Επιμέλεια iEpikaira
«Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες, Όσσα· ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι», έγραφε άλλοτε ο Κωστής Παλαμάς, στηλιτεύοντας τη μοιρολατρία και την παθητική υποταγή. Και ιδού που σήμερα, από το Παρίσι και τις Βρυξέλλες μέχρι τη Ρώμη και τη Λισαβόνα, οι λαοί της Ευρώπης αρνούνται να μείνουν «σκυφτοί», καθώς ο ευρωπαϊκός ορίζοντας συγκλονίζεται από τις φλόγες μιας γενικευμένης, βαθιάς κοινωνικής οργής.
Τι είναι, αλήθεια, αυτό που παρατηρούμε σήμερα στους δρόμους της γηραιάς ηπείρου; Είναι απλώς περιστασιακές διαμαρτυρίες, ή μήπως βλέπουμε τα ρήγματα στα σαθρά θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος;
Οι κρατούντες και οι γραφειοκράτες —εγκλωβισμένοι στον τεχνοκρατικό τους «κοιλιοκεντρισμό» και στον αλαζονικό τους «φραγκολεβαντινισμό»— σπεύδουν να υποτιμήσουν τις κινητοποιήσεις. Ομιλούν για «μεμονωμένα φαινόμενα». Αλλά ποιος μπορεί να εθελοτυφλεί μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα;
Η κοινωνική αποδιοργάνωση: Ο πληθωρισμός σαρώνει τα πενιχρά εισοδήματα, η ενέργεια μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας, και η νέα γενιά καταδικάζεται σε μία ισόβια οικονομική ομηρία, αδυνατώντας να εξασφαλίσει ακόμη και τη στοιχειώδη στέγη.
Ο αφοπλισμός του κοινωνικού κράτους: Την ίδια ώρα που οι πολίτες καλούνται να «σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι», οι κυβερνήσεις μετακυλούν δισεκατομμύρια σε εξοπλιστικά προγράμματα, αφήνοντας την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική πρόνοια να καταρρέουν.
Για ποια «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» και για ποια «πράσινη μετάβαση» κομπάζουν οι ταγοί, όταν ο απλός άνθρωπος αδυνατεί να επιβιώσει; Όταν η οικονομική δυσπραγία μετατρέπεται σε υπαρξιακή αγωνία; Για ποιόν, αλήθεια, θα σώσουμε το περιβάλλον, όταν η ίδια η ζωή λιγοστεύει; Για ποιόν ετοιμάζονται οι "πράσινες" ουτοπίες, όταν η Ευρώπη καταντά ένας απέραντος οίκος ευγηρίας;
Όταν η οικονομική δυσπραγία και η υλιστική αβελτηρία πνίγουν τη νέα γενιά, οδηγώντας τη δημογραφική κατάρρευση σε επίπεδα εθνικού και ευρωπαϊκού αυτοχειριασμού, για ποιο περιβάλλον κομπάζουμε; Αν δεν μείνουν άνθρωποι να κατοικήσουν αυτή τη γη, αν οι κούνιες μείνουν άδειες και τα σχολεία βουβά, τότε όλη αυτή η "πράσινη" φιλολογία δεν είναι παρά ένας νερόβραστος ευφημισμός που καλύπτει το κενό μιας κοινωνίας που πεθαίνει.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί για δημοσιονομικές πιέσεις της τάξεως του 5% του ΑΕΠ έως το 2040. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθύτατα ηθικό και πολιτικό. Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο; Οι συνήθεις ύποπτοι; Τα λαϊκά στρώματα ή οι γραφειοκράτες που υπογράφουν κονδύλια επί χάρτου;
Όταν η παιδεία και η κοινωνική συνοχή ξεπουλιούνται στο βωμό μιας τεχνοκρατικής αβελτηρίας, τότε «οι δρόμοι γίνονται το κοινοβούλιο των λαών». Η γλώσσα της οργής είναι το έσχατο καταφύγιο εκείνων που βλέπουν τα όνειρά τους να συντρίβονται.
«Καθεύδομεν τον νήδυμον» όσοι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη θα αντέξει χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη. Αν οι πολιτικές ελίτ συνεχίσουν να επιδίδονται σε επιπόλαιους βηματισμούς και σε έναν ισοπεδωτικό πασιφισμό, η κρίση αυτή δεν θα είναι τελειώσει. Θα οδηγήσει σε κοινωνική κατάρρευση.
Η ιστορία δεν συγχωρεί τους εθελοτυφλούντες. Κάθε κοινωνικό οχυρό που πέφτει, ανοίγει μία νέα κερκόπορτα. Κι αν η Ευρώπη δεν επιστρέψει στις θεμελιώδεις αξίες του Χριστιανισμού, της δικαιοσύνης και του σεβασμού στον άνθρωπο, το τίμημα της παρακμής θα είναι βαρύ και ανεπανόρθωτο. Πηγή: i-epikaira.blogspot.com
====

Ενισχύονται επικίνδυνα οι πιθανότητες ενός λάθους υπολογισμού
Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ. Η Κίνα αρχίζει εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.
Όλα αυτά μέσα σε μία εβδομάδα. Για τον Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστή διεθνών υποθέσεων των Financial Times, η παράθεσή τους αποτυπώνει μια βαθύτερη αλλαγή: περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική ή την πραγματικότητα του πολέμου.
Το ερώτημα που θέτει στην ανάλυσή του είναι ευθύ: Υπνοβατεί ο κόσμος προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο;
Η απάντηση ανησυχητική: Οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν αποδυναμώνονται, ενώ ενισχύονται επικίνδυνα οι πιθανότητες ενός καταστροφικού λάθους υπολογισμού.
Όταν το αδιανόητο γίνεται πραγματικότητα
Ο Ράχμαν επιστρέφει στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2022, λίγες ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν κατηγορηματικές: ο Βλαντίμιρ Πούτιν επρόκειτο να επιτεθεί. Κι όμως, ορισμένοι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί συνομιλητές εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι επρόκειτο για μπλόφα ή για λανθασμένη εκτίμηση.
Αυτή η συνύπαρξη γνώσης και δυσπιστίας είναι κρίσιμη για την επιχειρηματολογία του. Οι προειδοποιήσεις μπορεί να είναι σαφείς, αλλά η πεποίθηση ότι «αυτά δεν συμβαίνουν πια» να παραμένει ισχυρότερη.
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια αργότερα, η διεθνής ατμόσφαιρα έχει μεταμορφωθεί. Η αναφορά σε έναν παγκόσμιο πόλεμο έχει περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο των ηγετών, οι οποίοι, ωστόσο, διαφωνούν ριζικά για το πώς μπορεί να αποτραπεί.
Τραμπ και Ζελένσκι φοβούνται διαφορετικό δρόμο προς τον ίδιο πόλεμο
Στη σύγκρουσή τους στο Οβάλ Γραφείο τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι διακινδυνεύει έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη λογική του Αμερικανού προέδρου, η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να παρασύρει τις ΗΠΑ σε άμεση αναμέτρηση με τη Ρωσία.
Ο Ζελένσκι βλέπει τον κίνδυνο από την αντίθετη κατεύθυνση: η αποτυχία αναχαίτισης της ρωσικής επιθετικότητας θα ενθαρρύνει νέες επιθέσεις και θα φέρει πιο κοντά μια γενικευμένη σύρραξη.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο Κίεβο. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους ότι πρέπει να προετοιμαστούν για πόλεμο στην κλίμακα που γνώρισαν προηγούμενες γενιές.
Στην Ασία, ο Σι Τζινπίνγκ επικαλείται την «παγίδα του Θουκυδίδη»: τον κίνδυνο σύγκρουσης ανάμεσα σε μια κυρίαρχη και μια ανερχόμενη δύναμη. Ταυτόχρονα, όμως, σημειώνει ο Ράχμαν, η στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και η αυξανόμενη πίεση στην Ταϊβάν τροφοδοτούν την ένταση για την οποία προειδοποιεί.

Τα δύο όρια που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί
Τι θα συνιστούσε, όμως, παγκόσμιο πόλεμο; Ο αρθρογράφος των FT θέτει δύο βασικές προϋποθέσεις: οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου να συγκρουστούν άμεσα και η αναμέτρηση να εκτείνεται σε περισσότερες ηπείρους.
Κατά την εκτίμησή του, αυτά τα όρια δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί. Οι υφιστάμενοι πόλεμοι, ωστόσο, συνδέονται όλο και περισσότερο.
Η συμμετοχή Βορειοκορεατών στρατιωτών στο πλευρό της Ρωσίας έχει ήδη προσδώσει μια νέα διεθνή διάσταση στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παράλληλα, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν διασταυρώνεται με την ουκρανική σύγκρουση: η Τεχεράνη θεωρείται ότι έχει λάβει ρωσική βοήθεια για τον εντοπισμό αμερικανικών στόχων, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει τεχνογνωσία αντιμετώπισης drones στις χώρες του Κόλπου.
Στην Ευρώπη, οι δολιοφθορές, οι εμπρησμοί και οι άλλες μορφές υβριδικών επιχειρήσεων που αποδίδονται στη Ρωσία αυξάνουν τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης.
Το όριο ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται έτσι ολοένα πιο δυσδιάκριτο.
Ο «άξονας» των αντιπάλων της Δύσης
Ρωσία, Κίνα, Ιράν και Βόρεια Κορέα δεν αποτελούν έναν απολύτως ενιαίο συνασπισμό. Οι δεσμοί τους, όμως, είναι πραγματικοί και ενισχύονται.
Η Μόσχα και η Πιονγιάνγκ υπέγραψαν το 2024 συνθήκη αμοιβαίας άμυνας. Βλαντίμιρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ έχουν διακηρύξει μια εταιρική σχέση «χωρίς όρια» ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα, ενώ η κινεζική οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη έχει βοηθήσει τη Μόσχα να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.
Κοινό τους στοιχείο, κατά τον Ράχμαν, είναι η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης ασφαλείας υπό αμερικανική ηγεσία.
Η Ρωσία θέλει να περιορίσει το ΝΑΤΟ. Η Κίνα επιδιώκει να ανατρέψει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στον Ειρηνικό. Το Ιράν έχει επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα, η οποία στηρίζεται στην αμερικανική προστασία.
Η πιθανότητα συντονισμένων κρίσεων στην Ευρώπη και στην Ασία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τους σχεδιασμούς της Δύσης.

Γιατί πολλαπλασιάζονται οι συγκρούσεις
Η ανάλυση των FT συνδέει την αύξηση της πολεμικής βίας με τη μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.
Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022, το μερίδιό τους είχε υποχωρήσει περίπου στο 43%. Αντίστοιχη ήταν η σχετική υποχώρησή τους στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες.
Η μεταβολή αυτή έχει διευρύνει τα περιθώρια δράσης δυνάμεων που επιθυμούν να αναθεωρήσουν την υφιστάμενη τάξη. Παράλληλα, η απογοήτευση των Αμερικανών από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ενίσχυσε την πολιτική πίεση για περιορισμό των διεθνών στρατιωτικών δεσμεύσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον στο οποίο περισσότεροι ηγέτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να δοκιμάσουν τα όρια των αντιπάλων τους. Σύμφωνα με την καταμέτρηση του International Crisis Group που επικαλείται το άρθρο, στον κόσμο βρίσκονται σε εξέλιξη 65 συγκρούσεις, οι περισσότερες από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι «σφαίρες επιρροής»
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η επιστροφή της αντίληψης ότι η ισχύς νομιμοποιεί τις διεκδικήσεις.
Ο Ράχμαν εντάσσει σε αυτό το πλαίσιο τόσο τις εδαφικές φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας όσο και τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον Καναδά.
Πίσω από αυτή την προσέγγιση βρίσκεται μια θεωρία: αν οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίσουν η μία τη σφαίρα επιρροής της άλλης, μπορούν να αποφύγουν τη μεταξύ τους σύγκρουση.
Ο σχολιαστής των FT απορρίπτει αυτή τη λογική ως επισφαλή. Πρώτον, επειδή αγνοεί τη βούληση των μικρότερων χωρών. Η Ουκρανία έχει ήδη αποδείξει ότι μια χώρα μπορεί να αντισταθεί στρατιωτικά στην υποταγή της σε έναν ισχυρότερο γείτονα.
Δεύτερον, επειδή τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων δεν χωρίζονται σε καθαρές γεωγραφικές ζώνες. Η Ταϊβάν έχει κρίσιμη σημασία για την παγκόσμια βιομηχανία προηγμένων ημιαγωγών. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποδεχθεί την επιστροφή κρατών-μελών της στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Το πιο επικίνδυνο ερώτημα
Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται η αξιοπιστία της αποτροπής.
Επί δεκαετίες, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχικές δεσμεύσεις και ο φόβος πυρηνικής αναμέτρησης περιόριζαν τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Σήμερα, όμως, ο Ράχμαν θέτει ένα ερώτημα που δεν έχει αυτονόητη απάντηση: θα πολεμούσαν οι ΗΠΑ του Τραμπ για να υπερασπιστούν τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία;
Η αβεβαιότητα μπορεί να ενθαρρύνει έναν αντίπαλο να αναλάβει ένα ρίσκο που διαφορετικά θα απέφευγε.
Εδώ βρίσκεται και η ιστορική προειδοποίηση. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την πιθανότητα βρετανικής επέμβασης για το Βέλγιο. Το 1939, ο Χίτλερ πίστεψε ότι η Βρετανία και η Γαλλία θα υποχωρούσαν ξανά, παρά την εγγύηση ασφαλείας προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο υπολογισμός αποδείχθηκε λανθασμένος.
Σήμερα, ο Πούτιν πρέπει να σταθμίσει την αξιοπιστία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και ο Σι την πιθανότητα αμερικανικής αντίδρασης σε επίθεση στην Ταϊβάν.
Ο κίνδυνος, καταλήγει ο Ράχμαν, είναι κάποιος να θεωρήσει μια εγγύηση ασφαλείας κενή περιεχομένου — και να ανακαλύψει το λάθος του αφού έχει αρχίσει ο πόλεμος.
Πηγή: naftemporiki.gr
Πηγή: i-epikaira.blogspot.com
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου