Του Μιχάλη Ρένεση
Νέες τάσεις εμφανίζονται στις διεθνείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις , τα τελευταία χρόνια. Οι χώρες της Δύσης εμφανίζουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που συνοδεύονται μεταξύ άλλων από αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του εξωτερικού χρέους.
Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη τα αμέσως επόμενα χρόνια θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, σε μέσους όρους. Σύμφωνα με αναλύσεις του ΟΗΕ το 2025 η διεθνής οικονομία θα αυξηθεί κατά 2,8% (όπως το 2024). Η επιβράδυνση της ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου θα οδηγήσει σε ισχνή δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης των ανεπτυγμένων χωρών. Μεγάλο δομικό πρόβλημα παραμένει η αύξηση του εξωτερικού χρέους. Οι προβλέψεις για την ευρωπαϊκή οικονομία το 2025 είναι ότι θα υπάρξει ανάπτυξη κατά 1,3%, ενώ για το 2026 περίπου 1,5%. Σε χαμηλά επίπεδα φαίνεται, ότι κινείται η αμερικανική οικονομία. Προβλέπεται, ότι το 2025 θα υπάρχει ανάπτυξη 1,9%, ενώ για το 2026 θα είναι 2,6%.
Με μεγαλύτερους ρυθμούς αυξάνεται το ΑΕΠ αυξάνεται στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες. Μεταξύ των χωρών των G20, η Ρωσία ξεπέρασε τη Βραζιλία και την Τουρκία και κατέχει την τρίτη θέση. Η κατάταξη των πέντε πρώτων χωρών των G20 διαμορφώνεται ως εξής: 1)Ινδία με 6,7%, 2)Κίνα και Ινδονησία με 5%, 3)Ρωσία με 4,1%, 4)Βραζιλία με 3,4% και 5) Τουρκία με 3,2% ( οι 4 από τις 5 πρώτες χώρες με βάση το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ είναι μέλη των BRICS).
Είναι χαρακτηριστικό, ότι η ρωσική οικονομία, παρά τον πόλεμο και τις κυρώσεις, σχεδόν διπλασιάστηκε από το 2020 μέχρι το 2024, από 1,3 σε 2,021 τρις δολάρια. Μέχρι το 2014 το 50% των εμπορικών της σχέσεων ήταν με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία και την επιβολή των αντιρωσικών κυρώσεων η Ρωσία αύξησε τον όγκο των συναλλαγών κυρίως με την Κίνα , την Ινδία , τις χώρες της ASEAN και διάφορες αφρικανικές χώρες. Επίσης, λόγω των κυρώσεων, εισαγόμενα προϊόντα από τη Δύση τα παράγει η ίδια η Ρωσία, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή και την απασχόληση.
Εντοπίζεται, διεθνώς, μετατόπιση της οικονομικής ανάπτυξης από τη Δύση στην Ανατολή. Οι ευρωπαϊκές χώρες κατείχαν τις νέες τεχνολογίες για τη παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, τα οποία πλέον δε μπορούν να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα ασιατικά, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και ιδίως της ακριβής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι εμπορικοί πόλεμοι και οι κυρώσεις ενίοτε στρέφονται εναντίον αυτών που τις επιβάλλουν. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα το 2018, αρχικά υπήρξε μια ανάσχεση των κινεζικών εξαγωγών, αλλά στη συνέχεια επανήλθαν σε προηγούμενα επίπεδα. Ταυτόχρονα η Κίνα αύξησε τις εξαγωγές της προς τις γειτονικές ασιατικές χώρες. Φέτος η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ στράφηκαν εναντίον της εισαγωγής κινεζικών ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το Πεκίνο δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα, αντίθετα εισέρχεται με μεγαλύτερη δύναμη στον ανταγωνισμό στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Η κινεζική DeepSeek προκάλεσε αναστάτωση στα αμερικανικά χρηματιστήρια, οδηγώντας σε μαζικές πωλήσεις μετοχών αμερικανικών τεχνολογικών γιγάντων. Η εταιρεία Nvidia που παράγει microchips έχασε σε μια μέρα 600 δις δολάρια, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση στην ιστορία των ΗΠΑ.
Η ηγεμονία των ΗΠΑ που προέκυψε μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου δεν μπορεί να επιβληθεί πλέον στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Προβάλλει πλέον ένας πολυπολικός κόσμος, χωρίς να έχουν προσδιοριστεί οι νέες αρχές που πρέπει να διέπουν τις διεθνείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις. Ο προστατευτισμός, οι κυρώσεις δεν φαίνεται ότι μπορούν να ανασχέσουν τις νέες τάσεις μέσο-βραχυπρόθεσμα. https://neostrategy.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου