Όλο το άρθρο, αφιερώνεται στον Τρισ-α-τέλειο!

Το πρώτο μέρος, αφιερώνεται στους ήρωες των Πλαταιών. Μνήμη 2,500 ετών.

. . . . . . . .

. . . . . . . .

Οροπέδιο των Πλαταιών, καλοκαίρι του 479 πΧ.

Ο Μαρδόνιος με τους Πέρσες του, αφού κατέστρεψαν την Αθήνα -γιά δεύτερη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο-, ξεχειμώνιασε στη Θεσσαλία καί τη Βοιωτία, περιμένοντας. Περίμενε να δεί πώς θ’ αντιδράσουν απέναντί του οι εναπομείνασες ελεύθερες Ελληνικές πόλεις (Αθήνα, Σπάρτη, κι όσοι μεμονωμένοι-ανεξάρτητοι ανυπότακτοι). Αν, δηλαδή, θά ‘διναν κι αυτές τελικώς γήν καί ύδωρ, ή θα πολεμούσαν μέχρι το τέλος.

Απ’ την άλλη, περίμενε να δεί κι αυτός τί θα κάνει.

Η μία πιθανή πορεία ήταν να κάνει το χατήρι του Ξέρξη· παναπεί: “- Ρίχ’ τους μιά σφαλιάρα να τη θυμούνται, να μην ξανασηκώσουν κεφάλι! Κι όσοι επιζήσουν, να πληρώνουν φόρο!”.

Ναί μέν, αλλά η νίκη έπρεπε να είναι αποφασιστική. Όσο φοβερό κι αν ήταν το στράτευμά του, όσο κι αν βρήκε πρόθυμους ντόπιους να τον ταΐζουν, δεν μπορούσε να παραμένει επί μακρόν σε εχθρικό έδαφος – καί δή, μακρυνό. Ακόμη κι αν τους νικούσε, οι Έλληνες ήταν σίγουρο πως θ’ άρχιζαν ανταρτοπόλεμο φθοράς.

Άσε που, όταν λείπ’ ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια! Στρατός μακριά απ’ την πρωτεύουσα -τα Σούσα-, σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: την μέγιστη πιθανότητα να φυτρώσουν δυναστικές έριδες. Παντού καί πάντα, έτσι γινόταν κι έτσι γίνεται!… σε κάθε πρωτεύουσα καί κάθε παλάτι.

Καί καλά· τον Ξέρξη, ο πονηρός εβραίος τον είχε του χεριού του. Άμα έβγαινε κανένας άλλος, όμως;

Κι αφού η στρατηγική θέλει αποφασιστική νίκη κατά των Ελλήνων, πώς θα την πετύχαινε; Οι διαόλοι αυτοί, τώρα μέν ήταν ενωμένοι, αλλ’ αύριο πάλι θά ‘ναι διαιρεμένοι, καί θα κάνει ο καθένας τα δικά του. Καί μεθαύριο, πάλι σε κρίσιμες στιγμές, πάλι ενωμένοι!

Αδιέξοδο.

. . . . . . . .

Η δεύτερη πιθανή πορεία, ήταν νά ‘βλεπε να εκπληρώνονται οι μύχιες επιθυμίες του…

…αυτουνού, καί ειδικά των βρωμόσκυλων συμμάχων ( ; ) των Περσών, των Φοινίκων

…να μή μείνει Έλληνας ζωντανός, ούτε γιά δείγμα!

Άρα, έπρεπε στη μάχη αυτή, κι όσο τους είχε τους Έλληνες ενωμένους σ’ ένα σύνολο απέναντί του, να τα δώσει όλα γιά όλα.

Περίμενε, λοιπόν.

. . . . . . . .

Απ’ την άλλη, περίμεναν κι οι συνασπισμένοι Έλληνες.

Όχι, δεν ήσαν δειλοί, που δεν ξεκίναγαν τη μάχη! Άπαγε της βλασφημίας! Ούτε χαζοί. Ίσα-ίσα, πού ‘βλεπαν τα μετά τη μάχη – καί τά ‘βλεπαν καθαρά.

Αν νικούσαν τους Πέρσες καί δεν άφηναν ούτε ρουθούνι από δαύτους, είναι σίγουρο ότι ο άσχημα τσαλαπατημένος εγωϊσμός των βασιλιάδων τους, πακέτο με την εκδικητική τους ξεροκεφαλιά, θά ‘στελνε στην Ελλάδα άλλους τόσους το επόμενο καλοκαίρι – κι όχι γιά τουρισμό, βέβαια.

Αν τους νικούσαν αποφασιστικά μέν, αλλ’ αφήνοντάς τους κάποια διέξοδο να τσακιστούν να φύγουν οι επιζήσοντες, είναι σίγουρο ότι όλα θα τέλειωναν μέσα σε κάποια γραπτή συνθήκη ειρήνης με πομπώδεις όρους (μή καί του πέσ’ η μύτη του Ξέρξη), αλλά θά ‘χαν την ησυχία τους γιά -τουλάχιστον- καμιά δεκαετία.

Άσε που, οι επιστρέφοντες Πέρσες θα ήταν μιά ωρολογιακή βόμβα δυσαρέσκειας… κι αλοίμονο στο κράτος πού ‘χει δυσαρεστημένους πολίτες!

. . . . . . . .

Περίμεναν, επομένως, κι οι Έλληνες – κι ας αποφασίζαν οι θεοί τί θα γινόταν με τη μάχη.

Ωστόσο, η αναμονή αυτή δεν ήταν καθόλου άπραγη. Οι καταδρομικές επιθέσεις εκατέρωθεν δίναν καί παίρναν.

Οι Πέρσες, μάλιστα, είχαν δυό σημαντικές επιτυχίες: κατέλαβαν μεγάλη εφοδιοπομπή από γαϊδουρομούλαρα στα μετόπισθεν των Ελλήνων, κι επίσης απέκοψαν τους Έλληνες από κάποιες ορεινές πηγές νερού. Πείνα καί δίψα, λοιπόν, γιά τους δικούς μας… κι ήδη είχε μπεί ο Αύγουστος!

Εντάξει, η πείνα κι η δίψα αντιμετωπίστηκαν, αλλά με το αντίτιμο ν’ αφήσουν οι Έλληνες στρατηγικές θέσεις προφυλακής, καί να υποχωρήσουν αλλού.

Κι έτσι κυλούσαν οι ζεστές μέρες του Αυγούστου.

. . . . . . . .

Στο οροπέδιο των Πλαταιών, οι Πέρσες είχαν στρατοπεδεύσει στα βόρεια. Είχαν φτιάξει ένα στρατόπεδο περιτειχισμένο με χοντρά παλούκια, κι άφηναν απέξω μονάχα τις απαραίτητες φρουρές.

Οι δικές μας προφυλακές, το πολύ να καθόντουσαν στις βόρειες πλευρές της λοφοσειράς, που έκλεινε το οροπέδιο απ’ τα νότια. Αυτό ήταν το πιό κοντινό, που πλησίαζαν τους Πέρσες.

Μιά ωραία μέρα, λοιπόν, ο αρχηγός του Περσικού Ιππικού, ο Σπιθάρνης, πήρε μαζί του άλλους τρείς αξιωματικούς του, καί τους είπε να κάνουν γιά την πλάκα τους ένα ντού! στον λόφο, γιά να τους δείξει πόσο χέστες είν’ οι Έλληνες!

“- Μόνο εμείς οι τέσσερεις, Σπιθάρνη, εναντίον τους;”

“- Ναί, μόνο εμείς οι τέσσερεις! Τί φοβάστε!”

Σχηματίζουν, λοιπόν, ρόμβο – μπροστά ο Σπιθάρνης, πίσω οι λοιποί σούπερ-ήρωες, να πάνε να τρομάξουν τους Έλληνες.

Τέσσερα χιλιόμετρα χώριζαν αρχικά τους αντιμαχόμενους· με άλογο που καλπάζει, είναι υπόθεση τεσσάρων λεπτών. Ωστόσο, η παρέα πλησίασε με τροχασμό, καί μόνο στα τελευταία πεντακόσια μέτρα ο Σπιθάρνης έδωσε σπάθες έξω καί καλπασμό.

Οι δικοί μας τους είδαν, αλλά δεν κατάλαβαν το “αστείο”· νόμισαν ότι θα βγαίναν απ’ τα παλούκια τα μιλλιούνια των Περσών, καί θ’ άρχιζε η οριστική μάχη… καί το -πιό πίσω ευρισκόμενο- κύριο σώμα των Ελλήνων δεν είχε ειδοποιηθεί! Υποχώρησαν, λοιπόν, τρέχοντας προς την κορυφογραμμή του λόφου, υπό τα γέλια του Σπιθάρνη καί των ανδρών του.

“- Σας είπα! Δεν σας είπα;”

. . . . . . . .

Όλοι τους;

Όχι… ένας πιτσιρικάς τοξότης, κάν δεκαοχτάχρονος, έμεινε βιδωμένος στο έδαφος της Πατρίδας που τάχτηκε να υπερασπίσει. Οι κραυγές των δικών μας να φύγει, δεν περνούσαν απ’ τ’ αυτιά του. Είν’ απ’ τις στιγμές, που το Πνεύμα παίρνει το πάνω χέρι απ’ το Σώμα.

Πλησιάζουν.

Πλησιάζουν.

Τριακόσια μέτρα.

Διακόσια μέτρα.

Ίσα καταπάνω, δεν λοξεύουν.

Βέλος στο τόξο.

Εκατό μέτρα.

Μέσα στην εμβέλεια.

Τέντωμα.

Ένα δευτερόλεπτο.

Σημάδι.

Κράτημα αναπνοής.

Κι ο Σπιθάρνης νεκρός, με βέλος καρφωμένο στο Δόξα Πατρί.

. . . . . . . .

Ένα δευτερόλεπτο.

Το άτι, ξαφνιασμένο απ’ τα χαλινάρια που το κρατάνε να σταματήσει (επειδή το πτώμα τινάχτηκε πίσω), πρώτα μπρουμουτίζει, μετά κάνει σούζα, χλιμιντρίζει, καί στρίβει απότομα αριστερά.

Ο πίσω έφιππος αξιωματικός κρατιέται την τελευταία στιγμή να μην πέσει απάνω του· αλλά έπεσε απάνω στο δεύτερο βέλος του τοξότη μας, καί πήγε να κάνει παρέα του Σπιθάρνη.

. . . . . . . .

Ένα δευτερόλεπτο.

Οι άλλοι δυό κατάλαβαν τί γίνεται, φρενάρισαν τ’ άλογά τους, καί κοίταζαν αφ’ ενός μέν να γλυτώσουν σκύβοντας καλυμμένοι πίσω απ’ τους νεκρούς συντρόφους τους, αφ’ ετέρου προσπαθούσαν με απελπισμένα νοήματα να καλέσουν τους δικούς τους απ’ το στρατόπεδο.

. . . . . . . .

Ένα δευτερόλεπτο.

Ένα δευτερόλεπτο.

Ένα δευτερόλεπτο.

Ένα δευτερόλεπτο.

Φάπ! Φούπ! Βροχή οι σαϊτιές καταπάνω τους· άρπαξαν κι αυτοί μερικές αναμνηστικές. Εντάξει, δεν τους στείλανε (καθ’ ό καλυμμένοι), αλλά οπωσδήποτε θ’ αρχίζαν οσονούπω κοινωνικές συναναστροφές με γιατρούς.

. . . . . . . .

Πράγματι, οι Πέρσες που παρακολουθούσαν την αψιμαχία, έβγαλαν στράτευμα, που άρχισε να τρέχει προς τον λόφο. Προφανής σκοπός, να πάρουν το πτώμα του Σπιθάρνη, να μην πέσει στους εχθρούς.

Κι οι δικοί μας, όμως, δεν κάτσαν άπραγοι· κατέβηκαν απ’ τον λόφο, όρμησαν στους δυό ζωντανούς έφιππους, καί πήγαν κι αυτοί ν’ αρπάξουν τα πτώματα – αφού πρώτα τ’ αυγαταίναν σε τέσσερα.

Στο μεταξύ, έφτασαν οι Πέρσες, έφτασαν κι άλλοι δικοί μας, ειδοποιημένοι, έγινε ο κακός χαμός, αλλά τελικά οι περισσότερο πολυάριθμοι Πέρσες πήραν τα πτώματα των συντρόφων τους κι αποχώρησαν.

Οι δικοί μας θεώρησαν ότι δεν είχαν την πολυτέλεια απωλειών γιά τρόπαιο Περσικά πτώματα, οπότε αποχώρησαν κι αυτοί.

. . . . . . . .

Αυτά γίναν τον Αύγουστο του 470 πΧ, καί δεν θεωρώ τον Ηρόδοτο ψεύτη.

(συνεχίζεται)

. . . . . . . .

Υγ: Ο Μαρδοχαίος της «Παλαιάς Διαθήκης» κι ο Μαρδόνιος της μάχης των Πλαταιών είναι ένα καί το αυτό πρόσωπο.

Εντάξει, εντάξει, ο πρώτος -κατά την αφήγηση- ήταν γυρολόγος τυχοδιώκτης, που πάσαρε την αδερφή του ως παλλακίδα στον Δαρείο. Κι ο δεύτερος, υποτίθεται γυιός Πέρση ευγενή.

Αλλά η γνώμη μου περί αυτού δεν αλλάζει.

Το όνομά του δεν σημαίνει αυτά που λέει η Γουΐκι («μειλίχιος» στα …Ινδοευρωπαϊκά), αλλά είναι παραφθορά του Χαλδαϊκού παύλα Βαβυλωνιακού «Μαρντούκ», άλλως «Μαλντέκ». Αυτό είναι ο Φαέθων στη γλώσσα των περιοχών εκείνων!     ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....