“Βόμβες” στην οικονομία…
Το κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα για το “Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030” επάνω στο οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχεδιάζει τον καμβά της προεκλογικής μάχης του 2027, μπάζει από παντού. Αν εξαιρέσει κάποιος ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη για τη μετεκλογική επιβίωσή της εντός ή εκτός Ελλάδας, πληρώνει αδρά τους δανειστές της χώρας από τα φορολογικά “ματωμένα” υπερπλεονάσματα, η ίδια η οικονομία και κυρίως η κοινωνία ελάχιστα θα ωφεληθούν.
Όπως ήδη έχει γράψει το neostrategy.gr το “Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030” ύψους 23 δις ευρώ απευθύνεται κυρίως στους ολιγάρχες της χώρας στον τομέα της ενέργειας, της ψηφιακής τεχνολογίας και στις υπηρεσίες. Για τα πραγματικά προβλήματα της χώρας θα απομείνουν για μια ακόμη φορά τα ψίχουλα από το φαγοπότι των 23 δισ.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε δύο θητείες είχε τη σιγουριά των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Με αυτά διαφήμιζε την ανάπτυξη της χώρας, ενώ παράλληλα γέμιζε τα ταμεία του κράτους για να πληρώσει τους δανειστές και να κερδίσει τους πόντους των “επενδυτικών βαθμίδων”. Τα δεκανίκια όμως τελείωσαν και η επόμενη 4ετία θα είναι κρίσιμη για την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Με αυτό ακριβώς το θέμα έκρουσε ήδη τον κώδωνα του κινδύνου το ΚΕΦΙΜ. Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών το οποίο εμφανώς στηρίζει τη (νέο)φιλελεύθερη πολιτική ανεξάρτητα ποιά είναι η κυβέρνηση της χώρας, μιλάει για “τέστ αντοχής” την 3ετία 2026-2028. Τα ζητήματα που θέτει βρίσκονται στο επίκεντρο των οικονομικών επιτελείων αν και κανένα από τα πολιτικά κόμματα δεν ενημερώνει για όλα αυτά που έπονται. Με ή χωρίς τη βούλα της Κομισιόν.
Η έρευνα του ΚΕΦΙΜ αναφέρεται σε μια κρίσμιμη 3ετία με αφετηρία το 2026 όπου συμπτίπτουν η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η εφαρμογή του νέου δημοσιονομικού πακέτου, οι υπολειπόμενοι δεσμοί κράτους και τραπεζών, και οι υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες.
“Η περίοδος 2026-2028 χαρακτηρίζεται από τέσσερις παράλληλες πηγές πίεσης: τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την εφαρμογή επεκτατικού δημοσιονομικού πακέτου κόστους 0,6%-0,8% του ΑΕΠ, τη διατήρηση δεσμών μεταξύ κράτους και τραπεζικού συστήματος, τις υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες, που ανέρχονται σε περίπου 14% του ΑΕΠ”.
Σύμφωνα με την έρευνα οι παραπάνω 4 παράγοντες εντείνουν την αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα διατήρησης της μακροοικονομικής ανάκαμψης τα επόμενα χρόνια, σημειώνει η έρευνα.
Όπως δηλώνεται σε πρώτη ανάγνωση οι αριθμοί της κυβέρνησης εντυπωσιάζουν. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε από το 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025. “Μόνο που υπάρχει και η άλλη όψη: παρά τη μεγάλη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση”.
Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης σημαίνει ότι παύει να ισχύει ένας βασικός κινητήρας που τροφοδότησε την ανάπτυξη της χώρας. Οι πόροι από το Ταμείο εκτιμάται ότι πρόσθεταν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα ετησίως στην ανάπτυξη. Παρά την ανάκαμψη, οι επενδύσεις στην Ελλάδα παραμένουν 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να υποχωρήσουν σημαντικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν ακόμη 24% χαμηλότερα από τα προ μνημονιακής κρίσης επίπεδα.
Στα βασικά συμπεράσματα της έρευνας του ΚΕΦΙΜ διαβάζουμε:
• Οι επενδύσεις έφτασαν στο 16,88% του ΑΕΠ το 2025, αλλά παραμένουν 4,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (21,32%) και 8,7 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από το προ-κρίσης ανώτατο σημείο της Ελλάδας (25,53% το 2007).
• Για το 2024, το χάσμα από την ΕΕ-27 συγκεντρώνεται σε τρεις κλάδους: κατοικίες (Ελλά-
δα 2,56% έναντι ΕΕ 5,09%), λοιπές κατασκευές (3,98% έναντι 5,57%) και πνευματική ιδιοκτησία (2,80% έναντι 4,14%).
• Οι δημόσιες επενδύσεις της Ελλάδας (3,71% του ΑΕΠ το 2024) είναι σχεδόν ίσες με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,68%). Το πρόβλημα δεν φαίνεται να βρίσκεται στις κρατικές δαπάνες αλλά στις ιδιωτικές επενδύσεις, ιδίως στις επιχειρηματικές, δηλαδή αυτές που γίνονται από επιχειρή- σεις και όχι νοικοκυριά (8,48% έναντι 12,69% του ΑΕΠ).
• Στον τομέα Πληροφορική, Επικοινωνίες και Ενημέρωση (ΙCT) η Ελλάδα επενδύει υπερδιπλάσια
του ευρωπαϊκού μέσου όρου (1,51% vs 0,70% του ΑΕΠ το 2024).
Σύμφωνα με την έρευνα το “επενδυτικό χάσμα” είναι κρίσιμο καθώς επηρεάζει την παραγωγικότητα και τους μισθούς, περιορίζει τις ευκαιρίες απασχόλησης, καθυστερεί την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, επηρεάζει το κόστος και την ποιότητα ζωής των νοικοκυριών και αθυστερεί τη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η δεύτερη πίεση είναι της δημοσιονομικής πολιτικής. Το νέο πακέτο παρεμβάσεων για το 2026–2027 υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 0,6% του ΑΕΠ φέτος και 0,8% το 2027.
Σε αυτό το σημείο, η έρευνα υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις χρηματοδοτούνται από έσοδα που ενισχύθηκαν λόγω υψηλού πληθωρισμού και όχι λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής. Επιπλέον όσο αποπληρώνονται τα παλαιά δάνεια και αντικαθίστανται από ομόλογα, τόσο περισσότερο η Ελλάδα θα εξαρτάται από τις διαθέσεις των διεθνών αγορών.
Σημαντικός παράγοντας είναι και το μεγάλο κόστος του ασφαλιστικού. Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, έχοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ε.Ε. Το περίπου 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές.
Με το δημογραφικό πρόβλημα να πιέζει και την κυβέρνηση να μειώνει κι άλλο τις ασφαλιστικές εισφορές, το πρόβλημα διογκώνεται για τα επόμενα χρόνια.
==
Σε κατάσταση μεγάλου εκνευρισμού, αν όχι τρόμου, βρίσκεται η κυβέρνηση στο δρόμο προς τις εκλογές, είτε γίνουν πρόωρα, είτε την άνοιξη του 2027.
Στα ήδη μεγάλα, συσσωρευμένα προβλήματα της ακρίβειας, που συνειδητά ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να μην αντιμετωπίζει, προκειμένου να ωφελήσει τα οικονομικά καρτέλ και τα «συνεταιράκια» του, ορισμένους διαπλεκόμενους μεγαλοεπιχειρηματίες, έρχονται να προστεθούν οι εκτιμήσεις για έναν εξαιρετικά δύσκολο οικονομικό χειμώνα, εξαιτίας των δραματικών διεθνών εξελίξεων, εκτός των άλλων, στον τομέα της Ενέργειας.
Ολα αυτά, σε συνδυασμό με σωρεία σκανδάλων διαφθοράς που διαρκώς βγαίνουν στην επιφάνεια για την κυβέρνηση, ακόμα και τις πρόσφατες αποκαλύψεις για κάλυψη των «ιατρείων του θανάτου», όπως αυτό που βρήκε τον θάνατο ο Μαζωνάκης, και ακόμα χειρότερα ότι πρωτοκλασάτα στελέχη της κυβέρνησης και της ΝΔ ήταν «συνεταιράκια» σε τέτοιου είδους «φορείς», καθιστούν την πορεία Μητσοτάκη προς τις εκλογές … σωστό ναρκοπέδιο.Η τέλεια καταιγίδα
Το κλίμα πανικού στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αντανακλάται στα δημοσιεύματα σχεδόν όλων των μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης, την Κυριακή. Το ανησυχητικό σήμα συναγερμού σήμανε ήδη με την αύξηση του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων διεθνώς, το οποίο την περασμένη εβδομάδα άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο μετά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση (2008).
Η κλιμάκωση της σκληρής ρητορικής ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Ρωσία (ΝΑΤΟ – Ρωσία), τα πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις εντός της Ρωσίας, καθώς και σε πλοία της που μεταφέρουν ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, η θεαματική προώθηση των Χούθι της Υεμένης και ο πόλεμος στον Περσικό, με συνέπεια να κλείνουν οι στρόφιγγες του πετρελαίου τόσο από το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες του Κόλπου, η απίστευτη διεθνής αναταραχή, η ρήξη ΗΠΑ – Καναδά, αλλά και τα χαμηλά επίπεδα πλήρωσης των χώρων αποθήκευσης Ενέργειας στην ΕΕ, προκαλούν ανατριχίλα.
«Ο συνδυασμός πλήθους παραγόντων και συνθηκών, εγχώριων και διεθνών, παραπέμπει σε βαρύ οικονομικό χειμώνα, με απροσδιόριστες ακόμη συνέπειες για την επερχόμενη εκλογική άνοιξη του 2027», επισημαίνει η εφημερίδα, «Το Βήμα». Το «σκηνικό τέλειας καταιγίδας συνθέτουν το ράλι των ενεργειακών τιμών, το κύμα ακρίβειας και η άνοδος των επιτοκίων. Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη εξίσωση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις των τιμών των καυσίμων».
Ενεργειακός Αρμαγεδών
Ηδη, εξαιτίας της κατάστασης στο ουκρανικό μέτωπο, καθώς και στον Περσικό, οι τιμές της Ενέργειας εκτοξεύθηκαν διεθνώς, και μαζί τους εντάθηκαν οι πληθωριστικές πιέσεις. Το αργό κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ δεν αποκλείεται να ανεβεί στα 120, παρασύροντας τις τιμές του φυσικού αερίου και, βέβαια, του ηλεκτρικού ρεύματος.
Στη χώρα μας, εξαιτίας της πολιτικής Μητσοτάκη να αφήνει ανεξέλεγκτη την ακρίβεια, τα προβλήματα είναι ακόμα πιο μεγάλα. Ηδη, αναφέρεται στο ίδιο δημοσίευμα, «από το καλοκαίρι, οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης διατηρούνται από τις αρχές του καλοκαιριού σε επίπεδα υψηλότερα των 2 ευρώ και η περίοδος προμηθειών του πετρελαίου θέρμανσης εκκινεί με 1,90 ευρώ το λίτρο. Ταυτόχρονα, τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος, επηρεασμένα από τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου, ξεφεύγουν πραγματικά, δημιουργώντας την αίσθηση υπερβάλλοντος κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όλα τα στοιχεία βεβαιώνουν ότι οδεύουμε προς έναν σκληρό ενεργειακά χειμώνα, με εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις σε όλη την γκάμα των αγαθών και των υπηρεσιών. Η κυβέρνηση παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις ότι διατηρεί αποθέματα δυνάμεων είναι ανήσυχη».
Η κυβέρνηση, συμπληρώνει «Το Βήμα», δείχνει να «ελπίζει σε κάποιες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, αλλά η Κομισιόν παραμένει διστακτική, δεν ευνοεί σχήματα επιδότησης για υπερχρεωμένες χώρες και επιπλέον δεν αναζητεί τρόπους αποκατάστασης των ροών από τη Ρωσία, παρά τις πολιτικές πιέσεις που ασκούνται από τις ανερχόμενες δυνάμεις στην κλονιζόμενη Κεντρική Ευρώπη και δη στη Γερμανία».
Αντιστοίχως, προσθέτει, «και στο άλλο κρίσιμο μέτωπο της στεγαστικής κρίσης δεν φαίνονται λύσεις. Εσχάτως σε παρουσίαση νεόδμητων ακινήτων στην πολυτελή ζώνη του Ελληνικού εμφανίστηκαν τιμές προς 8.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Είναι ωστόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι το 75%των μέχρι τώρα αγοραστών είναι Ελληνες! Εξέλιξη που – αν μη τι άλλο - δηλώνει ότι οι τιμές των ακινήτων, όπως και των ενοικίων, θα συνεχίσουν να αυξάνονται ενισχύοντας το αίσθημα ακρίβειας που καταδιώκει την πλειονότητα των πολιτών».Κόλαση για τους μικρομεσαίους
Το μέγεθος του έντονου προβληματισμού, αποδίδει φράση που ανήκει σε τραπεζικό παράγοντα, ο οποίος μίλησε στο «Βήμα». Κατά τον ίδιον, «τα πράγματα είναι δύσκολα». Και κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που βλέπουν έναν ακόμη δύσκολο ενεργειακό χειμώνα να πλησιάζει, έχοντας αυτή τή τη φορά πολύ λιγότερα περιθώρια για να απορροφήσουν νέες επιβαρύνσεις.
«Για μια μικρή επιχείρηση, ακόμη και μια περιορισμένη αύξηση στο ρεύμα, στις μεταφορές ή στις προμήθειες μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε κέρδος και ζημιά. Το πρόβλημα είναι ότι οι επιχειρήσεις μπαίνουν σε αυτή τη νέα περίοδο ήδη καταπονημένες από διαδοχικές αυξήσεις κόστους. Και τώρα καλούνται να αποφασίσουν τι μπορούν να περιορίσουν, τι μπορούν να μετακυλίσουν στις τιμές και ποια επένδυση μπορεί να περιμένει. «Για τις ΜμΕ, ο φετινός χειμώνας δεν είναι μόνο μια μάχη με τον λογαριασμό του ρεύματος, είναι μια δοκιμασία αντοχής σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα», αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος από την εγχώρια βιομηχανία τροφίμων».
Αντίστοιχες είναι και οι επισημάνσεις της «Καθημερινής». Κατά τηην εφημερίδα, «ο λογαριασμός της παρατεταμένης γεωπολιτικής αναταραχής ανεβαίνει επικίνδυνα, καθώς μεταφέρεται ταχύτερα από το αργό πετρέλαιο στο ντίζελ, στη βενζίνη, στο φυσικό αέριο και στην ηλεκτρική ενέργεια, στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Οι κοινωνικές αντοχές δοκιμάζονται και μαζί τα όρια διαχείρισης από πλευράς κυβερνήσεων, καθώς το κύμα αντιδράσεων εξαπλώνεται από την Ασία και τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη. Το ερώτημα που κυριαρχεί στις αγορές μετά το νέο σοκ της περασμένης εβδομάδας, όταν η διακοπή λειτουργίας του αγωγού Ανατολής – Δύσης της Σαουδικής Αραβίας εκτόξευσε το Brent έως τα 108 δολ./βαρέλι, είναι εάν οι φυσικές ροές μπορούν να ομαλοποιηθούν και ποιο θα μπορούσε να είναι το χρονοδιάγραμμα επιστροφής στην κανονικότητα. Οι απαντήσεις δεν είναι καθησυχαστικές».
Παγκόσμιος – οικονομικός – πόλεμος
Σε όλα αυτά ήλθαν να προστεθούν την περασμένη εβδομάδα οι «αντιδράσεις» των Κεντρικών Τραπεζών να αυξήσουν τα επιτόκια για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Γεγονός που, όπως αναφέρει η εφημερίδα, «Κεφάλαιο», αποτελεί βασική αιτία για την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. «Η Fed προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων της για πρώτη φορά από το 2023, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια για δεύτερη φορά και οι αγορές εκτιμούν πως θα προχωρήσει σε σειρά αυξήσεων τους επόμενους μήνες».
Ετσι, απογειώθηκε και το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, «το πολύ ακριβότερο χρήμα έρχεται σε ένα περιβάλλον όπου οι κυβερνήσεις έχουν αυξήσει τον δανεισμό τους, μετά την απότομη αύξηση των δαπανών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, τη στιγμή που αντιμετωπίζουν επίσης τη γήρανση του πληθυσμού και τις υψηλότερες ανάγκες για αμυντικές επενδύσεις. Αυτό, με τη σειρά του, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα των χρεών τους. «Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου οι κυβερνήσεις θα πρέπει να λάβουν πιο επώδυνες πολιτικές αποφάσεις, μειώνοντας τις δαπάνες αλλού, καθώς οι πληρωμές τόκων αυξάνονται», σημειώνει η ING.
Εκτός από τους πολέμους, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις τιμές της Ενέργειας, ρόλο έπαιξαν και άλλοι παράγοντες, όπως: «Το φαινόμενο «παραγκώνισης» της ζήτησης κρατικών ομολόγων λόγω της υψηλής έκδοσης εταιρικών ομολόγων που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη και οι αδόμητες προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να μετριάσει την πίεση στα ομόλογα λόγω του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος. Σίγουρα και η αλλαγή στη στάση της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών διεθνώς, οι οποίες έχουν στραφεί πλέον προς τις αυξήσεις επιτοκίων, αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο παίζουν η αυξανόμενη πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη ενόψει και του φορτωμένου εκλογικού ημερολογίου το 2027, καθώς και η καθυστερημένη, επιθετική στάση της Τράπεζας της Ιαπωνίας».
Περιττό να σημειώσουμε, αναφέρει το «Βήμα», ότι «είχε προηγηθεί κρίση εμπιστοσύνης στην τεράστια, ύψους σχεδόν 30 τρισ. δολαρίων, αγορά των αμερικανικών ομολόγων και είχαν εμφανιστεί κλυδωνισμοί στην αγορά των μετοχών, με αφορμή και τις αμφισβητήσεις για τις αποδόσεις και τον έλεγχο των υπερδαπανηρών επενδύσεων της τεχνητής νοημοσύνης, όπου εκδηλώνεται πρωτοφανούς έντασης ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η αντιπαράθεση είναι μείζονος σημασίας, καθώς οι δέκα ισχυρότερες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες συγκροτούν το 50% του ετήσιου ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών». https://neostrategy.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου