ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Αυτο το μουντιάλ μπορει να ειναι το τελευταίο;;;;;===Ποιος φοβάται το Μουντιάλ της Αμερικής;



Ο πόλεμος, οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι εσωτερικές αντιθέσεις στη FIFA θέτουν ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν αδιανόητο: μπορεί το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο να είναι το τελευταίο; 

Για σχεδόν έναν αιώνα το Μουντιάλ έμοιαζε με μία από τις ελάχιστες πραγματικά παγκόσμιες διοργανώσεις, ικανή να υπερβαίνει σύνορα, ιδεολογίες και γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Όμως ο Economist υποστηρίζει ότι οι ρωγμές στο οικοδόμημα της FIFA γίνονται πλέον ορατές. Και θέτει ένα ερώτημα που ακούγεται υπερβολικό, αλλά ίσως δεν είναι: θα μπορούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου να βαδίζει προς τη δική του παρακμή

Όχημα πολιτικών επιδιώξεων

Το Παγκόσμιο Κύπελλο γνώρισε αρχικά μεγάλη άνθηση, τουλάχιστον εν μέρει επειδή αποτέλεσε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό όχημα προώθησης των πολιτικών επιδιώξεων των εθνικών κυβερνήσεων.

Το Μουντιάλ του 1934 στην Ιταλία του Μουσολίνι και εκείνο που διοργάνωσε η στρατιωτική χούντα της Αργεντινής το 1978 συγκαταλέγονται στα πλέον διαβόητα παραδείγματα.

Αλλά ακόμη και περιπτώσεις με θετικό πρόσημο, όπως η Γαλλία το 1998 ή η Γερμανία το 2006, θεωρήθηκαν επιτυχημένες σε μεγάλο βαθμό επειδή εξυπηρετούσαν ευρύτερες εθνικές στρατηγικές: στη Γαλλία την προώθηση της πολυπολιτισμικότητας και στη Γερμανία την εθνική ενοποίηση και μια νέα, πιο ήπια και φιλική εκδοχή του πατριωτισμού.

Η ίδια η FIFA προωθούσε επί δεκαετίες τη δική της πολιτική ατζέντα, είτε πιέζοντας την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα να συνδιοργανώσουν το Μουντιάλ του 2002 είτε ανοίγοντας τον δρόμο για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που φιλοξενήθηκε στην Αφρική, το 2010.

Denny Medley-Imagn Images/Reuters

Το «Μουντιάλ του Τραμπ»

Η διοργάνωση του 2026 σε ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό θεωρείται, ωστόσο, από πολλούς η πιο πολιτικά φορτισμένη των τελευταίων πολλών δεκαετιών.

Το βρετανικό περιοδικό σημειώνει ότι θα είναι η πρώτη φορά που χώρα-διοργανώτρια (ΗΠΑ) βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με χώρα που συμμετέχει στη διοργάνωση (Ιράν).

Είναι επίσης η πρώτη φορά που πολίτες ορισμένων συμμετεχουσών χωρών υπόκεινται σε ταξιδιωτικούς περιορισμούς που επιβάλλει η διοργανώτρια χώρα. Ενδεικτική είναι η απαγόρευση εισόδου σε Σομαλό διαιτητή. 

Παράλληλα, οι εντάσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους δύο συνδιοργανωτές, Καναδά και Μεξικό, έχουν προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο πολιτικής αβεβαιότητας.

Ο κίνδυνος είναι το Μουντιάλ να μετατραπεί από γιορτή του ποδοσφαίρου σε πεδίο έκφρασης γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.

Denny Medley-Imagn Images/Reuters

Η FIFA απέναντι στις ίδιες της τις αντιφάσεις

Κατά τον Economist, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διεθνής πολιτική. Η FIFA εμφανίζεται όλο και περισσότερο διχασμένη εσωτερικά. Οι σχέσεις της με την UEFA βρίσκονται σε διαρκή ένταση, καθώς οι δύο οργανισμοί ανταγωνίζονται για έσοδα, επιρροή και έλεγχο των κορυφαίων διοργανώσεων.

Η δημιουργία νέων διοργανώσεων, όπως το διευρυμένο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, αλλά και η συνεχής αύξηση του αριθμού των αγώνων, έχει εντείνει τις αντιδράσεις για την υπερφόρτωση των ποδοσφαιριστών και την εμπορευματοποίηση του αθλήματος.

Την ίδια στιγμή, η FIFA επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της εκτός Ευρώπης, γεγονός που δημιουργεί νέες συγκρούσεις με τις παραδοσιακές ποδοσφαιρικές δυνάμεις.

Ένα σύστημα που βασίζεται στην ανάπτυξη

Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι το Μουντιάλ αναπτυσσόταν διαρκώς από το 1930 μέχρι σήμερα. Περισσότερες ομάδες, περισσότερα παιχνίδια, περισσότερα έσοδα, περισσότερες αγορές. Όμως τίποτα δεν αναπτύσσεται για πάντα.

Ο Economist θυμίζει ότι ακόμη και οι Ολυμπιακοί Αγώνες βρέθηκαν κοντά στην κατάρρευση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τα διαδοχικά μποϊκοτάζ των δεκαετιών του 1970 και του 1980 να απειλούν σοβαρά τη βιωσιμότητά τους.

Κατά τον ίδιο τρόπο, μια σειρά κρίσεων θα μπορούσε να υπονομεύσει σταδιακά την αξιοπιστία και το κύρος του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

REUTERS/Mike Segar/File Photo

Το ακραίο σενάριο

Ο αρθρογράφος περιγράφει ακόμη και ένα υποθετικό αλλά όχι αδιανόητο σενάριο.

Ένα περιστατικό με ξένο φίλαθλο στις ΗΠΑ θα μπορούσε να προκαλέσει διπλωματική κρίση. Η άρνηση της FIFA να παρέμβει θα μπορούσε να οδηγήσει ομοσπονδίες σε συγκρούσεις, κυρώσεις ή ακόμη και μποϊκοτάζ μελλοντικών διοργανώσεων.

Ίσως το συγκεκριμένο σενάριο να μοιάζει υπερβολικό. Όμως, όπως παρατηρεί ο Economist, ζούμε σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα συχνά ξεπερνά τη φαντασία.

Θα υπάρξει Μουντιάλ το 2030;

Τίποτα δεν πρέπει πλέον να θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει Μουντιάλ το 2030, αλλά τι μορφή θα έχει, πόσες χώρες θα συμμετέχουν πρόθυμα και αν η διοργάνωση θα συνεχίσει να διαθέτει το κύρος που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Και για πρώτη φορά μετά από σχεδόν έναν αιώνα, η ιδέα ότι κάποτε μπορεί να υπάρξει ένα «τελευταίο Μουντιάλ» δεν θεωρείται εντελώς αδιανόητη.  /www.naftemporiki.gr

====

Ποιος φοβάται το Μουντιάλ της Αμερικής;



Για δεκαετίες το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ή αλλιώς Μουντιάλ ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή αθλητική διοργάνωση. Ήταν ένα από τα ελάχιστα γεγονότα που μπορούσαν να επιβάλουν έναν κοινό παγκόσμιο ρυθμό. Για έναν μήνα, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, σχολεία και εκατομμύρια οικογένειες προσαρμόζονταν στο πρόγραμμά του. Οι αγώνες του γίνονταν αντικείμενο συζήτησης από το Μπουένος Άιρες μέχρι το Κάιρο και από το Λονδίνο μέχρι το Τόκιο.

Λίγες ημέρες πριν από τη σέντρα του Μουντιάλ στη Βόρεια Αμερική, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Χιλιάδες εισιτήρια παραμένουν αδιάθετα. Αρκετά από όσα πωλήθηκαν μεταπωλούνται σε τιμές χαμηλότερες από τις αρχικές. Ξενοδοχεία σε αμερικανικές πόλεις που είχαν προεξοφλήσει εκατομμύρια δολάρια πρόσθετων εσόδων βλέπουν τις κρατήσεις να κινούνται χαμηλότερα από τις προβλέψεις, ενώ η FIFA έχει ήδη περιορίσει πακέτα δωματίων που είχε δεσμεύσει για φιλάθλους και χορηγούς. Παράλληλα, οι αεροπορικές εταιρείες δεν καταγράφουν το κύμα διεθνών αφίξεων που πολλοί θεωρούσαν δεδομένο.

Φυσικά, όταν αρχίσουν οι αγώνες η εικόνα μπορεί να αλλάξει. Το Μουντιάλ παραμένει άλλωστε η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη και δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο. Ωστόσο το γεγονός ότι φτάνει στην αφετηρία του χωρίς τον παραδοσιακό παγκόσμιο πυρετό αποτελεί από μόνο του είδηση.

Ο αφιλόξενος οικοδεσπότης

Η πιο εύκολη εξήγηση αφορά φυσικά τον Ντόναλντ Τραμπ. Τους τελευταίους μήνες έχουν πληθύνει τα δημοσιεύματα για φιλάθλους που διστάζουν να ταξιδέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιτίας του πολιτικού κλίματος, των αυστηρότερων συνοριακών ελέγχων και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν πλέον πολλοί ταξιδιώτες κατά την είσοδό τους στη χώρα.

Την εικόνα ενισχύει η σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτικής και οι επιχειρήσεις της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), οι οποίες έχουν προκαλέσει κινητοποιήσεις και αντιδράσεις σε πολλές αμερικανικές πόλεις. Οργανώσεις υπεράσπισης μεταναστών ετοιμάζουν ήδη διαδηλώσεις με κεντρικό μήνυμα ότι το Μουντιάλ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως βιτρίνα για τις μαζικές συλλήψεις και απελάσεις μεταναστών.

Κι όμως, η σημερινή πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το φαινόμενο. Το μεγαλύτερο μέρος των αγώνων διεξάγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ακόμα το ποδόσφαιρο ως ανερχόμενο άθλημα. Παρά την ανάπτυξη του τοπικού πρωταθλήματος (Major League Soccer) και τη σταθερή άνοδο της εθνικής ομάδας, το ποδόσφαιρο παραμένει πολύ πίσω από το αμερικανικό ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το μπέιζμπολ και συχνά ακόμη και τα κολεγιακά πρωταθλήματα ως προς τη θέση που κατέχει στη συλλογική συνείδηση.

Η FIFA επένδυσε στην τεράστια αμερικανική αγορά. Όμως η επιλογή συνοδεύεται από ένα προφανές μειονέκτημα. Σε αντίθεση με μια διοργάνωση στη Βραζιλία, την Αργεντινή, τη Γερμανία ή την Αγγλία, δεν μπορεί να βασιστεί σε μια ήδη υπάρχουσα ποδοσφαιρική κουλτούρα που θα δημιουργήσει από μόνη της κλίμα γιορτής.

Η παγίδα της εμπορευματοποίησης

Ταυτόχρονα, οι ξένοι φίλαθλοι καλούνται να πληρώσουν ένα βαρύ τίμημα για να βρεθούν εκεί. Υπερατλαντικές πτήσεις, ακριβά ξενοδοχεία, υψηλές τιμές εισιτηρίων και ένα ολοένα πιο περίπλοκο περιβάλλον θεωρήσεων εισόδου μετατρέπουν την παρουσία στο Μουντιάλ σε πολυτέλεια για πολλούς. Η διοργάνωση μοιάζει να ζητά από τους φιλάθλους πολύ περισσότερα απ’ όσα ζητούσε ένα Μουντιάλ στη Γερμανία, τη Γαλλία ή ακόμη και σε άλλες πρόσφατες διοργανώσεις.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες η FIFA εργάστηκε συστηματικά για να μετατρέψει το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα ολοένα μεγαλύτερο εμπορικό προϊόν. Τα εισιτήρια ακριβαίνουν διαρκώς, τα πακέτα φιλοξενίας πολλαπλασιάζονται και οι χορηγικές συμφωνίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Το Μουντιάλ εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως η μεγάλη λαϊκή γιορτή του ποδοσφαίρου, αλλά όλο και περισσότερο μοιάζει με ένα γεγονός σχεδιασμένο για μεγάλες επιχειρήσεις, χορηγούς και πλούσιους τουρίστες.

Η αντίφαση γίνεται περισσότερο εμφανής από ποτέ φέτος. Την ώρα που η FIFA προσπαθεί να προσελκύσει εκατομμύρια φιλάθλους από όλον τον κόσμο, το κόστος συμμετοχής στη γιορτή έχει γίνει απαγορευτικό για ένα σημαντικό μέρος από αυτούς. Ίσως λοιπόν η χαμηλότερη από την αναμενόμενη ζήτηση να μην αποτελεί μόνο αποτέλεσμα της πολιτικής συγκυρίας ή των επιλογών της αμερικανικής κυβέρνησης. Ίσως να αποτελεί και συνέπεια μιας στρατηγικής που αντιμετώπισε για χρόνια τους φιλάθλους περισσότερο ως καταναλωτές παρά ως το κοινωνικό θεμέλιο της ίδιας της διοργάνωσης.

Ένας κόσμος που άλλαξε

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση. Για πολλά χρόνια η FIFA αντιμετώπιζε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως το μοναδικό αθλητικό γεγονός που μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την παγκόσμια προσοχή. Η λογική αυτή αποτυπώθηκε και στη διαρκή διεύρυνση της διοργάνωσης. Περισσότερες ομάδες, περισσότεροι αγώνες, περισσότερες πόλεις, περισσότερα εισιτήρια. Η υπόθεση εργασίας ήταν ότι η ζήτηση θα ακολουθούσε πάντοτε την προσφορά.

Το Μουντιάλ του 2026 ίσως αποδειχθεί το πρώτο σοβαρό τεστ αυτής της υπόθεσης. Η FIFA φαίνεται να σχεδίασε τη διοργάνωση με όρους που θύμιζαν περισσότερο τον κόσμο της δεκαετίας του 2000 παρά τον σημερινό. Έναν κόσμο φθηνότερων αεροπορικών εισιτηρίων, πιο ανοιχτών συνόρων, λιγότερων γεωπολιτικών εντάσεων και μεγαλύτερης οικονομικής αισιοδοξίας. Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι μετακινήσεις είναι ακριβότερες, οι βίζες δυσκολότερες, οι διεθνείς κρίσεις περισσότερες και η οικονομική ανασφάλεια πολύ εντονότερη για εκατομμύρια νοικοκυριά.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη από τον πόλεμο με το Ιράν και τις αναταράξεις που προκάλεσε στις αγορές ενέργειας, στις αερομεταφορές και γενικότερα στο αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας που συνήθως συνοδεύει μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση. Το Μουντιάλ σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που έμοιαζε πιο ανοιχτός, πιο προβλέψιμος και σαφώς φθηνότερος από τον σημερινό.

Ταυτόχρονα, έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε το θέαμα. Πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια το Μουντιάλ μπορούσε να μονοπωλήσει σχεδόν απόλυτα το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Σήμερα ανταγωνίζεται ένα αδιάκοπο ρεύμα διοργανώσεων, ψηφιακού περιεχομένου και ψυχαγωγικών επιλογών. Από το Τσάμπιονς Λιγκ και την Πρέμιερ Λιγκ μέχρι το ΝΒΑ, τη Formula 1, τις πλατφόρμες streaming και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο ανταγωνισμός για τον χρόνο και την προσοχή του κοινού είναι συνεχής.

Ίσως λοιπόν η χαμηλή ζήτηση να μην αποτελεί μόνο θέμα της FIFA ή του Τραμπ. Ίσως να αποτυπώνει τις δυσκολίες μιας διοργάνωσης που γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξή της στην εποχή της παγκοσμιοποίησης να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο ακριβότερο, πιο κατακερματισμένο και πολύ λιγότερο πρόθυμο να κινηθεί γύρω από μία και μοναδική παγκόσμια αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το Μουντιάλ χάνει τη σημασία του. Σημαίνει όμως ότι η FIFA ίσως ανακαλύπτει πως ακόμη και η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση του πλανήτη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη μαζική ανταπόκριση του κοινού. Όχι τόσο επειδή άλλαξε το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή άλλαξε ο κόσμος γύρω του. https://neostrategy.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: