Οι ΗΠΑ κατάφεραν στη σύνοδο της G20 να απομονώσουν σχεδόν πλήρως την Κίνα για τις φθηνές εξαγωγές της. Η επιτυχία τους είχε όμως μια απρόσμενη συνέχεια. Οι ίδιοι σύμμαχοι που συμφώνησαν με την αμερικανική κριτική προς το Πεκίνο έδειξαν και προς την Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι οι δασμοί, ο πόλεμος στο Ιράν και οι οικονομικές επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ αποτελούν και αυτές μέρος του προβλήματος.
Από μια άποψη, ο Σκοτ Μπέσεντ θα μπορούσε να φύγει ικανοποιημένος από τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών της G20 στο Ασβιλ της Βόρειας Καρολίνας.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών πήγε στη συνάντηση αποφασισμένος να πείσει τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου ότι η κινεζική εξαγωγική μηχανή έχει μετατραπεί σε απειλή για την παγκόσμια ανάπτυξη. Και σχεδόν τα κατάφερε. Από τους συμμετέχοντες στη G20 μόνο η Κίνα αρνήθηκε να στηρίξει τη διατύπωση για την ανάγκη αντιμετώπισης πολιτικών που στρεβλώνουν τους όρους του ανταγωνισμού, δημιουργούν επίμονες οικονομικές ανισορροπίες και ενισχύουν την υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές. Ο Μπέσεντ θεώρησε το αποτέλεσμα δικαίωση. Οπως είπε, μια οικονομία δεν μπορεί να διοχετεύει επ’ αόριστον στην παγκόσμια αγορά μια ατελείωτη ροή φθηνών προϊόντων.
Το πρόβλημα είναι πραγματικό και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το γνωρίζουν. Με την εσωτερική ζήτηση να παραμένει ασθενής, η Κίνα έχει στηριχθεί ακόμη περισσότερο στις εξαγωγές ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ημιαγωγών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων. Μόνο τον Ιούλιο οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 23,9% σε ετήσια βάση, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα αγαθών της Κίνας με την Ευρωπαϊκή Ενωση έφτασε πέρυσι τα 360,6 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 15% μέσα σε έναν χρόνο.
Οι αμερικανικοί δασμοί έχουν επιπλέον περιορίσει την πρόσβαση αυτών των προϊόντων στη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, στέλνοντας μεγαλύτερες ποσότητες προς την Ευρώπη και άλλες χώρες. Μόνο που στο Ασβιλ συνέβη κάτι που δυσκολεύει σημαντικά την αμερικανική αφήγηση. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ συμφώνησαν ότι η Κίνα αποτελεί πρόβλημα. Αρνήθηκαν όμως να δεχθούν ότι αποτελεί το μοναδικό πρόβλημα.
Το δάχτυλο στρέφεται προς την Ουάσιγκτον
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ το διατύπωσε ίσως καθαρότερα από οποιονδήποτε άλλο. Αναφέρθηκε στις κινεζικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, αλλά τις τοποθέτησε δίπλα στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν και στους εμπορικούς πολέμους που έχει ανοίξει η Ουάσιγκτον.
«Η αβεβαιότητα είναι δηλητήριο για την οικονομική ανάπτυξη», είπε, προσθέτοντας ότι οι εμπορικές συγκρούσεις που διεξάγουν οι ΗΠΑ, όπως αυτή με τον Καναδά, καταστρέφουν την εμπιστοσύνη.
Η παρατήρηση αλλάζει ουσιαστικά τους όρους της συζήτησης. Η Ουάσιγκτον ζητά από τους συμμάχους της να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από τις συνέπειες των επιλογών του Πεκίνου. Οι ίδιοι απαντούν ότι καλούνται ταυτόχρονα να προστατευθούν από τις συνέπειες των επιλογών της Ουάσιγκτον.
Ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ που ακολούθησε έχουν αναστατώσει τις ενεργειακές αγορές, αυξάνοντας τις τιμές και τις πληθωριστικές πιέσεις σε οικονομίες που δεν είχαν καμία συμμετοχή στην απόφαση για τον πόλεμο.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να εντείνει ακόμη περισσότερο την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, ζητώντας από άλλες χώρες να περιορίσουν τις συναλλαγές τους με το Ιράν και απειλώντας με αμερικανικές κυρώσεις όσους δεν συμμορφωθούν.
Η αντίφαση γίνεται έτσι όλο και πιο εμφανής στους συμμάχους των ΗΠΑ. Καλούνται να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα για να προστατευθούν από τις οικονομικές επιλογές του Πεκίνου, ενώ παράλληλα πρέπει να απορροφήσουν το ενεργειακό και εμπορικό κόστος των αποφάσεων της Ουάσιγκτον.
Ενας εμπορικός πόλεμος μεταξύ συμμάχων
Ο Καναδάς κάνει αυτή την αντίφαση ακόμη πιο ορατή. Οι ΗΠΑ επέβαλαν τον Αύγουστο δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 27,6 δισ. δολαρίων Καναδά, μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για μια νέα εμπορική συμφωνία.
Η Οτάβα δεν περιορίστηκε αυτή τη φορά σε διαμαρτυρίες. Ανέστειλε τις συνομιλίες και ανακοίνωσε ότι από τις 8 Σεπτεμβρίου θα απαντήσει «δολάριο προς δολάριο και συντελεστή προς συντελεστή», επιβάλλοντας δασμούς 15%, 25% και 50% σε αμερικανικά προϊόντα αντίστοιχης αξίας.
Η σύγκρουση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν αφορά έναν στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ αλλά έναν από τους στενότερους συμμάχους και εμπορικούς εταίρους τους. Ο Μπέσεντ απάντησε υπενθυμίζοντας ότι η αμερικανική οικονομία είναι περίπου 13 φορές μεγαλύτερη από την καναδική και ότι συνεπώς ο Καναδάς δεν μπορεί πραγματικά να εμπλακεί σε έναν ισότιμο εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ.
Η δήλωση θα μπορούσε σχεδόν να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα από τους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής. Η οικονομική ισχύς δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως μέσο προστασίας ενός διεθνούς εμπορικού συστήματος, αλλά ως εργαλείο επιβολής όρων ακόμη και απέναντι σε συμμάχους.
Ο Καναδάς έχει ήδη αρχίσει να αναζητά απάντηση πέρα από τους δασμούς. Περισσότερο από το 70% των εξαγωγών του κατευθύνεται στις ΗΠΑ, αλλά η κυβέρνηση επιταχύνει την προσπάθεια διαφοροποίησης των εμπορικών σχέσεων. Ο υπουργός Οικονομικών Φρανσουά-Φιλίπ Σαμπάν μιλά πλέον για νέες συνεργασίες μεταξύ «μεσαίων δυνάμεων» στην ενέργεια, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η πίεση της Ουάσιγκτον αρχίζει έτσι να παράγει ένα αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο που επιδιώκει. Ορισμένοι από τους στενότερους συμμάχους της αναζητούν τρόπους να μειώσουν την οικονομική εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ.
Οι δύο πλευρές της ίδιας ανισορροπίας
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αδυναμία στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να παρουσιάσει το πρόβλημα κυρίως ως αποτέλεσμα των κινεζικών εξαγωγών.
Οι παγκόσμιες εμπορικές ανισορροπίες δεν δημιουργούνται μόνο επειδή κάποιος πουλάει υπερβολικά πολλά. Χρειάζεται και κάποιος άλλος που αγοράζει υπερβολικά πολλά.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η διεύρυνση των παγκόσμιων ανισορροπιών συνδέεται ταυτόχρονα με δύο εξελίξεις: στην Κίνα, την ασθενή εσωτερική ζήτηση και την υψηλή αποταμίευση που ενισχύουν την εξαγωγική εξάρτηση· στις ΗΠΑ, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και την ισχυρή κατανάλωση που μειώνουν την αποταμίευση και αυξάνουν τη ζήτηση για εισαγωγές.
Γι’ αυτό και η δήλωση της G20 δεν ζητά προσαρμογή μόνο από τις χώρες με τεράστια πλεονάσματα. Ζητά επίσης από τις χώρες με επίμονα ελλείμματα να αυξήσουν την εγχώρια αποταμίευση και να προχωρήσουν σε δημοσιονομική εξυγίανση. Η αναφορά μάλλον δεν εξαιρεί τις ΗΠΑ, των οποίων το δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.
Ακόμη και η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα υποστήριξε στο περιθώριο της συνόδου ότι η αντιμετώπιση των ανισορροπιών απαιτεί συντονισμένη δράση: περισσότερη εγχώρια κατανάλωση από την Κίνα, αλλά και περιορισμό των αυξανόμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων από τις ΗΠΑ.
Αυτό ίσως ήταν και το σημαντικότερο μήνυμα της συνόδου του Ασβιλ. Οι ΗΠΑ κατάφεραν να πείσουν σχεδόν όλα τα μέλη της ομάδας των G20 ότι το κινεζικό οικονομικό μοντέλο δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Εκεί που απέτυχαν ήταν να πείσουν τους συμμάχους τους ότι η ίδια εξήγηση αρκεί πλέον για να περιγράψει τα προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Κίνα εξακολουθεί να εξάγει τις δικές της οικονομικές ανισορροπίες στον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο που οι ΗΠΑ δυσκολεύονται πλέον να πείσουν τους συμμάχους τους ότι εκεί πρέπει να αναζητούν κάθε φορά την πηγή του προβλήματος. https://neostrategy.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου