ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Ποιός κυβερνά αυτόν τον τόπο;


του Παντελή Σαββίδη

Ηεικόνα στο γήπεδο, ανάμεσα σε έναν σύγχρονο κοτζαμπάση και έναν πολιτικό εκπρόσωπο του συστήματος που κυβερνά τη χώρα, ανέδειξε, με τρόπο ωμό, μία από τις πιο βαθιές πλευρές της ελληνικής εξουσίας: τη συνύπαρξη του επίσημου πολιτικού προσωπικού με τα παρασκηνιακά κέντρα ισχύος, του κράτους με τα οικονομικά συμφέροντα, της θεσμικής νομιμοποίησης με την άτυπη επιρροή.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως εναλλαγή κυβερνήσεων. Από τη δολοφονία του Καποδίστρια μέχρι σήμερα, η χώρα κουβαλά μια διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη συγκρότησης σύγχρονου κράτους και στην επιμονή τοπικών, οικονομικών, μιντιακών και πελατειακών εξουσιών να το υποτάσσουν στις δικές τους επιδιώξεις. Οι παλιοί κοτζαμπάσηδες δεν εξαφανίστηκαν. Άλλαξαν μορφή. Έγιναν επιχειρηματικά κέντρα, μιντιακοί διαμορφωτές, κρατικοδίαιτοι εργολάβοι, θεσμικοί μεσάζοντες και παράγοντες που κινούνται ανάμεσα στο κράτος, την αγορά και την πολιτική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποτελεί σήμερα τον βασικό πολιτικό εκπρόσωπο αυτής της μορφής διακυβέρνησης. Το «σύστημα Μητσοτάκη» δεν είναι απλώς μια κυβέρνηση. Είναι ένας τρόπος οργάνωσης της εξουσίας: συγκέντρωση αποφάσεων στο πρωθυπουργικό κέντρο, έλεγχος των θεσμών, εξάρτηση μεγάλου μέρους των μέσων ενημέρωσης, διαχείριση κρατικών πόρων, επικοινωνιακή κατασκευή πραγματικότητας και πολιτική προστασία ενός ευρύτερου πλέγματος συμφερόντων.

Γι’ αυτό η απομάκρυνση του Μητσοτάκη αποτελεί την πρώτη πολιτική αναγκαιότητα. Όχι επειδή με την αποχώρησή του θα λυθούν αυτομάτως όλα τα προβλήματα της χώρας. Αλλά επειδή χωρίς την αποκαθήλωσή του δεν μπορεί να αρχίσει καμία σοβαρή διαδικασία δημοκρατικής αποσυμπίεσης και θεσμικής ανασυγκρότησης. Στο σημερινό πολιτικό σκηνικό δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από τη συνέχιση αυτού του καθεστώτος.

Αρκεί να φύγει ο Μητσοτάκης; Η απάντηση είναι όχι. Η αλλαγή προσώπου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αλλαγή εξουσίας. Και εδώ η θεωρία μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε πέρα από την επιφάνεια.


Ο Λουί Αλτουσέρ υποστήριξε ότι η πολιτική και η ιστορία δεν εξηγούνται πρωτίστως από τις προθέσεις των προσώπων, αλλά από τις δομές μέσα στις οποίες αυτά δρουν. Το κράτος, οι θεσμοί, η οικονομία, τα μέσα ενημέρωσης, το εκπαιδευτικό σύστημα, η δικαιοσύνη, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί και οι διεθνείς δεσμεύσεις δεν είναι ουδέτερα πεδία. Καθορίζουν τα όρια της πολιτικής πράξης. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να ρωτάμε ποιος κυβερνά. Πρέπει να ρωτάμε μέσα από ποιους μηχανισμούς κυβερνά.

Αν το δούμε έτσι, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Μητσοτάκης ως πρόσωπο. Είναι οι δομές που του επέτρεψαν να κυβερνήσει με αυτόν τον τρόπο. Είναι το κράτος που λειτουργεί ως λάφυρο. Είναι η δικαιοσύνη που συχνά καθυστερεί ή αδρανεί. Είναι τα μέσα ενημέρωσης που μετατρέπονται σε μηχανισμούς νομιμοποίησης. Είναι οι θεσμοί που αδυνατούν να ελέγξουν την εκτελεστική εξουσία. Είναι η οικονομική ολιγαρχία που επιβιώνει με δημόσιους πόρους. Είναι και οι εξωτερικές δεσμεύσεις της χώρας, ευρωπαϊκές, δημοσιονομικές, αμυντικές και γεωπολιτικές, που περιορίζουν δραστικά το πεδίο άσκησης κυρίαρχης πολιτικής.

Ο Αλτουσέρ, λοιπόν, μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο στα πρόσωπα. Βρίσκεται στις δομές. Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή. Αν μείνουμε μόνο στον Αλτουσέρ, υπάρχει ο κίνδυνος ενός μοιρολατρικού δομισμού: να πιστέψουμε ότι οι δομές αποφασίζουν τα πάντα και ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε.

Γι’ αυτό είναι χρήσιμη η κριτική του E. P. Thompson. Ο Τόμσον κατηγόρησε τον δομισμό ότι εξαφανίζει την ανθρώπινη εμπειρία, τους κοινωνικούς αγώνες και την ιστορική δράση. Για εκείνον, οι δομές υπάρχουν, αλλά η ιστορία δεν γίνεται χωρίς ανθρώπους. Οι τάξεις, οι κοινωνικές ομάδες και οι πολίτες δεν είναι απλώς φορείς προκαθορισμένων ρόλων.

Ζουν την αδικία, την εκμετάλλευση, την ταπείνωση, την ανασφάλεια και μέσα από αυτή την εμπειρία μπορούν να αποκτήσουν συνείδηση, να συγκρουστούν και να αλλάξουν τους συσχετισμούς.

Στην ελληνική περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες δεν είναι απλώς παθητικοί θεατές ενός συστήματος που τους υπερβαίνει.

Η ακρίβεια, τα Τέμπη, η διαφθορά, η ατιμωρησία, η υποβάθμιση των θεσμών, η απαξίωση της δικαιοσύνης, η αίσθηση ότι η χώρα κυβερνάται από κλειστές παρέες και συμφέροντα, όλα αυτά συγκροτούν εμπειρίες που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική δύναμη.

Αλλά ούτε η εμπειρία από μόνη της αρκεί. Εδώ παρεμβαίνουν ο Ερνέστο Λακλάου και η Σαντάλ Μουφ. Η βασική τους συμβολή είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν γίνεται αυτομάτως πολιτικό υποκείμενο.

Χρειάζεται λόγος, αφήγημα, σύμβολα, κοινός αντίπαλος και ηγεμονική άρθρωση. Δηλαδή, επιμέρους αιτήματα — για δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοπρέπεια, ασφάλεια, θεσμική αποκατάσταση — πρέπει να συνδεθούν σε ένα ενιαίο πολιτικό νόημα. Μόνο τότε η διάχυτη οργή γίνεται πολιτική δύναμη.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε και την παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού. Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα εκφραστεί κομματικά ή τι ποσοστό μπορεί να λάβει. Βρίσκεται κυρίως στο ότι ενσαρκώνει μια ηθική ρωγμή στο σύστημα.

Η τραγωδία των Τεμπών δεν βιώθηκε από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως ένα απλό δυστύχημα. Βιώθηκε ως αποκάλυψη ενός κράτους που δεν προστατεύει, δεν λογοδοτεί και στη συνέχεια επιχειρεί να συγκαλύψει.

Η Καρυστιανού μπορεί να συμβάλει θετικά εάν μετατρέψει αυτή την ηθική αγανάκτηση σε δημοκρατικό αίτημα θεσμικής ανασυγκρότησης. Μπορεί να δώσει πολιτική έκφραση σε πολίτες που δεν θα πήγαιναν να ψηφίσουν, σε ανθρώπους που δεν εμπιστεύονται τα υπάρχοντα κόμματα, σε ψηφοφόρους που αισθάνονται ότι η χώρα κυβερνάται από ένα κλειστό και ατιμώρητο σύστημα. Η προσέλευσή τους στην κάλπη μπορεί να μειώσει αντικειμενικά την εκλογική δύναμη του Μητσοτάκη.



Η θετική συμβολή της μπορεί να είναι τριπλή.

Πρώτον, να επαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής την έννοια της ευθύνης. Όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά συγκεκριμένα: ποιος αποφάσισε, ποιος υπέγραψε, ποιος παρέλειψε, ποιος συγκάλυψε, ποιος προστατεύθηκε.

Δεύτερον, να ενώσει διάσπαρτες κοινωνικές δυσαρέσκειες σε ένα ενιαίο αίτημα δικαιοσύνης και δημοκρατίας.

Τρίτον, να αναγκάσει τα υπόλοιπα κόμματα να τοποθετηθούν όχι με ευχολόγια, αλλά με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για δικαιοσύνη, διαφάνεια, δημόσιες συμβάσεις, ΜΜΕ, λογοδοσία και θεσμικό έλεγχο της εξουσίας.

Υπάρχει όμως και ο κίνδυνος. Αν η παρέμβαση Καρυστιανού περιοριστεί σε έναν ηθικό αντικομματισμό, αν μείνει μόνο στην καταγγελία, αν θεωρήσει ότι η αγνότητα αρκεί αντί για πολιτικό σχέδιο, τότε θα λειτουργήσει ως εκτόνωση και όχι ως μετασχηματισμός.

Η πολιτική δεν είναι μόνο διαμαρτυρία. Είναι οργάνωση, πρόγραμμα, άνθρωποι, θεσμοί, σύγκρουση με συμφέροντα και απάντηση στο δύσκολο ερώτημα: πώς κυβερνάς διαφορετικά μέσα σε δομές που αντιστέκονται;

Στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, η αποκαθήλωση Μητσοτάκη φαίνεται να απαιτεί τουλάχιστον τρεις κινήσεις.

Η πρώτη είναι η δημιουργία ενός δεξιού ρήγματος. Ένα κόμμα ή μια πολιτική κίνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά μπορεί να δώσει διέξοδο σε παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους που θέλουν να εγκαταλείψουν το καθεστώς Μητσοτάκη για λόγους πολιτικούς αλλά και αξιοπρέπειας. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καλοδεχούμενη στον βαθμό που θα αποδυνάμωνε τον σημερινό πρωθυπουργικό μηχανισμό. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με βαθύτερη θεσμική αλλαγή. Μπορεί να αποτελέσει ρήγμα στο μητσοτακικό οικοδόμημα, όχι απαραίτητα ρήγμα στο σύστημα των κοτζαμπάσηδων.

Η δεύτερη είναι η επιστροφή μεσοαστικών και αστικών στρωμάτων στο ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αντισυστημικό κόμμα. Είναι πλέον ένα κλασικό αστικό κόμμα. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικός πόλος για πολίτες που μετακινήθηκαν στη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη για λόγους σταθερότητας, ευρωπαϊσμού ή φόβου απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σήμερα βλέπουν ότι η επιλογή αυτή κατέληξε σε καθεστωτική υπερσυγκέντρωση ισχύος. Για να παίξει αυτόν τον ρόλο, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να πάψει να πολιτεύεται ως συμπλήρωμα και να εμφανιστεί ως σοβαρή εναλλακτική διακυβέρνησης.

Η τρίτη είναι η ενίσχυση της Καρυστιανού ως φορέα κοινωνικής και ηθικής αμφισβήτησης.  Μπορεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς, να μειώσει την αποχή και να δώσει πολιτική μορφή σε μια οργή που αλλιώς θα έμενε διάχυτη και ανενεργή. Με όρους Λακλάου και Μουφ, μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο άρθρωσης ενός νέου «εμείς» απέναντι σε ένα κλειστό σύστημα εξουσίας.

Αντίθετα, το εγχείρημα Τσίπρα δύσκολα μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην απαλλαγή από τον Μητσοτάκη. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έρχεται απ’ έξω από το σύστημα. Υπήρξε πρωθυπουργός, διαχειρίστηκε τους κρατικούς μηχανισμούς και, στην πράξη, δεν συγκρούστηκε με τους κοτζαμπάσηδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις τους διευκόλυνε ή τους ενίσχυσε. Γι’ αυτό και κάποιοι από αυτούς μπορούν να τον υποστηρίξουν χωρίς να απειλείται πραγματικά η θέση τους. Οι κοτζαμπάσηδες έχουν ιστορικά την ικανότητα να παίζουν σε περισσότερα από ένα ταμπλό. Δεν στοιχηματίζουν ιδεολογικά. Στοιχηματίζουν στη διατήρηση της επιρροής τους.

Επομένως, το ζήτημα είναι αν η αντικατάσταση του Μητσοτάκη ανοίξει δρόμο για αλλαγή των μηχανισμών που τον παρήγαγαν. Αν μετά τον Μητσοτάκη έρθει μια νέα διαχείριση των ίδιων συμφερόντων, τότε θα έχουμε αλλαγή σκηνικού, όχι αλλαγή εξουσίας.

Η χώρα χρειάζεται ένα ελάχιστο δημοκρατικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης: πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, έλεγχο της διαπλοκής κράτους και ΜΜΕ, διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, λογοδοσία υπουργών και κρατικών αξιωματούχων, προστασία των πολιτών από την κρατική αυθαιρεσία, και επαναφορά της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος. Χρειάζεται επίσης μια νέα σχέση ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική, ώστε οι πολίτες να μη λειτουργούν ως πελάτες, θεατές ή οπαδοί, αλλά ως ενεργά υποκείμενα δημοκρατικού ελέγχου.

Η Καρυστιανού μπορεί να συμβάλει θετικά αν μετατρέψει το πένθος σε θεσμικό αίτημα, την οργή σε δημοκρατική πίεση και την απαίτηση για δικαιοσύνη σε ευρύτερη πολιτική διεκδίκηση. Μπορεί να βοηθήσει να σπάσει η αίσθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι» και ότι «τίποτε δεν αλλάζει». Μπορεί να δώσει φωνή σε ανθρώπους που δεν αναγνωρίζονται στο υπάρχον κομματικό σύστημα.

Η αποκαθήλωση Μητσοτάκη είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως επαρκής. Είναι η αρχή, όχι το τέλος. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα έρθει μετά: μια νέα ισορροπία των ίδιων κοτζαμπάσηδων ή μια πρώτη, έστω ατελής, προσπάθεια δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας.https://www.anixneuseis.gr/

 **Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

Δεν υπάρχουν σχόλια: