ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑ......


Παναγία η Επαναστάτρια…
Πριν κάμποσα χρόνια, ο αείμνηστος παπα-Σταμάτης Χτζηκυριάκος είχε γράψει ένα βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Παναγία η Σοσιαλίστρια».
Όμως «τω καιρώ εκείνω» ο σοσιαλισμός ταυτιζόταν με την αθεΐα. Και κάποιος εθνικόφρων παπάς έκαμε μήνυση στον παπα-Σταμάτη.
Ο δικαστής, που έβαλε στη ζυγαριά της συνείδησής του, από το ένα μέρος τον φανατισμένο παπά κι από το άλλο τον οραματιστή παπα-Σταμάτη, έβγαλε αθωωτική απόφαση.
Και έτσι το πρόβλημα λύθηκε νομικά. Αλλά ουσιαστικά παραμένει πάντα το ερώτημα:
Ήταν, άραγε, σοσιαλίστρια η Παναγία; Και πού στηρίχτηκε ο παπα-Σταμάτης, για να της αποδώσει, μέσα στις πάμπολλες άλλες, και αυτήν την φιλοφρόνηση;
Ασφαλώς και στηρίχτηκε στο Ευαγγέλιο (Λουκά, Α, 39-56). Και πιο συγκεκριμένα στα λόγια, που λέει η Παναγία, κατά την επίσκεψή της στην Ελισάβετ, μετά τον Ευαγγελισμό.
Η Ελισάβετ κάνει στην Παναγία διθυραμβική υποδοχή.
-«Ευλογημένη, της είπε, είσαι συ περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα και ευλογημένο και το παιδί, που έχεις στην κοιλιά σου. Και πώς ήταν δυνατόν να γίνει σε μένα μια τόσο μεγάλη τιμή, ώστε να με επισκεφθεί η μητέρα του Μεσσία μας»!
Και η Παναγία της αποκρίθηκε:
“Η δόξα και η τιμή ανήκει στο Θεό, που έκαμε σε μένα την ταπεινή αυτή τη μεγάλη τιμή».
Που σημαίνει ότι η ταπείνωση ήταν το μυστικό μονοπάτι, που οδήγησε την Παναγία στη θέωση.
Με αποτέλεσμα να γίνει η σκάλα, με την οποία κατέβηκε και ήρθε ανάμεσα στους ανθρώπους ο Χριστός.
Η ταπείνωση όμως αυτή της Παναγίας δεν ήταν, όπως την εννοούμε και την εκλαμβάνουμε συνήθως εμείς οι παραμορφωμένοι χριστιανοί.
Μια κατάσταση παθητικότητας, μιζέριας και ηττοπάθειας, απέναντι στη υβριστική αλαζονεία των ανθρώπων…
Αλλά η συναίσθηση της ανθρώπινης μηδαμινότητας μπροστά στο άπειρο μεγαλείο του Θεού και την ομορφιά και σοφία της δημιουργίας του.
Την υβριστική αλαζονεία των ανθρώπων η Παναγία την καταδικάζει κατηγορηματικά και προδικάζει την εξουθένωσή της, λέγοντας:
«Η βασιλεία του Μεσσία θα διαλύσει τα σχέδια των αλαζόνων. Θα γκρεμίσει τους τυράννους απ’ τους θρόνους τους και θ’ ανυψώσει τους ταπεινούς. Θα αφαιρέσει τα πλούτη απ’ τους πλούσιους και θα χορτάσει με αγαθά τους πεινασμένους»!
Τα λόγια αυτά της Παναγίας είναι άκρως επαναστατικά.
Και, αν τα έλεγε κάποιος, εδώ στην πατρίδα μας, πριν από 60-70 χρόνια, ασφαλώς και θα του στοίχιζαν πολύ ακριβά.
Είναι ευνόητο, βέβαια πως πάνω στην ίδια αυτή επαναστατική γραμμή κινήθηκε και ο Χριστός:
Στο πρώτο του κήρυγμα στους συμπατριώτες του, της Ναζαρέτ, είπε χαρακτηριστικά:
Ήρθα, για να σας απαλλάξω από τη φτώχεια, την αρρώστια, τη σκλαβιά και την αμαρτία.
Το τελείως αντίθετο απ’ ο, τι κάνουν οι αναρχικοί (=χωρίς ηθικές αρχές) άρχοντές μας. Οι οποίοι, πέρα από κάθε λογική και συνείδηση, μας σκλάβωσαν στους εχθρούς μας, μας βούλιαξαν στη φτώχεια και στη διαφθορά και μας δολοφονούν παντοιοτρόπως.
Και μπορεί ο Χριστός να μη φόρεσε φυσεκλίκια και να μην πήρε κοντάρια και σπαθιά, αλλά ο λόγος του ήταν καταλυτικότερος κι απ’ τα πλέον φοβερότερα όπλα.
Γεγονός, που συνειδητοποίησαν ευθύς εξαρχής οι γραμματείς και οι φαρισαίοι. Οι οποίοι τον ακολουθούσαν σαν τη σκιά του και κατέγραφαν κάθε του λόγο και κίνησή του. Μέχρις ότου καταφέρουν να πετύχουν την εξόντωσή του.
Αλλά και η πρώτη χριστιανική κοινωνία, της οποίας μέλος ήταν και η Παναγία, κινήθηκε μέσα στα ίδια αυτά πλαίσια.
Αφού, όπως υπογραμμίζουν οι Πράξεις των Αποστόλων» (Δ, 32-34):
«Είχαν όλοι μια ψυχή και μια καρδιά. Και κανένας δεν έλεγε για κάτι ότι είναι δικό του. Αλλά ήταν γι’ αυτούς όλα κοινά. Και κανένας φτωχός δεν υπήρχε ανάμεσά τους. Δεδομένου ότι ο καθένας βοηθιόταν ανάλογα με τις ανάγκες του».
Για να έχουμε, στην περίπτωση αυτή, το γνησιότερο μοντέλο του σοσιαλισμού.
Το οποίο ύστερα από δεκαοχτώ αιώνες σχεδόν πανομοιότυπα αντιγράφουν οι Μαρξ-Ένγκελς στο περίφημο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» τους (1848).
Ασφαλώς και είχε δίκιο ο αείμνηστος παπα-Σταμάτης, που έγραψε την «Παναγία τη Σοσιαλίστρια».
Αλλά, όπως θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος, με βάση, πάντα, το Ευαγγέλιο, τα λόγια του Χριστού και της Παναγίας είναι όχι απλά σοσιαλιστικά, αλλά βαθύτατα επαναστατικά.
Και μάλιστα όχι μόνο στην κοινωνική και οικονομική, αλλά και την ηθική και πνευματική και υπαρξιακή τους διάσταση.
Δεδομένου ότι ο Χριστός αντιμετώπισε με την Ανάστασή του, πέρα απ’ την ύβρη και αλαζονεία των ανθρώπων, την ενσάρκωση της αλαζονείας και πάσης τυραννίας, που είναι ο Σατανάς. Και του οποίου έργο και όπλο είναι ο θάνατος.
Γι’ αυτό και σχετικά με την Παναγία, αλλά και, γενικότερα, τους χριστιανούς δεν μιλάμε, πλέον, για θάνατο, αλλά για κοίμηση.
Παρότι, στην πραγματικότητα, η Παναγία ήταν και παραμένει πάντοτε «Γρηγορούσα»(=ξυπνητή) και έτοιμη να βοηθήσει τον καθένα σε κάθε περίπτωση. Και σε προσωπικά και σε οικογενειακά και σε εθνικά ακόμη θέματα.
Όπως έπραξε στη χιλιετία του Βυζαντίου.
Που δεν τους εγκατέλειψε, παρά μόνο, όταν εκείνοι την είχαν εγκαταλείψει.
Και όπως έπραξε το ’40.
Το οποίο καταπρόδωσαν οι συγκαιρινοί μας εφιάλτες. Εξυπηρετώντας τα ανθελληνικά σχέδια των εχθρών μας.
Οι οποίοι φοβούνται την Ελλάδα και το Ευαγγέλιο.
Γιατί, σαν τους φαρισαίους της εποχής του Χριστού γνωρίζουν ότι η καθεμιά του λέξη κρύβει μεγαλύτερη επαναστατική και εκρηκτική ενέργεια απ’ όλα τα πυρηνικά οπλοστάσια της Ανατολής και της Δύσης.
Αλήθεια και πραγματικότητα, που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει εμείς οι νωθροί και αποτελματωμένοι χριστιανοί.
παπα-Ηλίας Yφαντής papailiasyfantis.wordpress.com

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΦΕΛΗ ΠΛΗΝ ΘΥΜΩΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ,ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Γράμμα ενός αφελή πλην θυμωμένου Έλληνα στον Οδυσσέα Ελύτη

Κυρ Οδυσσέα να με συμπαθάς που σε τυραγνώ τώρα μές στον ύπνο σου εκεί πάνω (ή εκεί κάτω, δεν κατέχω, συ ξέρεις) αλλά έπρεπε να στο πω.
Εδώ κάτω που λες, κάτι μωρέ δεν πάει καλά.
Κατά πως τά’ πες

«...Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις...»

Αλλά...
Τα αμπέλια τα ξερίζωσαν και δεν αφήνουν τους ξωμάχους να τα ξαναφυτέψουν...
Τις βάρκες και τα καϊκια τα κόψανε...ναι, όπως τ’ ακούς...τα κόψανε, τα διέλυσαν και δεν αφήνουν τους ψαράδες μας να τα ξαναφτιάξουν...
Τα βαπόρια μας δεν έχουν πια Έλληνες ναύτες να τα κουμαντάρουν...ούτε καν Ελληνική Σημαία...
Κι όσο για τις ελιές, ξένοι αγοράζουν καρπό και λάδι και τα πουλάνε για δικά τους...χώρια που και τα δέντρα ξένοι πάλι τα δουλεύουνε...άλλοτε μισακά κι άλλοτε δικά τους...ναι, βρε, αγορασμένα...μα κι οι εργάτες που τις φροντίζουν, ξένοι είναι κι αυτούνοι...Έλληνας πια ούτε για δείγμα στα χωράφια...
Ξέρω, σαν τά’ γραφες αυτά πνιγόσουν από θαλασσόβρεχτες θύμισες του Ομήρου...
Πως τό’ γραψες να δεις το άλλο...
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου… 

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…

Και συνεπαρμένος από ένα παρελθόν Αχαιών Ηρώων, Τραγωδών και Φιλοσόφων πνιγμένο από θάλασσα, καράβια, ελιές και κρασί, να που σου βγήκε αυθόρμητα....
Και τώρα όμως; τώρα που δεν βγήκε τ’ όνειρο κυρ Οδυσσέα μου;
Πάει και δεκαπενταύγουστος βλέπεις και κοντοζυγώνει η ώρα που θα ευλογηθούν τ’ αμπέλια με βυζαντινά τυπικά και λειτουργιές που κι αυτά πατάνε σε βαθιές διονυσιακές αρχαίες ρίζες...πάντα δεμένος άρρηκτα βλέπεις ο Λαός μας μ’ αυτό το Άγιο Νάμα...
Αλλά...
Τι κι αν τά’ βγαλες όλ’ αυτά σε τρείς βαθυστόχαστους στίχους;
Πάει τ’ όνειρο κυρ Οδυσσέα...
Ναι, ξέρω, ήθελες την ρίζα μας να ορθωθεί μέσ’ απ’ τα λόγια σου γεμάτη αισιοδοξία...

Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

Καλά τα λόγια τα όμορφα μωρέ...και δίνουν και κουράγιο...
Αλλά...
Πάει το καράβι κυρ Οδυσσέα, πάει και το κλήμα το παλιάμπελο του παππού, πάει και η Ελιά...
Σαν να σ’ ακούω να φωνάζεις τώρα, διφορούμενα – θυμός είναι; Θλίψη είναι; Θα σε γελάσω...

Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ

Άστο τώρα αυτό όμως, μην μου σκοτίζεις το νου, μην με μπερδεύεις με διφορούμενα...
Άσε που σε δύσκολες μέρες η ψυχή του ξωμάχου θέλει πιο ξάστερες κουβέντες....βαριές, φλογάτες, σιδερένιες κουβέντες...απ’ αυτές που δίνουν θάρρος...και πίστη σ’ αυτό το άγνωστο ανυπέρβλητο κατιτις που βγαίνει – λέει – από μέσα σου και σε πιάνει και σε σηκώνει και πάλι στον αφρό απ’ το βυθό που ήσουν....
Να σαν κι εκείνο το πυρωμένο ατσάλι που έβγαζαν οι λέξεις σου όταν έγραφες
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο. 

Άσε, ξέρω Καπετάν Δυσσέο...φουντώνεις και αλαφιάζεις...αλλά κοίτα Καπετάνιο, δεν φταίω γω τώρα, έτσι; Μόνο του βγαίνει...
Μίλησες για καράβια, μίλησες για αμπέλια, μίλησες και για ελιές...
Και δεν ήσουν ο πρώτος τυχόντας, έτσι Καπετάνιο;
Α, τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη...ο Λαός, η φτωχολογιά θέλει τους ήρωές της...ολόκληρο Νόμπελ μας έφερες...ο Λόγος σου λοιπόν είναι Νόμος...κάτι θά’ ξερες παραπάνω από το λαουτζίκο...
Ο Λαός σ’ άκουσε και τό’ δεσε κόμπο...
Ελλάδα είπες σημαίνει Αμπέλια/κρασί, Ελλάδα σημαίνει Ελιά, Ελλάδα σημαίνει θάλασσα/βάρκα και καράβια...
Τό’ πες ή δεν τό’ πες; Κι είναι να μην τάξεις σε παιδί και σε τρελό...ούτε και να τους βάζεις όμορφες ιδέες στο κεφάλι...
Κοίτα τώρα που τα χάνουμε όλα αυτά...α, μην το ξεχάσω, μαζί και μ’ εκείνη την «υπέροχη αμμουδιά του Ομήρου» που μολόγαγες επίσης...α, και την «γλώσσα» μας...πάνε και τα δύο...τα ξολοθρεύουν κυρ Οδυσσέα...αν ήσουν μόνον από μια μεριά να δεις πόσα αρπακτικά μπορεί να χωρέσει αυτός ο τόπος...λίγο οι Ξένοι, ε λίγο και οι δικοί μας οι Εφιάλτες...κατάφεραν να την λερώσουν την αμόλυντη ονειρική ιδεατή παστάδα σου...
Α, όλα κι όλα, να λοιπόν που κάτι σου ξέφυγε καπετάν Δυσσέα...δεν έχουμε μόνο αυτά τα τρία που είπες...
Έχουμε κι απ’ το άλλο το φρούτο...εφιάλτες, νενέκους, πηλιογούσηδες...και ξέρεις κάτι;
Αυτό το φρούτο αποδείχτηκε πολύ, πολύ πιο δυνατό απ’ τ’ άλλα που εσύ ανέφερες...
Εκείνα χάνουνται, αυτό μένει όμως και δυναμώνει το άτιμο...όλο και πιο πολύ...φούρμαξε αλαφιασμένο, θέριεψε αλλόκοτα το ακατανόμαστο και ξάμωσε να βιάσει την ίδια τη μήτρα που το γεννοβόλησε...
Μήπως – λέω μήπως – να ξανάκανες μωρέ – έστω από εκεί που είσαι – μια προσπάθεια να το ξαναφτιάξεις;
Έτσι για να είναι και πιο κοντά στην πραγματικότητα....
Μπορείς ας πούμε να το συνδέσεις και με το άλλο το φρούτο...τουρισμό το λένε...κι από τούτο έχουμε...αυτό βλέπεις μας το επιτρέπουνε ακόμα οι ξένοι αφεντάδες...
Α, και που είσαι....υπάρχει κι ένα ακόμη φρούτο, κρυμμένο τόσα χρόνια, που σου ξέφυγε....λες και περίμενε να φύγεις εσύ για να βγει απ’ την κρυψώνα του πανώρια δράκαινα όμοιο...
Ραγιαδισμός λέγεται...πήρε και μορφή πλουμισμένη με ότι πιο φανταιζί θα μπορούσες να φανταστείς...Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, χανούμισες, ότι πιο Τούρκικο τόσο και πιότερη πέραση έχει...τηλεθέαση το λένε...
Να, θα μπορούσες ας πούμε να το φτιάξεις κάπως έτσι – και συμπάθα με για την αποκοτιά μου να σε παραφράσω, έτσι Καπετάνιο;

«...Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα θα σου απομείνει ένας Εφιάλτης, μια Γερμανίδα τουρίστρια κι ένας Γενίτσαρος. Κι αν η Ελλάδα διαλυθεί, μ’ αυτά τα τρία την ξαναφτιάχνεις...»

Ναι, ναι, ξέρω τι θα πεις:

Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο ν’ αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει, χωρίς να σε παραχαράξει.

Ναι Καπετάνιο μου, ακριβώς....το ίδιο παθαίνει και η χώρα σου και η μεγάλη ιστορική κληρονομιά της αυτή τη στιγμή...και ο Λαός της μαζί...αντάμα και οι δικιοί σου οι Μυτιληνιοί...νά’ ξερες πόσοι εκεί κάτου – αλλά και σε κάθε γωνιά αυτού του τόπου - θά’ θελαν να μεγαλώσουν – ναι, σαν παιδί - το δικό τους αμπέλι, να φτιάξουν το δικό τους παραδοσιακό ψαράδικο σκαρί, να καλλιεργήσουν τις δικές τους ελιές, να πάρουν το δρόμο της ναυτοσύνης, όπως ακριβώς οι Ομηρικοί και όλοι οι επόμενοι Πρόγονοί τους, αλλά δεν....

Πάει το Ελληνικό σου Όνειρο Καπετάνιο...Πάει...

Διατελώ ημέτερος και να μου χαιρετήσεις τον Όμηρο, τον Οδυσσέα κι όλους αυτούς τους παλιούς που πρόλαβαν αυτές τις ωραίες Ελληνικές Στιγμές...γιατί καθώς φαίνεται, Στιγμές ήταν και Πέρασαν Καπετάνιο μου...
Τουλάχιστον αυτό πιστεύουν οι Αρχόντοι μας εδώ κάτου...κι εκεί «έξω»...και κάνουν τ’ αδύνατα δυνατά να πείσουν και μας τους αφελείς παρακατιανούς...λαουτζίκο μας έλεγαν πάντα, που δεν κατέχει από ανώτερη/βαθύτερη πολιτική και  Όραμα, το θυμάσαι;

ΥΓ: α, και να πεις σ’ αυτόν τον Οδυσσέα ότι δεν ήταν φρόνιμα αυτά που έκαμε στην Ιθάκη. Που πήγε δα κι έφτιαξε δικό του αμπέλι χωρίς να πάρει άδεια απ’ τον Ύπατο Αρμοστή της Εσπερίας. Ούτε κι ο Όμηρος έκαμε καλά που τα κατέγραψε...Πάνε τώρα να τον μιμηθούνε τα τρισέγγονά του παντού στη χώρα και βρίσκουνε τον διάολό τους από τον Νομάρχη...

Γιώργος Ανεστόπουλος
http://aegeanhawk.blogspot.gr/2013/08/blog-post_5710.html


Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

ΤΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΝΤΟΥΓΚΙΝ



Ένας Ρώσος ειδικός μιλάει για τα γεωπολιτικά παιχνίδια

Πολλές απορίες γεννάει η πολιτική της Ρωσίας σε διάφορες περιπτώσεις: πριν λίγο καιρό στο θέμα της Κύπρου, μόλις χθες στο θέμα της ΔΕΠΑ, για να αναφερθούμε σε θέματα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, αλλά και στο θέμα της Συρίας, των αγωγών κλπ.
Η άποψη ενός ρώσου ειδικού σε γεωπολιτικά θέματα, μόνο χρήσιμη θα ήταν. Γι'αυτό παραθέτω πιο κάτω αποσπάσματα από (μακροσκελή) συνέντευξη που έδωσε ο Αλεξάντρ Ντούγκιν (ρώσος πολιτικός φιλόσοφος, κορυφαίος στα γεωπολιτικά και συγγραφέας του βιβλίου "Η τέταρτη πολιτική", που κυκλοφορεί ήδη και στα ελληνικά) στον Δημ.Κωνσταντακόπουλο.
Οι σκέψεις του παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, αφού αναφέρεται στο γεωπολιτικό παιχνίδι που παίζεται, όχι μόνο στην περιοχή μας, της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και παγκοσμίως.



Η γεωπολιτική σήμερα δεν είναι γραμμικό, αλλά πολυεπίπεδο σύνθετο παιχνίδι. Υπάρχουν παράγοντες που ανήκουν στην ίδια πολιτική οντότητα, αλλά συμπεριφέρονται με πολύ διαφορετικό τρόπο και ακολουθούν αρκετά διαφορετικούς τρόπους.
Υπάρχουν οι ΗΠΑ ως εθνικό κράτος, ο μονοπολισμός, η ει­κόνα της Αμερικής που υπερασπίζονται οι πολύ διάσημοι έως πρόσφατα, αλλά τώρα κάπως ξεχασμένοι νεοσυντηρητικοί. Εί­ναι ο ανοιχτός, απερίφραστος ατλαντισμός. Ό,τι είναι καλό για τις ΗΠΑ είναι καλό για τους υπόλοιπους. Αυτό είναι ένα επί­πεδο παγκόσμιας δράσης και δεν θα’πρεπε να το ξεγράφουμε πρόωρα. Οι ΗΠΑ παραμένουν υπερδύναμη. είναι σε παρακμή, αλλά μια τέτοια παρακμή μπορεί να διαρκέσει αρκετό χρόνο. Πριν από την οριστική τους εξαφάνιση, οι ΗΠΑ μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά.
Υπάρχει και η παγκόσμια ολιγαρχία που αντιπροσωπεύεται από τους Ρότσιλντ, τους Σόρος και άλλες ισχυρές, παγκόσμιες χρηματιστικές ομάδες. Η Goldman Sachs είναι μάλλον στο πλευρό τους. Αυτοί οι κύκλοι είναι πλήρως διεθνείς, προτι­μούν για ορισμένες επιχειρήσεις τους την Ευρώπη, αλλά ταυ­τόχρονα το αρχηγείο τους είναι στην άλλη πλευρά του Ατλα­ντικού, πέραν των στηλών του Γιβραλτάρ, στο βασίλειο των δαι­μόνων της ύλης, κατά τον Πρόκλο.
Είναι πιθανό ότι αυτές οι δύο ομάδες έχουν κάποιες διαφο­ρές ως προς το μέλλον της παγκόσμιας τάξης και τους τρόπους επιβολής της. Αλλά μοιράζονται το ίδιο σύστημα αξιών και την εμμονή στη φιλελεύθερη, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Οι διαφορές τους αφορούν το timing και τις μεθόδους.
Σε ό,τι αφορά την ΕΕ, από τη μια μεριά είναι ατλαντικό δη­μιούργημα, μια φιλελεύθερη-καπιταλιστική ζώνη του ΝΑΤΟ και κοινωνία ελεύθερης αγοράς, που βασίζεται στην ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ένα είδος επέκτασης των δύο ηγετικών ομάδων των ΗΠΑ. Οι αμερικανικές χρηματιστικές ομάδες ελέγχουν το ευρωπαϊκό χρηματιστικό σύστημα, οι αμερικανοί στρατιωτικοί στρατηγικοί κυβερνούν το ΝΑΤΟ.

Η άλλη πλευρά της Ευρώπης είναι η αδύνατη πλευρά της ηπειρωτικής, καθαρά ευρωπαϊκής ταυτότητας, περισσότερο προς την αριστερά ή προς το γκωλικό όραμα μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης Ευρώπης από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια. Είναι η ευρωπαϊκή Ευρώπη, παράλληλη Ευρώπη, δυστυχώς περισσότερο εικονική παρά πραγματική.
Πού τοποθετούμε, λοιπόν, τη Γερμανία σε αυτό το πολυεπίπεδο τοπίο: Πολιτικά και στρατιωτικά δεν είναι ελεύθερη, εξαρτάται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Οικονομικά είναι πολύ περισσότερο ανεξάρτητη, αλλά κι αυτό μέχρις ενός σημείου. Έτσι, σε όλα τα παιχνίδια, η Γερμανία είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί πολύ περισσότερο από τη Γαλλία ατλαντικές ντιρε­κτίβες. Στη γερμανική Οικονομία υπάρχει κάποιος τομέας με ορατά χαρακτηριστικά χερσαίας δύναμης.
Η Γερμανία έχει την τάση να αναπτύσσει οικονομική συνερ­γασία με τη Ρωσία, προσπαθεί να σώσει το ευρώ, καταλαβαί­νει τον εαυτό της ως πόλο της ενωμένης Ευρώπης, ως εικονι­κής πιθανότητας μέλλουσας γεωπολιτικής αναγέννησης. Αλλά το Βερολίνο εξαρτάται σε πολλούς κύριους τομείς από τις ΗΠΑ,  όπως και όλες οι άλλες χώρες της ΕΕ. Στην Ελλάδα η Γερμανία παίζει το παιχνίδι που αντανακλά τη διπλή της ιδιότητα. Άλλοτε ακολουθεί αμερικανικές εντολές των δυο κέντρων αποφάσεων, άλλοτε προσπαθεί να σώσει την ευρωπαϊκή ενότητα από την κατάρρευση του ευρώ, που η Ουάσιγκτον θεωρεί ως ένα από τα πιθανά σενάρια στο εγγύς μέλλον.
. . . . . . . . .
Στον κόσμο μας, το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ο πυ­ρήνας της Οικονομίας, η βάση της περιβόητης μεταβιομηχα­νικής κοινωνίας, η πηγή της εξουσίας, περιλαμβανόμενης της πολιτικής εξουσίας. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς ανα­τροπή της όλης παγκόσμιας εξουσίας της χρηματιστικής ολι­γαρχίας και της πλανητικής, φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Η λογική τους είναι η διαρκής εκθετική ανάπτυξη της οικονο­μίας της αγοράς που καταστρέφει κάθε άλλο στοιχείο οικονο­μίας, κάτι που ισοδυναμεί στην πράξη με την εξαγορά της Πα­γκόσμιας Οικονομίας και Βιομηχανίας σε πολύ χαμηλές τιμές. Το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο είναι διεθνές από τη φύση του και μπορεί πάντα να παρουσιάζει τις αξιώσεις του σε οποι­αδήποτε εθνικά οργανωμένη Οικονομία.
Η περίπτωση της Κύπρου αποδεικνύει σαφώς τον εξαιρετικά τρωτό χαρακτήρα της κυριαρχίας στη μεταμοντέρνα εποχή της παγκοσμιοποίησης και θέτει όχι τοπικά, αλλά παγκόσμια προβλήματα. Μπορούμε να διατηρήσουμε την ίδια την αρχή του εθνικού Κράτους ή έφτασε πράγματι ο καιρός της παγκόσμιας κυβέρνησης, και περάσαμε ήδη το σημείο μη επιστροφής;
Από τη δική μου άποψη, το εθνικό Κράτος δεν μπορεί να στα­θεί πια - ή μπορεί, αλλά όχι για πολύ. 
Το αληθινό πρόβλημα είναι αλλού: η μέλλουσα παγκόσμια τάξη θα είναι μονοπολική (ή παγκόσμια στα χέρια της παγκόσμιας -κυρίως Δυτικής- χρηματιστικής ολιγαρχίας) ή πολυπολική (τα BRICS είναι ένα είδος Προπλάσματος γι’ αυτό που μπορεί να γίνει). Υπάρχουν χώρες με περιορισμένη ελευθερία επιλογών, σταθερά ενσωματωμένες στην παγκόσμια Δύση ή άλλες καταδικασμένες να πάνε στην πολυπολική λέσχη. Υπάρχουν άλλες που μπορούν να διαλέξουν.
Πιστεύω ότι η Κύπρος και η Ελλάδα ανήκουν σε αυτή την κα­τηγορία. Η περίληψή τους στο παγκόσμιο, αμερικανο-κεντρικό ατλαντικό σύστημα συνιστά μια ορισμένη βία, ένα είδος γεωπο­λιτικού «βιασμού». Η Ευρασία προτείνει μια αξιοπρεπή και ελεύθερη συμμαχία. Αλλά συμφωνώ, όπως είπα και προηγου­μένως, ότι η Ρωσία πρέπει να φερθεί και εκείνη με την Κύπρο και την Ελλάδα κατά πολύ έξυπνο και αξιόπιστο τρόπο...
. . . . . . . . 
Η δική μου εκτίμηση είναι ότι υπάρχει στρατηγική των ΗΠΑ και των παγκοσμιοποιητικών κύκλων για την πρόκληση χάους στην Ελλάδα και την Κύπρο, να εκραγεί η κοινωνική και οι­κονομική κατάσταση και να οδηγηθούν και τα δύο αυτά κράτη με ισχυρές ορθόδοξες χριστιανικές ταυτότητες υπό τον άμεσο έλεγχο των Αμερικανών στρατηγικών και της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Αυτό προϋποθέτει την εξασθένιση και το σπάσιμο όλων των υπαρχόντων δεσμών με την ηπειρωτική Ρωσία, μια «χερσαία δύναμη». Αυτό επηρεάζει κατ’ αρχήν όλα τα κοινά σχέδια στον τομέα ενεργειακού εφοδιασμού. Τα περισσότερα σχετικά σχέδια σαμποταρίστηκαν από την ελληνική πλευρά εναντίον των ελληνικών συμφερόντων, με την άμεση παρέμ­βαση των ατλαντιστών των ΗΠΑ και της ΕΕ.
. . . . . . . .
Η Τουρκία, επεμβαίνοντας στη Συρία και την αραβική πε­ριοχή, προετοιμάζει την ίδια τη δική της διάσπαση. Το Ισραήλ θα διαλυθεί από τις εσωτερικές του αντιθέσεις. Φοβάμαι ότι η ίδια μοίρα αιματηρής καταστροφής περιμένει όλα τα άλλο κράτη της ανατολικής Μεσογείου. Η Λιβύη, μετά το τέλος του Καντάφι, δεν είναι πιo δημοκρατική και ειρηνική, ούτε και το Ιράκ. Οι φίλοι των Α χάνουν όσο χάνουν και οι περιφερει­ακοί τους αντίπαλοι. Στην αμερικανική στρατηγική αιματηρής αναταραχής δεν είναι εύκολο να αντιπαραθέσεις κάτι. Η παλιά στρατηγική της ισορροπίας των δυνάμεων δεν μπορεί να σταθεί αιώνια, η εντροπία διαβρώνει καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν σε άλλες εποχές και υπό διαφορετικές συνθήκες.
Η Ρωσία πρέπει να προσπαθήσει να σκεφτεί κάτι εντελώς νέο, το ευρασιατικό ανάλογο του σχεδίου της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση. Μας λείπει τώρα αυτό και χάνουμε πολύτιμο χρόνο. Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να ποντάρουμε στην αντι-αμερικανοτελλουροκρατική αντιφιλελεύθερη επανάσταση - κάτι σαν μια τέταρτη πολιτική θεωρία εναντίον της πρώτης, του φιλελευθερισμού και πέρα από τη δεύτερη, τον κομμουνισμό, και την τρίτη, τον εθνικισμό. Μόνο προς αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να προτείνουμε μια αληθινή εναλλακτική λύση. Αλλά αυτό απαιτεί επανάσταση, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο, ευρασιατική επανάσταση.
Το Ισραήλ και η Τουρκία είναι δυνάμεις Rimland. Έτσι θεωρητικά, και οι δύο γεωπολιτικοί προσανατολισμοί, θαλασσοκρατία και τελλουροκρατία, είναι δυνατοί. Αλλά τώρα η κύρια τάση και στις δύο χώρες είναι ατλαντική. Αυτό δεν άλ­λαξε κατά τη λεγόμενη «ψυχρή» περίοδο των σχέσεών τους, μετά την ιστορία με το Μαβί Μαρμαρά. Η Τουρκία τη χρησι­μοποίησε για να ενισχύσει, στην κατεύθυνση που υπέδειξαν οι ΗΠΑ, την επιρροή της στον Αραβικό Κόσμο, προετοιμάζοντας την επέμβαση στη Συρία. Το Ισραήλ, χρησιμοποίησε την ίδια ευ­καιρία για να έρθει πιo κοντά στην Ελλάδα και την Κύπρο, επί­σης προς κύριο συμφέρον του ατλαντικού οράματος. Η συμ­φιλίωσή τους είναι λογική, γιατί ήδη, και οι δύο χώρες πέτυχαν στο μεσοδιάστημα της υποτιθέμενης «διαμάχης» τις τακτι­κές, αλλά στην πραγματικότητα αμερικανικές επιδιώξεις τους.
Στην Τουρκία υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα ευρασιατιστών, αλλά ο Ερντογάν κατάφερε σε αυτόν τον κύκλο, που κυρίως περιστρεφόταν γύρω από τo στρατιωτικό Επιτελείο, ένα θανάσιμο πλήγμα με την υπόθεση Εργκενεκόν. Έτσι το Ισραήλ και η Τουρκία ακολουθούν τον οδικό χάρτη μιας τρίτης πλευράς. Όλα αυτά, προφανώς, είναι βήματα προετοιμασίας της εισβο­λής στο Ιράν. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ θα έρθει η ώρα του Ιράν.
. . . . . . . .
Το Χρήμα είναι η ύλη, η αρχή της διαίρεσης. Η ψηφιοποίηση του Χρήματος είναι ένα βήμα ακόμα προς την πραγματική του φύση. Ο Πλωτίνος ονόμασε την ύλη το «ον του μη όντος» ή, αλλού, το «φάντασμα της μάζας».
Η τάξη του Χρήματος είναι μια ακραία μορφή παρακμής, απο-ανθρωποίησης και παγκόσμιας παραίσθησης. Είναι η πιο άδικη και διεφθαρμένη μορφή ύπαρξης. Το Χρήμα είναι το όριο της παρακμής και αποσύνθεσης. Δεν είναι απλό εργαλείο, είναι το ίδιο το μεταφυσικό κακό. Ο πολιτισμός που θέτει τον εαυτό του υπό τη δύναμη του Χρήματος θα χαθεί, όπως χά­θηκε η Ατλαντίδα. Αλλά παραμένω πεπεισμένος ότι οι αγώνες του Ανθρώπου εναντίον του Χρήματος, του αυθεντικού Dascin εναντίον του Gestell, της τέχνης, της αθηναϊκής τάξης πραγ­μάτων εναντίον της ατλαντικής γοητείας, δεν τερματίστηκε. Ούτε στην Ελλάδα, ούτε αλλού στον κόσμο
http://pitagorasamios.blogspot.gr

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

 

Σύγχρονες μελέτες αποκαλύπτουν τη μυστική σύνδεση ιερών τόπων του αρχαίου κόσμου. 



Φανερώνουν επίσης ένα μέρος των απόκρυφων γνώσεων που διατηρούσαν τα Ιερατεία, σχετικά με την Αστρονομία, τα Μαθηματικά, την Ενέργεια και τη Γεωδεσία, με τις οποίες επόπτευαν και καθοδηγούσαν το λαό, ορίζοντας τους πλέον κατάλληλους γεωγραφικούς τόπους για την ίδρυση ναών, πόλεων ακόμα και τον καθορισμό πεδίων μάχης.

Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ακριβής γνώση του ηλιακού συστήματος και των αστερισμών σε συνδυασμό με την γεωγραφική - γεωδαετική μορφή του χώρου και των ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων που τον διατρέχουν.

Κάθε τέτοιος χώρος, που βρισκόταν στη διασταύρωση ροών ενέργειας,ξεχώριζε από ένα ιερό, μια πόλη, ένα μαντείο, ένα βωμό και μεταγενέστερα από ένα εικονοστάσιο ή ένα απλό προσκυνητάρι. Κι αυτά να μην υπήρχαν, ο τόπος θα ήταν στοιχειωμένος, καταραμένος, ιαματικός, τυχερός κλπ.
Γενικά, αυτοί οι ιδιαίτεροι κομβικοί χώροι, οι τόποι δύναμης, έχουν κάποια φήμη, καλή ή κακή, ανάλογα με την επίδραση που ασκούν στον άνθρωπο, γιατί υπάρχει σε αυτούς ένα είδος διάμεσου, είτε ανάμεσα στη γη και στον ουρανό είτε ανάμεσα στη γη και τον κάτω κόσμο.

Αν κάνουμε μια αναδρομή στο χρόνο, θα διαπιστώσουμε πως το «στήσιμο» των ναών και των πόλεων σε συγκεκριμένα σημεία ή συντεταγμένες ξεκινάει τουλάχιστον από την εποχή του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα ή του Νώε και την εποχή της ίδρυσης του Μαντείου των Δελφών.
Στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη αναφέρεται ότι «οι οίκοι οι καθιερωμένοι για τη λατρεία των θεών αρμόζει να βρίσκονται στην κατάλληλη θέση, εκτός εκείνων των οποίων τη θέση ορίζει ο νόμος χωριστά ή κάποιο μαντείο πυθόχρηστο». Το ίδιο ισχύει και για τα Ιερά των αγροτικών περιοχών, τα αφιερωμένα σε θεούς ή ήρωες, που πρέπει να βρίσκονται συμμετρικά κατανεμημένα.
Κι όχι μόνο αυτά αλλά και τύμβοι, Ασκληπιεία, θέσεις μαχών, γυμναστήρια, θέατρα, στάδια, πύλες πόλεων, μνημεία και άλλοι χώροι με ιερή σημασία, ήταν κατανεμημένα αρμονικά σε όλο το γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας με αναλογίες και συμμετρίες στις αποστάσεις τους, επιδιώκοντας όχι μόνο την ομορφιά και την αρμονία, αλλά και την εκμετάλλευση των ευνοϊκών συνθηκών που εξέπεμπε ο κάθε τόπος, των ιερών ιδιαιτεροτήτων που είχε, όπως π.χ. το Αμφιάρειο και η στοά εγκοίμησής του.

Οι έρευνες του κ. Μανιά έχουν αποκαλύψει ένα μεγαλειώδη γεωμετρικό- γεωδαιτικό τριγωνισμό του ελληνικού γεωγραφικού χώρου και μια συμβολική σημασία των αριθμών στην αρχαία τεχνική, όπως για παράδειγμα το τρίγωνο που σχηματίζει η Δωδώνη με την Ολυμπία και το μαντείο του Τροφωνίου στην Αττική.

Εμφανίζεται πολύ συχνά π.χ. ο αριθμός π ή ο αριθμός φ της χρυσής τομής των Πυθαγορείων, σημαντικής για τη ζωή και την αρμονία. Έτσι η «προϊστορική» Ελλάδα παρουσιάζεται σαν «ένα απέραντο βιβλίο γεωμετρίας και αρμονίας των αριθμών, ένας σωστός χάρτης του Ουρανού, ένας καταπληκτικός κώδικας θρησκευτικού, επιστημονικού, φιλοσοφικού, τεχνικού και καλλιτεχνικού χαρακτήρα.

Στον «Τίμαιο» του Πλάτωνα το όλο πνεύμα είναι ότι αυτός ο κόσμος ο αισθητός, ο κόσμος τον οποίο βλέπουμε, είναι ακριβές αντίγραφο του ουράνιου σχεδίου, με αναλογίες και συμμετρίες και γενικά με μια αρμονία αριθμών.
Ο άξονας, η καρδιά της αρχαίας γνώσης ήταν να μπορούν να κάνουν τον Ουρανό και τη Γη να εναρμονίζονται, να αλληλοσυσχετίζονται. Πίστευαν ότι τα άστρα εκπέμπουν πολλές ενέργειες και δυνάμεις που μπορούν να διοχετευτούν και να ενσαρκωθούν στη γη, δημιουργώντας περαιτέρω ενεργειακά πεδία αλλά και «συνειδητότητα».

Για αυτό το λόγο οι αρχαίοι σοφοί στην Ελλάδα, όριζαν τους ιερούς τόπους σε συγκεκριμένα μέρη, μέρη τα οποία θεωρούσαν ότι διοχέτευαν αυτές τις ουράνιες ενέργειες, και συνεπώς σε κείνα τα μέρη υπήρχε ένα είδος Ιερογαμίας, μια ένωση της Γης με τον Ουρανό. Πίστευαν μάλιστα ότι αυτή η ένωση ανανεώνεται σε συγκεκριμένες στιγμές μέσα στο χρόνο, κοντά στις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια.


Οι θέσεις των ιερών τόπων εξυπηρετούσαν κάποια σκοπιμότητα, σχημάτιζαν αόρατα γεωμετρικά σχήματα, ένα είδος χάρτη του ουρανού. Τη θέση των άστρων του ουρανού παίρνουν οι ιεροί τόποι πάνω στη γη.

Τα ιερά που βρίσκονταν στο Μαραθώνα, για παράδειγμα, σχημάτιζαν τον αστερισμό του Σκορπιού, προστάτης του οποίου είναι ο Άρης, θεός του πολέμου. Παρόμοια, η γεωγραφική θέση της Αθήνας, της Ελευσίνας, των Μεγάρων, της Τανάγρας και της Αίγινας αντιστοιχεί στον αστερισμό της Παρθένου, που κυβερνήτη του έχει τον Ερμή, γεγονός που εξηγεί αστρολογικά τη μεγάλη πνευματική και εμπορική ανάπτυξη της περιοχής.
Η Ιερή Γεωμετρία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μυστηριακή γνώση του Σύμπαντος, τηςΔημιουργίας του Θεού. Τα διάφορα ιερά ιδρύονταν με τη γνώση, ότι κάθε τι στον κόσμο το όρισε ο θεός από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας. Γι αυτό έπρεπε να διατηρηθεί η καθιερωμένη τάξη στο διηνεκές.

«Όπως είναι επάνω είναι και κάτω». Για αυτό αντέγραψαν πάνω στη γη αστρικά συστήματα και αστερισμούς και μάλιστα με αριστερόστροφη φορά, ακριβώς για να εμφανίζονται ως οπτικές αντανακλάσεις της ουράνιας πραγματικότητας στη γη.
Οι αρχαίοι είχαν βρει τον τρόπο να εξουδετερώνουν την αρνητική, γεωπαθητική ενέργεια ενός χώρου, κατασκευάζοντας στο επίκεντρό του μια πυραμίδα ή ένα θολωτό κτίσμα για να διαθλούνται οι δίνες των γεωπαθητικών σημείων (π.χ. οι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών ή οι τρούλοι των βυζαντινών εκκλησιών).



Πολλοί λαοί της αρχαιότητας ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, έκαναν αυτό που λέμε Ιερή Οδοιπορία, για να βρεθούν σε τέτοιους τόπους δύναμης, όπως κάνουμε και σήμερα (Τήνος, Παναγία Σουμελά κλπ). Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότεροι χριστιανικοί ναοί χτίστηκαν πάνω στα ερείπια των αρχαίων ναών, ακριβώς σε κείνα τα μέρη που οι αρχαίοι είχαν κτίσει τα μαντεία και τα ιερά τους, επειδή θεωρούσαν ότι είχαν κάτι από τον ουρανό μέσα στη γη

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι δεν υπήρχε ο παράγοντας τύχη εκεί που συναντάμε τόπους δύναμης, αλλά αντίθετα πολύ μεγάλη σοφία από τη μεριά των φιλοσόφων ιερέων, που καθοδηγούσε τις πράξεις τους. Έτσι κατάφερναν να ανυψώσουν το λαό σε ένα ύψος πολιτισμικό, φιλοσοφικό και επιστημονικό αξιοζήλευτο για τους ανθρώπους τού σήμερα, που όλα δομούνται τυχαία και άναρχα.Η μοίρα του Ανθρώπου δεν είναι να σέρνεται, αλλά να ανυψώνεται από τη Γη στον Ουρανό. Για αυτό το λόγο και οι σοφοί όλων των λαών ίδρυαν τα ιερά και τις πόλεις τους σε κείνα τα μέρη που η Γη «παντρευόταν» με τον Ουρανό.


ΠΗΓΗ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΙΛΙΑΔΑ-ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ,ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ

Μεταξύ δύο Κόσμων, Ιλιάδα-Ευαγγελικό κείμενο

Πρόλογος στο βιβλίο του Πάνου Τζώνου: Ιλιάδα ο κόσμος μας
Από τον Θεόδωρο Ι. Ζιάκα
Το βιβλίο αυτό διαπιστώνει ότι το σύστημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού, που προσφέρει το κείμενο της Ιλιάδας για τον κόσμο της Ιωνίας του 8ου π.Χ. αιώνα, παραμένει αξιόπιστο και για τον σύγχρονο δικό μας κόσμο. Το ίδιο διαπιστώνει και για το Ευαγγελικό κείμενο, ένα κείμενο τον 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ., όπως τουλάχιστον το προσέλαβαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.
Αλλά πώς μπορούν οι κόσμοι των κειμένων αυτών να είναι και δικός μας κόσμος; Αυτό είναι το προκλητικό ερώτημα του βιβλίου.
Οι «κόσμοι» των δύο κειμένων είναι κοσμο-εικόνες, αντιλήψεις για τον κόσμο. Όχι ο ίδιος ο κόσμος. Οπότε, ή ο κόσμος είναι δεδομένος και ανεξάρτητος από τα κείμενα, ή είναι δημιούργημά τους.
Με άλλα λόγια: Ή υπάρχει μια στατική, αναλλοίωτη ανθρώπινη «φύση» και τα μεγάλα πολιτισμικά κείμενα μας λένε απλώς «τι είναι και πώς λειτουργεί», ή η εν λόγω «φύση μας» δεν είναι και τόσο «δεδομένη και αναλλοίωτη». Δηλαδή είναι κάτι που διαπλάθεται, με βάση ενυπάρχουσες ίσως δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν ενεργοποιούνται από μόνες τους, αυτόματα, αλλά χρειάζονται ειδικές πολιτισμικές επεξεργασίες, κατευθυνόμενες από τη γνώση των δυνατοτήτων αυτών, δηλαδή από κάποια «μεγάλα κείμενα».
Αν υπάρχει ανθρώπινη φύση, που επιδέχεται «καλή αλλοίωση», τότε ο ρόλος των μεγάλων κειμένων εμφανίζεται πράγματι ουσιαστικός: Εφόσον αυτά μας «έφτιαξαν» είναι όντως ο «κόσμος μας». Περιέχουν τα «πρότυπα», τους «ελκυστές», τα «κέντρα έλξης», του κόσμου μας.
Εδώ μεσολαβεί όμως ένα δεύτερο παράδοξο: Πώς μπορεί το ιλιαδικό κείμενο να είναι «ο κόσμος μας» και το ευαγγελικό κείμενο να είναι επίσης «ο κόσμος μας», αφού τα πρότυπά τους είναι εντελώς διαφορετικά και εν πολλοίς ασυμβίβαστα; Αν ο κόσμος μας είναι «και των δύο», τότε πρέπει να βρισκόμαστε κάπου «ανάμεσα», σαν σε κάποιου είδους ελλειπτική τροχιά γύρω από δύο εστιακά κέντρα. Θα πρέπει να μιλάμε τότε για μια «ένταξη» στους διαφορετικούς κόσμους τους και συνάμα για «απόκλιση» απ' αυτούς.
Μ' αυτή την ελλειπτική έννοια -και με τα δύο νοήματα του όρου- η Ιλιάδα είναι όντως ο κόσμος μας. Θα διευκρινίσω την ιδιότυπη αυτή ιδέα του βιβλίου με δύο παραδείγματα, το ένα χριστιανικό και το άλλο ομηρικό.




α. Χριστιανικό παράδειγμα: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
Μια φορά (πρόκειται για αληθινή ιστορία) επιστρέφοντας από τη λειτουργία της Αναστάσεως, ο «προοδευτικός» (τότε) Τάσιος (Αναστάσιος), εύχεται στον πατέρα του «χρόνια πολλά».
- «Τον κακό σου τον καιρό», του αποκρίνεται ο γέρος!
Πέρασαν «χρόνια πολλά», για να κατανοήσει ο Τάσιος το νόημα της απάντησης: Εφόσον ο Χριστός αναστήθηκε, είναι φανερό ότι ο θάνατος πατήθηκε, ότι το κράτος του καταλύθηκε. Το να ζητάμε το λίγο, όταν έχουμε το παν, είναι τουλάχιστον ηλιθιότητα. Τον κακό μας τον καιρό λοιπόν.
Ο γέρος βρισκόταν, προφανώς, στον αναστάσιμο κόσμο του. Ήθελε να ανήκει σ' αυτόν ολοκληρωτικά. Ο γιος του, ο Τάσιος, ανήκοντας στον νεωτερικό μας κόσμο, δεν πίστευε στην Ανάσταση. Εφόσον όμως μετείχε στην «εορτή των εορτών», την «πανήγυρη των πανηγύρεων», μετείχε εν μέρει και στον πατερικό κόσμο. Ο πατερικός κόσμος ήταν, εν μέρει, και δικός του κόσμος: «ο κόσμος μας».
Το παράδειγμα δίνει τις δυο «ακραίες» γραμμές του φάσματος. Ο «Χριστός ανέστη», η μία. «Χρόνια πολλά», η άλλη. Ο πολύς κόσμος (μας) βρίσκεται ανάμεσα. Τα λέει και τα δύο μαζί: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
β. Ομηρικό παράδειγμα: το επεισόδιο Αχιλλέα -Λυκάονα.



Ο Αχιλλέας είχε αιχμαλωτίσει τον γιο τον Πριάμου, Λυκάονα, και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο, αλλά τον εξαγόρασαν οι δικοί του. Έντεκα μέρες γλεντούσε με τους φίλους του, καθώς ήρθε από τη Λήμνο. Πάνω στις δώδεκα όμως τον ξανάριξε ο θεός στα χέρια του Αχιλλέα.
Ήταν τη στιγμή που έφευγε από το ποτάμι, όπου είχε αναμερίσει να δροσιστεί. Ήταν χωρίς περικεφαλαία και ασπίδα. Ούτε δόρυ δεν είχε. Όλα τα είχε ρίξει κάτω - γιατί τον βασάνιζε ο κάματος κι ο ιδρώτας.
Βλέποντάς τον, ο Αχιλλέας οργίστηκε και ετοιμάστηκε να τον στείλει κατευθείαν στον άλλο κόσμο. Αλλά εκείνος μόλις τον είδε έτρεξε, γονάτισε μπροστά του και με χίλια παρακάλια του ζητούσε να τον λυπηθεί. Λαχταρούσε με την καρδιά του να ξεφύγει τον κακό θάνατο και τη μαύρη μοίρα. «Χρόνια πολλά» ζητούσε ο κακομοίρης!
«... τίη όλοφύρεαι ούτως;» (τι ολοφύρεσαι έτσι;), άκουσε τη βροντερή φωνή του Αχιλλέα. Εδώ πέθανε ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερός σου. Δεν βλέπεις πόσο κι εγώ είμαι ωραίος και μεγαλόσωμος; Κι είμαι από γενναίο πατέρα κι από θεά μητέρα. Όμως και μένα με περιμένει ο θάνατος και η δυνατή η μοίρα. Και του βυθίζει το σπαθί στο σβέρκο.
[.«...αλλά, φίλος, Θάνε και συ. τίη ολοφύρεαι ούτως; / κάτθανε και Πάτροκλος, ό περ σέο πολλόν αμείνων. / Ούχ οράας οίος καί εγώ καλός τε μέγας τε; / πατρός δ' είμ' αγαθοίο, θεά δέ με γείνατο μήτηρ / αλλ' επί τοι καί εμοί θάνατος καί μοίρα κραταιή » (Φ 100-110).]
Η φράση έγινε παροιμιώδης: «Κάτθανε και Πάτροκλος». 
Τουτέστιν: Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι να πεθάνουμε έντιμα και ένδοξα.
Αυτός είναι ο κόσμος της Ιλιάδας.

Ο Αχιλλέας πιστεύει, βεβαίως, στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής, αλλά μη νομιστεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν λογαριάζει τον θάνατο. Αυτή η αθανασία της ψυχής δεν έχει καμιά αξία. Καλύτερα δούλος σ' αυτή τη ζωή παρά βασιλιάς στην άλλη, δηλώνει κατηγορηματικά. Μόνο αυτή εδώ, η μοναδική ζωή μας, έχει αξία.

Η αθανασία των Ορφικών, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, και όλων των μεταγενέστερων, έχει απαξιωθεί προκαταβολικά στην αυγή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, από τον Ποιητή των ποιητών, ο οποίος «την Ελλάδα πεπαίδευκεν», κατά τον ίδιο τον αρνητή του, τον Πλάτωνα. (Πολιτεία 606 e.) Μόνο την Ανάσταση θα ήταν διατεθειμένος να συζητήσει ο Ποιητής.
Το διαβλέπουμε στα λόγια του Σαρπηδόνα:
 «Καλέ μου, αν ήταν απ' τον πόλεμο ξεφεύγοντας ετούτον /εμείς αγέραστοι κι αθάνατοι να ζήσουμε αιώνια, / μήτε κι εγώ μαθές ανάμεσα στους πρώτους θα χτυπιόμουν, / μήτε να μπεις και σένα θα 'σπρωχνα στην δοξαντρούσα μάχη. / Μα τώρα έτσι κι αλλιώς μας ζώνουνε του χάρου οι Λάμιες όλους, / αρίφνητες. Θνητός δε δύνεται να τις ξεφύγει. Πάμε / να ιδούμε κάποιο αν θα δοξάσουμε για αν μας δοξάσει κάποιος!». [Μ 322 - 328, μτφ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή.]

Τα δικά μας «χρόνια πολλά» είναι μάλλον σαν του Λυκάονα. Συνιστούν αυταξία. Αποφυγή του θανάτου πάση θυσία. Βεβαίως δεν υποτιμούμε την «ποιοτική» διάσταση της ζωής, αλλά τη βάζουμε δεύτερη. Γι' αυτό και στην ευχή «χρόνια πολλά» προσθέτουμε συνήθως «και καλά». Το τι σήμερα εννοούμε «καλά» ας μην το σχολιάσουμε καλύτερα...
Αν στον γέρο Όμηρο ευχόμασταν τέτοιου είδους «χρόνια πολλά» θα εισπράτταμε σίγουρα ένα «τον κακό σου τον καιρό». Συνεπώς είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν πιστεύουμε στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής και συγχρόνως μακριά του, αν της δίνουμε αξία. Είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν καταφάσκουμε τη ζωή, αλλά πολύ μακριά του, αν αυτό που καταφάσκουμε είναι η «ζωούλα» μας.
Αλλά πού τέμνεται ο κόσμος του Ευαγγελίου και ο κόσμος της Ιλιάδας; Προφανώς στον κακό μας τον καιρό. Στο ότι ο Όμηρος απαιτεί αρετή και τόλμη. Στο ότι όλο το ομηρικό έπος είναι «αρετής έπαινος». [«Πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής έστιν έπαινος». (Μέγας Βασίλειος, Προς τους νέους, Υ26.)] Τέμνεται επίσης στην αναστάσιμη «ποιότητα διαθέσεως». [Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια θεολογικά, VI κ', ΡΟ τ. 90, στ. 1312C] Υπ' αυτή την έννοια είναι και δεν είναι «ο κόσμος μας».

Θα κλείσω το σημείωμά μου με την διαστολή του νεωτερικού από το ομηρικό πρότυπο: Και τα δύο είναι «ατομοκεντρικά», με την έννοια ότι ξεχωρίζουν το άτομο από την ομάδα και του δίνουν αξία. Όμως το ομηρικό άτομο είναι «πολύ πιο άτομο» από το άτομο του νεωτερικού Διαφωτισμού. Το δεύτερο είναι λιγότερο συνεκτικό από το πρώτο, πράγμα που οφείλεται, μάλλον, στην ανεπαρκή χειραφέτησή του από τον μεσαιωνικό κολεκτιβισμό.

                                                              Πηγή: Αντίφωνο

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Θεός και θεολογία στο έργο του Πλάτωνα

Από τον Παύλο Καλλιγά  !

Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της αρχαιότητας, από τον 4ο αιώνα π.Χ. ως τον 6ο αιώνα μ.Χ., αλλά και μετά, κυριαρχούσε η εντύπωση ότι ένα βασικό συστατικό της πλατωνικής φιλοσοφίας αφορούσε ζητήματα θεολογικού περιεχομένου, γεγονός που συνετέλεσε σημαντικά στην καχυποψία με την οποία αντιμετωπίστηκε η φιλοσοφία του Πλάτωνα κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα, όταν ο πλατωνισμός εθεωρείτο συχνά ένα είδος αντίπαλου δέους προς την κυρίαρχη πια χριστιανική θεολογία[1].


Η θεολογική αυτή πρόσληψη του πλατωνικού έργου γίνεται ιδιαίτερα εμφανής ήδη σε συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος ή εκείνος ο οποίος κρύβεται πίσω από το όνομα «Αλκίνοος» και που αναφέρεται ως συντάκτης ενός γνωστού πλατωνικού εγχειριδίου με τίτλο Διδασκαλικός των Πλάτωνος δογμάτων[2], ενώ μπορεί να αναφερθεί επίσης ο σημαντικός σχολάρχης της πλατωνικής σχολής των Αθηνών κατά το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. Αττικός. Είναι αρκετά πιθανό πως η παράδοση αυτή είλκυε την καταγωγή της από την Αρχαία Ακαδημία, και ιδιαίτερα από τον Ξενοκράτη, του οποίου η θεολογική θεώρηση του κόσμου έθετε ως πρωταρχική οργανωτική αρχή του σύμπαντος έναν κοσμικό Θεό-Νου. Ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ήδη από την προπλατωνική περίοδο έχουμε στα χέρια μας μια διάλεξη γραμμένη από τον εκλαϊκευτικό πλατωνιστή-ρήτορα Μάξιμο τον Τύριο, που φέρει τον τίτλο Τίς ? θε?ς κατ? Πλάτωνα[3], ενώ βέβαια αργότερα οι σχετικές θεολογικές αναζητήσεις στο χώρο του νεοπλατωνισμού έφτασαν στην κορύφωσή τους με το μνημειώδες έργο του Πρόκλου Περί τ?ς κατ? Πλάτωνα θεολογίας[4].
Αν τώρα στραφούμε στο έργο του ίδιου του Πλάτωνα και αναζητήσουμε εκεί στοιχεία θεολογικού προβληματισμού ή αναλύσεις με αυθεντικά θεολογικό περιεχόμενο, τα ευρήματά μας θα είναι σχετικά πενιχρά. Ιδιαίτερα στους πρώιμους διαλόγους του, τους λεγόμενους «σωκρατικούς», ο Πλάτων δείχνει να ενδιαφέρεται κυρίως να απαλλάξει τον Σωκράτη από την κατηγορία ότι εισήγαγε καινοφανείς απόψεις στο χώρο της θεολογίας -τα περιβόητα καινά δαιμόνια- και έτσι τον εμφανίζει να αποδέχεται ανεπιφύλακτα, αν και με τον δικό του ιδιόμορφο κριτικό τρόπο, την παραδοσιακή άποψη ότι σχετικά με το δωδεκάθεο[5], δείχνοντας μάλιστα ιδιαίτερο σεβασμό προς τον δελφικό Απόλλωνα.
Όπως εμφανίζεται να θεωρεί την εκ μέρους του εξάσκηση της φιλοσοφικής ζήτησης ως συμμόρφωση προς τις επιταγές του Απόλλωνα, ενώ και η ενασχόλησή του με τη μουσική μέσα στο κελί του λίγο πριν από το θάνατό του αποσκοπεί να φανερώσει την προσήλωσή του στη λατρεία του συγκεκριμένου θεού. Πιο σημαντικό ασφαλώς είναι ότι στον Φαίδωνα θεωρείται ως κύριο μέλημα του φιλοσόφου ο φιλοσοφικός «θάνατος», δηλαδή η αποδέσμευση της ψυχής από τα δεσμά και τη μέριμνα του σώματος, και η αναγωγή της προς τις υπεραισθητές Ιδέες. Οι τελευταίες χαρακτηρίζονται επανειλημμένα εκεί ως θεία όντα και η ψυχή λέγεται ότι έχει τη δυνατότητα να τα προσεγγίσει επειδή είναι συγγενής με εκείνα ή κάτι ομοιότατον προς αυτά.
Έτσι γίνεται σαφές ότι τα πλατωνικά είδη θεωρούνται από τη φύση τους θεϊκά και ότι η ψυχή καθίσταται και αυτή θεϊκή στο βαθμό που προσηλώνεται σε αυτά και συμμορφώνεται με τις επιταγές που απορρέουν από εκείνα. Μάλιστα σε ένα σημείου του διαλόγου (82b10-c1) ο Σωκράτης φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι με την εξάσκηση της φιλοσοφίας και με τη συναφή αποκάθαρση της ψυχής του από τη σωματικότητα, καταλήγει κανείς να ενταχθεί στο γένος των θεών. Ίσως η πιο χαρακτηριστική και σαφής διατύπωση αυτής της αντίληψης είναι εκείνη που συναντούμε λίγο αργότερα, σε μια περίφημη περικοπή από το διάλογο Θεαίτητος, όπου ως υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου προβάλλεται η μέσω των αρετών φυγή του από τα κακά που είναι συνυφασμένα με τα εγκόσμια και η κατ? αυτόν τον τρόπο ομοίωσίς του κατά το δυνατό με τον Θεό. Είναι εμφανές ότι σε αυτά τα συμφραζόμενα ως Θεός λογίζεται το σύνολο του νοητού κόσμου, που εμπεριέχει τις θεμελιώδεις αρχές του ενάρετου βίου, αυτού που οδηγεί τον άνθρωπο στην τελείωσή του. Και με αυτόν τον τρόπο η μεταφυσική θεωρία των υπερβατικών Ιδεών προσλαμβάνει αυτό που ο Ε. Π. Παπανούτσος έχει χαρακτηρίσει ως «το θρησκευτικό της βάθος»[6].
Η θεώρηση αυτή ασφαλώς προσδίδει τελικά ένα νέο και ρηξικέλευθο, για την εποχή του, περιεχόμενο στον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων ερμηνεύει και αποτιμά τη σχέση του ανθρώπου με το θείο, όμως συνεισφέρει ελάχιστα στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου θεολογικού συστήματος. Κάτι τέτοιο μοιάζει να αρχίζει να μορφοποιείται ή, εν πάση περιπτώσει, να υπονοείται μόνο στους διαλόγους της ύστερης συγγραφικής περιόδου του, όπου και φαίνεται να ρίχνει κάπως βαριά τη σκιά του σε έργα με έντονα δογματικό περιεχόμενο, όπως είναι το τελευταίο του μεγάλο σύγγραμα, οι Νόμοι. Η εξέλιξη αυτή είναι που έκανε ένα παλαιότερο διαπρεπή μελετητή της θεολογικής σκέψης του Πλάτωνα, τον Π. Μποβέ (P. Bovet), να αποφανθεί ότι, ενώ στο πρώιμο έργο του συναντούμε μια «φιλοσοφία χωρίς θρησκεία», στο ύστερο έργο του βρισκόμαστε αντίθετα αντιμέτωποι με μια «θρησκεία χωρίς φιλοσοφία»[7]. Η οπωσδήποτε ακραία και σχηματική αυτή διατύπωση μας βοηθάει ωστόσο να διακρίνουμε μια βαθμιαία μετατόπιση του ενδιαφέροντος του Πλάτωνα προς μια περισσότερο συστηματική αντιμετώπιση του ζητήματος της φύσης του Θεού, και, κυρίως, της οριοθέτησης της σχέσης του με τον άνθρωπο και τον κόσμο.
Το πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να το βρούμε ήδη προς το τέλος του δεύτερου βιβλίου της Πολιτείας του, όταν ο Σωκράτης επιχειρεί να προσδιορίσει τις βασικές προδιαγραφές τις οποίες θα πρέπει να πληροί κάθε πολιτικά πρόσφορη αφήγηση που αφορά τους θεούς, διατυπώνοντας τους περίφημους τύπους της θεολογίας (379a κ.ε.). Οι δύο βασικότεροι από αυτούς υποδεικνύουν (α) ότι, εφόσον ο Θεός είναι πραγματικά (τ? ?ντι) αγαθός, δεν μπορεί να είναι αίτιος, και επομένως υπεύθυνος, για οτιδήποτε κακό ή βλαπτικό συμβαίνει στον κόσμο, παρά μόνο για τα καλά. και ό,τι, συνεπώς, για όσα κακά συμβαίνουν θα πρέπει να αναζητηθεί κάποια άλλη αιτία, ανεξάρτητη από τη θεϊκή βούληση. (β) ότι, εφόσον ο Θεός είναι τέλειος, δεν μπορεί να υφίσταται οποιαδήποτε μεταβολή ή μεταμόρφωση, μια και κάτι τέτοιο θα τον καθιστούσε μη τέλειο[8].
Οι προδιαγραφές αυτές τηρούνται με ακρίβεια τόσο στο κοσμολογικό όραμα που εμπεριέχεται στον τελικό εσχατολογικό μύθο της Πολιτείας, όσο και κατά την περιγραφή της κοσμογονίας στον Τιμαίο. Εκεί ο δημιουργός Θεός προβαίνει σε μια σειρά από ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο κόσμος που δημιουργείται θα είναι όσο γίνεται τελειότερος και πιο εύτακτος, ένα όσο το δυνατόν καλύτερο ομοίωμα του νοητού προτύπου του στον κόσμο των Ιδεών. Ως βασικό κίνητρό του αναφέρεται η αγαθότητά του και το γεγονός ότι επιδίωξή του είναι το δημιούργημα του να είναι όσο το δυνατόν πιο όμοιο προς αυτόν. Διότι, όπως αναφέρεται, «στον άριστο δεν ήταν ούτε είναι επιτρεπτό να κάνει τίποτε άλλο από το κάλλιστο» (29e-30a). Κατ? αυτόν τον τρόπο, ο Θεός εκτός από πρότυπο για όσα καλά συμβαίνουν στον κόσμο, καθίσταται και η γενεσιουργός αιτία η οποία θέτει σε κίνηση το σχηματισμό αλλά και τη διευθέτηση του αισθητού, σύμφωνα με τις αρχές που αντλεί από το νοητό παντελ?ς ζ?ον, προφανώς μέσω της νόησής του που τον φέρνει σε επαφή με τον κόσμο των Ιδεών. Έτσι εδώ συναντούμε τον Θεό να ενεργεί ως προνοητικός Νους, σχεδιάζοντας το δημιούργημά του με τελεολογικά κριτήρια, ώστε να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δράση του Δημιουργού διέπεται και οριοθετείται από συγκεκριμένους εξωτερικούς προς αυτόν παράγοντες. Αφενός ρυθμίζεται από τον ίδιο τον τελεολογικό της χαρακτήρα ως πραγμάτωση του Αγαθού, το οποίο προϋποτίθεται και βρίσκεται ενσωματωμένο μέσα στον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης και σύνταξης του νοητού προτύπου του κόσμου, και το οποίο υφίσταται ανεξάρτητα από την κοσμογονική πρόθεση του Δημιουργού. Από την άλλη πλευρά, η δράση του υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλει η αναγκαιότητα την οποία συνεπάγεται το γεγονός ότι το δημιούργημά του είναι αισθητό και συνεπώς ενέχει το στοιχείο της υλικότητας. Διότι η ίδια η συγκρότηση της ύλης είναι τέτοια ώστε να επιβάλλει τη δική της νομοτέλεια, μια δική της ιδιαίτερη μορφή αιτιότητας. Πρόκειται για μια αναγκαιότητα μηχανιστική και πλανωμένην, η οποία δεν μπορεί να παραβιαστεί ή να καμφθεί απευθείας, αλλά μόνο να ενταχθεί στο σχεδιασμό του Δημιουργού κατά τρόπο που να εναρμονίζεται με τον συνολικό σχεδιασμό του, και έτσι να υποταχθεί μέσω ενός είδους αγαθοποιού πειθο?ς, ώστε να συνεισφέρει ως συναίτιον στην παραγωγή του αισθητού σύμπαντος. Μάλιστα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι ο αγαθός Δημιουργός θα παραμείνει εντελώς αμέτοχος στην παραγωγή ατελέστερων μορφών, όπως αυτή επιβάλλεται αναπόφευκτα από τον υλικό τους χαρακτήρα, αναθέτει τη διεκπεραίωση της σχετικής δημιουργικής δράσης σε μια ομάδα από κατώτερους -αστρικούς κατά πάσα πιθανότητα- θεούς, τους οποίους και επιφορτίζει με το σχετικό έργο προδιαγράφοντας μόνο τις γενικές αρχές που θα πρέπει να το διέπουν σε μια αξιομνημόνευτη «δημηγορία» του (41a κ.ε.).
Το ότι ο χαρακτήρας της κοσμοποιητικής αρχής η οποία διέπει και διευθετεί το αισθητό σύμπαν είναι νοητικός, γεγονός που εξασφαλίζει τον τελεολογικό σχεδιασμό του, είναι κάτι που διαφαίνεται και στους άλλους διαλόγους της ύστερης φάσης της πλατωνικής φιλοσοφίας. Έτσι, για παράδειγμα, στον κοσμολογικό μύθο του διαλόγου Πολιτικός, ο κυβερνήτης του κόσμου θεός τον εξουσιάζει και τον κατακοσμεί μέσω της φρόνησής του υπερνικώντας την ε?μαρμένην κα? σύμφυτον ?πιθυμία που τον διακατέχει κατά τις χρονικές περιόδους που εκείνος παραμένει αδρανής. Εξάλλου, στον Φίληβο (28c κ.ε.) αναφέρεται πως όλοι οι σοφοί συμφωνούν ότι βασιλεύς του ουρανού και της γης είναι ένας Νους, ο οποίος διακυβερνά τα πάντα με θαυμαστή φρόνηση. Στο τελευταίο έργο του, τους Νόμους, ο Πλάτων επανέρχεται σε αυτό το θέμα, προσδίδοντας του όμως μια νέα διάσταση. Διότι, όπως το έχει εύστοχα περιγράψει ο Βερντένιους (Verdenius), o ρόλος του Νου από «κοσμογονικός» καθίσταται εδώ «κοσμονομικός»[9]. Αντί να καθορίζει τις τύχες και την εξελικτική πορεία του κόσμου απέξω, ως υπερβατικός δημιουργός, βρίσκεται ενσωματωμένος σε αυτόν, ως το ανώτερο λογικό μέρος μιας αγαθοποιού Κοσμικής Ψυχής που ασκεί διαρκή προνοητική μέριμνα για όσα τεκταίνονται μέσα σε αυτόν.
Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή έχει να αντιπαλέψει με μιαν αντίθετή της ψυχή, η οποία, όπως λέγεται, «συναναστρέφεται την άνοια και προκαλεί όλα τα αντίθετα» προς τα έργα εκείνης, αποτελεί βέβαια μιαν εντυπωσιακή καινοτομία, που όμως δεν είναι τόσο δραματική όσο φαίνεται από πρώτη ματιά, ώστε να δικαιολογεί την επίκληση επιδράσεων προερχόμενων από ανατολικές, συγκεκριμένα περσικές, δυϊστικές δοξασίες σχετικά με τον κόσμο ως πεδίο διαμάχης μεταξύ αντιπάλων και ανταγωνιστικών θεϊκών δυνάμεων. Διότι, όπως είδαμε, ήδη στον Τίμαιο και στον μύθο του Πολιτικού, ο διευθετών Νους είχε να υπερνικήσει αντίρροπες δυνάμεις εγγενείς στο χώρο της υλικότητας. Και επίσης στον Τίμαιο και στον Φίληβο είχε υποστηριχθεί ότι ο Νούς δεν μπορεί να υπάρξει δίχως ψυχή. Επομένως το γεγονός ότι στους Νόμους ο δημιουργικός Νους βρίσκεται ενσωματωμένος στην αγαθοποιό Κοσμική Ψυχής μοιάζει ως λογική κατάληψης θεωρήσεων που είχαν προηγηθεί[10].
Γενικότερα, το γεγονός ότι ο Πλάτων μεταχειρίζεται τον όρο «θεός» για να αναφερθεί σε μια ποικιλία οντοτήτων, από την ανθρώπινη ψυχή στην καθαρότερή της εκδοχή ως τον υπερβατικό κοσμικό Δημιουργό, συμπεριλαμβανομένων ενδιαμέσως των αστρικών θεών, των θεών του δωδεκαθέου, αλλά και της ίδιας της προνοούσας Κοσμικής Ψυχής, φανερώνει ότι ο όρος αυτός, αντί να λειτουργεί ως ουσιαστικό που αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο της οντολογίας του, διατηρεί ακόμη τη δυναμική του επιθετικού προσδιορισμού, και δηλώνει μάλλον μια σειρά από ποιοτικά χαρακτηριστικά τα οποία, όλα μαζί, συνεισφέρουν στο να καταστήσουν κάτι θεϊκό. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι πρωταρχικά η αθανασία και η συναφής με αυτήν αμεταβλητότητα, η τελειότητα, η ενεργητικόητα-που έχει ως συνέπεια την προνοητική παρέμβαση του θείου στα εγκόσμια- και, περισσότερο από όλα η αγαθότητα, η οποία καθορίζει το σύνολο της δράσης του Θεού μέσα στον κόσμο. Διότι η αγαθότητα δεν αποτελεί δευτερεύον χαρακτηριστικό του Θεού, αλλά συστατικό του γνώρισμα, στοιχείο της ίδιας της ουσίας του. Γι αυτό ό, τι είναι αγαθό έχει εξ αυτού του λόγου τη δυνατότητα να χαρακτηριστεί ως θεϊκό ή ακόμη και ως Θεός. Έτσι το συγκεκριμένο αυτό χαρακτηριστικό μας ωθεί να αναζητήσουμε τον πυρήνα της έννοιας του Θεού στον Πλάτωνα στην ίδια την υπέρτατη αρχή της οντολογίας του, στην Ιδέα του Αγαθού[11]. Η τελευταία, κατά τη μοναδική κρυπτική εμφάνισή της στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας, μπορεί να μη χαρακτηρίζεται ως Θεός, όμως η όλη παρουσίασή της περιβάλλεται με λεξιλόγιο που υποβάλλει το αίσθημα μιας βαθύτατα θρησκευτικής σύλληψης της, κάτι που προκαλεί άλλωστε και τη σαστισμένη αντίδραση του συνομιλητή του Σωκράτη στον διάλογο, του Γλαύκωνα, ο οποίος μάλα γελοίως, όπως έντεχνα σημειώνει ο Πλάτων, Απόλλον, έφη, δαιμονίας υπερβολής, παραπέμποντας έτσι στον θεό-προστάτη, όπως είδαμε, της σωκρατικής φιλοσοφικής αναζήτησης.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Ιδέα του Αγαθού στερείται πολλά από τα χαρακτηριστικά που εμείς θα θεωρούσαμε απαραίτητα προκειμένου να αναγνωρίσουμε κάτι ως Θεό. Μοιάζει εντελώς απόμακρη στην απόλυτη υπερβατικότητα της ακόμη και από  και από τον κόσμο των νοητών, εφόσον βρίσκεται επέκεινα της ουσίας, ενώ παράλληλα δεν παρουσιάζει την παραμικρή ένδειξη κάποιου προσωπικού στοιχείου ή έστω οποιασδήποτε ανταπόκρισης στην ευσέβεια ή στην προσήλωση που κανείς μπορεί να επιδείξει απέναντί της. Τούτο όμως ενδεχομένως έχει να κάνει με το ότι η πλατωνική θεολογία είναι ολωσδιόλου φιλοσοφική, χωρίς να έχει την πρόθεση να συγκροτήσει κάποιο καινούργιο θρησκευτικό σύστημα ή έστω θεολογικό δόγμα. Διότι ο Θεός για τον Πλάτωνα δεν καλείται να ικανοποιήσει απλώς την ψυχολογική ανάγκη που γεννά το θρησκευτικό αίσθημα για προσφυγή σε μια ανώτερη δύναμη που να νοηματοδοτεί και να εμπλουτίζει με αξίες τη ζωή μας, αλλά συνιστά το απόλυτο οντολογικό θεμέλιο, το μέτρο με βάση το οποίο κρίνονται τα πάντα ως προς την αλήθεια και την αξία τους (πρβλ. Νόμοι 716c). Πρόκειται με άλλα λόγια για μια πρωτοφανή, εξαιρετικά τολμηρή και σχεδόν ανατρεπτική προσπάθεια να συλληφθεί η έννοια του θείου μέσω του ορθού λόγου και μόνο, ως μέγιστον μάθημα (Πολιτεία 505a2), ξεπερνώντας όλες τις προκατανοήσεις και τις προκαταλήψεις που συνόδευαν τις παραδοσιακές αντιλήψεις των συγχρόνων του, αλλά ακόμη και των μεταγενέστερων θεολόγων, οι οποίοι συνήθως περιχαρακώνονται στο πλαίσιο κάποιου δεδομένου θρησκευτικού σχήματος.
Κατ αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων εντάσσεται στην παράδοση του ελληνικού κριτικού μονοθεϊσμού, η οποία ανάγεται τουλάχιστον ως τον Ξενοφάνη. Αλλά γι? αυτόν η θεϊκότητα εμφανίζεται με ποικίλους τρόπους στα διάφορα οντολογικά επίπεδα, πάντοτε όμως άρρηκτα συνυφασμένη με την αγαθότητα. Έτσι λόγου χάριν θα πρέπει να προσέξουμε ότι αναθέτει το έργο της προνοητικής μέριμνας για την εύτακτη λειτουργία του κόσμου σε μια κατώτερη οντολογικά υπόσταση όπως είναι η Κοσμική Ψυχή, η οποία όμως βέβαια ενεργεί σύμφωνα με τις επιταγές που προέρχονται από το αγαθοειδ?ς πρότυπο προς το οποίο προσβλέπει, και το οποίο εξασφαλίζει την ευθυγράμμιση των ενεργειών της με το υπέρτατο Αγαθό. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ουσία του Θεού δεν αντιστοιχεί στην υπέρτατη βαθμίδα του οντολογικούς του συστήματος, αλλά μόνον ότι η ανθρώπινη αντίληψη για το θείο, η οποία και κυρίως τον απασχολεί ως νομοθέτη ενός ιδανικού πολιτεύματος, είναι αναπόφευκτα περιορισμένη από την αναγκαία προσήλωσή της προς τις εκφάνσεις του θείου στο χώρο της αισθητής πραγματικότητας.


--------------------------------------------------------------------------------
! Ο Παύλος Καλλιγάς είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διδάσκει αρχαία φιλοσοφία στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων, εκδ. ʼρτος Ζωής, Αθήνα 2012, σσ. 15-27. Πρώτη ανάρτηση Πεμπτουσία