ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ιράν: Η παγίδα της κλιμάκωσης και τα φαντάσματα του Βιετνάμ!

 


Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε από το Πεκίνο μιλώντας για «στρατηγική σταθερότητα». Μόλις λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα όμως, στην Ουάσιγκτον η συζήτηση είχε ήδη μετατοπιστεί ξανά στο ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης κατά του Ιράν, ακόμη και σε σενάρια που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ακραία, όπως η εισβολή χερσαίων δυνάμεων.

Είναι μια εικόνα που, χωρίς αμφιβολίες, αποτυπώνει το αδιέξοδο της αμερικανικής στρατηγικής. Παρά το μέγεθος της στρατιωτικής επιχείρησης, τους χιλιάδες νεκρούς και τις τεράστιες καταστροφές στις ιρανικές υποδομές, η Ουάσιγκτον δεν πέτυχε κανέναν από τους βασικούς στόχους της. Η ιρανική κυβέρνηση δεν κατέρρευσε, ο στρατός της χώρας παραμένει αξιόμαχος και τα Στενά του Ορμούζ δεν πέρασαν υπό αμερικανικό έλεγχο.

Αυτό ακριβώς εξηγεί και την ολοένα πιο νευρική ατμόσφαιρα στην Ουάσιγκτον μετά την επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε χωρίς να έχει εξασφαλίσει υποσχέσεις για κινεζικές πιέσεις προς το Ιράν ούτε τη δυνατότητα κάποιας διπλωματικής διεξόδου. Και όσο η προοπτική πολιτικής αποκλιμάκωσης απομακρύνεται, τόσο περισσότερο ενισχύεται η λογική ότι η μόνη απάντηση στην αποτυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη βία.

Πως να τελειώσουμε τη δουλειά

Το κλίμα αυτό αποτυπώνεται με εντυπωσιακή καθαρότητα – και ωμότητα – σε άρθρο γνώμης της Wall Street Journal με τίτλο «Πώς να τελειώσουμε τη δουλειά στο Ιράν». Ο αρθρογράφος Σεθ Κρόπσεϊ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού Ναυτικού στις κυβερνήσεις Ρίγκαν και Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, ζητά σχεδόν απροκάλυπτα προετοιμασία «πολυφασικής επιχείρησης» που θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμη και ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράν.

Στόχος, όπως γράφει, θα ήταν να ανοίξουν «δια της βίας» τα Στενά του Ορμούζ και να επιταχυνθεί «η κατάρρευση του ιρανικού κράτους». Δεν πρόκειται για κάποια περιθωριακή άποψη. Το άρθρο φαίνεται να συμπυκνώνει μια ευρύτερη μετατόπιση στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου όπου η συζήτηση μετακινείται πλέον από το ερώτημα αν πρέπει να υπάρξει νέα κλιμάκωση στο πώς ακριβώς θα πρέπει να οργανωθεί.

Οι New York Times αποκάλυψαν ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ βρίσκονται στις «εντονότερες προετοιμασίες από την έναρξη της εκεχειρίας» για πιθανή επανέναρξη των επιθέσεων ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες. Το Axios ανέφερε ότι ο Τραμπ συγκαλεί εκ νέου το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου, μετά από αλλεπάλληλες συσκέψεις με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τον διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ και τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η δημόσια ρητορική του ίδιου του Τραμπ. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Αμερικανός πρόεδρος έγραψε στο Truth Social ότι «για το Ιράν το ρολόι μετρά αντίστροφα». Λίγο αργότερα δημοσίευσε εικόνα με χάρτη της Μέσης Ανατολής καλυμμένο από την αμερικανική σημαία και κόκκινα βέλη να κατευθύνονται προς το Ιράν από κάθε πλευρά.

Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι πιέσεις για χτυπήματα ακόμη μεγαλύτερης έντασης στις ενεργειακές υποδομές του Ιράν. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ίσως ο στενότερος πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, δήλωσε δημόσια ότι «υπάρχουν ακόμη πολλοί στόχοι», χαρακτηρίζοντας την ιρανική ενεργειακή υποδομή «μαλακό υπογάστριο» της χώρας.

Η κλιμάκωση ως μοναδική απάντηση


Όλα αυτά βέβαια δεν μπορούν να κρύψουν μια βαθύτερη ανησυχία. Ο πόλεμος αρχίζει να παράγει σοβαρές πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο πληθωρισμός επιταχύνεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων τριών ετών, οι τιμές καυσίμων έχουν εκτοξευθεί και το Brent έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 50% από την έναρξη της σύγκρουσης. Οι τιμές βασικών τροφίμων αυξάνονται επίσης με εντυπωσιακούς ρυθμούς, ενώ το οικονομικό κόστος του πολέμου για το αμερικανικό δημόσιο διογκώνεται συνεχώς.

Το Πεντάγωνο αναγκάστηκε ήδη να παραδεχθεί ότι οι επιχειρήσεις έχουν κοστίσει τουλάχιστον 29 δισεκατομμύρια δολάρια — ποσό που δεν περιλαμβάνει τις ζημιές στις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι το τελικό κόστος μπορεί να φτάσει ακόμη και το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πιο αποκαλυπτική ίσως στιγμή ήρθε όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε αν η αυξανόμενη οικονομική πίεση που βιώνουν οι Αμερικανοί θα τον ωθήσει να επιδιώξει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. «Ούτε στο ελάχιστο», απάντησε.

Και όταν οι δημοσιογράφοι επέμειναν για το οικονομικό βάρος που προκαλεί η κρίση στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, ο πρόεδρος απάντησε ακόμη πιο ωμά: «Δεν σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών». Λίγες ημέρες αργότερα, όχι μόνο δεν ανασκεύασε τη δήλωση αλλά την υπερασπίστηκε δημόσια, χαρακτηρίζοντάς τη «τέλεια απάντηση».

Η φράση προκάλεσε σοκ ακόμη και σε τμήματα του Ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου. Δημοκρατικοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν τον Τραμπ ότι παραδέχθηκε ανοιχτά την αδιαφορία του για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, ενώ ακόμη και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς επιχείρησε αμήχανα να υποστηρίξει ότι τα λόγια του προέδρου «παρερμηνεύθηκαν».

Και ίσως αυτή η αναλγησία να αποκαλύπτει πολλά. Γιατί σε προηγούμενες κρίσεις, η αύξηση του οικονομικού και πολιτικού κόστους λειτουργούσε συνήθως ως παράγοντας πίεσης για αποκλιμάκωση. Σήμερα φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο. Οσο η στρατηγική αποτυγχάνει και όσο η αμερικανική ισχύς δείχνει να συναντά όρια που δεν μπορεί εύκολα να υπερβεί, τόσο πιο επιθετική γίνεται η αντίδραση της Ουάσιγκτον.

Η συζήτηση γύρω από το Ιράν αρχίζει να θυμίζει όλο και περισσότερο τη λογική που παγίδευσε για τόσα χρόνια τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε αποτυχία αντιμετωπίζεται όχι ως λόγος αναδίπλωσης αλλά ως επιχείρημα υπέρ ακόμη μεγαλύτερης κλιμάκωσης. Περισσότεροι βομβαρδισμοί, περισσότερη στρατιωτική πίεση, περισσότερη εμπλοκή, με την ελπίδα ότι η επόμενη φάση του πολέμου θα πετύχει εκεί όπου απέτυχε η προηγούμενη. Μια λογική βέβαια που σπανίως εξασφαλίζει διέξοδο και συνήθως επιδεινώνει το πρόβλημα.https://neostrategy.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

Δεν υπάρχουν σχόλια: