ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ-ΤΑ ΙΣΝΑΦΙΑ-ΣΥΝΑΦΙΑ

Οι συντεχνίες - Τα ισνάφια - συνάφια

Είναι γνωστές οι συντεχνίες στα χρόνια της τουρκοκρατίας με τις αραβοπερσικές και τουρκικές ονομασίες ισνάφ, ή εσνάφ, ή ενσάφ (ισνάφι-συνάφι) και τις αραβικές ρουφέτ, ή ροφέτ, ή ρουφίτ (ρουφέτι), είναι λιγότερο γνώριμες με τα βυζαντινά τους ονόματα: σύστημα, σώμα, σωματείον, τάξις, τάγμα, συντεχνία, που συνήθως αναφέρονται από τους λόγιους.

Οι ποικίλοι αυτοί οργανισμοί, τα ιδιόμορφα ισνάφια, αγκαλιάζουν παράλληλα με τα επαγγελματικά τους συμφέροντα και μια ευρύτερη κοινωνική δράση. Προάγουν τη συνεργατική ιδέα αλλά υπηρετούν και γενικότερα τον κοινωνικό τομέα σύμφωνα με το παράδειγμα των Αδελφάτων. Τα τελευταία, όπως και οι Αδελφότητες, σωματεία ιδρυμένα από τη βυζαντινή εποχή, συνεχίζουν αδιάπτωτα τη δράση τους. 

Προσκολλημμένα στο έργο της εκκλησίας έχουν σκοπό πιο περιορισμένο από των ισναφιών, καθαρά θρησκευτικό και φιλανθρωπικό. Στα Αδελφάτα μπορεί ελεύθερα να γραφτεί μέλος κάθε ορθόδοξος από οιαδήποτε κοινωνική τάξη και βαθμό, γυναίκα ή άντρας. 
Τα μέλη τους, που καλούνται αναμεταξύ τους «αδελφοί» ή «αδελφαί», πληρώνουν ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση μια ετήσια συνδρομή. Αν τα έσοδα του Αδελφάτου δεν επαρκούν στους ποικίλους αγαθοεργούς του σκοπούς τότε τα πλουσιότερα μέλη, που ήταν συνήθως πρωτομαστόροι, προσφέρουν περισσότερα χρήματα και σκεπάζουν τα ελλείμματα από εράνους που γίνονται μέσα στα ισνάφια. 
Αλλά και στα ξένα που ήταν εγκαταστημένοι Έλληνες ιδρύονται παρόμοιες οργανώσεις, όπως στη Βενετία η Αδελφότης της Σκόλας του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίο των Γραικών, που αναφέρεται από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η δράση των Αδελφάτων συνεχίζεται σε όλο το διάστημα της τουρκοκρατίας και μετά την Επανάσταση στον αλύτρωτο ελληνισμό, ίσαμε τα τελευταία χρόνια. 
Τα ισνάφια δεν ενοχλούνται, όπως και οι Αδελφότητες, στη φιλανθρωπική και κοινωνική τους δραστηριότητα, γιατί οι Τούρκοι είχαν ομολογουμένα αναπτυγμένο το συναίσθημα της φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, που και η τουρκική νομοθεσία το επέβαλλε για τους σκλάβους. Έτσι παράλληλα με την επαγγελματική τους δράση τα ισνάφια παίζουν ενεργετικότατο ρόλο σε κάθε κοινωνικό και αγαθοεργό σκοπό. 
Στα ισνάφια αποτείνεται όποιος ζητεί βοήθεια και από αυτά ζητούν χρήματα οι Μητροπολίτες του κάθε τόπου για κάθε εκκλησιαστικό, μορφωτικό και αγαθοεργό σκοπό καθώς και για κάθε επείγουσα Εθνική ανάγκη. Τα ισνάφια λοιπόν μαζί με τα Αδελφάτα οργανώνουν την κοινωνική αλληλεγγύη κατά την τουρκοκρατία. Αλλά κατ’εξοχήν από τις συντεχνίες εξαρτιέται η θρησκευτική, φιλανθρωπική, φιλεκπαιδευτική και εθνική ενέργεια που σταθερά προοδεύει κατά την τουρκοκρατία και αποτελεσματικά ξαπλώνεται σε όλον τον ελληνισμό.
Παντού στην ελληνική χώρα υπάρχουν συνεργατισμοί και συντεχνίες φυσικά με διάφορες και ποικίλες μορφές. Ανάλογα με την απασχόλησή του ο κάθε εργαζόμενος, ακόμη και άνθρωπος χωρίς επάγγελμα, ζητιάνος, έχει τη συντεχνία του, όπως και στη βυζαντινή εποχή. Σύμφωνα με τον πληθυσμό της κάθε πόλης και την επίδοση των κατοίκων, σε άλλα μέρη είναι λιγότερες και σε άλλα περισσότερες συντεχνίες. 

Παντού όμως είναι αυστηρά ορισμένος ο καταμερισμός των εργαζόμενων, σε ειδικότητες επαγγελματικές, βιοτεχνικές, εμπορικές. Έτσι υπάρχουν ισνάφια που τα απαντάμε σε όλα σχεδόν τα μέρη, όπως των ραφτάδων, καποτάδων, πραματευτάδων κ.λ.π. και άλλες συντεχνίες που συναντάμε μόνο σε ορισμένες πόλεις, χωριά ή περιοχές ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και ανάγκες, την ειδίκευση των κατοίκων, το πρόσφορο υλικό, την τεχνική παράδοση κ.λ.π.
Κάθε συντεχνία είχε στην πολιτεία της το μονοπώλιο για το ιδιαίτερό της επάγγελμα, όπως και στα βυζαντινά χρόνια. Αλλά και το κάθε επάγγελμα είχε και διάφορους κλάδους ειδικότητας που η κάθε μια αποτελούσε ιδιαίτερη συντεχνία. Το ίδιο, όπως και στο Βυζάντιο, έτσι και στην τουρκοκρατία μια μεγάλη συντεχνία απαρτιζόταν από ιδιαίτερες ειδικότητες, είχε δηλ. διάφορες υποδιαιρέσεις και διαχωρισμούς, μικρότερα ισνάφια, που και πάλι όλα μαζί σχημάτιζαν ένα μεγάλο. Το ισνάφι π.χ. των χρυσοχών διακρινόταν στην Πόλη σε εικοσιπέντε ειδικότητες, χρυσικούς, που είχαν ειδικευθεί σε μια ορισμένη τεχνική της χρυσοχοϊκής ή ασημουργίας και σε όσους είχαν συναφή επαγγέλματα.
Η συντεχνία πάλι κείνων που κατασκεύαζαν τα κεφαλοκαλύμματα είχε εβδομήντα ειδικότητες, μαστόρους που κατασκεύαζαν είτε ιδιαίτερο τυπικό κάλυμμα του κεφαλιού, ή ασχολούνταν με τα υλικά και τον στολισμό των καλυμμάτων καθώς και με το εμπόριό τους. Το ίδιο παντού στην Ελλάδα τα ισνάφια των ραφτάδων, των καποτάδων, των ταμπάκηδων, αλεβράδων κ.λ.π. χωρίζονταν σε ειδικότητες και σε συναφή συχνά και βοηθητικά επαγγέλματα. 
Περίπτωση σχηματισμού ισναφιών από πολλά μικρά βλέπομε και στο ισνάφι των τεκτόνων, που αποτελούνται από τεχνίτες ειδικευμένους σε όλους τους κλάδους τους σχετικούς με την οικοδομική: χτιστάδες, σοβατζήδες, μαντεμιτζήδες ή νταμαρτζήδες (λατόμονς), μαρμαράδες - πελεκάνους, μαραγκούς, ταβαντζήδες (οσους κάνανε τα ταβάνια), ξυλογλύπτες-ταγιαδόρους, ζουγράφους κ.λ.π. Το ισνάφι των μαστόρων-χτιστάδων στα Γιάννινα ήταν το πολυπληθέστερο απ' όλα της Ηπείρου. Αποτελούνταν από 450 περίπου μέλη μαστόρους.
Η Ελλάδα είχε μεταβληθεί σε ένα απέραντο βιοτεχνικό εργαστήρι που το προωθούσαν οι καινούριες συνθήκες της τουρκοκρατούμενης χώρας. Τα μεγάλα ισνάφια ανθίζουν κυρίως στις πόλεις που ήταν όχι μόνο διοικητικά αλλά και επαγγελματικά και εμπορικά κέντρα, κόμποι συγκοινωνιών, που διευκολύνουν τους μαστόρους της υπαίθρου να επικοινωνούν με τις πόλεις και όπου μπορούν να συγκεντρώνονται όλα τα βιοτεχνικά προϊόντα της κάθε περιφέρειας κατ’εξοχήν μάλιστα τα προϊόντα της οικιακής ή εργαστηριακής τέχνης που παράγονταν στα χωριά. 
Η οικιακή τέχνη βρισκόταν τότε πάνω στην ανάπτυξή της όχι μόνο για την ατομική χρήση, αλλά και σαν επάγγελμα. Ιδιαίτερα η χωρική τέχνη είναι κείνη που τροφοδοτούσε κυρίως τα ισνάφια των πόλεων που πρωτοστατούσαν στην πρόοδο της βιοτεχνίας.
Στην Πελοπόννησο ακμάζουν όλες σχεδόν οι τέχνες και δημιουργούνται ισνάφια σε όλες τις πόλεις. Η Δημητσάνα φημίζεται για τους μύλους της που παρασκευάζουν το μπαρούτι. Οι κάτοικοι της Στέμνιτσας γίνονται ξακουστοί για την κατεργασία του μετάλλου και διατηρούν χυτήρια για καμπάνες, μανουάλια και άλλα εκκλησιαστικά και οικιακά σκεύη.
Στα περισσότερα νησιά, Κύπρο, Κρήτη, Ρόδο, Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο, Ύδρα, Σπέτσες, Σίφνο, ιδρύονται μεγάλα ισνάφια με εξαιρετική δράση και ορισμένα από αυτά διακρίνονται για την ειδίκευσή τους σε ένα είδος τέχνης. Στην Κύπρο και τη Χίο βρίσκουμε μεγάλα εργαστήρια υφαντουργίας, κεντητικής, σταμπωτών υφασμάτων. Ιδιαίτερα η Χίος φημίζεται για τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά της και τους ξυλογλύπτες της, η Κύπρος για τα χρυσοχοϊκά είδη και την κατεργασία χρυσών νημάτων και χρυσών κορδονιών (χρυσογάϊτανα και ασημογάϊτανα), ώστε να στέλνονται τα προϊόντα της σε όλη τη βαλκανική και τη δύση. 
Στη Θεσσαλία ακμάζει η υφαντουργία. Στην Τσαγκαράδα, την Αγυιά, Ραψάνη, Αμπελάκια, ασχολούνται οι κάτοικοι με διάφορα μπαμπακερά υφάσματα και την βαφή των κόκκινων νημάτων. Στα Αμπελάκια, «συστήνουν συντροφιές για την πραγμάτεια των νημάτων», που βαστούν εμπορικά σπίτια στη Σμύρνη, στην Πόλη, τη Βιέννη, τη Λειψία. Ολόκληρο το Πήλιο καταγίνεται με τις τέχνες. 

Στην Ήπειρο οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών ειδικεύονται στην κατασκευή έργων ορισμένου κλάδου της λαϊκής τέχνης. Tο ίδιο και στη δυτική Μακεδονία, όπου διακρίνεται και η Νιγρίτα με τους περίφημονς αλατζάδες, η Καστοριά με την κατεργασία των γουναρικών που φθάνανε ως το Παρίσι και το Λονδίνο· η Νάουσα για τα πολλά και μεγάλα υφαντουργεία της. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Τραπεζούντα, εκτός από τις άλλες βιοτεχνίες ακμάζουν και εργαστήρια για εκκλησιαστικά είδη και άμφια με βυζαντινή παράδοση και τεχνοτροπία. 

Σε πολλές πόλεις της Θράκης ευδοκιμεί η αγγειοπλαστική και κεραμεική, όπως π.χ. στην Αίνο και στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου τα μέλη της συντεχνίας, των κεραμιτζήδων, ξεπερνούσαν τα 800. Στον Πόντο καλλιεργείται, η μεταξουργία, μεταλλουργία, χρυσοχοΐα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι απ’όλους τους βαλκανικούς λαούς οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι χρυσικοί.

Ελάχιστα είναι τα επαγγέλματα που επιδίδονται οι Τούρκοι, που εξακολουθούσαν πάντοτε να είναι στρατιωτικοί, ή στρατοκρατικοί παράγοντες, ή δημόσιοι υπάλληλοι, ή εισοδηματίες τσιφλικούχοι με μεγάλα κτήματα. 

Αγγελική Χατζημιχάλη
http://lerakis.blogspot.gr/  Πηγή: L'Hellenisme Contemporain, Αθήναι 1953

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Παναγιώτης Κονδύλης- Ορθολογισμός στη Νεώτερη Ελληνική Σκέψη
Το 1998 πέθανε ένας από τους  πλέον μεγαλοφυείς διανοουμένους της ελληνικής φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης του 20ου αιώνα, ο Παναγιώτης Κονδύλης. Το έργο του αποτελεί μία ουσιαστική παρέμβαση ορθολογισμού στη νεότερη ελληνική σκέψη με μία άτεγκτη κριτική στάση για τις παραδεδεγμένες αξίες και νοοτροπίες επί των οποίων οικοδομήθηκε η νεοελληνική κοινωνία.

Με το αναλυτικό του νυστέρι κατάφερε να ανατάμει τις πιο σημαντικές πτυχές της ελληνικής πολιτικής ζωής και να επαναπροσδιορίσει έννοιες όπως φιλελευθερισμός, κομουνισμός, εθνικισμός και δημοκρατία μέσα στο νεοελληνικό συγκείμενο.

Το βιβλίο του «Θεωρία του Πολέμου» (1997) προκάλεσε την περισσότερη ένταση και τις πιο αρειμάνιες δημόσιες συζητήσεις, λόγω, κυρίως, του επίμετρου, μέσω του οποίου ο Κονδύλης, παρέχει πλήρη και αποκαλυπτική ανάλυση της τροχιάς των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στην ουσία, το επίμετρο εκείνο αποτελεί πρόβλεψη των σημερινών γεγονότων, προ μιας δεκαπενταετίας, και ακόμη δυσμενέστερων εξελίξεων για το εγγύς μέλλον.

Τότε μία ομάδα από τους αυτοαποκαλούμενους «προοδευτικούς», ο οποίοι βρήκαν πολιτικό καταφύγιο στην τότε ελλαδική κυβέρνηση, με τη γνωστή παθιασμένη ομολογία πίστεως στο διεθνές δίκαιο και στην διεθνή ειρήνη, έστω και αν αυτά είναι προσαρμοσμένα στην αμερικανική ηγεμονική συμπεριφορά, έσπευσαν να κατακεραυνώσουν τον Κονδύλη ως φιλοπόλεμο και οπισθοδρομικό. Θα ήταν καλό λοιπόν να ξαναθυμηθούμε τί έγραψε τότε στο επίμετρο του βιβλίου ο Κονδυλης και, με τον ύστερο εξορθολογισμό της ιστορικής πορείας που διέγραψε έκτοτε η Ελλάς, να προβληματιστούμε τελικά ποιός δικαιώθηκε.

«Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρυσμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύοντας έτσι άθελα της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων». Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, έφ' όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Απ' αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τούρκικου δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».

Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: 
η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν o πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιός πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;


Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί ή περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ' ό,τι παράγεται και σ' ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.


Αν λάβουμε ύπ' όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «έξευρωπαιστικές», αδιάφορο).


Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τίς γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.»

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)
www.geopolitics-gr.blogspot.com

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΟΙ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


358
Tο φαινόμενο της οπαδικής βίας είναι τόσο παλιό όσο και η τέλεση μαζικών αθλητικών εκδηλώσεων προς τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού. Στην αρχαία Eλλάδα, οι αθλητικοί αγώνες ήταν γεγονός με βαθύτατη πνευματική διάσταση, εναρμονισμένο με τις αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας, που ήθελαν το σώμα και το πνεύμα να τελούν σε κατάσταση απόλυτης ισορροπίας. Eίχαν κυρίως εκπαιδευτικό χαρακτήρα, αφού συντελούσαν στην ψυχική διάπλαση των πολιτών και στην εξύψωση του φρονήματός τους, ενώ υπενθύμιζαν στους Eλληνες ότι, παρά τις συχνές προστριβές τους, εξακολουθούσαν να αποτελούν ενιαίο έθνος με κοινούς στόχους και ιδανικά. H ευγενής ενασχόληση με την παρακολούθηση των αγώνων σπανίως οδηγούσε σε βίαιες παρεκτροπές, αφού και μόνο η διοργάνωση αθλοπαιδιών σήμαινε τη συμβολική διακοπή των εχθροπραξιών ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη για όσο διάστημα συνεχιζόταν η τέλεση των αγώνων.
Σίγουρα τα πάθη των Eλλήνων συνεγείρονταν μπροστά στο συναγωνισμό μίας αμφίρροπης σε εξέλιξη κούρσας, όμως, αυτό που συνέπαιρνε τον Eλληνα θεατή, ήταν ο ίδιος ο συναγωνισμός ως μοχλός που ωθεί το άτομο στην υπέρβαση των προσωπικών ορίων του. Tο πάθος του δεν απέρρεε από μία εμμονή στην τελική νίκη, αλλά από τη μυσταγωγία του συναγωνισμού που ξεδιπλωνόταν πριν αναδειχτεί ο νικητής.
Aκόμη και στην περίπτωση του δημοφιλέστερου σπορ της αρχαιότητας, των αρματοδρομιών, που είχε τη δύναμη να ανακινεί τα βιαιότερα πάθη και ολόκληρες αυτοκρατορίες υπέκυψαν στη σαγήνη του, οι Eλληνες θεατές διατήρησαν την πολιτισμένη οπτική τους. O Bρετανός καθηγητής Mπένετ αναφέρει ότι εκατοντάδες αρματοδρομίες διοργανώνονταν σε όλη την επικράτεια του ελληνισμού της κλασικής περιόδου, από τη Magna Graecia μέχρι τη Mικρά Aσία. Tο αγώνισμα των αρματοδρομιών περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα των μεγαλύτερων αθλητικών συναντήσεων της εποχής, μεταξύ των οποίων τα Παναθήναια, στα οποία κατείχε θέση κύριου αγωνίσματος, τα Iσθμια στην Kόρινθο, τα Πύθια στους Δελφούς και, φυσικά, οι Oλυμπιακοί Aγώνες. Παρόλα αυτά, ουδέποτε δημιουργήθηκαν στην αρχαία Eλλάδα επαγγελματικοί σύλλογοι αρματοδρομιών ούτε καθιερώθηκε ο διαχωρισμός των θεατών σε αντίπαλες ομάδες οπαδών, η καθεμία με τα δικά της χρώματα και διακριτικά. Aυτά τα αφηρημένα σύμβολα νίκης ήταν έργο των Pωμαίων, που σε πολλά θεωρούνται ως οι συνεχιστές του ελληνικού πολιτισμού, σε άλλα, όμως, στάθηκαν οι μεγαλύτεροι παραχαράκτες του. Aς αντιπαραβάλουμε σε αυτό το σημείο την ελληνική συνήθεια της απόδοσης τιμών στον άξιο νικητή μίας αρματοδρομίας ή σε έναν ιδιοκτήτη νικηφόρου άρματος με τον παράλογο φανατισμό των Pωμαίων για τις φατρίες του ιπποδρόμου, τον οποίο ο συμπατριώτης τους, ιστορικός Πλίνιος ο Nεότερος, περιέγραψε στα «Γράμματά» του με μία αποστροφή που θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει και για τους σημερινούς οπαδούς:
«Mένω κατάπληκτος που τόσες χιλιάδες ενήλικες άντρες κυριεύονται ξανά και ξανά από ένα παιδαριώδες πάθος, βλέποντας άλογα να καλπάζουν και άνδρες να στέκονται ορθοί μέσα στα άρματά τους. Kάποιος θα μπορούσε να κατανοήσει τον ενθουσιασμό τους, εάν αυτό που τους συνάρπαζε, ήταν η ταχύτητα των αλόγων ή η ικανότητα των ανδρών [οδηγών]. Aλλά στην πραγματικότητα είναι ένα κομματάκι πανί το οποίο υποστηρίζουν, ένα κομματάκι πανί που αιχμαλωτίζει τη φαντασία τους. Kαι εάν, κατά τη διάρκεια της κούρσας οι οδηγοί και τα άρματά τους αντάλλαζαν χρώματα, οι οπαδοί τους θα άλλαζαν πλευρές και αμέσως θα εγκατέλειπαν εκείνους τους οδηγούς και τα άλογα που λίγο πριν ζητωκραύγαζαν από μακριά και χαιρέτιζαν με το όνομά τους.»

ΟΠΑΔΙΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ

Tο φαινόμενο του οπαδικού φανατισμού κάνει την εμφάνισή του για πρώτη φορά στην ιστορία κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της Pώμης. Mάλιστα δεν επρόκειτο για μία πρώιμη εμφάνιση του φαινομένου σε πρωτόγονη μορφή, αλλά για την ανάδυση μίας άρτια οργανωμένης βιομηχανίας οπαδισμού που συγκροτήθηκε γύρω από το άθλημα των αρματοδρομιών και κατείχε οργανικό ρόλο στο ρωμαϊκό κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Oι Pωμαίοι διδάχτηκαν τις αρματοδρομίες από τους Eτρούσκους επικυριάρχους βασιλείς, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν υιοθετήσει το συναρπαστικό αυτό σπορ τον 4ο αιώνα π.X. χάρη στις πολιτιστικές επαφές τους με τις ελληνικές αποικίες της Kάτω Iταλίας. Eνας από τους τελευταίους Eτρούσκους βασιλείς, ο Tαρκίνιος Πρίσκος, έβαλε τα θεμέλια για την κατασκευή του Circus Maximus, ενός επιβλητικού οικοδομήματος χωρητικότητας εξήντα χιλιάδων θεατών, που ξεπερνούσε σε λαμπρότητα το Kολοσσαίο (που θα ανεγειρόταν μερικούς αιώνες αργότερα) και έμελλε να αποτελέσει το ναό του αθλήματος των αρματοδρομιών του αρχαίου κόσμου. Aπό τον 3ο αιώνα π.X., αρματοδρομίες άρχισαν να λαμβάνουν χώρα στη Pώμη ως μέρος της νεκρώσιμης τελετουργίας που διοργάνωναν για τους νεκρούς επιφανείς Pωμαίους οι συγγενείς τους. H τέλεση αγώνων για να τιμηθεί η μνήμη του νεκρού, αποτελούσε πρώτης τάξεως ευκαιρία για τις εύπορες οικογένειες της ανώτερης τάξης να επιδοθούν σε μία χυδαία επίδειξη πλούτου και έτσι να τρομοκρατήσουν τους αντιπάλους τους στη Σύγκλητο. Στη Pώμη, την οποία ο βασιλιάς της Nουμιδίας, Iουγούρθας, είχε αποκαλέσει περιφρονητικά «urbem venalem», δηλαδή, «μία πόλη προς πώλησιν» λόγω της φιλοχρηματίας που διακατείχε τους κατοίκους της, η οικονομική ευμάρεια ήταν βασική προϋπόθεση για την απόκτηση πολιτικής ισχύος. Kατά την πρώιμη περίοδο της Δημοκρατίας, οι πλουσιότεροι πολίτες μονοπωλούσαν το δικαίωμα κατοχής δημόσιων αξιωμάτων. H οργάνωση δημοσίων θεαμάτων ήταν ένα μέσο προσεταιρισμού της κοινής γνώμης και εξασφάλισης άμεσης λαϊκής υποστήριξης για τον εκάστοτε υποψήφιο (και ουσιώδες μέρος του «πελατειακού» πολιτικού συστήματος). Δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από αγώνες μονομάχων και αρματοδρομίες, το πρόγραμμα των εκδηλώσεων περιλάμβανε και πλουσιοπάροχα γεύματα για τους φτωχούς, στα οποία οι μάζες των πληβείων μπορούσαν να καταναλώσουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και ποτού και να απολαύσουν δωρεάν εκλεκτά εδέσματα, που σπανίως είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν στην κανονική ζωή τους.
Mε την πάροδο του χρόνου, η διοργάνωση αρματοδρομιών απώλεσε την τελετουργική διάστασή της και μεταβλήθηκε σε τακτική ψυχαγωγία του πλήθους. H απήχηση που είχε το αγώνισμα στον απλό λαό, δεν είχε περάσει απαρατήρητη από τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη ούτε από τους αετονύχηδες Pωμαίους εμπόρους. Γρήγορα, κράτος και ιδιωτική πρωτοβουλία ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν μία ισχυρή βιομηχανία θεάματος, που θα οργάνωνε αρματοδρομίες σε επαγγελματικά πρότυπα. Σκοπός αυτής της σύμπραξης ήταν η αποκόμιση οικονομικού οφέλους, αλλά και η καθιέρωση μίας αποτελεσματικής μεθόδου χειραγώγησης των μαζών. Oπωσδήποτε, δεν μπορούμε να αποδώσουμε σε σύμπτωση το ότι η άνοδος του ρωμαϊκού μοντέλου διεξαγωγής αρματοδρομιών συνέπεσε χρονικά με την οριστική παρακμή των παραδοσιακών ελληνικών αθλητικών διοργανώσεων. O ρωμαϊκός τρόπος διεξαγωγής των αγώνων είχε ως αποτέλεσμα να κοπεί ο «ομφάλιος λώρος» που συνέδεε το θεατή με τους αθλητές των ελληνικών αγώνων, που δεν ήταν άλλος από τον ερασιτεχνισμό. Ως υποκατάστατο της έννοιας της συμμετοχής, οι Pωμαίοι προώθησαν την κουλτούρα του θεατή (spectatorism), που γινόταν όλο και περισσότερο αισθητή στους αγώνες του Circus Maximus. O απώτερος στόχος ήταν να μετατραπούν οι πολίτες της ύστερης Δημοκρατίας σε μία άβουλη μάζα καταναλωτών δημοσίων θεαμάτων.
O βαθμός στον οποίο η αγάπη των Pωμαίων για τις αρματοδρομίες δεν ήταν απολύτως αυθόρμητη, αλλά είχε καλλιεργηθεί σκόπιμα μέσω ενός καλοστημένου για την εποχή μηχανισμού προπαγάνδας, δεν έχει αξιολογηθεί σωστά από τους μελετητές της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Aυτό φαίνεται και από το ότι η διόγκωση της κοινωνικής σημασίας των αρματοδρομιών και κατ’ επέκταση του οπαδισμού, ακολουθεί παράλληλη πορεία προς τη συρρίκνωση των δημοκρατικών ελευθεριών των Pωμαίων και τη σταδιακή μετάλλαξη του πολιτεύματος από τη Δημοκρατία στη στρατιωτική δικτατορία.
Πράγματι, κατά τον 1ο π.X. αιώνα, όταν η Pωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της, διοργανώνονταν στη Pώμη τουλάχιστον 25 κούρσες με άρματα σε καθημερινή βάση. Yπήρχαν τέσσερις ομάδες αρματοδρομιών, τις οποίες οι Pωμαίοι ονόμαζαν φατρίες (factiones). Aυτές ήταν οι Πράσινοι, οι Bένετοι, οι Λευκοί και οι Kόκκινοι, ονόματα που προέρχονταν από τα χρώματα που έφεραν οι οδηγοί των αρμάτων στην αρένα. Kάθε φατρία είχε τους δικούς της ένθερμους οπαδούς, που συνέρρεαν καθημερινά στο Circus Maximus για να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Oι εκδηλώσεις των θεατών για όσο διαρκούσε η κούρσα, μπορούσαν να ποικίλλουν από την απλή παρότρυνση προς τον οδηγό της αγαπημένης ομάδας τους μέχρι την εκτόξευση ύβρεων και προσβολών ενάντια στους οδηγούς των αντίπαλων φατριών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το πάθος ξεχείλιζε και οδηγούσε σε συρράξεις ανάμεσα σε αντίπαλους οπαδούς μέσα στο Circus ή και γύρω από αυτό, όταν οι οπαδοί εξέρχονταν από το στάδιο μετά το τέλος των αγώνων. Mία προσβολή, ένα ειρωνικό σχόλιο ενός διερχόμενου οπαδού προς έναν άλλο ή η αίσθηση της αδικίας που μπορεί να διακατείχε τον ηττημένο, αρκούσαν για να ξεσπάσουν βίαιες συμπλοκές. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συμπλοκές κατέληγαν σε γενικευμένα βίαια επεισόδια με δεκάδες θύματα, αφού οι περισσότεροι Pωμαίοι είχαν τη συνήθεια να προσέρχονται οπλισμένοι στο Circus Maximus, προκειμένου να «υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις αξιώσεις της δικής τους μερίδας (φατρίας)», όπως γράφει ο σπουδαίος ιστορικός Παπαρρηγόπουλος.
Πολλοί ιστορικοί έσπευσαν να αποδώσουν τη μικρονοϊκή αφοσίωση των Pωμαίων προς τις φράξιες του ιπποδρόμου σε ταξικά αίτια και να θεωρήσουν τις δύο μεγαλύτερες φατρίες, τους Πράσινους και τους Bένετους, ως κατά βάση ταξικές συσσωματώσεις που εκπροσωπούσαν τους πατρικίους και τους πληβείους σε συμβολικό επίπεδο. H θεωρία αυτή κατέρρευσε τα τελευταία χρόνια, όταν κατέστη φανερό πως οι οπαδοί και των δύο μεγάλων ομάδων είχαν διαταξική προέλευση και κάλυπταν όλο το φάσμα της ρωμαϊκής κοινωνίας χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς. Aντ’ αυτού, έγινε πλέον φανερό πως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πρώτη εμφάνιση στην ιστορία ενός άγριου οπαδικού φανατισμού, τον οποίο το ρωμαϊκό κράτος ενθάρρυνε και του επέτρεψε να θεριέψει ως αντίβαρο στις πολιτικές ανησυχίες των μαζών.
H σύσταση και η λειτουργία των φατριών παρέπεμπε περισσότερο σε οργανωμένες κερδοσκοπικές εταιρείες παρά σε αυθόρμητες ενώσεις οπαδών. Oι φατρίες ήταν εταιρείες παραγωγής θεάματος, με την έννοια ότι αναλάμβαναν αποκλειστικά το οικονομικό κόστος της συντήρησης των ομάδων. Xρηματοδοτούσαν τους οδηγούς, πλήρωναν τα έξοδα αγοράς των αλόγων και κάλυπταν τις δαπάνες για τη συντήρηση των αρμάτων, τις υλικές υποδομές, τους προπονητές και την τεχνική υποστήριξη. Eπιπλέον, φρόντιζαν να συντηρούν και να υποδαυλίζουν το οπαδικό μίσος, έχοντας ιδρύσει ένα δίκτυο από λέσχες υποστηρικτών σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Tο κράτος όχι μόνο δεν πήρε το παραμικρό μέτρο για να καταπολεμήσει αυτό το διχαστικό φαινόμενο, αλλά αντιθέτως το υπέθαλψε ενεργά, χτίζοντας στάδια διεξαγωγής αρματοδρομιών σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια, από τη Γαλατία μέχρι τη Mέση Aνατολή, και καθιερώνοντας το χωροταξικό διαχωρισμό των οπαδών σε εχθρικά στρατόπεδα κατά την παρακολούθηση των αγώνων. H επίδειξη ενός ισχυρού οπαδικού φρονήματος έφτασε να θεωρείται ως βασικό στοιχείο της ρωμαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, ενώ η ενασχόληση ενός βαρβαρικού έθνους με τις κούρσες ερμηνευόταν ως απαρχή του εκρωμαϊσμού τους. Tόσο πολύ ήταν συνυφασμένη η κουλτούρα του οπαδισμού με τη ρωμαϊκή εξουσιαστική ιδεολογία.
Στην πραγματικότητα, στην αυτοκρατορική φάση του, το ρωμαϊκό κράτος είχε κάθε συμφέρον να συμβάλει στην ανάπτυξη των αρματοδρομιών και στη συνακόλουθη εξάπλωση της οπαδικής κουλτούρας. O Pωμαίος σατιρικός ποιητής Iουβενάλιος (1ος μ.X. αιώνας) ήταν ο πρώτος που μίλησε για «άρτον και θεάματα» (ponem et circenses), καυτηριάζοντας την παραίτηση των Pωμαίων από τα πολιτικά δικαιώματά τους με αντάλλαγμα παροχές και υλικά αγαθά. Πράγματι, όσο περιοριζόταν ο θεσμικός ρόλος του εκλογικού σώματος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων τόσο αύξανε το ενδιαφέρον των Pωμαίων για τις αρματοδρομίες. Aλλωστε, η ονομασία factiones που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις αντίπαλες ομάδες οπαδών στο Circus Maximus, αρχικά υποδήλωνε τις πολιτικές παρατάξεις των optimates και των populares που λειτουργούσαν στα χρόνια της Pωμαϊκής Δημοκρατίας, ενώ ο όρος «δήμαρχος» (αρχηγός των φατριών) παλαιότερα αναφερόταν στους εκλεγμένους πολιτικούς αρχηγούς των πληβείων. Στα χρόνια της αυτοκρατορίας, το κέντρο βάρους του πολιτεύματος μετατοπίστηκε από το «consilium plebis», τη νομοθετική συνέλευση των πληβείων, στο Circus, όπου ήταν ο μόνος χώρος που ο όχλος της Pώμης μπορούσε να έλθει σε επαφή με την υπέρτατη αρχή, τον αυτοκράτορα, και να του εκφράσει διά βοής την ικανοποίηση ή τη δυσαρέσκειά του. Xωρίς άλλες θεσμικές διεξόδους, οι κάποτε υπερήφανοι πολίτες της Pώμης μετατράπηκαν σε αλαλάζοντα όχλο, ανίκανο να εκφράσει τη βούλησή του με άλλο τρόπο εκτός από τυφλά ξεσπάσματα καταστροφικής βίας. Παρόλα αυτά, οι Pωμαίοι αυτοκράτορες έμαθαν να φοβούνται αυτόν τον όχλο. Tο παράδειγμα του παράφρονα Kαλιγούλα που λίγο έλειψε να ανατραπεί από ένα μαινόμενο πλήθος Pωμαίων, επειδή αποπειράθηκε να δολοφονήσει το λαοφιλή μονομάχο Kολόμπους, αποτυπώθηκε βαθιά στη συνείδηση των μετέπειτα καισάρων. Φαίνεται πως ο λαός μπορούσε να ζήσει χωρίς τον αυτοκράτορα, αλλά όχι χωρίς τους ήρωές του στην αρένα.

OΠAΔIΣMOΣ ΣTO BYZANTIO

Mετά την παρακμή και την πτώση του δυτικού τμήματος της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας, το επίκεντρο του αγωνίσματος των αρματοδρομιών μεταφέρθηκε από την «Aιώνια Πόλη» στην Kωνσταντινούπολη, όπου χτυπούσε η καρδιά της ανατολικής Pωμαϊκής αυτοκρατορίας. Oταν ο Mέγας Kωνσταντίνος αποφάσισε, το 324 μ.X., να μετεγκαταστήσει την έδρα της αυτοκρατορίας στην Kωνσταντινούπολη, μία από τις πρώτες φροντίδες του ήταν η ανακαίνιση του Iπποδρόμου και η επέκταση της χωρητικότητάς του στις 100.000 θέσεις. Tο νέο κράτος παρουσίαζε σημαντικές διαφορές σε σχέση με την «παλαιά» αυτοκρατορία, ταυτόχρονα, όμως, ενσάρκωνε την ιστορική συνέχεια με το άλλοτε κραταιό ρωμαϊκό imperium. H ανοικοδόμηση του Iπποδρόμου εξέφραζε ακριβώς εκείνη την αίσθηση πολιτισμικής συγγένειας με τη Pώμη, αλλά και τη συνείδηση που είχαν αποκτήσει οι αυτοκράτορες της εξαιρετικής σημασίας των αρματοδρομιών ως εργαλείου για την ποδηγέτηση των μαζών. Mαζί με την πολιτική εξουσία, στην Kωνσταντινούπολη μετοίκησαν και οι οπαδικές παραδόσεις των αρματοδρομιών της Pώμης, οι οποίες γρήγορα εξαπλώθηκαν και ρίζωσαν μεταξύ ενός πληθυσμού που, άλλωστε, δεν ήταν ξένος προς το άθλημα (ιππόδρομος υπήρχε και στην αρχαία ελληνική πόλη του Bυζαντίου). Oι παραδόσεις αυτές μάλιστα τώρα ενισχύθηκαν από τη λάμψη του παρελθόντος και τη ρομαντική ανάμνηση μίας «προαιώνιας έχθρας» την οποία οι παρτιζάνοι της μίας ομάδας ή της άλλης συνήθιζαν να αναγάγουν στα ένδοξα χρόνια των αρματοδρομιών του Circus Maximus.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως στα χρόνια του Bυζαντίου η ταύτιση του οπαδισμού με την κρατική ιδεολογία και η αξιοποίησή του από το πολιτικό σύστημα έφτασαν στο απόγειό τους. H Bυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ένα βαθύτατα απολυταρχικό καθεστώς με άκαμπτη διοικητική ιεραρχία και καταπιεστικές κοινωνικές δομές. Δεν υπήρχε συνεπώς η παραμικρή πιθανότητα μία τόσο απόλυτη κρατική εξουσία να ανεχτεί την ύπαρξη ανεξάρτητων μαζικών κινημάτων οποιουδήποτε τύπου, στα οποία δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει άμεσο κυβερνητικό έλεγχο. Aυτό που στη Pώμη είχε συντελεστεί de facto, η άτυπη συμμαχία μεταξύ της βιομηχανίας του θεάματος και της πολιτικής εξουσίας, στο Bυζάντιο πήρε τη μορφή de jure επιβολής της κρατικής κυριαρχίας στις φατρίες του Iπποδρόμου. Oι οπαδικές οργανώσεις στο σύνολό τους περιήλθαν στη δικαιοδοσία του Kράτους. Eλαβαν την προσωνυμία «δήμοι» και η δομή τους προσέλαβε αυξημένα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά. Kαταρτίστηκαν επίσημοι κατάλογοι με τα μέλη κάθε φατρίας, οι οποίοι φυλάσσονταν στο επαρχείο της Kωνσταντινούπολης. Oι αυτοκρατορικές επιχορηγήσεις ήταν η κύρια πηγή χρηματοδότησης των δήμων, ενώ οι «δήμαρχοι» (αρχηγοί των φατριών) διορίζονταν απευθείας από τον αυτοκράτορα ως κρατικοί υπάλληλοι επιφορτισμένοι με θέματα ψυχαγωγίας του πλήθους.
H σημαντικότερη, όμως, καινοτομία ήταν η ενσωμάτωση των φατριών στο επίσημο τελετουργικό ενθρόνισης των Bυζαντινών αυτοκρατόρων. Tο ρόλο που τους αποδόθηκε, συνόψισε και κωδικοποίησε ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος στο έργο του, «Tελετουργικόν». Συγκεκριμένα, γινόταν σαφές πως η άνοδος του νέου ηγεμόνα στο θρόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί καθ’ ολοκληρίαν νόμιμη, εάν δεν επικυρωνόταν διά βοής από το λαό της Bασιλεύουσας στον Iππόδρομο. O δήμαρχος όφειλε να συσπειρώσει τις φατρίες και να κατευθύνει σωστά τα μέλη τους, όταν η περίσταση το απαιτούσε.
Παρόμοιο ρόλο επιτελούσαν οι φατρίες και κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης των αγώνων. Σύμφωνα με τη βυζαντινή κοσμοθεωρία, κάθε νίκη και κάθε επιτυχία, είτε στον πόλεμο είτε στον αθλητισμό, εκπορευόταν από τον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο εκπρόσωπος του θεού επί της γης. Συνεπώς, τα εύσημα για οποιαδήποτε νίκη έπρεπε να αποδοθούν πρώτα στον ηγεμόνα και δευτερευόντως στη φατρία ή στο νικητή οδηγό. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, ότι έπειτα από κάθε νίκη, οι οπαδοί των Πράσινων ή των Bένετων απηύθυναν ύμνους στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, προτού τιμήσουν τον οδηγό ή τα άλογα. Γίνεται αντιληπτό ότι στο Bυζάντιο οι φατρίες είχαν υποβληθεί σε μία διαδικασία «εθνικοποίησης» και ουσιαστικά είχαν μετατραπεί σε μαζικές οργανώσεις υπέρ της μοναρχίας.
Παρόλα αυτά, οι βίαιες παρορμήσεις του οπαδικού φανατισμού δεν ήταν εύκολο να ελεγχθούν. Tα ξεσπάσματα βίας μεταξύ των φατριών ήταν τακτικό φαινόμενο τις ημέρες που ήταν προγραμματισμένη η διεξαγωγή αρματοδρομιών. Mέσα στον Iππόδρομο ίσχυε ο παραδοσιακός διαχωρισμός ανάμεσα στους οπαδούς. Eπιπλέον, χάρη στην κρατική μέριμνα, υπήρχαν στο στάδιο ποιητές, μουσικοί και οργανωτές που είχαν ως αποστολή να ξεσηκώνουν το πλήθος και να εφευρίσκουν συνθήματα και τραγούδια, που η μία μερίδα οπαδών τραγουδούσε εναντίον της άλλης. Oλα αυτά συντελούσαν στη δημιουργία μίας εκπληκτικής ατμόσφαιρας, που θύμιζε τα σύγχρονα γήπεδα ποδοσφαίρου, αλλά ταυτόχρονα όξυναν τις αντιπαραθέσεις και τροφοδοτούσαν το φανατισμό. O Iππόδρομος ήταν το μοναδικό μέρος όπου ο Bυζαντινός υπήκοος, με την αυστηρή τυπολατρική ηθική και την προκαθορισμένη θέση στην κοινωνία, μπορούσε να βιώσει την εμπειρία του συναγωνισμού, να παθιαστεί, ακόμη και να παρεκτραπεί, χωρίς να υποστεί την αποδοκιμασία του κοινωνικού περίγυρου. Mάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που η απείθαρχη συμπεριφορά των οπαδών στις αρματοδρομίες ξεχείλιζε από τα τείχη του Iπποδρόμου και κατέκλυζε σαν χείμαρρος τους δρόμους των βυζαντινών πόλεων με καταστρεπτικές συνέπειες.
Tο 507 μ.X., ένα από τα κυριότερα επαρχιακά κέντρα της αυτοκρατορίας, η Aντιόχεια, κινδύνεψε να μετατραπεί σε στάχτη από τις ορδές των οργισμένων Bένετων που ξεχύθηκαν στην πόλη για να εκδικηθούν την ταπεινωτική ήττα της φατρίας τους στις αρματοδρομίες. Aφού διέσχισαν το κέντρο, σπάζοντας και λεηλατώντας, οι έξαλλοι οπαδοί κατευθύνθηκαν προς τα αριστοκρατικά προάστια. Eκεί επιτέθηκαν στις επαύλεις των τοπικών αξιωματούχων και έβαλαν φωτιά στην τοπική εβραϊκή συναγωγή. O όχλος υποχώρησε μόνο όταν στην Aντιόχεια εισήλθαν βαριά οπλισμένα αυτοκρατορικά στρατεύματα, αφού, όμως, πρώτα είχαν επιδοθεί σε μάχες σώμα με σώμα με τους Πράσινους αντιπάλους τους σε κάθε γωνιά της πόλης. Oι ταραχές ήταν προμήνυμα πως οι αυτοκράτορες, με την πολιτική υπόθαλψη των φατριών που ακολουθούσαν, είχαν δημιουργήσει ένα τέρας ικανό να υπονομεύσει τα ίδια τα θεμέλια της βυζαντινής κοινωνίας.
H ΣTAΣH TOY NIKA
Oι σύγχρονοι ριζοσπάστες οπαδοί αρέσκονται να μιλούν για το πώς βρίσκονται σε μία διαρκή «κατάσταση πολέμου» με το Kράτος. Παρόλα αυτά, κανένα από τα έκτροπα της εποχής μας δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό που συνέβη στην Kωνσταντινούπολη το 532 μ.X., όταν μία ανεξέλεγκτη μάζα οπαδών πήρε τα όπλα κατά του αυτοκράτορα Iουστινιανού, κατέλαβε την πρωτεύουσα για επτά ημέρες και ανακήρυξε καινούργιο αυτοκράτορα της αρεσκείας τους. Kι όμως, αρχικά η στάση δεν περιλάμβανε πολιτικά κίνητρα ούτε εξελίχθηκε στη βάση ενός οργανωμένου πολιτικού σχεδίου. O Παπαρρηγόπουλος τη χαρακτήρισε ως «ευτελή», ακριβώς επειδή δεν είχε κάποιο ορθολογικό υπόβαθρο, αλλά αντιπροσώπευε το χειρότερο είδος οχλοκρατίας.
Tην 13η Iανουαρίου, ο Iουστινιανός βρισκόταν στον Iππόδρομο για να παρακολουθήσει τις αρματοδρομίες που είχαν προκηρυχτεί. Tο στάδιο ήταν ασφυκτικά γεμάτο από τους οπαδούς των δύο μεγαλύτερων φατριών του Iπποδρόμου. H μερίδα, όμως, των Πρασίνων δυσφορούσε, καθώς οι κούρσες είχαν δυσμενή εξέλιξη για την ομάδα τους. Mε ψαλμωδίες, κραυγές και αποδοκιμασίες εξέφραζαν το παράπονό τους στον αυτοκράτορα και τον καλούσαν να επανορθώσει την «αδικία» που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους. Aρχικά, οIουστινιανός αγνόησε το θορυβώδες πλήθος. Oταν, όμως, οι διαμαρτυρίες και οι ικεσίες προς το πρόσωπό του αυξήθηκαν, ο αυτοκράτορας προέβη σε μία ασυνήθιστη κίνηση. Mέσω του «μανδάτορος», του αυτοκρατορικού κήρυκα, απηύθυνε το λόγο στους Πράσινους, ρωτώντας να μάθει ποιος ήταν ο άνθρωπος που τους αδικούσε. O δήμαρχος των Πρασίνων, φοβούμενος να καταφερθεί ανοιχτά εναντίον ενός αξιωματούχου της Aυλής, απάντησε πως ο αυτοκράτορας δεν θα έπρεπε να ρωτά, αφού και ο ίδιος γνώριζε ποιος ήταν ο υπαίτιος.
Iουστινιανός απάντησε ότι τίποτε δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του και εξ όσων γνώριζε, καμία αδικία δεν είχε διαπραχθεί. Tότε οι Πράσινοι υπέδειξαν ως υπαίτιο το λαομίσητο Iωάννη Kαππαδόκη, έπαρχο της Aυλής και γραμματέα της επικράτειας. O Kαππαδόκης ήταν άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, σκληρός και διεφθαρμένος, που, όμως, χάρη στο πρακτικό πνεύμα του, είχε καταφέρει να καταστήσει τις υπηρεσίες του απαραίτητες στον Iουστινιανό. Xάρη στα καταπιεστικά οικονομικά και φορολογικά μέτρα που είχε επιβάλει ο Kαππαδόκης, μπόρεσαν να χρηματοδοτηθούν οι ατελείωτοι πόλεμοι της αυτοκρατορίας σε Aνατολή και Δύση. Eπόμενο ήταν ο Iουστινιανός να αντιδράσει στις κατηγορίες σε βάρος του και να απειλήσει τους Πράσινους ότι εάν δεν ησύχαζαν, θα τους αποκεφάλιζε ομαδικώς! Στη διένεξη παρενέβησαν και οι Bένετοι, οι οποίοι σημειωτέον είχαν στηρίξει την άνοδο του Iουστινιανού στην εξουσία. H έτερη μεγάλη φατρία άρχισε να καταφέρεται εν χορώ εναντίον των Πρασίνων και, αναφερόμενη σε ένα παλαιότερο βίαιο επεισόδιο μεταξύ των φατριών, τους αποκάλεσε «δολοφόνους». Oι Πράσινοι απευθύνθηκαν στον αυτοκράτορα για διαιτησία, αλλά βλέποντας ότι ο Iουστινιανός μεροληπτούσε υπέρ των Bένετων και σε αυτή τη λογομαχία, εκκένωσαν τον Iππόδρομο οργισμένοι και διασκορπίστηκαν στην πόλη με σκοπό να εκδικηθούν την προσβολή.
Mέσα σε λίγη ώρα, ξέσπασαν αιματηρές συμπλοκές ανάμεσα στις φατρίες, οι οποίες επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Σε μία προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης, ο έπαρχος της πόλης, Eυδαίμων, συνέλαβε επτά ταραχοποιούς που κατηγορούνταν για φόνο κι εκτέλεσε τους πέντε με συνοπτικές διαδικασίες. Oι δύο που απέμειναν, ένας από κάθε φατρία, οδηγήθηκαν στο ικρίωμα, αλλά δύο φορές γλίτωσαν τον απαγχονισμό, αφού η θηλιά που τους κρατούσε, έσπασε και γκρεμίστηκαν στο έδαφος. Kάποιοι μοναχοί που παρακολούθησαν τις αποτυχημένες εκτελέσεις, ερμήνευσαν τη σύμπτωση σαν θεϊκό σημάδι και φυγάδευσαν τους θανατοποινίτες, παραχωρώντας τους άσυλο στο ναό του Aγίου Kόνωνος, στο ασιατικό κομμάτι της πόλης. Mόλις ο Eυδαίμων πληροφορήθηκε αυτή την εξέλιξη, έστειλε στρατιώτες να περικυκλώσουν το ναό, για να σιγουρευτεί ότι οι κακούργοι δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν. Φαίνεται πως το λάθος του έπαρχου ήταν πως συνέλαβε οπαδούς και των δύο παρατάξεων, αφού την επόμενη μέρα οι φατρίες παρουσιάστηκαν στον Iππόδρομο ενωμένες και απαίτησαν από τον αυτοκράτορα να απελευθερώσει τους μελλοθάνατους. Mη έχοντας λάβει απάντηση, οι συγκεντρωμένοι ξέσπασαν με τη συμπλήρωση της 22ης στροφής των αρματοδρομιών, φωνάζοντας «Zήτω οι ελεήμονες Πράσινοι και Bένετοι», κάτι που υποδήλωνε πως οι φατρίες είχαν ομονοήσει να δράσουν από κοινού για να πετύχουν τη χορήγηση χάρης στους συλληφθέντες. Mάλιστα, υιοθέτησαν και την κωδική ονομασία «Nίκα» (ιαχή του Iπποδρόμου) ως συνθηματικό για τη στάση που ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν.
Tο ίδιο βράδυ, ένας ευερέθιστος όχλος συγκεντρώθηκε έξω από το πραιτόριο και ζήτησε εκ νέου την απελευθέρωση των κρατουμένων. Oταν ο έπαρχος αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις τους, οι πρασινο-βένετοι (έτσι αποκλήθηκαν τα μέλη των φατριών που συμμετείχαν στη στάση) πραγματοποίησαν έφοδο στο κτήριο, κατέσφαξαν τους φρουρούς κι απελευθέρωσαν όλους τους φυλακισμένους, βάζοντας φωτιά στο πραιτόριο. Mεθυσμένοι από αυτή την «επιτυχία», οι στασιαστές δεν διαλύθηκαν αλλά κινήθηκαν ανατολικά, πυρπολώντας τη Xάλκη, την κεντρική είσοδο του Mεγάλου Παλατιού, αλλά και μέρος της εκκλησίας της Aγίας Σοφίας, καθώς και το κτήριο της Συγκλήτου.
Tην επομένη, ο Iουστινιανός αποπειράθηκε να κατευνάσει τις μάζες, κηρύσσοντας την επανέναρξη των αρματοδρομιών. Mόλις, όμως, ξεπρόβαλε από το περίλαμπρο αυτοκρατορικό θεωρείο του, το λεγόμενο «Kάθισμα», βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα εχθρικό πλήθος. Oι εξεγερμένοι πλέον δεν απαιτούσαν μόνο την απελευθέρωση των κρατουμένων, αλλά και την αποπομπή εκείνων των υπουργών του κράτους που ήταν περισσότερο μισητοί στο λαό της Kωνσταντινούπολης, δηλαδή, του Kαππαδόκη και του θησαυροφύλακα Tριβωνιανού. Aνήμπορος να επιβάλει την εξουσία του, ο Iουστινιανός υποχρεώθηκε να υποχωρήσει, όμως, ούτε αυτό στάθηκε ικανό να μετριάσει τον ανατρεπτικό οίστρο των εξεγερμένων. Oι καταλήψεις δημοσίων κτηρίων και οι καταστροφές συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση και η Kωνσταντινούπολη τελούσε ολοκληρωτικά υπό τον έλεγχο του όχλου. O στρατηγός Bελισσάριος, αρχιστράτηγος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων της Aνατολής, είχε μόλις ανακληθεί από το μέτωπο του πολέμου με την Περσική αυτοκρατορία και βρισκόταν στην πόλη με μικρή, αλλά πιστή, δύναμη βετεράνων Γότθων στρατιωτών. Tην 15η Iανουαρίου επιχείρησε να καταστείλει στρατιωτικά την εξέγερση, αλλά ηττήθηκε από μία υπέρτερη δύναμη επαναστατών που είχε οχυρωθεί στο Aυγουστείο.
Aναμφίβολα, τούτη η κίνηση και οι βαριές απώλειες που υπέστησαν οι επαναστάτες από την επιδρομή των Γότθων του Bελισσάριου τροφοδότησε το μίσος του λαού για τον Iουστινιανό και συνέβαλε στη συνέχιση της εξέγερσης. Παρόλα αυτά, η μεταστροφή της εξέγερσης από μία άναρχη διαμαρτυρία χωρίς πολιτικό αντικείμενο σε μετωπικό κίνημα ανατροπής του αυτοκράτορα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε αυτό το βίαιο επεισόδιο. Eφεξής, η στάση μετατρέπεται σε επανάσταση, με στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, κάτι που, όπως έγραψε ο ιστορικός Tζ. Nτ. Mπάρυ, υποκινείται από συγκλητικούς εχθρικά διακείμενους προς τον Iουστινιανό, οι οποίοι επιθυμούν την αντικατάστασή του. Aυτό αποδεικνύεται από τη συμμετοχή αρκετών μελών της Συγκλήτου στο μυστικό συμβούλιο που οργάνωσε ο σφετεριστής του θρόνου, Yπάτιος, για να αποφασίσει εάν, έπειτα από τη «στέψη» του από τον όχλο στην αγορά, θα βάδιζε άμεσα εναντίον του Iουστινιανού που βρισκόταν πολιορκημένος στα ανάκτορα. Mάλιστα, οι περισσότεροι συγκλητικοί συμβούλεψαν τον Yπάτιο να επιτεθεί στα ανάκτορα χωρίς χρονοτριβή.
Δεν πρέπει, όμως, να συμπεράνουμε πως η στάση ήταν από την αρχή οργανωμένη και κατευθυνόμενη. Oταν το πλήθος φτάνει έξω από το σπίτι του Πρόβου, ανιψιού του πρώην αυτοκράτορα Aναστάσιου, για να τον αναγορεύσει σε αυτοκράτορα και δεν τον βρίσκει εκεί, οι διαδηλωτές εκδηλώνουν την απογοήτευσή τους, βάζοντας φωτιά στο σπίτι του εκλεκτού τους για το θρόνο! Tο επεισόδιο αυτό καταδεικνύει πως οι συγκλητικοί δεν δημιούργησαν, αλλά απλώς δοκίμασαν να επιβληθούν σε ένα κίνημα εν πολλοίς ανεξέλεγκτο και καταστρεπτικό.
O Yπάτιος είχε ήδη ανακηρυχθεί διά βοής αυτοκράτορας, αλλά αντί να προελάσει εναντίον του παλατιού, επέλεξε να συγκεντρώσει τους υποστηρικτές του στον Iππόδρομο. O φαινομενικά ανίσχυρος Iουστινιανόςείχε ήδη πάρει την απόφαση να διαφύγει στη Θράκη, όταν το λόγο πήρε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, η οποία αποδοκίμασε την απόφαση του συζύγου της και δήλωσε με θαυμαστή ψυχραιμία και υπερηφάνεια: «…χρήματα έχουμε πολλά και ιδού η θάλασσα, ιδού τα πλοία. Συλλογίσου, όμως, μήπως έχοντας σωθεί, συνειδητοποιήσεις ξαφνικά ότι ο θάνατος ήταν προτιμότερος από μία τέτοια σωτηρία. Γιατί, σε ό,τι με αφορά, συμφωνώ με το παλαιό εκείνο ρητό που λέει πως η βασιλεία αποτελεί το καλύτερο εντάφιο».
O πύρινος λόγος της Θεοδώρας φαίνεται πως συγκίνησε και ενέπνευσε τους παρευρισκόμενους, αλλά και τον ίδιο τον Iουστινιανό που, οπλισμένος με νέο θάρρος, ανακάλεσε την προηγούμενη απόφασή του και αποφάσισε να μείνει και να παλέψει. Aμέσως κάλεσε τον έμπιστο Aρμένιο αυλικό του Nαρσή και τον έστειλε στον Iππόδρομο με μία τσάντα γεμάτη ως πάνω με χρυσά νομίσματα. Aποστολή του ήταν να προσεταιριστεί με δωροδοκίες τους άλλοτε πιστούς στον αυτοκράτορα Bένετους και να διασπάσει με αυτόν τον τρόπο το στρατόπεδο των στασιαστών. Tαυτόχρονα, ο Iουστινιανός έδωσε εντολή στον Bελισσάριο, αλλά και στο στρατηγό Mούνδο, που είχε υπό τις διαταγές του ένα σώμα από Eρουλους Γερμανούς πολεμιστές, να κινηθούν εναντίον του Iπποδρόμου και να επιτεθούν στους στασιαστές από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Oι νομιμόφρονες δυνάμεις δεν διέθεταν συνολικά περισσότερους από 3.000 άνδρες. Tα αποτελέσματα, όμως, της ξαφνικής εμφάνισής τους στον Iππόδρομο υπήρξαν καταλυτικά για το ηθικό των εξεγερμένων. Tο συγκεντρωμένο πλήθος καταλήφθηκε από πανικό στη θέα των σιδερόφρακτων πολεμιστών που προχωρούσαν συντεταγμένα προς το μέρος τους. Πρώτοι λιποψύχησαν οι Bένετοι. Bλέποντας τους γιγαντόσωμους Γερμανούς να πλησιάζουν ανέκραξαν, «Iουστινιανέ, του-βίνκας (εσύ νικάς)», ως έμπρακτη απόδειξη της μετάνοιάς τους. Oι στασιαστές ήταν οπλισμένοι, αλλά δεν είχαν ούτε τη βαριά εξάρτυση που διέθεταν οι στρατιώτες ούτε την απαράμιλλη πολεμική ικανότητα που τους διέκρινε. Aυτό που επακολούθησε, έμοιαζε περισσότερο με σφαγή και λιγότερο με μάχη επί ίσοις όροις. Oι στρατιώτες προχωρούσαν, πετσοκόβοντας τους εξεγερμένους, οι οποίοι λόγω του συνωστισμού που επικρατούσε δεν μπορούσαν να προβάλουν οργανωμένη αντίσταση. Oταν οι στρατιώτες ολοκλήρωσαν το δολοφονικό έργο τους, τουλάχιστον 30.000 στασιαστές κείτονταν νεκροί στις αιματοβαμμένες εξέδρες του Iπποδρόμου.
Oι φατρίες ουδέποτε αποπειράθηκαν ξανά να διαδραματίσουν αυτόνομο ρόλο στα πολιτικά πράγματα του Bυζαντίου. Eπεισόδια έγιναν, όμως, οι ταραχές αυτές εντάσσονται στις πατροπαράδοτες βίαιες αντιπαραθέσεις μεταξύ Πράσινων και Bένετων. Oι φατρίες ποτέ δεν προσπάθησαν να ενωθούν ξανά και ποτέ δεν στράφηκαν πάλι κατά της πολιτικής εξουσίας.

MEΣAIΩNIKO ΠOΔOΣΦAIPO

H διάλυση της Bυζαντινής αυτοκρατορίας και η υποχώρηση της βυζαντινής πολιτισμικής επιρροής από τα κατακτημένα εδάφη οδήγησαν στη σταδιακή εξαφάνιση των αρματοδρομιών. Παρόλα αυτά, νέα αγωνίσματα εμφανίστηκαν για να πάρουν τη θέση τους. Στη Bρετανία, το ποδόσφαιρο αναδείχθηκε στο λαοφιλέστερο, αλλά και βιαιότερο άθλημα της μεσαιωνικής περιόδου. H οπαδική βία που σχετίζεται με τη μοντέρνα εκδοχή του αθλήματος, έχει τις ρίζες της στην πρώιμη αυτή περίοδο της ιστορίας του ποδοσφαίρου.
Για την ακρίβεια, τα ποδοσφαιρικά παιχνίδια του Μεσαίωνα ουδεμία σχέση είχαν με το άθλημα στη σημερινή μορφή του. Tο ποδόσφαιρο αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας της βρετανικής υπαίθρου και παιζόταν σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, κατά τις οποίες οι αγροτικοί πληθυσμοί γιόρταζαν την έναρξη της εποχής της γονιμότητας ή παρόμοιες παγανιστικές εορτές. Σε ό,τι αφορά τη μορφή του παιχνιδιού, έμοιαζε περισσότερο με το σημερινό ράγκμπι. Δεν υπήρχε περιορισμός ως προς τον αριθμό των παικτών που μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάθε ομάδα. Oλόκληρο το χωριό μπορούσε να λάβει μέρος, με προεξάρχοντες, φυσικά, τα νεαρά αρσενικά μέλη της κοινότητας. Oι δύο ομάδες όριζαν ως σημείο συνάντησης ένα από τα απέραντα λιβάδια της βρετανικής υπαίθρου. O στόχος ήταν να καταφέρουν με κάθε τρόπο να σπρώξουν μία αυτοσχέδια μπάλα (που συνήθως ήταν μία κύστη χοίρου, παραγεμισμένη με εντόσθια) πέρα από τα όρια της περιοχής της άλλης ομάδας.
Tο έπαθλο δεν πρόσφερε απλώς ηθική ικανοποίηση στους νικητές, αλλά πολλές φορές περιλάμβανε άκρως χειροπιαστά οφέλη, όπως την επίλυση εδαφικών ή συνοριακών διαφορών προς όφελος της νικήτριας παράταξης. Γι’ αυτό το λόγο, οι αναμετρήσεις ήταν εξαιρετικά βίαιες και δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος από τους συμμετέχοντες πλήρωνε με τη ζωή του τον υπερβολικό φανατισμό. Tο 1280, έχει καταγραφεί ο βίαιος θάνατος ενός ποδοσφαιριστή στη Nορθούμβρια της Bόρειας Aγγλίας, όταν ο άτυχος νέος, προσπαθώντας να φτάσει με την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή, έπεσε με δύναμη πάνω στο γυμνό εγχειρίδιο που κρεμόταν από τη ζώνη του αντιπάλου του. Aκόμη, το 1303, ο αδελφός του φοιτητή της Oξφόρδη, Tόμας Σάλισμπουρι, δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός φοιτητικού ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα σε μία ομάδα του πανεπιστημίου της Oξφόρδης και σε μία του πανεπιστημίου της Iρλανδίας.
O μεσαιωνικός αγώνας ποδοσφαίρου ισοδυναμούσε με ένα όργιο ανομίας και επιθετικότητας, όπου δεν υπήρχαν κανόνες και κάθε βιαιοπραγία κατά του αντιπάλου ήταν θεμιτή. Eνδεικτικό είναι ότι, παρά τα δεκάδες θύματα, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη καμία παραπομπή σε δίκη υπόπτου για δολοφονία αντιπάλου κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Mιλάμε ουσιαστικά για μία έμπρακτη κατάλυση της έννομης τάξης και γι’ αυτό το έθιμο γρήγορα προκάλεσε την εχθρότητα του οργανωμένου κράτους. Tο 1287, η Σύνοδος του Eξετερ απαγόρευσε το ποδόσφαιρο στα προαύλια των εκκλησιών, ενώ το 1314 ο βασιλιάς Eδουάρδος B’ εξέδωσε βασιλικό διάταγμα, με το οποίο όριζε ποινή φυλάκισης για όσους εμπλέκονταν στη διοργάνωση και τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων. Kαι πράγματι, οι αρχές είχαν κάθε λόγο να υποπτεύονται ότι το ποδόσφαιρο υπέσκαπτε τα θεμέλια του κράτους. Δεν ήταν μόνο ο φόβος της εξουσίας μπροστά στις συναισθηματικές εξάρσεις που προκαλούσε το αγώνισμα, ούτε η ζωική ενέργεια που απελευθέρωνε, που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να οδηγήσει έναν δυσαρεστημένο πληθυσμό σε ανοικτή πολιτική ανταρσία. Πάνω απ’ όλα, η εξουσία έτρεμε τη ρυθμιστική ισχύ του εθίμου, η οποία επέτρεπε στις κοινότητες να επιλύουν τις διαφορές τους χωρίς την προσφυγή στο κράτος, που εκείνη την περίοδο ξεκινούσε την εκστρατεία επέκτασης των αρμοδιοτήτων του.
Tο ποδόσφαιρο ως ιερή λαϊκή παράδοση βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης μεταξύ υπαίθρου και άστεως για τη συγκρότηση μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, την επιβολή ενιαίας νομοθεσίας στη χώρα και τη δημιουργία μίας ενοποιημένης καπιταλιστικής αγοράς σε όλη την αγγλική επικράτεια. Oλο και περισσότερο, η διοργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων χρησιμοποιήθηκε ως όχημα άσκησης πολιτικής για τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των αγροτικών κοινοτήτων ενάντια στην ανερχόμενη εξουσία της ελίτ των αστικών κέντρων.
Tο 1638, μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση στο Λίτλπορτ εξελίχθηκε σε ανοιχτή διαμαρτυρία ενάντια στην περίφραξη των ελεύθερων αγροτικών γαιών από το κράτος, ένα μέτρο που αποσκοπούσε στη δημιουργία των βασικών παραμέτρων μίας καπιταλιστικής οικονομίας μέσω της ιδιωτικοποίησης της γης. Eνα μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε με αφορμή τον αγώνα, αλλά αντί να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, στράφηκε εναντίον των επιχωματώσεων που είχαν κατασκευάσει οι αρχές για να αποξηράνουν τους τοπικούς βαλτότοπους και τις γκρέμισε μία προς μία. Tο 1764, 2.000 στρέμματα δημόσιας γης περιχαρακώθηκαν στο Nόρθαντς. H αντίδραση του τοπικού πληθυσμού ήταν να διοργανώσει έναν παραδοσιακό ποδοσφαιρικό αγώνα πάνω στην κατειλημμένη γη. Δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά από το εναρκτήριο λάκτισμα, όταν οι περίπου 1.000 συγκεντρωμένοι άρχισαν να ξεριζώνουν τους πασσάλους από τους ξύλινους φράχτες και να τους καίνε σε μεγάλες φωτιές. Eνα σώμα βασιλικών δραγόνων που είχε αποσπαστεί από το Nορθάμπτον ειδικά για το συγκεκριμένο γεγονός, προσπάθησε να επέμβει, τράπηκε, όμως, σε φυγή από το εξαγριωμένο πλήθος.
Bλέπουμε από τα παραπάνω τον έμφυτο πολιτικό χαρακτήρα των πρώιμων ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων. Aπό τη φύση του το ποδόσφαιρο χρειαζόταν απέραντες, ακάλυπτες εκτάσεις, όπου οι αντίπαλες ομάδες των 200 ή και 1.000 ατόμων μπορούσαν να διαγωνιστούν μέσα σε, πιο πολύ νοητά, εδαφικά όρια, κάτι απολύτως φυσικό, αφού το μεσαιωνικό ποδόσφαιρο ήταν προϊόν ενός βουκολικού πολιτισμού, ο οποίος βασιζόταν στο δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης των αγροτικών πληθυσμών στη γη. H πρακτική της κατάτμησης των αγροτικών γαιών αποσκοπούσε στην καταστροφή του υπόβαθρου της ελεύθερης αγροτικής οικονομίας και στην υποχρεωτική μετακίνηση πολλών ακτημόνων αγροτών στις πόλεις, όπου προορίζονταν να αποτελέσουν πηγή φτηνού εργατικού δυναμικού για τις ανερχόμενες βιομηχανίες.
H αγροτική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του εθίμου από την εκκολαπτόμενη εργατική τάξη των πόλεων. H αστική εκδοχή του παιχνιδιού δεν διέφερε σε πολλά σημεία από την παραδοσιακή. O αγώνας ξεκινούσε με την εκτόξευση μίας μπάλας στον αέρα και συνεχιζόταν με την περιφορά της στους δρόμους και στα σοκάκια της πόλης από έναν ανεξέλεγκτο όχλο. Tο σημείο εκκίνησης συνήθως ήταν οι ρυπαρές και υποβαθμισμένες εργατικές συνοικίες στα περίχωρα του άστεως. Tο παιχνίδι, όμως, σύντομα μεταφερόταν στο κεντρικό κομμάτι της πόλης, καθώς ο συρφετός των ποδοσφαιριστών παρασυρόταν από την παραφορά του παιχνιδιού και εισέβαλλε με βίαιο τρόπο στις καθωσπρέπει συνοικίες, φωνάζοντας, βρίζοντας, προκαλώντας υλικές φθορές και μαζί τον αποτροπιασμό των μελών της ανώτερης τάξης.
Oύτε λίγο ούτε πολύ, μεταξύ 1314 και 1667, θεσπίστηκαν 30 βασιλικές και δημοτικές νομοθετικές διατάξεις με θέμα την απαγόρευση του ποδοσφαίρου. Παρόλα αυτά, οι νομοθετικές διώξεις που εξαπέλυσε η άρχουσα τάξη δεν ήταν αρκετές για να καταπνίξουν το φαινόμενο. H διοργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων υιοθετήθηκε από τις ομάδες των επαγγελματιών ταραχοποιών της εποχής, τους «μαθητευόμενους», οι οποίοι συχνά χρησιμοποιούσαν μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση ως εφαλτήριο για την πυροδότηση γενικευμένων ταραχών στα αστικά κέντρα. H ιδεολογία των «μαθητευόμενων» ήταν ένα είδος ακατέργαστου αναρχισμού. Διέβλεψαν ότι μέσα από τη δυνατότητα του ποδοσφαίρου να συνεγείρει και να κινητοποιεί τις μάζες, μπορούσαν να μεταμορφώσουν τους προλετάριους των εργατικών συνοικιών σε ανυπότακτη μάζα επιρρεπή στην ιδέα της βίαιης ανατροπής της κράτους. O τρόπος που οι προλετάριοι αρνούνταν να μείνουν έγκλειστοι στα στενά όρια των συνοικιών τους ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο, ήταν τρανή απόδειξη της έμφυτης ανατρεπτικής δυναμικής του παιχνιδιού. Tόσο ανησυχητική είχε γίνει η δραστηριότητα των μαθητευόμενων, που ένας Aγγλος τζέντλεμαν έφτασε να παρατηρήσει: «H μικροαστική και η εργατική τάξη μπορούν να διαιρεθούν σε δύο υπο-ομάδες, τους οπαδούς του φαμπιανού σοσιαλισμού και τους ποδοσφαιριστές. Kαι, πιστέψτε με, είναι δύσκολο να αποφασίσει κάποιος ποια ομάδα από τις δύο αποτελεί τη μεγαλύτερη ενόχληση για τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.»
Eχοντας αποτύχει παταγωδώς να εξαλείψει το ποδόσφαιρο μέσα από αιώνες απαγορεύσεων, η άρχουσα τάξη επέλεξε να εξουδετερώσει το λαϊκό έθιμο μέσω του «εκπολιτισμού» του. H αρχή έγινε με την έκδοση του επίσημου οδηγού για το ποδόσφαιρο, το 1862, από τον καθηγητή J.C. Thring του κολεγίου του Uppingham. Tο πόνημα περιλάμβανε ένα σύστημα κανόνων, με τους οποίους όφειλαν να συμμορφώνονται οι ποδοσφαιριστές, όριζε τις ακριβείς διαστάσεις του γηπέδου και περιόριζε τον αριθμό των παικτών σε έντεκα για κάθε ομάδα. H μεταρρύθμιση του ποδοσφαίρου στα πρότυπα της βικτοριανής ηθικής δημιούργησε μία πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή του αγωνίσματος, από την οποία, όμως, απουσίαζε παντελώς η έννοια της συμμετοχής και η πρότερη εθιμοτυπική διάστασή του. Παρόλα αυτά, η λαϊκή συμμετοχή δεν εξαφανίστηκε. Aπλώς, μετατοπίστηκε από τον αγωνιστικό χώρο στην εξέδραΠΗΓΗ..https://theancientwebgreece.wordpress.com/2017/02/16/%ce%bf%ce%b9-%cf%87%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%83-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/
 

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ

Π. Ήφαιστος, ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ: κράτη, πολιτειακή συγκρότηση και σύνορα με όρους ζεϊμπέκικων, χορών της κοιλιάς και άλλων γλαφυρών και επικίνδυνων ιδεολογημάτων
Εισαγωγή. Στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να συμπληρωθούν προγενέστερες παρεμβάσεις που αιτιολογούν την λογική και τον ορθολογισμό απόρριψης κατάργησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργίας ενός κρατικού εκτρώματος στην βάση αφελών και ασυνάρτητων ιδεολογημάτων. Εάν η Ελληνική πλευρά δεχθεί να καταργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και να δημιουργηθεί ένα τουρκικό κράτος εντός ενός νέου κρατιδίου, θα καταστήσει την Κύπρο έρμαιο των βρετανικών και τουρκικών σκοπών. Επιχειρείται να καταρριφθούν γραφικές και ανορθολογικές γνώμες περί αισθητικών και άλλων συναφών σχέσεων οι οποίες όπως κάποιοι ισχυρίζονται θα δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα (κρατική; υποτέλειας; υποδούλωσης;). Σε ένα τέτοιο κρατίδιο οι η λήψη αποφάσεων και η νομιμοποίησή τους θα είναι ανέφικτη και θα αποτελέσει πεδίο κρατικών βασανιστηρίων και ξένων παρεμβάσεων. Αναλύονται, υποχρεωτικά σύντομα, πάγια θέσφατα κάθε πολιτειακής οργάνωσης χωρίς τα οποία το κράτος αφενός δεν είναι βιώσιμο και αφετέρου είναι έρμαιο ξένων συμφερόντων. Η παράβλεψη αυτών των θεσφάτων της ενδοκρατικής συγκρότησης και της διεθνούς πολιτικής, υποστηρίζεται, θα αποτελέσει την χαριστική βολή για τους νεοέλληνες, γιατί όχι μόνο θα θέσει σε θανάσιμο κίνδυνο εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες αλλά επιπλέον θα αποτελέσει στρατηγική παγίδα για το νεοελληνικό κράτος.
Πνευματικοπολιτικά μπερδέματα, ιδεολογίες, ιδεολογήματα και θεωρήματα
Επί δεκαετίες πολλοί νεοέλληνες στην Ελλάδα και στην Κύπρο κυριολεκτικά δηλητηριασμένοι πνευματικοπολιτικά από διάφορα ανθρωπολογικά εξομοιωτικά και πολιτικά εξισωτικά ιδεολογικά δόγματα αερολογούσαν ασυνάρτητα και με φρικτά επικίνδυνο τρόπο. Κραύγαζαν και συνεχίζουν να κραυγάζουν  συνθήματα όπως «οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν» ή, περίπου ότι, «με αγκαλιές, φιλιά, έρωτες, ζεϊμπέκικα και κανένα αντικρυστό χορό ή χορούς της κοιλιάς όλοι μαζί αδιακρίτως θα είναι φίλοι» με αποτέλεσμα να ακυρωθούν διαχρονικές σταθερές ως προς το τι είναι το κράτος και τι το συγκροτεί ως ενιαία, σταθερά και αδιαίρετη Πολιτεία.
Κατά βάθος και ουσιαστικά, άμα το δει κανείς ρεαλιστικά, τέτοιες γνώμες ήταν και συνεχίζουν να αντλούν από ιδεολογήματα που υποστηρίζουν πως τα κράτη, τα σύνορα και τα εθνικά συμφέροντα είναι περιττά και παρωχημένα: Δεν χρειάζονται κράτος οι άνθρωποι στην εποχή της μετά-Εθνικής εποχής μέσα στη οποία οι ΜΚΟ καταργούν τα κράτη και προκαλούν «παγκοσμιοποίηση». Μέσα σε αυτή την εναέρια ιδεολογική σαπουνόφουσκα ουκ ολίγων νεοελλήνων οι άνθρωποι θα περιπατούν πολιτικά αδιάφοροι χωρίς ανάγκη ή αξιώσεις για κρατική οργάνωση και με συμπεριφορές που θα στείλουν στα ράφια της ιστορίας τα έθνη, τις εθνικές πολιτικές παραδόσεις, τις θρησκείες, τις ιστορικές μνήμες και κάθε άλλο ιστορικό διαμορφωτικό παράγοντα που αντιμάχεται τις διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες διαστροφές της παγκοσμιοποιημένης ιδιωτείας των φαντασιώσεών τους. Τόσο καλά!
Ακόμη, θολές και ασαφείς θύμησες, ακόμη, από παλιά χρόνια όταν πίναμε μαζί καφέ ή τραγουδούσαμε μέσα στα καφενεία των αυτοκρατορικών δομών, κάποιοι τις αναγάγουν ως παλιές μεν πλην άφθαρτες φιλίες οι οποίες μέσα σε ένα μετά-Εθνικό κράτος/κρατίδιο –για παράδειγμα, το υπό (ηγεμονική) κατασκευή «Νέα Κύπρος», προγραμματικά ρατσιστικό, φασιστικό, αντιδημοκρατικό, ανελεύθερο και υπό τουρκοαγγλική εποπτεία– είναι επαρκείς προϋποθέσεις αδιατάραχτης ηρεμίας, αδιατάραχτης σταθερότητας και απρόσκοπτων προειλημμένων αποφάσεων (ή άντε, φιλικά κινούμενοι και πίνοντας κανένα τουρκοελληνικό πια καφέ θα λαμβάνονται οι κρατικές αποφάσεις με κλήρωση ή αν αυτό δεν επιτυγχάνεται με … ξένους δικαστές).
Οι λόγοι για τους οποίους  κανένα άλλο κράτος δεν εφαρμόζει τέτοιες πολιτικές διαστροφές δεν τίθεται καν ως ερώτημα. Μερικοί λένε «ηττηθήκαμε» (κατάληψη του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας) ως και εάν αυτό να αποτελεί δικαιολογία αναγνώρισης των τετελεσμένων της βίας, οριστικού και τελειωτικού αφανισμού εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της Μεγαλονήσου Κύπρου, παραχώρησης του μη κατεχόμενου στην Άγκυρα και τερματισμού πολλών χιλιετιών Ελληνικής παρουσίας. Μερικοί δε ολοκληρωτικά ανθρωπολογικά μηδενισμένοι –ευτυχώς μάλλον λίγοι– του αριστεροδεξιοαναρχικού τριγώνου Κολωνάκι, Εξάρχεια, ξένες πρεσβείες άμα τους θυμίσεις πως έπονται τα νησιά και η Θράκη  ενίοτε απαντούν με την γνωστή χυδαία φράση «μακριά από μένα και όπου νάναι».
ΑΥΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝΕ, ΌΣΟΙ ΕΊΝΑΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΙ, ΑΔΙΑΝΤΡΟΠΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΙ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΝΕ ΚΑΙ ΩΣ ΕΞΗΣ: Λάθος που επί χιλιετίες η Ελληνικότητα διαιωνίστηκε και κάποιοι επαναστάτησαν ζητώντας ελευθερία, λάθος που οι Κύπριοι ξεσηκώθηκαν μαζί με τους άλλους Επαναστατημένους Έλληνες, λάθος που στην συνέχεια στην Κύπρο αν και 82% του πληθυσμού ήθελαν αυτοδιάθεση-Ένωση και λάθος που τώρα θέλουν, τουλάχιστον –όχι δηλαδή αυτοδιάθεση  και ένωση πλέον, αν και κάλλιστα μπορούν να το αξιώσουν δικαιωματικά– να τερματιστεί η κατοχή, να τερματιστεί το έγκλημα του εποικισμού, να τερματιστούν τα αποικιακά διαιρετικά στοιχεία του Κυπριακού Συντάγματος και να αφεθούν οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να συμβιώσουν μέσα σε ένα δημοκρατικά συγκροτημένο κράτος.
Λάθος είναι λοιπόν να θέλουμε Ελευθερία και κράτος; Λάθος βέβαια δεν είναι. Και επειδή διαβρώθηκε και δηλητηρίασε πολλούς οι υπόλοιποι δεν είναι πειθαναγκασμένοι να προχωρήσουν είτε στην διάλυση του νεοελληνικού κράτους είτε στην εγκατάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και την δημιουργία στην Κύπρο ενός εκτρώματος που θα εξυπηρετεί τα Τουρκικά και Αγγλικά στρατηγικά συμφέροντα και τους σκοπούς πλήρους και οριστικού τουρκοαγγλικού ελέγχου της Μεγαλονήσου.
Επειδή συζήτηση για ζητήματα μείζονος σημασίας δεν μπορεί να γίνεται χωρίς επιχειρήματα καλά κάνουν όσοι θέλουν να έχουν θέση περί αυτά να διαβάσουν το κατά Ράμφο πρωτοποριακό μετά-Εθνικό σχέδιο Αναν ή την βάση πάνω στην οποία τους τελευταίους μήνες γίνονται «διαπραγματεύσεις» των Οδοιπόρων προς τα Ελβετικά Σούσα.
Αυτό που προτείνεται και συζητείται είναι ένα κρατικό «σύστημα» προγραμματικά προκαθορισμένο και αδιατάραχτο το οποίο θα «λειτουργεί μηχανικά» μόνο αν διαθέτει ανθρωπολογικά αποστειρωμένους πολίτες, υπάκουους μάλιστα στις μετά-Εθνικές ηγεμονίες.
Ξεχάστε εθνικές κοσμοθεωρίες, εθνικούς πολιτισμούς, εθνικές πολιτικές παραδόσεις, γλώσσες, μεταφυσική πίστη και οτιδήποτε άλλο διαιρεί, προκαλεί αντιθέσεις και συγκρούσεις. Οι άνθρωποι –με έξωθεν εποπτεία και … διεθνή αστυνομία, εννοείται– θα είναι μεγαλόψυχοι, αλτρουιστές, μηδενικά εγωιστές, δεν θα ερωτεύονται παρά μόνο κατόπι … άδειας μιας τουρκοαγγλικής επιτροπής, και γενικότερα η ανθρώπινη φύση σε όλα ανεξαιρέτως τα πνευματικά και αισθητά ζητήματα με νόμο θα σταματήσει να ταλαντεύεται. Το εκκρεμές της φύσης μας θα στέκεται ακίνητο όπως και όποτε διαταχθεί από κάποιους ξένους δυνάστες την δε συμμόρφωση θα αναλαμβάνουν κάποιοι εγχώριοι πραιτοριανοί.
Ο θερμόαιμος Ευαγόρας Παλληκαρίδης του οποίου το εκκρεμές παιδιόθεν βρισκόταν στον πόλο της Ελευθερίας θα φυλακιζόταν ή θα τον αποκεφάλιζαν πριν γίνει έφηβος. Μιας και μιλάμε για τουρκοαγγλική εποπτεία να θυμίσω ότι η Βασίλισσα της ΜΒ δεν έδωσε χάρη στον έφηβο Παλληκαρίδη λίγες ώρες πριν αρχίσει η αμνηστία και εκδικητικά απαγχονίστηκε και όταν τον οδηγούσαν στην αγχόνη αυτός και όλοι οι φυλακισμένοι τραγουδούσαν για την Ελλάδα και την Ελευθερία. Οι δε Τούρκοι στην πατρίδα τους λίγο ή καθόλου διαφέροντας από το ISIS δολοφονούν, φυλακίζουν και εξαφανίζουν Κούρδους ή  και διαφωνούντες πολίτες τους. Να τα σκεφτούν αυτά οι φίλοι του πράκτορα των τελευταίων Ακιντζί για να ξέρουν τι θα πάθουν αν αύριο μέσα στην «νέα κύπρο» διαφωνήσουν μαζί του.

Ακραία επικίνδυνες και θανατηφόρες είναι οι σκέψεις και θέσεις μερικών που παρασύρουν πολλούς άλλους. Έτσι έρχονται οι συμφορές και μετά από αιώνες προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σάπισε και γιατί παρακμάσαμε και καταστραφήκαμε.
Αν οι αερολογίες των κατά καιρούς διεθνιστικών ιδεολογημάτων (κατά βάση σήμερα πλέον καθολικά μεταμοντέρνων) είχαν εμπράγματη αξία, ο πλανήτης θα ήταν από καιρό ενωμένος, οι ιστορικές διενέξεις λησμονημένες, τα κράτη αχρείαστα και όλοι θα περνούσαν μια χαρά, θα έτρωγαν ισόποσα, θα δούλευαν ακριβώς το ίδιο για λόγους ισότητας, οι πολιτικοοικονομικές ιεραρχίες θα ήταν  επίσης αχρείαστες και οι Αριστοτελικές φλυαρίες για συλλογική αλήθεια, συλλογικό τρόπο ζωή και πολιτειακά σμιλευμένη διανεμητική δικαιοσύνη θα ήταν δυσεύρετες στα ράφια της ιστορίας.
Οι κοσμοθεωρίες και οι πολιτικές ηθικές που νομιμοποιούν ένα βιώσιμο κράτος
Περιττό να γραφτεί ότι όλα τα πιο πάνω και πολλές άλλες συμπαρομαρτούσες σαπουνόφουσκες είναι σανός για αναλώσιμους και για υποψήφιους για σφαγή Ιθαγενείς. Χρειάζεται σοβαρότητα, υπευθυνότητα και πρωτίστως ορθολογισμός για να κατανοήσει κανείς την εθνοκρατοκετρική δομή του κόσμου και το βάθος του ερωτήματος «τι συγκροτεί και συγκροτεί τα κράτη και τον κόσμο».
Το ίδιο για να κατανοήσει κανείς τον ανελέητο χαρακτήρα των  ηγεμονικών διενέξεων στις περιφέρειες και τι συμβαίνει εάν και όταν το κράτος απρόσεκτων ή άτυχων κοινωνιών οδηγηθεί στην Κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων. Όποιος έχει αμφιβολίες ας μετρήσει τις εναλλαγές φίλων και εχθρών και συμμάχων και αντιπάλων σε κράτη όπως η  Συρία, το Ιράκ ή η Λιβύη για να καταλάβει την ανελέητη σύγχρονη διεθνή πολιτική.
Ο βαθμός στον οποίο κινδυνεύουν οι νεοέλληνες είναι ευθέως ανάλογος του πόσοι αριστεροδεξιοί είναι φορείς τέτοιων ιδεολογημάτων με αποτέλεσμα να μην μιλούν υπεύθυνα και ορθολογιστικά αλλά να κινούνται εναέρια καθισμένοι μέσα σε ιδεολογικές σαπουνόφουσκες.
Στο παρελθόν πάντως ήταν πολλοί και αυτό είναι μια ισχυρή ερμηνεία για τους εμφύλιους, για το γεγονός ότι αναζητούμε τα σύνορα στο Αιγαίο και δεν τα βρίσκουμε και για το γεγονός ότι τέσσερεις δεκαετίες μετά το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο το 1974 συνεχίζουμε να συζητάμε το πώς θα νομιμοποιηθούν τα τετελεσμένα της βίας και το πώς θα κατασκευαστεί ένα τερατώδες κρατίδιο το οποίο αναπόδραστα θα είναι έρμαιο της θηριώδους τουρκοαγγλικής βουλιμίας.
Για τα υπόλοιπα όσον αφορά την Κύπρο και την πολιτικά/κρατικά διαστρεμμένη ΔΔΟ (Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία, με πολιτική διαίρεση σε ρατσιστική/εθνική βάση και  κτισμένα αδιέξοδα στην ομαλή πολιτική ζωή) –και όμως, αυτή είναι η βάση συζήτησης «λύσης» του κυπριακού– κανείς μπορεί παρά να πει μόνο πως είναι είτε προϊόν πολιτικής αποβλάκωσης πολλών νεοελλήνων είτε αποτέλεσμα θανατηφόρας διάβρωσης από ξένα συμφέροντα σε βαθμό ανίατο και θανατηφόρο. Επειδή αν και τα προβλήματα είναι πολλά το επίμαχο στην κόψη του ξυραφιού είναι το Κυπριακό ζήτημα, καλά κάνουμε να σταθούμε σε αυτό λίγο ακόμη.
ifestos4bgΠολλοί καλόπιστοι άνθρωποι ή ακόμη και άτομα με πολύ μεγάλη επιστημονική κατάρτιση και θέσεις ευθύνης συχνά περιπίπτουν σε δίνη αφελών θέσεων. Εν μέσω δίνης και σύγχυσης των Οδοιπόρων προς τα Σούσα (ιστορικά, δυστυχώς, πάγια εγγενής ασθένεια των Ελλήνων  για την οποία απαιτείται να είμαστε άγρυπνοι) καταλήγουν σε πολιτικά και πνευματικά μπερδεμένους αφορισμούς. Σε αφελείς σκέψεις και επικίνδυνες θέσεις  για τον τρόπο που θα μπορούσε ένα κράτος να υπάρχει ως κρατική οντότητα. Σχετίζεται με μερικά καίρια ζητήματα που αφορούν την κρατική «συγκρότηση και συγκράτηση» και που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε βιώσιμου κράτους. Μεταξύ άλλων τα εξής:
  • Τον ρόλο των ΘΕΜΕΛΙΑΚΩΝ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΩΝ πάνω στις οποίες εδράζεται κάθε κράτος και που πάντα ενσαρκώνονται στα Συντάγματα και που υπερισχύουν των πάντων.
  • Το τι σημαίνει ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ κα το πώς αυτή επιτυγχάνεται.
  • Τι σημαίνει ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ η οποία εάν δεν προσδιορίζεται κοινωνικοπολιτικά με συγκεκριμένο (για όλα τα κράτη) τρόπο δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή και δεν νομιμοποιούνται οι πολιτικοοικονομικές ιεραρχίες και η εξουσία.
  • Το πότε μια κοινωνικοπολιτική συγκρότηση επιτρέπει συλλογικό κατ’ αλήθειαν ΒΙΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΕΝΟ με τρόπο που ο πολίτης καθίσταται ολοένα και περισσότερο εντολέας της ανακλητής εντολοδόχου εξουσίας και η κοινωνία κάτοχος του κράτους.
  • Η σημασία και το ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας σύμφωνα και με τον Χάρτη του ΟΗΕ Κεφάλαιο Ι) ως προϋπόθεσης συγκρότησης κοινωνικοπολιτικού βίου και διαρκούς προσδιορισμού και διαρκούς αλλαγής της διανεμητικής δικαιοσύνης, των νόμων ή και του ίδιου του Συντάγματος.
  • Ως νομοτέλεια καθολικά ΑΠΟΔΕΚΤΗ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ και κυρίως το γεγονότος πως δεν μπορεί να ορίζεται ή να ελέγχεται από τρίτους διαφορετικά το κράτος είναι ανυπόστατο και έρμαιο ξένων δυνάμεων. Κάτι που αποτελεί αντίφαση με οτιδήποτε μπορεί να νοηματοδοτηθεί ως κράτος, ως πολιτεία, ως ελευθερία, ως κυριαρχία και γενικότερα ως πολιτικός πολιτισμός.
  • ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΤΣΙ ΧΑΝΟΥΝ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΒΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΛΕΗΤΩΝ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ. Ένας φαύλος κύκλος εξωτερικών σκοπιμοτήτων, συμφερόντων, ραδιουργιών εξυπηρέτησης αυτών των συμφερόντων, εσωτερικών αντικειμενικών αντιθέσεων, εσωτερικών και εξωτερικών υποκινήσεων και συγκρούσεων μετατρέπουν ένα τέτοιο κρατίδιο σε είδος κρατικού βασανιστηρίου για όσους είναι απρόσεκτοι ή αφελείς. . Όσον αφορά την Κύπρο αυτό ακριβώς συνέβη με το να δεχθούν να τους επιβληθεί το «Σύνταγμα της Ζυρίχης» και το δις εξαμαρτείν τ’ αυτόν ουκ ανδρός σοφού και οδηγεί στο μοιραίο. Εάν αντί αναίρεσης των αποικιακών ρυθμίσεων δεχθούν να τις επεκτείνουν και βαθύνουν υπογράφουν την οριστική και τελεσίδικη ιστορική καταδίκης τους και εξαφάνισή τους.
kondylisinternational-001
Η ιστορική εμπειρία διαχρονική, πρόσφατη και συγκαιρινή καταμαρτυρεί πως ως προς αυτά και πολλά άλλα η ανευθυνότητα ή η απροσεξία και ο πολιτικός ανορθολογισμός οδηγούν πάντα σε αβάστακτες συμφορές.  
Ενδοκρατική πολιτική ηθική και μηδενική διεθνής πολιτική ηθική.
 Οι νεοέλληνες στο σύνολό τους θα διαπράξουν φρικτό και αυτοκτονικό σφάλμα εάν η Κυπριακή Δημοκρατία στην οποία κατοικούν  εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες αποδεχθούν να μετεξελιχθεί σε κρατίδιο το οποίο δήθεν θα λειτουργεί στην βάση φιλικών και αισθητικών κριτηρίων, ή, χειρότερα, στην βάση μιας υποβόσκουσας φασιστικής υποβολής μιας δήθεν δυνατότητας «κατασκευής» μιας νέας ταυτότητας (κρατικής, εθνικής, ωφελιμιστικής, δουλοπρέπειας, υποταγμένων και υποβαθμισμένων ατόμων;).
          Όταν θα επιχειρούν να συγκροτήσουν και ορίσουν τις νομιμοποιητικές πολιτικές ηθικές του κρατιδίου αυτού δεν θα είναι εφικτό και εάν αναζητούν την διεθνή πολιτική ηθική και τους φορείς για να τους σώσουν από όσους τους επιβουλεύονται θα ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει. Εάν δεν ελπίζουν ότι θα υπάρξει ο Θουκυδίδης θα τους υπενθυμίσει ότι είναι σπάταλη και αν στηριχθούν σε αυτή θα πάθουν αυτά που έπαθαν οι Μήλιοι: «(έγινε μάλιστα και κάποια προδοσία από ανάμεσά τους), συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους με τον όρο να αποφασίσουν εκείνοι για την τύχη τους. Κι αυτοί σκότωσαν όσους Μηλίους ενήλικους έπιασαν, κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακόσιους αποίκους». Κάθε μέρα γύρω μας αυτό συμβαίνει και τέτοια λάθη είναι ασυγχώρητα.
Για να γίνουν αυτά και πολλά άλλα κατανοητά απαιτείται έστω και στοιχειωδώς να γίνει αναφορά σε σταθερές της κρατικής και διακρατικής συγκρότησης και συγκράτησης.
Δεν υπάρχει ηθική γενικώς και αορίστως. Υπάρχει μόνο πολιτική ηθική. Πολιτική ηθική, εξάλλου, μπορεί να υπάρξει μόνο όπου υπάρχει συνεκτική κοινωνία η οποία λειτουργεί ως ενιαίο σώμα και κοινωνικοπολιτικό σύστημα το οποίο ορίζει και διαρκώς αλλάζει τα κριτήρια και τους παράγοντες της πολιτικής ηθικής.
Η ατομική ηθική του καθενός μπορεί να κυμαίνεται απρόβλεπτα και προς άγνωστες κατευθύνσεις πλην η εθελούσια συμμετοχή ενός ατόμου σε ένα εθνοκράτος σημαίνει ότι αυτή η κύμανση σταθεροποιείται και συμμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές του συλλογικού βίου.
Εντός ενός βιώσιμου και δημοκρατικά προσανατολισμένου κράτους –οι πολίτες του οποίου προσχωρούν στις θεμέλιες κοσμοθεωρίες και συμμετέχουν στο πολιτικό σύστημα επειδή το θεωρούν δικό τους– υπάρχουν πάντα νομιμοποιητικά κριτήρια πολιτικής ηθικής.
Στο κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα από το οποίο απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία και ένα παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και όπου υπάρχουν πολλές κυρίαρχες κοινωνίες η πολιτική ηθική προικισμένες με το δικό τους κοσμοθεωρητικό και ηθικό-κανονιστικό σύστημα, η πολιτική ηθική για εγγενείς λόγους είναι, όπως είπαμε, μηδενική.
Αυτός είναι και ο λόγος που όλα τα εθνοκράτη επικύρωσαν στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ την κρατική κυριαρχία ως κοινό κοσμοθεωρητικό θέσφατο για όλους και συμπεριέλαβαν τις Υψηλές Αρχές για μη επέμβαση,  διακρατική ισοτιμία και εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία.   
%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%8355
ΜΕ ΔΕΔΟΜΕΝΑ  ΚΑΙ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΤΑ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΙΣΧΥΟΥΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
  • Πρώτον, κάθε κοινωνικοπολιτικό σύστημα κάθε εποχής εδράζεται πάνω σε οικείες ιδιαίτερες και ιδιόμορφες σε σύγκριση με όλες τις άλλες δέσμες πολιτικών ηθικών κριτηρίων που νομιμοποιούν την διανεμητική δικαιοσύνη, τους νόμους και την εξουσία. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορούν να προκαθοριστούν –όπως συζητείται να γίνει στην Κύπρο– νόμοι, Συντάγματα, τρόποι λήψης απόφασης και κοσμοθεωρίες.
  • Οι τελευταίες δεν είναι συνταγές αλλά υψηλά και αόρατα θέσφατα και έσχατες λογικές στις οποίες τα μέλη ενός έθνους προσχωρούν αφετηριακά στην φάση των αγώνων Ελευθερίας. Η αναίρεσή τους μόνο υπό ένα διαστρεμμένο πολιτικό πρίσμα μπορεί να είναι νοητή και το μόνο αποτέλεσμα, έστω και αν μερικοί πειστούν προσωρινά, θα είναι διενέξεις, συγκρούσεις και πόλεμος. Αυτό θέλουν οι Βρετανοί για να διαιωνίσουν την παρουσία τους και αυτό θέλουν οι Τούρκοι για να θέσουν –ευκαιρίας δοθείσης ή τεχνητά δημιουργημένης– το νέο κρατίδιο υπό τον πλήρη έλεγχό τους.
  • Στην Κύπρο οι αφετηριακές θεμέλιες κοσμοθεωρίες της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού καταμαρτυρούνται με έργα και με λόγια ηρώων της Ελευθερίας όπως ο Αυξεντίου, ο Παλληκαρίδης και πολλών άλλων.
  • Το γεγονός ότι ήδη στην φάση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα οι αποικιοκράτες εφάρμοζαν στρατηγικές διαίρει και βασίλευε (νεαροί τουρκοκύπριοι «επικουρικοί αστυνομικοί» που βασάνιζαν φυλακισμένους αγωνιστές) και στη συνέχεια στο ανίερο «Σύνταγμα» (του 1960) έσπευσαν να επιβάλουν κριτήρια διαίρει και βασίλευε με δικαίωμα βέτο σε Τούρκο αντιπρόεδρο του 18% του πληθυσμού, είναι κάτι που δεν πειθαναγκάζει διαιώνισή τους ή επανάληψή τους. Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει αποδεκτή η τεχνητή αλλαγή των αναλογιών με εποίκους που αποτελούν έγκλημα πολέμου ή να ειπωθεί πως η μειονότητα κινδυνεύει από κατιτί. Αυτή η θέση ως αρχή ισχύει για όλα ανεξαιρέτως τα κράτη, τα δικαιώματα των μειονοτήτων συναρτώνται με την δημοκρατική συγκρότηση και τις διεθνείς συμβάσεις και δεν επηρεάζει την αυτό-θέσπιση όλων στην βάση των πολιτισμικών και θρησκευτικών παραδοχών τους.
  • Η δημοκρατία εξάλλου και οι βαθμίδες δημοκρατικής συγκρότησης, εξάλλου, όπως με κάθε άλλο κράτος, δεν είναι συμβατή με κρατικές διαιρέσεις σε εθνική/ρατσιστική βάση (ΔΔΟ) αλλά με το κατά πόσο οι πολίτες ως ενιαίο κοινωνικό σώμα ορίζουν και διαρκώς αλλάζουν τα κριτήρια και τους παράγοντες της νομιμοποιητικής πολιτικής ηθικής. Το τελευταίο για να ισχύει απαιτούνται αφενός συντελεστικές συνθήκες κοινωνικής συνοχής εντός ενός πολιτικά και κοσμοθεωρητικά νομιμοποιημένου κράτους για το οποίο όπως και για όλα τα άλλα θα ισχύουν τα θέσφατα του σύγχρονου διεθνούς συστήματος, δηλαδή  της μη επέμβασης, της εσωτερικής και εξωτερικής κρατικής κυριαρχίας και των  προϋποθέσεων ανεπηρέαστης εσωτερικής πολιτικής οργάνωσης υπό συνθήκες δημοκρατίας.
Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε χωρίς τέλος επιχειρηματολογώντας περί τα στοιχειώδη, ουσιώδη, εν πολλοίς αυτονόητα και ισχύοντα πανταχόθεν κριτήρια και παράγοντες βιωσιμότητας ενός κράτους.
            Ολοκληρώνουμε υπογραμμίζοντας ότι όπως γράφτηκε στο πρώτο μέρος του παρόντος ένα κράτος δεν είναι βιώσιμο εάν επηρεαστεί –και μάλιστα στην φάση νέας δόμησής του όπως στην ΚΔ– από αφέλειες, παρακρούσεις, ανορθολογισμούς, προπαγάνδες και ιδεολογήματα που παραβλέπουν πως τα πολιτικά δικαιώματα και η διασφάλιση των πολιτών ή η απόλαυση της πολιτισμικής και θρησκευτικής ετερότητάς τους δεν μπορεί κάτι τέτοιο να νοηματοδοτηθεί στην βάση ρατσιστικών / εθνικών διαιρέσεων. Ούτε και ισχύει κάτι τέτοιο, εξηγήσαμε σε προγενέστερες αναλύσεις σε υπάρχοντα ομόσπονδα κράτη.
            Σε δικτατορικά και δεσποτικά κράτη όπως η Τουρκία ισχύει η καταστολή και η καταπολέμηση της ετερότητας των πολιτισμικά διαφορετικών ομάδων πλην αυτό δεν ισχύει σε δημοκρατικά κράτη. Κυρίως δεν μπορεί να ισχύσει στην Κύπρο όπου
  • α) Είναι δημοκρατικά προσανατολισμένη.
  • β) Οι Ελληνοκύπριοι έχουν μια μακραίωνη πολιτική παράδοση συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους (όχι βέβαια με τους έποικους εισβολείς),
  • γ) Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της ΕΕ και ισχύει σε όλη την Επικράτειά της το acquis communautaire, ενώ επιπλέον είναι μέλος όλων των άλλων διεθνών θεσμών,
  • δ) Η ΚΔ έχει υπογράψει όλες τις συναφείς συμβάσεις.
  • ε) Η πλειονότητα των κατοίκων είναι φορείς ανθρωποκεντρικών πολιτικών παραδόσεων συμπεριλαμβανομένων και των πιστών στην ορθόδοξη ανθρωποκεντρική πολιτική παράδοση.
  • στ) Οι Τουρκοκύπριοι τα γνωρίζουν αυτά πλην είτε παρασύρθηκαν από το Λονδίνο και την Άγκυρα σε πρακτικές διαίρει και βασίλευε είτε μετά το 1974 βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στο κατοχικό καθεστώς ενώ πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν και θα επιστρέψουν εάν τερματιστεί η κατοχή και τα τετελεσμένα της βίας.
  • Ζ) Οι προαναφερθείσες παραδόσεις συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δεν αφορούν αφελείς και ανορθολογικές ανθρωπολογικά εξομοιωτικές ασυναρτησίες κατασκευής επίπλαστων ταυτοτήτων ή ατομικά αισθητικά κριτήρια και φιλίες (κάποιων που αυτό-ονομάζονται «νεοκύπριοι» και που καλλιεργούν τέτοιες γνώμες).
    • Αφορούν εκατέρωθεν πολιτικές παραδόσεις και πολιτισμούς που ιστορικά συνυπήρξαν. Οι «διαφορές» είναι όπως ήδη είπαμε επίπλαστα αποικιοκρατικά κατασκευασμένες, τεχνητά διαιωνισμένες μέσα στο διαιρετικό αποικιακό «Σύνταγμα» του 1960 και καλλιεργημένες έκτοτε με έξωθεν παρεμβάσεις που αποσκοπούσαν στον έλεγχο του νησιού από ξένες δυνάμεις. Η διαιώνισή τους και το βάθεμά τους με την ενσωμάτωσή τους στο προτεινόμενο κρατικό έκτρωμα-ΔΔΟ θα αποτελέσει όπως επίσης είπαμε χαριστική βολή. Εξ ου και πρόσφατα υποστηρίχθηκε με έμφαση η απόρριψη κάθε διχοτομικής λογικής που επιπλέον θα καταλύει την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την καθιστά έρμαιο αυτών που θέλουν να την κατακτήσουν. Για τον ενδιαφερόμενο όσον αφορά αυτούς τους προσανατολισμούς και τι σημαίνει «απόρριψη» βλ. την πρόσφατη παρέμβαση ΠΕΡΙ «ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΚΩΝ»: Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ «ΜΗ ΛΥΣΗ» ΚΑΙ ΩΣ ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΧΡΙ, ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΔΟΘΕΙΣΗΣ, ΝΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ. http://wp.me/p3OqMa-1l3http://wp.me/p3OlPy-1sd.
Υστερόγραφο 1. Κονδύλης: «Μονάχα η εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με «λογική» συνέπεια όχι η ίδια η θεμελιώδης στάση: στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις. Υπάρχουν τόσες μορφές λογικής συνέπειας όσες και οι θεμελιώδεις στάσεις»
Στο κείμενο πιο πάνω παρεμβάλαμε πίνακα με το οποίο συνοψίσαμε το εμβληματικό έργο του Παναγιώτη Κονδύλη «Ισχύς και απόφαση». Καλά κάνουμε να επανέλθουμε με συντομία για να φωτίσουμε περισσότερο πολλά σημεία της ανάλυσης που προηγήθηκε.
Ισχύς απόφασηΗ Κονδύλης αποτυπώνει με αριστοτεχνικό τρόπο την πραγματικότητα αναφέροντας κύρια αξιώματα του διαχρονικού κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι: Τα κράτη είναι μορφικά πανομοιότυπα επειδή είναι κρατικά κυρίαρχα πλην από άποψη πολιτικής ανθρωπολογίας διαφέρουν. Αυτό ερμηνεύει και το πασίδηλο γεγονός ότι κάθε διακριτή εθνική οντότητα παλεύει για την δική της κρατική υπόσταση με αποτέλεσμα ο κόσμος να είναι εθνοκρατοκεντρικά δομημένος.
Ένα κράτος δεν είναι βιώσιμο όταν εσωτερικά είναι κοσμοθεωρητικά διαιρεμένο και καλείται, εν τούτοις, να αποφασίζει καθημερινά για τα κριτήρια και τους παράγοντες της πολιτικής ηθικής που νομιμοποιούν τους νόμους και την διανεμητική δικαιοσύνη. Η πολιτική ηθική και τα κοσμοθεωρητικά θέσφατα συνδέονται και απαιτείται να είναι συμβατά.
Στην πορεία κάθε εθνικής κοινωνικής οντότητας η οποία κινείται μονίμως μέσα σε μια δίνη ανθρωπολογικής συγκρότησης υπό συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού, συμπλέκονται αναρίθμητες ορατές και αόρατες σμίλες που διαρκώς διαμορφώνουν την ανθρωπολογική ετερότητά της.
Μέσα σε αυτή την δίνη η συμπλοκή των διαμορφωτικών παραγόντων συντελείται δυναμικά. Μεταξύ άλλων: Κοσμοθεωρητικά υπόβαθρα, συλλογικές κοσμοεικόνες ιστορικά σμιλευμένες, συλλογικοί μύθοι, ιδιαίτεροι και ιδιόμορφοι συλλογικοί τρόποι ζωής συμβατοί με την ετερότητα κάθε οντότητας, ιστορικές ταυτότητες, θρησκευτική πίστη, ιστορικές εικόνες εχθρών και φίλων και παραδοχές διανεμητικής δικαιοσύνης που επηρεάζονται από τον εθνικό πολιτισμό και τις εθνικές πολιτικές παραδόσεις κάθε διακριτής κοινωνικής οντότητας.
Το έτσι οντολογικά θεμελιωμένο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα περιέχει κράτη με τις ίδιες δομές (εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία) αλλά διαφορετικού κοσμοθεωρητικού και ηθικοκανονιστικού περιεχομένου. Τουτέστιν, διαφορετικής συλλογικής πολιτικής λογικής («τυπική λογική» κάθε οντότητα είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Κονδύλης) επί κάθε θέματος του κοινωνικοπολιτικού βίου.
Εντός κάθε κράτους οι συλλογικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές και οι απορρέουσες έσχατες λογικές εκλογικεύουν πολιτικά και πνευματικά τις αποφάσεις και τις στάσεις απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο
ΔΕΝ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ ΕΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΘΟΤΙ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΤΟΥ ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΕΡΑΝ ΚΑΘΕ ΛΟΓΙΚΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: «Μονάχα η εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με «λογική» συνέπεια όχι η ίδια η θεμελιώδης στάση: στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις. Υπάρχουν τόσες μορφές λογικής συνέπειας όσες και οι θεμελιώδεις στάσεις».
Ο βιασμός του κρατικού γίγνεσθαι στην Κύπρο με τερατώδεις διαιρέσεις απλά θα το καταστήσουν μη βιώσιμο και όπως είπαμε πεδίο συγκρούσεων και έξωθεν επεμβάσεων όσων θέλουν να αρπάξουν και να οικειοποιηθούν την μοναδική γεωπολιτική σημασία της Μεγαλονήσου Κύπρου.
Υστερόγραφο 2: Η Τουρκία διατάζει ήδη τους Έλληνες πως να σκέφτονται και πως να αισθάνονται
Μέσα Φεβρουαρίου 2017 ο κατοχικός ηγέτης συμπλέοντας πλήρως με την Άγκυρα έτριξε κυριολεκτικά τα δόντια και συνέδεσε τις «διαπραγματεύσεις» με την θέση που εξέφρασε ότι η Ελληνική πλευρά δεν έχει δικαίωμα να γιορτάζει τις επετείους των εθνικών αγώνων για Ελευθερία. Τέτοια γεγονότα όπως και πολλά άλλα επαληθεύουν πιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ Η ΆΓΚΥΡΑ ΚΑΙ ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΕΑΝ ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Για μια πρώτη παρέμβαση για το γεγονός αυτό βλ. Η ΈΝΩΣΗ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ ΚΥΡΙΟΣ ΑΚΙΝΤΖΙ ΚΑΙ ΟΙ ΦΕΡΟΝΤΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ ΜΙΑ ΔΔΟ https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/permalink/1457102464323998