
Γιατί η Ουάσιγκτον άφησε στα «κρύα του λουτρού» το Ριάντ: Η γεωστρατηγική ενηλικίωση και τα μετρημένα πυρομαχικά...
Τελευταία πέφτουμε συχνά από τα σύννεφα, διαπιστώνοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν θα συνεχίσει να παίζει εσαεί τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Η άρνηση των ΗΠΑ να χτυπήσουν τους Χούθι, παρά το επίμονο αίτημα του Πρίγκιπα MbS, αποτελεί ένα σκληρό, αλλά εξαιρετικά χρήσιμο μάθημα ρεαλισμού. Στη νέα πραγματικότητα, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται βάσει των παλαιών συμμαχιών ή τις ευχές όσων ζουν στη γυάλα τους, αλλά με το ψυχρό ζύγι του εθνικού συμφέροντος και των διαθέσιμων πόρων.
Γιατί, λοιπόν, η Ουάσιγκτον είπε «όχι» στο Ριάντ;
Πρώτον, διότι η αμερικανική διπλωματία αρχίζει πλέον να ιεραρχεί αυστηρά τις απειλές. Όπως εύστοχα
παρατηρεί η αναλύτρια April Longley Alley (ανώτερος συνεργάτης στο Washington Institute), το επιτελείο Τραμπ έχει «ανοιχτούς λογαριασμούς με το Ιράν και γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και δεν επιθυμεί να ανοίξει ένα νέο μέτωπο, ειδικά πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές». Από την πλευρά τους, οι ίδιοι οι Χούθι, επιδεικνύοντας οξυδέρκεια που συχνά υποτιμούν οι «μεγάλοι» της Δύσης, φροντίζουν να κρατούν τις ΗΠΑ εκτός της εξίσωσης —χωρίς να τεστάρουν την υπομονή τους—, ώστε «να επικεντρώσουν την ενέργειά τους στη Σαουδική Αραβία και τους Υεμενίτες εταίρους της».
Τον συγκεκριμένο κυνικό πραγματισμό εξέφρασε ωμά και ο Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνοντας πως οι Χούθι επιτρέπουν στα περισσότερα πλοία να περνούν από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και ότι «υπάρχει μόνο μία χώρα με την οποία δεν είναι ικανοποιημένοι, και θα το τακτοποιήσουμε», φωτογραφίζοντας ξεκάθαρα τη Σαουδική Αραβία.
Υπάρχει, όμως, και η αμείλικτη επιχειρησιακή πραγματικότητα. Μπορεί ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης να απέρριψε πρόσφατα τις ανησυχίες περί εξάντλησης πόρων, υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός στρατός «έχει αρκετά και περισσότερα από αρκετά πυρομαχικά και αποθέματα για να εκπληρώσει όλους τους στρατηγικούς στόχους του αρχιστράτηγου, και με το παραπάνω». Ωστόσο, η αλήθεια όλοι γνωρίζουν ότι είναι διαφορετική...
Σύμφωνα με
ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters, το οποίο επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους, μια απευθείας σύγκρουση με τους Χούθι θα απαιτούσε σημαντικούς πόρους. Θα μπορούσε, παράλληλα, να αποστραγγίσει ή να ανακατευθύνει τις αμερικανικές δυνατότητες συλλογής πληροφοριών, λόγω της ανάγκης να εντοπιστούν οι νέες θέσεις των Χούθι, οι οποίες έχουν αλλάξει από πέρυσι. Το κυριότερο; Οι ίδιοι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι η αναχαίτιση των πυραύλων και των drones των ανταρτών θα μπορούσε να εξαντλήσει τα ήδη χαμηλά αποθέματα πυρομαχικών και αναχαιτιστικών βλημάτων.
Κάποτε, βέβαια, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Ακόμη και μια αυστηρή αμερικανική δήλωση υποστήριξης αποτελούσε από μόνη της μια ομπρέλα ασφαλείας. Ο λόγος ήταν προφανής: ο ρόλος του παγκόσμιου ηγεμόνα και η ικανότητα των ΗΠΑ για άμεση προβολή ισχύος ήταν αδιαμφισβήτητα μεγέθη. Δύσκολα κανείς τολμούσε να δοκιμάσει τα όρια.
Σήμερα, το σκηνικό έχει αλλάξει δραματικά. Ειδικά μετά τις πρόσφατες εξελίξεις και τις συγκρούσεις με το Ιράν, η κάποτε άτρωτη εικόνα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έχει καταρρακωθεί. Σε αυτόν τον νέο, ρευστό κόσμο, οι αντίπαλοι της Δύσης οσμίζονται την αναποφασιστικότητα. Φτάσαμε στο σημείο όπου όχι μόνο δεν αρκεί πλέον μια ρητορική δήλωση στήριξης, αλλά ούτε καν η ίδια η φυσική παρουσία της αμερικανικής πολεμικής μηχανής σε μια περιοχή δεν θεωρείται ικανή να εξασφαλίσει, με απόλυτο τρόπο, αυτή την περίφημη ομπρέλα ασφαλείας. Οι «κόκκινες γραμμές» έχουν ξεθωριάσει και οι αποτρεπτικοί μηχανισμοί δοκιμάζονται καθημερινά στην πράξη.
Η εποχή όπου ένα τηλεφώνημα αρκούσε για να απλώσει η Αμερική την ασπίδα της έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η Ουάσιγκτον μετράει πλέον τα πυρομαχικά της ένα-ένα, την ώρα που ένα κύμα αντιδράσεων στο εσωτερικό της δεν συγχωρεί άσκοπες στρατιωτικές περιπέτειες που επιβαρύνουν τον μέσο φορολογούμενο.
Το δίδαγμα για όλους είναι αμείλικτο: Όποιος θέλει ασφάλεια στον 21ο αιώνα, καλό είναι να πάψει να ελπίζει σε υπερατλαντικούς σωτήρες. Πρέπει να είναι έτοιμος να ματώσει ο ίδιος και, κυρίως, να βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη. Η γεωστρατηγική ενηλικίωση δεν είναι πλέον επιλογή, είναι μονόδρομος...
Τελευταία πέφτουμε συχνά από τα σύννεφα, διαπιστώνοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν θα συνεχίσει να παίζει εσαεί τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Η άρνηση των ΗΠΑ να χτυπήσουν τους Χούθι, παρά το
επίμονο αίτημα του Πρίγκιπα MbS, αποτελεί ένα σκληρό, αλλά εξαιρετικά χρήσιμο μάθημα ρεαλισμού. Στη νέα πραγματικότητα, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται βάσει των παλαιών συμμαχιών ή τις ευχές όσων ζουν στη γυάλα τους, αλλά με το ψυχρό ζύγι του εθνικού συμφέροντος και των διαθέσιμων πόρων.
===
Πώς τα φθηνά όπλα ναρκοθετούν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα - Τα μαθήματα της Ερυθράς Θάλασσας στο δικό μας Αιγαίο!
Οι Χούθι απέδειξαν κάτι τρομακτικό, το οποίο οι δυτικοί σχεδιαστές συνειδητοποίησαν αφού το είδαν στις οθόνες των ραντάρ τους: ένας μη κρατικός δρών μπορεί, με ελάχιστο κόστος, να κρατήσει όμηρο την παγκόσμια οικονομία στο στενό του Μπαμπ ελ Μαντέμ
Ιστορικά, για να επιβάλεις ναυτικό αποκλεισμό σε ένα στρατηγικό πέρασμα, χρειαζόσουν ένα ναυτικό πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Χρειαζόσουν Ομάδες Κρούσης Αεροπλανοφόρων, καταδρομικά, πυρηνοκίνητα υποβρύχια. Ήταν ένα ακριβό «σπορ» αποκλειστικά για τις υπερδυνάμεις. Σήμερα, ένα σμήνος από περιφερόμενα πυρομαχικά των 20.000 δολαρίων και φθηνοί αντιπλοϊκοί πύραυλοι μπορούν να καταστήσουν αυτούς τους κολοσσούς ανήμπορους να αντιδράσουν αποτελεσματικά.
Είναι η απόλυτη εκδίκηση των φθηνών όπλων απέναντι στις πανάκριβες πλατφόρμες φορτωμένες με «εξωτικές» — αλλά στην ουσία ανούσιες — τεχνολογίες και υλικά τύπου «σταρ-τρεκ». Δεν έχει σημασία πόσο εξελιγμένη είναι η φρεγάτα σου, αν το κόστος της αναχαίτισης (ένας πύραυλος των 2 εκατ. ευρώ) είναι πολλαπλάσιο του κόστους της απειλής. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα ειδικά μετά τον πόλεμο στο Ιράν.
Η νέα πραγματικότητα στην Ερυθρά Θάλασσα φαίνεται να βάζει βόμβα στα θεμέλια της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και να ναρκοθετεί την ίδια την ουσία της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Η ελευθερία κίνησης των εμπορικών στόλων δεν εγγυάται πλέον από το διεθνές δίκαιο ή την ηγεμονία του αμερικανικού ναυτικού, αλλά τελεί υπό την αίρεση αυτού που ελέγχει τα σημεία πνιγμού με φθηνά, αναλώσιμα συστήματα. Πρόκειται για μια άτυπη, βίαιη «ιδιωτικοποίηση» των στενών. Όσο κι αν οι μανδαρίνοι στις Βρυξέλλες και οι διεθνείς γραφειοκράτες αναζητούν διπλωματικές διατυπώσεις, η πραγματικότητα είναι ότι η αλυσίδα εφοδιασμού σπάει. Το κόστος μετακυλίεται στο ράφι και οι παχυλές δυτικές κοινωνίες βιώνουν καταστάσεις που είχαν δεκαετίες να αντιμετωπίσουν τροφοδοτώντας τον αντισυστημισμό, τον οποίο κάποιοι κοιτούν με απορία.
Τι σημαίνει, όμως, αυτό το σοκ της Ερυθράς Θάλασσας για την Ελλάδα και την Τουρκία;
Το Αιγαίο είναι μια θάλασσα γεμάτη στενά περάσματα από συστάδες νησιών. Αποτελεί το κατεξοχήν περιβάλλον όπου τα drones και τα έξυπνα, φθηνά όπλα μπορούν να κυριαρχήσουν — κάποιοι καθηγητές προειδοποιούν και τα γράφουν χρόνια τώρα. Αν το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποδεικνύει ότι τα σημεία ναυτικής συμφόρησης είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να αμυνθούν απέναντι σε σμήνη drones, πώς πρέπει να προσαρμοστεί το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό;
Οι παραδοσιακές, πανάκριβες φρεγάτες — όσο απαραίτητες κι αν είναι για την προβολή ισχύος και την αντιαεροπορική ομπρέλα — κινδυνεύουν να γίνουν μεγάλοι, εύκολοι στόχοι σε ένα κλειστό και κορεσμένο περιβάλλον. Το δίδαγμα είναι ξεκάθαρο: η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί — ή τουλάχιστον να εξισορροπηθεί — προς ασύμμετρες λύσεις.
Τα υποβρύχια, ειδικά τα μικρότερα, τα
μίνι υποβρύχια (midget subs) που μπορούν να κρυφτούν στα αβαθή και ανάμεσα στα νησιά, γίνονται πιο αποτελεσματικά από ποτέ, ειδικά εάν είναι και μη επανδρωμένα. Ο ηλεκτρονικός πόλεμος (EW) για την τύφλωση των εχθρικών συστημάτων, τα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USVs) ως δυνάμεις κρούσης ή αντιπερισπασμού, και τα δικά μας σμήνη drones πρέπει να βρεθούν στον πυρήνα του νέου ναυτικού δόγματος. Είμαστε ήδη πολύ πίσω σε σχέση με τους γείτονες...
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να εξοπλιζόμαστε με τη λογική του περασμένου αιώνα. Η γεωπολιτική μας ενηλικίωση επιβάλλει να διαβάζουμε τις τάσεις της στρατιωτικής τεχνολογίας και οικονομίας πριν αυτές μας χτυπήσουν την πόρτα. Η μάχη του Αιγαίου δεν θα κριθεί από το ποιος έχει τον καλύτερο στόλο ή αεροπορία, αλλά στο ποιος μπορεί να στήσει (ή να σπάσει) το πιο αποτελεσματικό, φθηνό
δίκτυο άρνησης περιοχής (A2/AD).
Η ιστορία είναι αμείλικτη με όσους σχεδιάζουν τον αυριανό πόλεμο βασισμένοι στις χθεσινές συνθήκες. Το Αιγαίο απαιτεί ευελιξία, χαμηλό κόστος και ευρηματικότητα επί του πεδίου. Οτιδήποτε άλλο είναι απλώς μια ακριβή ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αν αγνοήσουμε το μάθημα από την Ερυθρά Θάλασσα, η πραγματικότητα θα χτυπήσει την πόρτα μας και θα έχει μεγάλο εθνικό κόστος..
Πηγή: i-epikaira.blogspot.com
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου