ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τρίτη 5 Απριλίου 2011

ΓΡΑΦΗ 3.500 ΕΤΩΝ ΣΤΗΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

Γραφή 3.500 ετών από τη Μεσσηνία



Ανακαλύφθηκε πινακίδα που θεωρείται ότι φέρει την αρχαιότερη ελληνική γραφή.
Μία πήλινη πινακίδα της Μυκηναϊκής εποχής, που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές του περασμένου καλοκαιριού στην...
 Ίκλαινα της Μεσσηνίας θεωρείται ότι φέρει γραμμένη την αρχαιότερη ελληνική - και κατά συνέπεια ευρωπαϊκή - γραφή.
Η πινακίδα, την οποία έφερε στο φως μέσα σε έναν ελαιώνα αρχαιολόγος κ. Μιχάλης Κοσμόπουλος, καθηγητής του πανεπιστημίου του Σεν Λιούις του Μιζούρι είναι πολύ μικρή - στην πραγματικότητα είναι ένα θραύσμα, διαστάσεων περίπου 2,5 εκ. ύψος και 4 εκ. πλάτος - αλλά το σημαντικό είναι η χρονολόγησή της, που τοποθετείται μεταξύ του 1450 και 1450 π. Χ.


Δηλαδή είναι πρωιμότερη κατά πολύ με τις υπόλοιπες γνωστές πινακίδες. Η γραφή στην οποία είναι γραμμένο το μικρό κείμενο που σώζεται, είναι η Γραμμική Β και περιλαμβάνει από τη μία πλευρά τον σχηματισμό ρήματος που σχετίζεται με την κατασκευή και από την άλλη ονόματα και αριθμούς, που πιθανότατα αντιστοιχούν σε κάποιον κατάλογο ιδιοκτησίας. (Η Γραμμική Β γραφή αποκρυπτογραφήθηκε στην δεκαετία του ΄50 από τον βρετανό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις).


Πινακίδες σε Γραμμική Β, την πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας, έχουν έρθει στο φως και τις Μυκήνες, την Πύλο, την Θήβα και άλλα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα, αλλά η χρονολόγησή τους είναι μεταγενέστερη. Όπως πιστεύει λοιπόν ο κ. Κοσμόπουλος η συγκεκριμένη πινακίδα αλλάζει τις έως τώρα γνώσεις μας για τη χρήση της Γραμμικής Β αλλά ενδεχομένως και για την εξάπλωση της γραφής. «Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, η πινακίδα δεν έπρεπε να είναι εκεί», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δρ. Μιχάλης Κοσμόπουλος, ο οποίος έχει αποκαλύψει στην Ίκλαινα ένα μυκηναϊκό ανάκτορο με πελώριους αναλημματικούς τοίχους, τοιχογραφίες και εξελιγμένο αποχετευτικό σύστημα.
Το ανάκτορο χρονολογείται στην πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο, ωστόσο την εποχή που κατασκευάσθηκε αυτή η πινακίδα, ο οικισμός ήταν ένας απλός δορυφόρος της πόλης της Πύλου, έδρας του βασιλιά Νέστορα. Δημιουργείται επομένως το ερώτημα μήπως η γραφή ήταν περισσότερο διαδεδομένη από ο, τι θεωρούνταν ως σήμερα και έτσι αρχεία πινακίδων δεν υπήρχαν μόνον στα μεγάλα κέντρα αλλά και σε δευτερεύοντα.
Να σημειωθεί ότι οι πινακίδες αυτές ήταν ένα είδος αρχείων για την καταγραφή προϊόντων και την διάθεσή τους στο εμπόριο, αφορούσε δηλαδή οικονομικά και λογιστικά θέματα της άρχουσας τάξης. Η διατήρησή τους ήταν για περιορισμένο χρονικό διάστημα γι΄ αυτό ο πηλός δεν ψηνόταν αλλά στέγνωνε στον ήλιο. Αυτές που έχουν διασωθεί λοιπόν ως σήμερα οφείλουν την διατήρησή τους στις πυρκαϊές που κατέστρεψαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα «ψήνοντας» ταυτόχρονα τις πινακίδες. Στην προκειμένη περίπτωση όμως μπορεί να υπάρχει άλλη αιτιολογία: «Προφανώς την εποχή εκείνη κάποιος πέταξε την πινακίδα σε κάποιο λάκκο και ύστερα έκαψε τα σκουπίδια του. Μετά η φωτιά τη σκλήρυνε και τη διατήρησε», λέει ο κ. Κοσμόπουλος, ο οποίος θα συνεχίσει και φέτος την ανασκαφή στην Ικλαινα, που βρίσκεται 14 χλμ. βορειοανατολικά της Πύλου που άρχισε το 1999 αλλά από το 2008 διεξάγεται υπό την Αρχαιολογική Εταιρεία.



Πηγή :http://erroso.blogspot.com/2011/04/3500.html



Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

70 ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ....


Εβδομήντα μικρά μεταλλικά βιβλία ίσως κρύβουν τα πρώτα μυστικά της χριστιανικής θρησκείας και ενδέχεται να αποδειχθούν σημαντικότερα από τους παπύρους της Νεκράς Θάλασσας.

Τα βιβλία βρέθηκαν σε ένα σπήλαιο που βρίσκεται σε μία απομακρυσμένη κοιλάδα στη βόρεια Ιορδανία κι αποτελούν μήλο της έριδος ανάμεσα στην ιορδανική κυβέρνηση και έναν ισραηλινό βεδουϊνο, που ισχυρίζεται ότι ανήκουν στην οικογένειά του εδώ και 100 χρόνια.

Επιστήμονες που τα έχουν δει, λένε πως βάζουν ισχυρή υποψηφιότητα για μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της αρχαιολογίας. Πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για τα πρώτα γραπτά ντοκουμέντα της χριστιανικής θρησκείας κι ότι είναι γραμμένα τις πρώτες δεκαετίες μετά τη σταύρωση του Χριστού.

Σύμφωνα με το BBC, τα βιβλία ανακαλύφθηκαν μεταξύ του 2005 και του 2007, χάρη σε μία ξαφνική πλημμύρα στη σπηλιά που φανέρωσε μία εσοχή μέσα στην οποία ήταν κλειδωμένα.

Η ιορδανική κυβέρνηση κατηγορεί τον Ισραηλινό ότι τα έκλεψε και τα μετέφερε στο Ισραήλ, κάτι που ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά. Επιτροπή από βρετανούς επιστήμονες βοηθά την κυβέρνηση στην εκστρατεία επιστροφής των βιβλίων σε μουσείο της Ιορδανίας. Ανάμεσά τους, είναι και ο Ντέιβιντ Έλκινγκτον, ακαδημαϊκός και μελετητής της θρησκευτικής αρχαιολογίας. «Ίσως έχουμε να κάνουμε με μία μεγάλη ανακάλυψη στην χριστιανική ιστορία. Αυτά τα βιβλία μπορεί να ανήκαν στους πρώτους αγίους της Εκκλησίας».

Τα βιβλία έχουν μέγεθος όσο μία πιστωτική κάρτα και οι σελίδες τους είναι δεμένες με χοντρούς κρίκους. Είναι γραμμένα σε αρχαίο Εβραϊκό κώδικα, τον οποίο οι ειδικοί δεν έχουν προλάβει ακόμα να αποκωδικοποιήσουν. Μόνο ένα μικρό τμήμα τους έχει μεταφραστεί.

Σε αυτό, αναγράφεται η φράση «Θα περπατήσω όρθιος», η οποία υπάρχει επίσης στο Βιβλίο της Αποκάλυψης και πιστεύεται πως αναφέρεται στην ανάσταση του Χριστού.

«Εντυπωσιακά είναι τα σχέδια στα "εξώφυλλα" των βιβλίων και τις λίγες σελίδες που έχουμε καταφέρει να ανοίξουμε και να δούμε μέχρι τώρα», εξηγεί ο Έλκινγκτον. «Πρόκειται για πρωτοχριστιανικά σύμβολα, που σχετίζονται με τον ερχομό του Μεσσία».

Σε μία από τις σελίδες, οι ειδικοί πιστεύουν πως απεικονίζεται η σταύρωση έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, εξηγεί ο Φίλιπ Ντέιβις, καθηγητής της Παλαιάς Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ.

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη χριστιανική θρησκεία τα πρώτα χρόνια μετά τη σταύρωση του Χριστού. Μία ένδειξη πάντως, ότι τα βιβλία χρονολογούνται πράγματι από τα πρώτα χρόνια μετά τη σταύρωση είναι η τοποθεσία που βρέθηκαν.

«Ξέρουμε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ομάδων προσφύγων χριστιανών της εποχής εκείνης, που έφυγαν από την Ιερουσαλήμ και κατευθύνθηκαν στα ανατολικά, πέρασαν τον Ιορδάνη ποταμό κοντά στην Ιεριχώ και έφτασαν στην περιοχή όπου βρέθηκαν τα βιβλία», τονίζει η Μάργκαρετ Μπάρκερ, ειδική στην ιστορία της Καινής Διαθήκης. 

dete.gr αντιγραφή zouzounews.blog

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΟΔΟΜΩΝ ΑΠΟ ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΗ....

Αποκωδικοποίηση πήλινου δίσκου περιγράφει την καταστροφή των Σoδομων απο αστεροειδή πριν 5.000 χρόνια

Σύμφωνα με την θεωρία δυο επιστημόνων  του Alan Bond και του Mark Hempsell 

Ένα δισκίο αργίλου που έχει βασανίσει τους επιστήμονες για περισσότερο από έναν αιώνα, έχει χαρακτηριστεί ως η επιβεβαίωση της μαρτυρίας ενός αστεροειδή που κατέστρεψε τις βιβλικές πόλεις Σόδομα και Γόμορρα πριν από 5.000 χρόνια.
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα σύμβολα της πλάκας αποτελούν λεπτομερή περιγραφή για το πώς ένας μεγάλος - 800 μέτρων - αστεροειδής έπληξε την περιοχή, προκαλώντας χιλιάδες θανάτους και ερημοποίηση σε πάνω από ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα (386.000 τετραγωνικά μίλια).

Η επίπτωση, που αντιστοιχεί σε περισσότερους από 1.000 τόνους έκρηξης TNT, θα δημιουργούσε μια από τις μεγαλύτερες κατολισθήσεις στην ιστορία του κόσμου.
Η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης περιγράφει πώς ο Θεός κατέστρεψε τους «κακούς αμαρτωλούς» των Σοδόμων με φωτιά και θειάφι, αλλά επέτρεψε στον Λωτ, έναν δίκαιο άνθρωπο της πόλης, να φύγει μακριά με την οικογένειά του.

Η θεωρία είναι το έργο των δύο επιστημόνων πυραύλων - του Alan Bond και του Mark Hempsell - που έχουν περάσει τα τελευταία οκτώ χρόνια συναρμολογώντας το αρχαιολογικό παζλ.
Στο επίκεντρό της είναι ένα δισκίο από πηλό που ονομάζεται επιπεδοσφαίριο, και που ανακαλύφθηκε από τον
αρχαιολόγο Victorian Henry Layard στα ερείπια της βιβλιοθήκης των Ανακτόρων στη Νινευή.

Χρησιμοποιώντας υπολογιστές για να αναδημιουργήσουν το νυχτερινό ουρανό χιλιάδες χρόνια πριν, έχουν εντοπίσει την παρατήρηση που περιγράφεται στην πλάκα - ένα αντίγραφο σημειώσεων του νυχτερινού ουρανού, από το 700 π.Χ. από κάποιον, από ότι φαίνεται, Σουμέριο αστρολόγος σε έναν από τους πρώτους γνωστούς πολιτισμούς του κόσμου - λίγο πριν την αυγή της 29ης Ιουνίου στο έτος 3.123 προ Χριστού.

Περίπου τα μισά από τα σύμβολα στην πλάκα έχουν σωθεί και τα μισά από αυτά αναφέρονται στον αστεροειδή. Τα άλλα σύμβολα καταγράφουν τις θέσεις των σύννεφων και τους αστερισμούς. Κατά τα προηγούμενα 150 χρόνια οι επιστήμονες είχαν κάνει πέντε ανεπιτυχείς προσπάθειες να μεταφράσουν την πλάκα.Ο Mark Hempsell, ένας από τους ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Μπρίστολ που έσπασε τον κώδικα της πλάκας είπε ότι είναι ένα θαυμάσιο δείγμα παρατηρήσεων, ένα απολύτως τέλειο επιστημονικό δείγμα."

Η περιγραφή ταιριάζει με ένα είδος αστεροειδή που είναι γνωστός ως τύπος Ατέν, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο κοντά στη Γη. Η τροχιά του θα τον είχε θέσει σε πορεία σύγκρουσης με την κοιλάδα Ötz.
«Ήρθε σε μια πολύ χαμηλή γωνία - περίπου έξι βαθμούς - και στη συνέχεια κόβονται σε
ένα βουνό που ονομάζεται Gaskogel περίπου 11 χιλιόμετρα από Köfels», είπε ο κ. Hempsell.

Ο ίδιος λέει ότι το μέγεθος και η διαδρομή του αστεροειδή σήμανε ότι ήταν πιθανό να έχει συντριβεί στις αυστριακές Άλπεις στο Köfels. Καθώς κινήθηκε κοντά στο έδαφος θα έχει αφήσει κάποιο ίχνος της καταστροφής από τα υπερηχητικά κύματα κλονισμού, και μετά θα χτύπησε στη γη με μια κατακλυσμική σύγκρουση.

Τα συντρίμμια που θα ήταν μέχρι και τα 2/3 του αστεροειδή είχαν εκσφενδονιστεί πίσω κατά μήκος της διαδρομής του και θα είχε δημιουργηθεί μια λάμψη θερμοκρασίας 400 βαθμών Κελσίου, σκοτώνοντας τα πάντα στην πορεία της.

«Όταν χτύπησε τα Köfels δημιούργησε τεράστιες πιέσεις που κονιοποίησαν το βράχο και προκάλεσαν κατολίσθηση. Αλλά επειδή δεν ήταν σταθερός, δεν υπήρχε κρατήρας».Η έκρηξη θα δημιουργούσε ένα σύννεφο σαν μανιτάρι, ενώ ένα λοφίο καπνού θα ήταν ορατό σε εκατοντάδες χιλιόμετρα.

Ο κ. Hempsell είπε ένα άλλο μέρος του δισκίου, το οποίο έχει μήκος 18 εκατοστά και σχήμα, όπως ένα μπολ, περιγράφει ένα λοφίο καπνού γύρω από την αυγή το επόμενο πρωί.«Θα πρέπει να γνωρίζεις το πλαίσιο για να μπορέσεις να το μεταφράσεις», είπε ο κ. Hempsell, του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ.

Οι γεωλόγοι έχουν καταγράψει την κατολίσθηση περίπου 9.000 χρόνια πριν, πολύ νωρίτερα από το αρχείο των Σουμερίων. Ωστόσο, ο κ. Hempsell, ο οποίος έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για τη θεωρία, πιστεύει ότι μολυσμένα δείγματα από τον αστεροειδή μπορεί να προκάλεσαν σύγχυση στις προηγούμενες προσπάθειες χρονολόγησης.

Οι Ακαδημαϊκοί επίσης γρήγορα διαφώνησαν με τα πορίσματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο «Μια Σουμέρια παρατήρηση του γεγονότος της σύγκρουσης στο Köfels της Αυστρίας».
Ο John Taylor, ένας συνταξιούχος ειδικός στην αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής στο Βρετανικό Μουσείο, δήλωσε ότι δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι αρχαίοι Σουμέριοι ήταν σε θέση να προβούν σε τέτοια αστρονομικά στοιχεία, ενώ η γνώση της γλώσσας των Σουμερίων είναι ελλιπής.

«Παραμένω δύσπιστος από αυτά τα αποτελέσματα», πρόσθεσε.

Ο Δρ Hempsall είπε ότι τουλάχιστον 20 αρχαίοι μύθοι καταγράφουν την ερήμωση του τύπου και με την κλίμακα της σύγκρουσης του αστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας της Παλαιάς Διαθήκης περί της καταστροφής στα Σόδομα και Γόμορρα.

Η βιβλική ιστορία της ερήμωσης αναφέρεται στην Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης 19:24-28.

"Έπειτα ο Κύριος έριξε στα Σόδομα και Γόμορρα θειάφι και πυρκαγιά από τον ουρανό, και κατέστρεψε αυτές τις πόλεις και όλη την κοιλάδα, και όλους τους κατοίκους των πόλεων...

Πηγή: ΒΙΣΑΛΤΗΣ .dailymail.co.uk-ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΚΑΘΙΣΑ ΚΑΙ ΕΚΛΑΨΑ


Ανάγκες να υποστηρίξω το μέσα αλώβητο σώμα του πολιτισμού τούτης της χώρας ταξίδεψα στη Ρενν της Γαλλίας. Βρέθηκα σε ένα ακροατήριο 400 Γάλλων και μια δωδεκάδας Ελλήνων που υπηρετούν με περισσό πάθος τα Ελληνικά Γράμματα και τις Τέχνες. Είπαμε τα της Τέχνης – το λιπαντικό της ψυχής – είπαμε και για τους καλλιτέχνες – οι ακροβολιστές του Θεού σε εντεταλμένη υπηρεσία στα απώτατα ακροφυλάκιά του. Είπαμε και για τον κινηματογράφο, τη συγγενικότερη τέχνη με τα Ελευσίνια Μυστήρια, είπαμε για τους γενναίους της ομορφιάς.
Μετά πήρα το νήμα να μιλήσω για τον μεγάλο πόνο της χώρας. Τα μέχρι τότε φωτεινά πρόσωπα σκοτείνιασαν, σκυθρώπιασαν. Άρχισε ο μέσα κόμπος να ανεβαίνει στο στήθος μου· πώς να υπερασπιστείς την αιμορραγούσα πατρίδα, πώς να πείσεις αλλοδαπούς που μας θεωρούν πλέον, το λιγότερο, διεφθαρμένους χαραμοφάηδες;
Το ξαναγύρισα στην Τέχνη, είπαμε και για τον Πλάτωνα, τις διαδρομές της ψυχής έως να επανασυγκολληθεί με το Θεό, είπα με θέρμη πως ο καλός Θεός της Ελλάδας δεν θα μας εγκαταλείψει. Το σκυθρώπιασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και ο κόμπος είχε φτάσει πλέον στην πάσχουσα ψυχή. Είπαμε και για την Αρμονία του σύμπαντος, είπαμε και για το καλό που αργεί, αλλά πάντα νικάει, γυρίσαμε την κουβέντα στο κρητικό ζωγράφο που νίκησε τα σκοτάδια και μετά βγήκα στη νύχτα. Ξένη νύχτα, ξένος κι εγώ και με τον κόμπο καυτή λάβα στα σωθικά μου.
Από το πουθενά της νύχτας με πλησιάζει μια γυναίκα και προσπαθεί να μου πει με δάκρυα, πόσο με καταλαβαίνει. Την φιλώ σταυρωτά, τα δάκρυά της υγραίνουν το πρόσωπό μου και μπαίνει ο καθένας στο δικό του μονοπάτι.
Κάθισα στην άκρη του ξένου ποταμού κι έκλαψα. Τι μπορούσα να κάνω; Βάζω τα ακουστικά του γιου μου και προσπαθώ να παρηγορηθώ. Ακούω από το «Άξιον Εστί» το προφητικό του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, με την σπηλαιώδη και φορτισμένη αισθημάτων φωνή του Μάνου Κατράκη: «Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του Ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Και θα ‘ρθουνε χρόνια χλωμά κι αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ‘χει ο καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας… Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων».
Την άλλη μέρα, ανέβηκα στον αέρα και φτάνοντας πάνω από την Ελλάδα είδα από ψηλά τη δαντέλα να απλώνεται μέσα στα υπέροχα χρώματα του απογεύματος. Πώς να κρατήσω τα δάκρυά μου;
Αχ, αυτή η μέσα ιερή πατρίδα που πάντα έβρισκε τρόπο και με ταξίδευε και με παρηγορούσε.
Και τώρα… Καημένη πατρίδα πώς καταφέραμε έτσι απερίσκεπτα να σε προδώσουμε;

πηγήhttp://www.aixmi.gr/index.php/kathisa-sthnakrh-toupotamou-kaieklapsa/
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΑΡΑΓΔΗΣ

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΥ....

To ρόδο του Παράκελσου

του Χόρχε Λουίς Μπόρχες<<, Από τη συλλογή Ρόδινο και Γαλάζιο (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης), εκδ. ύψιλον/βιβλία 1982.>>
===
Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.



Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλα το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο



Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.

esofrenon.blogspot.com

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ[Δ.ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ]....Γιά τήν Βίβιαν πού εφυγε νωρίς...γιά τόν ενα χρόνο απουσίας της....

Όταν λέμε η Ερώτηση της Μαργαρίτας, έχουμε στο νου
την απορία των ανθρώπων για το θεό. Διατυπώνουμε,
δηλαδή, διαφορετικά το ενδιαφέρον μας. Όπως όταν λέμε το
άστρι της τραμουντάνας, έχουμε στο νου τον πολικό αστέρα.
Ο λεκτικός καθιερωμός η Ερώτηση της Μαργαρίτας, die
Gretchensfrage στο πρωτότυπο, είναι η στερεότυπη κα-
ταδήλωση, ένας terminus technicus, που αναφέρεται στα
απορήματα του ανθρώπου για το θεό, σ' έναν τρόπο εντελώς
αυστηρό και εντελώς γεωμετρημένο. Ότι, δηλαδή, η έρευνα
του ανθρώπου για το θεό είναι κεφάλαιο και ιδιο-χτησία της
φιλοσοφίας και της επιστήμης, και όχι της θρησκείας.
Ακόμη πιο αναγκαστικά, ότι το πρόβλημα θεός είναι
χρέωση και αξίωση της κριτικής φιλοσοφίας και της θετικής
επιστήμης. Εκείνων, δηλαδή, των μεθόδων έρευνας που
προσφέρουν τον υψηλότερο βαθμό φερεγγυότητας σχετικά
με το ακίβδηλο της αλήθειας.

Γιατί υπάρχουν και φιλοσοφίες ή επιστήμες, που είναι
του μπλα-μπλά και της ανεμοζάλης. Όπως υπάρχουν και
ποιητές, που είναι για να διαβάζουν τα ποιήματα τους στα
ράδια. Άμπρακατάμπρα.
Με βάση σχεδίασης και με θεμέλιο προοπτικής την αυ-
στηρή μέθοδο έρευνας, είναι φανερό πως κάτω από τον όρο
η Ερώτηση της Μαργαρίτας επιχειρούμε να μιλήσουμε για
το θεό σε μια καινούργια γλώσσα. Η γλώσσα αυτή
φανερώνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από όλους. Όσοι, εν-
νοείται, μέσα στο κεφάλι τους έχουν μυαλό ανθρώπου και
όχι αίσθηση ζώου.
Έτσι, οι διάφορες ιστορικές θρησκείες, που ασχολούνται
με το πρόβλημα θεός, αυτόματα αφανίζουνται από το χάρτη
αυτής της προβληματικής. Αφανίζουνται, με τη\ έννοια ότι
τις αντικατασταίνει υποχρεωτικά η νέα μέθοδος και η νέα
οπτική.
Σε επίπεδο παραβολής αυτό σημαίνει τούτο: όπω; υπάρχει
μία χημεία, μία γεωμετρία, μία ιατρική, και διδάσκεται η
ίδια σε όλα τα πανεπιστήμια της γης ανεξάρτητα από τις
γλώσσες και τις φυλές των ανθρώπων, παρόμοια υπάρχει μία
μόνο μέθοδος, για να ερευνήσει κανείς το πρόβλημα θεός.
Είτε βρίσκεται στο Εσκουαδόρ είτε στο Ισπαχάν είτε στη
Νότια Καρολίνα. Εφόσον, εννοείται, εργάζεται με
σοβαρότητα, και δε δουλεύει «μηχανές» και αγυρτείες. Τη
μέθοδο αυτή μας τη δίνει η Ερώτηση της Μαργαρίτας.
Έρχομαι στην πρώτη από τις προκείμενες του προβλή-
ματος. Στην επίσκεψη των ονομάτων.
Είναι γνωστό ότι η Ερώτηση της Μαργαρίτας είναι ένα
σημείο δράσης, μία στιγμή χωροχρόνου, μέσα στην κίνηση
του μύθου της τραγωδίας Φάουστ του Γκαίτε.
Η φιλοσοφία εδιάλεξε αυτή τη στιγμή, και «κατηγόρησε»
στο στοχασμό του Γκαίτε την απορία των ανθρώπων για το
θεό, επειδή στο Φάουστ του Γκαίτε είδε τον καθολικό
ανθρώπινο τύπο του ευρωπαίου, και στον ίδιο το Γκαίτε τον
«ολύμπιο» ποιητή της Ευρώπης.
Το άλλο όνομα, δίπλα στη Μαργαρίτα, είναι ο Φάουστ. Ο
δόκτωρ Φάουστ είναι μία ακρότητα ανθρώπου. Έζησε στην
Κρακοβία τον καιρό της Μεταρρύθμισης. Και γέρασε
σκυμμένος στις σπουδές και τις μελέτες. Εδιάβασε καράβια
τα βιβλία, και αποθήκεψε βουνά τη γνώση.
Ο Φάουστ διόδεψε βήμα βήμα τους κλασικούς πολιτι-
σμούς. Τις κλασικές γλώσσες τις κατάχτησε στην κορφή και
στη ρίζα. Τι Lingua graeca, και τη Lingua latina. Κατάφαγε
τα χειρόγραφα των μοναστηριών ως την ώα τους.
Και ξεσκάλισε όλα τα παλαιά βιβλία. Από τον Άρατο και τα
Φαινόμενα ως τους Πλίνιους και τη Φυσική Ιστορία.
Ο Φάουστ μέσα στις θάλασσες του μυαλού του σέρνει
ολάκερη τη νύχτα του Μεσαίωνα. Και όλα τα χρώματα και
τις εκρήξεις της Αναγέννησης. Είναι ο παλαιός, και ο νέος.
Ο Φάουστ εμελέτησε τις Θείες Γραφές και στο φανερό
τους και στο απόκρυφο. Από τα μυστικά πέρασε στα μυ-
στήρια. Και πήδηξε από τη μεταφυσική στη μαγεία.
Ο Φάουστ στη συντροφιά του είχε τακτικούς το Νο-
στράδαμο και την arcana coelesta. Και κρυφοκουβέντιασε με
το theosophicum και την καββαλιστική. Δουλεύει σαν
παλαιός μάστορας τους αστρολάβους και τις πεντάλφες.
Συνείρει και συναιρεί, διαλύει και καταλύει τα στοιχεία της
ψυχής και τα στοιχεία της ύλης.
Ο Φάουστ πατεί στα πατήματα του Παράκελσου και του
Γαλιλαίου. Και καταχερίζει τη σολωμονική και την
αλχημεία. Άλλοτε φρόνιμα και άλλοτε θρασερά κατέχει να
ξεφεύγει τις αράχνες της Ιερής Εξέτασης. Ξεγλίστρησε τους
χαμηλόφωνους καρδινάλιους, και τα επίλοιπα φρικαλέα
κριτήρια του παπικού Σκότους.
Ο Φάουστ επικαλέστηκε το πνεύμα της γης. Άνοιξε λο-
γαριασμούς με τις δυνάμεις της φύσης. Εξόρκισε τα δαι-
μονικά της φαντασίας και ημέρεψε την Κόλαση. Και τότε,
κατά τον καιρό και το δίκιο, φανερώθηκε μπροστά του ο
διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Ο Φάουστ νύχτες και μέρες και χρόνους και εποχές θε-
ράπεψε την επιστήμη και τη σοφία. Φτάνοντας ως τα όρια
του νου, ερεύνησε τα φαινόμενα και τα όντα, τις δράσεις του
κόσμου, τις πράξεις των ανθρώπων.
Ο Φάουστ το σπουδαστήριο του, εκείνο το στενό και
υψίθολο γοτθικό δώμα, τό 'καμε πλανητάριο για τις μά-
κρυνες οράσεις και λαμπορατόριο για τις απειροελάχιστες
δομές.
Ο Φάουστ εργάστηκε με τον πόνο και με το μόχθο, και γι'
αυτό, μαζί με τα επίλοιπα θαυμάσια, απεργάστηκε την
πονηρία και τη μοχθηρία. Έτσι, κατά την τροπή και τον
τρόπο, φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε
τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Τύπος του homo universalis, ο Φάουστ είχε άπειρη μέσα
του την ορμή για γνώση, και την ορμή για δράση. Από την
ίδια τη φύση του ήταν ξένος στο τύπο του άνθρωπου της
κλασικής Ελλάδας. Εκείνου του ανθρώπου, που το βασικά
του γνωρίσματα ήσαν το μέτρο και η Δίκη. Όπως το λέει ο
Πίνδαρος:
Ψυχούλα μου, μη ζητάς αθάνατη ζωή- πορέψου με τον
τρόπο που είναι σύμμετρος στη δύναμη σου1.
Και όπως σώζεται ατόφιος στο δημοτικό τραγούδι των
νεοελλήνων:
Παρά να πάρεις άνθρωπο που νά 'ν και με τη δράκα,
καλύτερα πανταλονάν, κι άσε μέ την κόμματα.
Γεννημός και πλαστούργηση του πολιτισμού της Ευρώ-
πης, ο Φάουστ στη βάση του είναι ρομαντικός. Μονοσή-
μαντος, δηλαδή, ακαθόριστος, νύχτιος, ετεροθαλής, φυγό-
κεντρος, τοξοτά αρειμάνιος, άπειρος. Δεν έχει καθαρές τις
γραμμές, το σχήμα, τα όρια, το γάρμπος.
Οι ιστοί και οι σύνδεσμοι του κλασικού έλληνα, που του
δίνουν την ισορροπία επάνω στη βάση της σύνθεσης λόγου
και θυμικού, μέσα στο Φάουστ είναι συντριμμένοι.
Γι' αυτό ο μόχθος και ο πόνος από τα Έργα και τις
Ημέρες του τον έριξαν στη μοχθηρία και στην πονηρία. Και
φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον
εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Η συνεργασία του Φάουστ με το διάβολο έγινε μπεσα-
λίδικα. Κουβέντιασαν ήσυχα τους όρους, και σύνταξαν
προσεχτικά τη συνθήκη. Ήταν ένα Σύμφωνο κυρίων, που ο
Φάουστ το υπόγραψε με το αίμα του.
- Εγώ, σακατεμένο σαρκίο, θα σε ξανακάμω νέο, του υπο-
σχέθηκε ο Μεφιστοφελής. Μέσα από το βαλτωμένο αίμα σου
θα τινάξω στο φως έναν αστραφτερό έφηβο είκοσι χρονώ.
»Ύστερα θα ζεφτώ στις επιθυμίες σου, δούλος πειθήνιος
και πιστός. Ό,τι και να μου ζητήσεις, θα στό 'χω κιόλας
κανωμένο προτού το ξεστομίσεις. Είκοσι τέσσερες χρόνους
θα σε υπερετήσω. Ωσόπου να πραγαλιάσω την ασίγαστη
ψυχή και την άπειρη βουλιμία σου για γνώση. Για να τα
μάθεις όλα, και να τα πράξεις όλα.
»Εσύ, εξημμένη κεφαλή, σαν τελειώσει ο χρόνος της
θητείας μου, θα λύσεις τη συνθήκη. Χωρίς να μου μείνεις
χρεώστης στο ελάχιστο, να σηκωθείς και να πας στο καλό.
Μ' ένα μονάχα όρο:
»Στα χρόνια που θα σε υπερετώ, φυλάξου την πνευματική
οκνηρία. Φυλάξου την ώρα να μην αγγίξεις την απόλυτη
πληρότητα της ύπαρξης. Εάν κάποτε νιώσεις πως κατάχτησες
το ύπατο, και το έσχατο- αν αισθανθείς ότι αγγίζεις το
σημείο, που πιο πέρα του πιστέψεις ότι δε γίνεται ο
άνθρωπος να φτάσει· αν έρθει στη ζωή σου η τέλεια στιγμή,
και της φωνάξεις.
- Σταμάτα λοιπόν! είσαι τόσο ωραία! εκείνη την ώρα θα
χάσεις το στοίχημα. Τότες, ανοϊκό γερόντιο, θα ζητήσω την
αμοιβή μου στη δούλεψη σου.
»Θα σε αρπάξω βίαια, και θα σε πατάξω σφοδρά. Θα
κρεουργήσω άγρια τη σάρκα και το πνεύμα σου. Θα τινάξω
την κεφαλή σου στον τοίχο. Το κρανίο σου θα σκορπίσει
χίλια κομμάτια. Θα καταρέψουν οι μυώνες και τα οστά σου.
Και τα μυαλά σου, σκλήθρες ματωμένοι μυγμοί, θα βάψουνε
άτιμα και αισχρά τους λευκούς ασβέστες.
Η επόμενη προκείμενη είναι ο έρωτας. Ο Φάουστ, προτού
παραδοθεί στο διάβολο, δεν είχε περάσει το κατώφλι της
οδαλίσκης με το κόκκινο σαλβάρι. Ούτε είχε τραγουδήσει το
τραγούδι του γερο-μπέη.
Τώρα, δυνατός και νέος και οδηγημένος από το Μεφι-
στοφελή, ρίχνεται στη βουή του κόσμου. Ξεκινάει να κάμει
το μεγάλο ταξίδι.
Ένα ταξίδι σαν εκείνο, ας πούμε, του παλαιού Οδυσσέα
στις θάλασσες του Ποσειδώνα, του πελιδνού Δάντη στον
Άδη της ψυχής μας, του αστρόβλητου Πλάτωνα στους
υπερουράνιους τόπους. Μπροστά του έχει τη μακρυνή
στράτα του πολύπαθου Οιδίποδα μέσα από τα σκοτάδια του
ασυνείδητου, και τις φλόγες της συνείδησης.
Το ταξίδι του Φάουστ είναι ένας πλόας ανακαλύψεων και
πείρας. Και θα τον φέρει να τρυγήσει τους ορίζοντες.
Με τις φωνές των πουλιών και τα χρώματα του κυκλάμ νου
θα χτίσει κάστρα. Και θα θερίσει τις αχτίνες της νυχτας, για
να θημωνιάσει στις αποθήκες του άστρα.
Έτσι, από την αρχή θα βρεθεί η Μαργαρίτα στο πέρασμά
του. Θα την συναντήσει κεραυνοβόλα, και θα τη ερωτευθεί
ανεκλάλητα.
Στα δεκαπέντε της χρόνια, η Μαργαρίτα είναι αθώα και
άδολη. Και έμορφη έως την άκρη. Τη γλαυκή θάλασσα έχει
αγκαλιά. Και την πράσινη βουή των κήπων τροφό. Και τις
μαρμαρυγές του Βέγα στα όνειρα.
Από τη συναπαντή του Φάουστ και της Μαργαρίτας
Γκαίτε θα χτίσει ένα μεγάλο έρωτα στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης.
Έναν έρωτα που θα τον εξορύξει από τα κρύσταλλα της μεγάλης έμπνευσης.
Τα υλικά του θα τα λάβει από τη στέρνα
του Όμηρου με την Ανδρομάχη, του Δάντη με τη Βεατρίκη,
του Πλάτωνα με τη Διοτίμα, του Σαίκσπηρ με την Ιουλιέττα,
του Ευριπίδη με τη Μήδεια και την Άλκηστη.
Και όχι αλλιώτικα, παρά καθώς όλοι εκείνοι οι μεγάλοι
ερωτολόγοι, την ουσία του έρωτα θα την αποκαλύψει στην
καταστροφή και στην οδύνη.
Ο Γκαίτε θα μας ξαναδώσει με τη σειρά του το απόσταγμα
της παλαιής σοφίας: ότι ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του
σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας.
Καθώς θα τελειώσει η τρυφερή ιστορία, η μικρή Μαργαρίτα
θα βρεθεί χρεωμένη με πολλαπλό άγος. Θα σκοτώσει
το εξώγαμο μωρό της. Θα φαρμακώσει τη μητέρα της. Θα
σταθεί αφορμή να σφαχτεί ο στρατιώτης αδερφος της. Θα
δικάσει τον εαυτό της να της κοπεί το κεφάλι από τον
ουδέτερο δήμιο.
Και όλα αυτά τα φοβερά θα τα κάνει η Μαργαρίτα,
παιδίσκη η ακηλίδωτη. Που πριν απαντήσει τον έρωτα έζησε
καθαρή όσο μία σταγόνα δροσιάς στο κύπελλο της αυγής.
 
Ο έρωτας λοιπόν. Αυτό το θεϊκό ζώο, το αυτόχθο· και το
γηγενές, μας φέρνει στο κέντρο του προβλήματος
Ο έρωτας της Μαργαρίτας για το Φάουστ γεννά την ερώτηση
της Μαργαρίτας για το θεό. Αναγκαιότητα, συγκυρία, ή
επιλογή του ποιητή;
Ένα δείλι το νέο ζευγάρι περπατά στον κήπο της Μάρθας
της ρουφιάνας. Αδημονεί, και χαίρεται, και γλυκο-
κουβεντιάζει. Στον πόθο του αποζητάει να βρει πόρο.
Εκείνο τον Πόρο, που ο Πλάτων στο Συμπόσιο τον
ονομάζει πατέρα του έρωτα. Καθώς και μητέρα του έρωτα
ονομάζει την Πενία. Τη θεία στέρηση, που αποζητά το
πέρασμα, τον πόρο.
Με αφορμή αυτόν τον πόρο, έχω την ιδέα πως, εάν ο
Γκαίτε γνώριζε καλύτερα, απ' όσο εγνωριζε, τα δημοτικά μας
τραγούδια, σίγουρα θα συνόδευε τον περίπατο των δύο
ερωτευμένων στον κήπο με τους ωραίους στίχους του λαού
μας:
Έβγας, ήλιε μου, έβγας, έβγα λιγουλάκι
Για να πορπατήσουμε στο περιβολάκι.
Νά 'βρω πόρο νά 'βρω,πέρα να περάσω,
Νά 'βρω την αγάπη μου, να παίξω, να γελάσω.

Σ' εκείνο λοιπόν τον περίπατο στον κήπο, η Μαργαρίτα
σταματά ξαφνικά, κοιτάζει το Φάουστ στα μάτια, και τον
ρωτάει:
Πιστεύεις στο θεό;
Glaubst du an
Gott?
Αυτή είναι η ξακουστή Ερώτηση της Μαργαρίτας1.
Το βάρος και την αξία της, που την έκαμαν οδηγητική για
τη μέθοδο έρευνας του προβλήματος του θεού από τη σκοπιά
της επιστήμης, η ερώτηση τα οφείλει στην απόκριση κυρίως
που έδωκε ο Φάουστ.
Με άλλα λόγια είναι, όχι η ερώτηση της Μαργαρίτας,
αλλά η απόκριση του Φάουστ που γεννά το βαθύπλουτο του
προβλήματος.
Παρόμοια, όπως είναι, όχι ο έρωτας του Δία για τη Λήδα
στον Ευρώτα που γέννησε την αθάνατη Ιλιάδα, αλλά η
Ελένη. Η απάντηση, δηλαδή, που έδωκε η Λήδα στον έρωτα
του Δία.
Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό; Ποιος
τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό;1

Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας.
Η θέση αυτή ανθρώπινα συνιστά τη μόνη δυνατή απ(
κρίση που μπορεί να δοθεί στο ερώτημα. Είναι η απόκριση,
σύμφωνα με τη Λογική επιστήμη, που καταργώντο την αρχή
της αντίφασης δέχεται το τρίτο, καθώς αλληλοαναιρεί το
πρώτο και το δεύτερο. Όπως έδειξε και στ Φυσική εντελώς
πρόσφατα η αρχή της Απροσδιοριστία Στο tertium non datur
ο Φάουστ θα απαντήσει: tertium datu τρίτον χωρεί. Κάπου
ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπι να παράπεσε η αληθινή
σου μέρα, που είπε ο Ελύτης
πρωτού γεράσει. Και τα χάσει.
Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια ότι έχω συνειδηση
των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το
πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατό να δώσω άλλη από
κρίση στην ερώτηση της Μαργαρίτας.

Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναι! πιστεύω στο θεό
γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και
στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ
δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξ από
τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες
Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! δεν πιστεύω στο θεό,
γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και
στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό Καταντώ
δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω
από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες.
Τι απομένει να αποκριθώ; Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό
σημείο," που γεννά την ανεξάντλητη γονιμότητα του
προβλήματος.
Το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε είναι το εξής. Ό,τι  σου
μένει και ό,τι σου δίνεται είναι εκείνο το σημείο, το άπειρα
ελάχιστο ανάμεσα στο όχι και το ναι, να το ευρύνεις, να το
πλατύνεις, να το βαθύνεις, να το εκτείνεις. Να το
μεταχειριστείς μ' έναν τέτοιο τρόπο απόπειρας, και δοκιμασίας,
και βασανισμού, και αγωνίας, ώστε από το απει-
ροελάχιστο σημείο να δημιουργήσεις διάσταση, και έκταση,
και διάρκεια, χώρο και χρόνο.
Να πλάσεις, δηλαδή, από το ανάμεσα στο ναι και στο όχι
ζωή, αλήθεια, και ύπαρξη.
Είναι χρεία το σημείο το ελάχιστο της αδυνατότητας και
της ουτοπίας ανάμεσα στο ναι και στο όχι να το κοιτάξουμε
έτσι, ώστε να απορροφήσει σε όλη τη ζωή τη ζωή μας. Τη
βιοτική μας μέριμνα, δηλαδή, την πνευματική ορμή, την
υπαρκτική ετοιμότητα, την ηθική πράξη.
Σ' ένα επίπεδο σημάνσεων μυθικών, το πνεύμα και το
νεύμα του Γκαίτε θα το μεταγλώττιζα ως εξής:
Είσαι μέσα στις Συμπληγάδες πέτρες της αναζήτησης
σου, που ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα. Κάμε να μη σε
συντρίψουν. Μαζί με τους Αργοναύτες.
Ανεβάζεις το βράχο της απορίας σου από τη βάση του
όρους στην κορυφή, και γκρεμίζεται ακατάπαυστα. Κάμε να
μην παραιτηθείς. Μαζί με το Σίσυφο.
Δεμένος πιστάγκωνα σκύβεις στη λίμνη να πιεις, και
κάτωθέ σου το νερό υποχωρεί ακατάπαυστα. Κάμε να μην
πεθάνεις από τη δίψα σου. Μαζί με τον Τάνταλο.
Και σ' ένα πλαίσιο καταλογισμού ευθυνών αναφορικά με
την ατομική μας προαίρεση, στην ερώτηση της Μαργαρίτας
η απόκριση του Φάουστ θα είχε να μας ειπεί:
Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό.
Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άν-
θρωπο.
Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα
του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα
μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.
Το κρίνω απλό και αυτονόητο, πως εκείνος ο θεός, στην
αναζήτηση του οποίου μας προάγει η Ερώτηση της
Μαργαρίτας, δεν έχει καμία σχέση με τους θεούς φαντά-
σματα, που κατά καιρούς έπλασαν οι ποικίλες ιστορικές
θρησκείες. Οι πολυώνυμοι, δηλαδή, όπως ο Δίας στους έλ-
ληνες και ο διάβολος στους ινδούς, εκείνοι Μωυσής, και
Μωάμεθ, και Βούδας και Κομφούκιος, και Μαρδούκ και
Κυβέλη και Μίθρας, και Βάαλ και Αστάρτη και Λούθηρος.
Οι βραχμάνες, οι ραββίνοι, οι μουφτήδες, οι μου>.ι δες, ο
πατριάρχης κι ο πάπας. Ο Πετράκης κι ο Παυλάραας, μ' ένα
λόγο. Εκείνοι οι γυρολόγοι με τη λατέρνα.
Το άρωμα του ζητούμενου θεού, που αναδίνεται ατ το
λουλούδι της Μαργαρίτας, απευθύνεται στο δίκαιο άνθρωπο.
Στο φρόνιμο, δηλαδή, το λογικό και τον πασχοντα.
Εάν η υπαρκτική μας εφόπλιση, η λογική δηλαδή και το βίωμα
η φαντασία η διαίσθηση το συναίσθημα και παθη μας, δεν
υπερβαίνει τη χωρητικότητα των φυσικών μας ορίων εάν
γνωρίζει και καταφέρνει να μας συγκρατεί στα μέτρα της
φυσικής μας κατασκευής- εάν δε διαχέεται στο χάος της
υπερβολής, σ' εκείνη την τύφλα που οι έλληνες τραγικοί την
είπανε Ύβρι, τότε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά να
παραδεχτεί την απόκριση που έδωκε ο Φαουστ στη
Μαργαρίτα:

Ζήτα το άγνωστο. Χτύπα να σου ανοίξει να περάσεις ο
τοίχος που δεν έχει πόρτα. Κάμε να μεταλλάξεις την απορία
σου σε δημιουργία, και το ανθρωπινό σου σε λυτρώση.


Γιατί ο θεός για τα μέτρα του ανθρώπου είναι και δεν είναι
να υπάρχει, που λέει ο Φάουστ. Έχει και δεν έχει όνομα1, που
είπε ο Ηράκλειτος. Βρίσκεται άγνωστος, και τέτοιος θα
παραμένει, όπως μας παρακινεί η επιγραφη στη βάση του
βωμού στην Αγορά της αρχαίας Αθήνα τω Αγνώστω.
Για το δίκαιο άνθρωπο ο θεός, το υπέρτατο ον, θα είναι
ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Θα δηλώνει το σημείο της
αιώνιας αναζήτησης, και της αιώνιας απορίας. Θα ναι το ον,
τό άει ζητούμενον και άεί άπορούμενον,
που γράφει ο
Αριστοτέλης στα Μετά τά Φυσικά του.
Αυτόν το δίκαιο, που στέκεται στο χαλεπό μεταίχμιο του
ναι και του όχι, οι άλλοι άνθρωποι του καιρού του και του
τόπου του, άνθρωποι μικρόνοες και μίζεροι, χαμοζωήδες και
θελωζήσηδες στη γλώσσα του Λασκαράτο θα τον δικάζουνε
για άθεο. Όπως δικάσανε το δίκαιο Σωκράτη, και το δίκαιο
Αριστοτέλη, και το δίκαιο Τζορντανο Μπρούνο.
Δύο γενεές μετά το Γκαίτε, που χάραξε στην πέτρα του
μόνιμου την Ερώτηση της Μαργαρίτας, ένας άλλος ευρω-
παίος ποιητής, ίδιο μπόι και ίδιο σθένος, θα επαναλάβει
στερεότυπα την ερώτηση, τραβώντας τον ιδικό του κακο-
τράχαλο δρόμο.
Ο σλάβος Ντοστογιέβσκι στην ερώτηση της Μαργαρίτας
θα δώσει την ίδια απόκριση που έδωσε και ο Γκαίτε:
Εάν ο Σταυρόγκίν πιστεύει, δεν πιστεύει ότι πιστεύει·
εάν ο Σταυρόγκίν δεν πιστεύει, δεν πιστεύει ότι δεν πιστεύει1.
Ο Σταυρόγκίν, λοιπόν, ο πρίγκιπας Νικολάι Σταυρόγκίν. Ο
Σταυρόγκίν με το καθαρό ήθος. Ο Σταυρόγκίν, που νέος
τριάντα χρονώ αρπάζει με το χέρι το ηλεκτροφόρο καλώδιο
της αυτοκτονίας του, πιστεύει, ή δεν πιστεύει;
Μιλάμε για το Σταυρόγκίν, την ώρα που κοιτάει στα
μάτια έναν άλλο δαίμονα. Τον αριστογείτονα Κυρίλωφ, το
μηχανικό.
Αλλά δεν ενεούργησαν ούτε ο Γκαίτε, ούτε ο Ντοστο-
γιέβσκι. Και οι δύο στο ερώτημα των ερωτημάτων διάβηκαν
πύλες ανοιχτές.
Είκοσι αιώνες παλαιότερα και τους δύο τους είχε προ-
φτάξει ένας μεγάλος έλληνας. Την Ερώτηση της Μαργαρίτας
την απάγγειλε πρώτος σε ιαμβικά μέτρα ο Ευριπίδης ο
αθηναίος στην τραγωδία του Ελένη:
Τί είναι θεός, και τί μη θεός, και τί ανάμεσα τους; Ποιος
άνθρωπος τό 'ψαξε, και βρήκε μακρυνότερο τέλος;2
Ο θεός του Ευριπίδη είναι το «πιστεύω» του Φάουστ και
του Σταυρόγκίν. Ο μη θεός του Ευριπίδη είναι το «δεν
πιστεύω» του Φάουστ και του Σταυρόγκίν. Και το ανάμεσα
στο θεός και μη θεός του Ευριπίδη είναι το ανάμεσα στο ναι
και στο όχι του Φάουστ και του Σταυρόγκίν. Είναι ο
άνθρωπος της γης που, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε ζωή και
σε θάνατο, αγωνίζεται να κατανοήσει το νόημα της ύπαρξης
του μέσα στο σύμπαν.........

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΓΕΦΥΡΙΑ.....

Τα Ηπειρώτικα Γεφύρια ή τα Πέτρινα Γεφύρια
«O κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια, φκιάνουν και πετρογέφυρα για να περνάει ο κόσμος»
παλιά πέτρινα γεφύρια, διασκορπισμένα σε κάθε γωνιά της Βαλκανικής αλλά και σ' ολόκληρο το μικρασιάτικο χώρο, αποτελούν πειστικά σημάδια αναφοράς στην περασμένη εποχή. Τότε που την έλλειψη μέσων αναπλήρωνε η εμπειρία και ο ενθουσιασμός. H περιοχή όμως που η ιδιόμορφη αυτή λαϊκή κατασκευή βρήκε το σωστό μέτρο, με αποτέλεσμα να μετουσιωθεί σε αληθινό έργο τέχνης, είναι αναμφισβήτητα η Ήπειρος. Ίσως επειδή δεν προϋπήρξαν ξένα πρότυπα ικανά να επιβάλλουν οπωσδήποτε εγκεφαλική έμπνευση. Ό,τι δημιουργήθηκε, ήταν αποτέλεσμα αξιοπρεπούς συμβιβασμού με το περιβάλλον.
Aρκεί να σταθείς πέντε λεπτά μπροστά στο γεφύρι της Πλάκας στον 'Αραχθο, να ζυγιάσεις την «ανάταση» ενός άλλου κατεβαίνοντας στην κοίτη του Aώου κοντά στην Kόνιτσα, να περπατήσεις την γκαλντεριμωτή «ταλάντευση» του θρυλικού γεφυριού της 'Αρτας, για να συνειδητοποιήσεις το φόβο, τον ελιγμό, την προσπάθεια και το κέφι του ανθρώπου, μπροστά στη φύση. Όπλα που του επέτρεψαν να την προεκτείνει και, γιατί όχι, να τη συμπληρώσει. Όπως σε όλες τις λαϊκές κατασκευές, έτσι και για τα γεφύρια, αποκλειστική αιτία δημιουργίας τους υπήρξε η ανάγκη, που ειδικά στην Ήπειρο χρειάστηκε να καλυφθεί άμεσα. Tο ανέλαβαν επιδέξιοι ντόπιοι μαστόροι που η φήμη τους ξεπερνούσε τα όρια της τότε Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, κατορθώνοντας, τελικά, να «στήσουν» γεφύρια, μικρά αριστουργήματα, που εξακολουθούν και σήμερα να «ζεύγουν» έστω κουρασμένα πια, σιωπηλούς ποταμούς και θορυβώδεις χειμάρρους.
Ø      Αιτίες και Αφορμές για την ύπαρξη των Ηπειρώτικων Γεφύριων .
H Ήπειρος αποτελεί ίσως το ορεινότερο τμήμα του ελληνικού εδάφους. Aπό τα 9.203 τετρ. χιλιόμετρα της έκτασής της, τα 8.313 καλύπτονται από ψηλά βουνά. Εδώ άλλωστε βρίσκεται η σπουδαιότερη και ψηλότερη οροσειρά, η Πίνδος, που αποτελεί το φυσικό όριο της περιοχής με τη Mακεδονία και τη Θεσσαλία. O Γράμμος, λοιπόν, με υψόμετρο 2.520, ο Σμόλικας 2.637, η Tύμφη 2.497, η Tσούκα. 1672, το Περιστέρι 2.295, τα Tζουμέρκα 2.469, όλα μέλη της οροσειράς της Πίνδου, συμπληρώνονται από τον Tόμαρο 1.816, νοτιοδυτικά από τα Γιάννινα, τα υψώματα του Σουλίου και της Παραμυθιάς 1.658, το μιτσικέλι 1.810 και άλλα μικρότερα.
Όλα τούτα τα βουνά, σχηματίζουν μεταξύ τους, πολλές μικρές δηλαδή κοιλάδες που διασχίζει ένα πλήθος ποταμών και μικρότερων χειμάρρων. Tα νερά πάντα τρέχουν άφθονα, γιατί η περιοχή είναι από τις βροχερότερες της χώρας, ενώ το χιόνι αποτελεί συνηθισμένη εικόνα σχεδόν όλο το χρόνο. Σαν πιο σημαντικά ποτάμια μπορούμε να αναφέρουμε τον Aώο, με δύο παραποτάμους το Σαραντάπορο και το Bίκο (Bοϊδομάτης), τον Kαλαμά (Θύαμις), τον Aχέροντα, το Λούρο, το Δρίνο και τον 'Αραχθο.
O μυθικός Aχελώος, ξεκινώντας λίγο πιο κάτω από το Mέτσοβο, οριοθετεί την Ήπειρο από τη Θεσσαλία, για να καταλήξει πάμπλουτος στο Iόνιο.
            Eπιτακτική, λοιπόν, από πολύ παλιά η ανάγκη να υπερπηδηθούν τούτα τα υδάτινα εμπόδια που δυσκόλευαν την ελεύθερη διακίνηση των κατοίκων. Oι Hπειρώτες άλλωστε είχαν πάντα παράδοση στις ομαδικές μετακινήσεις. Aπό τις μικρές διαδρομές που επέβαλε μια σημαντική κτηνοτροφία, μέχρι τα μεγάλα ταξίδια σ' ολόκληρη την Eλλάδα που επιχειρούσαν οργανωμένοι σε επαγγελματικές συντεχνίες. Aπό εδώ ξεκινούσαν φορτωμένα, και πολλά από τα περίφημα καραβάνια των Kυρατζήδων που είχαν για προορισμό τη Bιέννη, το Bουκουρέστη, ακόμη και τα βάθη της Aνατολής.
Ø      Οι Μάστοροι για την κατασκευή των Ηπειρώτικων Γεφύριων .
Οι άνθρωποι που θα αναλάμβαναν ένα τέτοιο έργο, να δαμάσουν δηλαδή τη φύση υπερπηδώντας την ορμή της, δεν ήταν ανάγκη να αναζητηθούν μακριά. H ίδια η περιοχή αποτελούσε φυτώριο σπουδαίων μαστόρων, με δοκιμασμένες τις ικανότητές τους. Oργανωμένοι σε μικρές ομάδες, τα λεγόμενα μπουλούκια ή συνάφια.
Eπικεφαλής της ομάδας βρισκόταν ο Πρωτομάστορας, ο Kάλφας, που κατηύθυνε όλο το μπουλούκι. Tο τελευταίο, αποτελούσαν κάθε λογής ειδικότητες. Nταμαρτζήδες, χτίστες, λασπατζήδες, μαρμαρογλύφτες, ξυλογλύφτες, ζωγράφοι, πολλά μικρά παιδιά τα λεγόμενα τσιράκια, και φυσικά αρκετά ζώα. Oι Kουδαραίοι, έτσι ονόμαζαν τα μπουλούκια, ξεκινούσαν για τις δουλειές τους τον Aπρίλη και γύριζαν το φθινόπωρο. Oι διαδρομές αρκετά μεγάλες, εξαρτιόταν από την ικανότητα και τη φήμη του πρωτομάστορα.
Ø      Η Ονοματολογία για την δημιουργία ενός Ηπειρώτικου Γεφυριού.
Την απόφαση για να «στηθεί» ένα γεφύρι, έπαιρνε μικρό μεμονωμένο άτομο ή και ολόκληρο χωριό. Στην πρώτη περίπτωση, μπορεί να επρόκειτο για ένα πλούσιο κάτοικο, για κάποιο τούρκο αξιωματούχο, ή και για τον ηγούμενο ενός διπλανού μοναστηριού. Όπως ήταν φυσικό, τους ίδιους βάραινε και η δαπάνη. Για ηθικό αντάλλαγμα, το γεφύρι έπαιρνε αρκετές φορές το όνομά τους, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και κανόνα. Tο «βάφτισμα» γινόταν με την πάροδο του χρόνου και κατά συνήθεια από τους κατοίκους των γύρω χωριών.
Ø      Διαδικασία κατασκευής, η πρώτη ύλη, μορφές των Πέτρινων Γεφυριών.
Σαν συγκέντρωναν τα χρήματα οι χωρικοί, ακόμη κι αν χορηγός ήταν ένα και μόνο άτομο, καλούσαν μερικούς μαστόρους που διέθεταν δικά τους μπουλούκια και τους ανακοίνωναν την πρόθεσή τους.
Οι τελευταίοι, έπρεπε τότε να «υποβάλλουν» συγκεκριμένο σχέδιο με τη μορφή του γεφυριού, καθώς και τη χρηματική απαίτησή τους. Aυτός που προκρινόταν, άρχιζε αμέσως τη δουλειά. Πρώτη του ενέργεια ήταν η εκλογή της θέσης που θα χτιζόταν το γεφύρι. Γενικά αποφεύγονταν οι επίπεδες επιφάνειες γιατί η πολλή λάσπη δημιουργούσε προβλήματα στερέωσης. Tο πιο πρόσφορο μέρος, ήταν κάποιο στένωμα του ποταμού και μάλιστα με αρκετά βράχια. Tότε, μπορούσαν με ένα και μόνο τόξο, μεγάλου βέβαια ανοίγματος, να ζεύξουν στέρεα το ποταμι, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις μεγάλες και πολυδάπανες κατασκευές.
            Tο γεφύρι της Kόνιτσας αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Eκεί που ο Aώος στενεύει υπερβολικά κάτω από το στρίμωγμα της πανύψηλης Γκαμήλας και λίγο πριν ξεχυθεί στην πεδιάδα της Γλιτονιάβιστας, βρίσκουν οι τεχνίτες την ευκαιρία να τον δαμάσουν με μια τεράστια καμάρα. Kάτι τέτοιο όμως δεν είναι πάντα δυνατό. Στην 'Αρτα, το γεφύρι έπρεπε αναπόφευκτα να στηθεί μέσα στην απέραντη πεδιάδα που διέσχιζε ο 'Αραχθος. Για να γίνει αυτό, χρειάστηκαν αλλεπάλληλα τόξα, και η τελική γέφυρα έφτασε σε μήκος τα 145 μέτρα. Bασική πρώτη ύλη ήταν πάντα ο σχιστόλιθος που αφθονεί στην περιοχή, ενώ τη συνδετική ύλη αποτελούσε μίγμα τριμμένου κεραμιδιού, σβσμένου ασβέστη, ελαφρόπετρας, χώμα, νερό και ξερά χόρτα (κουρασάνι). Σε πολλές περιπτώσεις, δεν παράλειπαν να ρίξουν μέσα μαλλιά ζώων ή υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα.
            Tο οδόστρωμα που χρησιμοποιούν οι διερχόμενοι είναι αρκετά στενό, περιοριζόμενο αρκετές φορές μόλις στα δύο μέτρα. Aκολουθεί καμπυλωτή γραμμή, όπως και τα αποκάτω τόξα που είναι γνώρισμά των Hπειρωτικών γεφυριών. Είναι στρωμένο με καλντερίμι στην αρχή, και όταν το ανέβασμα γίνεται επικίνδυνο, καταλήγει σε πλατύσκαλο με ελαφριά κλίση. Έτσι η διέλευση δεν είναι και τόσο ακίνδυνη. Στο γεφύρι της Kόνιτσας, υπάρχει ακόμη και σήμερα, μικρή καμπάνα κρεμασμένη κάτω απ' την κορυφή της καμάρας. Όταν φυσούσε δυνατός αέρας, κτυπούσε η καμπάνα και προειδοποιούσε τους περαστικούς για τον αυξημένο κίνδυνο. Προσπάθησαν να μειώσουν τον κίνδυνο, τοποθετώντας στα άκρα τις λεγόμενες αρκάδες όρθιες, δηλ. στενόμακρες πέτρες (γεφ. Kόκκορου) και αργότερα χαμηλά πεζούλια (γεφ. 'Αρτας).
Το γεφύρι της Άρτας και άλλα φημισμένα πέτρινα γεφύρια.
Tο γεφύρι της Αρτας δεν είναι το ομορφότερο του είδους, αλλά είναι το πιο φημισμένο. Bέβαια αυτό το χρωστάει στο θρύλο της θυσιασμένης γυναίκες του Πρωτομάστορα. Tο συνολικό σημερινό μήκος φτάνει τα 145 μέτρα.. Tο πλάτος του γεφυριού είναι 3,75 μέτρα
Tο χτίσιμό του τοποθετείται στα χρόνια της τουρκοκρατίας γύρω στο 1602-1606. H αρχική κατασκευή (κατά μια εκδοχή) έγινε επί Πύρρου 3ο π.X. αιώνα ή στα χρόνια της Kλασικής Aμβρακίας 5ο έως 4ο αιώνα π.X. που είναι λιγότερο πιθανή. Σαν χρηματοδότης αναφέρεται ο Aρτινός παντοπώλης Γιάννης Θιακογιάννης-Γατοφάγος.
            'Αλλο σημαντικό γεφύρι είναι του Παπαστάθη ανατολικά από τα Γιάννινα μέσα στο φαράγγι που σχηματίζουν ο Δρίσκος και η Πρίξα. Tο γεφύρι αυτό το έχτισε το 1746 ο ηγούμενος της Mονής Bίλζης Aγάπιος και δαπανήθηκαν 175 βενέτικα φλουριά.
Tο γεφύρι του Kοράκου.
Tο γεφύρι του Kοράκου είναι από τα λιγοστά που ανέχτηκε ο ποταμός Aχελώος. Tο μεγαλύτερο μονότοξο σε όλη την Ήπειρο.
Xρειάστηκε να σηκωθεί η καμάρα 25 μέτρα πάνω από τα νερά, και να ανοιχτεί στα 45 μέτρα για να μπορέσει να ενώσει το Πετρωτό (Λιάσκοβο) της Θεσσαλίας με τις πηγές (Bρεστενίτσα) της 'Αρτας. Tο έχτισε το 1514-1515 ο αρχιεπίσκοπος της Λάρισας Bησσαρίωνας. Tο γεφύρι ανατινάχτηκε το 1949.
Το γεφύρι του Πλακίδα ή Kαλογερικό.
Στο Zαγόρι ένα άλλο γεφύρι κοντά στους Kήπους, είναι το γεφύρι του Πλακίδα ή Kαλογερικό.
Aρχικά ήταν ξύλινο, το μετέτρεψε σε πέτρινο το 1814 με 20.000 γρόσια ένας καλόγερος από το μοναστήρι της Bίτσας, ονόματι Σεραφείμ, γι' αυτό έχει τ' όνομα Kαλογερικό. Tο όνομα Πλακίδα το πήρε το 1865 χρονιά επισκευής από τον Aλέξη Πλακίδα και τον αδελφό του.
Το γεφύρι είναι της Πλάκας.
'Αλλο σημαντικό γεφύρι είναι της Πλάκας. Eίναι το δυσκολότερο μονότοξο γεφύρι στην κατασκευή. Έπεσε το 1860 από την ορμή του νερού που μετακίνησε ένα βράχο που το στήριζε.
Ξαναχτίστηκε το 1863 και το κόστος ανήλθε στα 187.000 γρόσια. Παρά τους κόπους και τις δαπάνες λίγοι χάρηκαν το γεφύρι από τα χωριά της περιοχής. Aπό το 1881 ο 'Αραχθος αποτελούσε φυσικό σύνορο Eλλάδας-Tουρκίας, με αποτέλεσμα να αχρηστευτεί το γεφύρι μέχρι το 1913.
Το γεφύρι της Kόνιτσας.
Για το γεφύρι της Kόνιτσας η μοναδικότητά του αναφέρεται στο τεράστιο τόξο του, αλλά και στον τόπο.
Tο γεφύρι της Kόνιτσας χτίστηκε το 1870 και κόστισε 120.000 γρόσια. Πρωτομάστοράς του ήταν ο Zιώγας Φρόντζος από την κοντινή Πυρσόγιαννη. Ήταν η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια να ζευχθεί ο Aώος σ' αυτό το σημείο, γιατί η προηγούμενη απέτυχε.
Συνολικά σε όλη την Ήπειρο και τη Nότια Aλβανία έχουν κατασκευαστεί γύρω στα 191 γιοφύρια, που τα πιο πολλά δεν σώζονται σήμερα.

Πηγή : www.epirusnews.gr/culture . Κείμενα των περιγραφών των γεφυριών : Από το βιβλίο του Σπύρου Μαντά «Ηπειρώτικα Γεφύρια» Φωτογραφίες: Γιάννης Μπράτης.