ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

ΟΙ ΜΑΓΟΙ ΚΑΙ Ο ΝΑΟΣ !!



γράφει ο ΝΩΕΥΣ

Τιμώμενο Μέλο
Οι Μάγοι και οι Βασιλείς

Μέχρις ότου θυμόντουσαν στη Βαβυλώνα, εκείνα που είχαν κληρονομήσει από τη «Βασιλεία του Χαμουραμπί»(μεθερμηνευόμενο ως «ευτυχία του λαού»), ένας ήταν ο Ιερέας του Ναού κι όλοι οι υπόλοιποι άνδρες που τον επικουρούσαν στο έργο του, ήταν οι Μάγοι (του).
Ιερέας και Βασιλιάς ήταν το αυτό πρόσωπο, πρόσωπο που τον εξέλεγε η παραδεδεγμένη Σύναξη των Παρθενίδων του Ναού, δηλαδή της Βαβυλώνας. Εγγυητές δε της αποδεδειγμένης παρθενίας των εκλεκτόρων του εκάστοτε Βασιλιά ήταν πάντα, οι Μάγοι του προηγούμενου Ιερέα, οι οποίοι ήταν απαραίτητα ευνούχοι και (φυσικά) άγαμοι.
Οι Μάγοι, εκτός από τη διαχείριση της παρθενικότητας της εκλεκτορικής Σύναξης, ήταν ταυτόχρονα και διαχειριστές του συνόλου της γνώσης, που είχε συγκεντρωθεί από την ιστορία όλης της ανθρωπότητας ως παρακαταθήκη, εκεί στη Βαβυλώνα. Ήταν δηλαδή, οι «Θησαυροφύλακες του Βασιλιά».
Μία από τις ελάσσονος σημασίας γνώσεις ήταν και το «χρήμα» (ή «νόμισμα»), ως απλού μέσου δίκαιης διανομής της «ευτυχίας», που μπορούσε εκάστοτε ο Βασιλιάς να προσφέρει στο λαό της Βαβυλώνας. Το «χρήμα» ποτέ δεν μπορούσε να αποτελέσει, εκεί στη Βαβυλώνα, ως μέσο αποθησαυρισμού και αποταμίευσης εκτός Ναού. Τότε γινόταν «κρίμα, προς οδύνη του λαού». Γιʼ αυτό οι παραβάτες εξορίζονταν από τη Βαβυλώνα και για εφτά τουλάχιστον χρόνια. Το χρήμα έπρεπε να κυκλοφορεί στην Αγορά, ανεμπόδιστο από τους «παραχαράκτες» (της ευτυχίας του λαού), μέχρι να επιστρέψει τα μεσάνυχτα πάλι στο Ναό. Το καθήκον δε μεταφοράς του χρήματος, από την Αγορά στο Ναό, το είχαν πάντα οι Παρθένες της Βαβυλώνας.
Έτσι λίγο πολύ πρόκοβε η Βαβυλώνα, σε περαιτέρω γνώση, ευνομία, δικαιοσύνη και λαϊκή ευτυχία, μέχρι τα μέσα του 21ου π.Χ. αιώνα. Τότε ήταν που κατέβηκε από τον ξεπαγωμένο πρόσφατα (μάλλον εξαιτίας κάποιου «κατακλυσμού» )Βορρά λαός βάρβαρος, ύπουλος και μισάνθρωπος , οι Κοσσαίοι (ή Κασσίτες), ανήκοντες σε προηγμένο παρακλάδι των ανθρωποφάγων Πικτών, του σημερινού βρετανικού νησιωτικού συμπλέγματος.
Οι Βαβυλώνιοι, κέλτικης κυρίως προέλευσης και καταγωγής, αναγνωρίζοντας την ηθική και πολιτιστική εξέλιξη των Κοσσαίων και προκειμένου να τους αποσπάσουν παντελώς από τις επιρροές των άλλων πικτογενών φύλων, τους φιλοξένησαν και τους εγκατέστησαν στο χώρο μεταξύ Βαβυλώνας και Ουρ, παραχωρώντας τους ταυτόχρονα τη δυνατότητα να συναλλάσσονται στην Αγορά της πόλης τους, για την προμήθεια οικιακών αγαθών(τρόφιμα, ένδυση, φάρμακα κ.π.), έναντι τιμαριθμημένης αξίας χρυσού και «πολύτιμων πετραδιών». Κάθε δε επτά χρόνια, ο Ναός επέστρεφε όλο τον όγκο χρυσού και πετραδιών που συγκεντρωνόταν σʼ αυτόν, παρακρατώντας τη «Δεκάτη»(10%). Τούτο δε οι Άρχοντες των Κοσσαίων βρήκαν «φρόνιμο και δίκαιο», όχι τόσο για το δικαίωμα της Βαβυλώνας, αλλά μάλλον, για να μην περιπέσει σε οκνηρία ο λαός τους και πάψει να εργάζεται, τόσο στους αγρούς και τα εργαστήρια, όσο και στα ορυχεία.
Έτσι κυλούσαν ειρηνικά τα χρόνια, μεταξύ Κελτών και Κοσσαίων, ώσπου έφθασαν μάλιστα στο σημείο οι Βαβυλώνιοι, να αποδεχθούν στο Ναό τους, παρθένες και ευνούχους, από τους νέους των Κοσσαίων. Μόνον που την επιλογή των απεσταλμένων την έκαναν οι Άρχοντές τους, που φυσικά διάλεγαν κατά προτίμηση τα «δικά» τους παιδιά. Μέχρι το 1750 (πΧ) οι παρθένες και ευνούχοι του Ναού από τους Κοσσαίους είχαν φθάσει στο ένα τρίτο των σχετικών Συνάξεων.
Το 1746 όμως, ένα μέρος των Μάγων κι άλλο τόσο των παρθενίδων κέλτικης καταγωγής, και δοθείσης σχετικής ιστορικής ευκαιρίας, πρότειναν ως νέο Ιερέα (τους) έναν έφηβο εκ των Κοσσαίων, με παράστημα ανδρείο, όμορφο, αλλά και «ολιγόν τι θηλυπρεπή, κατά τους τρόπους». Αρκούσε όμως εκείνο το «ολίγον τι», ώστε ο συγκεκριμένος έφηβος να μην δικαιούται να φορέσει, και το στέμμα της Βασιλείας, κατά τα ήθη των Κελτών.
Δημιουργήθηκε σχετικός σάλος. Οι άρχοντες των Κοσσαίων διαμαρτυρήθηκαν και άρχισαν οι συνέπειες των πρώτων φανατισμών. Σποραδικές ταραχές και βίαιες εχθροπραξίες, με διάφορες αφορμές, είτε μέσα στη πόλη της Βαβυλώνας, είτε εκτός αυτής, γρήγορα πύκνωσαν τα μαύρα σύννεφα της ιστορίας, πάνω από την ιερή πόλη. Ώσπου το βράδυ της 24 Δεκεμβρίου 1976(μετρώντας πάντα το χρόνο με το γρηγοριανό ημερολόγιο!), ο νεοεκλεγείς Ιερέας, συνεπικουρούμενος από τη δική του μερίδα παρθενίδων και Μάγων, έσφαξε τους «ορθόδοξους» και κατέλαβε πραξικοπηματικά τον χηρεύοντα θρόνο της Βαβυλώνας.
Η «εκ του Ναού» εκείνη κατάληψη της ιερής πόλης από τους πικτογενείς Κοσσαίους, έφερε «παγκόσμιο σεισμό» στα ανθρώπινα πράγματα, εντεύθεν του σημερινού σινικού τείχους. Όλα τα κελτικογενή φύλα, από τις ακτές τη σημερινή Ελλάδα, τα Βαλκάνια, και την υπερκαυκασία ενδοχώρα, μαζί με τους Κρονίδες της Αιγύπτου και της ευρύτερης Αφρικής, ξεκίνησαν έναν παρατεταμένο πόλεμο, εναντίον των αχάριστων Κοσσαίων και των λοιπών πικτογενών «Υπερβόρειων», που θα διαρκούσε μέχρι το 1175 και θα οδηγούσε στον ιστορικό αφανισμό του «Άριου Οίκου», το διασκορπισμό και έκπτωση της κέλτικής φυλής, και προπάντων, στη διχοτόμηση και διανομή της Εξουσίας, μεταξύ «Ιερέως» και «Βασιλέα».
Έκτοτε, και μέχρι σήμερα, η Μονοκρατορία είναι εφικτή, μόνον «εν ουρανοίς». Επί γης, άλλους Μάγους έχει ο Ιερέας κι άλλους, ο Βασιλιάς. Όλοι μαζί βέβαια οι Μάγοι, αποτελούν το εκάστοτε «ιερατείο», αλλά πάντα «δικομματικά». Μία απόπειρα αναβίωσης της αρχαίας και ιερής βαβυλωνιακής παράδοσης ξεκίνησε χίλια χρόνια περίπου μετά, από τον Δηιόκη των Εκβατάνων(710 πΧ), αλλά έληξε άδοξα η προσπάθεια, μετά από συνεργασία των Μάγων της Περσίας και την πραξικοπηματική κατάληψη του θρόνου από τη μιλιταριστική οικογένεια του Δαρείου του Α΄. Το τελευταίο εγχείρημα «αποκατάστασης των πατρώων» θα γινόταν από τους Έλληνες, αλλά θα την πλήρωνε ακριβά ο Μεγαλέξανδρος, μόλις στα 33 του. Και η ιστορία πορεύεται προς «άγνωστη κατεύθυνση», ώσπου τα πράγματα να γίνουν «επί γης, ως εν ουρανώ»!
Οι Κοσσαίοι κατέβηκαν στο Ελάμ από τα βορειοδυτικά(Βρετανία, Γιουτλάνδη και Βαλτική), εξαιτίας των μεγάλων καταστροφών και κινδύνων από το λιώσιμο των πολικών πάγων, κατά το διάστημα 2400-2100 π.Χ. Ανήκαν στις προάριες φυλές του Υπερβορρά και σχηματίστηκαν σαν ξεχωριστός λαός, χάρη στην καινοτομία τους, να βγάλουν από τη διατροφική τους αλυσίδα, τα ανθρώπινα πτώματα, αρχής γενομένης να μην τρώνε ζωντανούς ανθρώπους, όπως συνέχιζαν να κάνουν απομεινάρια άλλων πικτογενών φύλων μέχρι και τον 11 μ.Χ. αιώνα.
Όσο για τον Νώε (εννοείται της Βίβλου), το μόνο που θα μπορούσα να καταθέσω εδώ, είναι ότι υπήρξε προϊόν της μυθοπλασίας των ύστερων ελληνικών χρόνων(4ος π.Χ. αιώνα), ενώ το Ελάμ υπήρξε ιστορικά ως γεωγραφική πολιτιστική περιοχή(από Μοχέντζο Ντάρο και μέχρι τις δυτικά όρια της "Μεσοποταμίας".
Από την Αία(ή και Αιά), τη «χώρα που γεννούσε χρυσάφι, οίνο και ανθρώπους»

Ανάμεσα στην πολυποίκιλη πανσπερμία ψεύδους, παραμυθιού και λησμονιάς, που εν πολλοίς έφτιαξε το μετά την τελική(;) καταστροφή του «Γιουνανιστάν»(Ιωνίας-1922) «Νεοελληνικό Κράτος», είναι και όσα απέμειναν «γνωστά», για τους Βαλλ(α)άδες των Γρεβενών. Η επικρατέστερη ετυμολογία του ονόματός τους αναφέρεται στον ανατολικότροπο όρκο «μπαλαχί», τάχα «τουρκικής έμπνευσης». Το μόνο όμως ψήγμα αλήθειας αυτής της ετυμολόγησης έχει να κάνει, με το ότι υπήρξαν από τους πλέον «ορκισμένους» εχθρούς του «τουρκισμού», του «τουρκοαλβανισμού» και των «πάσης φύσεων Οβριών(Εβραίων)», όπως ονόμαζαν οι ίδιοι όλους τους ανά τους (ιστορικούς) αιώνες επίορκους, προδότες και « δειλούς ντονμέδες»(αλλαξόπιστους από δειλία και ιδιοτέλεια). Η τελευταία παρουσία τους στο ιστορικό προσκήνιο, ως συγκροτημένου και ξεχωριστού λαού, περίπου 3500-4000 ψυχών, υπήρξε μέχρι τις αρχές της δεκαετία 1920-30 και τέλειωσε, χάρη στη βίαιη απόσπασή τους από τις βουνοκορφές της Πίνδου, σύμφωνα με το «πνεύμα και γράμμα» της πολιτικής των «πληθυσμιακών ανταλλαγών» που είχαν προωθήσει οι «Μεγάλες Δυνάμεις» και τα τοπικά τσιράκια τους στα Βαλκάνια, για την υποτιθέμενη «οριστική επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος».
Για τον βίαιο εξανδραποδισμό τους από την Πίνδο, εκτός από τη «Διεθνή Αρμοστεία», τα μάλλα θα συνέβαλαν και «δυνάμεις του ελληνικού κράτους»(βασικά, μερικές οργανωμένες μονάδες αγράμματων και σχεδόν αγριανθρώπων τσαρουχοφόρων από την Κρήτη και άλλα νησιά). Κατά τη μεταφορά τους όμως, είτε σιδηροδρομικώς είτε ατμοπλοϊκά, για τα βορειοδυτικά ορεινά μέρη της «Νέας Τουρκίας»(βλ. «Νεότουρκοι»), δεν έμειναν στη ζωή, παρά μόνο παιδιά ηλικίας κάτω των εφτά χρονών κι ορισμένες γριές με απωλεσμένα ήδη μυαλά, ήτοι συνολικά περί τα 100 άτομα. Για την σιωπηρή όμως εκτέλεση του ανοσιουργήματος εκείνου, χρειάστηκε δύο τρία χρόνια πιο μπροστά να εκτελεστεί «εν ψυχρώ και παραβύστω» ο μοναδικός αντιδρών τότε Έλληνας Διπλωμάτης Ίων Δραγούμης, πάλι από «Κρητικούς φρουρούς των Αθηνών» υπό τον «Φρούραρχο» Γρυπάρη. Στη δίκη που θα επακολουθούσε, η υπόθεση έκλεισε και μπήκε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας», με την απλή παραδοχή, ότι «ήταν ένα λάθος», η δολοφονία του Ι. Δραγούμη!
Ο πολύπαθος τελικά λαός των Βαλλ(α)άδων, δεν ήταν παρά μία αρκετά σημαντική πληθυσμιακά ομάδα των ορεσίβιων της Πίνδου, που κατάγονταν κατευθείαν από τους αρχαίους Μολοσσούς και κρατούσαν σθεναρά τα νάματα που τους είχαν αφήσει, αφενός οι δόξες του Πύρρου, τελευταίου εχθρού του εκρωμαϊσμού της Ελλάδας και αφετέρου, οι διδαχές των Δωδωναίων ιερέων.
Ήταν οι «άνθρωποι των νερών» (και των χιονιών), για τους πεδινούς της Θεσσαλίας και (πιθανά) στο τοπικό εκείνο γλωσσικό επίθεμα χρωστούσαν το όνομα
«Βαλλαά»(ή και «Γουλαά»). Οι ίδιοι, μέχρι να περάσει το δυτικό «Γιουνανιστάν»(Ελλάδα) στον οθωμανικό ζόφο και την αντίστοιχη κακομοιριά, θεωρούσαν τον λαό τους κληρονόμο της παράδοσης των Αιακίδων, αλλά, όπως πάντα, πέρα και αντίθετα με την μεταελληνική παραμυθία(μυθολογία). Για εκείνους, όπως τους δίδασκε η ζωντανή «παράδοση της Δωδώνης», υπήρχε πάντα ένα ιστορικό αίτημα-χρέος: η επιστροφή τους στην Αία(ή Αιά), στην αρχαία πατρίδα των προγόνων τους , των Μολοσσών, κάπου στη δυτική ενδοχώρα της Κασπίας Θάλασσας. Από εκεί είχαν κατασταλάξει, κατά την περίοδο της «Καθόδου των Δωριέων (1104 π.Χ.), πρώτα στην Αίγινα και, στη συνέχεια, στα υψίπεδα των νοτίων Άλπεων(Πίνδο κλπ) και βορειότερα(μέχρι την κατοπινή Ετρουρία).
Επί χίλια χρόνια περίπου, και μέχρι τα μέσα του 14ου μ.Χ. αιώνα, όταν οι «Ρωμαίοι»
( Χριστιανοί Δύσης και Ανατολής) αλληλοτρώγονταν, για το ποιοι ήταν «περισσότερο Έλληνες»( βλέπε πχ τη διαμάχη μεταξύ  «Παλαιολόγων» και  «Καντακουζηνών»!), διατηρούσαν ένα ιδιότυπο θρησκευτικό τυπικό «χριστιανικής αίρεσης», στο οποίο κυριαρχούσαν δύο άγιες μορφές: της «Παρθένου Μαρίας» και του «Γεώργιου Τροπαιοφόρου» του εκ Καισαρείας. Από τις αρχές τις «μεταρωμαϊκής» (οθωμανικής) εποχής(αυγή του 16ου αιώνα), δέχθηκαν τις νουθεσίες και την προστασία του Τάγματος των Μπεκτακτσήδων, ενσωματώνοντας στα «θρησκευτικά ήθη και έθιμά» τους αρκετές πινελιές Μωαμεθανισμού, όπως είχε συμβεί εξάλλου κατά τους προηγούμενους δύο αιώνες και από τους απελπισμένους φορολογούμενους «Μικρασιάτες»(ανατολικούς «Γιουνάν). Παρά ταύτα, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα, κάθε Βαλλ(α)άς άνω των 12 ετών γνώριζε, ότι η τιμή πού απέδιδαν στην «Παρθένο Μαρία» τους είχε περισσεύσει, αφότου η «κόρης» τους Μυρτάλη είχε παντρευτεί τον Μακεδόνα Φίλιππο Β΄ και μετονομάσθηκε «Ολυμπιάς», ενώ στην αγάπη τους για τον «Άγιο Γεώργιο» δεν ήταν μικρή η δόση περηφάνιας τους για τον «Μεγαλέξανδρο».
Αλλά η ιστορία των Βαλλ(α)άδων, είχε πολλές , και άλλες, προεκτάσεις, άγνωστές και δύσβατες, για τους αμύητους και αδιάφορους περί την «ιστορική μνήμη». Επειδή ακριβώς υπήρξε παρεπόμενο του τέλους της εποχής των ιερών Μάγων, της Βαβυλώνας και του Αλέξανδρου του Β΄ της πρώτης «Μακεδονικής Δυναστείας»!
Μπουρραμπουριάς Β΄, ο μέγας μπαγαπόντης Βασιλιάς των Κοσσαίων


Από τα «γράμματα της Αμάρνα» μαθαίνουμε, ότι ο «Μπουρραμπουριάς Β΄, βασιλιάς του Καρυτουνιάς», έγραφε στον Αχνατόν (Αμένοφι Δ΄), Βασιλιά-Ιερέα των Αιγυπτίων(1412-1362 π.Χ.), μεταξύ άλλων: «…Από τότε που η μητέρα μου και ο πατέρας σου συνήψαν φιλικές σχέσεις, αντάλλαζαν μεταξύ τους πολύτιμα δώρα και ποτέ δεν αρνήθηκε ο ένας να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του άλλου. Αλλά να που σήμερα ο αδελφός μου( εννοεί τον Αχνατόν τ.σ.) μου έστειλε ως δώρο δύο χρυσά μανέχ. Στείλε μου λοιπόν όσο χρυσάφι θα έστελνε ο πατέρας σου και εάν θέλεις να στείλεις λιγότερο από όσο αρμόζει σε σένα, στείλε μου τουλάχιστον τα μισά, από όσα θα έστελνε ο πατέρας σου. Γιατί μου έστειλες μόνον δύο χρυσά μανέχ;».
Κατά την ιστορική πραγματικότητα, ήταν η εποχή, που οι Κρονίδες και οι εκ των Αρίων Ατζέμ(κατοπινοί και ελληνιστί «Αχαιμενίδες») της Δυτικής Ασίας (σημερινή περίπου «Μ. Ανατολής»), υποκινούμενοι από τους Κοσσαίους κατακτητές της ιερής Βαβυλώνας, είχαν σπάσει τους δεσμούς τους με τους Αιγυπτίους και τον εκεί μεταφερθέντα Ναό( της Βαβυλώνας), διεκδικώντας την επικυριαρχία και χρήση των χρυσωρυχείων του Σινά . Ήταν δε γεγονός, ότι για τη μεταφορά και το (νέο) άνοιγμα του Ναού, από τη Βαβυλώνα στην Αίγυπτο, ο Μπουρραμπουριάς Α΄ είχε συνδιαλλαγή με τον Θούθμωση Γ΄, περί το 1461, έναντι του 50% της ετήσιας παραγωγής χρυσού και πετραδιών στο Σινά.. Συμβόλαιο, που στη συνέχεια είχε ανανεωθεί, χάρη και στις προσωπικές σχέσεις του Αμένοφι Γ΄ και της χήρας - μητέρας του Μπουρραμπουριά Β΄.
Ο Αχνατόν, άνθρωπος γεννημένος να χριστεί άξια, ως πρώτος Ιερέας-Βασιλιάς του νέου Ναού, μετά τη σύλησή του από τους Κοσσαίους και τους επίορκους Μάγους, είχε στείλει πράγματι το 1362 χρυσάφι, προς τον βασιλιά της Βαβυλώνας, μόνον «δύο μανέχ», ποσότητα μικρή, έστω και ως συμβολική χειρονομία. Γιατί, πράγματι, στερημένος από το Σινά και χάρη στις φιλειρηνικές του διαθέσεις προς όλη την ανθρωπότητα, δεν είχε πλέον καθόλου «ταμειακά διαθέσιμα». Απλά, με τα «δύο μανέχ» ήθελε να κάνει πράξη, εκείνο που ο ίδιος δίδασκε εκείνη τη χρονιά, συμπληρώνοντας τα 30 του χρόνια: « Εάν έχεις δύο ενδύματα και σου ζητήσει το ένα ο αδελφός σου, εσύ να του δώσεις και τα δύο». Διδασκαλία όμως που, όπως φάνηκε , δεν άρεσε, ούτε στους συνεπίκουρούς του ούτε στον αιγυπτιακό λαό, με συνέπεια να τον οδηγήσουν την ίδια χρονιά, σε θάνατο από «στενοχώρια και θλίψη». Ξεψύχησε, λίγη ώρα μετά, αφού ψιθύρισε προσευχόμενος: « Περίλυπος η ψυχή μου, ω Τατ(Θεέ μου), έως θανάτου!».[ Τέλη 19ου με αρχές 20ου μΧ αιώνα, όταν ανοίχθηκε το φέρετρό του, ανακαλύφθηκε κάτω από τα κόκαλα των ποδιών του ένα λεπτό φύλλο χρυσού, με την τελευταία του προσευχή : « Αναπνέω την εξαίρετη πνοή Σου, θαυμάζω κάθε ημέρα την ομορφιά Σου, θέλω με πάθος να ακούσω τη γλυκιά φωνή Σου, έστω και με τη μορφή του βόρειου ανέμου. Δώσε μου το χέρι και βοήθησέ με να δεχθώ το πνεύμα Σου και να ζω από αυτό. Φώναζε με αιώνια με το όνομά μου και δεν θα χαθεί ποτέ!»]..
Δεν ήταν τυχαίο, που ο Αλέξανδρος Β΄ ο Μέγας, χίλια και κάτι χρόνια μετά, σε ηλικία 30 ετών, πρώτα επισκέφθηκε τον Ναό στην Αίγυπτο και στη συνέπεια πήγε και εγκαταστάθηκε στην ανίερη πια Βαβυλώνα. Στην Αίγυπτο, δεν είχε βρει εκείνο που αναζητούσε. Είχε όμως κατά νου, ότι ούτε ο Μπουρραμπουριάς Β΄ ούτε κανένας άλλος από τους ανίερους μάγους-ιερείς, σε Αίγυπτο και Βαβυλώνα, το είχαν πιάσει στα χέρια τους. Ο Αχνατόν, τελευταίος γνωστός( ιστορικά) κάτοχός του, το είχε εμπιστευθεί σε ένα δωδεκάχρονο αγόρι, γιο έμπιστου υπηρέτη του, προερχόμενο από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Αλλά έλπιζε, όχι αβάσιμα, ότι θα το εύρισκε πιο εύκολα, ξεκινώντας από τα παλαιοπωλεία κοσμημάτων της Βαβυλώνας, τους Ενεχυροδανειστές ή τους Αργυραμοιβούς που έβριθαν εκεί. Οι τελευταίοι ήταν, ό,τι είχε απομείνει από της εποχή του κοσσαιικού «βδελύγματος», αλλά και εκείνοι θα έδιναν όλο το χρυσάφι κι όλα τα πετράδια τους, για να το αποκτήσουν. Έτσι, δεν άντεξε περισσότερα από τρία χρόνια έρευνας, ώσπου τον βρήκε το φαρμάκι κι ο πυρετός και εγκατέλειψε τον «μάταιο τούτο κόσμο». Γιατί, χωρίς τη «Χρυσή Σμίλη», ακόμη και ένας Βασιλιάς-Ιερέας, δεν θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» τον κόσμο και να τον ελευθερώσει, από όση ματαιότητα τον βαραίνει!.........
Ο Μάγος στην ιστορία


«Μάγος είναι ο Μάιος, από τους δώδεκα Μήνες»! Βοηθάει άραγε τούτη η παραδοχή, για να ορίσει κανείς, τι σημαίνει μαγεία;
«Εν αρχή…» είναι ο λόγος και η λογική. Όσο μπορεί κανείς να ορίσει τι είναι ο λόγος, άλλο τόσο μπορεί κάποιος άλλος να ορίσει, τι είναι λογικό και ποια η μάνα του. Το παράδοξο του λογικού είναι, ότι συνήθως λαμβάνεται ως τέτοιο, βασικά από διάθεση «απιστίας» και «αντικειμενικότητας». Ο λογικός όμως μίας εποχής, αγνοεί ή λησμονεί ότι, όλα μα όλα τα γεννήματα της λογικής του, ήταν κάποτε δοξασίες, κάποιου «τρελού».
Ο λόγος λέει και γίνεται: είναι η κοσμογονική συνέπεια της διαφοράς, μεταξύ σιωπής και μετα- αυτής. Η διαφορά είναι χρόνος, και είναι τόσος, όσος δεν αρκεί, για να μετανοήσει ένας αυτόχειρας! Ήταν αρκετός όμως για να γίνει, το «Big Bang»…
Αν ο λόγος λοιπόν δεν είναι Θεός, τότε προϋπήρχε αυτού η μαγεία, και τον γέννησε. Αντίθετα, αν ο Θεός είναι λόγος, τότε η γέννησή Του μες στη σιωπή Του, δεν μπορεί παρά να ήταν… μαγική. Όπως και να έχει όμως: η διαφορά είναι πάντα χρόνος!
Ένα από τα χαρίσματα του Τρελού είναι, ότι δεν μετράει, το χρόνο, τα άστρα και τις αμαρτίες του. Γιʼ αυτό ένας άνθρωπος που δεν μετράει, ούτε το χρόνο, ούτε τα άστρα κι ούτε τις αμαρτίες του, δεν «έχει χρειαν…» μαγείας και ποτέ δεν θα γίνει μάγος.
Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι μάγοι της ιστορίας, «από τον Αδάμ» μέχρι και σήμερα. Και δε γίνεται διαφορετικά, αφού εκείνο που στην «πράξη μυούνται» να αναγνωρίζουν είναι ότι: η Διαφορά είναι πάντα Χρόνος.
Τον Μάιο τα χελιδόνια κτίζουν ακόμη τις φωλιές τους, στο βόρειο ημισφαίριο του αστεριού μας. Το πόσο φλύαρα είναι εκείνον τον καιρό, δεν λέγεται! Μάρτιο και Απρίλιο, σπάνια τα βλέπει κανείς να πλατσουρίζουν στις λάσπες ή να μαζεύονται σε φωνακλάδικα κοπάδια. Δύο –δύο συνήθως, κι όλο να ερωτοτροπούν, μοιάζουν για προσωρινούς, περαστικούς περιπλανώμενους του ουρανού. Μετά την Πρωτομαγιά όμως, λες και τα στρίβει κάποια βιδίτσα και να ʽσου, που τα βλέπεις που τα χάνεις, θαυματουργούν αρχιτεκτονικά( αλήθεια!), με λάσπη και ασταμάτητη φλυαρία. Αγνοούν άραγε, ότι «ασκούν μαγεία»; Γιατί είμαι σίγουρος, ότι κάτι «λένε» και «γίνεται»!
Η «αποδεδεγμένη μαγεία», ιστορικά χάθηκε από το προσκήνιο του «Ναού» και της «Αγοράς», με το αυτοκρατορικό τέλος της Βαβυλώνας(1750 π.Χ.). Οι Κοσσαίοι καταληψίες της, δεν θα μπορούσαν ποτέ να μάθουν τα «μυστικά» των «Βαβυλώνιων» Μάγων. Επειδή ακριβώς ποτέ δεν θα μπορούσαν να μάθουν, ότι «η διαφορά είναι πάντα χρόνος». Γιʼ αυτό και θα αρκούνταν, στο αμέτρητο συγκεντρωμένο χρυσαφικό του Ναού και στα «σχεδόν μαγικά»(!) όπλα (των ειρηνικών βασικά «Βαβυλωνίων»!).
Για να συνεχίσουν τους ληστρικούς πολέμους τους, ανατολικά με τους κατοίκους των σημερινών Ινδιών και τους Κινέζους του Θιβέτ και δυτικά, μέχρι και με τους Αιγυπτίους και τους «Τρώες» (1200 π.Χ. περίπου). Πεντακόσια και περισσότερα χρόνια, ήταν ο τρόμος και ο φόβος όλης της «Οικουμένης». Τα όπλα των ειρηνικών Βαβυλωνίων, στα χέρια πρώην ανθρωποφάγων, μόνο θεούς, δαίμονες, ημίθεους, τέρατα, ήρωες και παρόμοια ήδη τρέλας, θα μπορούσαν να επιφέρουν, στα μυαλά και στις «λαϊκές ψυχές».
Αν ακολουθήσουμε την καθιερωμένη, ακαδημαϊκή παραδοχή, όπως αυτή γεννήθηκε και τράφηκε από το μεσουράνημα του Διαφωτισμού και μέχρι σήμερα, κατά την «χιλιετία» εκείνη( 1750-1200 π.Χ. περίπου) γεννήθηκε ιστορικά, η μεγαλύτερη και πιο παρατεταμένη διχόνοια μεταξύ των ανθρώπων όλης της Οικουμένης. Επρόκειτο για την κρίση και αποσύνθεση της «Άριας» ή «Ινδοευρωπαϊκής» ομογένειας:«ιαπετικής», κατά τους Έλληνες, «σανσκριτικής», κατά την σύγχρονη «Ακαδημία». Η «ομηρική εκδοχή» της ιωνικής «λαϊκής ψυχής», αποτελούσε τον απόηχο εκείνης της περιόδου, «κοσσαίικης κακοδαιμονίας» επί της Δυτικής Οικουμένης: από Μ. Ασία-Συρία και μέχρι τις «Στήλες του Ηρακλή»(Γιβράλταρ). Στην «Ανατολή»(υπόλοιπη ηπειρωτική Ασία σχεδόν), όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο, οι Δυτικοί θα τα «μάθαιναν» δύο χιλιάδες χρόνια μετά: από τον «Μάρκο Πόλο», τις «Βέδδες», τους «Εθνολόγους» του 19ου μ.Χ. αιώνα και το …Χόλυγουντ!
Το βάθος της κακοδαιμονίας που έσπειραν οι Κοσσαίοι στις ανθρώπινες ψυχές και στα μυαλά τους, ξεκινούσε από τη δύναμη που έδινε στους απογόνους και κληρονόμους μερικών Μάγων της ειρηνικής Βαβυλώνας( με τους «κρεμαστούς κήπους»!), η διανοητική αδυναμία των υπερβόρειων κατακτητών τους, να «μάθουν» τα «μυστικά των Μάγων».
Εβδομήντα δύο «καθιερωμένοι και αποδεκτοί» Μάγοι του Ναού, πεθαίνουν στη Βαβυλώνα, από βασανιστήρια και τελικές εκτελέσεις τους. Όσο κι αν προσπαθούσαν να φανερώσουν στους ανακριτές τους, όλα τα «μυστικά των Μάγων», εκεί που κολλούσαν και δεν έπαιρναν τα μυαλά των σχεδόν πάντα ημιμεθυσμένων Κοσσαίων, ήταν στο: «Η διαφορά είναι πάντα χρόνος»!
Τα «μυστικά του Ναού» ήταν 72 «δοξασμένα» και 6 «αδόκιμα». Όσες και οι «σημερινές» κάρτες «Ταρώ». Παρέμενε όμως «μυστήριο», μετά το θάνατο και του τελευταίου από τους «Εβδομήντα Δύο», αν οι επιζώντες Έξι του Ναού, ήταν κάποιοι από τους εβδομήντα δύο «Κλειδούχους» των « δοξασμένων μυστικών» ή και οι Έξι επιζώντες ήταν, εκείνοι που είχαν τα «κλειδιά», των «αδόκιμων μυστικών».
Αλλά στη συνέχεια, όταν οι Κοσσαίοι θα άρχιζαν να ηρεμούν που και που, θα άρχιζαν να προσέχουν και μερικές διαφορές, στα ήθη και τα έθη των ειρηνικών Βαβυλωνίων. Έτσι, μετά από δύο τρεις αιώνες, και από «παρενέργειες συνουσίας» τους, με τους «γιους και τις θυγατέρες των ανθρώπων», θα προέκυπτε το ακόμη πιο στρυφνό αντίγραφο της «αρχαίας απορίας»: « Δεν ήταν μόνον 72 και Έξι, αλλά έξι από αυτούς ήταν Κόρες και δώδεκα Αδιάφοροι!».
Ήταν «συμπέρασμα», από εκείνα που δημιουργούν ιστορίες, για «θησαυρούς», «θεούς» και «θαύματα». Ανάμεσα στους Εβδομήντα Δύο, μόνον το κορμί μίας Κόρης έριξαν κατ…(σε «κακά χάλια») στα σκυλιά τους(!) οι κατακτητές. Πέντε «γυναίκες και ένας άνδρας», θα έλεγε κάθε κοινός άνθρωπος, αν συναντούσε μαζί τότε, τους έξι φυγάδες της Βαβυλώνας, περιπλανώμενα χελιδόνια, προς την «Εσπερία»: εννοώντας το «Ίλιον»( « Μικρή Ασία»= «μικρή φωτιά= «Τροία» κλπ). Αλλά οι «πολιτισμένοι» πια, μετά από δύο αιώνες, Κοσσαίοι άρχοντες, με τους «σοφούς» τους, τους «αντιγράφους» τους, τους έξυπνους και ανόητους τσαρλατάνους και, τέλος, με τις «Μυστικές Υπηρεσίες» τους, είχαν πια ξεχάσει τα «κλειδιά», είχα ξεχάσει και τον «χρόνο», και κόλλησαν στην απορία, αν ο «άνδρας» ήταν, «αρσενικός ή αδιάφορος»!
Τα μυστικά των Μάγων και του Ναού

Τα 78 κλειδιά των «μαγικών μυστικών», με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μαρτυρούν τον χρόνο. Ένα από αυτά, τον ορίζει. Τα υπόλοιπα ορίζουν τις 77 διαφορές, που τον προϋποθέτουν.
Ο χρόνος κάνει το μηδέν και το άπειρο να υπάρχουν, επειδή ο ίδιος δεν είναι ούτε μηδενικός ούτε άπειρος. Απέναντι στο μηδέν και το άπειρο, ο χρόνος αντίκειται, είναι «αντικειμενικός». Ως «τέτοιος», διαποτίζει με την παρουσία του κι όλες τις κάρτες Ταρώ, μέσα από τη συμβολική αλληλουχία των ιχνών του και των δεικτών(συμβόλων) τους.
Ο πιο γνωστός αρχαίος σταθμός του «ΤΑΡΩ» υπήρξε η χώρα των Αναριάκων, λαού «προ-Άριας»(πριν το 2.500 π.Χ.) ιστορικής παρουσίας, γύρω από τις δυτικές και βόρειες παρυφές του όρους Ινδοκούχ. Τελευταίος δε «σοφός» και «δίκαιος Βασιλιάς» που διδάχθηκε το «ΤΑΡΩ», κατʼ ευθεία από ηγέτη των Αναριάκων, ήταν ο Δηϊόκης των Εκβατάνων(710 π.Χ. περίπου).
Κατά τις μαρτυρίες του Φερεκύδη, Δημοσιογράφου εποχής(7ου-6ου π.Χ. αι.), η «Δέλτος»(Κάρτα) του Μάγου, μεταξύ των υπόλοιπων 77, για τους Αναρίακες ήταν η «εβδομηκοστή έβδομη»: η 78η, ήταν του Τρελού! Ήταν ένα τετραγωνισμένο κομμάτι από δέρμα αρσενικού εριφίου, βαμμένο με ανεξίτηλο μαύρο χρώμα. Επάνω στο μαύρο «πίνακα», με 77 «χρυσές σφήνες», ήταν γραμμένα τα ονόματα των έξι διασωθέντων από τα χέρια των Κοσσαίων μάγων:
«MENONLELITMATASKOKIS –NA ʼMA –KISTAS».
Καθώς θα φανέρωνε ο Δηϊόκης στο γιο και διάδοχό του Κυναξάρη, αλλά και σε μαθητές του στα «Δίκαια των Ανθρώπων», με τα έξι εκείνα ονόματα οι Αναρίακες, μνημόνευαν, και μία «αλήθεια». Ότι δηλαδή, φεύγοντας από τη Βαβυλώνα οι Έξι, χρεώθηκε ο καθένας τους, από 13 κλειδιά.
Το μαύρο «χαρτί», το κρατούσε στα «χέρια» της η ΝΑʼΜΑ. Τα υπόλοιπα 11 μυστικά, που είχε κλειδωμένα πάνω της, αγνοούσε η ίδια, αν οι κατά την τάξη του Ναού κτήτορες τους ήταν, από τους νεκρούς Μάγους ή τους υπόλοιπους πέντε επιζώντες. Αλλά για το μαύρο «χαρτί» γνώριζε, ότι ο νόμιμος κτήτορας του, προ Κοσσαίων, ήταν μεταξύ των υπόλοιπων πέντε επιζώντων.
Το δικό της βέβαια χρέος, αυτό καθεαυτό, παρέμενε το ίδιο, όπως και προ Κοσσαίων: εκείνος της «Ιέρειας» των «Δώδεκα Ωρών». Κάθε «Ώρα» ήταν ένα «μυστικό», από εκείνα που ʽχαν μείνει ορφανά από τους Μάγους θεράποντές τους. Τούτο σήμαινε, ότι εφόσον θα παρέμενε πιστή φύλακας των 12 κλειδιών, θα έπρεπε να διατηρήσει «άγαμον παρθενία». Γιατί, στην προ Κοσσαίων εποχή και ήδη επί εφτά χρόνια, η ΝΑʼΜΑ ήταν κοινή σύζυγος των ένδεκα νεκρών (πια) Μάγων κτητόρων τους και ενός επιζώντος.
Οι δώδεκα «Δέλτοι» των «Ωρών», με την πρώτη ανάγνωσή τους από ένα σημερινό μάτι, θα θύμιζε τα «Ζώδια». Αλλά και άλλες γνωστές και διακεκριμένες δωδεκάδες: ανθρώπων, ζώων, πραγμάτων, πράξεων, ποιοτήτων και καταστάσεων. Μία δεύτερη ματιά, πιο διεισδυτική ίσως από εκείνη ενός σύγχρονου «θεωρητικού Αστρολόγου», θα πρόσεχε και κάποιον «ουράνιο χάρτη». Αν η ματιά εκείνη έδειχνε λίγη περισσότερη «περιέργεια» θα διαπίστωνε, ίσως, ότι όταν οι 12 «κάρτες» θα έμπαιναν σε μία άλλη συγκεκριμένη διάταξη, θα αποκάλυπταν τους «δώδεκα παλμούς» της «ανθρώπινης συνείδησης»:
«Προβολή, Συμβολή, Υπερβολή, Μεταβολή, Περιβολή, Παραβολή, Υποβολή, Διαβολή, Αναβολή, Καταβολή, Επιβολή και … Νόηση(Εμβολή)». Για καθένα «παλμό» αντιστοιχούσε και μία από τις επόμενες σημερινές «κάρτες Ταρώ», αλλά με ανάποδη αρίθμηση: 76, 75, 74, κ.ο.κ. μέχρι 65.
Το «65», η «Νόηση», κατά τους Αναρίακες, τον Δηϊόκη και τον Φερεκύδη, ήταν η «προδοσία της συνείδησης», ο «θάνατός» της! Ο Πιέρ Σιμόν ντε Λαπλάς έγραψε για τη Νόηση στα «Δοκίμιά» του:
«Αν υπήρχε μία Νόηση που να γνώριζε σε κάθε στιγμή όλες τις δυνάμεις που δίνουν κίνηση στη Φύση και τις σχετικές θέσεις όλων των πραγμάτων που υπάρχουν σʼ αυτή, κι αν αυτή η Νόηση ήταν τέτοια ώστε να κατορθώσει να αναλύσει τα δεδομένα, θα μπορούσε να συνοψίσει σʼ ένα μοναδικό τύπο την κίνηση των μεγαλύτερων σωμάτων του σύμπαντος μαζί μʼ αυτή των ελαφρύτερων ατόμων: για μία τέτοια Νόηση τίποτε δεν θα ήταν αβέβαιο. Και το μέλλον όπως και το παρελθόν, θα γινόταν μπροστά στα μάτια της». Και τα μάτια της Νόησης αυτής, δεν μπορεί παρά να είναι, αυτή καθεαυτή η ζωντάνια: «Ο Θεός είναι ζων και Θεός των ζώντων», που «δίνουν κίνηση στη Φύση»!
Νόηση και Προβολή, αποτελούν «νόμισμα» της συνείδησης, με τις «δύο όψεις» του. Το «μυστικό» της ζωντάνιας έγκειται, στο μυστήριο της «νοητικής βεβαιότητας», απέναντι σε κάθε επόμενη («καινή») προβολή. Εξ ου και οι σημερινοί «μάγοι εργαστηρίου», οι ενασχολούμενοι με τα του «Εγκεφάλου» γενικά, αλλά και του «ανθρώπινου» ειδικότερα, καταλήγουν στη «Βιολογία»!
«Θα ήθελα με ευχαρίστηση,
σε ένα πείραμα,
τη σκόνη αυτού του κόσμου
με τις σταγόνες της δροσιάς
να ξεπλύνω», τραγουδούσε ο Ιάπωνας ποιητής Μπάσω(Basho) το 1660(μΧ) περίπου.
Ο Μπάσω ήταν ένας μάγος του «Ανατέλοντος Ηλίου». Αναζητούσε μες στη Φύση, την ανανέωση της ψυχής του. Στο ποίημά του «Το Ιστορικό ενός ανεμοδαρμένου Ανθρώπινου σκελετού», η «πίπτουσα σταγόνα δροσιάς» είναι η αρχή της μαγείας εκείνης, που η ψυχή νοιώθει καθαρή, σαν τη «θεωρεί». Είναι ο «έρως», πριν το «ωμέγα» του!
Ο Μπάσω, ποτέ του δεν «έδωσε λογαριασμό» για το «τι ψυχή θα παρέδιδε» και «σε ποιον», γιʼ αυτό και δεν επιβάρυνε καν τους συνανθρώπους του, με «έξοδα ταφής» του. Ποτέ δεν έμαθε κανείς, από όσους είχαν τη χαρά να τον γνωρίζουν, αλλά και εκείνους που είχαν τη φήμη του στο νου τους, πως και για πού εξαφανίστηκε μία ημέρα στα σαράντα του(1684). Επέστρεψε μετά από δέκα τέσσερα χρόνια, ως «σκελετός του εαυτού» του, τραγουδώντας:
«Απόψε ο αέρας φυσά
μέσʼ απʼ τα κλαδιά του Μπάσω,
Ακούω τη βροχή να πέφτει,
Σταγόνα πάνω στη λεκάνη».
Το πρωινό κιόλας της επομένης, χαράματα, πριν ξυπνήσουν του ήλιου «οι πλανεύτρες θυγατέρες», σηκώθηκε και έφυγε πάλι πεζά στο μισοσκόταδο, απαγγέλλοντας σε χαμηλό και αργό τόνο:
«Σπάζοντας την ησυχία
Μίας αρχαίας λιμνούλας
Ένας βάτραχος πήδηξε μες στο νερό
Ένας βαθύς συντονισμός»!
Η ΝΑʼΜΑ έμεινε σε «άγαμον παρθενία» και χάθηκε μέσα στη φούρια του χρόνου και της ανθρώπινης ιστορίας. Ό, τι και όσα να έλεγαν για εκείνην οι Αναρίακες, μετά από χίλια χρόνια, τότε το 710 π.Χ. οι άνθρωποι θα το «πίστευαν», σαν κάτι το φυσικό ή εφικτό. Σήμερα όμως, «εποχή διαστημικών αναζητήσεων» και σχετικών ονειροπολήσεων, θα γίνονταν αντικείμενο, μάλλον «χλευασμού» ή, στη χειρότερη περίπτωση, τροφή για «εξωγήινες προσδοκίες»!
Το μαύρο «χαρτί» ανήκε στο Μάγο, που την επόμενη χρονιά, εκείνης της κατάληψης από τους Κοσσαίους, θα είχε τα πρωτεία στο Ναό. Θα ήταν ο «Αρχιερέας ενιαυσίου». Όμως η Ιέρεια είχε επίσης χρέος τιμής και αφοσίωσης προς τον Ναό, όσο θα ανέπνεε, να μη φανερώσει ποτέ το όνομά του. Η ΝΑ ʼΜΑ συνεπώς, έκρυβε με την αναπνοή της, δύο μεγάλα μυστικά: και ότι ήταν ζωντανός ο «Αρχιερέας» και το όνομά του. Εκείνος ήταν ο κλειδοκράτορας, του «μαύρου χαρτιού»!

https://www.e-steki.gr/



10 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.