ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

ΚΟΛΥΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η πρόκληση  του Διαφωτισμου και οι Κολυβάδες
π. Γ. Μεταλληνός
Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.
Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ’ όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.
Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία – άγνωστη στην καθ’ ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ’ εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι’ αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ’ όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ’ όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα – μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.
Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:
α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ’ αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος – προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.
β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ’ εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ’ αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι’ αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ’ οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ’ αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.
γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι’ αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».
δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει…». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ’ ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.
Συμπερασματικά:
1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ’ αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.
2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι’ αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ’ ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ’ εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.
3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).
4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.

(Πηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)


ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ



Η ανανεωτική κίνηση, πού κατακλύζει την Ευρώπη αυτή την εποχή είναι ο Διαφωτισμός. Ήταν ένα κίνημα πολυδιάστατο, πού ερχόταν να αλλάξει όλη τη ζωή. Ή αλλαγή νοοτροπίας στον κοινωνικό χώρο (αντιφεουδαρχικό πνεύμα, αστική νοοτροπία) συνοδευόταν από τη διάδοση των θετικών επιστημών και της νέας (θετικιστικής) φιλοσοφίας στην παιδεία, με παράλληλη απόρριψη της παλαιάς σκέψης και κάθε έννοιας παράδοσης. Ο πνευματικός και κοινωνικός αυτός ριζοσπαστισμός άρχισε στο β' μισό του 18ου αι. να αρδεύει και την ελληνική κοινωνία. Ή συνάντηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με τη ρωμαίικη παράδοση πραγματοποιήθηκε σε διάφορα επίπεδα:

α) στο χώρο της παιδείας και ιδεολογίας,
β) στο χώρο του εθνικού προσανατολισμού και
γ) στο χώρο της κοινωνίας.

Εκφράσθηκε δε ως αμφισβήτηση των παραδοσιακών πραγματικοτήτων και εισαγωγή νέου συστήματος αξιών, ως ρήξη με τα κυρίαρχα στρώματα και τάση για δημιουργία εθνικού κράτους και ως αγώνας για κοινωνική μεταρρύθμιση και απελευθέρωση.

Το πρόβλημα με το Διαφωτισμό για τον ελληνικό χώρο δεν ήταν απλό. Ο Διαφωτισμός, με τις ριζοσπαστικές τάσεις του, δεν ήταν φυσική εξέλιξη ζυμώσεων και διαδικασιών, πού έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία. Ήταν γέννημα ξένων ανησυχιών και μεταφυτευόταν στον ελληνικό χώρο χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, για να μπορέσει να ενσωματωθεί αθόρυβα σ' αυτόν.

Η σύγκρουση, συνεπώς, του παραδοσιακού με το (εισαγόμενο) νέο ήταν αναπόφευκτη. Η μελέτη λ.χ. των θετικών επιστημών, πού ήταν αληθινή πρόοδος στο χώρο της παιδείας, έφερνε στην Ανατολή και έναν παραποιημένο ορθολογισμό, πού συνδυαζόταν στους Έλληνες διαφωτιστές συχνά με αντιπαραδοσιακές τάσεις. Αυτό συνέβαινε, γιατί η έκπληξη των χαλαρά συνδεομένων με την παράδοση τους Ρωμηών μπροστά στα ξένα επιστημονικά επιτεύγματα μυθοποιούσε τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού κόσμου, με παράλληλη υποτίμηση της ρωμαίικης παράδοσης, πού δεν είχε να παρουσιάσει ανάλογες εξελίξεις. Αυτή την «έκπληξη» ενσαρκώνει και εκφράζει συχνά στα κείμενα του ο Αδαμάντιος Κοραής (π.χ. μπροστά στον Βολτέρο). Σ' αντίθεση όμως μ' αυτούς οι Ρωμηοί, πού είχαν συνείδηση της ουσίας της παράδοσης τους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, έμεναν μακριά από την έκπληξη αυτή, αποτιμώντας ψυχραιμότερα και νηφαλιότερα την Ευρώπη και την πρόοδο της.

Η αλλαγή έτσι, στο χώρο της παιδείας ή της κοινωνίας δεν ήταν δυνατό να μείνει χωρίς πρόκληση συγκρούσεων.

Η «εμπειρική φιλοσοφία» αντικατέστησε την αριστοτελική μεταφυσική και προκάλεσε την πάλη των παλαιοφιλοσόφων με τους νεοφιλοσόφους πόσο μάλλον, αφού οι οπαδοί της «νεωτεριστικής» φιλοσοφίας εκπροσωπούσαν συχνά θεϊστικές, αντιτριαδικές ή και αθεϊστικές ακόμη αντιλήψεις και ζητούσαν τουλάχιστον οι περισσότερο δυτικοποιημένοι, όχι την ανανέωση ή τον εμπλουτισμό της παράδοσης τους, αλλά την υποκατάστασή της. Τα νέα φιλοσοφικά συστήματα, του Μαλμπράνς, του Λάιμπνιτς, του Βόλφ, του Λόκ, του Σπινόζα ή του Βολταίρου και του Ρουσσώ άρχισαν να κυριαρχούν στο χώρο της ελληνικής διανόησης, κατηγορούμενα από τους εκτοπιζόμενους παλαιοφιλόσοφους (αριστοτελικούς) ως αθεΐα και ανατροπή. Εντούτοις, μεγάλοι λόγιοι, οι περισσότεροι μάλιστα κληρικοί - όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Βενιαμίν Λέσβιος κ.π.ά. έγιναν οι γέφυρες στη σύζευξη του ανατολικού χώρου με το νέο δυτικοφιλοσοφικό και επιστημονικό πνεύμα.


______Η ΡΗΞΗ__________________

Είναι γεγονός, ότι παρά τις αναμφισβήτητες θετικές πλευρές του, ιδιαίτερα στην παιδεία, ο Διαφωτισμός μπόλιασε την ελληνική συνείδηση και με στοιχεία αναιρετικά της ταυτότητας της, π.χ. με τη θρησκευτική αδιαφορία ή και αθεϊστικές ακόμα τάσεις. Το προβάδισμα της γνώσης οδήγησε στην απολυτοποίηση της επιστήμης, π.χ. της φυσικής, και έπρεπε να έλθουν οι μεγάλοι φυσικοί του 20ού αιώνα (Αϊνστάιν, Χάιζεμπεργκ, Πλάνκ κ.ά.), για να αποδείξουν τις περιορισμένες δυνατότητες της. Ή στροφή, έπειτα, στο ενδοκοσμικό και η υπερεκτίμηση και απολυτοποίηση του, οδηγούσαν στην αποδοχή του θρησκευτικού φιλελευθερισμού ή του αδιαφορισμού και ξένων τρόπων ζωής και την υποτίμηση της πνευματικότητας της Ρωμανίας και του παραδοσιακού κοινοτικού πνεύματος, πού άρχισε να υποχωρεί μπροστά σε έναν προοδευτικά αυξανόμενο ατομισμό, προϊόν του αστικού πνεύματος.

Το αποτέλεσμα αυτής της όχι ομαλής εξέλιξης ήταν ο διχασμός των πνευματικών δυνάμεων του Γένους.

Στην ουσία αναβίωσε η μόνιμη διαίρεση, πού παρασιτούσε στα σπλάγχνα του Γένους, και πού παλαιότερα, όπως είδαμε, εκφραζόταν με τη διπολικότητα: ενωτικοί-ανθενωτικοί.

Και τώρα η αντίθεση σαρκώθηκε σε δύο ομάδες. Όσοι δεν είχαν ισχυρό σύνδεσμο με την πατερική παράδοση δόθηκαν ολόκληροι στις δυτικές ιδέες. Όσοι όμως ήταν ριζωμένοι στη ρωμαίικη παράδοση τους δεν μαγεύτηκαν από τα «φώτα» της Ευρώπης, αλλά δημιούργησαν έναν ελληνότροπο Διαφωτισμό. Αυτό σημαίνει, ότι δέχτηκαν ό,τι αποτελούσε πρόοδο στο χώρο της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της κοινωνίας, χωρίς όμως να οδηγηθούν στην υποτίμηση και απόρριψη της ρωμαίικης παράδοσης, μέσα στην οποία ζυμώθηκε το Γένος. Η πνευματική υποδούλωση στη Δύση θα αποτελεί από τότε το μόνιμο πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού.


________Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ______________

Εδώ πρέπει να εντοπιστεί και η αντίδραση στις νέες ιδέες, πού σημειώθηκε ιδιαίτερα στους κόλπους της Εκκλησίας. Φαίνεται αλήθεια περίεργο, ότι στο εκκλησιαστικό σώμα αναδείχθηκαν οι τολμηρότεροι αποδέκτες των νέων ιδεών, αλλά και η ισχυρότερη αντίδραση απέναντι τους. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η «αντινομία»;

Η μόνιμη και ηγετική σύνδεση του Κλήρου με την παιδεία ήταν επόμενο να τον τοποθετήσει στο προσκήνιο της πάλης των ιδεών. Η στάση των εκπροσώπων της Εκκλησίας, πού καθοριζόταν σε μεγάλο ποσοστό από τις προσωπικές διαθέσεις και προϋποθέσεις τους, πήρε όλες τις δυνατές αποχρώσεις, από την απόλυτη παραδοχή μέχρι την απόλυτη άρνηση. Η αντίληψη, πώς υπήρχε ένα αντιδραστικό κέντρο (το οικουμενικό Πατριαρχείο) και μια ευέλικτη περιφέρεια, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται απόλυτα στα πράγματα. Ήταν συχνές, άλλωστε, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ίδιους τους επιστήμονες – ή λόγιους - κληρικούς: π.χ. Μπαλάνος εναντίον Βούλγαρη, Πάριος εναντίον Βενιαμίν Λεσβίου κλπ.

Κατ' αρχήν ήταν φυσικό το Πατριαρχείο - και μάλιστα οι Πατριάρχες - πού ζούσαν κάτω από τον μόνιμο καταπιεστικό έλεγχο του σουλτάνου, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις εκτιμήσεις και εκδηλώσεις τους. Δεν πρέπει επίσης να παραθεωρηθεί η στροφή (από το 1792-3) της Ρωσίας εναντίον της Γαλλίας και προς την πλευρά της Τουρκίας, πού είχε σημαντική επιρροή στη στάση και του οικουμενικού Πατριαρχείου απέναντι στη Δύση γενικά.
Ο Κλήρος, όπως είδαμε και στην περίπτωση της ένοπλης αντίστασης, δεν έχει το «δικαίωμα» να αστοχεί στις επιλογές του. Γιατί τα λάθη του θα έχουν συνέπειες καταστροφικές σ' όλο το Γένος, ως εκκλησιαστικό σώμα. Δεν μπορούσε, συνεπώς, το Πατριαρχείο να δεχτεί τις νέες ιδέες ανεξέλεγκτα και με την ευκολία των λογίων, οι όποιοι στις ενέργειες και αποφάσεις τους εκπροσωπούσαν μονό τον εαυτό τους. Το νέο, έπειτα, δημιουργεί πάντα δισταγμούς και υποψίες και στις πιο καλοπροαίρετες συνειδήσεις. Πόσο περισσότερο, όταν πολλές από τις «εισαγόμενες» νέες ιδέες συνιστούσαν ανατροπή της ρωμαίικης παράδοσης, την οποία είχε ταχθεί να φυλάει η Εκκλησία. Την υπάρχουσα δε ρευστότητα και στις δυο πλευρές δείχνει καθαρά η περίπτωση της «δίωξης» του (κληρικού) Βενιαμίν Λεσβίου (1803). Η σύνοδος του οικουμενικού Πατριαρχείου διχάστηκε απέναντι του. Οι μισοί συνοδικοί και ο ίδιος ο Πατριάρχης (Καλλίνικος Δ') τάχθηκαν υπέρ αυτού. Αλλά και ο ίδιος ο Βενιαμίν, προβαλλόμενος συνήθως ως προοδευτικός και θύμα του προοδευτισμού του, με άκρατο συντηρητικό πείσμα απέρριπτε το νευτωνικό νόμο της βαρύτητας, για να δικαιώσει το «πανταχηκίνητό» του και δεχόταν τον ήλιο «σκοτεινό» ξεπερνώντας δηλαδή και αυτό τον Μεσαίωνα! Ποια αίτια, λοιπόν, διαμόρφωσαν αυτή την ποικιλία των τάσεων;


________ΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ__________

Πρώτα η ιδιαιτερότητα των ίδιων των εκκλησιαστικών προσώπων. Οι πιο φιλελεύθεροι κληρικοί (χαρακτηριστική περίπτωση ο Θ. Καΐρης) απορροφήθηκαν από τις νέες ιδέες τόσο, πού έφτασαν σε σημείο να απορρίψουν την παράδοση τους, πού φυσικά δεν την είχαν ποτέ γνωρίσει αληθινά. Δεν ήταν άγνωστο άλλωστε το φαινόμενο, να εισέρχονται μερικοί στον κλήρο μόνο, για να έχουν τις δυνατότητες να σπουδάσουν, χωρίς την αναγκαία εσωτερική κλήση. Οι συντηρητικοί απέρριπταν τις νέες ιδέες, για να μείνουν πιστοί στην παλαιά φιλοσοφία και κοσμοθεωρία, πού είχαν διδαχθεί και στην οποία όφειλαν το κύρος τους, ανίκανοι να παρακολουθήσουν το ρυθμό της εποχής τους. (π.χ. Ιερ. Δενδρινός, Δωρ. Βουλησμάς και - κάπως λιγότερο - ο Αθαν. Πάριος).

Μόνον οι πατερικοί (όπως λ.χ. ο Βούλγαρης και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) θα επιτύχουν την ισορροπία, γνωρίζοντας πώς ή νέα επιστήμη και φιλοσοφία δεν μπορούσε καθόλου να βλάψει τη θεολογική παράδοση τους.

Από πλευράς εκκλησιαστικής, άλλωστε, στην ελληνορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρχαν οι αρνητικές προϋποθέσεις, πού βρήκε ο Διαφωτισμός στη Δύση. Εκεί ο χριστιανισμός είχε γίνει από πλευράς μεν θεολογίας, φιλοσοφικό σύστημα και από πλευράς κοινωνίας, κράτος - πολιτική δύναμη (= Παπισμός). Έτσι, στο χώρο της διανόησης η νέα φιλοσοφία απέρριψε εκεί τη χριστιανική μεταφυσική, πού ανήκε στην παλαιά χριστιανο-αριστοτελική σκέψη, και στο χώρο της κοινωνίας τα ριζοσπαστικά ρεύματα απέκρουαν τη συντηρητικότητα του ρωμαιοκαθολικισμού και το Παπικό κράτος.

Στη ρωμαίικη Ανατολή όμως, παρά τις αστοχίες και ανεπάρκειες των ανθρώπων, η Εκκλησία συνέχισε την πατερική παράδοση. Στο χώρο της θεολογίας οι ησυχαστές κράτησαν την καθαρότητα της θεολογίας ως αγώνα θέωσης και στο χώρο της κοινωνίας, όπως είδαμε, η Εκκλησία σήκωσε αγόγγυστα το σταυρό του Γένους.

Οι πατερικοί και αυθεντικά παραδοσιακοί Έλληνες διανοούμενοι ήξεραν συνεπώς, ότι η γνώση τον Θεού (Άκτιστου) δεν μπορεί ποτέ να έλθει σε σύγκρουση με τη γνώση του κόσμου (κτιστού), γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά εγχειρήματα.

Η πρώτη γνώση έχει όργανο την καθαρή από πάθη και φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα καρδιά. Η δεύτερη γνώση έχει για όργανο τα λόγο (τη λογική). Είναι, συνεπώς, άλλο και άλλο. Αλλά, και από άποψη μεθόδου ο εμπειρικός χαρακτήρας της νέας δυτικής φιλοσοφίας δεν προκαλούσε αντίδραση στους πατερικούς της Ανατολής, όπως ξένιζε τους δυτικούς μεταφυσικούς και τους ανατολικούς συντηρητικούς, πού ταυτίζονταν τελικά μεταξύ τους. Γιατί και η θεολογική μέθοδος της Ορθοδοξίας είναι θετική-εμπειρική-σωματική, και όχι διανοητική-μεταφυσική. Η Ορθοδοξία εκφράζεται ως άσκηση -εμπειρία και προσπάθεια θεραπείας (θεραπευτική της ανθρώπινης ύπαρξης). Με το Διαφωτισμό έξαλλου πέρασαν στη ζωή του ρωμαίικου οι δυτικές «χρηστοήθειες» (κανόνες ηθικής συμπεριφοράς – Savoir vivre!). Από τον αυθορμητισμό της καρδιάς και το ρωμαίικο ήθος, περνούσε έτσι το Γένος στην τυποποιημένη συμπεριφορά των καλών τρόπων και του ηθικισμού.


________ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ______

Πέρα όμως από αυτά, η στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου χρειάζεται μια πολύ προσεκτική εκτίμηση. Οι εγκύκλιοί του, πού καταδικάζουν τις «καινοφανείς διδασκαλίες», δεν μπορούσαν να μην υπακούουν στις απαιτήσεις της Πύλης, πού καταδίκαζε για δικούς της λόγους την επιστήμη και τις νέες ιδέες.

Στα 1716 λ.χ., λόγω του αραβικού φανατισμού, με φετβά του Σεϊχουλισλάμη απαγορεύθηκαν τα βιβλία της αστρονομίας, ιστορίας και φιλοσοφίας. Πώς θα μπορούσε μια οθωμανική αρχή, όπως ήταν για το κράτος το ρωμαίικο Πατριαρχείο, να φανεί υπέρμαχο της επιστήμης; Όταν δε το Πατριαρχείο προβαίνει σε «καταδίκες», δεν καταδικάζει την ίδια την επιστήμη, αλλά κυρίως τις πλάνες, πού σχετίζονται με την πίστη. Όταν, πάλι, οι «καταδίκες» αναφέρονταν στη «φθοροποιόν λύμην», πού προερχόταν από τη Γαλλία, δεν πρέπει να παραθεωρεί κανείς τα αθεϊστικά κηρύγματα και τις αντιχριστιανικές ενέργειες της Γαλλικής Επανάστασης, πού δεν μπορούσαν φυσικά να αφήσουν το Πατριαρχείο αδιάφορο. Πόσο μάλλον, όταν «η τουρκική εξουσία ανησυχεί και εξωτερικούς και εσωτερικώς και εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως προεκάλεσε, δι' ων αφωρίζοντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες» (Ι. Φιλήμων). Η οργή της Πύλης για κάθε ελληνική πρόκληση ήταν επόμενο να ξεσπά πάνω στο Πατριαρχείο. Αυτό το λησμονούσαν συχνά οι Έλληνες, πού ανέπτυσσαν «εκ του ασφαλούς» αντιοθωμανική δράση, έξω από τα σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Πατριαρχείο όμως έμενε ο «Κυρηναίος» του Γένους και κυματοθραύστης όλων των δεινών του.Έπειτα, όχι λίγοι από τους έλληνες λογίους, στον ενθουσιασμό τους για το νέο πνεύμα, δεν μπορούσαν (ή και δεν ήταν πρόθυμοι) να κάμουν διάκριση ανάμεσα στο δυτικό κλήρο, πού είχε γίνει κοινωνική τάξη και στον ανατολικό- Αυτό ήταν δυνατό μόνο στους παραδοσιακούς πού ζούσαν συνειδητά στο εκκλησιαστικό σώμα, όπως ο Μακρυγιάννης. Έτσι το Πατριαρχείο, βλέποντας τις νέες ιδέες να μεταφέρουν στην Ανατολή και το αντικληρικό πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού, ήταν επόμενο και το ίδιο να ανησυχεί για την εισαγωγή αυτού του πνεύματος στην Ανατολή. Προκλήσεις αντικληρικών (ή και αντί εκκλησιαστικών) φυλλαδίων, όπως Ο Ανώνυμος του 1789 (κατά των μυστηρίων), ο Ρωσαγγλογάλλος (±1805), η Ελληνική Νομαρχία (1806), οι «Στοχασμοί τον Κρίτωνος» (1819) ή τα δημοσιεύματα του Χριστόδουλου Παμπλέκη (καθαρά αντιχριστιανικά), δεν ήταν δυνατό να περάσουν απαρατήρητες και αναπάντητες.Την ένταση αυτή φανερώνει η πασίγνωστη Πατρική Διδασκαλία (1798), ένα καθαρά φιλοτουρκικό και συντηρητικό κείμενο, πού από τη μια κινείται μέσα στο ιδεολογικό πλαίσιο της Πύλης και έχει καταφανή την επιρροή της και από την άλλη εκφράζει και το πνεύμα του Πατριαρχείου απέναντι στις βιαιότητες της Γαλλικής Επανάστασης (1793 κ.έ. βασιλοκτονία, τρομοκρατία), η οποία την εποχή αυτή-είναι γεγονός- είχε αρχίσει να απογοητεύει και τους πρώην θερμούς υποστηρικτές της. Τη σύγκρουση του Γένους ενσαρκώνει ο Κοραής, πού εκδίδει ανώνυμα τη Διδασκαλία Αδελφική το ίδιο έτος, εκπροσωπώντας την «προοδευτική» παράταξη. Και είναι γεγονός, ότι και αυτός ο για πολλά άλλα καυστικός αντιπατριαρχικός Κοραής καταδικάζει το κείμενο, όχι όμως και το Πατριαρχείο. Καμιά ορθή κρίση για τη στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορεί να στηριχθεί σε κείμενα, όπως η Πατρική Διδασκαλία. Ούτε όμως πάλι είναι δυνατό να αντληθεί αντικειμενική πληροφόρηση από κείμενα με λιβελλικό χαρακτήρα. Γι' αυτό με μεγάλη προσοχή πρέπει να διαβάζονται έργα, όπως η Ελληνική Νομαρχία (1806). Η κατανόηση τους προϋποθέτει καλή γνώση της εποχής και όλων των τάσεων της, για να μη γίνεται ιδεολογική ερμηνεία της ιστορίας.
 

________ΟΙ «ΔΙΩΞΕΙΣ»______________

Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις «δίωξης» κληρικών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η έρευνα όμως, πού συνεχώς φωτίζεται με νέα ευρήματα, αποδεικνύει ότι, όταν στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για καθαρές παρεξηγήσεις, υπάρχουν και ουσιαστικοί λόγοι. Το 1721 π.χ. αφορίστηκε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, αλλά γιατί κατηγορήθηκε για αντιτριαδικές τάσεις (ότι απέρριπτε δηλαδή το θεμέλιο του χριστιανισμού, την Αγία Τριάδα). Το ίδιο όμως το Πατριαρχείο τον αθώωσε και τον αποκατέστησε (1725), όταν διαπιστώθηκε η πλάνη της απόφασης. Η «καταδίκη» του έργου του Χριστόδουλου Παμπλέκη ήταν υποχρέωση του Πατριαρχείου, αφού επρόκειτο για ριζική άρνηση του Χριστιανισμού. Μαζί με τον Παμπλέκη (1793) το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε όλο το δυτικό Διαφωτισμό στην άθεη και αντιεκκλησιαστική εκδοχή του, παίρνοντας έτσι επίσημα θέση απέναντι στη «φωτισμένη Ευρώπη», πού εκφραζόταν τότε με την αθεΐα και τρομοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης. Παρόμοια με τον Παμπλέκη περίπτωση υπήρξε, αργότερα, ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853). Η Εκκλησία είχε επαινέσει την προσφορά του στον εθνικό αγώνα και την παιδεία. Δεν μπορούσε όμως να δεχθεί, χωρίς να αυτοκαταργηθεί, τη θρησκεία πού ο Καΐρης κατασκεύασε, τη «θεοσέβεια», η οποία απέρριπτε σύρριζα τη χριστιανική πίστη.

Μέσα σε τέτοια περίπου πλαίσια τοποθετούνται οι ιδεολογικές συγκρούσεις του 18ου αιώνα. Ήταν μια ταραγμένη εποχή-πραγματικά κοσμογονική - πού το νέο (και όχι πάντα ωφέλιμο για το Γένος) συγκρουόταν με το παλαιό (είτε τη δοκιμασμένη παράδοση, είτε τη δυσκίνητη πια συντήρηση). Οι εκτιμήσεις των επιμέρους προσώπων, όχι πάντα ορθές, συνέβαλλαν στην όξυνση των πνευμάτων και συνετέλεσαν στο να βρεθεί διχασμένο για μια ακόμη φορά το Γένος σε στιγμές κρίσιμες για τον προσανατολισμό της όλης του πορείας, όπως συνήθως συμβαίνει.


_________ΡΗΓΑΣ & ΚΟΡΑΗΣ___________

Τις ιδέες τής Γαλλικής Επανάστασης ασπάστηκαν και προπαγάνδισαν στο γένος ο Ρήγας (1757-1798) και ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Ήταν και οι δύο, με το δικό του τρόπο ο καθένας, φορείς του γαλλικού Διαφωτισμού. Ό πρώτος, με κέντρο δράσης τη Βιέννη, εξέδωσε μεταφράσεις δυτικών έργων (Σχολείον ντελικάτων εραστών, Φυσικής απάνθισμα κλπ.), αλλά και έργα δικά του (Επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, Χάρτα της Ελλάδος, Νέα πολιτική διοίκησις κλπ.).

Ο δεύτερος, ζώντας στο Παρίσι, επηρεάστηκε από το γαλλικό Φιλελευθερισμό, αλλά όχι και το επαναστατικό πνεύμα, όπως ο Ρήγας. Προσπάθησε να ξανασυνδέσει το Γένος με την αρχαιότητα (ανάμνηση) υποτιμώντας όμως τη Ρωμανία-Βυζάντιο και με τη «φωτισμένη Ευρώπη» (μετακένωση), την οποία θεωρούσε άμεση κληρονόμο του ελληνικού πνεύματος, αδιαφορώντας όμως για την πνευματική αλλοτρίωση, πού ή μεσαιωνική Ευρώπη είχε υποστεί (εκφράγκευση) και παραβλέποντας το γεγονός, ότι ο Ελληνισμός δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά από την Ορθοδοξία. Με την αναζήτηση της «μέσης Οδού» στο ζήτημα της γλώσσας, έγινε δημιουργός του «γλωσσικού ζητήματος», πού με την εμφάνιση και του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929) θα ταλαιπωρήσει το Γένος με μακροχρόνιες άσκοπες και ανώφελες συγκρούσεις.
Με τις πολλές όμως και ποικίλες εκδόσεις του ο Κοραής ήθελε να δώσει στο Έθνος ένα όπλο, για να αποκτήσει την ελευθερία του.


________ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ__

Και ο εκκλησιαστικός όμως χώρος ανέδειξε σπουδαίους πνευματικούς ηγέτες, πού σκοπό του αγώνα τους έταξαν το φωτισμό του Γένους, παράλληλα όμως με τη διακράτησή του στα πλαίσια της παράδοσης του. Συγχρόνως με τον Ευγένιο Βούλγαρη και το Νικηφόρο Θεοτόκη, αναγεννητικό -σε καθαρά ορθόδοξες βάσεις- έργο ανέπτυξε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779). Έγινε ο απόστολος της ενότητας του Γένους μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, την ελληνική γλώσσα και την κοινότητα. Υποστήριξε την παιδευτική προσπάθεια, ιδρύοντας ο ίδιος πολλά σχολεία. Γιατί δεχόταν το σχολείο ως δεύτερη εκκλησία, αφού σκοπό έχει να οδηγεί κι αυτό στη γνώση του θεού και την αδελφοποίηση των ανθρώπων.

Ο Πατροκοσμάς ανήκε στον κύκλο των μαθητών του Ε. Βούλγαρη, πού είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν το Γένος με την παιδεία, για να βρει την ελευθερία του. Μέλη της ομάδας αυτής υπήρξαν ο Πατροκοσμάς, ο Ι. Πέζαρος και ο κατοπινός σπουδαίος ιεράρχης Πλαταμώνος Διονύσιος. Σημασία δε έχει, ότι ο άγιος Κοσμάς δεν ανέπτυξε τη δράση του με απλή δική του πρωτοβουλία, αλλά με άδεια και ευλογία του οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, εκτελώντας δηλαδή αποστολή εκκλησιαστικά επιδοκιμασμένη.Το β' μισό του 18ου αί., ως απάντηση στην πρόκληση του Διαφωτισμού, εκδηλώθηκε το κίνημα των Κολυβάδων. Μια σειρά (λογίων) μοναχών του Αγίου Όρους, πού ονομάσθηκαν από τους αντιπάλους τους «Κολυβάδες» (από τα κόλυβα), με την πλούσια συγγραφική παραγωγή τους και την επανέκφραση της Ορθόδοξης παράδοσης πού επιχείρησαν, θέλησαν να συμβάλουν στο ρωμαίικο διαφωτισμό του Γένους. Κορυφαίοι του κινήματος ήταν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) ο άγιος Μακάριος Νοταράς και ο Αθανάσιος Πάριος.

Ο Νικόδημος ήταν άριστος γνώστης των επιστημών της εποχής του, όπως και ο Πάριος, πού δίδασκε ο ίδιος μαθηματικά. Ό δεύτερος, σφοδρότερος ως χαρακτήρας, στο έργο του Αντιφώνησις... επικρίνει τους «από Ευρώπης ερχόμενους φιλοσόφους», όπως και τις σπουδές στη Δύση, αλλά για όσους ήθελαν να γίνουν κληρικοί και στο μέτρο, πού οι σπουδές αυτές απομακρύνουν από την Ορθοδοξία.Οι Κολυβάδες πέρα από τις ατομικές ιδιαιτερότητες τους στο σύνολο τους δεν ήταν αντίθετοι στην αληθινή γνώση. Μετέχοντας όμως στη ρωμαίικη παράδοση, μπορούσαν να διακρίνουν τις αρρώστιες και αδυναμίες της τόσο φημιζόμενης Ευρώπης. Το κολυβαδικό κίνημα είχε μια βαθιά πνευματική διάσταση. Ήταν στην ουσία του «φιλοκαλική» (ησυχαστική) αναγέννηση, πού παρουσίαζε πολλές αναλογίες με την ησυχαστική κίνηση του 14ου αι. Και στις δύο περιπτώσεις, ή πρόκληση πού δόθηκε από τη Δύση συνετέλεσε στο να φανερωθεί ευρύτερα η ορθόδοξη παράδοση, πού συνεχιζόταν στα πρόσωπα των ησυχαστών, και να χρησιμεύσει ως άντί6αρο στο δυτικό ορθολογισμό και την επιχειρούμενη εκφιλοσόφηση ή απόρριψη της πίστης. Οι Κολυβάδες αντιπαρέταξαν στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και το κοσμικό του πνεύμα τους «θεουμένους» - τους Αγίους, και στη σοφία του κόσμου τη θεία σοφία και την αγιοπνευματική εμπειρία.


________Η ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ___________

Γίνεται όμως έτσι φανερό, ότι η πνευματική αναγέννηση του Γένους δεν έμεινε ελεύθερη από έντονες φυγόκεντρες τάσεις. Η δίψα για μάθηση οδήγησε στην ανεξέλεγκτη πρόσληψη αλλότριων ιδεών, πού δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν στην παράδοση του Γένους, χωρίς να επιφέρουν την αλλοίωση της. Και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος για πρόοδο. Γιατί δεν μπορεί να είναι πρόοδος η ανακοπή της πνευματικής και πολιτιστικής πορείας του Γένους.Από τον κίνδυνο αυτό αγωνίστηκαν να προφυλάξουν το Γένος ο Πατροκοσμάς και οι Κολυβάδες, μαζί με πολλούς άλλους, δημιουργώντας μιαν Αντίρροπη στάση: την κριτική και εκλεκτική τοποθέτηση απέναντι στα εισαγόμενα προϊόντα της επιστήμης και του πολιτισμού. Ή πνευματική αυτή διελκυστίνδα, πού δείχνει τον δυναμισμό του Ελληνισμού, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


________ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ____

Αξιοσημείωτο παρ' όλα αυτά είναι, ότι η θαυμαστή πρόοδος της ελληνικής παιδείας είχε μια διαβαλκανική ακτινοβολία, σε σημείο πού οι Έλληνες να γίνουν φωτιστές και των άλλων ορθοδόξων εθνοτήτων. Ή διαφωτιστική μάλιστα δράση ελλήνων κληρικών στις περιοχές αυτές υπήρξε γι' αυτές ευεργετική.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος και η δράση του στη Βλαχία και Μολδαβία. Ανάλογη εξάπλωση στις βαλκανικές χώρες είχε και η πνευματική αναγέννηση των Κολυβάδων, πού συνετέλεσε στην επιστροφή στις πατερικές ρίζες και της σλαβικής ορθοδοξίας, με το εξής μάλιστα περίεργο.

 Οι Έλληνες, με την επίδραση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, οδηγήθηκαν σε μια δυτικού τύπου θρησκευτικότητα (ευσεβισμό). Οι άλλοι όμως βαλκάνιοι, και μαζί τους και οι Ρώσοι, γνώρισαν το 19ο αι. αληθινή ησυχαστική αναγέννηση, πού παρουσίασε μεγάλο αριθμό αγίων.
 


 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ -
π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
http://www.egolpion.com/diafwtismos_e8nos.el.aspx

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΕΘΙΣΜΟ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ..ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ...ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥς ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ..ΝΑ ΕΙΣΘΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ

«Πνεύμα» των Χριστουγέννων[Γράφει ο Κώστας Χαλάτσης]


Κοινωνικές προεκτάσεις της εορταστικής περιόδου
Η ημερολογιακή περίοδος του δευτέρου, κυρίως, 15νθημέρου του Δεκεμβρίου και μέχρι περίπου και το πρώτο 10ήμερο του Γενάρη της κάθε νέας χρονιάς αποτελεί μια μοναδικής σημασίας χρονολογική καμπή στους συνήθεις ρυθμούς κάθε κοινωνίας στον πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής.
Και η τελευταία υπογράμμιση «και της ελληνικής», καθόλου περιττή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, γιατί σαφώς η αναφορά μας έχει να κάνει με την κλασσική εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, πάγιων εορτών που ενώ δεσπόζουν αιώνες τώρα στο παγκόσμιο προσκήνιο, ίσως μέχρι τουλάχιστον πριν μια δεκαετία, στην Ελλάδα ειδικότερα θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μια άλλη νοηματοδότηση τους. Και η διαφορά έγκειτο στο ότι για τον Έλληνα, τον γαλουχημένο με τα νάματα της Ορθόδοξης πίστης και παράδοσης, ο κεντρικός άξονας της συγκεκριμένης εορταστικής περιόδου ήταν πάντοτε το γεγονός της γεννήσεως του Θεανθρώπου και γύρω από αυτόν κάθε προέκταση ή εορταστική έκφανση των ημερών είχε μια «δορυφορική» λειτουργία στην περιρρέουσα ατμόσφαιρά της χαράς και του πανηγυρισμού.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ ΕΠΕΙΔΗ ΑΛΛΑΖΕΙ;
Χωρίς δηλαδή να παραθεωρείται ή να υποτιμάται η αναγκαιότητα της σηματοδότησης του εορτασμού με κάθε υλικό αγαθό και τρόπο, ένεκεν της τέρψης και της ευφροσύνης που ασφαλώς πρέπει να χαρακτηρίζουν την κάθε γιορτή, η ίδια η ουσία της εορταστικής περιόδου ήταν το γεγονός της ενανθρωπήσεως του ίδιου του Θεού κάτι που σημαίνει, όχι απλώς ένα ιστορικό γεγονός που έλαβε χώρα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και έκτοτε τιμάται παγκοσμίως αλλά κάτι ριζικά διαφορετικό. Και αυτή η διαφορετικότητα δεν είναι άλλη από τις νέες οντολογικές προοπτικές που έδωσε ο ερχομός του Χριστού σε κάθε άνθρωπο αυτού του πλανήτη. Δηλαδή η προοπτική ο άνθρωπος να γίνει – κατά Χάριν – Θεός βιώνοντας στην ίδια του τη ζωή, πέρα από τις κοσμικές εορταστικές αναφορές, τα καθημερινά δικά του Χριστούγεννα, το καθημερινό δικό του Πάσχα – Σταυρό και Ανάσταση – στην αρένα του προσωπικού καθημερινού αγώνα. Και βέβαια ένας τέτοιος καθημερινός αγώνας του ανθρώπου δε θα μπορούσε να αυτονομηθεί έξω από τον παραδοσιακό μυστηριακό χώρο της εκκλησιαστής κοινότητας, όπου εκφαίνονται και διενεργούνται οι ενέργειες του ίδιου του Τριαδικού Θεού. Σε ένα τέτοιο πλέγμα οι Έλληνες βίωναν, είτε ήταν μορφωμένοι είτε όχι, το λεγόμενο πνεύμα των Χριστουγέννων μέχρι πριν μερικά χρόνια. Δηλαδή, δια των Χριστουγέννων ο κόσμος γιόρταζε την εν δυνάμει και εν ενεργεία αλλαγή του. Σήμερα όμως τι ακριβώς συμβαίνει;;;
«ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ»
Με όλο και περισσότερη θλίψη και γόνιμο προβληματισμό – για τους καλοπροαίρετα σκεπτόμενους και «ανήσυχους» – διαπιστώνουμε στη δεκαετία του «Μιλένιουμ» ότι προωθείται μεθοδικά και στρατευμένα και κυρίως δια των «κοσμοκρατορικών» ΜΜΕ η αντικατάσταση των ευχών «Καλά Χριστούγεννα» ή «Καλό Πάσχα» με το άχρωμο, άγευστο και άοσμο «Καλές Γιορτές». Όλα δε, δείχνουν έναν μεθοδευμένο και καλά σκηνοθετημένο τεχνητό αποπροσανατολισμό του μέσου πολίτη – που δεν αποτελεί πλέον για τον κόσμο τούτο πρόσωπο – αλλά αριθμοποιημένη καταναλωτική μονάδα, από το πραγματικό πνεύμα και περιεχόμενο του εορτασμού στη. «συσκευασία» του. Μια συσκευασία όμως, που όσο εντυπωσιακή, «χαρούμενη» ή και «γκλαμουράτη» κι αν είναι, δε παύει να είναι κούφια και το κυριότερο μη ζωηφόρα, αφού δεν έχει μέσα της Χριστό αλλά…Πρωτοχρονιά, με χιόνια και λαμπιόνια. Και ιδού η ειρωνεία αλλά εμμέσως και η βλασφημία της ίδιας της μετανεωτερικής Ιστορίας: Ο κόσμος τούτος δεν γιορτάζει πια την «χρυσή» ευκαιρία της ριζικής του ανακαίνισης, που σπάζει με τη χάρη του Θεού ρηξικέλευθα τα χωροχρονικά δεσμά της βιολογκής ύπαρξης και άγει στην αιωνιότητα και την όντως ζωή – αυτό που η Εκκλησία ονομάζει Σωτηρία – αλλά την επανάληψη μιας χρονικής εναλλαγής και ανανέωσης ενός βιολογικού κύκλου της κτίσης που κινείται απλώς μεταξύ γέννησης, γήρανσης και θανάτου, από καταβολής κόσμου και ορόσημο αυτής της «καταθλιπτικής» ανακύκλισης είναι η 1η Ιανουαρίου της κάθε χρονιάς!
Η γιαγιά και ο παππούς στο χωρίο, μέχρι πριν λίγα χρόνια, που δε γνώριζαν τα ακαδημαϊκά βάθη της Ορθόδοξης Θεολογίας, κρατούσαν όμως τη μικρή Σαρακοστή των Χριστουγέννων, ένιωθαν (βίωναν) ως μυσταγωγία την κρεοφαγία ανήμερα των Χριστουγέννων, όχι επειδή στερήθηκε ο γευστικός τους κόσμος για μερικές μέρες συγκεκριμένες τροφές, αλλά επειδή ακριβώς συνέχαιρε μέσα τους βιωματικά και μυστικά ο υλικός άνθρωπος με τον πνευματικό για τη γέννηση του Θεανθρώπου που ήταν μια πράξη οντολογικά γινόμενη στην εκάστοτε Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. Ένιωθαν το «Σήμερον γεννάται» και όχι πριν 2011 χρόνια στις 25 Δεκεμβρίου.
Αντίθετα σήμερα οι παραδόσεις και τα έθιμα που και στην Ελλάδα διέρχονται μια άνευ προηγουμένου κρίση, από το ζωοποιό έθος της εορτής περάσαμε στο ζωώδη εθισμό του καταναλωτισμού.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟ ΣΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟ»
Οι επιταγές του μεταμοντέρνου υλιστικού κόσμου για την εξασφάλιση μιας μονοσήμαντης – αποπνευματοποιημένης – ευμάρειας καταναλωτικών αγαθών και των αναγκαίων προϋποθέσεων για τον διαρκή πολλαπλασιασμό τους οδηγεί σταδιακά και γοργά την ανθρωπότητα σε μια απόλυτη σαρκική υποδούλωση, περιβεβλημένη ωστόσο με το ένδυμα της τεχνολογικής προόδου και εντέλει της εξάρτησης από αυτήν.
Εδώ ακριβώς υφίσταται και η μεγάλη ιστορική παρεξήγηση ή και παρερμηνεία των προφητικών κειμένων και υπομνηματισμών των αγιογραφικών και πατερικών συγγραμμάτων. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη για παράδειγμα, που ειδικότερα στο 13ο κεφάλαιό της καταφανέστατα προτυπώνει τα σημεία των καιρών που βιώνουμε αυτή την εποχή σχετικά με τις εξελίξεις που αφορούν την αριθμοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου και τις καταναλωτικές του εξαρτήσεις από τη «θεοποιημένη» μηχανή και το «δαιμονικό» αριθμό 666, αποδεικνύει ότι ο Θεός δεν προόρισε ποτέ καμία σύγχρονη κοινωνία να υποδουλωθεί σε κανέναν Αντίχριστο.
Απλώς μέσα στην παγγνωσία του αποκάλυψε δια των Αγίων του και των Θεόπνευστων συγγραμμάτων τους ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, χάνοντας σταδιακά ολοένα και περισσότερο τη χάρη του Θεού και του εν Χριστώ περιεχομένου της ζωής του σε κάθε πτυχή της, θα έφτανε κάποτε με μαθηματική ακρίβεια να προσκυνήσει τις θεοποιημένες από τον ίδιο υλικές ανάγκες του που με την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο, η μόνη ικανοποίηση τους θα περνούσε μέσα από τη χρήση ενός αριθμού που υποστατικά στηρίζει τη στοιχειώδη τεχνολογική  λειτουργία του σημερινού μας πολιτισμού. Μια τέτοια προοπτική όμως για το σημερινό και αυριανό άνθρωπο και δη τον  νεοΈλληνα μόνο δαιμονική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη γενιά του και τις επερχόμενες γενιές!
Κωστής Χαλάτσης
http://antirisis.wordpress.com/2011/12/14/%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/#more-7983

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

ΗΣΥΧΑΣΤΕΣ-ΖΗΛΩΤΕΣ...(ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ-ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΛΑΒΡΟΣ) Μέρος Β΄

Ησυχαστές και Ζηλωτές
Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός



Ο l4ος αιώνας ειναι αποδεδειγμένα μία από τις κρισιμότερες φάσεις της «Βυζαντινής» Ιστορίας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία περίεργη αντινομία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση (δείγμα αποδιοργάνωσης και αποσύνθεσης) διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις (δείγμα ακμής και ρωμαλεότητας). Προχωρεί η εδαφική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας (τα εδάφη μοιράζονται Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί), αλλά παράλληλα σημειώνεται αναγέννηση των γραμμάτων και θεολογική-πνευματική άνθηση. Ο εμφύλιος σπαραγμός κορυφώνεται στο κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα το «Βυζάντιο»/Ρωμανία συγκλονίζεται από τη λεγομένη «ήσυχαστική έριδα», που επιβεβαιώνει εν τούτοις την πνευματική του συνοχή και συνέχεια. Πολιτικοκοινωνικά πράγματα και θεολογία συμπορεύονται και συμπλέκονται σε μια παρατεταμένη κρίση, ως οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, της «βυζαντινής» κοινωνίας. Προσπάθειά μας στο κείμενο αυτό είναι η επισήμανση της ουσίας της θεολογικής και κοινωνικής συγκρούσεως και η απόπειρα ερμηνείας της συναντήσεως των δύο αυτών μεγεθών και της διαπλοκής τους.


Α'

Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης τρεις μεγάλες θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία: το αρσενιανόν σχίσμα (l3ος αι.), η σύγκρουση ησυχαστών-αντιησυχαστών (l4ος αι.) και το ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.), που όχι μόνον αποδεικνύουν τον δυναμισμό της Ορθοδοξίας, αλλά και τη δυναμική της στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η «ησυχαστική έριδα» έλαβε όμως τις μεγαλύτερες διαστάσεις.

α. Η συνήθης αναζήτηση των αιτίων της θεολογικής έριδος του 14ου αι. περισσότερο χαράζει προοπτικές θεωρήσεώς της παρά προσφέρει ερμηνευτική αιτιολόγησή της. Έτσι, γίνεται λόγος για καθαρά πολιτική σύγκρουση, για διένεξη κοσμικού κλήρου και μοναχισμού, για σύγκρουση αριστοτελικών και πλατωνικών στο θεολογικό πεδίο, για αντιπαράθεση δύο διαφορετικών παραδόσεων στους κόλπους της Ορθοδοξίας κ.λπ. Εμφανίζεται δηλαδή η έριδα ως καθαρά ενδοβυζαντινή υπόθεση, ακόμη και στα αίτιά της. Οι έρευνες όμως των τελευταίων δεκαετιών πείθουν, ότι πρόκειται σαφώς για σύγκρουση ανατολικής και δυτικής, ορθοδόξου δηλαδή και φραγκολατινικής παραδόσεως, που έλαβε χώραν επί «βυζαντινού» εδάφους. Την έριδα όχι μόνο την προκάλεσε, αλλά υπήρξε υπεύθυνος και για την οξύτητά της, ένας «μοιραίος» άνθρωπος, ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, η παρουσία του οποίου στην ελληνική Ανατολή επιβεβαίωσε τη ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τα αντίθετα, τοποθετούμενα το ένα πλησίον του άλλου, φωτίζονται περισσότερο).

Ο Βαρλαάμ (1290-1348), λόγιος μοναχός από τη «Μεγάλη Ελλάδα», σπουδασμένος στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καί θεολογία) ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι’αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα - Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Πόλη (επί Ανδρονίκου Γ' Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές, διότι δεν εξετιμάτο μόνον ως λόγιος, αλλ’ εθεωρείτο και ορθόδοξος. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η Ορθοδοξία του περιοριζόταν στα λόγια, ενώ απουσίαζαν σ’αυτόν οι γνήσιες θεολογικές προϋποθέσεις. Αφορμή για ταν αποκάλυψη του αντιορθόδοξου φρονήματός του έδωσε η στάση του απέναντι στην ησυχαστική πρακτική, έστω και μετά την ατελή πληροφόρησή του γι’αύτήν. Η μέθοδος και κυρίως το φρόνημα του ησυχασμού είναι γνωστά σ’αυτόν, που ζει μέσα στην ορθόδοξη πραγματικότητα και μόνο ο ησυχαστής μπορεί να τα κατανοήσει. Ο Βαρλαάμ, όπως απέδειξαν τα πράγματα, δεν είχε τις κατάλληλες γι’αυτό προϋποθέσεις. Στην Ανατολή μετέφερε ένα διαφορετικό χριστιανισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί η αλλοτρίωση και αποστασιοποίηση της δυτικής χριστιανικής κοινωνίας μετά την καθολική εκφράγκευσή της (11ος αι. -σχίσμα). Η ιδιοσυγκρασία του Βαρλαάμ και κυρίως η έπαρση για την παιδεία του τον οδήγησαν στην απόφαση να γελοιοποιήσει τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία, που αυτός δήθεν εκπροσωπούσε. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.

β. Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκαμε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν τον κέρδισε όμως η λογιοσύνη. Ενωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά σε μεγάλους Γέροντες (Θεόληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών). Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.

Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), έδειξε δε την πατερικότητά του με την άμεση επισήμανση της αντιπατερικότητας των θεολογικών προϋποθέσεων και κριτηρίων του εκ Καλαβρίας Μοναχού: υποκατάσταση της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», αποδεικνύοντας όχι μόνο την αντιπατερικότητα -και συνεπώς την αντιεκκλησιαστικότητα- του αντιπάλου, αλλά και τη συνέχιση της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Πόλη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» -Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.

γ. Ο Ησυχασμός, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, συνιστά την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος Ορθοδοξία. Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική παράδοση είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη. Η ησυχαστική δε πρακτική είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού στον κόσμο, μπορεί να χαρακτηρισθεί «ασκητική θεραπευτική αγωγή» (π. Ι. Ρωμανίδης) και έγκειται στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας» στην καρδιά του πιστού. Προϋπόθεση της ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση νου («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας). O νους εκκλησιαστικά είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και όργανο θεογνωσίας. Στην κανονική λειτουργία του ο νους εδρεύει στην καρδιά. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), συγχέεται με τη διάνοια και τους λογισμούς της. Στη φυσική του λειτουργία ο νους είναι έμπλεως χάριτος (ναός Θεού) και προσεύχεται αδιάλειπτα. Έχει δηλαδή την «αέναη μνήμη» του Θεού (νοερά ευχή) και ετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό (θέωση). Η νοερά ευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, η οποία πέραν από τη βιολογική, έχει και πνευματική λειτουργία. Η προσευχητική λειτουργία του νου μέσα στην καρδία είναι ένα μνημονικό σύστημα, παράλληλα με το κυτταρικό και εγκεφαλικό, αλλά ασύλληπτο -και γι’αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. (Στα σημειούμενα στη βιβλιογραφία έργα του π. Ι.Ρωμανίδη και του π. Ι.Βλάχου βρίσκει κανείς εκτενείς για το θέμα αυτό αναλύσεις).

Σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας καί του νου, αντίστοιχα, από τα πάθη (μεταβολή των διαβλητών παθών σε αδιάβλητα) και από τους λογισμούς (όλους, καλούς και κακούς). Η διαδικασία αυτή ονομάζεται πατερικά θεραπεία, διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά τη φυσική λειτουργία του. Τότε το άγιον Πνεύμα προσεύχεται («εντυγχάνει», Ρωμ. 8, 24) σ’αυτόν «αδιαλείπτως» (Α' Θεσ. 5, 17), ενώ η διάνοια συνεχίζει τη δική της φυσική λειτουργία. Στη συνάφεια αυτή πρέπει να λεχθεϊ, ότι και ο Ινδουισμός γνωρίζει την ύπαρξη του νου και με τις μεθόδους του τον κενώνει από τους λογισμούς. Λόγω όμως της αγνοίας του Χριστού ως και του ειδωλολατρικού προσανατολισμού του, αδυνατεί να τον πληρώσει με (άκτιστη) χάρη. Έτσι, η σκανδαλιστική για πολλούς «σύμπτωση» Ορθοδοξίας και Ινδουισμού περιορίζεται στα φαινόμενα. Με την έλευση («επίσκεψιν») του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί τη θεραπεία, ο νους γίνεται «ναός» του (Α' Κορ.6, 19) και ο άνθρωπος μέλος του σώματος του Χριστού (Α' Κορ.12, 27· Ρωμ. 8, 9). Το πνευματικό αυτό στάδιο ονομάζεται στη φιλοκαλική γλώσσα «φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της θεώσεως, του δοξασμού μέσα στην άκτιστη φυσική Χάρη (ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Έτσι, αποδεικνύεται ο Χριστιανισμός, ως Ορθοδοξία, υπέρβαση της θρησκείας (ριτουαλισμού, θρησκευτικής καθηκοντολογίας). Η θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοτρίωσή του.

Ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης έχει εύστοχα επισημάνει τη μεθοδολογική συγγένεια του Ησυχασμού με τις θετικές επιστήμες, στο χώρο των οποίων κατατάσσει και τη Θεολογία. Η Φιλοκαλία (αναφορά στη νηπτική παράδοση) καταδεικνύει αυτή τη συγγένεια, παραπέμπουσα στις φανερώσεις της θεώσεως (άφθαρτα λείψανα και θαυματουργά). Η Ορθόδοξη Ενορία (κοσμική και μοναστική) έχει αποστολή θεραπευτική. Αυτή την παράδοση όμως τον 14ο αι., όπως και σήμερα, διέσωζε πολύ περισσότερο από την κοσμική, η μοναστική ενορία και αυτής της παραδόσεως υπεραμύνονταν οι Αγιορείτες Πατέρες με αρχηγό τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. «Ο κεντρικός άξων της Ορθοδοξίας δεν είναι μόνον η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και αι Τοπικαί και Οικουμενικαί Σύνοδοι, αλλά κυρίως η παράδοσις της εμπειρίας της θεωρίας (θεώσεως) από την μίαν γενεάν εις την άλλην» (π. Ι.Ρωμανίδης). Ορθόδοξα, αυθεντία δεν είναι τα κείμενα, αλλ’οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως. Αντίθετα, η πρόταξη των κειμένων οδηγεί στην ιδεολογικοποίηση της παραδόσεως. Αληθής θεολόγος στην Ορθοδοξία είναι ο Θεόπτης, ο δε περί Θεού λόγος (Θεολογία) είναι καρπός της εμπειρίας της θεώσεως. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη θεολογική έριδα του 14ου αιώνα.

Από τα τέλη του 13ου αι. παρατηρείται τόνωση της ησυχαστικής παραδόσεως, ως συνέχεια της μέσω του αγίου Συμεών, του «Νέου Θεολόγου» (+1022 ή 1037), σημειωθείσης πνευματικής αναγεννήσεως, με κέντρο το Άγιον Όρος. Ο Μοναχισμός της Ορθοδοξίας δεν έχασε ποτέ τον ησυχαστικό προσανατολισμό του, σ’αντίθεση με τη Δύση, στην οποία η γενικότερη αλλοτρίωση συνδέεται άμεσα με την αλλοτρίωση του μοναχισμού της. Αυτή την αλλοτρίωση ενσάρκωνε και ο μοναχός Βαρλαάμ, μολονότι προερχόταν από περιοχή, στην οποία είχε ανθήσει ο αυθεντικός μοναχισμός και είχε αναδείξει μεγάλες οσιακές μορφές, ως τη νορμανδική κατάκτηση της Κ. Ιταλίας (1071). Ο Βαρλαάμ απέδειξε με την αντιησυχαστική στάση του, ότι ήταν ολότελα ξένος προς την ησυχαστική παράδοση, την ασκητική-εμπειρική δηλαδή θεμελίωση της εκκλησιαστικής θεολογήσεως και γι’αυτό ο Γρηγόριος Παλαμάς τον αποκαλούσε «λατινέλληνα», διότι ήταν σαφώς «φραγκολατίνος» στην ψυχοσύνθεσή του.

δ. Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α', 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αύγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι’αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).

Στον Ησυχασμό ιεραρχούνται oι δύο γνώσεις και διαχωρίζονται χωρίς σύγχυση των ορίων κινήσεως και ενεργείας τους (κτιστό-άκτιστο). Ο Βαρλαάμ όμως, ούτε λίγο ούτε πολύ, έθετε στην πράξη το θέμα πληρότητας και αυτάρκειας της εκκλησιαστικής παραδόσεως, σχετικοποιώντας την και υποστηρίζοντας την ανάγκη συμπληρώσεώς της από τη θύραθεν σοφία. Τους σοφούς του κόσμου ονόμαζε «θαυμασίους», «θεόπτας» και «πεφωτισμένους», δεχόμενος, ότι έφθασαν στην ύψίστη βαθμίδα θεογνωσίας. Την προσφερομένη από την παιδεία γνώση θεωρούσε «μυστικωτέραν και υψηλοτέραν θεωρίαν», υποστηρίζοντας, ότι «ουκ έστιν άγιον είναι (τινά), μη την γνώσιν ειληφότα των όντων και της αγνοίας ταύτης κεκαθαρμένον». Και τούτο, διότι επίστευε, ότι «τας του Θεού εντολάς των (ελληνικών) μαθημάτων άνευ μη δύνασθαι καθάραι και τελειώσαι τον άνθρωπον». Απέδιδε, συνεπώς, στην έξω παιδεία σωτηριολογική σημασία, αποδυναμώνοντας και περιθωριοποιώντας την ασκητική πρακτική. Βέβαια, ανάλογες ιδέες προς εκείνες του Βαρλαάμ διετύπωναν στο θέμα αυτό και oι «ανθρωπιστές» του Βυζαντίου, δεχόμενοι την ανάγκη της επιστημονικής γνώσεως για την κάθαρση του νου, αποδεικνύοντας, ότι, ενώ γνώριζαν τον σκοπό της πνευματικής ζωής, είχαν χάσει τη σχέση με την πρακτική της. Δεν ανεμίγνυαν όμως αυτοί τη φιλοσοφία στη θεολογία, ούτε και της προσέδιδαν σωτηριολογική σημασία. Το χώρο της μεταφυσικής εκάλυπτε γι’αυτούς η εν Χριστώ αποκάλυψη. Μόνον ο Νικηφόρος Γρηγοράς θα υπερβεί τα εσκαμμένα, συμπίπτοντας περισσότερο με τον Βαρλαάμ (Ειδική για το θέμα διατριβή εκπόνησε ο νέος και εύελπις θεολόγος κ. Δημ. Μόσχος). Γεγονός είναι, ότι οι ησυχαστές δεν απέρριπταν την «παίδευσιν» και «έξω σοφίαν» (Γρηγόριος Παλαμάς: «ου γαρ περί φιλοσοφίας ημείς απλώς λέγομεν νυν, αλλά περί της των τοιούτων φιλοσοφίας», όπ.π. Α,1,16), συνεχίζοντας τη σχετική πατερική παράδοση (Γρηγόριος Θεολόγος: «ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, επεί ούτω δοκεί τισιν», Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).

Η αλλοίωση των θεολογικών κριτηρίων του Βαρλαάμ είναι ευδιάκριτη και σ’ άλλους χώρους. Ο Βαρλαάμ διέκρινε «αδιάλειπτη προσευχή» και «νοερά ευχή», ενώ πατερικά συμπίπτουν. Τη νοερά ευχή συνέχεε με την έκσταση του νου από το σώμα (νεοπλατωνισμός). Κατά τον Παλαμά όμως «έκσταση» του νου δεν σημαίνει έξοδο από το σώμα, αλλά από το «σωματικό φρόνημα». Ούτε, πάλι, η «έκσταση» ταυτίζεται ησυχαστικά με τη θέωση, αλλά με την αδιάλειπτη ή νοερά ευχή και δύναται, όταν ο Θεός θελήσει, να οδηγήσει στη θέωση. Ο ησυχαστής επιδιώκει συνέλιξη του νου όχι μόνο στο σώμα ή την καρδία, αλλά και στον εαυτό του («Ημείς δε, μη μόνον πάλιν είσω του σώματος και της καρδίας, αλλά και τον αυτόν αυτού πάλιν είσω πέμπομεν νουν» (Α', 2, 4). Αντίθετα ο Βαρλαάμ δίδασκε «κακώς ποιείν ένδον του σώματος σπεύδοντας [...] εμπερικλείειν τον νουν», αλλά «έξω του σώματος [...] παντί τρόπω τούτον εξωθείν» (στο ίδιο). Η βαρλααμική θέση κρίνεται από τον Παλαμά «δαιμονική» και «ελληνική πλάνη» (ειδωλολατρία). Κατά τους ησυχαστές άλλωστε, ο πλατωνισμός οδηγεί στην ειδωλολατρία.

ε. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: ποια παράδοση εκπροσωπούσε ο Βαρλαάμ; Διότι έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός, ότι ο μεν Παλαμάς είναι βιβλικός πατερικός, ο δε Βαρλαάμ ανήκει σε μια ελληνίζουσα πατερική παράδοση. Ο Βαρλαάμ θεωρήθηκε, ότι ανήκε στην παράδοση Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Ευαγρίου Ποντικού, Γρηγορίου Νύσσης και Μαξίμου, ενώ ο Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε συνεχιστής της παραδόσεως Μακαρίου του Αιγυπτίου. Εξ άλλου ο Βαρλαάμ και oι οπαδοί του παρουσιάζονται συχνά ως απλοί ουμανιστές, πλατωνικοί και νομιναλιστές. Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προοπτική παρουσιάζεται ο Γρηγ. Παλαμάς επί κεφαλής δήθεν μιας βιβλικής ησυχαστικής παρατάξεως, που κατατρόπωσε την ελληνίζουσα, πατερική, ησυχαστική παράδοση του Βαρλαάμ. Αυτό σημαίνει, ότι έριζαν μεταξύ τους δύο ενδοβυζαντινές ησυχαστικές παραδόσεις.

Oι έρευνες του π. Ρωμανίδου απέδειξαν τη διχοτόμηση αυτή της ησυχαστικής παραδόσεως ολότελα εσφαλμένη. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επέχουν θέση αυθεντίας στη θεολογία του Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν ήταν παρά τυπικός φορέας της φραγκολατινικής θεολογικής παραδόσεως, που υπήρξε καρπός της υποκαταστάσεως της πατερικής θεολογίας με τη σχολαστική. Ο Ησυχασμός όμως είναι στην ουσία του αντιμεταφυσικός, διότι απορρίπτει κάθε αναλογία (σχέση) κτιστού και Ακτίστου (analogia entis ή analogia fidei). H Μεταφυσική, αντίθετα, την προϋποθέτει. Η κοινωνία του Ακτίστου με το κτιστό γίνεται μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών. Η θέση αυτή, όπως και η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, είναι θεμελιακές προϋποθέσεις της πατερικής θεολογήσεως. Γι’αυτό και συμπεριελήφθη στη θεματική της διενέξεως Βαρλαάμ-Παλαμά.

Η Δύση μέσα στον σχολαστικισμό έχασε τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στο Θεό, ο δε Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη· η θεία ενέργεια όμως είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ιστορικές επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας είναι η θεοπτία του Μωϋσέως στο Σινά, η εμπειρία των μαθητών στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και η Πεντηκοστή. O Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά διαμέσων κτιστών.

Αυτής της παραδόσεως ήταν -κατά τον π.Ι. Ρωμανίδη- φορέας ο Βαρλαάμ. Γι’ αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν; αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προυποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία, που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι’αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας· δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»! Αυτές οι προκαταλήψεις, παγιωμένες στην ευρωπαϊκή συνείδηση μέσω της παιδείας, διαμορφώνουν τη δυτική στάση έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής, και ιδιαίτερα έναντι του Ελληνισμού, ως σήμερα. Η «έκπληξη», συνεπώς, για τη στάση των Δυτικών Ηγεσιών έναντι της Ελλάδος σήμερα προδίδει άγνοια της ιστορίας.


Β'

α. Η αποχώρηση του Βαρλαάμ (1341) δεν σήμανε και το τέλος της θεολογικής διενέξεως, η οποία συνεχίσθηκε ως ενδοβυζαντινή πια υπόθεση, με την παρέμβαση των «βυζαντινών» Σχολαστικών, όπως ο πρώην μαθητής του Παλαμά Γρηγόριος Ακίνδυνος και ο λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς. Όσοι λόγιοι είχαν χάσει κάθε ζωντανή σχέση με την εμπειρική πατερική θεολόγηση ή συνέχιζαν τον τύπο του σοφού, που είχε ήδη ενσαρκώσει ο Μ.Ψελλός και περισσότερο ο Ι.Ιταλός, σε ορισμένα θέματα, όπως λ.χ. η αποτίμηση της «έξω» σοφίας, η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό κ.ά., συντάχθηκαν με τον Βαρλαάμ και έδωσαν συνέχεια στην αντιησυχαστική του στάση. Η ανάμειξη εξ άλλου ολίγων μεν, αλλά με μεγάλη επιρροή μοναχών -πάντοτε αγαπητών στο λαό- επεξέτεινε την κρίση στην πλατειά λαϊκή βάση, δεδομένου ότι ο «βυζαντινός άνθρωπος ήταν ζώον θρησκευτικόν» (Nicol), ώστε η διαπλοκή εκκλησιαστικών και πολιτικών πραγμάτων να είναι μόνιμη κοινωνική πρακτική. Η κοινωνία, ιδιαίτερα της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης, διαιρέθηκε σε Ησυχαστές και Αντιησυχαστές, Παλαμικούς και Αντιπαλαμικούς. Το ρήγμα, που σημειώθηκε, έτσι, στον κοινωνικό ιστό, εξέφραζε τον μονίμως σοβούντα «δυϊσμό» της «βυζαντινής» λογιοσύνης στη στάση έναντι της πατερικής παραδόσεως.

Ο Γρηγ. Παλαμάς κατηγορήθηκε επανειλημμένα ως αίτιος της πνευματικής έριδος, όπως και ο Ησυχασμός, ως αιτία δήθεν της αποδυναμώσεως της αυτοκρατορίας. Είναι όμως πια εξακριβωμένο, ότι ο Βαρλαάμ ήταν εκείνος, που υποκινούσε την εναντίον του Παλαμά πολεμική, ο δε Ησυχασμός λειτούργησε ενωτικά στην περαιτέρω πορεία του Γένους στο σύνολό του. Το πρόβλημα στην ουσία έγκειται αλλού. Η θεολογική έριδα συνέπεσε με μιά οξύτατη πολιτικοκοινωνική κρίση, που κορυφώθηκε σε μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη, ώστε η πνευματική διάσταση να καταστήσει το ρήγμα βαθύτερο, χωρίς όμως και να ευθύνεται γι’αυτό.

Ήδη το 1321 εξερράγη ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ' για το πρόβλημα της διαδοχής. Το τέλος του 1341 σημειώθηκε, εξ άλλου, νέα διάσταση της αυτοκρατορίας, ο β' εμφύλιος πόλεμος (σύγκρουση Ι. Καντακουζηνού και Ι. Παλαιολόγου). Στις 26 Οκτωβρίου 1341 ο σφετεριστής του θρόνου Καντακουζηνός ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλέας στο Διδυμότειχο και στις 19 ή 20 Νοεμβρίου ο Ι.Παλαιολόγος στέφθηκε βασιλέας στην Πόλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Την ίδια ακριβώς εποχή ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ανανέωσε τη θεολογική διένεξη, χρησιμοποιώντας ως όργανο κατά του Παλαμά τον αμύητο στα θεολογικά και φανατικό αντιπαλαμικό Ιω. Καλέκα. Το θεολογικό πρόβλημα επικεντρώθηκε στη φάση αυτή στη σχέση θείας ουσίας και ενεργείας και η θεολογική διαπάλη συνεχίσθηκε παράλληλα με την πολιτική σύγκρουση με ευνόητες αλληλοπεριχωρήσεις.

Ο β' εμφύλιος, πολύ σφοδρότερος και ευρύτερος του πρώτου, έλαβε καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα, ώστε να μπορεί άφοβα να χαρακτηρισθεί «κοινωνικός πόλεμος». Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’αυτόν έπαιξαν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία έσπευσαν να «χρησιμοποιήσουν» ΑπΌ την αρχή oι αντιμαχόμενες δυνάμεις. Ήδη ο Ιωάννης Απόκαυκος, Αντιβασιλέας και υποστηρικτής του Ι. Παλαιολόγου, ξεσήκωσε στην Κωνσταντινούπολη τον «δήμον» το 1341 κατά του Καντακουζηνού. Η λεηλασία του σπιτιού του τελευταίου λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο προγραμματικά, διότι πολύ γρήγορα θα σημειωθεί ευρύτερη λαϊκή εξέγερση, που θα αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα. Η κοινωνική όμως στροφή της εμφύλιας ρήξης σφραγίσθηκε με την εμφάνιση και ανάμειξη στις λαϊκές κινητοποιήσεις μιας ομάδας στη Θεσσαλονίκη, που έφεραν το όνομα Ζηλωτές. Η παρέμβασή τους (1342) και τα επακόλουθά της συνιστούν την τραχύτερη έκφραση της πολιτικής ιδεολογίας στο «Βυζάντιο»/Ρωμανία.

Η δεύτερη ιεραρχικά και, στην ουσία, πρώτη πόλη της Αυτοκρατορίας την περίοδο αυτή, η Θεσσαλονίκη, έγινε το επίκεντρο της κοινωνικής εξεγέρσεως. Η πόλη ήδη από τον 7ο αιώνα (αραβική εξάπλωση) είχε αναδειχθεί σε δεύτερο κέντρο της αυτοκρατορίας και τον 10ο αιώνα αριθμούσε 200 χιλιάδες κατοίκους. Τον 14ο αιώνα εξακολουθούσε να είναι πολυάριθμη πόλη και ακμαίο αστικό κέντρο (διεθνής αγορά), με ισχυρές συντεχνίες (ναυτικοί, έμποροι), αλλά και κραυγαλέες κοινωνικές αντιθέσεις (πολλοί πτωχοί-πλούσιοι αριστοκράτες). Οι Ζηλωτές κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τις αγανακτισμένες λαϊκές δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσουν για την πραγμάτωση των στόχων τους.

β. Ποια όμως ήταν η ταυτότητα των Ζηλωτών; H έρευνα της βιβλιογραφίας πείθει, ότι το ερώτημα δεν έχει λάβει ακόμη την οριστική του απάντηση. Στις πηγές γίνεται λόγος περί «των δημαγωγών και της στάσεως εξάρχων» (Βίος αγ. Ισιδώρου) και για «καινούργιους ανθρώπους», που δεν είχαν πριν καμμιά ανάμειξη στη διακυβέρνηση (Δ. Κυδώνης). Ο Γρηγοράς τους χαρακτηρίζει «μοίρα συρφετώδη». Ο πατριάρχης Φιλόθεος (ησυχαστής) τους ονομάζει «επήλυδες» καί «βαρβάρους», προσθέτοντας: «εκ τε των ημετέρων εσχατιών [...] συνελθόντων». Η επικρατούσα σήμερα άποψη είναι ότι ήσαν κοινωνικό «στρώμα», που «ξεχώριζαν από τον υπόλοιπο πληθυσμό» (Α.Λαΐου). Παρεδόθη ακόμη ότι ονομάσθηκαν «Ζηλωτές», διότι έτασσαν το συμφέρον του λαού πάνω από το δικό τους (Θωμ. Μάγιστρος).

Ο όρος «ζηλωτής», γνωστός ήδη από την Π. Διαθήκη (π.χ. Έξ. 20, 5· Α' Έσδρ. 8, 72· Β' Μακ. 4, 2) και την Κ. Διαθήκη (Πράξ. 21, 20· Α' Κορ. 14,12· Γαλ. 1, 14· Τίτ. 2, 14) πέρασε στη «βυζαντινή» κοινωνική πραγματικότητα με τη θρησκευτική του σημασία, ήδη δε στην Κ. Διαθήκη (Ρωμ.10, 2: «ζήλον έχουσιν, αλλ’οϋ κατ’επίγνωσιν») προσλαμβάνει και την αρνητική του απόχρωση, ισχυρή ως σήμερα. Από τις αρχές του 12ου αι. δρούσαν στη βυζαντινή κοινωνία δύο μερίδες εκκλησιαστικές, ασύμπτωτες μεταξύ τους και ανταγωνιστικές στην άσκηση επιρροής στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας. Η εμφάνισή τους στη ζωή της αυτοκρατορίας εντοπίζεται ήδη στον 9ο αιώνα. Είναι οι «Ζηλωτές» και oι «Πολιτικοί». Οι πρώτοι ήσαν υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας έναντι της Πολιτείας, υποτιμούσαν την παιδεία και έδειχναν φανατική πιστότητα στην εκκλησιαστική παράδοση. Έχοντας στο πλευρό τους την πλειονότητα των μοναχών, επηρέαζαν αισθητά το Λαό. Οι «Πολιτικοί» είχαν διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία· ανεκτικοί στην πολιτειοκρατία, υπέρμαχοι της σχολικής παιδείας, χαλαρά συνδεδεμένοι με την παράδοση, διέθεταν δύναμη στον κοσμικό κλήρο και στις μορφωμένες τάξεις της κοινωνίας. Έναντι της Δύσεως oι Ζηλωτές ήσαν ανθενωτικοί, ενώ oι Πολιτικοί ενωτικοί. Μια πρώτη σύγκρουση των δύο μερίδων εντοπίζεται στη διένεξη Φωτίου-Ιγνατίου (9ος αι.), αλλά η αντίθεσή τους έλαβε μεγάλες διαστάσεις επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (σχίσμα αρσενιατών) και της ψευδενώσεως της Λυών (1274-1282). Η πάλη τότε έκλινε υπέρ των Ζηλωτών. Υποστηρίχθηκε (Βασίλιεφ), ότι η θρησκευτική αυτή μερίδα ανασυντάχθηκε τον 14ο αιώνα και αναμείχθηκε στην πολιτική ζωή, προβάλλοντας μεταρρυθμιστικές τάσεις και έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη λόγω της κοινωνικής ακαταστασίας. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επί κεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σ’άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.

Κατά τη δική μας εκτίμηση, oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης ήσαν μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αποτελούμενη βασικά από μοναχούς, που έλαβε γι’αυτό και το όνομά της από τη γνωστή στο «Βυζάντιο» θρησκευτική μερίδα, λόγω των κοινών τάσεων και ανάλογης ψυχολογίας (φανατισμός). Ήταν όμως καθαρά πολιτικοποιημένη παράταξη, με σαφή κοινωνικά κίνητρα και αιτήματα: κατα των πλουσίων γεωκτημόνων και υπέρ των πενομένων και καταπιεζομένων. Το ότι και μη πολιτικοποιημένοι «Ζηλωτές» είναι δυνατόν να συνέπραξαν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφού τον κύριο όγκο της παρατάξεως των Ζηλωτών αποτελούσαν μοναχοί, αλλά και επαίτες και πένητες. H παρουσία μεγάλου αριθμού μοναχών εξηγεί και την απουσία αντιθρησκευτικών τάσεων, όπως και την κοινωνική ιδεολογία, που συντηρείται μόνιμα στο ορθόδοξο μοναστικό κοινόβιο.

Όταν ο ησυχαστής πατριάρχης Φιλόθεος τους αποκαλεί «αποστάτες από την Εκκλησία», αυτό σχετίζεται μάλλον με τη βίαιη στάση τους, που ανέτρεψε την σύμφωνα με τη γενική αντίληψη «θεόθεν» κατεστημένη τάξη, ή λόγω της αντιδράσεώς τους προς τον Γρ. Παλαμά, τον κανονικό μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Φιλόθεος ήταν υποστηρικτής ως ομόψυχος. Άλλωστε, όπως μαρτυρείται, οι Ζηλωτές δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ως σημαία ένα σταυρό, που άρπαξαν από μία Αγία Τράπεζα, επιτιθέμενοι κατά του κυβερνήτη Συναδηνού και της αριστοκρατίας. Το λαϊκό έρεισμά τους, επίσης, ενισχύει την άποψη, ότι πράγματι πλειοψηφούσαν oι μοναχοί ανάμεσά τους. Τα διαπραχθέντα εγκλήματα δεν αποκλείουν κάτι τέτοιο, διότι ο φανατισμός τυφλώνει. Μοναχοί και μη μοναχοί, συνεπώς, πάντως πρόσωπα πολιτικοποιημένα και με δημαγωγικές ικανότητες, φαίνεται ότι βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος των Ζηλωτών.

γ. Τα αίτια της στάσεως αναζητήθηκαν και επισημάνθηκαν από πολλούς ερευνητές. Σχεδόν όλοι συγκλίνουν στη θέση, ότι υπήρξαν προϋποθέσεις κοινωνικές: αθλιότητα του λαού και αίτημα για δημοκρατικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Η επίδραση αναλόγων κινημάτων της Ιταλίας (επανάσταση Γένοβας, 1339) δεν κρίνεται αποφασιστική (Χαράνης), εφ’όσον είναι γνωστό το δημοκρατικό πνεύμα, με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού στην εκλογή του αυτοκράτορος. Πολιτικά ή πραξικοπηματική ενέργεια του Ι. Καντακουζηνού συνιστούσε πρόκληση στη λαϊκή συνείδηση και νοοτροπία (σεβασμός της θεόδοτης μοναρχίας και της νομιμότητας). Οι Ζηλωτές εξ άλλου συνδέονταν συναισθηματικά με την οικογένεια των Παλαιολόγων, διότι μέλη της διοικούσαν τη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ενώ ο Καντακουζηνός ήταν σαφώς τοποθετημένος υπέρ της ενισχύσεως της κεντρικής διοικήσεως, οι Ζηλωτές επεδίωκαν αυτονομία. Η αριστοκρατική δε προέλευση του Καντακουζηνού και η υποστήριξή του από τους αριστοκράτες επέτεινε την αντίδραση εναντίον του. Ο Λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει τα αντιαριστοκρατικά ή και αντιπλουτοκρατικά φρονήματά του λόγω της καταπιέσεως που υφίστατο και της οικονομικής του εξαθλιώσεως. Με τη στάση των Ζηλωτών συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής (πρβλ. Πράξ. κεφ. 2, 4 καί 6) κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου στα χέρια των ολίγων (προνοιαρίων κ.λπ.).

Δεν έλειψε, βέβαια, και η απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας των γεγονότων της Θεσσαλονίκης (λ.χ. Γ. Κορδάτος), στα όρια της αναζητήσεως ιστορικών ερεισμάτων της προϊστορίας της μαρξιστικής ιδεολογίας. Oι υπάρχουσες όμως πηγές επιτρέπουν μεν διακρίβωση κοινών σημείων, αποκλείουν όμως κάθε βεβαιότητα για πλήρη σύμπτωση ιδεολογικών προϋποθέσεων. Η απουσία στην «καθ’ημάς Ανατολήν» των φραγκογερμανικών «φυλετικών» προϋποθέσεων αποκλείει την ταύτιση, όπως ακόμη το γεγονός, ότι η στάση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη δεν ξεκίνησε ως κοινωνική επανάσταση, με αυτοτελή οργάνωση και σχεδιασμένη στοχοθεσία, αλλά αποτέλεσε κίνημα ευκαιριακό και όψη (ή φάση) του εμφυλίου πολέμου (Π. Χρήστου). Κατά την πορεία του εμφυλίου εκδηλώθηκαν και oι σοβούσες κοινωνικές αντιθέσεις και διεκδικήσεις.

Ο Λαός μόνο για τα λύση των δικών του προβλημάτων έλαβε μέρος στην επανάσταση. Καμμιά σχέση δεν διαφαίνεται προς τις γνωστές στην ιστορία «αγροτικές εξεγέρσεις». Ο χαρακτήρας της στάσεως έμεινε καθαρά αστικός και κοινωνικός. Καμμιά επίσης μαρτυρία δεν δείχνει ότι oι Ζηλωτές στράφηκαν βασικά κατά των εκκλησιών και της περιουσίας των μονών. Αντίθετα έμειναν πιστοί στο νόμιμο αυτοκράτορα καί τον υποστηρικτή του πατριάρχη Ι. Καλέκα. Κατά τον καθηγ. Nicol περίεργο είναι, ότι κατά της εκκλησίας και της περιουσίας της στρέφονταν συστηματικά oι πλούσιοι γεωκτήμονες (αριστοκράτες) και η στρατιωτική αριστοκρατία. Υπάρχει όμως και η άποψη, μαρτυρούμενη στις σύγχρονες πηγές, ότι πρόσφυγες από εδάφη, που είχαν κατακτήσει oι Σέρβοι, προστέθηκαν στους πτωχούς της Θεσσαλονίκης και ότι αυτοί πίεσαν τους Ζηλωτές να στραφούν κατά των πλουσίων, με απόληξη τις λεηλασίες. Διότι, είναι γεγονός, δεν έλειψαν στην όλη διαδικασία τα στυγερά εγκλήματα. Το 1347-49, που κατέλαβαν oι Ζηλωτές την πλήρη εξουσία στη Θεσσαλονίκη, κρήμνισαν από τα τείχη τους εγκλεισμένους στην ακρόπολη πλουσίους, ενώ άλλους κρυμμένους στην πόλη τους εφόνευσαν. Ήταν η πιο βίαιη όψη της επαναστάσεώς τους, αλλά και όλου του πολέμου.

δ. Η στάση από τη Θεσσαλονίκη επεκτάθηκε και σ’άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως την Τραπεζούντα. Αυτό σημαίνει, ότι το κοινωνικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ήταν καθολικότερο φαινόμενο. Και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Η αντίδραση επικεντρωνόταν στο πρόσωπο του Ι. Καντακουζηνού και την αριστοκρατία. Το 1345 όμως σημειώθηκε κρίση για τους Ζηλωτές και την εξουσία τους, διότι η κατάσταση άρχισε να κλίνει υπέρ του Καντακουζηνού. Ο επί κεφαλής των Ζηλωτών Μιχ. Παλαιολόγος φονεύθηκε, Ζηλωτές συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν ή και εξορίσθηκαν. Νέος ηγέτης των Ζηλωτών ανακηρύχθηκε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, αριστοκράτης μετριοπαθής, επί κεφαλής της συντεχνίας των ναυτικών. Ο Λαός κατέλαβε και πάλι την εξουσία. Νέες σφαγές αριστοκρατών σημειώνονται, όπως του Ι. Αποκαύκου. H εξέγερση δε κατά των πλουσίων λαμβάνει γενικό χαρακτήρα. Ασυγκράτητος ο Λαός επιδίδεται σε ένα όργιο αίματος και αρπαγών, εξασφαλίζοντας για τους ηγέτες του Ζηλωτές την εξουσία.

Oι Ζηλωτές, όπως συνάγεται από τις πηγές, ήσαν υπέρμαχοι της αποκεντρώσεως. Μολονότι η ιδεολογία τους είναι δυσπροσδιόριστη, δεν συμβαίνει το ίδιο, παρά τις ελάχιστες πληροφορίες, με το πολιτικό πρόγραμμά τους. Ήδη το θέρος του 1342 εγκαταστάθηκε κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη χωρίς προηγούμενο, η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης, με αυτοδιοίκηση και άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται μάλλον, για ένα είδος «κομμούνας», που θα διαρκέσει ως το 1350. Ο ακριβής όμως χαρακτήρας του πολιτεύματός τους είναι δύσκολο να προσδιορισθεί. Γεγονός είναι, ότι όταν απειλήθηκαν με πτώση, oι Ζηλωτές στράφηκαν στον κράλη της Σερβίας Στέφ. Δουσάν για βοήθεια. Αυτό όμως δυσαρέστησε το Λαό, σε σημείο που να προσεγγίσει τον Καντακουζηνό και να δει με συμπάθεια τους αριστοκράτες. Πέραν από την ύπαρξη ισχυρού εθνικού αισθήματος, τι άλλο μαρτυρεί αυτό από την απουσία ταξικής συνειδήσεως; Ο Λαός δεν έπαυσε να βλέπει το όλο θέμα ως ευκαιρία βελτιώσεως των συνθηκών της ζωής του και τίποτε περισσότερο.

ε. Η σύμπτωση της στάσεως των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης με την κορύφωση της θεολογικής έριδας οδήγησε στην διαπλοκή τους. Όχι διότι oι Ζηλωτές αναμείχθηκαν στη θεολογική (ησυχαστική) διένεξη. Όπως ελέχθη παραπάνω, μολονότι oι Ζηλωτές ονομάσθηκαν «αποστάτες της εκκλησίας», δεν περιέλαβαν στο πολιτικό πρόγραμμά τους αντιεκκλησιαστική ή αντιθρησκευτική δράση, ούτε φαίνεται ότι η Θεολογία ανέπτυξε στη δράση τους κάποια ιδιαίτερη δυναμική. Οι αντίθετες απόψεις, που ίσχυαν στο παρελθόν, οφείλονταν σε λανθασμένη συσχέτιση ενός κειμένου του Νικ. Καβάσιλα με τους Ζηλωτές, ενώ στην ουσία αναφερόταν σε άλλη υπόθεση. H διαπλοκή θεολογίας και πολιτικής ήταν καρπός της αλληλεξαρτήσεως και αλληλοπεριχωρήσεως των δύο αυτών περιοχών του βυζαντινού βίου. Η αναζήτηση όμως κάποιων σχέσεων αποδεικνύει την απουσία κάθε έννοιας συγκροτημένης αντιησυχαστικής ιδεολογίας εκ μέρους των πολιτικών ή (πολιτικής) αντιζηλωτικής ιδεολογίας στην παράταξη των Ησυχαστών.

Δεν ήταν, άλλωστε, σπάνιο το φαινόμενο αντίπαλοι στον ένα χώρο να παρουσιάζουν κοινή στάση έναντι του άλλου. Oι πρωταγωνιστές του εμφυλίου πολέμου Ι. Καντακουζηνός και Ι. Απόκαυκος συνέπιπταν στη φιλική στάση τους έναντι του ησυχασμού. Ο Νικ. Γρηγοράς και ο Δημ. Κυδώνης, εκ πεποιθήσεως αντιπαλαμικοί, ήσαν φίλοι και οπαδοί του Καντακουζηνού λόγω κοινών συμφερόντων. Ο πατριάρχης Ι. Καλέκας και η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας συνεργάζονταν στο πολιτικό μέρος, αλλ’ο μεν πατριάρχης έμεινε φανατικός αντιπαλαμικός, η δε αυτοκράτειρα για ένα διάστημα υποστήριξε τον Παλαμά. Ο Λαός φερόταν και αγόταν, ως συνήθως, σ’όλη αυτή την τραγωδία. Αρχικά (1341) μεγάλο μέρος του Λαού έδειξε αντιησυχαστικές διαθέσεις, και αυτό ίσως έκαμε τους Ησυχαστές να στραφούν υπέρ του Καντακουζηνού. Δεν μπορεί όμως κανείς να ισχυρισθεί, ότι όλοι oι Ησυχαστές ακολουθούσαν τον Καντακουζηνό, ή ότι ήσαν δηλωμένοι αντιησυχαστές όλοι oι αντίπαλοί του. Ο Δ. Κυδώνης και ο Νικ. Καβάσιλας, λ.χ. διέκεινταν φιλικά προς τον Καντακουζηνό, αλλά θεολογικά ήσαν σε αντίπαλες παρατάξεις. Πολλοί ανθρωπιστές, εξ άλλου, υποστήριζαν τον Παλαμά.

Oι Ζηλωτές, όσοι τουλάχιστον είχαν εκκλησιαστική προέλευση (μοναχοί), διατηρούσαν από την εποχή της Εικονομαχίας συμπάθεια προς την Παλαιά Ρώμη και αυτό τους έφερνε κοντά στους φιλενωτικούς Παλαιολόγους, έστω και αν τώρα η Ρώμη ήταν εκφραγκευμένη και αιρετική. Ως γνωστόν, ο αυτοκράτορας Ιω. Παλαιολόγος επιχείρησε να πραγματοποιήσει ένωση με τη Ρώμη και τελικά έγινε παπικός.Η προϋπόθεση αυτή ήταν αρκετή, για να στρέφονται εναντίον των Ησυχαστών. Η ταύτιση δε εκ μέρους τους του Παλαμά με τον Καντακουζηνό, λόγω του ησυχαστικού φρονήματος των δύο ανδρών, ήταν επόμενο να τους κάνει να εμποδίσουν την ενθρόνιση του Παλαμά, όταν αυτός εξελέγη μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης (1347).

Ο Γρηγόριος Παλαμάς σ’όλη τη διάρκεια της κοινωνικής αναστατώσεως παρέμεινε γνήσιος ησυχαστής και πατερικός στις επιλογές του. Θα ήταν μεγάλη εις βάρος του αδικία η απόδοση στον Παλαμά αριστοκρατικών ιδεών. Ο Παλαμάς τάσσοντας την παράδοση της θεώσεως πάνω από την πολιτική ρευστότητα, έμεινε φιλικός απέναντι στον Ιω. Παλαιολόγο και την αυτοκράτειρα, κινούμενος και αυτός, ως γνήσιος «βυζαντινός», στο κλίμα της νομιμοφροσύνης. Η αλληλογραφία του με αγιορείτες μοναχούς αποδεικνύει τις ειρηνευτικές προσπάθειές του. Δεν κινήθηκε παραταξιακά και απέφυγε κάθε ανάμειξη υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως. Η εμμονή του στην ησυχαστική παράδοση και η αντίθεσή του έναντι του Βαρλαάμ και των βυζαντινών αντιησυχαστών (π.χ. Γρηγοράς) είχε αποκλειστικό στόχο τη συνέχιση της πατερικότητας και τη διάσωση της πνευματικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας. Αυτοεξορίσθηκε στην Ηράκλεια, ενοχλούμενος συχνά, αλλά μη αναμιγνυόμενος στις πολιτικές διενέξεις. Η συμπάθειά του προς τον Καντακουζηνό οφειλόταν στην προσήλωση του Καντακουζηνού στην παράδοση της Ορθοδοξίας και δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η παρουσία και δράση του Βαρλαάμ στην Ανατολή έπεισε τον Παλαμά για υπαρκτό κίνδυνο υποταγής στη Ρώμη, την πνευματική αλλοτρίωση της οποίας είχε αποκαλύψει ο Καλαβρός αντίπαλός του. Έτσι εξηγείται, ότι φάνηκε φιλικός απέναντι στον Καντακουζηνό και όταν εκείνος ήταν ακόμη φίλος και υποστηρικτής του Βαρλαάμ και προστάτης της ανθρωπιστικης αναγεννήσεως. Είναι δε γνωστό, ότι ο Παλαμάς συνέβαλε στη συμφιλίωση Ιω. Καντακουζηνού και Ιω. Παλαιολόγου.

Ο Λαός με το αλάθητο αισθητήριό του ερμήνευσε ορθά τη στάση του Παλαμά και διέγνωσε την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη, που είχε ξαναβρεί τους κανονικούς ρυθμούς της.


Γ

Oι μέχρι σήμερα έρευνες στον 14ο αιώνα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης παρέχουν τη δυνατότητα για την αποτίμηση τόσο της θεολογικής έριδας, όσο και των εμφυλίων συγκρούσεων, αλλά και της δυναμικής τους στην περαιτέρω ζωή της αυτοκρατορίας και τη συνέχεια του Γένους.

Είναι βέβαια γεγονός, ότι oι συνέπειες των ιδεολογικών ερίδων ήσαν τρομακτικές. Η αυτοκρατορία συρρικνωμένη ήδη εδαφικά, αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και μένει αθωράκιστη στις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων, και κυρίως των Οθωμανών. Το 1354 οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Καλλίπολη, πατώντας σταθερά στην ευρωπαϊκή πλευρά της αυτοκρατορίας. Το αποτυχημένο κίνημα των Ζηλωτών δε μπόρεσε να θεραπεύσει την κοινωνική δυσλειτουργία και να καταλύσει την οικονομική ανισότητα. Η αυτοκρατορία βάδιζε προς τη δύση της. Το 1402 θα περιορισθεί εδαφικά στην Πόλη, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, την Τένεδο και το Μυστρά. Θα είναι έκτοτε θλιβερό λείψανο του παλαιού ένδοξου εαυτού της. Ο Ησυχασμός, όμως, ως πατερικότητα και υπαρκτική αλήθεια, θα επιβιώσει ως πνευματική παρακαταθήκη των Ρωμηών. Αυτός θα διατηρήσει ρωμαλέο το φρόνημα και αμείωτο τον ψυχικό δυναμισμό, κυρίως μέσα στην μακρόσυρτη δουλεία. Οι θέσεις όμως αυτές χρειάζονται κάποια ανάλυση.

Τον 14ο αιώνα έλαβε χώρα η πρώτη σε βάθος αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσεως στο χώρο της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα ανατολικοί και δυτικοί θεολόγοι συγκρούονταν με θέμα το «Filioque», επισημαίνοντας την υποκρυπτόμενη μεταξύ τών δύο θεολογιών αντίθεση, αλλά τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, με την παρουσία ενός αυθεντικού «δυτικού» θεολόγου στην Ανατολή, του Βαρλαάμ, να αναδυθούν oι θεολογικές προϋποθέσεις Ανατολής και Δύσεως και να διαπιστωθεί η ριζική διαφοροποίηση της μιας από την άλλη και το ασύμπτωτο μεταξύ τους. Η δυτική (φραγκολατινική) θεολογία και ο προερχόμενος από αυτήν ευρωπαϊκός (φραγκογερμανικός) πολιτισμός, αποδεικνύονταν απότοκα μιας αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης, που δεν μπορούσε πια να ονομάζεται Χριστιανισμός.

Όπως ορθά σημειώνει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, «ίσως κατ’εξοχήν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, είναι εναργέστερη η επίγνωση, ότι στην περίπτωση των καινοτομιών της δυτικής εκκλησίας δεν έχουμε απλώς μια καινούργια «αίρεση» του χριστιανισμού [...], αλλά [...] μια ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας, ένα διαφορετικό ‘χριστιανισμό’ στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου». Η Δύση είχε διαμορφώσει, μέσα στο δαιδαλώδη ρασιοναλισμό της Σχολαστικής, έναν άλλο «χριστιανισμό», απόλυτα ασύμπτωτο με εκείνον της Ανατολής. Η ησυχαστική Θεολογία στην αυτοέκφρασή της απεκάλυψε τη διαφορά της Ορθοδοξίας από τη Δύση, ως «αντιπαράθεση της εμπειρίας στην αφηρημένη θρησκευτική πεποίθηση».

Ο γνωστός γερμανός βυζαντινολόγος Gelzer δέχθηκε, ότι ο Ησυχασμός «ανήκει στα πιο αξιόλογα -τόσο από ιστορική, όσο και από πολιτιστική πλευρά- και πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα όλων των εποχών». Oι ρωμηοί Ησυχαστές του 14ου αιώνα, με πρωτοπόρο τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, απέδειξαν την αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια του «Βυζαντίου»/Ρωμανίας. Ο Παλαμάς επαναδιατύπωσε την ορθόδοξη παράδοση, φανερώνοντας την πατερικότητά του. Ο Ησυχασμός, που ενσάρκωνε και προάσπιζε ο Παλαμάς, ήταν η σπονδυλική στήλη της ζωής της Ρωμανίας επί χίλια χρόνια και το απόβαθρο -και πηγή συνάμα του πολιτισμού της. Η μακρόσυρτη όμως θεολογική διαμάχη απέδειξε προ πάντων αυτό, που και σήμερα γίνεται καθολικά πια δεκτό, ότι δηλαδή ο Ησυχασμός δεν συνιστούσε καινοτομία, όπως φανταζόταν ο ανυποψίαστος Βαρλαάμ. Ακόμη και οι Σχολαστικοί του «Βυζαντίου», που για διάφορους λόγους συντάχθηκαν μαζί του, δεν αμφισβήτησαν τον Ησυχασμό. Δεν αμφισβήτησαν δηλαδή ποτέ τη μέθοδό του, αλλά διαφωνούσαν μόνο για τις συνέπειές της, δηλαδή «ως προς την θεολογικήν αξιολόγηση των καρπών» της (Βλάσιος Φειδάς). Η αντίθεση κάποιων επισκόπων κατά των Ησυχαστών ερμηνεύεται, με αρκετή δόση αληθείας, ως έκφραση φόβου αυξήσεως του κύρους των μοναχών.

Με τις ησυχαστικές συνόδους (1341, 1347, 1351) και με την διακήρυξη της αγιότητας του Γρηγορίου Παλαμά (1368) η Ορθοδοξία απομάκρυνε τον κίνδυνο εκφιλοσοφήσεως της πίστεως και εκλατινισμού (εκφραγκεύσεώς) της. Μαζί δε με τη σωτηριολογική δύναμη της παραδόσεώς της έσωσε η Ανατολή και την κρατική αυτοτέλειά της.

Η εμμονή όμως στον Ησυχασμό είχε για το «Βυζάντιο»/Ρωμανία όχι μόνο θρησκευτική ή πολιτική, αλλά και πολιτιστική σημασία, διότι καθόρισε την περαιτέρω στάση όχι μόνο έναντι της Δύσεως, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας. Η Δύση -αυτό έγινε κατανοητό- όχι μόνο δεν ήταν πια ομόψυχη της Ανατολής, αλλά συνέχιζε να απειλεί, πέραν από την πνευματική, και την πολιτιστική απόστασή της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνικότητα, που ενσάρκωναν oι σχολαστικοί του «Βυζαντίου», όπως ο Γρηγοράς (διεκήρυττε απροκάλυπτα ότι είναι «Έλλην»), διαφοροποιόταν από την ελληνικότητα, όπως αφομοιώθηκε μέσα στην πατερική παράδοση, που δεν συνιστά απλή συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά υπέρβασή της στη νέα σύνθεση του ρωμαίϊκου πολιτισμού.

Ο Ησυχασμός αποδείχθηκε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη για την επιβίωση του Γένους. Το «Βυζάντιο» πολιτικά προχωρούσε στην πτώση, πνευματικά όμως παρέμενε ακμαίο και αδούλωτο. Μετά την άλωση θα θιγεί μόνο το πολιτικό μέρος της ζωής του Γένους, όχι όμως και το πνευματικό, αφού «κέντρον της Ρωμαιοσύνης είναι ο θεούμενος, όστις φθάνει εις την θέωσιν εις οιανδήποτε εποχήν ή κατάστασιν, κρατικήν ή πολιτικήν» (π. Ι. Ρωμανίδης). Μόνον oι δυτικίζοντες -ενωτικοί ομόφρονες του Βαρλαάμ- θα θεωρούν παρακμή το γεγονός, ότι η Ανατολή δεν έχει σχολαστική Θεολογία και θα φροντίσουν να την εισαγάγουν στη ζωή του Γένους. Η ορθόδοξη Ανατολή όμως του 14ου αιώνα απέρριψε τον Βαρλαάμ και τον ανάγκασε να φύγει, απορρίπτοντας την παράδοσή του. O Βαρλαάμ έφυγε, διότι ένοιωσε κυριολεκτικά ξένος στην Ανατολή. Oι αρχαιολάτρες-αντιησυχαστές θά εγκαταλείψουν αργότερα το «Βυζάντιον», καθώς θα πλησιάζει ο τουρκικός κίνδυνος, ή θα μένουν στραμμένοι στή Δύση, ταυτισμένοι μαζί της.

Ο Ησυχασμός όμως θα παίξει σημαντικό ενωτικό ρόλο και στα ταραγμένα πολιτικά και διασπασμένα Βαλκάνια, στα οποία, όπως άλλωστε και στη Ρωσία, ήταν ήδη γνωστός ο Ησυχασμός κυρίως μέσω του Γρηγορίου του Σιναΐτου. Oι Ησυχαστές θα μετακινούνται ελεύθερα σ’όλη την Ορθόδοξη Ανατολή, από τόπο σε τόπο, πάνω από σύνορα και εθνικές διαφορές. Αυτό το γεγονός έκαμε το μεγάλο αγιολόγο Fr. Halkin να ομιλεί για μια «Διεθνή του Ησυχασμού». Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «ορθόδοξο τόξο», ως προπύργιο κατά του «μουσουλμανικού τόξου» της Βαλκανικής, δεν πρέπει να παραθεωρείται η ησυχαστική πνευματικότητα, η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει αληθινή ενότητα στα όρια της ορθόδοξης-ρωμαίικης υπερεθνικής και υπερφυλετικής ομοψυχίας. Στην ησυχαστική παράδοση θεμελιώνεται η διαβαλκανική ενότητά μας.

Ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί, oι κοινωνικές ανισότητες και oι εχθρικές προσβολές θα εξασθενίσουν προοδευτικά την παρηκμασμένη ήδη αυτοκρατορία, οι πνευματικές δυνάμεις του Γένους, μέσα στην πατερική ησυχαστική παράδοση, θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταβληθεί το «Bυζάντιο»/Ρωμανία σε φραγκικό προτεκτοράτο, αλλά παράλληλα θα διασώσουν τον ψυχικό δυναμισμό του Γένους, ώστε να δουλωθεί μόνο σωματικά από την οθωμανική βαρβαρότητα. Σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς δουλείας τα μοναστήρια με την ησυχαστική παράδοσή τους θα διακρατούν την ψυχή του Γένους αδούλωτη. Η κατίσχυση όμως του αντιησυχαστικού πνεύματος στο χώρο της διανοήσεως και της πολιτικής, με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), θα οδηγήσει μεν στην απελευθέρωση από τη δουλεία της «Τουρκιάς», αλλά όχι και από εκείνη της «Φραγκιάς». Η βαρλααμική Δύση θα πάρει την εκδίκησή της! Η έκδοση των έργων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (υπό τη διεύθυνση του καθηγ. Π. Χρήστου) στη δεκαετία του 1960 και η επιστημονική προσφορά θεολόγων, όπως ο π. Ι. Ρωμανίδης, στη διερεύνηση της ησυχαστικής παραδόσεως, θα βοηθήσουν στην επανανακάλυψη των ρωμαίικων-ορθοδόξων θεμελίων μας. Είναι η αναβίωση μιας συνειδήσεως, που απλώνεται αδιάκοπα στη γενιά μας -αληθινό δώρο του Θεού στην κρισιμότητα των καιρών μας. Η εποχή μας έχει ένα σημαντικό κοινό με τον «βυζαντινό» 14ο αϊώνα και την εποχή πριν από την άλωση: την τραγική σύγχυση και αδρανοποίηση των παραδοσιακών μας κριτηρίων. Η ησυχαστική παράδοση, που ολοένα αναγεννάται, είναι γι’αυτό ιδιαίτερα αναγκαία σήμερα, που όλα δείχνουν πως αγγίζουμε την τελική πτώση.




Βιβλιογραφiα(κατ’επιλογή)


Αρβελέρ-Γλύκατζη, Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μεταφρ. Τ. Δρακοπούλου), Αθήνα Ι977.

Beck, Η-G., Ηumanismus und Palamismus, Xlle Congrés Ιnternαtional des Etudes Byzantines, 3, Belgrade 196J, σ. 63-82.

Charanis, Ρ., “Observations οn the «Anti-Zealot» Discourse of Cabasilas,”Revue des Etudes Sud-Est Europeennes, IΧ(Ι971), σ. 369-76.

Charanis Ρ., “Internal Strife in Byτantium during the fourteenth century,” Byzantion, XV (1940-4Ι), σ. 208-230.

Χρήστου Π., άρθρο «Ζηλωταί» στή ΘΗΕ 6 (1965), στ. 461- 64.

Γιανναρά Χρ., Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992.

Guilland R., Essais sur Nicéphore Gregoras, L'homme et l'oeuvre, Paris 1926.

Hrochava(V.), “La révolte des Zêlotes à Salonique et les communes italiennes,” Byzantinoslavica 22 (1961) 1-Ι5.

Iστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών) Θ (1980), σ. 152 ε.ε., 375 ε.ε. (Αγγ. Λαΐου και Μ. Ανάστος).

Jugie Μ., «Palamas Grégoire» και «Palamite Controverse», στο Dictionnaire de Theologie Catholique, ΧΙ (Paris, 1932), σ. 1735-1818.

Κορδάτος Γ., Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα, 1931. Του Ίδιου, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1928.

Μαντζαρίδη Γ. Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1983.

Meyedorff, J., lntroduction ά l'Etude de Gregoire Palamas, Paris 1959.

Του Ίδιου, Byzantine Hesychasm. Historical, Theological and Social problems, London Ι974.

Του Ίδιου, Gregory Palamas and orthodox spirituality. Ν. York 1974.

Νικοδήμου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Εν Βόλω 1969.

Nicol, D.M., Church and Sοciety in the last centuries of byzantium, Cambridge Ι979.

Του Ίδιου, The Last centuries of Byzantium, 1261-1453, London 1972. Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. «Μέλισσα», τ. Α; 1966.

Παπαδοπούλου Στ.Γ., Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1970.

Φειδά Βλ., Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Β; Αθήναι 1977.

Runciman St., Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Αθήνα 1970.

Του Ίδιου, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Αθήνα 1982.

π. Ρωμανίδη, Ι.Σ., Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 1981.

Του Ίδιου, Franks, Romans, Feudalism and doctrine. Αn Interplay between Theology and Society, 1981.

Του Ίδιου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες, τ.1, Θεσσαλονίκη 1984.

Sevcenko Ι., Nicolas Cabasilas «Αnti-Zealot» Discourse: A Reinterpretation, D. Ο. Ρ. 11 (1957) 79-171.

Του Ίδιου, Alexios Makrembolites and his «Dialogue» between the Rich and the

Poor, Zbornik, Radova 6 (1960) 187-228.

Setton, Kenneth Μ. (μεταφρ. Π.Π. Παναγιώτου), Tο βυζαντινό υπόβαθρο της Ιταλικής Αναγέννησης, Αθήνα 1989.

Σωτηροπούλου Χ., Θέματα Θεολογίας του ΙΔ' αιώνος, Αθήναι 1987.

Tafrali, Ο., Thessalonique αu XIVe siècle, Paris 1913.

Vassiliev A.A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1453 (μετάφρ. Δημ. Σαβράμη), Αθήνα 1954.

π. Βλάχου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του Ίδιου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης, (χ.τ.χρ.).

Του Ίδιου, Μικρά Είσοδος, Αθήνα 1992.

Weiss, G., Joannes Kantakuzenos- Aristocrat, Staatsmann, Kaiser and Mönch - in der Gesellschaftsentwicklung von Byzanz im 14. Jahrhundert, Wiesbaden Ι969. Werner Ε., Gesellschaft und Kultur im XIV Jahrh. “Sozial- Ökonomischen Fragen”, Actes du XIVe Congrés International des Etudes Byzantines, 1, Bucarest 1974, 93-110.

Ζακυθηνού Δ., «Ιδεολογικαί Συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», Ν. Εστία 47 (1950) 794-99. πηγή myriobiblos.gr.