ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Μίκης που ΔΕΝ μπορούν να αποσιωπήσουν…

 


Θανάσης Κ. 

 

R.I.P.

Ο Μίκης Θοδωράκης “αναπαύθηκε σήμερα εν Ειρήνη”…

Στο μεταξύ αφού τον καπηλεύθηκαν, αυτοί που το συνηθίζουν,

αφού φώναξαν τα διχαστικά συνθήματά τους, μπροστά στο φέρετρό του, 

όσοι αυτό έχουν μάθει να κάνουν, 

αφού λεηλάτησαν το έργο και τη μνήμη του “συγγενείς και φίλοι”, 

ο ίδιος ο Μίκης βρήκε πια τη θέση του στην Ιστορία. 

 

Γιατί στη Μυθολογία είχε περάσει ήδη προ πολλού, όσο ακόμα βρισκόταν εν ζωή…

 

Και ενώ ακούσαμε τόσα πολλά για τον Μίκη δεν ακούσαμε σχεδόν τίποτε για την πνευματική κληρονομιά του – πέρα από τη μουσική του. 

Αυτή που άφησε με την παρουσία του, με τις παρεμβάσεις του, με τις συνεντεύξεις και τις δημόσιες ομιλίες του – κυρίως με την τελευταία και πιο συγκλονιστική – στο Σύνταγμα, στις 4 Φεβρουαρίου του 2018, όταν υπήρξε ο κεντρικός ομιλητής στο τεράστιο λαϊκό Συλλαλητήριο κατά της “Συμφωνίας των Πρεσπών”…

 

Με αυτόν το Θοδωράκη δεν ασχολήθηκε κανένας “επίσημος”. 

Γιατί αυτός ο Θοδωράκης “ενοχλεί”. 

Αυτόν λοιπόν, θα σας θυμίσω σήμερα, εντελώς συνοπτικά βέβαια (γιατί αυτή η πνευματική κληρονομιά του είναι επίσης μεγάλη)

 

Στις 30 Μαρτίου του 2007 είχε παρουσιάσει τη μουσική του σύνθεση για το έργο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού “Ακολουθία εις Κεκημημένους”…

Στη συνέντευξη Τύπου που είχε γίνει μια ημέρα πριν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε αναφερθεί στην Ορθοδοξία και την πίστη του, ενώ είχε ασκήσει και δριμεία κριτική σήμερα αυτοπροσδιορίζονται ως “προοδευτικοί”… απαξιώνοντας την ιστορία μας και τις καταβολές μας:

 

—«;Hμουν αντιστασιακός, κομμουνιστής και παράλληλα Χριστιανός, άνθρωπος που πίστευε στην Ορθοδοξία»,

 είχε πει χαρακτηριστικά τότε. Και συνέχισε: 

 

«Τελειώσαμε με τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Ρήγα Φεραίο, με το Αρκάδι, το Μεσολόγγι, με τα σύμβολα. 

Τους πειράζει η 25η Μαρτίου. Γιατί όμως; 

Γιατί οι ελευθερωτές μας ήταν οι φουστανελάδες, τους οποίους κατηγορούν ως “αγράμματους”. Αυτοί όμως μας απελευθέρωσαν…”

 

…”Αυτοί ήταν επαναστάτες. Ποιοι είναι οι σημερινοί που λένε ότι είναι “προοδευτικοί”; Τι σχέση έχουν αυτοί με όλα αυτά;”

.

“…Έχει συνέχεια ο ελληνισμός. Μόνο με την ανανέωση της μνήμης και της πίστης μπορούμε να γίνουμε κάτι. Πρέπει να έχουμε βάσεις και ρίζες, να είμαστε περήφανοι για αυτό το καταπληκτικό πάντρεμα της ουσίας της ελληνικότητας με την ουσία του Χριστιανισμού…” 

Μάλιστα είχε σπεύσει τότε να υποστηρίξει και τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο για τις επιθέσεις που δεχόταν από διάφορους κύκλους γιατί εξέφραζε απλά τη γνώμη του. 

«Βέβαια, αν κάνει μία δήλωση ο Μακαριότατος βγαίνουν και τον χτυπούν, αμφισβητώντας το δικαίωμά του να έχει γνώμη, όπως έχει ο κάθε πολίτης. 

Και αν διαφωνούν με τη γνώμη του, να την αντιμετωπίσουν με επιχειρήματα. Όχι με κραυγές και αναθέματα λάσπης. Με στεναχωρεί το ότι εμείς παλέψαμε, η γενιά η δική μου, για να έρθει αυτή η δημοκρατία που ζούμε σήμερα…” 

“…Ας έρθει ο οποιοσδήποτε να με αντικρούσει. Τι να μου πουν εμένα; Ότι δεν πάλεψα; Ότι δεν είμαι προοδευτικός; Ότι δεν έπιασα το σφυγμό του λαού; Ότι δεν έδωσα καλή τροφή στον λαό;».

 

Αυτά έλεγε ο Θοδωράκης, χρόνια τώρα. Και τα αποσιωπούσαν.

Και τώρα που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, τον “χαιρέτησαν”, τον “τίμησαν”, αλλά και πάλι αποσιώπησαν την πνευματική κληρονομιά του. 

 

Όπως αποσιώπησαν (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) και την φοβερή ομιλία του στο Σύνταγμα για το Μακεδονικό, αρχές Φεβρουαρίου του 2018…

Όπου είπε μεταξύ άλλων τα εξής – ξεδιπλώνοντας την ταυτότητά του όπως ανέφερε χαρακτηριστικά τότε:

Φίλοι και Φίλες,

“…Αφιερώνω την ομιλία μου στον Έλληνα που μας έβγαλε από τον Οθωμανικό ζυγό και που πέθανε σαν σήμερα, στις 4 του Φλεβάρη του 1843, πριν από 175 χρόνια, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Εγώ δεν ντρέπομαι όπως οι εθνομηδενιστές που μας κυβερνούν να παραμείνω πιστός στις ιερές σκιές των προγόνων μας που μας δίδαξαν την αγάπη και τη θυσία για το Έθνος και την Πατρίδα -μια πατρίδα που σέβεται και αγαπά όλες τις πατρίδες του κόσμου- να είμαι πατριώτης διεθνιστής και συνάμα να περιφρονώ και να μάχομαι τον φασισμό σε όλες του τις μορφές και προ παντός στην πιο πονηρή, απατηλή και επικίνδυνη μορφή του, την «αριστερίστικη»…



“…Και τώρα που ξεδίπλωσα την ταυτότητά μου προς όλες τις κατευθύνσεις, μπορώ να αρχίσω την ομιλία μου:

Αγαπητοί μου πατριώτες και πατριώτισσες…”


Και αρχίζει να κατακεραυνώνει όλες τις εθνικές παραχωρήσεις που τότε ετοιμάζονταν και στη συνέχεια έγιναν με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

Μεταξύ άλλων υπογραμμίζει τότε:

 
“…Το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών στα 1992 αποφάσισε για μια εθνική κοινή γραμμή πλεύσης σε μια ονομασία στην οποία δεν θα περιέχεται καθόλου και με κανένα τρόπο η λέξη «Μακεδονία» με γεωγραφικούς ή άλλους προσδιορισμούς. Π.χ. «Άνω» ή «Βόρεια» ή ακόμα χειρότερα «Νέα» Μακεδονία, που είναι ακόμα πιο προδοτικό γιατί διαγράφει την ιστορική Ελληνική Μακεδονία και ανακηρύσσει ως διάδοχό της μια περιοχή με άλλο λαό…”

“…Τα μαύρα σύννεφα που μας απειλούν γίνονται κάθε μέρα και περισσότερο ορατά. Εάν υποχωρήσουμε τώρα στην ανοιχτή πρόκληση των Σκοπίων, που χωρίς να έχουν παραιτηθεί από τον κύριο στόχο της εθνικής τους πολιτικής επιδιώκουν σήμερα να γίνουν μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης με την ψήφο τη δική μας για να μπορούν αύριο-μεθαύριο να μας απειλούν από ισχυρότερη θέση, τότε θα είμαστε άξιοι της Μοίρας μας”.

“…Το γεγονός ότι υπάρχουν χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην Ιστορία, δεν νομίζω ότι μας αφορά, αφού η δική μας απόφαση και μόνο είναι που θα νομιμοποιήσει ιστορικά και θα κρίνει τελεσίδικα το θέμα αυτό”

“…Γιατί μόνο εμείς οι Έλληνες μπορούμε να δώσουμε ή να μη δώσουμε το δικαίωμα στους Σκοπιανούς να οικειοποιούνται στο μέλλον μέσω του ονόματος ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ένα αναπόσπαστο από κάθε άποψη, ιστορική και πολιτισμική, τμήμα του Ελληνισμού. Για να το πω πιο απλά ώστε να γίνω κατανοητός, χρειάζεται η βούλα της Ελλάδας για να θεωρηθούν γνήσιοι Μακεδόνες και όχι χάρτινοι και νόθοι όπως είναι σήμερα”…”

“…Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Πατριώτες και πατριώτισσες,

Σε όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα για την ενότητα του ελληνικού Λαού. Πιστεύω απόλυτα ότι κι αυτό το μεγάλο πρόβλημα θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ενωμένοι σαν μια γροθιά. Και πιστεύω απόλυτα ότι είμαστε ενωμένοι. Γιατί ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες μας, είμαστε όλοι πατριώτες.

Όταν υπερασπίζεται κανείς τα δίκαια της πατρίδας του και του Λαού του, αυτό δεν είναι εθνικισμός, είναι πατριωτισμός! Και η Ελλάδα σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει ανάγκη από πατριώτες!

Οι Έλληνες σήμερα ενωμένοι δίνουν όλοι μαζί την απάντηση από την πλατεία Συντάγματος: Η Μακεδονία είναι μία και ήταν, είναι και θα είναι πάντα Ελληνική.”

 

Αυτή ήταν η τελευταία βροντερή παρέμβαση του Μίκη Θοδωράκη!

Συγκλόνισε τότε το Πανελλήνιο.

 

Μέχρι και ξένοι ηγέτες προσπάθησαν τότε να επικοινωνήσουν μαζί του, για να του ζητήσουν να αλλάξει θέση. Ή, έστω να τη μαλακώσει κάπως…

 

Τους διαολόστειλε! Κανονικά. Και κυριολεκτικά…

 

Κι αυτό σήμερα αποσιωπάται, επίσης…

 

Στο μεταξύ ο ίδιος ο Μίκης είχε αποκαλύψει ότι ήδη από τη δεκαετία του 70 είχε τσακωθεί με τον πανίσχυρο τότε ιστορικό ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας (Γιόζιπ Μπρόζ) Τίτο, όταν αυτός του είχε ζητήσει να συνθέσει τον… ύμνο της Ομόσπονδης τότε Γιουγκοσλαβικής “Μακεδονίας”. 

Ο Μίκης από τότε του είχε ξεκόψει ότι η Μακεδονία είναι μια και είναι Ελληνική…

 

Και δεν ήταν μόνο στο Μακεδονικό που είχε αυτές τις θέσεις. 

Σε όλη τη γκάμα των λεγομένων “εθνικών θεμάτων” είχε αντίστοιχη στάση:

Όχι πρόσφατα! Επί δεκαετίες…

 

Χαρακτηριστική (μεταξύ πολλών άλλων) είναι η δήλωσή του Μίκη στις 2 Δεκεμβρίου του 2009, τρείς μέρες μετά την εκλογή Σαμαρά στην αρχηγία της ΝΔ:

 


“Στην σημερινή εποχή η χώρα μας”, έλεγε τότε ο Μίκης,  “αντιμετωπίζει μεγάλους κινδύνους λόγω της παγκοσμιοποίηση, της οποίας κύριοι στόχοι, μεταξύ άλλων, είναι ο αφελληνισμός μας, καθώς και η εξάλειψη της ιστορικής μας μνήμης και της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Πρωταρχική μας επιδίωξη, επομένως θα πρέπει να είναι η διαφύλαξη της εθνικής μας συνείδησης και η καλλιέργεια του πατριωτισμού. 

Δύο κομβικά προβλήματα… υπήρξαν:

α) το θέμα των Σκοπίων, στο οποίο σε μας τους Έλληνες δεν επιτρέπεται να τα αναγνωρίσουμε με το όνομα της “Μακεδονία”, εφ’ όσον σεβόμαστε την ιστορία μας και τον ίδιο τον εαυτό μαςως Έθνος ζωντανό και περήφανο, και

β) η στάση μας στο Σχέδιο Ανάν…

Σ’ αυτά τα δύο θέματα οι απόψεις μου συνέπεσαν πλήρως (για το πρώτο ήδη από το 1991) με εκείνες του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος από τη νέα του θέση αποτελεί για όσους σκέπτονται όπως εγώ, ισχυρή ενίσχυση και ελπίδα…”

 

Μετά την κηδεία του Μίκη Θοδωράκη κάποιοι προσπαθούν να θάψουν και τη μεγάλη πνευματική κληρονομιά του. 

Όχι την “πολιτική κληρονομιά του. Την πνευματική: Αυτή που επιμένει πως για να κάνουμε το άλμα στο αύριο πρέπει να πατάμε γερά στην Ιστορία μας, στην πολιτιστική μας παράδοση, στην κληρονομιά μας. 

Προσπαθούν, προσπαθούν, αλλά δεν τα καταφέρνουν…

Γιατί εδώ όσοι ζουν, ξέρουν και θυμούνται…

 

Κι εκεί που πήγε ο Μίκης δεν θα σταματήσει να “ξεσηκώνει”… αγγέλους και δαίμονες. 

Όπως έκανε πάντα, κι όσο βρισκόταν ανάμεσά μας…

 

Αυτός άλλωστε, έβαλε στο στόμα εκατομμυρίων Ελλήνων τον στίχο του Ελύτη:

 

–Μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου!  

 DailyPost

ΕΠ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ[ΜΕΡΟΣ Β΄]

 


Επ-ανάστασις (β’ μέρος)


. . . . . . . . .

V.

Στο σαλονάκι δεν υπήρχε κανείς.

Ή, μάλλον, υπήρχε, αλλά δεν φαινόταν με την πρώτη· μονάχα μιά υποψία ύπαρξης στην άκρη του ματιού.

Καθισμένος σε μιά πολυθρόνα σε μιά γωνιά, μ’ ένα βιβλίο μπροστά του, ένας άλλος άντρας· με γενειάδα καί μοντέρνα ρούχα – στα σαραντατόσα του.

Τον κοίταξε προσεκτικά. Κάτι του θύμιζε.

«- Γειά σας;», έκανε διστακτικά. «Με συγχωρείτε, βοηθάτε λίγο τη μνήμη μου; γνωριζόμαστε από κάπου;»

«- Γνωριστήκαμε πριν από καμιά, μιάμιση ώρα!», έκανε ο άλλος μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Υπό -χμ- κάπως ασυνήθιστες συνθήκες!»

Τον ξανακοίταξε. Ερευνητικά.

«- Μά, ναί! Είσαστε ο δεύτερος παπάς, που ήρθε πάνω απ’ τον τάφο μου καί απήγγειλε εκείνα τα περίεργα!»

Ο άλλος χαμογέλασε πιό πλατειά.

«- Ακριβώς!»

Ήθελε ν’ ανοίξει διάλογο, αλλά η ομιλία ήδη άρχισε να τον κουράζει. Έτσι, περιορίστηκε στο να δείξει τα ρούχα του ιερέα, μ’ ένα ερωτηματικό βλέμμα.

«- Το ράσο μου δεν το φοράω, γιά να μή δίνω στόχο στους περίεργους. Μόνο όταν απαιτηθεί.»

Κάθησε σε μιά άλλη πολυθρόνα, αντικρυστά, επειδή άρχισε να τον κουράζει κι η ορθοστασία.

Έκανε το σχήμα του σταυρού με τους δείκτες των δύο χεριών του, καί πάλι ρώτησε με τα μάτια τον παπά, δείχνοντάς του το στήθος του.

«- Ά, ο σταυρός μου! Τί σας έκανε εντύπωση επάνω σ’ αυτόν, καί ρωτάτε;»

«- Οι ακτίνες γύρω του!», κατέβαλε προσπάθεια να τελειώσει την πρότασή του.

Ο ιερέας σοβάρεψε. «- Είναι πανάρχαιο Ελληνικό σύμβολο, που ονομάζεται -όπως πολύ σωστά παρατηρήσατε- ‘ακτινοβόλος σταυρός’. Ο σημερινός χριστιανικός σταυρός είναι ας πούμε απόγονός του.»

«- Αιγηΐδα;», ρώτησε – όχι χωρίς κόπο.

«- Καί πιό πίσω!»

Μεσολάβησε λίγη σιγή. «- Η μάντρα; γιατί;», ρώτησε, δείχνοντας το ταβάνι επάνω τους.

«- Σας καταλαβαίνω ότι προς το παρόν κουράζεστε να μιλάτε. Δεν με πειράζει, συνεχίστε όπως μπορείτε· εγώ θα σας απαντάω.»

Συγκατένευσε.

«Λοιπόν, η μάντρα παλαιών υλικών…», συνέχισε ο άλλος. «Είναι μιάς πρώτης τάξεως συγκάλυψη· κι επίσης, η εγγύτητά της με το νεκροταφείο βοηθάει σε περιπτώσεις σαν τη δική σας, να μη χάσει το δρόμο της η ψυχή – καί να μην αργήσει να έρθει πίσω, όταν τη ζητήσουμε.»

«- Κι ο δίσκος; Φαιστός;», είπε, ενώι άρχισε να ξεραίνεται το στόμα του απ’ τη δυσκολία. Αλλά έπρεπε να μάθει.

«– Πολύ παλιότερος, αλλά παρόμοια λειτουργία!», είπε ο ιερέας.

Ο παπάς σηκώθηκε ξαφνικά, καί βγήκε απ’ το δωμάτιο· επέστρεψε μ’ ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό, κι ένα ποτήρι. «- Πιείτε λιγάκι! Θα σας κάνει καλό!»

. . . . . . . . .

Μπορεί να διαβάζει το τί αισθάνομαι;

«- Φυσικά!», αποκρίθηκε ο παπάς.

Τότε, γιατί;…

«- Σας αφήνω να ασκηθήτε στην επικοινωνία ενός φυσιολογικού ανθρώπου, επειδή αυτή ακριβώς θα σας χρειαστεί γιά το προσεχές μέλλον. Κι όταν φτάσ’ η ώρα της τηλεπαθητικής επικοινωνίας, εδώ είμαστε!»

Άρα, πρέπει να προσέχω τις σκέψεις μου!

«- Ακριβώς!», είπε ο παπάς. «Κι όχι τόσο γιά μένα, εγώ δεν προσβάλλομαι εύκολα, αλλά επειδή θα θέλαμε να μη μπορεί κανείς να διαβάζει το τί έχετε στο μυαλό σας!»

Ποιοί θα θέλα-ΤΕ; Καί, κατ’ αρχήν, γιατί εμένα; Ποιός είμ’ εγώ;

Τί είμ’ εγώ;

«- Απαντώ στο δεύτερο ερώτημά σας. Ο κάθε άνθρωπος, όταν γεννιέται, ταυτόχρονα αποκτά μιά ας πούμε σφραγίδα, μιά ταυτότητα· ας την ονομάσουμε αιθερική, αν καί δεν είναι ακριβής η ονομασία.»

Αστρολογία;

«- Ναί… κι όχι μόνον. Η σφραγίδα δεν περιορίζεται μονάχα στο αιθερικό επίπεδο.»

Παρακαλώ, συνεχίστε.

«- Η δική σας… η δική σου… μου επιτρέπεις τον ενικό, πιστεύω…»

Ασφαλώς!

«- Είναι ξεχωριστή. Έχει μεγάλο δυναμικό.»

Τον κοίταξε με ειλικρινή απορία.

Ποιό «μεγάλο δυναμικό»;

…Στη ζωή μου δεν υπήρξα καθόλου επιτυχημένος. Σχεδόν παντού τα θαλάσσωσα! Σπουδές, δουλειά, λεφτά, σχέσεις, παντρειά, οικογένεια… Μόνο κάτι φιλαράκια έκανα, που -ευτυχώς!- συνεχίζουν κι αυτά να με θεωρούν φίλο τους. Τα είδατε πιό πρίν…

«- Δεν έχει σημασία· το δυναμικό αυτό υπήρχε καί υπάρχει, άσχετα αν δεν το αξιοποίησες.»

Τότε;

«- Θ’ αξιοποιηθεί στο μέλλον.»

Ειλικρινά, δεν σας καταλαβαίνω καθόλου.

«- Έρχονται δύσκολες εποχές γιά την Ελλάδα, καί τότε θα σε ρίξουμε στη μάχη!»

Ποιοί θα με ρίξ-ΕΤΕ;

Ο παπάς χαμογέλασε.

«- Αυτό, δεν θα το μάθεις ακόμη!»

Άνοιξε τα χέρια του με τις παλάμες προς τον παπά, σε κίνηση «παραιτούμαι απ’ το να καταλάβω».

Κι απ’ την άλλη, αφού είμαι μιά κινούμενη αποτυχία, τί να με κάνετε εμένα;

Ο παπάς αναστέναξε.

«- Έχχχ… Φίλε μου, πόσοι καθημερινοί, αν θες ‘αποτυχημένοι’ άνθρωποι, σαν εσένα, έλαμψαν γιά μιά στιγμή στον πόλεμο, έγιναν ήρωες, πήραν παράσημα, καί μετά επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους;»

Αρκετοί!

Ο παπάς τον έδειξε.

«- Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος!»

Κούνησε το κεφάλι του σε κατάφαση.

. . . . . . . . .

Το χαμόγελο δεν έφευγε απ’ το πρόσωπο του παπά· αλλά, όσο το σκεφτόταν, ήταν το χαμόγελο του φιλοσόφου που διδάσκει. Πράγματι, ο παπάς έμοιαζε καί λιγάκι με αρχαίο φιλόσοφο!

«- Κοίταξε. Η πορεία της Ελλάδας ξεκινάει από χρόνια πανάρχαια, καί συνεχίζεται. Καί θα συνεχίζεται. Όπως, όμως, καλώς ξέρεις, τουλάχιστον στην καταγεγραμμένη Ιστορία ποτέ δεν υπήρξε ήρεμη. Αλλά καί πιό πρίν, σε βεβαιώνω – τα ίδια γινόντουσαν.»

Συνεχίστε.

«- Επειδή, τώρα, το Κακό χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο…»

Κι ο Θεός, γιατί το επιτρέπει;

Ήταν η σειρά του παπά να κάνει τη χειρονομία απορίας με τις ανοιχτές παλάμες.

«- Αν ήξερα, θα σου απαντούσα! Θά ‘λεγα, πάντως, να μή δοκιμάζουμε να εισερχόμαστε με απόλυτο τρόπο στη λογική του Θεού, διότι η προσπάθειά μας δεν θά ‘χει αποτέλεσμα!

…Λοιπόν, επειδή το Κακό κάνει τα πάντα γιά να επικρατήσει, θα κάνουμε κι εμείς τα πάντα γιά να το σταματήσουμε!»

«Εσείς»; Εντάξει, θα λέω «εσείς», γιά να συνεννοούμαστε!

«- Ακριβώς! ‘Εμείς’! Λοιπόν, ανάμεσα σ’ όσα κάνουμε, είναι να παρατείνουμε τη ζωή χρησίμων ανθρώπων, χρησίμων πολεμιστών…» (ο παπάς τόνισε τη λέξη «πολεμιστών»), «…με τον τρόπο που είδες σήμερα.»

Επιτρέπεται;

«- Φυσικά! Αν κι είναι χτύπημα κάτω απ’ τη ζώνη· ωστόσο, πρώτον δεν διαπράττουμε φόνο – δεύτερον, αμυνόμαστε. Άρα, κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει γιά τίποτε. Καί τρίτον, ο αντίπαλος δεν παίζει με ιπποτικούς κανόνες, ώστε να παίξουμε κι εμείς!»

Του έκανε νόημα με το βλέμμα να συνεχίσει.

«- Έτσι, όποιος Έλλην έχει προνομιακή αιθερική σφραγίδα μας είναι χρήσιμος στη μάχη, καί τον -χμ- ανανεώνουμε. Δεν θα μπορούσαμε, δά, ν’ αφήσουμε ένα γεροντάκι να μάχεται – όσο χρήσιμος καί φλογερός πατριώτης κι αν ήταν! Με τί δυνάμεις καί με τί χρονικά περιθώρια ζωής ν’ αφήσουμε τους παππούδες να μάχονται;»

Κι η μετενσάρκωση;

. . . . . . . . .

Ο παπάς προς στιγμήν κοίταξε το ταβάνι.

Ο συνομιλητής του νόμισε πως τον πρόσβαλε, κι ετοιμάστηκε να σκεφτεί μιά συγνώμη. Ωστόσο, ο παπάς τον κοίταξε σοβαρός κατάματα.

«- Θα μπορούσαμε να καταφύγουμε καί σ’ αυτήν, αλλά σκέψου λίγο: ας υποθέσουμε ότι η σφραγίδα που σου είπα είναι απλά υπόθεση Αστρολογίας· όμως, πότε θα ξανάρθουν τ’ άστρα στις ίδιες ακριβώς θέσεις, όπως όταν γεννήθηκες;»

Σ’ εκατομμύρια χρόνια!

«- Ίσως καί παραπάνω. Προτείνεις, επομένως, να περιμένουμε τόσο καιρό, πρίν αμυνθούμε ως έθνος;»

Σαφώς όχι!

«- Καί πάλι, ακόμη κι αν περιμένουμε να ξανάρθουν, ούτε η Γή θα βρίσκεται στην ίδια θέση, ούτε το αιθερικό δυναμικό εκείνης της περιοχής του Σύμπαντος θα είναι το ίδιο με το δυναμικό της προηγούμενης φοράς. Το είπε κι ο μεγάλος Ηράκλειτος, ότι δεν μπαίνουμε δυό φορές στο ίδιο ποτάμι!»

Ναί… σωστά…

«- Επίσης, άλλο τόσο μοναδικές είναι οι χρονικές ευκαιρίες που έχουμε, ώστε η μάχη να εξελιχθεί υπέρ ημών. Η πλησιέστερη ευκαιρία έρχεται σχετικά σύντομα, περίπου σε μιά δεκαετία.»

Μιά ιδέα άστραψε στο μυαλό του.

Δηλαδή, βάλατε το χεράκι σας «εσείς», ώστε να γεννηθούν παιδιά σε συγκεκριμένες στιγμές… ακριβώς γιά να προλάβουν ως ενήλικες… έστω, ως «ανανεωμένοι» ενήλικες, αυτές τις εξελίξεις;

Ο παπάς χαμογέλασε.

«- Ναί – καί όχι. Ναί, παρεμβήκαμε μέχρι ένα σημείο· αλλά, από ‘κεί καί μετά, μόνο να ζητήσουμε την εύνοια του Θεού μπορούσαμε.»

Πώς παρεμβήκατε; Δηλαδή, μιλήσατε γιά παράδειγμα στους δικούς μου τους γονείς, καί τους προτρέψατε να τεκνοποιήσουν;

«- Όχι. Οι γονείς σου, όπως καί άλλων ατόμων σαν εσένα, ούτε που μας έχουν ακουστά. Ούτε ήρθαμε ποτέ σ’ επαφή μαζί τους.»

Τότε;

«- Άσ’ το… μεγάλη ιστορία· κι άμα προσπαθήσω να σου εξηγήσω, θα σε μπερδέψω χειρότερα. Μπορώ μονάχα να σου πω ότι παρακολουθούμε την πορεία κάποιων ψυχών στους αιώνες.»

«Άλλων ατόμων σαν κι εμένα;», παπαγάλισε την πρόταση.

«- Ά, δεν κλωνοποιήσαμε την αφεντιά σου γιά τα ωραία σου τα μάτια!», έκανε χιούμορ ο παπάς. «Δεν είσαι ο μοναδικός, ξέρεις!»

Τί είμ’ εγώ; Τί είμ’ εγώ γιά «εσάς»;

«- Όχι μόνο γιά ‘μας’, γιά όλο τον λαό μας.»

Τί είμαι, τότε;

«- Μιά ψηφίδα στο ψηφιδωτό της μεγάλης εικόνας.»

Έμεινε προβληματισμένος. Ίσως η καταλληλότερη έκφραση να ήταν «γρανάζι της μηχανής» – αν κι ήταν μάλλον προσβλητική, γι’ αυτό ο παπάς την απέφυγε. Πιθανώτατα.

. . . . . . . . .

Επιτρέπεται να ρωτήσω αν οι φίλοι μου είναι κάτι σαν κι εμένα;

«- Εδώ πέτυχες διάνα!», ξαναβρήκε το χαρούμενο χαμόγελό του ο ιερέας. «Χαίρομαι που άρχισες να ξανασκέφτεσαι δημιουργικά. Είσαστε όντως το ίδιο, κι αποτελείτε μιά ομάδα· σωστά το έπιασες.

Ναί, θα περάσουν κι αυτοί την ίδια διαδικασία, επειδή είναι το ίδιο χρήσιμοι μ’ εσένα! Σε άλλα καθήκοντα, βέβαια.»

Πότε, όμως;

«- Όταν πεθάνουν με φυσιολογικό τρόπο. Τί περίμενες, δηλαδή; να τους σκοτώσουμε πρίν την ώρα τους; θα ήταν φόνος, καί θ’ ανατρεπόταν όλη μας η προσπάθεια!

Άλλως τε, όταν κλωνοποιείς ζωντανούς ανθρώπους, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος η ψυχή να διαιρεθεί, οπότε έχουμε σχιζοφρένεια που δεν θεραπεύεται. Ακόμα χειρότερα, τα σώματα μπορεί να τα καταλάβουν οντότητες…»

Κούνησε το κεφάλι του σε κατανόηση.

Όμως… αν αργήσουν να πεθάνουν φυσιολογικά, καί περάσει ο ευνοϊκός καιρός της μάχης;

«- Δεν θ’ αργήσουν. Είναι καλώς υπολογισμένο.»

Άφησε έναν στεναγμό ανακούφισης.

«- Τουλάχιστον στη νέα μου ζωή θα έχω παρέα, να λέω καμιά κουβέντα!», ξαναμίλησε.

«- Δεν θα έχεις!», τον έκοψε απότομα ο παπάς. «Καί μάλλον δεν κατάλαβες. Στο εξής, καί μέχρι να δώσουμε τη μάχη μας καί να νικήσουμε σ’ αυτή τη φάση, θα περάσεις ζωή κρυφή· ζωή καταδιωγμένου.

Δεν θα πεινάσεις, δεν θα σου λείψει τίποτε, είναι φροντισμένα αυτά, αλλά ανθρώπινες σχέσεις δεν θα έχεις. Τους φίλους σου θ’ αργήσεις να τους ξαναδείς γιά καμιά έξοδο γιά μπύρες!», απόσωσε τον λόγο του, πρίν προλάβει ο άλλος να σκεφτεί.

Τ’ ανθρώπινα συναισθήματα σχεδόν απαγορεύονται, έ; Αυτό είναι το αντίτιμο της ζωής που κέρδισα;

Ο παπάς δεν μίλησε.

. . . . . . . . .

Η σκέψη του πετάρισε γιά μιά μικρούλα στιγμή στις γυναίκες της ζωής του.

«- Όχι, ούτ’ αυτές θα τις δείς!»

Μά, τις αγαπώ! Εξακολουθώ να τις αγαπώ! Να μην τις δω ούτε από μακριά;

«- Όχι!… Θα τις πληγώσεις!»

Λίγο από μακριά, γιά μιά φορά μονάχα! Πού θα με καταλάβουν;

«- Υποτιμάς το γυναικείο ένστικτο! Θυμήσου, όλες ανεξαιρέτως σε κατάλαβαν αμέσως ποιός είσαι, με το που πρωτοσυναντηθήκατε! Δούλεψε άμεσα η ενθύμησίς τους, ενώι η δική σου άργησε!»

Καί τί μ’ αυτό, αφού η αγάπη κινεί το Σύμπαν;

«- Με απογοητεύεις!… Αρνείσαι να σκεφτείς λιγάκι!»

Τον κοίταξε με μάλλον χαζό βλέμμα απορίας. Ο άλλος αναστέναξε – με μιά προσποιητή απελπισία.

«- Έστω, λοιπόν, ότι συναντάς μιά πρώην σου. Τί θα δείς; μιά ετοιμόρροπη γιαγιά· η οποία, όμως, αμέσως θα σε καταλάβει. Δεν θα την ξεγελάσεις με την αλλαγή σώματος! Κι η οποία γιαγιά θα λυπηθεί πάρα πολύ, κάνοντας τη σύγκριση με το δικό της σαρκίο.

Πρόσεξε! Ως γυναίκα, τη στιγμή που θα σε δεί, δεν θα ξεκινήσει κάν τη σκεπτική διαδικασία ν’ αναρωτηθεί πώς καί γιατί εσύ εμφανίζεσαι έτσι ξανανοιωμένος, αλλ’ αμέσως θα προχωρήσει σε σύγκριση· θα αισθανθεί μειονεκτικά, καί θα το θεωρήσει πολύ εγωϊστικό εκ μέρους σου. Θα είναι σα να τη φτύνεις, που την επισκέπτεσαι με το νέο σου σώμα.»

Έχεις δίκιο…

«- Αυτό θέλεις; να τις πληγώσεις;»

Όχι… Εντάξει, λοιπόν, μόνος μου από ‘δώ καί μετά.

Όμως, πες μου κάτι: επειδή συμπέρανα πως, με τα άτομα που με περιτριγυρίζουν, έχουμε απάνω-κάτω την ίδια πορεία, αυτές, τώρα, θα περάσουν την ίδια διαδικασία;

«- Αυτό δεν θα σου το πω. Ίσως ναί, ίσως όχι.»

Γιατί, όμως;

«- Δεν έχω τη δικαιοδοσία να σου γνωρίσω το γιατί. Πάντως, ν’ αποφύγεις τις σχέσεις, ακόμη καί με γυναίκες …της ίδιας ηλικίας με σένα!», αστειεύτηκε ο παπάς.

Γιατί;

«- Επειδή στη γυναίκα, ειδικά στη γυναίκα που αγαπάς, δεν αντιστέκεσαι εύκολα. Θα σου αποσπάσει μυστικά χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις!»

…Καί όλα τούτα εδώ πάνε στράφι, έ;

«- Ακριβώς!»

Αναστέναξε.

Όμως, θά ‘θελα όσο τίποτα να τους στείλω ακόμη ένα μήνυμα αγάπης! Έστω, ένα!

«- Ά, όσο γι’ αυτό, μην ανησυχείς! Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι. Η αγάπη έχει καταγραφεί στα θετικά υπέρ σου – ξέρουν άνωθεν!», έδειξε προς τα ψηλά ο παπάς, μ’ όλη του τη σοβαρότητα.

Χαμογέλασε σα σκανταλιάρικο παιδάκι, προσπαθώντας -μάταια- να το κρύψει.

Δηλαδή, στη μάντρα παλαιών υλικών ξέρουν γιά τις πρώην γκόμενές μου;

«- Ακόμη μία τέτοια εξυπνάδα να πετάξεις, καί θα μετανοιώσω που σε ξανακάναμε άνθρωπο καί δέ σ’ αφήσαμε πτώμα!

‘Άνωθεν’ είναι ο Θεός, μωρέ – κι οι θείες οντότητες!», εξερράγη ο παπάς.

. . . . . . . . .

Γελούσαν κι οι δυό πολλή ώρα. Έπρεπε κάπου κάπως να ξεσπάσει όλο αυτό – καί διάλεξε τον καλύτερο τρόπο.

Τη σοβαρότητα επανέφερε ο ιερέας.

«- Ομολογώ πως η συζήτησή μας ήταν ενδιαφέρουσα καί γιά μένα!… αλλά φοβάμαι πως γίνομαι κουραστικός ώρες-ώρες. Άλλως τε, πρέπει να σ’ αφήσω λιγάκι να χωνέψεις τις νέες σου εμπειρίες.»

Φεύγεις… πάτερ; Να με συμπαθάς, ήμουν πολύ αγενής, που δεν συστηθήκαμε τόση ώρα, αλλά πώς να σε προσφωνώ;

«- Έ, εντάξει!… Δεν την κοπανάει κανείς από φέρετρο κάθε μέρα, οπότε -σε τέτοια περίσταση- δεν κοιτάμε τόσο πολύ τις ευγένειες! Ευμολπίδη με λένε!»

Καλοτραγουδιστή!

«- Ναί, ακριβώς! Αλλά, πρίν φύγω, σου έχω μιά έκπληξη!»

Ο ιερέας σηκώθηκε κι άνοιξε την πόρτα – καί μέσα μπουκάρησε χαρούμενος χορός γερόντων.

«- Οι φίλοι σου θά ‘θελαν να σου ευχηθούν, πριν χωρίσετε γιά τα επόμενα χρόνια!»

«- Πού τον βρήκατε αυτόν;», ρώτησε -με προσπάθεια- τους φίλους του, δείχνοντας με χαμόγελο τον παπά.

«- Δεν τον βρήκαμε εμείς! Αυτός μας βρήκε!»

. . . . . . . . .

Επίλογος

…Τό ‘χε ακούσει, τό ‘χε δεί γραμμένο πολλές φορές.

Σε ηλίθια κουβεντολόγια στην τηλεόραση, σε κάτι ομιλίες δήθεν ειδικών, σε κάτι ψευτοσεμινάρια «αυτοβελτίωσης», σε κάτι βιβλία του κιλού, σε ιστοσελίδες γεμάτες συμβουλές γραμμένες με τα ποδάργια…

…Να προχωρήσουμε απ’ το «εγώ» στο «εμείς», λέει. Εκεί βρίσκεται η ευτυχία, ξαναλέει.

Μπούρδες καί πορδές! Λόγια, λόγια, λόγια – που κανείς δεν τα πιστεύει· επειδή κανείς δεν τα συναισθάνεται.

Εδώ· εδώ, μωρέ! Εδώ! Που οι αγκαλιές καί τα δάκρυα συγκίνησης δεν κρατιούνται! Εδώ!

Δεν είμαι· είμαστε!

Καί σας περιμένω!

Σας περιμένω κι εσάς!

. . . . . . . . .

Περιμένω.

Το μόνο εγωϊστικό πρώτο ενικό πρόσωπο μέσα στην πανδαισία.

Μονάχο του.

Παράταιρο.

Κίβδηλο.

Αλλά, πώς να το πώ αλλοιώς;

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΠ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ [Α΄ΜΕΡΟΣ]

 


Επ-ανάστασις (α’ μέρος)

Αφιερωμένο στα ρεμάλια! 🙂

. . . . . . . . . .

Ελλάδα, τριάντα χρόνια μετά από σήμερα.

. . . . . . . . . .

Ι.

Σε κάποιον μικρό ναό κάπου στα προάστεια· πρωϊνό, στις αρχές ενός Ιουνίου.

. . . . . . . . . .

«…- Μετά των αγίων κατάταξον, Χριστέ…»

«Αγίων»; Πλλλλάκα με κάν’ς, ρέ πάτερ; έτσι είν’ οι άγιοι; άμα είναι έτσ’ οι άγιοι, χάειντε-χάειντεεεε!!!

. . . . . . . . . .

Τί θέλω ‘γώ σ’ αυτή την κηδεία; τί δουλειά έχω εδώ;

Δεν θυμάμαι κάν τον λόγο που ήρθα. Καί λίγος κόσμος· μάλλον οι υπόλοιποι δεν θα είχαν λόγο ούτ’ αυτοί να έρθουν.

Αλλά… τί βλέπω; Ποιά είν’ αυτά τα μαζεμένα γεροντάκια φάτσα μπροστά;

Μά!… είναι οι εντιμώτατοι φίλοι μου!!!

Κι ο πεθαμένος, ποιός είναι; κανας κοινός γνωστός; Γιάαα να δώ καλύτερα!

Μου μοιάζει, ή μου φαίνεται;

Μά… είναι… είναι… είμ’ εγώ!!!

Ναί… τέλος πάντων… καλά… Κάποτε όλοι φτάνουμ’ εδώ. Γιατί θ’ αποτελούσα εξαίρεση; τί παραξενεύομαι;

Κι εσείς, ποιοί είστε;

Κάπου είκοσι φωτεινές φάτσες τριγύρω.

«- Τί ρωτάς, αφού την ξέρεις τη διαδικασία;»

Δεν μίλησαν, αλλά μίλησαν στο μυαλό του. Κατευθείαν.

Ναί, συγνώμη! Άγγελοι! Καλημέρα σας! Εμένα ήρθατε να παραλάβετε; δεν σας έδινε ο Θεός ρεπό, καλύτερα;

Χαμογέλασαν. Αλλά δεν μετακινήθηκαν ρούπι.

Ρε παιδιά, αφού την ξέρω τη διαδικασία, άντε αφήστε με επιτέλους να πάω παραπάνω, στον Θεό!

Χαμογέλασαν πάλι.

Τί, δηλαδή; προς τα παρακάτ’ θα πάω; ‘Ντάξ’, ξέρω ότι παίζει κι αυτό το ενδεχόμενο, τέτοιος πού ‘μαι!

Το χαμόγελο δεν έφυγε· έγινε πλατύτερο.

Τουλάχιστον, αφήστε με να φύγω! Δεν αντέχω τέτοιες συγκινήσεις, με κηδείες καί τα ρέστα!

«- Όχι! Δεν θα πας πουθενά!»

Δέχθηκε ακόμη ένα ευγενικό χαμόγελο απ’ αυτόν που ήταν δίπλα του· αλλά δυό αόρατα χέρια του γράπωναν τους ώμους σαν υδραυλική πρέσσα. Σαν ένας γίγαντας να πίεζε ένα παιδάκι να κάτσει στην καρέκλα του.

Δεν δοκίμασε να φύγει.

. . . . . . . . . .

ΙΙ.

Η μικρή πομπή έφτασε σιγά-σιγά στον ανοιχτό τάφο, με τα γερόντια αλληλοϋποβασταζόμενα, να περπατάνε σα μαούνες σε κύμα.

Από πάνω, ο Ήλιος…

…Καλά λένε, ένας Ήλιος ψεύτης! Μας κρύβει πολλά! Τώρα, μονάχα τώρα τον βλέπω όπως πράγματι είναι!

Μιά λαμπρότητα καί μιά γλύκα, ανείπωτες.

Γειά σου, Ήλιε!

Γειά σου κι εσένα!

. . . . . . . . . .

Το φέρετρο εναποτέθηκε μέσα στην αγκαλιά της Γής.

«- Χούς εί, καί εις χούν απελεύσει!»

Άμα σου σβουρίξω καμιά πέτρα στην κάρα, ρέ πάτερ, θα σου πω εγώ τί είμαι καί τί δεν είμαι! Πρώτα με κάνεις άγιο, καί τώρα με ασφαλτοστρώνεις; Διατί, ρέ φίλος; τί σού ‘κανα;

Έχε χάρη, που δεν μπορώ!

Τον πιάσαν τα γέλια, όσο σκεφτόταν τους παριστάμενους να τρέχουν έντρομοι μακριά, συνειδητοποιώντας ότι την πέτρα δεν την πέταξε άνθρωπος!

«- Σκάσε, ασεβέστατε!»

Προσηλωμένος στα δρώμενα, είχε ξεχάσει την παρουσία των αγγέλων.

‘Ντάξ’, ρέ παιδιά, αλλά η θρησκεία πρέπει νά ‘χει καί μιά σοβαρότητα! Είναι δυνατόν μέσα σ’ ένα μισάωρο να πάει δυό φορές όπου φυσάει ο άνεμος, καί να τα παίρνει κανείς στα σοβαρά αυτά όλα;

«- Όχι σε μας, τα παράπονα! Σ’ αυτούς που τα γράψαν αυτά!»

Σύμφωνοι! Άμα τους βρώ, κι άμα δεν έχω τίποτε σοβαρώτερο να κάνω, θα επιλύσω καί τις θεολογικές μου απορίες!

«- Ως τότε, όμως, σκάσε, κάτσ’ εδώ, καί περίμενε να τελειώσουν όλα!»

Καί πού να πάω; ακάλεστος δεν μπορώ να πάω πουθενά… αφού την ξέρω τη διαδικασία!

«- Πάψε, μωρέ, επιτέλους!»

Αλλά το χαμόγελο, χαμόγελο.

. . . . . . . . . .

ΙΙΙ.

Είχαν απομακρυνθεί όλοι, ακόμη κι οι εντιμώτατοι φίλοι του. Κάτι λέγανε μεταξύ τους με χαμηλή φωνή, αλλά δεν μπορούσε να τους ακούσει.

Ή δεν μπορούσε να τους ακούσει, ή του απαγορευόταν. Οι άγγελοι, όμως, δεν φαινόντουσαν πιά πουθενά.

Ο νεκροθάφτης έριχνε τις τελευταίες φτυαριές. Τη δουλειά αυτή, βέβαια, θα μπορούσε να την κάνει κι ένα ρομπότ· αλλά, πρώτον, κανείς δεν έφτιαχνε ένα τέτοιο, καί δεύτερον κανείς δεν θα το αγόραζε. Όθεν, εδώ επιμένανε παραδοσιακώς – παρά τον προχωρημένο 21ο αιώνα.

Όταν πιά ο ασκεπής τάφος είχε μείνει μόνος του, μέσα απ’ τα κυπαρίσσια πλησίασε ένας άλλος παπάς.

Τ’ ήθελε αυτός, τώρα; Καί… τί κάνει;

Πετραχήλι, ναί. Σταυρός, ναί. Ένα μικρό θυμιατό, που ανέδιδε ένα εξαίσιο άρωμα – τελείως άγνωστο.

Τί κάνει, λέμε;

Γιά στάσου, όμως! Αυτός ο σταυρός… διαφέρει κάπως. Καί τί κρατάει ο ιερέψ στα χέρια του; όχι, δεν είναι βιβλίο!

Είναι… είναι…

…Ένας πήλινος δίσκος, με κάτι εικονίτσες απάνω του!

Της Φαιστού;

Μπορεί, δεν βλέπω καλά.

. . . . . . . . . .

Ο νεοφερμένος παπάς άρχισε να προφέρει λόγια, στρίβοντας κάθε λίγο τον δίσκο μονόπαντα. Πιθανώτατα τά ‘ξερε απέξω, αλλά τον δίσκο τον κρατούσε τιμητικώς πως. Όπως οι συνήθεις παπάδες το Ευαγγέλιο – άσχετο αν το ξέρουν απέξω.

Η φωνή σε στενή κλίμακα, αφηγηματική· πότε-πότε, όμως, ξέφευγε σε τραγουδιστό τόνο, ανεβαίνοντας ψηλά καί πάλι κατεβαίνοντας. Ποτέ, όμως, απειλητική. Σαν προσευχή, σαν ικεσία, σαν…

…σαν …ηλεκτρικό ρεύμα;

Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο, που ξέφευγε από περιγραφές. Τ’ ήταν αυτά τα λόγια;

Κι η γλώσσα;

Δεν θύμιζε τίποτε, η γλώσσα. Αν ήταν Ελληνικά, τότε ήταν μιά άγνωστη, χαμένη μορφή των Ελληνικών. Σα θολή παιδική ανάμνηση μακρυνής βαριάς καμπάνας στον ορίζοντα του δειλινού.

Κι όμως…

Κι όμως…

…Άρχισε να βγαίνει νόημα! Έστω καί προς το τέλος.

Θεέ εν αυτώι.

Ψυχή.

Υπεραιτία.

Αιτία.

Αιθήρ.

Πύρ.

Αήρ.

Γή.

Ύδωρ.

Σώμα.

. . . . . . . . . .

Με την τελευταία λέξη της προσευχής, αισθάνθηκε μιά τρομερή δύναμη να τον τραβάει προς τα κάτω, καί ν’ αρχίζει τα πάντα να τα καλύπτει το σκοτάδι. Ακριβώς σαν ένας δύτης, που τον μάγκωσε μιά όρκα στην καπάνα της, καί τον τραβάει στον βυθό παιχνιδίζοντας.

Μόνο που η ζωή του δύτη δεν είναι παιχνίδι…

…γιά τον δύτη.

Ρέ παιδιά; Ρέ αγγέλοι;

Φώναζε· μάταια, όμως.

Ώρες είναι τώρα να ξαναμπεί η ψυχή μου στο πτώμα, ν’ αγωνίζομαι να βγώ απ’ το φέρετρο με τα χώματα από πάνω μου, καί να πεθάνουν απ’ την τρομάρα τους όσοι δούν έναν γέρο να βγαίνει απ’ τον τάφο!…

…μ’ εμφάνιση, που δεν θα την έλεγες ακριβώς γιά πρόσκληση σ’ επίσημη δεξίωση!

Όμως, αντ’ αυτών, τον τύφλωσε ένα υπέρλαμπρο άσπρο γλυκό φώς. Νά ‘χαν, άρα γε, ακούσει την έκκλησή του οι άγγελοι;

Έκανε ενστικτωδώς να προφυλάξει την όρασή του, φέρνοντας το χέρι του στα μάτια του.

. . . . . . . . . .

IV.

«- Χαίρομαι που αντέδρασες έτσι! Απόδειξη πως είσαι πράγματι εδώ, κι είσαι πράγματι εσύ!»

Του μιλούσε ένας τύπος ασπροφορεμένος, γύρω στα τριαντατόσα του.

«- Άγιε Πέτρο, δεν περίμενα να έχετε τόσο νεανική εμφάνιση! Καί φυσικά είμ’ εγώ! Ποιός περιμένατε να είναι; η Μαρία η Πενταγιώτισσα;»

Η φωνή του ακούστηκε κάπως σαν τραύλισμα μεθυσμένου.

Ο τύπος λύθηκε στα γέλια, αλλά σύντομα σοβαρεύτηκε. Φόρεσε, όμως, ένα εγκάρδιο χαμόγελο.

«- Αντίθετα απ’ το ανέκδοτο, όπου ο ασθενής λέει: ‘- Γιατρέ, θα γίνω καλά;’, καί του απαντάει ο άλλος: ‘- Ποιός γιατρός, ρέ φίλε; ο άγιος Πέτρος είμαι!’, εδώ εγώ είμαι πράγματι γιατρός! Γιά την ακρίβεια, έχω διδακτορικό στην Πληροφορική Βιολογία!»

«- Ορίστε;!»

«- Έ, λογικό να έχετε μπερδευτεί! Σας ξαναφέραμε στη ζωή – σε άλλο σώμα, βέβαια!»

«- Κλωνοποίηση;»

«- Περίπου. Πήραμε απ’ τον γυιό σας δείγμα, αλλά από βιολογικής πλευράς μοιάζετε σαν δυό σταγόνες νερό. Οπότε, δεν μας ήταν δύσκολο. Να με συμπαθάτε, μόνο, επειδή σας έριξα τον προβολέα μέσα στα μάτια σας, να δω αν δουλεύουν.

Δεν το ξέρετε, είναι θέμα της επιστήμης μου, αλλά τη στιγμή ακριβώς που ο κλώνος αντιδρά σηκώνοντας το χέρι του να προφυλάξει τα μάτια του, ξέρουμε πως πράγματι η ψυχή ήρθε στο σώμα του.»

Πράγματι, παρατήρησε ότι ο ασπροφορεμένος κρατούσε έναν φορητό προβολάκο.

Αλλά, όπως έσκυψε, παρατήρησε καί κάτι άλλο: πως ο ίδιος ήταν τελείως γυμνός καί ξυπόλητος!

Έ, λογικό! Δεν φοράμε τίποτε, όταν γεννιόμαστε. Άρα, όταν ξανα-γεννιόμαστε, τί πρέπει να φοράμε;

Δεν πρόλαβε, όμως, να σκεφτεί την έλλειψη ενδυμάτων, κι αισθάνθηκε το κεφάλι του να κρυώνει. Χαϊδεύτηκε καί με τα δυό του χέρια, καί είδε πως δεν είχε τρίχες.

«- Ά, αυτό!», είπε ο ασπροφορεμένος, που τον παρατηρούσε. «Μέτρα προστασίας της ταυτότητάς σας, επειδή δεν θέλουμε αυτόκλητους αυτόπτες μάρτυρες! Από ‘δώ θα φύγετε με ξυρισμένο κεφάλι καί γυαλιά Ηλίου. Αργότερα, βέβαια, τα μαλλιά σας θα μεγαλώσουν κανονικά, οπότε αν τυχόν σας δεί κάποιος τώρα, δεν θα μπορέσει να σας ταυτίσει τότε.»

«- Ελπίζω να μή φύγω καί γυμνός!»

Ο ασπροφορεμένος χαμογέλασε.

«– Όχι, βέβαια! Μισό λεπτό, μόνο, να σας κάνω το τελευταίο τέστ, καί σας αφήνω. Παρακαλώ, σηκώστε το δεξί σας πόδι, καί κάντε κουτσό…δυό, τρία βήματα.»

Έκανε όπως του είπε. Όλα εντάξει.

«- Παρακαλώ, επαναλάβατε με το αριστερό!»

Επίσης εντάξει.

«- Σφίξτε τις γροθιές σας!»

Πανηγυρικώς κι αυτές οι εξετάσεις.

«- Ωραία! Απομένει να γίνει εντελώς φυσιολογική η φωνή σας, αλλά θα περιμένετε μισό μήνα, να δυναμώσουν οι μύες του στόματος καί του λαιμού.»

Συγκατένευσε.

«- Τώρα, θα σας αφήσω.», συνέχισε ο γιατρός. «Όμως, στη ντουλάπα που βλέπετε στο βάθος, έχει ρούχα να ντυθήτε – καί, πιστεύω, κάποια είναι στο νούμερό σας. Έχει, επίσης, έναν καθρέφτη, να δήτε τον νέο σας εαυτό. Κι αν εξακολουθεί να κρυώνει το κεφάλι σας, παρακαλώ ν’ αποφεύγετε να πλησιάζετε το αίαρ κοντίσιον.»

Έκανε να φύγει, κοντοστάθηκε.

«- Όταν ντυθήτε, μή φύγετε!»

«- Πού να πάω …ακάλεστος; Άλλως τε, το καλό το κοστούμι τ’ άφησα στο φέρετρο!»

Ο γιατρός χαμογέλασε.

«- Βγαίνοντας από τούτο το δωμάτιο, υπάρχει ένα σαλονάκι. Θα σας περιμένουν, γιά μιά πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση!»

Λίγο πρίν ανοίξει την πόρτα, να τον αφήσει…

…»- Γιατρέ!»

«- Παρακαλώ;»

«- Τ’ είν’ εδώ;»

«- Ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο γιά κλωνοποιήσεις.»

«- Καί πώς καί δεν το ήξερα εγώ;»

«- Δεν ψάχνουμε τη δημοσιότητα! Άλλως τε, οι κλωνοποιήσεις ανθρώπων, όπως ίσως γνωρίζετε, είναι σχεδόν ημιπαράνομες. Γίνονται μέν, αλλά λιγώτερα χαρτιά συμπληρώνεις, αν είναι να σε προσλάβουν στις μυστικές υπηρεσίες, παρά γιά να κλωνοποιηθείς. Όμως, μπορεί ανά πάσα στιγμή να κηρυχθούν πλήρως παράνομες· καί τότε…»

«- Καί πού βρίσκεται το εργαστήριό σας, αν επιτρέπετε;»

Ο γιατρός παράτησε την πόρτα, καί χαμογέλασε πάλι.

«- Στο τρίτο υπόγειο, κάτω από μιά μάντρα παλαιών υλικών… κοντά στο νεκροταφείο!»

«- Μάντρα παλαιών υλικών!!!!… Απόλυτα ταιριαστό! Αλλά κοντά στο νεκροταφείο, γιατί;»

«- Θα σας εξηγήσουν τα πάντα! Αλλά εμένα με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω!»

«- Ποιοί θα μου εξηγήσ…»

Η πόρτα είχε ήδη κλείσει.

. . . . . . . . . .

Στη ντουλάπα, πράγματι βρήκε το νούμερό του στα ρούχα καί στα παπούτσια. Βρήκε καί τον καθρέφτη.

Δεν βιάστηκε να ντυθεί· γυμνός, όπως ήταν, έψαξε το σώμα του τριαντάχρονου εαυτού του απέναντί του. Ήταν αυτό που θα ήταν, αν η μάνα του δεν τον έπρηζε να τρώει όλο το φαγητό του πιάτου του, παρά τις διαμαρτυρίες του στομαχιού του. Καί, σημάδια από παιδικές τρέλλες, συν δυό ίχνη από κοψίματα με χειρουργικά ράμματα, φυσικά καί δεν υπήρχαν επάνω στον νέο του εαυτό. Άσε την οδοντοστοιχία: άψογη!

Έπιασε τα εσώρρουχα, να τα φορέσει. Πρωτοποριακό υλικό, πήγαινε ανάποδα απ’ τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος: δρόσιζε το καλοκαίρι, ζέσταινε τον χειμώνα. Καί ταυτόχρονα δεν άφηνε ιδρώτα καί σωματικές μυρωδιές να εγκαθιδρύσουν τη δικτατορία τους.

Ο ίδιος, βέβαια, στο παλιό του σώμα είχε μείνει σε παλιές ενδυματολογικές συνήθειες· τα μοντέρνα ρουχάδικα δεν θα τον αποκαλούσαν καλό πελάτη τους. Κι αν -τα τελευταία χρόνια- εξακολουθούσε να μαθαίνει (με σχεδόν νεανικό ζήλο) τις εξελίξεις στις επιστήμες καί την τεχνολογία, αυτές δεν τον πολυάγγιζαν σε προσωπικό βιωματικό επίπεδο.

Ντύθηκε, έριξε μιά τελευταία ματιά στον (όχι καί τόσο) άγνωστο, που τον κοίταζε μέσα απ’ τον καθρέφτη, καί βγήκε απ’ το δωμάτιο.

. . . . . . . . . .

(συνεχίζεται)