγµή που δεν είναι σε θέση να επιβάλει τον πολιτισµό της µε την υλική βία, οι αξιακές αφετηρίες που διαφυλάττονταν µέχρι σήµερα ως κόρη οφθαλµού χάνουν την εµβέλειά τους. Υπό τους όρους αυτούς, ο µέχρι πρόσφατα καθηµαγµένος κόσµος των «άλλων» µπορεί πλέον να αντιµετωπίζει τους αποκαµωµένους δυνάστες του επί ίσοις όροις. Μη έχοντας πια την ισχύ, η ∆ύση δεν µπορεί να επικαλείται το αλαζονικό µονοπώλιο της οικουµενικής φερεγγυότητας. Η «ηθική εκδίκηση της περιφέρειας» βρίσκεται επί θύραις.

Θα πρέπει να θυµηθούµε ότι σε αντιστάθµισµα ίσως του γεγονότος ότι επί τρεις αιώνες οικειοποιούνταν ανενδοίαστα το µεγαλύτερο µέρος του υλικού πλούτου του υπόλοιπου κόσµου, η αυτοστοχαζόµενη ∆ύση δεν έπαψε ποτέ να αναζητεί τη σωτηρία της ψυχής της. ∆ιατυπώνοντας το οικουµενικής εµβέλειας αξιακό τρίπτυχο «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» και επιβάλλοντας τη δηµοκρατία ως αναπαλλοτρίωτη πολιτειακή µορφή, εµφανίστηκε ταυτόχρονα ως κληρονόµος του ανεπανάληπτου αρχαίου κλέους και ως προποµπός ενός ηθικά αξεπέραστου πολιτιστικού προτύπου. Αυτή ήταν και η ιστορική ρίζα της κοινής ευρωπαϊκής εξιδανίκευσης, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κοιτάζοντας τον εαυτό της στον παραµορφωτικό καθρέφτη της δεδοµένης υπεροχής της, η ∆ύση εκλογίκευε την «αποστολή» της ως µόνου µετά Χριστόν προφήτη, αυτόκλητα αδέκαστου δικαστή, άτεγκτου δήµιου όλων των «άλλων», τιτουλάριου του οικουµενικού πολιτισµού και αποκλειστικού ερµηνευτή µιας µονόδροµης, ιδιόκτητης και αυτονόητης ιστορικής πορείας. ∆εν είναι ίσως τυχαίο ότι η επιχείρηση «περαίωσης της ιστορίας» εξαπολύθηκε όταν ο καθρέφτης άρχισε να ραγίζει και ο έλεγχος να χάνεται. Μωραίνει κύριος...

Αν όµως το τίµηµα είναι για όλους απρόσµενο, κινδυνεύει να είναι καταλυτικό για τη ∆ύση. Μπροστά στον οικουµενικό ορυµαγδό των γεγονότων είναι αµφίβολο αν θα είναι σε θέση να συντηρήσει τις αναπαλλοτρίωτες αξιακές καταβολές της στους ίδιους της τους κόλπους. Αν π.χ. σκεφτούµε ότι µε την προϊούσα αποκαθήλωση των µεσαίων τάξεων, οι κατά παράδοσιν «σταθερές» κοινωνίες των «δύο τρίτων» τείνουν να µετατρέπονται σε άµορφες και «ασταθείς» κοινωνίες του «ενός» ή των «δύο δεκάτων», η σιωπηρή πλειοψηφία που βρισκόταν στη βάση των «συναινετικών» κοινωνικών συµβολαίων και κατ’ επέκτασιν των σύγχρονων φιλελεύθερων δηµοκρατιών είναι ενδεχόµενο να µετατοπισθεί ή και να ανατραπεί. Sub speciae aeternitatis και εκ των υστέρων, η έµµονη αξιακή και πολιτειακή αυτογνωσία που υπήρξε το θεµέλιο του δυτικού πολιτισµού είναι πιθανό να εµφανίζεται ως απελθούσα ή ίσως και ως περιττή «πολυτέλεια». Εις πείσµα της ∆ύσης, η χαιρέκακη ιστορία πηγαίνει πάντοτε όπου θέλει. ∆εν προειδοποιεί, δεν εξηγεί, δεν ηθικολογεί. Περιµένει και καραδοκεί.

Οµως, πίσω από την απαισιόδοξη αυτή µατιά, κρύβονται ελπίδες και προοπτικές. Πράγµατι, αν ο δηµοκρατικός πολιτισµός προϋποθέτει συναινέσεις, είναι επίσης ενδεχόµενο να ενεργοποιήσει ρήξεις. ∆εν πρέπει να ξεχνάµε ότι µαζί µε την έµµονη αξιακή ενδοσκόπηση, η ευρωπαϊκή παράδοση είναι συνώνυµη µε µια διαρκή φυγή προς τα εµπρός, µε µιαν ακατάσχετη οικοδόµηση ουτοπικών φαντασιώσεων αέναης συλλογικής προόδου. Η γαλλική και η ρωσική επανάσταση αλλά και η κουτσουρεµένη σοσιαλδηµοκρατική µεταρρύθµιση είχαν στηριχθεί στην πεποίθηση πως τα σωρευόµενα κοινωνικά αδιέξοδα µπορεί και πρέπει να ανατραπούν και πως η έλευση ενός άλλου καλύτερου κόσµου είναι πάντα εφικτή. Οπως έλεγε ο Γκαίτε, ελπίδα µπορεί να µας δοθεί µόνον από τους απελπισµένους.

Στην καλύτερη περίπτωση όµως, τέτοιες ελπίδες δεν µπορεί να εµφανισθούν πριν από µεθαύριο. Σήµερα και αύριο θα πρέπει απλώς να επιζήσουµε, ακόµα και να εορτάζουµε, έστω και µε τις εκπτώσεις που πάντα συνοδεύουν τα τέλη εποχής. ∆εν είναι εύκολο. Τα φετινά Χριστούγεννα ήλθαν και απήλθαν ως εάν ο Ιωσήφ είχε µπει στην εργασιακή εφεδρεία, η παρθένος Μαρία είχε προσληφθεί σαν εποχιακή καθαρίστρια, ο µικρός Ιησούς είχε καταφύγει σε παιδικό χωριό SOS, η ∆ΕΗ είχε κόψει το ρεύµα στο αστέρι της Βηθλεέµ, η φάτνη είχε κριθεί κατεδαφιστέα ως αυθαίρετη, το ερηµωµένο σπήλαιο είχε φορτωθεί µε ασήκωτο χαράτσι και οι µάγοι είχαν πέσει θύµατα ληστείας από συµµορία αλλοδαπών. Το ποίµνιο όµως υποµένει σιγά και κωφεύει. Χαρακτηριστικά, µετά το έγκριτο «Βήµα της Γης Χαναάν», ανέστειλε την έκδοσή της και η «Ελεύθερη φωνή βοώντων εν τη ερήµω», ενώ οι άγγελοι που εν χορώ θα έψαλλαν το «∆όξα εν υψίστοις» βρέθηκαν απολυµένοι επειδή είχαν κρεµάσει µαύρα κρέπια στα µουσικά τους όργανα. Βρισκόµαστε λοιπόν σε σηµείο καµπής. Είναι σαφές πως η αποκατάσταση της φαντασιακής συνοχής του αποπροσανατολισµένου ποιµνίου δεν είναι εφικτή δίχως ριζικές µεταλλαγές στην αφήγηση του µύθου µιας επί γης προόδου που παραµένει ανοικτή και άγραφη. Η κυνική αναλγησία των Ηρωδηδών, η απροσχηµάτιστη ιδιοτέλεια των Φαρισαίων και η αγέλαστη αποστασιοποίηση των Ποντίων Πιλάτων είναι πολύ λιγότερο ακλόνητες από ό,τι οι ίδιοι φαίνεται να πιστεύουν. Με αυτή την έννοια, το µέλλον µας θα είναι προϊόν της αγωνίας µας.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας. πηγή ΤΟ ΒΗΜΑ