Οταν το 2018 είχαν ξεσπάσει μεγάλες διαδηλώσεις στη Γαλλία με αφορμή την αύξηση των τιμών στη βενζίνη, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την κατάσταση, είχε ανακοινώσει φορολογικές ελαφρύνσεις και αυξήσεις μισθών μέσω ενός πακέτου μέτρων που ξεπερνούσε τα 11 δισ. ευρώ.Σήμερα, εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων και εκτεταμένων ταραχών σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας κατά τις προηγούμενες ημέρες, η κατάσταση φαίνεται πολύ διαφορετική.
Το δίλημμα Μακρόν
Ο Μακρόν δεν είναι σε θέση να ανακοινώσει μέτρα οικονομικής ενίσχυσης με την ίδια ευκολία για να εκτονώσει την κατάσταση, με δεδομένο ότι υπάρχει ανησυχία για το ενδεχόμενο κρίσης στην αγορά των γαλλικών ομολόγων. Το τελευταίο διάστημα, οι επενδυτές προχωρούν σε μαζικές πωλήσεις γαλλικών κρατικών ομολόγων και αμφιβάλλουν ευθέως για την ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί τον προϋπολογισμό της εν μέσω υψηλών επιτοκίων και πολιτικής αβεβαιότητας.Στο πλαίσιο αυτό, ένα νέο, εκτεταμένο πακέτο οικονομικών μέτρων από τον Μακρόν για να κατευνάσει τους διαδηλωτές θα μπορούσε πιθανώς να αναστατώσει περαιτέρω τους επενδυτές και να οδηγήσει σε μια ακόμη άνοδο του κόστους δανεισμού της κυβέρνησης.Αυτή η πραγματικότητα έχει φέρει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση τη γαλλική κυβέρνηση: τόσο η μη ικανοποίηση των αιτημάτων των διαδηλωτών των πολιτών όσο και οι περαιτέρω δαπάνες θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τα προβλήματα της Γαλλίας και να δώσουν δυνητικά σε πιο ακραία κόμματα τη δυνατότητα να προσελκύσουν μαζικά εξοργισμένους ψηφοφόρους.Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα στον δυτικό κόσμο που αντιμετωπίζει τη λεγόμενη «παγίδα του χρέους». Τι σημαίνει αυτό; Οτι καθώς το χρέος αυξάνεται και διαμορφώνονται συνθήκες κρίσης, τα κόμματα που θεωρούνται λαϊκιστικά συνήθως κερδίζουν έδαφος.Σε αυτή την περίπτωση, οι εκάστοτε κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν «φαύλο κύκλο», στον οποίο η αναταραχή στις αγορές και η πολιτική αναταραχή αλληλοενισχύονται, σύμφωνα με τους Μιχάλ Μπρζόβσκι και Τζοάνα Σιβίνσκα-Γκορζελάκ, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας, οι οποίοι δημοσίευσαν μια μελέτη σχετικά με τη σχέση μεταξύ λαϊκισμού και δημοσιονομικής πολιτικής.«Ο κίνδυνος δεν αφορά τόσο μια ξαφνική αθέτηση πληρωμών, όσο μια οικονομική επιβράδυνση που εξελίσσεται αργά», ανέφεραν.
Διαδηλωτές εναντίον αγορών
Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται μια σημαντική αντίθεση: εν μέσω βαθιάς πολιτικής και δημοσιονομικής αβεβαιότητας, οι ψηφοφόροι και οι επενδυτές επιθυμούν διαφορετικά πράγματα.Οι αγοραστές ομολόγων επιθυμούν να αποζημιώνονται επαρκώς για τον κίνδυνο που ενέχει η χορήγηση δανείων σε κυβερνήσεις. Επιπλέον, δεν επιθυμούν κυβερνήσεις που δεν είναι πρόθυμες να προχωρήσουν σε περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων για τη μείωση των τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Παράλληλα, απαιτούν υψηλότερα επιτόκια, καθώς εκτιμούν ότι οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να δανείζονται σε μεγάλο βαθμό για τις δαπάνες. Αυτή η δυναμική εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ένταση στη Γαλλία, αλλά υψηλότερο κόστος δανεισμού αντιμετωπίζουν επίσης η Γερμανία, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ.Οι ψηφοφόροι, ωστόσο, στρέφονται όλο και περισσότερο προς λαϊκιστικά κόμματα που απορρίπτουν σε μεγάλο βαθμό την ιδέα ότι οι προϋπολογισμοί απαιτούν επώδυνες συμβιβαστικές λύσεις. Αντίθετα, υπόσχονται να προστατεύσουν τα γενναιόδωρα συνταξιοδοτικά προγράμματα και άλλες δαπάνες, ενώ συχνά προτείνουν μειώσεις φόρων.Η ένταση που προκύπτει θα μπορούσε να εξελιχθεί ως εξής: οι ψηφοφόροι που ανησυχούν για την οικονομία στρέφονται προς ακραίους, οι οποίοι υπόσχονται μια ανώδυνη επιστροφή σε καλύτερες μέρες, και οι αγοραστές κρατικών ομολόγων απομακρύνονται, δημιουργώντας συνθήκες κρίσης. Στη Γαλλία, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, ένας δείκτης του κόστους δανεισμού, έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002. Παράλληλα, ως ένα ακόμη ανησυχητικό σημάδι, η διαφορά μεταξύ των αποδόσεων των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών κρατικών ομολόγων έχει φτάσει στο μεγαλύτερο επίπεδο από το 2011. Οι γερμανικές αποδόσεις είναι συνήθως χαμηλότερες από τις γαλλικές, αλλά η αυξανόμενη διαφορά δείχνει ότι οι επενδυτές απαιτούν ολοένα και υψηλότερη πριμοδότηση για να κρατήσουν γαλλικό χρέος.
=====
Ο Μακρόν αντιμέτωπος με μια κρίση που δεν λύνεται με αστυνομία...
Η παραίτηση ενός υπουργού που δεν έγινε δεκτή, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους, λεηλατημένα καταστήματα, καμένα δημόσια κτίρια και ένας πρόεδρος που υπόσχεται περισσότερη αστυνόμευση. Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πολιτική κρίση, στην οποία η κοινωνική οργή για την ακρίβεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών συναντά την αμφισβήτηση της προεδρικής εξουσίας. Και ο Εμανουέλ Μακρόν, έπειτα από δέκα χρόνια στην εξουσία, δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να επιβάλει τη δική του ερμηνεία των γεγονότων.
Η απόφαση του Γάλλου προέδρου να απορρίψει την παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών Λοράν Νουνιές είναι ενδεικτική του αδιεξόδου. Ο υπουργός ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις σοβαρές αστοχίες των δυνάμεων ασφαλείας κατά τις ταραχές της 17ης Οκτωβρίου. Ο Μακρόν τον διατήρησε στη θέση του, επικαλούμενος την ανάγκη συνέχειας στη διοίκηση της αστυνομίας.
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Ο πρόεδρος αναγνωρίζει την αποτυχία του κρατικού μηχανισμού, αλλά αρνείται να επιτρέψει μια αλλαγή προσώπων που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση υπό την πίεση των γεγονότων. Αντίθετα, ζητά «νέες μεθόδους αντιμετώπισης των ταραχοποιών» και ταχύτερη επιχειρησιακή αντίδραση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κρίση έχει ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της δημόσιας τάξης.
Η κοινωνική οργή πίσω από τις φλόγες
Οι κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου συγκέντρωσαν 550.000 ανθρώπους σύμφωνα με την αστυνομία και 800.000 σύμφωνα με τους διοργανωτές. Από το Παρίσι μέχρι τη Μασσαλία, τη Λυών και το Μπορντό, μαθητές, εργαζόμενοι και συνδικάτα διαδήλωσαν εναντίον της ακρίβειας, της μείωσης της αγοραστικής δύναμης και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών.
Το κίνημα είχε ήδη αποκτήσει δυναμική μέσα από τις μαθητικές κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν με καταγγελίες για ελλείψεις εκπαιδευτικών και προβληματικές σχολικές υποδομές. Η σύνδεσή του με τα ευρύτερα κοινωνικά αιτήματα αποκάλυψε πόσο βαθιά έχει προχωρήσει η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβερνητική πολιτική.
Οι εικόνες που ακολούθησαν ήταν πρωτοφανείς για τα τελευταία χρόνια. Στη Λιμόζ πυρπολήθηκε το ιστορικό δημαρχείο, στη Μασσαλία διαδηλωτές εισέβαλαν στο δημαρχιακό μέγαρο, ενώ στο Παρίσι καταστήματα λεηλατήθηκαν και ολόκληροι δρόμοι υπέστησαν εκτεταμένες καταστροφές. Οι αρχές ανακοίνωσαν σχεδόν 2.400 προσαγωγές και εκατοντάδες τραυματισμούς αστυνομικών.
Η βία προκάλεσε εύλογη κατακραυγή, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξαφανίσει από τη δημόσια συζήτηση τις αιτίες των κινητοποιήσεων. Η συντριπτική πλειονότητα των συμμετεχόντων διαδήλωσε ειρηνικά. Η ταύτιση ενός τόσο μαζικού κοινωνικού κινήματος με τις λεηλασίες θα αποτελούσε μια πολιτικά βολική, αλλά παραπλανητική γενίκευση.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή οι καταστροφές πλήττουν και ανθρώπους που υφίστανται τις ίδιες οικονομικές πιέσεις με τους διαδηλωτές. Μικροί καταστηματάρχες, εργαζόμενοι και κάτοικοι λαϊκών συνοικιών βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες μιας βίας που δύσκολα μπορεί να συνδεθεί με οποιαδήποτε συγκεκριμένη κοινωνική διεκδίκηση.
Η πολιτική μάχη για την ερμηνεία της κρίσης
Στο έκτακτο τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο Μακρόν μίλησε για «οργή» και «ντροπή», καταγγέλλοντας όσους επιχείρησαν να πλήξουν τη Δημοκρατία. Απέδωσε σημαντικό μέρος της ευθύνης σε ομάδες της άκρας Αριστεράς και σε εγκληματικά στοιχεία, ενώ επιτέθηκε στην Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, κατηγορώντας την ότι ενθαρρύνει την αναταραχή.
Η επιλογή αυτή μεταφέρει την αντιπαράθεση από την κοινωνική πολιτική στο πεδίο της ασφάλειας, όπου η ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν επιχειρεί εδώ και χρόνια να επιβάλει τη δική της πολιτική ατζέντα, με το βλέμμα στραμμένο πάντα στην κατάκτηση της γαλλικής προεδρίας.
Η ακροδεξιά καταγγέλλει την αδυναμία του κράτους να προστατεύσει τους πολίτες, ενώ η Αριστερά επιμένει ότι η καταστολή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις κοινωνικές απαντήσεις. Την ίδια στιγμή, οι καταγγελίες για αστυνομική βαναυσότητα κατά μαθητών, χρήση επικίνδυνων όπλων και επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών θέτουν ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα. Κατά πόσο μια κυβέρνηση που επικαλείται την προστασία της Δημοκρατίας σέβεται η ίδια τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών που την αμφισβητούν.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να διαχειριστεί τις άμεσες συνέπειες, συγκαλώντας διυπουργική ομάδα κρίσης για τις οικονομικές ζημιές, τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις και τη δικαστική αντιμετώπιση των επεισοδίων. Πρόκειται για αναγκαίες παρεμβάσεις, που ωστόσο δεν αγγίζουν τις βασικές διεκδικήσεις των κινητοποιήσεων.
Έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές
Η νέα κρίση ξεσπά σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για τον Μακρόν. Η δημοτικότητά του βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η πολιτική του κληρονομιά αμφισβητείται ολοένα και εντονότερα. Οι αντιπαραθέσεις για τη φορολογία, τις κοινωνικές δαπάνες και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών έχουν συσσωρεύσει δυσαρέσκεια που πλέον εκδηλώνεται στους δρόμους.
Η σύγκριση με τα «κίτρινα γιλέκα» του 2018 επανέρχεται αναπόφευκτα. Και τότε, ένα κίνημα που ξεκίνησε από την αγανάκτηση για το κόστος ζωής εξελίχθηκε σε ευρύτερη αμφισβήτηση της προεδρικής εξουσίας. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά η αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών μηχανισμών να εκφράσουν τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει κοινό χαρακτηριστικό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Μακρόν είναι ότι η επίκληση της δημοκρατικής τάξης δεν συνοδεύεται ακόμη από μια πειστική πολιτική πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Οι πολίτες που διαδήλωσαν για καλύτερους μισθούς, σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες δεν άκουσαν στο προεδρικό διάγγελμα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους.
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές κρίσεις που αλληλοτροφοδοτούνται: την έκρηξη της βίας και τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική εξουσία. Η πρώτη απαιτεί μια αντιμετώπιση χωρίς αυθαιρεσία και μαζική καταστολή. Η δεύτερη προϋποθέτει πολιτικές αποφάσεις, και ουσιαστική ανταπόκριση στις κοινωνικές διεκδικήσεις.
Η παραίτηση Νουνιές θα μπορούσε να είχε κλείσει ένα κεφάλαιο πολιτικών ευθυνών. Η άρνηση του Μακρόν να την αποδεχθεί δείχνει ότι ο πρόεδρος προτιμά να διατηρήσει την ίδια πολιτική ηγεσία στο υπουργείο Εσωτερικών, παρά να αναγνωρίσει εμπράκτως τις ευθύνες της κυβέρνησής του για τη διαχείριση της κρίσης. Και φυσικά αφήνει αναπάντητο το ουσιαστικό ερώτημα που έθεσαν οι μαζικές διαδηλώσεις: πόσο ακόμη μπορεί μια κυβέρνηση να ζητά κοινωνική ειρήνη χωρίς να αλλάζει τις πολιτικές που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια; Neostrategy Γεωπολιτική Άμυνα - Κοινωνία - Πολιτική - Neostrategy.gr
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου