Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν φέρνει ανακούφιση στις αγορές, αλλά αφήνει ανοιχτές τις μεγάλες πληγές του πολέμου
Ησυμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για την παράταση της εκεχειρίας, το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την επανεκκίνηση των συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης παρουσιάζεται ως μια διπλωματική τομή ύστερα από περισσότερες από 100 ημέρες πολέμου. Ωστόσο, πίσω από την πρώτη εικόνα αποκλιμάκωσης, η συμφωνία μοιάζει περισσότερο με προσωρινή ανακωχή ανάγκης παρά με οριστική λύση.
Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ξεκινήσει τον πόλεμο με τη ρητορική της «άνευ όρων παράδοσης» του Ιράν. Περισσότερες από 100 ημέρες αργότερα, όμως, η Ουάσινγκτον αποδέχεται μια συμφωνία που δεν μοιάζει με στρατηγική συντριβή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά με έναν συμβιβασμό για να σταματήσει η αιμορραγία. Το Ιράν δεν ηττήθηκε πολιτικά, το καθεστώς του δεν κατέρρευσε και η Τεχεράνη μπαίνει στις επόμενες διαπραγματεύσεις έχοντας αποδείξει ότι διαθέτει σοβαρούς μοχλούς πίεσης.
Ο σημαντικότερος από αυτούς τους μοχλούς είναι τα Στενά του Ορμούζ. Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος ενέργειας του Reuters, Ron Bousso, η επαναλειτουργία της ζωτικής αυτής θαλάσσιας αρτηρίας θα προκαλέσει ανακούφιση στους εξαγωγείς και εισαγωγείς ενέργειας. Από τα Στενά περνούσε πριν από τον πόλεμο περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG. Η διακοπή της κυκλοφορίας για μήνες προκάλεσε σοβαρή πίεση στην παγκόσμια αγορά και αύξησε τον φόβο για ενεργειακό σοκ.
Η συμφωνία προβλέπει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, παράταση της εύθραυστης εκεχειρίας για 60 ημέρες. Το Ιράν θα αρχίσει σταδιακά να ανοίγει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, απομακρύνοντας νάρκες και χωρίς να επιβάλει τέλη διέλευσης στη ναυσιπλοΐα κατά την περίοδο αυτή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, θα άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό κατά ιρανικών λιμανιών και θα επιτρέψουν στην Τεχεράνη να πουλά πετρέλαιο στη διάρκεια της εκεχειρίας.
Αυτή η εξέλιξη απαντά σε μια άμεση πολιτική ανάγκη του Τραμπ. Οι τιμές της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ξεπεράσει τα 4 δολάρια το γαλόνι, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Το κόστος ενέργειας είχε εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο και τους Ρεπουμπλικάνους. Η αποκλιμάκωση στον Κόλπο μπορεί να δώσει ανάσα στις αγορές, αλλά δεν εξαφανίζει τους κινδύνους.
Το Reuters επισημαίνει ότι το άνοιγμα του Ορμούζ δεν σημαίνει αυτόματη επιστροφή στην κανονικότητα. Περίπου 60 εκατομμύρια βαρέλια αργού και διυλισμένων προϊόντων βρίσκονται σε πλωτή αποθήκευση μέσα στον Κόλπο, καθώς δεν μπορούσαν να εξέλθουν από τα Στενά. Τα πρώτα δεξαμενόπλοια θα αρχίσουν να κινούνται σχεδόν αμέσως, με βασικό προορισμό τις ενεργειακά πιεσμένες αγορές της Ασίας. Όμως η πλήρης ομαλοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού μπορεί να χρειαστεί 60 έως 90 ημέρες.
Η εικόνα είναι σύνθετη. Τα λιμάνια θα αντιμετωπίσουν συμφόρηση, τα προγράμματα φόρτωσης θα πρέπει να αναδιαταχθούν και η μεταφορά από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία απαιτεί περίπου τρεις εβδομάδες. Παράλληλα, η επανεκκίνηση πετρελαϊκών πεδίων, διυλιστηρίων και τερματικών εξαγωγής LNG μετά από παρατεταμένες διακοπές δεν είναι απλή διαδικασία. Υποδομές που υπέστησαν ζημιές στη διάρκεια του πολέμου μπορεί να χρειαστούν μήνες ή και χρόνια για να αποκατασταθούν.
Οι παραγωγοί της περιοχής θα μπορούσαν να επαναφέρουν περίπου 11 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως παραγωγής που είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας στη διάρκεια της σύγκρουσης. Παρόλα αυτά, η επιστροφή αυτών των ποσοτήτων δεν θα γίνει άμεσα. Και ακόμη κι όταν οι ροές αποκατασταθούν, η αγορά δεν θα είναι η ίδια με πριν.
Η Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, έχει ήδη αυξήσει σημαντικά τις αποστολές από το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, φτάνοντας περίπου τα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 60% των προπολεμικών εξαγωγών της. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επίσης ενισχύσει τις εξαγωγές από τη Φουτζέιρα, εκτός των Στενών του Ορμούζ. Αυτές οι αλλαγές δύσκολα θα αντιστραφούν πλήρως, ακόμη και μετά την επαναλειτουργία του περάσματος.
Η ναυτιλία θα κινηθεί επίσης πιο προσεκτικά. Ιδιοκτήτες και ναυλωτές δεξαμενόπλοιων είναι πιθανό να περιορίσουν τον χρόνο παραμονής τους μέσα στον Κόλπο, φοβούμενοι έναν νέο εγκλωβισμό σε περίπτωση αναζωπύρωσης της κρίσης. Τα υψηλότερα ασφάλιστρα και οι ανησυχίες ασφαλείας θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν τις θαλάσσιες μεταφορές. Έτσι, ακόμη κι αν ο άμεσος κίνδυνος υποχωρεί, η γεωπολιτική αβεβαιότητα θα παραμείνει ενσωματωμένη στις τιμές.
Το Reuters εκτιμά ότι η διέλευση από το Ορμούζ δύσκολα θα επιστρέψει σύντομα στο προπολεμικό επίπεδο των σχεδόν 20 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Πιο ρεαλιστική θεωρείται μια σταθερή ροή περίπου 16 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως για τους επόμενους μήνες ή και χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι το Brent μπορεί να έχει υποχωρήσει κάτω από τα 85 δολάρια το βαρέλι, μετά το υψηλό των 118 δολαρίων τον Μάρτιο, αλλά η επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα της ζώνης των 60 δολαρίων δεν θεωρείται δεδομένη.
Στο πολιτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Σύμφωνα με τους Financial Times, το Ιράν επαναβεβαιώνει ότι δεν θα αναπτύξει ούτε θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η Τεχεράνη και η Ουάσινγκτον συμφώνησαν επίσης να συζητήσουν τη διαχείριση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου μέσω μηχανισμού υπό την επίβλεψη του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Ωστόσο, οι ουσιαστικές πυρηνικές διαπραγματεύσεις θα αρχίσουν μόνο μετά την επίσημη υπογραφή του μνημονίου.
Το Ιράν διαθέτει, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των FT, πάνω από 9.000 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου, εκ των οποίων περίπου 440 κιλά βρίσκονται κοντά σε επίπεδα κατάλληλα για πυρηνικό όπλο. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απαιτήσει την εγκατάλειψη αυτού του υλικού, όμως το ζήτημα παραμένει ανοικτό. Και εδώ βρίσκεται το αδύναμο σημείο της συμφωνίας: μεταθέτει τα πιο δύσκολα θέματα στο μέλλον.
Αναλυτές που επικαλούνται οι Financial Times εκτιμούν ότι το Ιράν μπαίνει στις συνομιλίες με αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ. Η Τεχεράνη απέδειξε ότι μπορεί να διαταράξει την παγκόσμια ενεργειακή κυκλοφορία, να πλήξει κράτη του Κόλπου και αμερικανικές βάσεις, και να αντέξει στρατιωτικά πλήγματα χωρίς να καταρρεύσει. Οι ΗΠΑ μπορούν να κρατήσουν ως πίεση την καθυστέρηση στην άρση των κυρώσεων, όμως η αξιοπιστία μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές θεωρείται περιορισμένη.
Η ελάφρυνση των κυρώσεων θα γίνει σταδιακά και θα εξαρτηθεί από την πρόοδο των πυρηνικών συνομιλιών. Για την Τεχεράνη, όμως, ακόμη και μια προσωρινή εξαίρεση που της επιτρέπει να πουλά πετρέλαιο έχει μεγάλη σημασία. Το Ιράν χρειάζεται επειγόντως οικονομικό οξυγόνο για να αποκαταστήσει τις τεράστιες ζημιές από τους αμερικανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς.
Το καθεστώς έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα. Σύμφωνα με τους Financial Times, στον πρώτο γύρο του πολέμου ισραηλινά πλήγματα σκότωσαν τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, καθώς και ανώτατους στρατιωτικούς και αμυντικούς αξιωματούχους. Αμερικανικά και ισραηλινά χτυπήματα υποβάθμισαν την πυραυλική και μη επανδρωμένη ικανότητα του Ιράν, ενώ προκάλεσαν ζημιές σε χαλυβουργικές και πετροχημικές εγκαταστάσεις, κρίσιμες για τα μη πετρελαϊκά έσοδα της χώρας. Παρόλα αυτά, το καθεστώς παρέμεινε όρθιο, με τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ να αναλαμβάνει τη θέση του ανώτατου ηγέτη και τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης να βγαίνουν ακόμη πιο ενισχυμένοι.
Η συμφωνία δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει άμεσα το πυραυλικό και drone οπλοστάσιο του Ιράν, ούτε την υποστήριξή του σε περιφερειακούς συμμάχους και ένοπλα δίκτυα. Αυτό ανησυχεί όχι μόνο το Ισραήλ, αλλά και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία είχαν προειδοποιήσει τον Τραμπ να μην οδηγηθεί σε πόλεμο. Οι χώρες αυτές φοβούνται ότι θα βρεθούν δίπλα σε ένα τραυματισμένο, αλλά πιο σκληρό και πιο απρόβλεπτο ιρανικό καθεστώς.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα του Λιβάνου. Η συμφωνία προβλέπει, σύμφωνα με τους μεσολαβητές, άμεσο και μόνιμο τερματισμό των επιχειρήσεων σε διάφορα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του λιβανικού. Ωστόσο, η σύγκρουση Ισραήλ-Χεζμπολάχ μπορεί να υπονομεύσει το συνολικό πλαίσιο. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι θα συνεχίσουν να πλήττουν απειλές όπου τις εντοπίζουν, ακόμη και στον Λίβανο.
Αυτό δείχνει τα όρια της συμφωνίας. Μπορεί να σταματά την άμεση αιμορραγία, αλλά δεν θεραπεύει την πληγή. Οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης παραμένουν: το πυρηνικό πρόγραμμα, οι πύραυλοι, τα drones, οι περιφερειακοί σύμμαχοι της Τεχεράνης, η ασφάλεια του Κόλπου, το μέλλον των Στενών του Ορμούζ και η σχέση Ισραήλ-Ιράν.
Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, επομένως, δεν είναι το τέλος της κρίσης. Είναι ένα διάλειμμα. Για τις αγορές, προσφέρει χρόνο και μερική ανακούφιση. Για τον Τραμπ, προσφέρει πολιτική ανάσα πριν από τις εκλογές. Για το Ιράν, προσφέρει οικονομικό οξυγόνο και αναγνώριση της διαπραγματευτικής του ισχύος. Για την περιοχή, όμως, αφήνει ανοιχτό το βασικό ερώτημα: πρόκειται για την αρχή μιας πραγματικής αποκλιμάκωσης ή απλώς για την επόμενη παύση πριν από μια νέα αναμέτρηση;
Οι Financial Times βλέπουν μια συμφωνία που απέχει πολύ από την «άνευ όρων παράδοση» που είχε υποσχεθεί ο Τραμπ. Το Reuters, από την πλευρά του, βλέπει μια συμφωνία που προσφέρει ανακούφιση στην αγορά πετρελαίου, αλλά δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο του Ορμούζ. Και τα δύο συμπεράσματα οδηγούν στην ίδια ουσία: η κρίση δεν τελείωσε. Απλώς μπήκε σε νέα φάση.https://www.anixneuseis.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου