ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ![τόν παγίδευσαν οι Βουλγαροι,τόν σκότωσαν οι Τούρκοι και οι Ελληνες παντρεμενοι οντες με τήν λήθη τον ξέχασαν]



Σαν σήμερα : O Παύλος Μελάς πέφτει νεκρός σε μάχη με τους Τούρκους(13 Οκτωβρίου 1904)


Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία, στις 29 -3- 1870, από Ηπειρώτη πατέρα και Κεφαλλονίτισσα μάνα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα. Περνούν τα καλοκαίρια τους, μακριά από την Αθήνα πότε στην Οδησσό, πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά, από τότε που κτίζουν εκεί το εξοχικό τους σπίτι. Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα αδέλφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη και την αγάπη σε κάθε αδύνατο πλάσμα. Η 25η Μαρτίου είναι γι΄αυτόν μεγάλη ημέρα και συμμετέχει στον εορτασμό της με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. Γενικά αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα. Δεν ξεχνά την Ηπειρωτική καταγωγή του και η επιθυμία να ελευθερωθούν τα Γιάννενα φωλιάζει έντονη μέσα του. Ακούει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις παλιές Γιαννιώτικες οικογενειακές περιπέτειες του 1821 που διηγείται ο πατέρας του και η αγάπη του για την πατρίδα γίνεται όλο και πιο δυνατή.
Κάποτε αναζητώντας τον πατέρα του κατεβαίνει στο υπόγειο του σπιτιού και έκπληκτος ανακαλύπτει ξύλινες κάσες με τουφέκια. Ο μεγάλος αριθμός τους του δημιουργεί μια αλλόκοτη συγκίνηση και νιώθει έντονη την επιθυμία να τα αγγίξει, να τα χαϊδέψει. Ο πατέρας του που καταφθάνει, του αποκαλύπτει ότι είναι όπλα που συγκεντρώνονται για να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει πουθενά. Και ο μικρός Παύλος φυλάει βαθιά στην καρδιά του το μεγάλο μυστικό! Η σκέψη του όμως είναι συνεχώς εκεί, αφού και οι συζητήσεις των μεγάλων γύρω του είναι πάντοτε για τα εθνικά και πολιτικά ζητήματα.
Στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην ‘Ηπειρο, στη Θεσσαλία ξεφυτρώνουν τοπικά επαναστατικά σώματα, που καταλύουν τις Τουρκικές αρχές. Και από την ελεύθερη Ελλάδα φεύγουν συνεχώς εθελοντές – στρατιωτικοί, επιστήμονες, φοιτητές και μαθητές ακόμη – για να ενισχύσουν τον αγώνα των υπόδουλων...
Ταυτοχρόνως μεγάλα συλλαλητήρια του λαού πιέζουν την Κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και να σταθεί στο πλευρό της Ρωσίας, που ήδη πολεμά με τους Τούρκους. Και ενώ τελικά η επιστράτευση γίνεται και ο στρατός μας συγκεντρώνεται στη Λαμία, υπογράφεται η ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και η Ελλάδα αναγκάζεται να ησυχάσει πετυχαίνοντας αμνηστία για τους επαναστάτες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, Χριστιανό διοικητή για την Κρήτη και διπλωματικές υποσχέσεις για το μέλλον! Ο οκτάχρονος Παύλος, αν και δεν καλοκαταλαβαίνει, ζει αυτή την ατμόσφαιρα και ανυπομονεί να μεγαλώσει, για να πολεμήσει.
Και τα χρόνια περνούν. Η Θεσσαλία και η ‘Αρτα προσαρτώνται στο ελληνικό κράτος (1881) και ο Παύλος ετοιμάζεται για τις εισιτήριες εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων (1886). Και γράφει στο ημερολόγιό του “Εκλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανω χρήσιμος εις τον τόπο μου ……… θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δ΄αυτήν να αποθάνω…. Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων….”
Με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου παίρνει ο Παύλος το σιδηρόδρομο για τον Πειραιά, που βρίσκεται το “Στρατιωτικόν Σχολείον Ευελπίδων”. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει “… υποταγή στο καθηκον… ‘Ετσι θα πάρωμε τα Γιαννένα” και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του “ο Θεός μαζί σου, γιέ μου”.
Τον Αύγουστο του 1891 ο Παύλος βγαίνει από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί ως απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α’ πυροβολικού συντάγματος. Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του : γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν “πατέρα”. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή.
Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή του γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1892. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν μεγαλώσει κι οι δύο με τον ίδιο τρόπο ανατροφής.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί ο Μιχαήλ. Τη χαρά που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του την μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό στρατό κι η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη! Η αδράνεια του Ελληνικού στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του στρατού βρίσκεται στους Μύλους του ‘Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου η Τουρκία φοβισμένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η συμπαράσταση τότε του Ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση Τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει από τους Τούρκους κι από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης που έχει ως σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του “…με κόπο συγκρατώ τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή”.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. “… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…” γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων – “… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση”.
Στις 4 με 8 Μαρτίου κατεβαίνει με άδεια στην Αθήνα και επιστρέφει ξανά στη θέση του με εμπιστευτική αποστολή της Εθνικής Εταιρείας, που ετοιμάζει σώματα ανταρτών, για να υποστηρίξουν τις επικείμενες πολεμικές επιχειρήσεις. Του φανερού κέντρου της Εταιρείας πρόεδρος είναι ο πατέρας του ο Μιχαήλ Μελάς, πρόσωπο σε όλους σεβαστό και αγαπητό, στον οποίον ο Παύλος αναφέρει συχνά τις αντιλήψεις και τα παράτολμα σχέδια των νέων με την ελπίδα ότι θα υιοθετηθούν από το Διοικητικό Συμβούλιο. Και πολλές φορές συγκρούεται η λογική του ώριμου άνδρα με τον ενθουσιασμό και την άκριτη ενίοτε τόλμη του νέου. Και δεν ξεχνά στα γράμματά του προς τον Παύλο να του το θυμίζει ο πατέρας. “… Εις έναν αξιωματικόν χρειάζεται βεβαίως δόσις τις ενθουσιασμου, αλλά συγχρόνως και προ πάντων χρειάζεται ψυχραιμία… Νά εκτελέσης, παιδί μου, το καθηκον σου πρός την πατρίδα σου, αλλά χωρίς περιττάς παλληκαροσύνας…”
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου “Ευχηθείτε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου.”
Μέσα όμως από τα επόμενα προς τη γυναίκα του γράμματά του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός – “… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….” – μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση - “… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…” – και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου - “ότι θέλομεν υπερασπισθη το έδαφος του Δομοκου” - για να καταλήξει σε λίγο σε απόγνωση και απελπισία – “.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…” - Τέλος το τηλεγράφημα του πατέρα του που έρχεται από την Αθήνα – “… Απεφασίσθη ανακωχή…” είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά.
Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - “κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας” - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο “Θεσσαλία” συναντά τη γυναίκα του, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, το μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός που τον συγκλονίζει είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής.
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. ‘Οπως ομολογεί και ο ίδιος “… πότε ειμαι ευχαριστημένος… διότι ελπίζω να διορθωθή αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε”. Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του “ελησμονούσα όλα τάς στεναχωρίας μου”.
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 αρχίζει η εκκένωση του Θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος έφιππος επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει στους δικούς του. “… ειναι αδύνατον νά σας ειπω τί αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τά οποια ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους…”
Η εκκένωση της Θεσσαλίας από τα Τουρκικά στρατεύματα είναι πλέον γεγονός. Οι Ελληνες όμως που ζουν στις Τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές υποφέρουν. Στην Ηπειρο και στην Πόλη οι Χριστιανοί τραβούν μαρτύρια και οι φυλακές της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου γεμίζουν από Έλληνες, που συλλαμβάνονται για ανύπαρκτα ή ασήμαντα αίτια. Την ίδια περίπου εποχή και η Κρήτη - μέσα Οκτωβρίου 1898 – γίνεται αυτόνομη με ύπατο αρμοστή τον Έλληνα πρίγκιπα Γεώργιο.
Κι ενώ τα Χριστιανικά Βαλκανικά κράτη στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο κρατούν αυστηρή ουδετερότητα και δυσαρεστούνται μάλιστα (Βουλγαρία, Σερβία) για τη λύση του Κρητικού ζητήματος, η Τουρκία που πληγώνεται βαθιά από την απώλεια της Κρήτης, αποφασίζει να μη χάσει και τη Μακεδονία, έστω και αν χρειαστεί να πολεμήσει με ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι κοινό μυστικό σε όλους τους Βαλκανικούς λαούς ότι το τέλος του Κρητικού ζητήματος ανοίγει επικίνδυνα το Μακεδονικό, γιατί τη Μακεδονία εποφθαλμιά και η Βουλγαρία. Και από το Νοέμβριο μάλιστα του 1898 Βουλγαρικές συμμορίες αρχίζουν να μπαίνουν πάλι στη Μακεδονία.
Το φθινόπωρο του 1898 επιστρέφει από τη Θεσσαλία οριστικά ο Παύλος στην Αθήνα και αρχίζει πάλι τη συνηθισμένη του ζωή μεταξύ συντάγματος και σπιτιού του. Δεν είναι όμως πια ο ίδιος. Τα γεγονότα τον έχουν σημαδέψει. ‘Εφυγε νέος γεμάτος φλόγα και ορμή για τον πόλεμο και γυρίζει άνδρας με την πίκρα στο πρόσωπο, την ψυχή ταραγμένη και με ύπνο ανήσυχο. Μόνον όταν παίζει με το γιο του, το γέλιο χαράζει αβίαστο τα χείλη του.
Τα νέα για τα όσα συμβαίνουν στη Μακεδονία κυκλοφορούν γρήγορα. Ο Παύλος με τον πεθερό του είναι σε συνεχή επικοινωνία με Ηπειρωτικούς και Μακεδονικούς συλλόγους. Αλλά και οι Μακεδόνες που έρχονται στην Αθήνα βρίσκουν πάντα καταφύγιο στο σπίτι του Στέφανου Δραγούμη. Ετσι και οι δύο άνδρες γνωρίζουν με λεπτομέρειες τα όσα τραγικά διαδραματίζονται στη Μακεδονική γη. Ωστόσο ο Παύλος επιθυμεί διακαώς να επισκεφθεί τη Μακεδονία και να αποκτήσει προσωπική αντίληψη, για τα όσα συμβαίνουν εκεί.
Κι ενώ η υπηρεσία του ως ανθυπολοχαγού του Β’ συντάγματος πυροβολικού είναι απελπιστικά μονότονη, η οικογένεια του αυξάνεται με τη γέννηση της κόρης του Ζωής. Τα τρία χρόνια που έχουν περάσει από το θάνατο του πατέρα δεν τον έχουν βοηθήσει να τον ξεπεράσει, γι΄αυτό απέχει σχεδόν από την κοσμική ζωή των Αθηνών και περιορίζεται στο να δέχεται στο φιλόξενο σπίτι του τους λίγους αγαπητούς φίλους και συναδέλφους. Τα καλοκαίρια του τα περνά με την οικογένειά του στο σπίτι του στο Στροφύλι της Κηφισιάς και η αγαπημένη του ευχαρίστηση καθώς και της γυναίκας του είναι η ιππασία.
Στο μεταξύ οι εντυπώσεις του Παύλου από τον άτυχο πόλεμο του 1897 έχουν κάπως αμβλυνθεί και η διάθεσή του έχει αρκετά βελτιωθεί. Στη Μακεδονία όμως η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων σε βάρος του Μακεδονικού λαού είναι ανήκουστες. Η Ελληνική κυβέρνηση διαμαρτύρεται συνεχώς και έντονα στις Δυνάμεις - Ρωσία και Αυστροουγγαρία – που έχουν αναλάβει το διακανονισμό των Βαλκανικών ζητημάτων. Οι παρατηρήσεις των Δυνάμεων προς την Τουρκία, που επιτρέπει τις Βουλγαρικές ωμότητες, έχουν περιορισμένης διάρκειας αποτελέσματα. Οι Τούρκοι συλλαμβάνουν κάποτε για τα μάτια του κόσμου μερικούς κομιτατζήδες, στη συνέχεια τους αφήνουν ελεύθερους και η ίδια τραγική κατάσταση συνεχίζεται. Οι δυστυχισμένοι χωρικοί έχουν να διαλέξουν μεταξύ των κομιτατζήδων που στο όνομα της ελευθερίας σφάζουν άγρια δασκάλους, ιερείς, προεστούς και των Οθωμανικών αποσπασμάτων, που, ενώ έρχονται να επιβάλουν την τάξη, καταστρέφουν τελείως ό,τι έχει απομείνει.
Στην Ελλάδα βέβαια οι πολιτικοί και οι πατριωτικοί σύλλογοι έχουν ξεσηκωθεί. Εκθέτουν τα γεγονότα στον Ελληνικό τύπο και προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν όλους τους Ελληνες. Παράλληλα ο Στέφανος Δραγούμης με την επιτροπή “η Επίκουρος των Μακεδόνων” προσπαθεί με το εβδομαδιαίο δελτίο που εκδίδει στη Γαλλική γλώσσα να ενημερώσει λεπτομερώς και τους ξένους. Δυστυχώς όμως ο ξένος τύπος δεν ευνοεί την Ελληνική άποψη για το Μακεδονικό ζήτημα. Κατακρίνοντας μάλιστα τους Ελληνες ως φίλους των Οθωμανών αποδέχεται τη Βουλγαρική θέση, σύμφωνα με την οποία οι κομιτατζήδες αγωνίζονται για την ελευθερία της Μακεδονίας!
Την ίδια εποχή ο Παύλος συγκεντρώνει χρήματα από φίλους για να βοηθήσει τα θύματα να επισκευάσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ντυθούν και για να εφοδιαστούν με όπλα. Ο ίδιος έχει περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες του, για να ενισχύσει όσο μπορεί περισσότερο τους κατατρεγμένους. Κι επειδή η υπηρεσία του του αφήνει αρκετό ελεύθερο χρόνο – υπηρετεί τώρα στο Σχολείο των Ευελπίδων ως αξιωματικός επιτηρητής – αφοσιώνεται στους εράνους, στην επικοινωνία του με πρόσφυγες Μακεδόνες που του φέρνουν πολύτιμες πληροφορίες και στην αλληλογραφία με αξιωματικούς της Θεσσαλίας, που τον ενημερώνουν για το “ποιόν”, των προσφύγων, επειδή ως Μακεδόνες παρουσιάζονται συχνά και Βούλγαροι κατάσκοποι.
Το 1902 στο προξενείο Μοναστηρίου διορίζεται υποπρόξενος ο αδελφός της γυναίκας του ‘Ιωνας Δραγούμης με τη συμβουλή των ανωτέρων του “να μη γεννά ζητήματα”. Ο Παύλος νιώθει ιδιαίτερη συγκίνηση, γιατί πιστεύει ότι ο διορισμός του ‘Ιωνα θα ενισχύσει αφενός τη Μακεδονική άμυνα και θα εμπλουτίσει αφετέρου τη δική του ενημέρωση.
Τον Φεβρουάριο του 1904 επιτέλους αποφασίζει η Ελληνική κυβέρνηση ν΄αποσταλούν με κάθε μυστικότητα στη Μακεδονία τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί, οι Κοντούλης, Παπούλας, Κολοκοτρώνης και Μελάς. Οι άδειες που τους δίνονται από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του Ελληνικού κράτους, ενώ τα διαβατήριά τους εκδίδονται με ψευδώνυμα – Το ψευδώνυμο του Παύλου είναι Μίκης Ζέζας – Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά γιατί όπως γράφει στο σημειωματάριό του στις 24 Φεβρουαρίου 1904, “Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…” Πριν αναχωρήσει επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί να πεθάνει, αν χρειαστεί, γι΄αυτή. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια “ζήτω η Μακεδονία” συγκινημένος ξεκινά για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του μετά από ταξίδι μερικών ημερών αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει με άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος, όταν κρυπτογραφική επιστολή του ‘Ιωνα Δραγούμη πληροφορεί ότι “η Τουρκική πρεσβεία, μαθούσα τήν παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τά πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθωσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαιον νά επιστρέψη προσωρινως ο κ. Μελας τουλάχιστον…” Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι ως αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και όταν του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως αποτύχει ολόκληρη η αποστολή, πείθεται με βαριά καρδιά να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 29 Μαρτίου 1904 ξαναβρίσκεται με την οικογένειά του στην Αθήνα. Και είναι η Δευτέρα του Πάσχα.
Η διαταγή που τον έχει φέρει στην Αθήνα αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.
‘Ενα απόγευμα στα τέλη του Ιουνίου του 1904 δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες αξιωματικοί , για να τη διευθύνουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως του αποκαλύπτουν ότι όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους. Και ο Παύλος συγκινημένος τους υπόσχεται αμέσως ότι γρήγορα θα βρεθεί στον Κοζάνη, για να τους οργανώσει. Μάταια σε λίγο οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν.
‘Ετσι στις 9 Ιουλίου παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μυστικά και μεταμορφωμένος σε χωρικό αναχωρεί τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη αρχικά και στη Στάτιστα στη συνέχεια συμβουλεύει, καθοδηγεί, οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της ‘Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.
Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του – συναλλάσσεται μάλιστα ως ζωοέμπορος στις αγορές – αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις οι προσπάθειές του αποδίδουν “… Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, διά νά εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των…”
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος από το έργο του και αποφασισμένος, αφού εκθέσει στον πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταστη, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα και να επιστρέψει ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου στην Αθήνα και αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι τις ετοιμασίες για τη Μακεδονία.
Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού αγώνα είναι πολύ καλύτερες. Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, η εργασία των αξιωματικών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς. Σε γράμμα του προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά “… Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποιος μου αρμόζει περισσότερον ειναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινος δέν ηξεύρω τί έπαθα έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφου έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου καί νά με ωθή διαρκώς πρός τή Μακεδονία.”
Στις 18 Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, φορά και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα με τριάντα περίπου άνδρες. Πεζοπορώντας πολλές ώρες και πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις, για να μη συναντηθούν με Τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο Μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του. “…Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία καί ακόμη τριγυρίζομεν περί τήν Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα πού περνα καί πολύτιμος καιρός χαμένος ειναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει…. Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας… Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι οδηγόν δέν έχομεν, τό έδαφος δέν τόν γνωρίζομεν! Θά φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θά μας αρχίσουν το κυνηγητό καί έτσι θά ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τούς εκει αδελφούς; Θεέ μου, θεέ μου. Καί ενω ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω νά ενθουσιάζω καί νά ενθαρρύνω τούς άνδρας μου… Βρέχει δυνατά καί ακατάπαυστα… από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβατίνας, τήν οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά …. Είμεθα όλοι υγροί ως τά κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν …. Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον τήν βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον τήν πορείαν μας… Η απότομος καί ολισθηρά κλίσις του βουνου, τά πυκνότατα καί δύσκαμπτα δενδρύλλια, τά οποια ειναι κάθυγρα από τήν βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημεις, τά όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από τήν βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς…”

Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως με τις συνθήκες που περιγράφει παραπάνω φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να αρχίσουν την εφαρμογή του προγράμματός τους. “… Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω…”
Και αρχίζει τις επαφές του με τη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης είναι η ψυχή της περιφέρειας όλης, και καταλήγει με τους άνδρες του στη μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν. Οι Μακεδόνες μαθαίνοντας την αφιξή τους ανασαίνουν, ενθουσιάζονται, τους βλέπουν ως σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου – του καπετάν Μίκη Ζέζα στο εξής – και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται “…άν ειχα τό δικαίωμα εγώ νά συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος καί αν είναι, να τόν τραβήξω από τήν οικογένειάν του και να τον φονεύσω!… Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλήν της πρός τήν πατρίδα καί τό γένος μου αγάπης έχω. Μά τήν αλήθειαν πολύ θά τ΄αγαπω καί τά δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω νά γίνη εκείνο πού απεφασίσθη…” Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. “Εχουν καί δίκαιον οι δυστυχείς καί πολλάκις μου υπενθυμίζουν τήν από ημας εγκατάλειψίν των τήν άνοιξιν.”
Εν τούτοις παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες – βρέχει συνεχώς 23 ημέρες – με κέντρο τα Ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την Ελληνική ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ. Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή – από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους – και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.
Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του ξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια. Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. “Καταλαβαίνομεν… τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν…”. ‘Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του.
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις πατριωτικές Αθηναϊκές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ με τα όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του Βουλγαρικές απειλές οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους κομιτατζήδες. Παράλληλα εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. “…Δεν φαντάζεσαι τήν κατάστασίν μου τήν ψυχικήν. Θέλω καί πρέπει νά μείνω εδω αλλ΄ ο πολυτάραχος καί σχεδόν άγριος βίος μου μέ κάμνει να νοσταλγώ τόν ήσυχον καί γλυκύν οικογενειακόν βίον. Καί εδώ έχω τάς ικανοποιήσεις μου καί εκει τήν ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδω μέ κρατει επί πλέον τό καθηκον καί πρό πάντων αι υποχρεώσεις άς ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θά κατορθώσω τίποτε; ΄Η θά χανδακώσω τήν ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος τό μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω καί πότε ενθουσιώ…”
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των Βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις γι΄αυτό το σταθμο του φίλου και υπαρχηγού του Νίκου Πύρζα, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: “Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον”. Αυτή η απόφαση του θα είναι γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι από κομιτατζή για την εκεί παρουσία τους επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά – “στη μέση μέ πηρε, παιδιά” - Κι ενώ τρέχουν να βοηθήσουν, μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα - “Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη καί νά τούς πης ότι τό καθήκον μου έκαμα”. Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε “πονώ” πότε “σκοτωστε με” και πότε τα ονόματα των παιδιών του “Μίκη, Ζωή”. Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη “πονώ” αφήνει την τελευταία του πνοή.
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : “Παρελθούσαν Τετάρτην 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα καί περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δέ ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον ο Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα Τουρκική πλήξασα αυτόν κατά τήν οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε…”

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο Ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον ‘Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του. Σύμφωνα με αυτές ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιστα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό Τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904. Επειδή όμως οι Τούρκοι από δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατό του και την ταφή του Παύλου, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του Βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται και η κεφαλή στο σώμα και έτσι όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά βρίσκεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα ύστερα από δική της επιθυμία αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.
Η είδηση του θανάτου του Παύλου συγκλονίζει την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά την οικογένειά του. Ολόκληρος ο Ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές. Το όνομά του γίνεται σύμβολο του Μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός αξιωματικών και πολιτών σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της. Τη θυσία του υμνεί το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Αλλά και η πατρίδα τιμώντας τον τον αναγνωρίζει ως εθνικό ήρωα και τη Στάτιστα, το χωριό όπου σκοτώθηκε, την ονομάζει “Παύλος Μελάς”.
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
Κορίτσια από την Καστοριά κι απ΄την Βλαχοκλησιούλα,
κάτι να σας ρωτήσουμε, κάτι να σάσε πούμε!
Ποιος είσαι εσύ, που με ρωτάς και θέλεις να σου ειπούμε;
Εγώ΄μαι ο Παύλος ο Μελάς, της Καστοριάς καμάρι,
της Καστοριάς, της Ροδινιάς και της Βλαχοκλησιούλας.
ΔΙΣΤΙΧΟ ΗΠΕΙΡΟΥ
Γιοφύρι θαλά γίνω σ΄όλα τα ρέματα
να διαβ΄ο Μίκη Ζέζας με τα στρατέματα.
Πηγή: Δημοτικό σχολείο Σαππών


paspartou

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΤΙ;[ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΣ Μέρος Ζ΄]

Μετά το άτομο τι;

Συγγραφέας:
Θεόδωρος Ζιάκας*
Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Όχι γιατί αλλάζει η χιλιετία,αλλά γιατί χρεωκόπησε ο σοσιαλιστικός αλτρουισμός, θριάμβευσε ο αστικός ατομικισμός και τα πάντα έχουν μπει σε άλλη τροχιά.
Τρεις είναι οι βασικές αντιλήψεις. Η μία διαβεβαιώνει με αυταρέσκεια ότι νίκησε οριστικά η Δύση, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, η δημοκρατία. Η Ιστορία, όπως την ξέρουμε, έλαβε τέλος. Η δεύτερη, πιο επιφυλακτική,λέει ότι οι αντιθέσεις θα εστιαστούν τώρα στις πολιτισμικές διαφορές:θρησκευτικές και εθνικές. Η τρίτη λέει πως η αμερικανική κατάκτηση του κόσμου συνεχίζεται. Τα προβλήματα, η καταπίεση και η εκμετάλλευση,απλώς επιδεινώθηκαν. Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας λόγος να υποστείλουμε τη σημαία του αγώνα. Οι γνωστότεροι συστηματοποιητές των αντιλήψεων αυτών είναι ο Φουκουγιάμα, ο Χάντικτον, ο Τσόμσκι.Πραγματικά, δεν μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για την πιθανή πορεία του σύγχρονου κόσμου αν δεν ξεκινά από τις τρεις αυτές συστηματοποιήσεις.

Υπάρχουν όμως και ορισμένοι που δεν αρκούνται στις θεωρήσεις αυτές. Συμφωνούν ότι είναι πολύ χρήσιμες, αλλά για μια πρώτη προσέγγιση. Αυτοί προτείνουν να πάμε πιο βαθιά: στο ανθρωπολογικό υπόβαθρο των αλλαγών. Κατά την άποψή τους η κατάρρευση του μοντέρνου κολεκτιβισμού (πρώτα του φασιστικού και έπειτα του κομμουνιστικού) και η ανάδειξη της Αμερικής σε «μοναδική υπερδύναμη»,συμπίπτει με το γύρισμα ανθρωπολογικής σελίδας στην εξέλιξη του δυτικού-νεωτερικού πολιτισμού. Μιλούν δηλαδή για ανθρωπολογικό μεταίχμιο. Ότι ο ανθρωπολογικός φορέας της νεωτερικότητας, το Άτομο,πνέει τα λοίσθια και νέος τύπος ανθρώπου γεννιέται, προμηνύοντας το πέρασμα σε άλλον πολιτισμό. Για την περιθωριακή αυτή κατεύθυνση σκέψης το βασικό ερώτημα της εποχής μας είναι: μετά το Άτομο τι;
Βεβαίως,η «ανθρωπολογική» άποψη δεν είναι τόσο πειστική, όσο οι τρεις κυρίαρχες απόψεις. Γι’ αυτό άλλωστε είναι περιθωριακή. Δεν είναι όμως λόγος να μην της δώσουμε σημασία. Όπως είναι γνωστό, ακόμα και στους επιστημολογικά αναλφάβητους, η αλήθεια ποτέ δεν ήταν θέμα ψηφοφορίας,δημοσκόπησης, ή ακαδημαϊκών τίτλων, για να είναι και στην προκειμένη περίπτωση.
1. Το νεωτερικό άτομο Ο ανθρωπολογικός φορέας του σύγχρονου πολιτισμού, που γεννήθηκε στη Δύση με τον Διαφωτισμό και τις δημοκρατικές επαναστάσεις (αγγλική, αμερικανική,γαλλική) είναι το νεωτερικό Άτομο. Μιλάμε εδώ για «νεωτερικό Άτομο» και όχι για Άτομο γενικά, επειδή έχουμε και άλλες δύο μορφές εξατομίκευσης(: την ελληνική και τη ρωμαϊκή).
Το Άτομο προβάλλει ιστορικά, ως ο ελεύθερος άνθρωπος, σε αντιδιαστολή με τον άνθρωπο των δεσποτικών-κολεκτιβιστικών συστημάτων. Είναι ο άνθρωπος που περνά τις εντυπώσεις του από το δικό του κόσκινο και πράττει ανάλογα με το τι ο ίδιος θεωρεί σωστό, καλό και συμφέρον. Και όχι ανάλογα με το τι λένε οι Άλλοι, η Παράδοση, η Αυθεντία, ο Φύρερ, ο Πατερούλης, ο Μεγάλος Αδελφός. Το Άτομο ορίζεται ως άρνηση του κολεκτιβιστικού ανθρώπου, υπό την έννοια ότι έχει δικό του εσωτερικό σύστημα ρύθμισης των παθών, ενώ ο κολεκτιβιστικός άνθρωπος ακολουθεί τυφλά το κανονιστικό σύστημα της ομάδας ή της παράδοσης στην οποία ανήκει. Η λέξη αυτονομία δηλώνει πολύ καλά αυτό που είναι το Άτομο, ως ανθρωπολογικός τύπος, αλλά και ως ατομοκεντρική κοινότητα. Και εξηγεί γιατί το πολιτειακό οικοσύστημα του Ατόμου είναι η δημοκρατία.
Η καμπύλη εξέλιξης του νεωτερικού Ατόμου χαρακτηρίζεται από τέσσερεις φάσεις. Τις υπενθυμίζουμε: Η πρώτη αντιστοιχεί στον Διαφωτισμό (18ος αιώνας). Ο νοηματισμός του ανθρώπου ορίζεται εδώ από τις ακόλουθες εξισώσεις: Θεός = 0 (ανύπαρκτος ή εκτός ενεργού υπηρεσίας), Ομάδα = 0 (συνεταιρισμός ατόμων - Συμβόλαιο), Άτομο = το Παν. Κέντρο του Ατόμου: η λογική και η παρατήρηση. Η δεύτερη φάση είναι ο Ρομαντισμός: Ο άνθρωπος είναι Άτομο, αλλά οι μηδενιστικές εξισώσεις υποβαθμίζονται. Η πίστη στη λογική και την παρατήρηση μετριάζεται με την παραδοχή απεριόριστης «ψυχικής ενδοχώρας» μέσα στο Άτομο. Με την προϊούσα όμως αφομοίωση των μεσαιωνικών καταλοίπων ξεπερνιέται ο ρομαντισμός. Τη σκυτάλη την παίρνει ο Μοντερνισμός (μέσα 19ου -δεκαετία ’60 του 20ού αιώνα). Το μοντέρνο Άτομο πραγματώνει τέλεια τις ανθρωπολογικές εξισώσεις του Διαφωτισμού. Αντιπροσωπεύει την ωριμότητα του νεωτερικού Ατόμου, την ολοκλήρωσή του. Είναι η βασισμένη σε «αρχές»μηχανόμορφη ατομικότητα, που αποτελεί την ψυχή της βιομηχανικής εποχής.Το Άτομο αυτό θα καταποντιστεί τελικά στη δίνη των δύο παγκοσμίων πολέμων και στα προμηθεϊκά επαναστατικά πειράματα του 20ού αιώνα,ανοίγοντας τον δρόμο στην τέταρτη και τελευταία φάση της νεωτερικής ανθρωπολογικής διαδρομής: τον Μεταμοντερνισμό. Με τον Μεταμοντερνισμό ο μηδενισμός επεκτείνεται και στην ταυτότητα της ίδιας της ατομικής προσωπικότητας.
Στο κλασικό βιβλίο του Το μοναχικό πλήθος, ο Ντέιβιντ Ρίσμαν περιγράφει με συναρπαστικό τρόπο την κατάρρευση του μοντέρνου Ατόμου στην Αμερική. Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφει ο Ρίσμαν, ο τυπικός Αμερικανός ήταν«ενδοκατευθυνόμενος». Είχε σταθερά κριτήρια, ισχυρά κίνητρα και φιλοδοξίες. Ήταν βέβαια ριζωμένα στο εξωτερικό περιβάλλον, αλλά αυτός πίστευε βαθιά ότι ήταν δικά του. Ζούσε σαν η σταθερότητά του να καθοριζόταν από ένα εσωτερικό γυροσκόπιο. Τέτοιος τύπος ήταν για παράδειγμα ο μεγαλοκαπιταλιστής των σιδηροδρόμων και της βιομηχανίας,που μπορούσε να χειρίζεται ανθρώπους κατά τον ίδιο τρόπο που χειριζόταν βαγόνια γεμάτα άνθρακα ή εμπορεύματα. Το γυροσκόπιο είναι ένα εξαιρετικό σύμβολο για τέτοιους ανθρώπους, εφόσον αντιστοιχεί σε ένα τέλεια μηχανοποιημένο κέντρο σταθερότητας.
Ο σιδερένιος αυτός τύπος είναι, παρά ταύτα, βαθιά προβληματικός. Είναι τόσο αγχωμένος και φοβισμένος κάτω από την επιφανειακή του δύναμη, που συχνά δεν επιτρέπει να αναφέρουν μπροστά του τη λέξη «θάνατος». Αλλά,συνεχίζει ο Ρίσμαν, οι ατομικιστικοί αυτοί δεινόσαυροι ανήκουν στο παρελθόν. Ο χαρακτηρολογικός τύπος του σύγχρονου Αμερικανού είναι«εξω-κατευθυνόμενος». Αποζητά, όχι να αναδειχθεί σε εξέχουσα προσωπικότητα, αλλά να «προσαρμοσθεί». Ζει σαν να κατευθύνεται από ένα ραντάρ, που βρίσκεται προσαρμοσμένο στο κεφάλι του και το οποίο του υπαγορεύει συνεχώς τις προσδοκίες των άλλων απ’ αυτόν. Αυτός ο«τηλεκατευθυνόμενος» τύπος ανθρώπου αντλεί τα κίνητρα και τον προσανατολισμό του από τους άλλους. Είναι σε θέση να ανταποκρίνεται αλλά όχι να επιλέγει. Δεν έχει ουσιαστικά δικό του κέντρο πρωτοβουλίας.Το άτομο είναι σκλάβος της «κοινής γνώμης». Σαν να φοβάται κάποιο φάντασμα, κάποιο μπαμπούλα, μια χίμαιρα. Είναι μια ανώνυμη εξουσία με κεφαλαίο «Ε» και η εξουσία αυτή αποτελείται από εμάς τους ίδιους, που όμως έχουμε χάσει την ατομικότητά μας. Μακροπρόθεσμα φοβόμαστε την ίδια τη συλλογική μας κενότητα.1
Οι ιδεολόγοι της «νέας οικονομίας» δεν θα αναγνωρίσουν βέβαια στην περιγραφή του Ρίσμαν τη σημερινή Αμερική, που σφύζει, κατά τη γνώμη τους, από ατομικιστική ζωτικότητα. Οι αντιρρήσεις τους αξίζουν μια ειδική παρουσίαση, αλλά από τη δική μας απόσταση μοιάζουν αυθαίρετες γενικεύσεις και ευσεβείς πόθοι. Ο μεταμοντέρνος άνθρωπος, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική,δεν είναι Άτομο. Η μυστικιστική κοινωνική οντολογία της θέλησης για δύναμη και της τρομερής ικανότητας για απόφαση, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο νεωτερικός ατομικισμός, έχει ιστορικά εξαντληθεί. Αν η Ευρώπη γνώρισε την κατάρρευση του μοντέρνου Ατόμου, μέσω της υποστροφής στον φασιστικό και τον σταλινικό κολεκτιβισμό, στην Αμερική η κατάρρευση αυτή δεν πέρασε από τον δρόμο της πολιτικής, αλλά από τον δρόμο της μαζικής κουλτούρας, για να καταλήξει σε κάτι πολύ ουσιαστικότερο από ανθρωπολογική άποψη: στη δικτατορία της «Κοινής Γνώμης».
Οι έρευνές μας, συνυπολογίζοντας την εμπειρία της αρχαίας εξατομίκευσης, συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το Άτομο, άπαξ και εμφανιστεί στην ιστορία, έχει ημερομηνία λήξης. Ότι είναι μια ιστορική ανθρωπολογική διαδρομή, που όταν ολοκληρωθεί, θα υποστραφεί μοιραία σε κάποιο είδος κολεκτιβισμού. Εκτός και αν, στη διάρκεια της υποστροφής,λυθεί η αντίθεση ατομικισμού – κολεκτιβισμού, με τη μετάβαση στο επίπεδο του Προσώπου. Η κατάρρευση του Ατόμου οφείλεται στο γεγονός ότι το αυτορρυθμιστικό του σύστημα, βασισμένο στην ιδιοτέλεια και την αυτοκυριαρχία, είναι εσωτερικά υπονομευμένο. Κινητήρας του είναι η καταγωγική αντίθεσή του στον κολεκτιβιστικό δεσποτισμό και η γοητεία του ατομικιστικού μύθου που την εμπνέει. Και των δύο η εμβέλεια έχει ημερομηνία λήξης.
Αν το συμπέρασμα αυτό είναι σωστό, τότε η μελέτη της ανθρωπολογικής σημασίας των συντελούμενων αλλαγών πρέπει να εστιαστεί στην εξέταση των μορφών που προσλαμβάνει η κολεκτιβιστική υποστροφή στα κέντρα του Συστήματος και πριν απ’ όλα στην Αμερική.
Το Άτομο «διαλύεται». Γίνεται «κομμάτια». Οι εκφράσεις αυτές αναφέρονται στην προσωπικότητά του, στο αυτορρυθμιστικό του σύστημα.Όχι βεβαίως στο σώμα του, αν και αυτό είναι που εισπράττει τις συνέπειες.
Η προσωπικότητα του Ατόμου είναι το σύνολο των ψυχικών λειτουργιών του, συγκροτημένων σε μια σταθερή δομή. Η σταθερή δομή εδράζεται σε μια σταθερή εσωτερική ορμή, για την πραγμάτωση σχετικά διαχρονικών επιδιώξεων (προτύπων-αξιών), οι οποίες και καθορίζουν, με ένα σταθερό τρόπο, την ιεράρχηση των αναγκών. Η σταθερή δομή της προσωπικότητας της προσδίδει ταυτότητα, έτσι ώστε προσωπικότητα και ταυτότητα να μοιάζουν ταυτόσημα. Η κοινωνική ταυτότητα του Ατόμου συμπίπτει έτσι με τον αυτορρυθμιστικό μηχανισμό του.
Όταν λέμε ότι το άτμητο-Άτομο παύει να είναι Άτομο, ότι «σπάει σε κομμάτια», εννοούμε ότι«κομματιάζεται» η προσωπικότητά του, η ταυτότητά του, το αυτοκατευθυνόμενο ρυθμιστικό του σύστημα. Εννοούμε ότι χάνει τη δύναμή της η σταθερή αυτοκυριαρχική ορμή, προς το εσωτερικευμένο ατομικιστικό ανθρωπολογικό πρότυπο, χάρη στην οποία η προσωπικότητα του Ατόμου έχει ενότητα. Ο ειδικός σχηματισμός του φαντασιακού, που λειτουργεί σαν κυρίαρχο «κέντρο έλξης» στο εσωτερικό της προσωπικότητας, σπάει τότε σε πλήθος άλλα μικρότερα και άσχετα μεταξύ τους. Η πριν ενιαία εσωτερική δυναμική υπόκειται σε πολλαπλή σχάση, καθώς κατευθύνεται προς την ποικιλία των υποδεέστερων αντιφατικών, ανιεράρχητων και εφήμερων κέντρων έλξης. Η προσωπικότητα υπάρχει, αλλά δεν έχει πλέον εσωτερική συνοχή. Μοιάζει με ένα πλήθος διαφορετικών «μικροπροσωπικοτήτων». Είναι η λεγόμενη «ψηφιδωτή προσωπικότητα».2 Ο άνθρωπος με τα «πολλά εγώ». Ή ο άνθρωπος-«Λεγεώνα» του Ευαγγελίου.3 Τι γίνεται όμως με τα «κομμάτια»της ατομικότητας; Ποιος είναι ο πραγματικός τους ρόλος; Τι εξυπηρετούν;Η παραπάνω περιγραφή δεν έχει αξία αν δεν συνοδευτεί από την απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Η απάντηση έχει δύο εκδοχές, ανάλογα με το αν ο άνθρωπος πετιέται στο αποκαλούμενο «περιθώριο», δηλαδή στον κοινωνικό σκουπιδοτενεκέ, ή αναπαράγεται, ενσωματωμένος στα κοινωνικά συστήματα.
Στην πρώτη περίπτωση η μοίρα του είναι η ανεργία, η έλλειψη στέγης, η πείνα και η αρρώστια, η παραφροσύνη και οι ψυχοτρόπες ουσίες, η παραβατικότητα και η φυλακή. Μελέτες υπηρεσιών της αμερικανικής κυβέρνησης, που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, γιατί σε μερικά χρόνια δεν θα χωρούν οι φυλακές της χώρας. Οι «εγκληματίες» θα ξεπεράσουν τα τριάντα εκατομμύρια μόνο στις Η.Π.Α. Συζητείται μάλιστα σοβαρά το ενδεχόμενο να τους…εκτοξεύσουν στο διάστημα (: να τους στείλουν στο φεγγάρι, όπως έκαναν παλιότερα οι Βρετανοί με την Αυστραλία). Σ’ αυτή την περίπτωση, τα ράκη της ατομικότητας δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, παρά μόνο στο να κάνουν τους «τυχερούς», που έχουν ακόμη μια θέση στο Σύστημα, να τρέμουν μην τη χάσουν και πέσουν στην κατηγορία των προηγούμενων.
Είναι θεμελιώδες να εκτιμήσει κανείς αν η φορά των πραγμάτων οδηγεί στη διόγκωση ή στον περιορισμό της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Πρέπει όμως να λάβει υπόψη ότι το «πεδίο εφαρμογής» του προβλήματος είναι το παγκόσμιο σύστημα και να μη σπεύδει να βγάλει συμπεράσματα από ένα τοπικό υποσύστημα, ακόμα κι όταν αυτό συμβαίνει να είναι η Αμερική.
Ας έρθουμε τώρα στη δεύτερη κατηγορία, όπου τα κομμάτια της ατομικότητας χρησιμοποιούνται. Ποια είναι ακριβώς η χρήση τους;
Δεν απαιτείται ειδική σοφία για να απαντήσει κανείς: Χρησιμεύουν σαν εξαρτήματα-ανταλλακτικά των κοινωνικών μηχανών-συστημάτων. Το κάθε κομμάτι είναι ενσωματωμένο σε κάποιο σύστημα. Όσο είναι ανθεκτικό, καλό και φτηνό και δεν έχει «ξεπεραστεί», θα κρατηθεί σε λειτουργία. Αν κριθεί σκάρτο ή ξεπερασμένο, θα πεταχτεί στον σκουπιδοτενεκέ. Επειδή όμως αυτό είναι «σκληρό», για μια κοινωνία που έμβλημά της έχει τα«ανθρώπινα δικαιώματα», αλλά κυρίως επειδή είναι πολύ επικίνδυνο να παραβιαστεί μια ορισμένη αναλογία καλών/σκάρτων, έχουν προβλεφθεί ειδικές κοινωνικές μηχανές, όπου τα σκάρτα κομμάτια μπορούν να ρευστοποιηθούν, να ανακυκλωθούν και να ξαναχρησιμοποιηθούν, ως ανταλλακτικά, σε άλλα συστήματα, ανάλογα με τη ζήτηση. Πρόκειται για τη φάμπρικα της λεγόμενης «επανακατάρτισης», η οποία και φιλοδοξεί να είναι μια «δια βίου κατάρτιση». Το Σύστημα παρέχει έναν ορισμένο αριθμό«ευκαιριών» στα «ξεπερασμένα» κομμάτια να αυτοεπισκευαστούν, να αυτοδιαφοροποιηθούν και να αυτοανανεωθούν. Αν δεν «αξιοποιήσουν» τις παρεχόμενες «ευκαιρίες» και εννοούν να «εκμεταλλεύονται τη φιλανθρωπία της κοινωνίας», τότε θα είναι άξια της τύχης τους, που είναι βεβαίως ο οριστικός «κοινωνικός αποκλεισμός». - Είσαι φτωχός; Πρόβλημά σου.
Το Σύστημα δεν κάνει διακρίσεις στην εφαρμογή της γραμμής αυτής. Την ίδια μεταχείριση επιφυλάσσει η «νέα οικονομία» σε όλα τα ανταλλακτικά της,είτε είναι «ανταλλακτικά βάσης» (εργάτες, υπάλληλοι), είτε είναι«ανταλλακτικά κορυφής» (στελέχη, μάνατζερς).
Ας το θέσουμε και από μια άλλη άποψη. «Κομμάτιασμα» του Ατόμου σημαίνει πριν απ’ όλα κομμάτιασμα του χρόνου του και κατάσχεση των χρονο-κομματιών από τα συστήματα.
«Κομμάτι χρόνου» θα πει,στην προκειμένη περίπτωση, τρέξιμο μιας μαθημένης επαναληπτικής ακολουθίας ενεργειών. Αυτή γίνεται χρονοεξάρτημα-ανταλλακτικό μιας κοινωνικής μηχανής. Είναι υπαρξιακός χρόνος, που έχει παγώσει σε«ρουτίνα». Ο χρόνος αυτός ανήκει στο Σύστημα και όχι στο άτομο. Ο χρόνος που πραγματικά ανήκει στο άτομο μπορεί να βρεθεί από μια απλή αριθμητική πράξη: από την ηλικία του αφαιρούμε τον χρόνο ζωής που έχει κατασχεθεί από τα συστήματα. Όσο προοδεύουμε σε συστηματοποίηση, τόσο μικραίνει το υπόλοιπο, τείνοντας προς το μηδέν.
Ο χρόνος του διασπασμένου ατόμου λεηλατείται από τα συστήματα. Το Σύστημα δεν αφήνει καμιά υπαρξιακή στιγμή να του διαφύγει. Θέλει να ελέγχει ακόμα και τις στιγμές του ονειρικού χρόνου και το επιτυγχάνει με τη βιομηχανία της εικόνας. Όλη του η προσπάθεια κατατείνει στο να κρατά συνεχώς αποσπασμένη την προσοχή μας στις δικές του ανάγκες. Αν τα συστήματα ανταγωνίζονται τόσο σκληρά μεταξύ τους είναι ακριβώς για να κερδίσουν την προσοχή μας. Χωρίς την προσοχή μας δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν.Όσο περισσότερο η κοινωνία γίνεται κοινωνία συστημάτων, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος δεν ορίζει τον χρόνο του. Ποτέ δεν έχει χρόνο.«Δεν έχει καθόλου χρόνο». Ως σώμα υπάρχει βεβαίως μέσα στον χρόνο.Γεννιόμαστε. Από μικροί γινόμαστε μεγάλοι. Γερνάμε και πεθαίνουμε. Το σώμα «έχει χρόνο», γιατί έχει ενότητα-ταυτότητα. Η προσωπικότητα όμως,όταν έχει χάσει την ενότητά της, «δεν έχει χρόνο». Δεν υπάρχει μέσα στον χρόνο του σώματος, στον πραγματικό χρόνο. Το διασπασμένο άτομο διατηρεί μια παρουσία ατομικότητας, αλλά ο άνθρωπος έχει «εκλείψει», ως υποκείμενο μέσα του.4 Δεν ζει. Η ζωή του «δεν έχει νόημα». Το διασπασμένο άτομο είναι μια «νεκρή ψυχή» μέσα σε ζωντανό σώμα. Τη θέση του υποκειμένου την έχει καταλάβει το κενό. Οι στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ,για τον «κούφιο άνθρωπο», αποδείχτηκαν προφητικοί.
Τα κομμάτια της ατομικότητας ανήκουν, λοιπόν, στα συστήματα και ελέγχονται απ’ αυτά. Κάθε κομμάτι σέρνει το σώμα προς τη δική του κατεύθυνση,υποτάσσοντάς το στις ανάγκες αναπαραγωγής του συστήματος, στο οποίο ανήκει.
Στην κεντρική πύλη κάθε συστήματος θα μπορούσε, μαζί με την επωνυμία του, να αναγράφεται και το εξής στερεότυπο: «Ουδείς αναντικατάστατος».Σύστημα είναι ακριβώς η οργάνωση των σχέσεων στη βάση της απροσωπίας και της αντικαταστασιμότητας. Η αυτονομία του Συστήματος από τον«ανθρώπινο παράγοντα» είναι η κατασκευαστική του εντελέχεια.
Συστήματα και άλλοι πολιτισμοί ήξεραν να φτιάχνουν. Έμμονη ιδέα γίνονται ωστόσο μόνο στον νεωτερικό πολιτισμό. Η οργάνωση των σχέσεων σε Συστήματα είναι η θεμελιώδης ροπή της νεωτερικότητας και την ξεχωρίζει απ’ όλους τους άλλους πολιτισμούς.
Το ιδεώδες της νεωτερικότητας είναι να μετατρέψει ολόκληρη την κοινωνία σε Σύστημα. Ο λόγος είναι ότι στο νεωτερικό φαντασιακό η μηχανή είναι το υποκατάστατο του δούλου. Ο δυτικός άνθρωπος ποτέ δεν μπόρεσε να χειραφετηθεί από την ανάγκη του δούλου. Γι’ αυτό άλλωστε και καθιέρωσε την προσαγόρευση όλων ως «κυρίων». Ταύτισε το Άτομο με τον Κύριο. Η μετατροπή, λοιπόν, της κοινωνίας σε Μηχανή φαινόταν να δίνει σάρκα και οστά στο όνειρο του νεωτερικού Ατόμου να αποκτήσει τον μηχανικό υπερσκλάβο, ο οποίος θα κάνει όλες τις δουλειές. Παρά τα μυθολογούμενα για την αθρησκευτικότητά του ο νεωτερικός άνθρωπος είναι βαθύτατα θρησκευτικός. Η νεωτερικότητα έχει το ισχυρότερο και το πιο πλήρες σύστημα θρησκείας που έχει φανεί στην ιστορία. με βαθιά πίστη. τεράστιο, αλλά προπαντός, εκπληκτικού κύρους ιερατείο. Πάνδημη δημόσια λατρεία κ.λπ. Η θρησκεία αυτή είναι ο τεχνολογικός μεσσιανισμός. Η πίστη ότι η επιστήμη και η τεχνολογία θα λύσουν όλα τα προβλήματα και θα φέρουν στον άνθρωπο την ευτυχία.
Αν ανασκοπήσουμε την ως τώρα εξέλιξη, θα δούμε ότι ήδη στο πρώτο σκέλος του το νεωτερικό «όραμα» έχει ενσαρκωθεί. Ο συστημικός Λεβιάθαν έχει κατασκευαστεί. Αντί όμως να είναι σκλάβος μας γινήκαμε όλοι δούλοι του.Αλλά για την κυρίαρχη μειονότητα αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, γιατί ο Λεβιάθαν μπορεί να καλύψει όλα της τα πάθη, η ικανοποίηση των οποίων ταυτίζεται, στο νεωτερικό φαντασιακό, με τη ζητούμενη «ευτυχία».Πρόβλημα αποτελεί για τις μεγάλες μάζες, οι οποίες δεν μπορούν να ελπίζουν σε ανάλογη εύνοια. Αν το Σύστημα μπορούσε να εξασφαλίσει την καθημερινή επιβίωσή τους, δεν θα λογάριαζαν καθόλου την υποδούλωσή τους. Το πρόβλημα είναι, ειδικότερα, οι «κρίσεις» της απρόβλεπτης αυτής θεότητας και οι οποίες θερίζουν τους πιστούς της κατά εκατομμύρια.
Η λέξη «κρίση» επινοήθηκε για να περιγράψει τον μηχανισμό, μέσω του οποίου εκφορτίζεται το χαοτικό δυναμικό, που συγκεντρώνεται στις διασυνδέσεις των συστημάτων.
Πράγματι. Κάθε σύστημα είναι μια «αντλία χάους». Αντλεί το χάος, που εμπεριέχεται στις κοινωνικές σχέσεις, για να τις υπαγάγει σε μια τεχνητή αλγοριθμική τάξη. Το αντλούμενο χαοτικό δυναμικό διοχετεύεται στο «περιβάλλον» του συστήματος. Όμως το περιβάλλον δεν είναι πλέον μόνον ο «βιόκοσμος» του Χάμπερμας, στον οποίο πετάμε τα κάθε λογής «απόβλητα». Είναι περιβάλλον συστημάτων. Το «αποδιωγμένο χάος», μην έχοντας πού να «πάει»,συσσωρεύεται στο πεδίο των διασυστημικών σχέσεων, όπου και κινείται ανεξέλεγκτα, ώσπου να ξεσπάσει στον «κρίκο» που θα βρει «αδύνατο» (για να θυμηθούμε και τον μακαρίτη τον Λένιν). Όσο περισσότερη τάξη εγκαθιδρύεται με τη συστηματοποίηση, τόσο περισσότερο είναι το χαοτικό δυναμικό που συσσωρεύεται στο «σύνολο» του Συστήματος και διαρρέει τα διασυστημικά δίκτυα.
Το πρόβλημα είναι ότι, στο επίπεδο αυτό, δεν μπορεί να «συλληφθεί» το χαοτικό δυναμικό, από ένα«υπερσύστημα». Κάθε σύστημα είναι σε θέση μόνο να παροχετεύει το χαοτικό δυναμικό του. Όχι να το εκμηδενίζει. Η θεωρία αποδεικνύει,άλλωστε, ότι δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει το «σύστημα όλων των συστημάτων». Σύστημα «διαχείρισης κρίσεων» φτιάχνουν όλοι όσοι διαχειρίζονται μεγάλα συστήματα, αλλά βασίζεται κι αυτό στην ίδια αρχή:την αρχή της «μετακύλισης των κρίσεων». Το πρόβλημα είναι άλυτο και κάθε σύστημα προσπαθεί να το φορτώσει στο διπλανό του. Ο σχετικός ανταγωνισμός, το ειδικό βάρος του οποίου αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, αποβαίνει φυσικά πάντοτε εις βάρος των πιο αδύνατων συστημάτων.
Αυτό που έχει σημασία, για την προβληματική της διαχείρισης κρίσεων, στο επίπεδο γενικότητας που συζητάμε, είναι ότι το χαοτικό δυναμικό δεν εξαντλείται με μια αποφόρτιση, όσο μεγάλη κι αν τη φανταστούμε. Ούτε με έναν ορισμένο αριθμό γενναίων εκφορτίσεων. Με την πάροδο του χρόνου,νέο δυναμικό συσσωρεύεται, για να ξεσπάσει σε μια νέα κρίση. Το χάος δεν είναι μια δεδομένη ποσότητα, που την αντλήσαμε, τη μετακυλίσαμε,εκφορτίστηκε και τελείωσε. Η αλγοριθμική τάξη δεν καταργεί το χάος,αλλά το προϋποθέτει και το αναπαράγει. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει περιοχή παγιωμένης καθαρής τάξης, όπως πίστευε ο νεωτερικός άνθρωπος,μαγεμένος από το συστημικό όραμα. Κι αυτό όχι μόνο στο ανθρωπολογικό πεδίο. Ακόμα και ο «καθαρός» χώρος των μαθηματικών, από τον οποίο προέρχεται η συστημική-αλγοριθμική σκέψη, δεν μπορεί να «καθαρθεί»τελείως από το χάος, όπως μας δείχνει σήμερα η σχετική επιστήμη.
Δεν είναι ότι η αποφόρτιση, καταστρέφοντας «ξεπερασμένα» (ή «διεφθαρμένα»)συστήματα, «δημιουργεί χάος». Είναι το γεγονός ότι η ίδια η ύπαρξη του συστήματος είναι μια επαναληπτική διαδικασία η οποία αναδημιουργεί το χαοτικό της υπόβαθρο, διαλύοντας τα υποκείμενα που αποτελούν τους φορείς του. Η κονιορτοποίηση του Ατόμου είναι η πηγή του χάους. Το κενό μέσα του δεν είναι «κενό» με την έννοια της Φυσικής. Είναι εκρηκτική δύναμη, καταστρεπτική κάθε τάξης, δηλαδή «το χάος». Το διαλυμένο άτομο είναι μια βόμβα χαοτικού δυναμικού, έτοιμη να εκραγεί. Ικανή να καταστρέψει τα πάντα, αν κάποιο γεγονός έρθει να τη συντονίσει με τις άλλες και λειτουργήσει σαν καταλύτης-πυροκροτητής. Για να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό πρέπει να υπεισέλθει στη δομή του διαλυμένου ατόμου.
Η αρχή της αντικαταστασιμότητας λειτουργεί με τη συνδρομή τριών κατασκευαστικών αρχών: της τυποποίησης, της αρθρωτής δόμησης και της εξειδίκευσης. Η διάλυση του Ατόμου σε χρονο-ανταλλακτικά επιτυγχάνεται με την τρίτη απ’ αυτές τις αρχές: την εξειδίκευση. Το σύστημα που λέγεται Εκπαίδευση, από τη μια μεριά δέχεται άτομα και από την άλλη βγάζει κάθε λογής ανταλλακτικά συστημάτων, χωρισμένα σε ομοειδείς σωρούς. Τη διάθεσή τους θα την αναλάβουν εκεί δύο άλλα μεγάλα συστήματα: η Αγορά και η Πολιτική.
Αν στρέψουμε την προσοχή μας στο ανθρωπολογικό περιεχόμενο της μεταποιητικής αυτής διαδικασίας,θα παρατηρήσουμε ότι στηρίζεται στη μονόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου, με άξονα την αλγοριθμική Ratio. Η ratio είναι η μηχανική σκέψη, η σκέψη με την οποία κατασκευάζονται τα συστήματα. Αυτή λειτουργεί όταν τα άλλα ψυχικά όργανα κοιμούνται, αφήνοντας την αριθμομηχανή του εγκεφάλου να δουλεύει ελεύθερα. Χωρίς τον εθισμό στην παράλληλη ύπνωση του επιθυμητικού και του θυμικού, καθώς και των ανώτερων λειτουργιών του λογιστικού (νοητικού), είναι αδύνατη η ανάπτυξη της αλγοριθμικής σκέψης. Το ανθρωπολογικό αποτέλεσμα είναι περίπου το εξής: Η αλγοριθμική ratio έχει απορροφήσει κάθε άλλη νοητική δυνατότητα του νου. Το συναίσθημα έχει ατροφήσει και στρεβλωθεί. Και η επιθυμία έχει υποβιβαστεί στα «βασικά ένστικτα». Ανυπαρξία συγκροτημένου θυμικού σημαίνει, αφ’ ενός, υπνώττουσα και ελαστική συνείδηση και αφ’ ετέρου,επιθυμητικό μη ελέγξιμο από τον νου, άρα ελέγξιμο και τηλεκατευθυνόμενο από το Σύστημα. Δεν είναι μόνο η παθητικοποιημένη μάζα, που ανήκει στον τύπο αυτό, αλλά και το περίφημο «διανοητικό κεφάλαιο». Και επίσης ο τύπος που στελεχώνει το administration: τη «διοίκηση», που δεν είναι πλέον διοίκηση ανθρώπων, αλλά διοίκηση συστημάτων (:ημιαυτοματοποιημένη διαχείριση αυτομάτων). Είναι ο τύπος που κατασκευάζει και στέλνει τα Στελθ εναντίον αόπλων.
Μοντέλο του διαλυμένου ατόμου είναι η Χίμαιρα, το τέρας που μας περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα: «Δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στη μέσην αίγα, κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της». Ο στίχος φωτογραφίζει τέλεια τα θηρία που διαχειρίζονται τα μεγάλα, αλλά και τα μικρότερα συστήματα. Φωτογραφίζει επίσης και ολόκληρο τον πολιτισμό των συστημάτων. Το χαοτικό δυναμικό του διαλυμένου Ατόμου είναι ακριβώς η φωτιά που κρύβει η Χίμαιρα στα σπλάχνα της.
Ας κλείσουμε συνοψίζοντας το δομικό πρόβλημα του Συστήματος:
Από τη μια είναι η προϊούσα διάψευση του τεχνολογικού μεσσιανισμού και το«κενό νοήματος», που αυτή παράγει. Η κατάρρευση της «θρησκευτικής»βάσης του Συστήματος, που είναι η «ταύτιση» του ανθρωπο-ανταλλακτικού με τον συστημικό του «ρόλο» ως ανταλλακτικού. Από την άλλη είναι το τρομερό χαοτικό δυναμικό, που διαρρέει την παγκόσμια διαδικτύωση των συστημάτων.
Επειδή όμως πηγή του προβλήματος, και στις δυο του όψεις, είναι το διαλυμένο άτομο, πρέπει να υποθέσουμε ότι οι πυροτεχνουργοί του Συστήματος έχουν ήδη πιάσει δουλειά και προσπαθούν να «απενεργοποιήσουν» την κινούμενη αυτή χαοτική βόμβα. Να υποθέσουμε ότι θα τα καταφέρουν; Ίσως. Αν είναι τυχεροί και δεν τους σκάσει στα χέρια.
Η ανθρωπολογική μετάλλαξη κατατείνει στην πλήρη, αν είναι δυνατόν, αποδέσμευση του Συστήματος από τον «ατελή ανθρώπινο παράγοντα». Η διαδικασία ξεκίνησε από τα «ανταλλακτικά βάσης» και προχωρεί στα «ανταλλακτικά κορυφής»: αντικατάσταση των εργατών με ρομπότ και των μηχανικών με ρομπότ που φτιάχνουν ρομπότ. Συγχρόνως όμως έγινε αντιληπτό ότι, αντί να πασχίζουμε να αυτοματοποιήσουμε μια φαραωνική πυραμίδα, κατά τα φορντικά πρότυπα, είναι καλύτερα να αποκόψουμε τα ανθρωπο-ανταλλακτικά της, να τα εγκιβωτίσουμε σε εξωτερικά μικροσκοπικά συστήματα και να αναθέσουμε τις διασυνδέσεις τους με την πυραμίδα στο σύστημα της Αγοράς. Στα μικροσυστήματα λειτουργεί ευκολότερα η «ταύτιση» του ανταλλακτικού με τον «ρόλο» του,γιατί, χάρη στη μεσολάβηση της Αγοράς, είναι δυσκολότερο για το ανταλλακτικό να καταλάβει ότι δεν είναι παρά ένα ανταλλακτικό. Τα χαοτικά φορτία υπόκεινται εκεί σε «αυτοδιαχείριση» και επί πλέον,επειδή είναι σχετικά μικρά, μπορούν και να σκάνε ακίνδυνα για το Σύστημα. Το θέμα είναι να μη σκάνε πάρα πολλά και συγχρόνως. Αυτό όμως η Αγορά το εξασφαλίζει χωρίς πρόβλημα, αν η μηχανή λειτουργεί στο κέντρο του Συστήματος. Η Αγορά είναι από τη φύση της ένα σύστημα μετακύλισης χαοτικών φορτίων, με κατεύθυνση από το κέντρο προς την περιφέρεια, από πάνω προς τα κάτω, στην πυραμίδα της οικονομικής ισχύος. Η λεγόμενη «μηχανή παραγωγής θέσεων εργασίας», που έχει εγκαινιαστεί με επιτυχία στην Αμερική, είναι αυτό ακριβώς το πράγμα.Βέβαια δεν τη σοφίστηκε κανείς, αλλά προέκυψε από τη δύναμη των πραγμάτων, μόλις η πληροφορική έδωσε την τεχνική δυνατότητα.
Η«τελική λύση» δεν αποκλείεται να είναι ένα από τα κυκλοφορούντα σενάρια επιστημονικής φαντασίας: Η συνολική μετατροπή του ατόμου σε βιο-μηχάνημα. Με τσιπάκια, φωτάκια, καλώδια, ραντάρ κ.τ.τ. Ως τότε όμως υπάρχει καιρός και για άλλες λύσεις. Ο Λεβιάθαν δεν είναι ανίκητος. Τα αδύνατα σημεία του είναι γνωστά.

Ακολουθει σχόλιο στην ανάρτηση απο τον φίλο Μποτίλια http://bostopel.blogspot.gr/
Ο Θεόδωρος είναι ένας πολύ ωραίος άνθρωπος, μια ψυχή ανθισμένη. Όταν ανέβηκα στο ριγκ για να παίξω ιδεολογικό βρωμόξυλο μαζί του, με αγκάλιασε και με φίλησε, λέγοντας "προχώρα". Τότε κατεννόησα πόσο ανοργασμικός ήμουν, ενώ ήθελα να αναφέρομαι στην τάντρα. "Δεν πρόκειται για τον διακεκομμένο οργασμό, που μου αποδίδεις", ισχυρίστηκα, "αλλά για οδό Θεώσεως".
Ο θεόδωρος είναι οντολογικό παιδί τού Χρήστου Γιανναρά και υιοθετώντας την ανθρωπολογία τού "προσώπου", επιχειρεί με μια "οντολογία", η οποία βρίσκεται εκτός οντολογίας. Διότι η ανθρωπολογία έπεται τής οντολογίας και δεν προηγείται αυτής.
Έτσι η "Έκληψη τού Υποκειμένου" καταλήγει σε μια πολυσχιδή και τελικά αόριστη - ως μη οντολογική - σχάση. Η τεράστια προσπάθειά του να δομήσει θεωρητικό κοινωνικό υπόβαθρο στην Γιανναρική ανθρωπολογία - όσο πολύτιμα φιλότιμη κι αν είναι - προσκρούει σε αυτά τα όρια. Χωρίς επίγνωση τής δυαρχίας και τής υπερβάσεώς της, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί, ότι η σχάση είναι δυαρχική. Ότι αυτή αποτελεί δηλαδή μια σχιζοφρένεια σε όλα τα επίπεδα. Έτσι χάνουμε την ευκαιρία να γραπώσουμε τον ερπετικό εγκέφαλο, χάνουμε δηλαδή την βάση τής φυσιολογίας, στην οποία εδράζεται το επιβληθέν ανθρωπολογικό πρότυπο ή μοντέλο.
Παρόλα αυτά, ενώ ο Θ. Ζιάγκας παραμένει ένας μεταφυσικός υπαρξιστής, έχει προάγει μια τεράστια προσφορά: Επιμένει, ότι η "οντολογία", η μεταφυσική, και ή ανθρωπολογία έχουν απτές συνέπειες στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τις οποίες καλούμεθα να ανατρέψουμε. Με αυτήν την προσφορά του καταδεικνύεται αυτός ως αξιότατος μαχητής, ο οποίος προεκτείνει επάξια την σκέψη τού Χρήστου Γιανναρά στην κοινωνική σφαίρα, ρίχνοντας την πρόκληση επί τάπητος για προωθηση αυτής τής προβληματικής με έδρα όμως πλέον μια ανυποχώρητη οντολογία.
Χωρίς Γιανναρά και Ζιάγκα δεν θα υπήρχε παράθυρο. Όμως πίσω από το παράθυρο υπάρχει το λιβάδι με τον θαυμαστό βιόκοσμό του.
Ο Μετάνθρωπος δεν θα αντιπετωπίσει κάποια πολυσχιδή σχάση, αλλά μια δυαρχική στρέβρωση, όταν ενώσει τα δυο σε ένα με την Υπέρβαση. Διότι πριν μιλήσουν ο Γιανναράς, ο Ζιάγκας και οι Νεοπλατωνικοί Πατέρες (εντός ή μη ορθοδόξου εκκλησίας) για τον Έρωτα, μίλησε ο Πλάτων, αποκαλύπτοντας την Διαλεκτική. Αυτή είναι και η φωλιά όλων των παράφορα Ερωτευμένων, που γονιμοποιούν και κυοφορούν το άλμα τού Ματανθρώπου.
Γι αυτό ο Θεόδωρος είναι πάντοτε ωραίος, πολύ ωραίος.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΥ[ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΣ Μέρος ΣΤ΄]

Μέσα από την αλληλεπίδραση όλων των παραμέτρων του πνευματικού μας εποικοδομήματος, η κατεύθυνση της εξωσωματικής αυτής εξέλιξης επικεντρώνεται στο πιο ευαίσθητο σημείο του σημερινού πολιτισμού: Το ανθρώπινο σώμα σαν κέντρο και ναό της ύπαρξης. Τα εργαστήρια ερευνών δουλεύουν ακατάπαυστα για να προσφέρουν όλο και πιο εξελιγμένα βοηθήματα, που το καθένα είναι ένας μικρός θρίαμβος του νου μας πάνω στην τυφλή αδεξιότητα της φύσης: Φάρμακα, βηματοδότες, εμφυτεύματα, χειρουργικές τεχνικές, μοσχεύματα...

Τα φοβερά υλικά του νέου μύθου για τον μετάνθρωπο Έτσι, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους. Το ενδεχόμενο του μετανθρώπου αποκτά μια νέα διάσταση, καθώς οι ρίζες του νέου ζωτικού μύθου εισχωρούν στην πιο θεμελιακή βεβαιότητα του σημερινού πολιτισμού: την επιστημονική σκέψη.
Διαπίστωση πρώτη: Η φύση κάνει τραγικά λάθη. Διαπίστωση δεύτερη: Οι διανοητικές μας κατασκευές (το πνευματικό εποικοδόμημα) αποτελούν μια πανίσχυρη εξελικτική δύναμη. Συμπέρασμα: Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις διανοητικές μας κατασκευές για να διορθώσουμε / βελτιώσουμε / υπερβούμε τη φύση. Ερώτημα στο οποίο δεν δίνει καμιά απάντηση ο αναδυόμενος νέος μύθος για τον μετάνθρωπο: Άραγε, παρακολουθούμε τις απαρχές μιας εξελικτικής σουπερ-νόβα ή μια τραγική ύβρη που οδηγεί το είδος μας σε μια εξελικτική παγίδα;
Μέχρι να απαντηθεί εκ των πραγμάτων αυτό το ερώτημα, κάθε φορά που φοράμε τα γυαλιά μας θα άξιζε να το σκεφτόμαστε σαν μια μικρή ψηφίδα στο μεγάλο μωσαϊκό της βελτίωσης του ατελούς γενετικού μας κώδικα με εξωσωματικά μέσα. Από εξελικτικής πλευράς, ο στόχος επιτυγχάνεται —βλέπουμε καλύτερα.
Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα η φαρμακολογία, η ιατρική, η βιοτεχνολογία, η μικροηλεκτρονική και αύριο η νανοτεχνολογία είναι η συστηματική υπέρβαση του ενδοσωματικού γενετικού μας κώδικα. Στην ουσία πρόκειται για την επιστημονική έκφραση του πιο θεμελιακού μας ενστίκτου, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης.
Και από το κρίσιμο αυτό σημείο —δηλαδή από το πιο βαθύ επίπεδο της ψυχής, από μια περιοχή όπου δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άμυνες, αντιρρήσεις, ερωτηματικά, αναστολές ή επιφυλάξεις— αρχίζει να πλάθεται η φυσιογνωμία του ενδεχόμενου μετανθρώπου και ν’ αποκτά περιεχόμενο ο νέος ζωτικός μύθος.
Πράξη πρώτη: Στη σκηνή εισέρχεται ο επαυξημένος άνθρωπος Βρισκόμαστε ακόμα στη φάση της απλής διόρθωσης των ατελειών της φύσης. Αλλά από την αμυντική στάση του βασικού ενστίκτου —όχι στον πόνο, όχι στον θάνατο, όχι στην αρρώστια— το άλμα δεν είναι τόσο μεγάλο που να εμποδίζει τον νου να αδράξει την ευκαιρία του: Πέρα από τον πόνο, πέρα από τον θάνατο, πέρα από την αρρώστια—να, η οδός που οδηγεί από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας. Και η βασιλική αυτή οδός δεν είναι παρά η σύνθεση των δύο βιολογιών μας—της ενδοσωματικής και της εξωσωματικής. Η επαύξηση (augmentation) του σωματικού μας εαυτού με τα επινοήματα του νου μας. Το μείγμα “ανθρώπου” και “μηχανής”. Το πάντρεμα του εσωτερικού σάρκινου εαυτού και των τεχνολογικών του προεκτάσεων. Με άλλα λόγια, ο κυβερνητικός οργανισμός, το κύβοργον[6].
Το κύβοργον δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε κάτι μυθικό. Στην τεχνολογική μας κοινωνία, όλοι είμαστε ήδη έως ένα βαθμό κύβοργα. Ο νεφροπαθής στη μηχανή αιμοκάθαρσης είναι ένα κύβοργον. Κάθε τεχνολογική προσθήκη από τα γυαλιά έως τα ρούχα μας, κάθε εμφύτευμα από την τεχνητή οδοντοστοιχία μέχρι τον βηματοδότη, κάθε πολιτιστική προέκταση, μας μετατρέπει αυτόματα σε επαυξημένα όντα, σε ειδικευμένα κύβοργα. Κάθε φορά που πιάνουμε το τιμόνι του αυτοκινήτου μας και πατάμε το γκάζι, μπαίνουμε σε μια διαδικασία κυβοργογένεσης. Κάθε φορά που ακουμπάμε στο αυτί μας το ακουστικό του τηλεφώνου και μιλάμε με κάποιον μακριά, γινόμαστε ένα ακουστικό κύβοργον. Και κάθε φορά που διαβάζουμε Πλάτωνα ή Αριστοτέλη μέσω της μηχανής που ονομάζουμε βιβλίο, ναι, μετατρεπόμαστε σε αναγνωστικό κύβοργον. Διόρθωση, επαύξηση, βελτίωση, επέκταση —μέσω των επινοημάτων του, ο άνθρωπος αλλάζει τη γενετική του μοίρα και δραπετεύει από την ειρκτή του DNA.
Αλλά η πρώτη πράξη του μετανθρώπινου μύθου πάει πολύ πιο μακριά. Χρειαζόμαστε καθολικά κύβοργα, λέει, που θα πάρουν αυτό το αδύναμο σώμα, αυτή την περιορισμένη αντίληψη, και θα τα ανεβάσουν συνολικά στο επίπεδο των φαντασμαγορικών κατασκευών του νου μας. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την άμεση διασύνδεση των (συλλογικών) τεχνολογιών με τον γενετικό μας εαυτό: Εμφυτεύματα που επιτρέπουν άμεση πρόσβαση του νου σε απέραντες ηλεκτρονικές βάσεις πληροφοριών και γνώσεων (η γνώση είναι δύναμη), συνεχής αντικατάσταση των φθαρμένων μελών και οργάνων μας με τεχνητά όργανα, φάρμακα που διώχνουν τα γηρατιά και τον θάνατο παρατείνοντας επ’ άπειρον τη ζωή, προεκτάματα των αισθήσεων που ανοίγουν τη θέα ταυτόχρονα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο...
Έχουμε δει το ενδεχόμενο του επαυξημένου ανθρώπου σε μυθιστορήματα και τηλεοπτικά έργα επιστημονικής φαντασίας. Η ηρωική και συνάμα παθητική τηλεοπτική φιγούρα του Robocop συνδυάζει την αμυντική και θεραπευτική πλευρά του κύβοργου (ένας άνθρωπος σώζεται από φοβερά τραύματα) με την επιθετική και επαυξητική πλευρά του (για να μετατραπεί σε ένα πανίσχυρο και ακατανίκητο πλάσμα). Όμως, η απόλυτη μοναξιά του παράξενου αυτού ήρωα εικονογραφεί, αθέλητα ίσως, την ιδέα του McLuhan ότι κάθε προέκταση του εαυτού μας (δηλαδή, κάθε νέα τεχνολογία) είναι ταυτόχρονα και ένας ακρωτηριασμός. Και λειτουργεί σαν προειδοποίηση.
Η αναπόφευκτη σύγκρουση των δύο βιολογιών μας Το κύβοργον δεν είναι ακόμα ο μετάνθρωπος του νέου μύθου. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο διάνθρωπος, η ενδιάμεση μορφή προς τον τελικό μετάνθρωπο. Αυτή τη στιγμή, οι ανθρώπινες τεχνολογικές κοινωνίες βρίσκονται στις πρώτες φάσεις μιας ταχύτατης διαδικασίας κυβοργογένεσης. Τα κομμάτια του παζλ, ασύνδετα και ατακτοποίητα ακόμα, αποζητούν εναγώνια τη συνειδητοποίησή μας ότι, ναι, πράγματι, αυτό που οικοδομούμε είναι ένας κόσμος που δυναμικά συνθέτει, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, τις δύο βιολογίες μας — τη δαρβίνεια γενετική μας εξέλιξη και τη λαμαρκιανή κοινωνική-πολιτιστική-τεχνολογική μας εξέλιξη. Το τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τους παρόντες θεσμούς και αντιλήψεις μας είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό.
Ένα παράδειγμα: Το 2003 υπολογίζεται ότι θα έχει ολοκληρωθεί η χαρτογράφηση[7] του ανθρώπινου γονιδιώματος και θα γνωρίζουμε ολόκληρο τον γενετικό μας κώδικα — τα 100.000 περίπου γονίδια που σαν λέξεις μιας μυστικής γλώσσας αφηγούνται και υπαγορεύουν την ύπαρξη του είδους μας και του καθενός μας ατομικά. Εν αρχή ην ο Λόγος και τί θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί η αποκρυπτογράφησή του, όταν ο καθένας μας θα υπάρχει σαν πληροφορία, σαν αφήγηση, πριν καν ακόμα υπάρξει; Ποια κοινωνία, ποιοι θεσμοί είναι σε θέση να αντέξουν μια τέτοια τρομερή αλήθεια;
Όμως, ο μετανθρώπινος μύθος του καιρού μας μένει ανικανοποίητος από την εικόνα του επαυξημένου ανθρώπου—του υπό κατασκευήν κύβοργου. Στο κάτω κάτω της γραφής, η έννοια του κύβοργου δεν είναι τίποτα περισσότερο από την κωδικοποίηση πραγμάτων που ήδη συμβαίνουν, ορατών διαδικασιών σύνθεσης που λογικά αναμένεται να υπερβούν την αμυντική / θεραπευτική φάση τους μόλις αποκτήσουν κρίσιμη μάζα. Μέσα όμως από την ομίχλη πιθανοτήτων που ονομάζουμε μέλλον, αχνοφαίνονται οι σκιές άλλων πραγμάτων πολύ πιο καταλυτικών, που πορεύονται πέρα από τον δρόμο του επαυξημένου ανθρώπου.
Η σύνθεση των δύο βιολογιών μας, που είναι προϋπόθεση του κύβοργου, στην ουσία αποτελεί έναν ανήσυχο συμβιβασμό. Η δαρβίνεια γενετική κληρονομικότητά μας είναι ένας πολύ αργά εξελισσόμενος μηχανισμός μετάδοσης των πληροφοριών. Η αργόσυρτη και προβληματική προσαρμογή των γονιδίων μας προσδίδει στον ανθρώπινο κόσμο μια ιξώδη ποιότητα, τον καταδικάζει σε επικίνδυνη υστέρηση μπροστά στην ταχύτατη λαμαρκιανή εξέλιξη του πνευματικού μας εποικοδομήματος, που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το περιβάλλον του και βαθμιαία μετατρέπεται το ίδιο σε περιβάλλον.
Η σύγκρουσή των δύο βιολογιών μας φαίνεται αναπόφευκτη από κάποια στιγμή και πέρα. Η τελική πράξη του νέου μετανθρώπινου μύθου δεν έχει αμφιβολίες για την έκβαση. Ξαναθυμίζω τα λόγια του σερ Peter Medawar:
“Στα ανθρώπινα όντα, η εξωγενετική κληρονομικότητα —δηλαδή, η μεταφορά πληροφοριών μέσω μη γενετικών διαύλων— έχει γίνει πιο σημαντική για τη βιολογική μας επιτυχία από ο,τιδήποτε είναι προγραμματισμένο στο DNA μας”.
Πιο σημαντική προφανώς σημαίνει και πιο ισχυρή. Οπότε η φύση του τελικού μετανθρώπου προβάλλει σε όλο της το τρομακτικό μεγαλείο: Αφού ο γενετικός κώδικας είναι ανασταλτικός παράγοντας στην ταχεία εξέλιξη του είδους μας, τότε ο γενετικός κώδικας πρέπει να εγκαταλειφθεί. Και μαζί του η έδρα αυτού του κώδικα — το ανθρώπινο σώμα. Ο τελευταίος άνθρωπος παρακαλείται να αφήσει στην είσοδο το σώμα του...

Η Ανάληψη της συνείδησης στο πληροφοριακό σύμπαν
Ο τελικός ήρωας του νέου μετανθρώπινου μύθου είναι ένα ον που κατοικεί σε ένα άλλο σύμπαν ηλεκτρικών παλμών και ακαριαίας πρόσβασης σε κάθε γνώση —άχωρο και άυλο, ένα υπερνοήμον πρόγραμμα που διατρέχει ανά πάσα στιγμή ολόκληρη την τεχνολογική υποδομή, η οποία, απαλλαγμένη πια από τη δυσκίνητη γενετική κληρονομικότητα, εξελίσσεται με ασύλληπτες ταχύτητες.
Εγκαταλείποντας συνειδητά τη γενετική κληρονομικότητα, η νέα πρόταση για τον μετάνθρωπο κάνει το αποφασιστικό βήμα και ταυτίζεται πια απόλυτα με το πνευματικό εποικοδόμημα. Η σάρκινη χρυσαλλίδα μεταμορφώνεται σε πληροφοριακή πεταλούδα. Η λογική αυτής της μεταμόρφωσης είναι άψογη: Αφού έτσι ή αλλιώς είμαστε πληροφορίες, δηλαδή ιστορίες ειπωμένες στη γνωστή (σύντομα) γλώσσα των γονιδίων, είναι καλύτερα να μεταφράσουμε την ιστορία μας σε μια γλώσσα πολύ πιο πλούσια και αποτελεσματική από τα αδέξια τραυλίσματα της φύσης. Ο νέος μύθος του μετανθρώπου ταυτίζει το τέλος του κλασικού ανθρώπινου χρόνου με μια Ανάληψη. Οι πληροφοριακοί ουρανοί ανοίγουν την ημέρα της μεγάλης Πεντηκοστής του ανθρώπινου πνεύματος και ο Υιός του Ανθρώπου (ο Μετάνθρωπος) ανέρχεται εν δόξη στον δικαιωματικό του θρόνο, στην ψηφιακή αποθέωση. Τεχνικά, η μετάφραση του σωματικού ανθρώπου σε πληροφοριακό μετάνθρωπο ονομάζεται “ανέβασμα” (up-loading) και υποδηλώνει τη διοχέτευση των πληροφοριών που εμπεριέχει ο νους στην τεχνολογική υποδομή, η οποία θωρακίζεται από κάθε ορατό και αόρατο κίνδυνο.
Τί είναι όμως αυτό που μεταφράζεται; Προφανώς, η ουσία του είναι, το πνεύμα, η συνείδηση, το εγώ, ο εαυτός, η ψυχή. Ο μύθος του μετανθρώπου παίρνει εδώ ένα γιγάντιο ρίσκο, βάζει ένα τολμηρό στοίχημα: Ταυτίζει την ουσία-πνεύμα-συνείδηση με την πληροφορία. Θεωρεί ότι το μήνυμα δεν είναι τελικά το μέσο, ότι η μουσική δεν είναι το όργανο, ότι υπάρχει μια ουσία ανεξάρτητη από οποιαδήποτε μορφή. Δηλαδή, η μεταφυσική του νέου μύθου αρνείται να εγκαταλείψει τις επιστημονικές / θετικιστικές ρίζες της. Και στο σημείο αυτό είναι που θα κριθεί τελικά.

Τα ερωτήματα του χρόνου και της ταυτότητας Οι κυρίαρχοι κοινωνικοί μύθοι είναι συναρπαστικές ιστορίες που σαν ατμομηχανές σέρνουν τη συλλογική συνείδηση προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Ουσιαστικά, οργανώνουν και δίνουν σκοπό στις δυνατότητες κάθε καιρού. Υπάρχουν ζωτικοί μύθοι, αλλά υπάρχουν και αυτοκτονικοί μύθοι που εμφανίζονται σαν ζωτικοί. Εάν ο αναδυόμενος μετανθρώπινος μύθος είναι πράγματι ζωτικός, τότε παρακολουθούμε τα πρώτα στάδια μιας εξελικτικής σουπερ-νόβα: Τον άνθρωπο και το βλαστάρι του, τον μετάνθρωπο, να υποτάσσουν τον χρόνο και την εξέλιξη για να τα φέρουν στα μέτρα του πάθους τους. Διαφορετικά...
Αν ο νέος μετανθρώπινος μύθος έχει τις δυνατότητες να κινήσει το τραίνο της εξέλιξης πολύ πιο αποτελεσματικά από τους προηγούμενους, τότε η παρούσα στιγμή είναι ανάλογη με την ανάδυση των πρώτων αμφιβίων σε κάποιες λησμονημένες αρχέγονες αμμουδιές. Σπάζοντας σαν τον Προμηθέα τα δεσμά της ανάγκης (της γενετικής κληρονομικότητας, του DNA), ο άνθρωπος στέκεται σαστισμένος στον βράχο του Καυκάσου μη ξέροντας τι να κάνει τη νέα απίστευτη ελευθερία του μπροστά στα θανάσιμα ερωτήματα που γεννιούνται.
Το πρώτο και θεμελιακό ερώτημα που θέτει ο νέος μετανθρώπινος μύθος αφορά τον ίδιο τον εξελικτικό χρόνο. Ολόκληρη η μέχρι σήμερα πορεία του είδους μας, τόσο η γενετική όσο και η εξωγενετική, ήταν η αδιάκοπη υπέρβαση των ορίων που θέτουν τόσο η φύση όσο και η κουλτούρα. Αλλά η κατάλυση των ορίων δεν ήταν ποτέ συνεχής — πάντοτε γινόταν με άλματα. “Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν το εσπαρμένον”. Υπέρβαση και αποκρυστάλλωση. Εποχές χάους και εποχές τάξης. Και υπήρχε πάντα καιρός για να αφομοιώνεται το καινούργιο και να βρίσκει μια οργανική θέση δίπλα στο παλιό. Στην καινούργια σύλληψη για τον μετάνθρωπο, όμως, ο εξελικτικός χρόνος δείχνει να συρρικνώνεται στο ακαριαίο, να συμπυκνώνεται σε μια κυριολεκτικά κάθετη απογείωση του νεωτερισμού. Δεν είναι παράξενη, λοιπόν, η εμφάνιση συγγραφέων όπως ο Vernon Vinge που προβλέπουν την επερχόμενη “μοναδικότητα” (singularity)[8]— μια στιγμή δηλαδή στον μεσοπρόθεσμο συλλογικό ορίζοντα όπου η επιστημονική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή θα είναι τόσο γρήγορη ώστε από τη σημερινή προοπτική μάς είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα συμβεί.
Τα ζητήματα που προκύπτουν είναι πρωτοφανή. Αντέχει το ανθρώπινο ον μια τέτοια εξελικτική επιτάχυνση; Και δεν συνεπάγεται αυτό την επώδυνη καταστροφή του οικείου ανθρώπινου χωροχρόνου και της ζωτικής σχέσης του όντος με τον παρελθόν του; Υπάρχει άραγε τρόπος να γίνει “ανθρωπινότερη” η μετανθρώπινη κατάσταση και να ελεγχθεί αυτή η εκρηκτική επιτάχυνση ώστε να εξασφαλιστεί η “οικονομία της οδύνης”;
Εξίσου θεμελιακό είναι το ερώτημα της ανθρώπινης ταυτότητας που εκ των πραγμάτων ξαναθέτει ο νέος μετανθρώπινος μύθος. Τόσο πολλές αλλαγές, τόσο ριζικές αλλαγές, σε τόσο σύντομο χρόνο, αφήνουν να υπονοηθεί ένα ριζικά νέο είδος όντος — απόλυτα πλαστικό και αν-άξιο (άνευ σταθερού συστήματος αξιών ή με ένα διαφορετικό αξιακό υπερσύστημα), με ασαφή όρια ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Είναι δυνατό ένα τέτοιο ον; Επαυξημένο και αθάνατο κύβοργον ή άχωρη υπερσυνείδηση σε ψηφιακά δίκτυα, ο ενδεχόμενος μετάνθρωπος για να υπάρξει θα πρέπει να αποδέχεται κάποια παραλλαγή της αριστοτέλειας αρχής της ετερότητας, αναγνωρίζοντας το πρόσωπο του άλλου ως προϋπόθεση για την αναγνώριση του εαυτού του. Βέβαια, έτσι λέμε αυτή τη στιγμή, αλλά ο πειρασμός είναι μεγάλος να αντιτείνει κανείς ότι η singularity του Vinge λειτουργεί ως “ορίζοντας γεγονότων” (events horizon) που δεν επιτρέπει να δούμε ή να εικάσουμε τι περιέχει η μαύρη οπή[9] του εξελικτικού μέλλοντός μας.
Ο επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου Έστω και αν απορρίπτει κανείς τον καινούργιο μετανθρώπινο μύθο σαν τεχνο-αποκαλυπτική φαντασίωση, το ερώτημα της ταυτότητας του ανθρώπου παραμένει καίριο μπροστά στις καταλυτικές εξελίξεις του καιρού μας. Ακόμα και αν θέλουμε να αντισταθούμε στον αναδυόμενο ζωτικό μύθο, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναπροσδιορίσουμε τον άνθρωπο και τον ρόλο του σε ένα εξελισσόμενο σύμπαν. Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι παλιές απαντήσεις για το τι είναι ο άνθρωπος και τι κάνει σ’ αυτό τον πλανήτη δεν επαρκούν πλέον.
Βρισκόμαστε σε ένα εξελικτικό και ηθικό σταυροδρόμι. Ο μετανθρώπινος μύθος του καιρού μας προσπαθεί να συνθέσει τα κομματάκια του σημερινού παζλ και η εικόνα που ξεπροβάλλει είναι τρομακτική. Μέσα από μια διαδικασία θετικής ανάδρασης, το πνευματικό εποικοδόμημα του ανθρώπου (οι γνώσεις, οι τεχνολογίες, οι πληροφορίες) αυτονομείται ολοένα και περισσότερο από τους βιολογικούς μας περιορισμούς και τείνει να μεταμορφωθεί σε μια πρωτοφανή εξελικτική δύναμη, που φαίνεται να μας λέει: “Προσαρμόσου ή εξαφανίσου”. Ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι να συνθέσει κανείς το παζλ. Ίσως υπάρχει ακόμα η δυνατότητα και για άλλους ζωτικούς μύθους. Αλλά τι άλλο πολύ διαφορετικό μπορούν να μας πουν πέρα από το γεγονός ότι είμαστε καταδικασμένοι από το βούκεντρο του πόνου και τον φόβο για τον θάνατο να εξελισσόμαστε αδιάκοπα; Και πόσο πειστικά μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το γεγονός ότι το πνευματικό μας εποικοδόμημα —η γλώσσα, οι γνώσεις, η φιλοσοφία, η επιστήμη, η τεχνολογία μας— τελικά έχει τη φύση φύσης και επιβάλλει ένα συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό προσαρμογής που δεν μπορεί να παρακολουθήσει πια το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας;
Αν και ο καινούργιος μετανθρώπινος μύθος μάς τρομάζει, μας προσφέρει ταυτόχρονα την επίγνωση ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτοί που γεννούμε και επωάζουμε το αυγό του εξελικτικού δράκοντα. Και από εδώ θα μπορούσε ίσως να ξεκινήσει η διαδικασία για μια νέα αυτεπίγνωση.

Σπύρος Μάνδρος*

Σχόλια

1. Τρανσουμανισμός (Transhumanism) Μπροστά στα αδιέξοδα του παραδοσιακού ουμανισμού, μια νέα μορφή ή μετεξέλιξή του, ο τρανσουμανισμός, προσπαθεί να συλλάβει καλύτερα την έννοια άνθρωπος σε ένα ρευστό και αδιάκοπα μεταβαλλόμενο πνευματικό και υλικό σύμπαν. Όπως και ο ουμανισμός, ο τρανσουμανισμός δίνει αξία στον Λόγο και στον άνθρωπο και δεν βλέπει κανένα λόγο για πίστη σε άγνωστες, υπερφυσικές δυνάμεις που ελέγχουν εξωτερικά τη μοίρα μας. Αντίθετα, η φιλοσοφία αυτή πηγαίνει μακρύτερα και μας ωθεί πέρα από το απλώς ανθρώπινο στάδιο εξέλιξης. Ο τρανσουμανισμός παίρνει πολλές μορφές, καμιά φορά αντιφατικές. Η ουσία του είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν και οφείλουν να συνεχίσουν να εξελίσσονται προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Όσο εκπληκτικά και αν είναι το σώμα και ο νους που μας έδωσε η βιολογική εξέλιξη, εντούτοις κάθε άλλο παρά τέλεια είναι. Μπορούμε και οφείλουμε να τα αναπτύξουμε με ορθολογικό τρόπο μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλάζοντας ταυτόχρονα και την “ανθρώπινη μοίρα” με νέες μεθόδους και οράματα. Μακροπρόθεσμα βέβαια δεν μπορούμε να μιλάμε πια για τον άνθρωπο, αλλά για τον μετάνθρωπο. Μέσα στον καθολικό πανικό που κατέχει τον καιρό μας, ο τρανσουμανισμός αναμφίβολα αποτελεί ένα αισιόδοξο όραμα για το μέλλον του ανθρώπου και ταυτόχρονα μια ανεπιφύλακτη δήλωση εμπιστοσύνης στον ανθρώπινο Λόγο. Είναι δε εντυπωσιακή η πληθώρα των κόμβων στο Internet που ασχολούνται με τη νέα αυτή προσέγγιση του ανθρώπου. Για μια εισαγωγή στον τρανσουμανισμό, αξίζει να ξεκινήσετε από τον κόμβο του Anders Sandberg.
Μερικοί ορισμοί του τρανσουμανισμού από διάφορους συγγραφείς:
 Anders Sandberg: “Τρανσουμανισμός είναι η φιλοσοφία ότι μπορούμε και πρέπει να εξελιχθούμε σε ανώτερα επίπεδα, τόσο σωματικά και πνευματικά όσο και κοινωνικά, χρησιμοποιώντας ορθολογικές μεθόδους”.


· Max More: “Φιλοσοφία ζωής καθοδηγημένη από αρχές και αξίες που προάγουν τη ζωή, η οποία επιδιώκει μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας τη συνέχιση και επιτάχυνση της εξέλιξης της νοήμονος ζωής πέρα από την τρέχουσα ανθρώπινη μορφή και τους περιορισμούς της”.
Mitch Porter: “Ο τρανσουμανισμός είναι το δόγμα ότι μπορούμε και πρέπει να γίνουμε κάτι περισσότερο από άνθρωποι”.
· Natasha Vita More: “Είναι η δέσμευση να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα όρια σε όλες τους τις μορφές, όπως: Παράταση του μέσου όρου ζωής, επαύξηση της ευφυίας, συνεχής αύξηση της γνώσης, εξασφάλιση πλήρους ελέγχου της προσωπικότητας και ταυτότητάς μας και δημιουργία της ικανότητας να εγκαταλείψουμε αυτό τον πλανήτη. Οι τρανσουμανιστές επιδιώκουν να εξασφαλίσουν αυτούς τους στόχους μέσω του Λόγου, της επιστήμης και της τεχνολογίας”.  Robin Hanson: “Ο τρανσουμανισμός είναι η ιδέα ότι οι νέες τεχνολογίες κατά πάσα πιθανότητα θα αλλάξουν τόσο πολύ τον κόσμο τους επόμενους ένα ή δύο αιώνες, ώστε οι απόγονοί μας από πολλές πλευρές δεν θα είναι πλέον ‘άνθρωποι’”.
2. Εξτροπιανισμός (Extropianism): Μια μαχητικότερη και πιο “εξατομικευμένη” μορφή τρανσουμανισμού, που δίνει προσωπικότερο περιεχόμενο στη συνειδητή ανθρώπινη εξέλιξη. Το όνομα αυτής της “σχολής” (ή μήπως, κινήματος;) προέρχεται από τη λέξη εξτροπία, που είναι το αντίθετο της εντροπίας, δηλαδή του θερμικού θανάτου του σύμπαντος (θυμάστε ακόμα τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής;) Οι βασικές αντιλήψεις των εξτροπιανιστών περιλαμβάνουν τις παρακάτω αρχές και θέσεις:
Επέκταση χωρίς όρια: Επιδίωξη μεγαλύτερης ευφυίας, σοφίας και αποτελεσματικότητας, απεριόριστος μέσος όρος ζωής και κατάλυση των πολιτικών, πολιτιστικών, βιολογικών και ψυχολογικών περιορισμών στην αυτο-ανάπτυξη και αυτο-πραγμάτωση. Διαρκής υπέρβαση των εμποδίων στην πρόοδο και τις δυνατότητές μας. Επέκταση στο σύμπαν και εξέλιξη χωρίς όρια. Αυτο-μεταμόρφωση: Συνεχής ηθική, διανοητική και σωματική αυτοβελτίωση μέσω του Λόγου και της κριτικής σκέψης, μέσω της προσωπικής υπευθυνότητας και του πειραματισμού. Επιδίωξη βιολογικής και νευρολογικής επαύξησης. Δυναμική αισιοδοξία: Τροφοδότηση της δυναμικής δράσης με θετικές προσδοκίες. Υιοθέτηση μιας ορθολογικής, έμπρακτης αισιοδοξίας, που απορρίπτει τόσο την τυφλή πίστη όσο και την καθηλωτική απαισιοδοξία.
Νοήμων τεχνολογία: Δημιουργική εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνολογίας για την υπέρβαση των “φυσικών” ορίων, που μας επιβάλλει η βιολογική μας κληρονομιά, η κουλτούρα μας και το περιβάλλον.
Αυθόρμητη τάξη: Υποστήριξη αποκεντρωτικών και εθελοντικών διαδικασιών κοινωνικού συντονισμού. Υιοθέτηση της ανεκτικότητας, της πολυμορφίας, της μακροπρόθεσμης σκέψης, της προσωπικής υπευθυνότητας και της ατομικής ελευθερίας.

3. Γονιδίωμα: Το σύνολο των γονιδίων που περιέχονται στην απλοειδή σειρά των χρωμοσωμάτων μας. Η απλοειδής (haploid) σειρά ή αλληλουχία βρίσκεται στα αναπαραγωγικά μας κύτταρα (ωάρια, σπερματοζωάρια) και περιέχει τον μισό αριθμό χρωμοσωμάτων από εκείνον που υπάρχει στα σωματικά (διπλοειδή) κύτταρα του οργανισμού μας. Πρόκειται δηλαδή για το σύνολο των γονιδίων (βιολογικών μονάδων κληρονομικότητας) που ο καθένας μας μεταβιβάζει στους απογόνους του. Βλ. επίσης H χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος.
4. Peter Medawar: Βρετανός επιστήμονας λιβανέζικης καταγωγής. Γεννήθηκε το 1915 στη Βραζιλία και έλαβε δύο φορές το Βραβείο Νόμπελ —το 1945 για τη συμβολή του στην ανακάλυψη της πενικιλλίνης και το 1960 για τις ανακαλύψεις του στον τομέα της ανοσολογίας. Απεβίωσε το 1987. Καθηγητής σε πανεπιστήμια, ενδιαφερόταν έντονα για τα ζητήματα της παιδείας. Σε μια από τις τελευταίες διαλέξεις του έλεγε: “Πριν τριακόσια και περισσότερα χρόνια, ο Francis Bacon ονειρεύτηκε ένα νέο κράτος, τη Νέα Ατλαντίδα, μια δίκαιη και ανθρωπιστική κοινωνία όπου το κύριο εξαγωγικό προϊόν της είναι το φως —το ιδιαίτερο φως του Bacon, το lumen siccum, το φως της κατανόησης— μια κοινωνία αφιερωμένη στην ‘πραγμάτωση όλων των εφικτών πραγμάτων’. Μου αρέσει η ιδέα της εμπορίας φωτός, του φωτός σαν αντικείμενο εμπορίας. Νομίζω πως είναι η ιδέα που ενέπνευσε όλες τις μεγάλες εκπαιδευτικές περιπέτειες του παρελθόντος”. 5. Το λαμαρκιανό μοντέλο εξέλιξης: Η άποψη του Λαμάρκ ότι τα είδη εξελίσσονται με την προσαρμογή των ατόμων στις προκλήσεις/ πληροφορίες του περιβάλλοντος ήταν η πρώτη μοντέρνα εξελικτική θεωρία. Ο Λαμάρκ υποστήριζε ότι, λόγου χάρη, σε μια αιφνίδια έλευση παγετώνων τα μέλη ενός είδους δημιουργούν κάποιον προστατευτικό μηχανισμό κατά του κρύου (π.χ. γούνα), ο οποίος κληρονομείται άμεσα στους απογόνους τους. Η θεωρία του Λαμάρκ καταρρίφθηκε αργότερα από τη θεωρία του Δαρβίνου, ο οποίος πρότεινε μια πολύ πιο βλοσυρή και ρεαλιστική ερμηνεία, τον μηχανισμό της επιβίωσης του καταλληλοτέρου στις αλλαγμένες συνθήκες. Προσαρμοσμένη, η δαρβίνεια προσέγγιση συνεχίζει να αποτελεί και σήμερα την αποδεκτή επιστημονική θεωρία για τη γενετική εξέλιξη των ειδών. Παρ’ όλα αυτά, το λαμαρκιανό μοντέλο είναι εκείνο που εμφανώς ισχύει στη μη γενετική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, μέσω της άμεσης και ταχείας προσαρμογής του πνευματικού εποικοδομήματος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. 6. Κύβοργον: Απόδοση του αγγλικού όρου cyborg (σύντμηση της φράσης cybernetic organism — κυβερνητικός οργανισμός), που περιγράφει το “πάντρεμα” ανθρώπου και μηχανής. Εφ’ όσον στην ουσία πρόκειται για δανεικές ελληνικές λέξεις, επαναδιατυπώνω απλά μια αγγλοποιημένη ελληνική λέξη. . Η χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος (Human Genome Project - HGP) είναι ένα από τα πιο μεγάλα και κρίσιμα διεθνή ερευνητικά προγράμματα του καιρού μας. Στόχοι του είναι η κατάστρωση λεπτομερών γενετικών και φυσικών χαρτών του ανθρώπινου γονιδιώματος, ο καθορισμός της πλήρους αλληλουχίας νουκλεοτιδίων του ανθρώπινου DNA, ο εντοπισμός των 50.000 -100.000 γονιδίων μέσα στο ανθρώπινο γονιδίωμα, καθώς και παρόμοιες αναλύσεις σε άλλους οργανισμούς που χρησιμοποιούνται ευρέως στα ερευνητικά εργαστήρια ως συστήματα- μοντέλα. Τα επιστημονικά προϊόντα του HGP θα αποτελέσουν πηγή λεπτομερούς πληροφόρησης για τη φύση, την οργάνωση και τη λειτουργία του ανθρώπινου DNA, δηλαδή των πληροφοριών που αποτελούν το βασικό σετ κληρονομικών “εντολών” για την ανάπτυξη και λειτουργία ενός ανθρώπινου πλάσματος.
Η επιτυχής ολοκλήρωση των φιλόδοξων αυτών στόχων θα χρειαστεί την ανάπτυξη μιας ποικιλίας νέων τεχνολογιών. Θα χρειαστεί επίσης εξελιγμένα μέσα για να είναι οι πληροφορίες αυτές ευρέως διαθέσιμες σε επιστήμονες, γιατρούς και άλλους, ούτως ώστε τα πορίσματα της έρευνας να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταχύτατα για κοινό όφελος. Για τον λόγο αυτό, η βελτιωμένη τεχνολογία για βιο-ιατρική έρευνα θα είναι ένα ακόμα σημαντικό προϊόν του HGP. Από το στάδιο της σύλληψης του HGP, ήταν αντιληπτό ότι η εξασφάλιση και χρήση μιας τέτοιας γενετικής γνώσης θα είχε κολοσσιαίες επιπτώσεις τόσο στα άτομα όσο και στην κοινωνία και θα έθετε προς δημόσια και επαγγελματική συζήτηση πολλά ζητήματα πολιτικής. Συνεπώς, η ανάλυση των ηθικών, νομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της γενετικής γνώσης, καθώς και η υποβολή σε δημόσια συζήτηση των πολιτικών ενδεχομένων, αποτελούν ένα ακόμα σημαντικό συστατικό της ερευνητικής προσπάθειας για το ανθρώπινο γονιδίωμα.

Ένα καλό σημείο για να δείτε αναλυτικότερα το κρίσιμο αυτό ερευνητικό πρόγραμμα είναι ο κόμβος του αμερικανικού Human Genome Research Institute, απ’ όπου πήρα και τις παραπάνω πληροφορίες.
8. Singularity: Έννοια των μαθηματικών και της φυσικής, που υποδηλώνει μια μοναδική κατάσταση, μια ασυνέχεια, στην εξέλιξη ενός προβλήματος ή μιας φυσικής διαδικασίας. Η μοναδικότητα αυτή δεν επιτρέπει να εικαστεί το τι θα συμβεί με βάση τα προηγούμενα. Ο Vernon Vinge, μαθηματικός και συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, πρότεινε πρόσφατα την έννοια της τεχνολογικής μοναδικότητας ως καθοριστικού σημείου στην πορεία εμφάνισης του μετανθρώπου και από εκεί έχει ξεκινήσει μια πολύ έντονη συζήτηση στους κύκλους των τρανσουμανιστών και εξτροπιανιστών. Η τεχνολογική αυτή μοναδικότητα τοποθετείται από αρκετούς στοχαστές σε ένα κοντινό μέλλον, γύρω στο 2010, ενώ από άλλους συνδυάζεται με την εμφάνιση της τεχνητής νοημοσύνης. Μπορείτε να δείτε το αρχικό άρθρο του Vinge, που ξεσήκωσε μια θύελλα συζητήσεων.
9. Μαύρη οπή: Όρος της αστροφυσικής που περιγράφει σκοτεινά αντικείμενα του σύμπαντος με κολοσσιαία συμπυκνωμένη μάζα. Η βαρύτητα των σωμάτων αυτών είναι τόσο μεγάλη που δεν επιτρέπει ούτε στο φως να διαφύγει, εξ ου και ο όρος μαύρη οπή. Οι μαύρες οπές προκαλούν μια μοναδικότητα (singu-larity), η οποία αρχίζει σε κάποια μικρή απόσταση από την επιφάνειά τους, στο σημείο που ονομάζεται ορίζοντας γεγονότων (events horizon). Εννοείται ότι οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται εδώ μεταφορικά για να υποδηλωθεί η ριζική διαφορετικότητα της ανθρώπινης από τη μετανθρώπινη κατάσταση.
*Το κείμενο του Σπύρου Μάνδρου είναι δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Μεταθεσεις(http://www. me-ta.gr), όπου υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση του συγγραφέα με τον Σπύρο Γεωργαντά πάνω στο ζήτημα του μετανθρώπου.
πηγή