ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…
[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]
Γράφει ο Έρικ Σμυρναίος ~ Όσοι από εσάς έχετε εντρυφήσει στη νεομυθολογία που επινόησε ο χαρισματικός συγγραφέας Χ.Φ.Λάβκραφτ, σίγουρα θα έχετε ακουστά την πανάρχαια και μυστηριακή πόλη των κιόνων, την παραμυθένια Ιρεμ που κρύβεται στα βάθη της Μεγάλης Αραβικής Χερσονήσου. Σύμφωνα λοιπόν με τη «Μυθολογία Κθούλου», όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται το σύμπαν που οικοδόμησε ο μεγαλοφυής εκείνος συγγραφέας, μια φορά κι έναν καιρό, ένας παράφρονας μυστικιστής και μάγος, ο Αμπντούλ Αλχαζρέντ, επισκέφτηκε τα ερείπια της εγκαταλειμμένης εκείνης πόλης, βαθιά μέσα στην έρημο. Η Ιρέμ ήταν ένας τόπος καταραμένος που φυλασσόταν από τζιν και άλλα στοιχειακά της ερήμου, τα οποία αποτρέπανε τους ταξιδιώτες από να την πλησιάσουν. Μέσα στα άδεια της ανάκτορα κατοικούσαν νεκροφάγα γκουλ, απαίσιοι και δύσμορφοι δαίμονες της αραβικής μυθολογίας που τρέφονται από τα πτώματα των νεκροταφείων. Εκεί πέρα, ανάμεσα σε ανεμοδαρμένα χαλάσματα και ανήλιαγα υπόγεια, ο παράτολμος Άραβας έμαθε ορισμένα απαγορευμένα κι εντελώς φρικαλέα μυστικά που αφορούν τους απόκρυφους επικυρίαρχους της πραγματικότητας μας και την πραγματική θέση του ανθρώπου μέσα στο κολοσσιαίο και αδιάφορο σύμπαν που μας περιβάλλει. Αργότερα, όταν ζούσε στη Δαμασκό, ο Αμπντούλ Αλχαζρέντ έγραψε ένα τρομακτικό βιβλίο που περιείχε όλα όσα είχε μάθει σ’ εκείνη την ξεχασμένη πόλη-μαυσωλείο. Το αρχικό όνομα του βιβλίου ήταν «Αλ Αζίφ», μια λέξη που αναφέρεται στον εντομοειδή βόμβο που παράγουν οι δαίμονες της ερήμου, αλλά αργότερα απέκτησε την ελληνοπρεπή ονομασία «Νεκρονομικόν». Το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρείται απαγορευμένο κι εντελώς θανατηφόρο, γιατί η απλή του ανάγνωση έχει ως αποτέλεσμα την αποσύνθεση της πραγματικότητας μέσα στο μυαλό του άπραγου αναγνώστη του και το άνοιγμα πυλών που επιτρέπουν σε κάποιες πολυδιαστατικές, πανάρχαιες και εντελώς κακόβουλες οντότητες να εισβάλλουν στο δικό μας κόσμο. Ο ίδιος ο Αλχαζρέντ, μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής του απαίσιου βιβλίου του, πέθανε κατά τρόπο εντελώς φριχτό και ανεξήγητο στην αγορά της Δαμασκού, όταν διαμελίστηκε από κάποια αόρατη οντότητα μπροστά σ’ ένα έντρομο και ανήμπορο πλήθος συμπατριωτών του… Αυτό που ίσως δεν γνωρίζετε ωστόσο, είναι ότι η Ιέρμ δεν αποτελεί επινόηση του Λάβκραφτ. Αντίθετα, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που υπονοούν ότι υπήρξε πραγματικά: Οι νομαδικές φυλές των Βεδουίνων που διασχίζουν την απέραντη εκείνη έκταση από αεικίνητες αμμοθίνες, μιλάνε ακόμα και σήμερα για μια Χ.Φ. Λάβκραφτπανάρχαια πόλη που ονομάζεται Ubar, Wabar ή Iram των Κιόνων, η οποία είναι θαμμένη κάτω από την άμμο εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Η ίδια πόλη αναφέρεται στο Κοράνι καθώς και στη γνωστή συλλογή παραμυθιών «Χίλιες και μια Νύχτες», ένα βιβλίο που ο Χ.Φ. Λάβκραφτ είχε διαβάσει ως παιδί και είχε αγαπήσει πολύ. Φαίνεται, μάλιστα, ότι από εκεί εμπνεύστηκε τη δική του Ιρέμ των Χιλίων Κιόνων. Θα γράψει μάλιστα για πρώτη φορά για την Ιρέμ στο διήγημά του «Η Ανώνυμη Πόλη» το 1921, ενώ σε μια επιστολή του προς τον Κλαρκ Α. Σμιθ το 1930 θα επισημάνει ότι οι θρύλοι που την περιβάλλουν θα μπορούσαν να αποτελέσουν το ιδανικό σκηνικό για μια ιστορία φαντασίας. Η θρυλική αυτή πόλη υποτίθεται ότι βρίσκεται κάπου στην έρημο Rub’ al Khali, η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Νότιας Αραβικής Χερσονήσου. Κατοικούνταν από τη μυστηριώδη φυλή των Ad, τους οποίους εξουσίαζε ο βασιλιάς τους Shaddad ibn ‘Ad. Η ιστορία της ξεκινάει από το 3.000 π.Χ. Ήταν πανέμορφη, στολισμένη με μεγαλόπρεπα κτήρια από λευκό μάρμαρο, υπέροχους κίονες από αλάβαστρο, αστραφτερούς πύργους και μιναρέδες που άγγιζαν τον ουρανό. Καταπράσινοι κήποι και δροσερά σιντριβάνια στόλιζαν τα μέγαρα και τις πλατείες της. Η Ιρέμ ήταν πλούσια πέρα από κάθε φαντασία, γιατί χρησίμευε ως σημείο συνάντησης εμπόρων που ταξίδευαν μέχρι τα σκεπαστά παζάρια της με καραβάνια απ’ όλα τα μέρη του γνωστού κόσμου. Η φήμη της μαγικής εκείνης πόλης και η μοναδική ομορφιά της είχαν απλωθεί σε κάθε γωνιά της Ανατολής. Η Ιράμ, ωστόσο, εξαφανίστηκε ανεξήγητα. Ο λαός και η ομορφιά της χάθηκαν για πάντα κάπου μεταξύ των ετών 100 με 300 μ.Χ. Λέγεται ότι τιμωρήθηκε από τον Αλλάχ γιατί οι κάτοικοί της ξεχάσανε τις προσταγές του και αγνόησαν τις προτροπές (ίσως και τις προειδοποιήσεις) του προφήτη Hud, με αποτέλεσμα να θαφτούν κάτω από μια τρομακτική αμμοθύελλα που εμφανίστηκε από το πουθενά. Το 1930 ο εξερευνητής Bertram Thomas, διέσχισε πεζός την τρομερή Rub’ al Khali. Στόχος του ήταν να κερδίσει τον τίτλο του πρώτου Ευρωπαίου που θα υπερνικούσε εκείνη την απέραντη θάλασσα της καυτής άμμου που οι Βεδουίνοι δεν διστάζουν να αποκαλούν «Η Άδεια Περιοχή». Κατά τα διάρκεια του ταξιδιού του έμαθε από τους οδηγούς του για τη χαμένη πόλη. Ωστόσο, αν κι έψαξε να βρει τα ίχνη της στην περιοχή Ramlat Shu’ait, δεν ανακάλυψε τίποτα απολύτως. Αφηγήθηκε ωστόσο την εμπειρία του στον Λώρενς της Αραβίας. Ο ίδιος ο Λώρενς, καταγοητευμένος απ’ αυτή την ιστορία, αποφάσισε να γίνει ο πρώτος Ευρωπαίος που θα την ανακάλυπτε. Συνήθιζε μάλιστα να την αποκαλεί «Η Ατλαντίδα της Άμμου», και σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει ένα αερόπλοιο για να πετάξει πάνω από την έρημο. Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε, πέθανε πρόωρα, σ’ ένα παράξενο ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα του αν και πολύ έμπειρος αναβάτης. Στο μεταξύ, ο Bertram έπαθε εμμονή με την χαμένη πόλη, έκανε διάφορες απόπειρες να την εντοπίσει και έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο ArabiaFelix. Βρήκε τελικά κάποια ίχνη ερειπίων στην άμμο, και κάτι που έμοιαζε με τα σημάδια που είχαν αφήσει πανάρχαια καραβάνια, αλλά τελικά πέθανε δίχως να την αντικρίσει ποτέ… Την δεκαετία του 1940 ένας Εγγλέζος εξερευνητής, ο Wilfred Thesiger, ανακάλυψε σε μια περιοχή που λέγεται Shisr, τα υπολείμματα ενός αρχαίου πηγαδιού και ενός αρχαίου προ-ισλαμικού οχυρού και πίστεψε ότι είχε εντοπίσει επιτέλους την Ιράμ. Το 1948 μια ομάδα γεωλογικών ερευνών από την Petroleum Development Ltd, έκανε μια γεωλογική έρευνα στην περιοχή του Shisr. Ισχυρίστηκαν ότι ανακάλυψαν εκεί έναν τεράστιο τοίχο που ανήκε σε κάποιο αρχαίο οχυρό, καθώς και την είσοδο μιας σπηλιάς που οδηγούσε σε κάποια άγνωστα βάθη. Ωστόσο, επειδή τους ενδιέφερε πιο πολύ να βρουν νερό για τις καμήλες τους παρά να ψάξουν για αρχαία ερείπια, δεν ασχολήθηκαν περισσότερο με το όλο ζήτημα και απλά ανέφεραν τα συγκεκριμένα ευρήματα στην αναφορά τους. Μια άλλη εξερευνητική εκστρατεία οργανώθηκε από τον St. John Philby, ο οποίος δεν βρήκε μεν τη μυθική πόλη, ανακάλυψε ωστόσο ένα αρχαίο ηφαίστειο που ήταν ανενεργό και θαμμένο μέσα στην έρημο. Οι μεταγενέστερες εξερευνητικές προσπάθειες επέστρεψαν με ενδιαφέρουσες πλην αόριστες αφηγήσεις για παράξενα ερείπια που εξείχαν μέσα από την άμμο σαν τα οστά κάποιου προϊστορικού τέρατος. Αυτά τα απογοητευτικά ευρήματα οφείλονται εν μέρει στο ότι η Μεγάλη Αραβική Έρημος, η Rub’ al Khali είναι πραγματικά τεράστια: Καλύπτει το μεγαλύτερο κομμάτι της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και περιοχές του Ομάν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Υεμένης. Επίσης, δεν υπάρχει καμία σαφής ένδειξη για το πού ακριβώς θα μπορούσε να βρίσκεται η Ιράμ. Ωστόσο, κάθε λίγο και λιγάκι αναδύονται κάποιες εντυπωσιακές ειδήσεις: Το 1992, για παράδειγμα, μια ομάδα αρχαιολόγων από το Λος Αντζελες ισχυρίστηκαν ότι όχι μόνο ανακάλυψαν τη χαμένη πόλη αλλά γνωρίζουν και για ποιό λόγο εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά: Ένας από τους αρχηγούς της αποστολής, ο Nicholas Clapp, ο οποίος είχε διαβάσει το βιβλίο του Bertram Thomas, άρχισε να μελετάει παλιούς χάρτες της περιοχής, ανάμεσά τους και κάποιους που είχε σχεδιάσει το 200 μ.Χ. ο Αλεξανδρινός γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος, καθώς και ταξιδιωτικές αφηγήσεις από εξερευνητές του μεσαίωνα. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε δορυφορικές φωτογραφίες κι ένα σύστημα εντοπισμού υπόγειων κατασκευών με ραντάρ, το οποίο χρησιμεύει στην ανίχνευση ιχνών που έχουν αφήσει με τα χρόνια καραβάνια από καμήλες πάνω στην άμμο της ερήμου. Βρήκε, λοιπόν, κάτι ενδιαφέρον στο Shisr. Στο σημείο εκείνο ξεκίνησαν ανασκαφές και ξεθάφτηκαν κομμάτια κεραμικών, οστά ζώων, λιβανιστήρια, νομίσματα, και άλλα τεχνουργήματα. Στο κέντρο εκείνης της έκτασης βρέθηκε ένα είδος αρχαίου φρουρίου που αποτελούνταν από οκτώ μεγάλους ασβεστολιθικούς τοίχους ύψους τεσσάρων μέτρων περίπου και μήκους δεκαεννέα μέτρων, καθώς και τέσσερις μεγάλους πύργους διαμέτρου τεσσάρων μέτρων και ύψους δέκα. Επίσης, εντοπίστηκαν τα ίχνη μιας καταβύθισης που φαίνεται ότι προκάλεσε την ξαφνική κατάρρευση της πόλης και την εγκατάλειψή της από τους κατοίκους της. Αν και πολύ ενδιαφέρουσα, η παραπάνω ανακάλυψη δεν έπεισε πολλούς ότι σχετίζεται με τη μυθική Ιράμ. Φαίνεται ότι πρόκειται απλά για ένα ακόμα σύμπλεγμα ερειπίων, από αυτά που έχουν βρεθεί και σε πολλά άλλα σημεία της απέραντης ερήμου. Εξάλλου, τα μεγέθη των κατασκευών που εντοπίστηκαν δεν θυμίζουν σε τίποτα τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά που περιγράφουν οι μύθοι. Υπάρχουν, βέβαια, και αυτοί που αρνούνται ότι υπήρξε ποτέ μια τέτοια πόλη. Σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις, η Ιράμ ήταν απλά μια κατοικήσιμη περιοχή όπου οι άνθρωποι απολάμβαναν μια σχετική ευμάρεια, έως ότου νικήθηκαν τελικά από την προελαύνουσα έρημο και την αλλαγή των διαδρομών που ακολουθούσαν τα καραβάνια των εμπόρων της ερήμου. Η ρομαντική μεταμόρφωση της Ιράμ σε μεγαλόπρεπη και παραμυθένια πόλη είναι το αποτέλεσμα διαδόσεων από στόμα σε στόμα. Προφανώς μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η πολυκίονη Ιράμ (ή η Ιρέμ του Χ.Φ.Λάβκραφτ) υπήρξε ποτέ πραγματικά. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα στοιχεία της Μυθολογίας Κθούλου, κατά κάποιο πολύ παράξενο τρόπο, η ύπαρξή της φαίνεται να εδραιώνεται σταδιακά στην πραγματικότητα μας. Μέχρι, λοιπόν, να διαλευκανθεί οριστικά αυτό το γοητευτικό μυστήριο, δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μας αποτρέπει από το να φανταζόμαστε ότι βαθιά μέσα στην καρδιά της Μεγάλης Αραβικής Ερήμου, θαμμένη κάτω από εκατοντάδες μέτρα καυτής άμμου, κοιμάται και ονειρεύεται μια πανέμορφη πόλη που φυλάει τα δικά της αρχαία μυστικά….eword.gr Πηγές:
Όλες οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι ομάδες αυτές συνοψίζονται στο εξής: Στη δύναμη που προκύπτει από την αλληλεπίδραση ενός “+” και ενός “–”, αυτών των δύο θεμελιωδών και αντιθέτων πόλων ή φορτίσεων που χαρακτηρίζουν, περιγράφουν και κινούν ολόκληρο το σύμπαν.
Με όρους απλής φυσικής θα λέγαμε ότι όλες ανεξαιρέτως οι μαγικές πρακτικές βασίζονται σε ενεργειακές έννοιες πολικότητας και φόρτισης, και συχνά αυτοί ακριβώς οι όροι χρησιμοποιούνται και από τις ομάδες αυτές.
Η Δύναμη προκύπτει από την αλληλεπίδραση αυτών των δύο αντιθέτων ενεργειακών εκδηλώσεων αλλά, για λόγους που δεν είναι επί του παρόντος ν’ αναλύσουμε, η ενέργεια ανήκει στο “–” και ρέει από το “–” προς το “+”. Αυτή η ροή εκφράζει και τη λεγόμενη εντροπία του συστήματος.
Ξαναγυρίζοντας στην απόκρυφη θεώρηση, είναι φανερό ότι η φύση όλων των θεών, οντοτήτων ή Δυνάμεων, αν και επιφανειακά πολλαπλή λόγων των απείρων ονομάτων τους, στην ουσία πάντα αναλύεται και εκφράζεται σε ζεύγη, γιατί το ζεύγος είναι η απλούστερη διπολική μονάδα.
Αυτή η διπολική και διφορούμενη φύση των θεϊκών χαρακτήρων που προκύπτει από τις πολλαπλές ταυτίσεις και τις κατοπτρικές ή καρκινικές αντιστροφές υπάρχει και ισχύει παντού και χωρίς καμία εξαίρεση σε όλο το μαγικοθρησκευτικό χώρο. Αυτή η αντιστροφή και διπολικότητα είναι βασικό να γίνει κατανοητή, γιατί διαφορετικά ο αναγνώστης θα μπλέξει σ’ έναν ατέλειωτο λαβύρινθο δίχως αρχή και τέλος. Γι’ αυτό και τα συνοψίζω με τον απλούστερο δυνατό τρόπο. Πολικότητα σημαίνει: Η κάθε θεότητα εμπεριέχει δυο αντίθετες όψεις: φωτεινή/ σκοτεινή, αρσενική/θηλυκή, καλή/κακή κτλ. Αντιστροφή σημαίνει: Αν αναποδογυρίσουμε την ίδια ακριβώς θεμελιακή θεότητα απλώς προκύπτει μια νέα θεότητα που είναι το είδωλο της προηγούμενης σαν να τη βλέπαμε σε καθρέφτη.
Έτσι:
Αν η πολικότητα κάνει κάθε θεότητα Ανδρόγυνη, η αντιστροφή της απλώς την κάνει Γύνανδρη.
Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και αν αλλάξει διαμετρικά η θέση και η θεώρηση ή σκοπιά του παρατηρητή. Από κει και μετά αυτά τα θεϊκά δίπολα διακλαδίζονται πλέον ξανά και ξανά και χωρίζονται στους άπειρους θεούς, θεές ή άλλες σχετικές οντότητες της κάθε παράδοσης. Στην τελική αυτή εξελικτική φάση ο κάθε θεός ή θεά εξειδικεύεται κι εκφράζει πλέον, ή προβάλλει προς τα έξω, μονάχα κάποιο επιμέρους στοιχείο του αρχικού δίπολου. Έτσι, άμεσα εμφανής είναι πλέον μονάχα ο ένας πόλος, ας πούμε το φως ή το σκοτάδι, το αρσενικό ή το θηλυκό, το καλό ή το κακό κ.ο.κ. Συνήθως αυτούς τους πόλους τους αναφέρουμε ως αρνητικές ή θετικές όψεις. Αλλά και ο δεύτερος πόλος –η αντίθετη όψη– υπάρχει πάντα κρυμμένος κάπου στο βάθος ή την άλλη πλευρά. Όμως στον αποκρυφισμό τα πάντα δίνονται σκόπιμα μέσα από σκοτεινούς συμβολισμούς, άλλοτε γιατί υπάρχει λόγος γι’ αυτό και άλλοτε από απλή… συνήθεια. (…)
Όπως είναι φανερό, το σεξ, που εκφράζει τη βασική διπολικότητα στο βιολογικό επίπεδο, παίζει μεγάλο ρόλο σε όλον αυτό το χώρο, έστω και αν δεν είναι πάντα αυτό που θα φανταζόταν ένας αδαής. Άλλωστε, εδώ, οι κακοπαθημένες έννοιες “Δεξί Μονοπάτι” και “Αριστερό Μονοπάτι” δεν σημαίνουν “καλό” και “κακό” όπως φαντάζονται οι αμύητοι, ούτε “άσπρη μαγεία” και “μαύρη μαγεία” όπως φαντάζονται οι αφελείς – απλώς οι ονομασίες αυτές διακρίνουν κατά πόσο η ανθρώπινη σεξουαλική δύναμη χρησιμοποιείται εσωτερικά (δίχως ερωτική πράξη) στην πρώτη περίπτωση και εξωτερικά (με ερωτική πράξη) στην δεύτερη.»
Όταν η Ιστορία ΔΕΝ διδάσκει όσα θα έπρεπε… Όταν η Ιστορία, για μια ακόμη φορά, επαναλαμβάνεται!
Μία από τις σημαντικότερες οργανώσεις στο χώρο του Αποκρυφισμού, η Χρυσή Αυγή, ιδρύθηκε το 1897 στην Αγγλία. Περίεργη, αμφιλεγόμενη αλλά με αναμφισβήτητα πολύτιμο έργο στο χώρο είχε κατά καιρούς ως μέλη της τον διάσημο συγγραφέα Έντουαρντ Μπούλβερ-Λύττον, «τελευταίο μαθητή του Ελιφάς Λεβί», τον Άρθουρ Έντουαρντ Ουέιτ, τον Μπραμ Στόουκερ, συγγραφέα του «Δράκουλα», τον Σαξ Ρόμερ, δημιουργό του Φου Μαντσού, τον Άλτζερνον Μπλάκγουντ, και αργότερα τον Άλειστερ Κρόουλυ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, και ακριβώς με τη συμμετοχή του Α. Κρόουλυ, τα πράγματα παίρνουν μιαν άσχημη τροπή. Ήδη η ομάδα είχε επαφές με ευρωπαϊκές κινήσεις, όπως εκείνη του Ρούντολφ Στάινερ στη Γερμανία. Την περίοδο εκείνη ο βασικός κορμός της ομάδας θα χωριστεί σε δύο κλάδους.
Από τη μια μεριά ο Κρόουλυ θα κυριαρχήσει με μια μορφή διεστραμμένου σατανισμού, με μεγάλη έμφαση στο σεξ. Το άσχημο δεν ήταν το σεξ στην όλη ιστορία. Κάθε άλλο. Υπάρχουν άλλες σκοτεινές πλευρές που προτιμώ να μην αναφέρω. Μια εξέλιξη, πάντως, στο παρακλάδι αυτό θα οδηγήσει αργότερα στις ναζιστικές θεωρίες. Νέες κρυφές ομάδες θα δημιουργηθούν εδώ, κι αυτά τα γεγονότα αναλύουν θαυμάσια οι Πάουελς και Μπερζιέ στην «Αυγή των Μάγων».
Από την άλλη μεριά, ένα άλλο παρακλάδι στηρίζεται σε ανθρωπιστικές ιδέες. Εδώ ανήκει και ο Ρούντολφ Στάινερ. Η σύγκρουση θα είναι βίαιη μεταξύ τους, και ο Στάινερ θα θεωρηθεί ο μεγαλύτερος εχθρός του ναζισμού. Τα κέντρα του καίγονται από μαινόμενους ναζί, και ο ίδιος δραπετεύει στην Ελβετία, όπου και πεθαίνει. Για μια ακόμη φορά η Έρευνα του Αγνώστου εκφυλίζεται και οι γνώσεις χρησιμεύουν στην παγκόσμια αλληλοσφαγή. Αλλά αυτό δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση στον ψύχραιμο αναγνώστη. Οι γνώσεις είναι ουδέτερες. Δεν είναι υπεύθυνες για το πώς τις χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι, αλλά η τραγωδία του ναζισμού δείχνει τα απίστευτα όρια που μπορούν να σπρωχτούν οι άνθρωποι όταν πιστεύουν στο απόλυτο. Αλλά, μήπως, και οι χριστιανοί ιερείς δεν ξέχασαν το «αγαπάτε αλλήλους» προκειμένου να ευλογήσουν το κάθε άρμα μάχης που βγαίνει από το εργοστάσιο; Αν θέλετε να σφάξετε κόσμο, θα βρείτε και δικαιολογίες γι’ αυτό, σε κάθε ιδεολογία. Το φάρμακο; Απαλλαγείτε από δαύτες. Φυλαχτείτε από ανθρώπους που ξέρουν την Αλήθεια.
"Τότε, ξαφνικά, το είδα. Με ένα ελαφρό μόνο παφλασμό για να αναγγείλει την άνοδό του στην επιφάνεια, το πλάσμα υψώθηκε πάνω από τα σκοτεινά νερά. Πελώριο σαν τον Πολύφημο και τερατώδες, κατευθύνθηκε σαν νοήμον θηρίο προς τον μονόλιθο, τον οποίο και αγκάλιασε με τα φολιδωτά του χέρια, ενώ χαμήλωσε το απαίσιο κεφάλι του βγάζοντας συγκεκριμένους, υπολογισμένους ήχους φρίκης." (H.P. Lovecraft, "Dagon")
Ο Ιχθυόμορφος Dagon, όπως απεικονίζεται στο "The Necronomicon Tarot" του Donald Tyson.
Ο Dagon είναι το δεύτερο πλάσμα του νερού που συναντάμε στη Μυθολογία Κθούλου. Όπως και άλλα στοιχεία του λαβκραφτικού Πάνθεου, ο ιχθυόμορφος θεός έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δημοφιλή σύμβολα της Μυθολογίας, παρά το γεγονός ότι στο σύνολο του έργου του Λάβκραφτ εμφανίζεται μόλις δύο φορές. Η πρώτη είναι στο ομότιτλο διήγημα, γραμμένο τον Ιούλιο του 1917, το οποίο εξιστορεί την περιπέτεια ενός ναυαγού που ξεβράζεται σε ένα έρημο νησί το οποίο, όπως φαίνεται, βρισκόταν μέχρι πρόσφατα στον πάτο του ωκεανού. Όπως και πολλές άλλες ιστορίες του, έτσι κι αυτή είναι εν μέρει εμπνευσμένη από ένα όνειρο του Λάβκραφτ, κάτι που ενισχύει την απόκοσμη και υποβλητική ατμόσφαιρά της. Ταυτόχρονα όμως ο συγγραφέας φαίνεται να επηρεάστηκε από το σύντομο διήγημα "Fishhead" (1911) του Irvin S. Cobb, στο οποίο ένα ιχθυόμορφο τέρας στοιχειώνει την περιοχή γύρω από μια απομονωμένη λίμνη. Εξερευνώντας το νησί, ο πρωταγωνιστής συναντά έναν παράξενο μονόλιθο μαύρου χρώματος, διακοσμημένο με παράδοξα σχήματα και σύμβολα, για τα οποία ο Λάβκραφτ γράφει: "Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα υποτίθεται πως απεικόνιζαν ανθρώπους - ή τουλάχιστον κάποιο είδος ανθρώπων. Παρ'όλο που τους έδειχνε να παίζουν σαν ψάρια στα νερά κάποιας υποθαλάσσιας σπηλιάς ή να αποτίουν φόρο τιμής σε κάποιο ιερό μονόλιθο, που κι αυτός βρισκόταν κάτω από τα κύματα. Δεν μπορώ να μιλήσω με λεπτομέρειες για τα πρόσωπα και τα σχήματά τους, γιατί και μόνο η απλή ανάμνησή τους με αρρωσταίνει. Ήταν τόσο αλλόκοτα που ξεπερνούσαν τη φαντασία ενός Πόε ή ενός Μπάλγουερ. Σε γενικές γραμμές ήταν ανατριχιαστικά ανθρώπινα, παρά τα μεμβρανώδη χέρια και πόδια τους, τα υπερβολικά πλατιά και πλαδαρά χείλη τους, τα εξογκωμένα και ανέκφραστα μάτια και άλλα χαρακτηριστικά που δεν είναι ευχάριστο να αναφέρει κανείς. Ήταν αρκετά περίεργο, αλλά φαίνεται ότι είχαν σμιλευτεί με λάθος αναλογίες σε σχέση με το φόντο, γιατί, ένα από τα πλάσματα απεικονιζόταν να σκοτώνει μια φάλαινα, η οποία δεν ήταν παρά λίγο πιο μεγάλη από αυτό." Όπως αποδείχθηκε όμως, η αναλογία των πλασμάτων δεν ήταν λανθασμένη αφού, στιγμές μόνο αργότερα, ένα γιγαντόσωμο πλάσμα όμοιο με αυτά που απεικονίζονταν στην πέτρα, αναδύθηκε από τα νερά και αγκάλιασε το μονόλιθο βγάζοντας φρικιαστικές κραυγές. Πολλοί φανς και αναλυτές της Μυθολογίας Κθούλου πιστεύουν πως το τέρας ήταν ο ίδιος ο Dagon. Ωστόσο, οι περιγραφές του Λάβκραφτ, όσο αφηρημένες και μη επεξηγηματικές κι αν είναι, δεν φαίνονται να δείχνουν κάτι τέτοιο. Το πλάσμα μοιάζει περισσότερο σαν ένα από τα μεγαλύτερα άτομα του είδους του, παρά σαν θεός τους, ενώ η συμπεριφορά του προς τον μονόλιθο φαίνεται να είναι λατρευτική, όπως και αυτή των όντων που απεικονίζονται στην πέτρα. Το ίδιο το όνομα "Dagon" εμφανίζεται πολύ αργότερα, προς το τέλος του διηγήματος, όπου ο αφηγητής θυμάται τις συζητήσεις που έκανε με έναν εθνολόγο πάνω στον Θεό-Ψάρι των Φιλισταίων, ονόματι Dagon, προσπαθώντας να μάθει περισσότερα για την εμπειρία του. Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια του διηγήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική: Σε αντίθεση με τις περισσότερες οντότητες της Μυθολογίας Κθούλου, ο Dagon δεν είναι εξ'ολοκλήρου επινόηση του Λάβκραφτ, αλλά βασίζεται σε μια θεότητα με το ίδιο όνομα, υπαρκτή στην ανθρώπινη μυθολογία, έναν θεό των Φιλισταίων και άλλων λαών της γης της Χαναάν, που το όνομά του αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην Παλαιά Διαθήκη, στη "Φοινικική Ιστορία" του Φίλωνα Ερέννιου της Βύβλου, αλλά και στον "Χαμένο Παράδεισο" του Τζον Μίλτον - μια από τις κύριες λογοτεχνικές επιρροές του συγγραφέα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πάγια τακτική του Λάβκραφτ να παρουσιάζει τα πλάσματά του όσο το δυνατόν πιο εξωανθρώπινα, επινοώντας τα πιο παράξενα και "εξωγήινα" ονόματα γι'αυτά. Έτσι ο Robert M. Price (ένας από τους πιο σημαντικούς αναλυτές της Μυθολογίας Κθούλου) θεωρεί πως ο Λάβκραφτ ίσως να μην επιθυμούσε να εντάξει τον Dagon στους Μεγάλους Παλαιούς. Ενώ, εντοπίζοντας ομοιότητες ανάμεσα στο διήγημα "Dagon" και το μεταγενέστερο "Κάλεσμα του Κθούλου" - όπως το βυθισμένο νησί που αναδύεται, το γιγαντιαίο ιχθυόμορφο πλάσμα, την ιστορία του ναυαγού κλπ - ο Price και ο Will Murray αναπτύσσουν τη θεωρία πως ο Dagon είναι ουσιαστικά το ακατέργαστο πρωτότυπο πάνω στο οποίο χτίστηκε τόσο ο ίδιος ο Μεγάλος Παλαιός Cthulhu, όσο και άλλα στοιχεία των μεταγενέστερων ιστοριών του Λάβκραφτ.
Η δεύτερη αναφορά στον Dagon γίνεται αρκετά χρόνια αργότερα, στη νουβέλα "Η Σκιά Πάνω από το Ίνσμουθ" (1932). O πρωταγωνιστής της, ένας νεαρός ταξιδιώτης που ταξιδεύει στην περιοχή της Νέας Αγγλίας ψάχνοντας το γενεαλογικό του παρελθόν, αναγκάζεται να διανυκτερεύσει στην παραθαλάσσια πόλη του Ίνσμουθ. Σύντομα όμως ανακαλύπτει πως η πόλη, με όλους σχεδόν τους κατοίκους της, ελέγχεται από το Εσωτερικό Τάγμα του Dagon, μια θρησκευτική αίρεση που αναπτύχθηκε χάρη στη δράση του Obed Marsh και κατόρθωσε να εκδιώξει βάναυσα τον χριστιανισμό από την πόλη. Στην πραγματικότητα, το Τάγμα αποτελεί τη βάση για τις συναλλαγές ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης και τους Αβυσσαίους (Deep Ones), ιχθυόμορφα πλάσματα, αρχαία και εξωπραγματικά σοφά. Η συμφωνία περιλαμβάνει τον γάμο των ανθρώπων της πόλης με μέλη της φυλής των Αβυσσαίων, ενώ σε αντάλλαγμα τα πλάσματα προσφέρουν άφθονη ψαριά στα δίχτυα των ψαράδων και θησαυρούς από τον βυθό της θάλασσας. Τα παιδιά που προκύπτουν από τους γάμους μοιάζουν αρχικά με τους ανθρώπινους γονείς τους, ωστόσο με τα χρόνια αρχίζουν να αποκτούν ιχθυόμορφα χαρακτηριστικά, αλλά και μια αγάπη προς το στοιχείο του νερού, εγκαταλείποντας τελικά τον κόσμο της στεριάς για να ζήσουν στο υδάτινο βασίλειο των τερατωδών προγόνων τους.
Ο Dagon, με την επονομασία "Πατέρας" και με σύντροφό του την "Μητέρα Ύδρα" παρουσιάζεται ως ο αρχαίος γεννήτορας των Αβυσσαίων, και ως μία από τις θεότητες που λάτρευαν οι κάτοικοι του Ίνσμουθ. Ωστόσο, ξανά, ο Λάβκραφτ αποφεύγει να τοποθετήσει τον Dagon στο ίδιο επίπεδο με τους υπόλοιπους Μεγάλους Παλαιούς. Μιλώντας με το στόμα ενός από τους βασικούς χαρακτήρες της νουβέλας, του ημίτρελου ζητιάνου Zadok Allen, ο συγγραφέας παραθέτει τον Dagon μαζί με μια σειρά από άλλα είδωλα που αποτελούσαν επίσης τη λατρεία του Τάγματος: Ασταρώθ, Μπελιάλ, Βεελζεβούλ, τα είδωλα της Χαναάν και των Φιλισταίων και τη Χρυσή Αγελάδα που λάτρεψαν οι Ιουδαίοι μετά την Έξοδο. Φαίνεται τελικά να παρουσιάζει τον Dagon σαν έναν δαίμονα ή τέρας που θεοποιήθηκε από τους προληπτικούς ψαράδες, ενώ στην πραγματικότητα η λατρεία των Αβυσσαίων, συμπεριλαμβανομένου και του Dagon του ίδιου, ήταν προς τον Cthulhu.
Dagon. Γλυπτό του Clark A. Smith.
H θέση του Dagon στη Μυθολογία Κθούλου θα οριστικοποιηθεί με τη νουβέλα "The Lurker at the Threshold" (1945) του August Derleth που, σύμφωνα με τον ίδιο, βασίστηκε σε σημειώσεις και πρόχειρα κείμενα του ίδιου του Λάβκραφτ. Στην ιστορία του ο Derleth παρουσιάζει τον Dagon σαν έναν από τους Παλαιούς, υποδεέστερο όμως των υπολοίπων. Ο Cthulhu, άρχοντας των ονείρων ήταν ο αρχιερέας των Μεγάλων Παλαιών και ο Dagon, μαζί με τους Αβυσσαίους, οι πιστοί υπηρέτες του. Την ιεράρχηση αυτή θα ακολουθήσει και στις υπόλοιπες ιστορίες του συνδέοντας το σύνολο των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο Ίνσμουθ με τις προσπάθειες των Αβυσσαίων να ανυψώσουν ξανά τη R'lyeh. Ακολούθως, ο Phillip Schreffler στο γενεαλογικό δέντρο που παρουσιάζει στο έργο του, "The H.P. Lovecraft Companion" (1977), κατατάσσει τον Dagon και τους Αβυσσαίους ως όντα δημιουργημένα από τον Cthulhu και υποτελείς σε αυτόν, ενώ ο Donald Tyson σημειώνει πως ο Dagon, όπως και ο ερπετοειδής Yig, αποτελούνται από ύλη που συμπεριφέρεται με πιο συμβατικό τρόπο από ότι τα σώματα του Yog-Sothoth και του Cthulhu. Στην προσέγγιση του Τyson τα δύο πλάσματα πιθανολογούνται να ήρθαν μαζί με τους υπόλοιπους Παλαιούς αλλά, σε αντίθεση με αυτούς, να διαφοροποιήθηκαν και να εξελίχθηκαν κατά την παραμονή τους στη Γη.
Αντίθετα με τα υπόλοιπα πλάσματα της Μυθολογίας Κθούλου λοιπόν, ο Dagon δεν είναι κάποιο φανταστικό τέρας που κατασκεύασε ο Λάβκραφτ και οι συνεχιστές του για να στοιχειώσουν τους αναγνώστες τους, αλλά κομμάτι - και μάλιστα σημαντικό - της μυθολογίας των αρχαίων λαών της Μέσης Ανατολής. Συνεπώς, πριν περάσουμε στην παρουσίαση του μαγικού προφίλ που του αποδίδουν οι σύγχρονοι λαβκραφτικοί αποκρυφιστές, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε, έστω και σύντομα, το ρόλο που διαδραμάτισε ο θεός-ψάρι στην ιστορία και τις παραδόσεις αυτών των λαών.
Το ονομα Dagon είναι στην πραγματικότητα η ιουδαϊκή εκδοχή του Dagan, μιας από τις πιο σημαντικές θεότητες της Μεσοποταμίας και των δυτικών Σημιτικών φύλων. Η ετυμολογία του ονόματος αποτελεί πεδίο ακαδημαϊκών διαφωνιών. Στην "Φοινικική Ιστορία" του ο Φίλων Ερέννιος (1ος αιώνας μ.Χ.) σημειώνει πως Dagan σημαίνει "σιτάρι", ωστόσο το όνομα μπορεί να συσχετιστεί και με την λέξη "dag" (ψάρι), άποψη που ενισχύεται από τη συχνή απεικόνιση του θεού ως μισός άνθρωπος - μισός ιχθύς από τους Φοίνικες. Νεότεροι μελετητές πάλι συνδέουν το όνομα με την αραβική λέξη "dajana" (θυελώδης, νεφελώδης). Σε κάθε περίπτωση, τα αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν πως ο Dagan ήταν ένας από τους σημαντικότερους θεούς των Αμοριτών, μεσοποταμιακού λαού με κέντρο του την πόλη Mari στα βόρεια της Βαβυλώνας, ενώ η λατρεία του αργότερα εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής.Τα κείμενα της Ebla (αρχαία πόλη στα όρια της Συριακής ερήμου) αναγνωρίζουν την ύπαρξή του από την τρίτη χιλιετία προ Χριστού, αν και σπάνια τον αναφέρουν με το όνομά του. Αντίθετα, είναι γνωστός με τίτλους όπως "Bekalam" (Κύριος της Γης) και "Be Dingir Dingir" (Κύριος των Θεών). Οι Αμορίτες βασιλείς συχνά έπαιρναν τίτλους όπως "Ιzi-Dagan" (υπηρέτης του Dagan), ενώ αρκετά κείμενα αναφέρουν πως ο Dagon μετέδιδε, μέσω οραμάτων, χρησμούς στους εκστατικούς προφήτες και ιερείς των ναών του, οι οποίοι έπειτα συμβούλευαν το βασιλιά.
O Dagan σαν ιχθυόμορφος θεός.
Η εξάπλωση της λατρείας του Dagan και η ομοιότητά της με αυτή του θεού Enlil, της κύριας θεότητας των νότιων μεσοποταμιακών περιοχών, είχε ως αποτέλεσμα την ταύτιση των δύο θεών, αλλά και την απεικόνιση του Dagan σαν θεότητα του Κάτω Κόσμου. Οι Φοίνικες λάτρευαν επίσης τον θεό, απεικονίζοντας τον στα νομίσματά τους ως μισό άνθρωπο - μισό ψάρι, κάτι που πιθανώς οδήγησε στη σύνδεσή του με τον Adapa ή Oannes, με το στοιχείο του νερού, αλλά και με την προσφορά της γνώσης αφού στη μυθολογία ο Oannes, εξερχόμενος από το νερό, έδωσε στους ανθρώπους τα γράμματα και τις τέχνες. Συσχετίστηκε όμως και με τον πατέρα του Adapa, τον θεό Enki ή Ea (από όπου μάλιστα φέρεται να προέρχεται και η λέξη Oannes). Ο Enki ήταν κεντρική φιγούρα του σουμεριακού και βαβυλωνιακού Πάνθεου, σαν θεότητα τόσο του νερού όσο και της γης, αλλά και σαν πατέρας του πολιτισμού και προστάτης θεός των μάγων. Επιπλέον, σύμφωνα με κάποιες αρχαιολογικές πηγές από την Χαναάν, ο Dagan παρουσιάζεται ως ο πατέρας του Ba'al (αν και στις πιο κοινές παραδόσεις ο πατέρας του είναι ο El), κάτι που ίσως να δικαιολογεί τον τίτλο "θυελλώδης" (Dajana). Τελικά, μέσω των φοινικικών φύλων ο θεός φαίνεται να υιοθετήθηκε ως ο κεντρικός χαρακτήρας του πάνθεου των Φιλισταίων και της πόλης Ασδώδ, με την παράλληλη αλλαγή του ονόματός του σε Dagon, αν και οι κύριες πηγές γι'αυτό, πέρα από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, είναι οι συχνά αμφισβητούμενες αναφορές του Φίλωνα.
Από τα διάφορα χωρία της Βίβλου που αναφέρουν τον Dagon (που στα κείμενα του Φίλωνα αλλά και στη μετάφραση της Βίβλου από τους Εβδομήκοντα γράφεται ως "Δαγών") ξεχωρίζει το περιστατικό που περιγράφεται στο πρώτο βιβλίο του Σαμουήλ (5:1-5). Σύμφωνα με το συγκεκριμένο χωρίο, οι Φιλισταίοι μετέφεραν την Κιβωτό της Διαθήκης στην Ασδώδ μέσα στο ναό του Dagon, τον πιο σημαντικό ιερό χώρο της πόλης τους, και την τοποθέτησαν μπροστά στο άγαλμά του. Το επόμενο πρωί όμως οι ιερείς του ναού βρήκαν το είδωλο του Θεού πεσμένο με το πρόσωπο στο έδαφος, μπροστά από την Κιβωτό. Οι Φιλισταίοι έβαλαν το άγαλμα στη θέση του, όμως την επόμενη μέρα ο Dagon βρέθηκε ξανά πεσμένος, με τις παλάμες των χεριών του κομμένες και πεταμένες στο κατώφλι μπροστά από το άγαλμα. Από τότε οι ιερείς, αλλά και κάθε Φιλισταίος που έμπαινε στο ναό δεν πατούσε ποτέ στο κατώφλι του Dagon. Η ιουδαιοχριστιανική παράδοση είναι γεμάτη από παρόμοια περιστατικά. Ωστόσο η συγκεκριμένη ιστορία έχει ξεχωρίσει, και αποτελεί την βάση πάνω στην οποία ο Frater Sadashdor (το μαγικό όνομα του Stephen Dziklewicz στους κύκλους του Esoteric Order of Dagon) αναπτύσσει την μαγική ανάλυσή του τόσο για τον θεό των Φιλισταίων όσο και για τον Λαβκραφτικό Dagon. Στο έργο του "Dagon Rising - The Litany of Dagon" (1987) ο συγγραφέας παραλληλίζει την πτώση του Dagon μέσα στον οίκο του με τον καταποντισμό του Cthulhu και της R'lyeh, ενώ στη συνέχεια προχωρά στην παράθεση ενός ιδιαίτερου τυπικού, μιας λιτανείας 27 στίχων, καθένας από τους οποίους είναι γραμμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβει κωδικοποιημένους άφθονους συμβολισμούς. Το κείμενο του Sadashdor ξεκινά με τους χαρακτηριστικούς στίχους "Στον Οίκο του στην Ασδώδ ο άρχοντας Δαγών βρίσκεται πεσμένος. Όμως θα επανέλθει στη Θέση του ξανά!". Αναμφίβολα αυτό φέρνει στο νου την χαρακτηριστική φράση του Λάβκραφτ "Στον Οίκο του στην R'lyeh ο Cthulhu κείτεται νεκρός, αλλά ονειρεύεται". Παράλληλα όμως οι στίχοι αποτελούν και περιγραφή της κατάστασης του μάγου, ο οποίος εργάζεται για να επαναφέρει τη δύναμη και τη γνώση του υπερ-συνείδητου νου. Αυτή η ανάδυση της συνειδητότητας, παρόμοια με την έξοδο του πλάσματος από την θάλασσα αλλά και με το ξύπνημα του Cthulhu, επαναλαμβάνεται και στον τελευταίο στίχο της Λιτανείας: "Στον Οίκο του στην Ασδώδ ο Dagon θα υψωθεί ξανά!". Στους στίχους 9-12 της Λιτανείας, "Και θα εκπληρωθούν εκείνη την ώρα, ο ήχος μιας κραυγής από την Πύλη των Ιχθύων, ένα ουρλιαχτό από το δεύτερο διαμέρισμα, και μια μεγάλη αναταραχή από τους λόφους" ο συγγραφέας περιγράφει όλα αυτά που θα συνοδεύουν την άνοδο του θεού, κάνει όμως και μια ιδιαίτερα σημαντική αναφορά στην Πύλη των Ιχθύων, την βόρεια πύλη της Ιερουσαλήμ. Όπως τονίζει και ο ίδιος στον σχολιασμό του, η πύλη αυτή μπορεί να σχετιστεί με την υδάτινη Άβυσσο του Apsu, και με τα νερά της Tiamat στην μεσοποταμιακή κοσμογονία. Μερικούς στίχους αργότερα δε, γράφει: "Όλοι όσοι εισέρχονται στον οίκο του Dagon είναι υπο τη σφραγίδα του Έντεκα". Το πρώτο μέρος της φράσης είναι αυτούσια παρμένο από το εβραϊκό κείμενο της Βίβλου, και έχει αριθμοσοφική αξία 583, την ίδια με το AChD OShR (έντεκα). Ο συγγραφέας το συνδέει με τον ιερό αριθμό της Nuit, όπως περιγράφεται στο "Βιβλίο του Νόμου" του Aleister Crowley, αλλά και με τους έντεκα Δράκους που η Tiamat γέννησε στον πόλεμο με τους Πρεσβύτερους Θεούς.
Ο Ερημίτης, από το "Ταρώ του Θωθ"
Παράλληλα με την ανάλυση της Λιτανείας του, ο Sadashdor προχωρά και στην μελέτη του ονόματος του Dagon. Η εβραϊκή εκδοχή του (DGVN) έχει αξία 63, κάτι που για τον συγγραφέα συνδέει τον θεό με τη λέξη Abaddon (ABDVN, που επίσης έχει αξία 63). Ο Aβαδδών στη μεν Παλαιά Διαθήκη είναι ταυτόσημο της Αβύσσου (She'ol), ενώ στην Αποκάλυψη του Ιωάννη παρουσιάζεται ως ο κάτοικος αυτής της απύθμενης Αβύσσου. Παράλληλα όμως προχωρά και σε συνδέσεις με τις κάρτες ΙΧ (Ερημίτης) και XVIII (Σελήνη) από το Ταρώ του Θωθ του Aleister Crowley (αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ο Crowley στο "Βιβλίο του Θωθ" αναφέρει τον Dagon στην περιγραφή των καρτών του Ανόητου και του Θανάτου, κατά πάσα πιθανότητα όμως μιλά για τον θεό-ψάρι των Φιλισταίων σαν αντίστοιχο του Oannes, παρά για το πλάσμα του Λάβκραφτ).
Η σφραγίδα του Dagon από τον Shadashdor, σχεδιασμένη στο μαγικό τετράγωνο του Ερμή. Παρατηρήστε την ομοιότητα του σχεδίου με την πορεία του φωτός στην καρτα του Ερημίτη.
Όσον αφορά την ελληνοποιημένη εκδοχή του ονόματος ("Δαγών"), ο Sadashdor υπολογίζει την αξία της ως 858 με το αλεξανδρινό σύστημα, ίδια με αυτήν της εβραϊκής φράσης για την "ανάσα της ζωής". Όπως όμως παρατηρεί ο Γιώργος Ιωαννίδης στο "Necronomicon - Το Μονοπάτι του Μαύρου Θεού" (2011) η πραγματική αλεξανδρινή αξία του "Δαγών" είναι όχι 858 αλλά 850, ίδια με αυτή της λέξης "όφις", μια σύνδεση αρκετά εύστοχη, αφού ο όφις, και τα ερπετά γενικότερα, αποτελούν σύμβολο της προσφοράς της γνώσης στον άνθρωπο. Αντίστοιχα ο Dagon, σαν ιχθυόμορφος Oannes, με την έξοδό του από το νερό πρόσφερε στους ανθρώπους τα γράμματα και τις τέχνες, κάτι που συνέβη και με το βαβυλωνιακό αντίστοιχό του, τον θεό Enki (που αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο Νεκρονομικόν του Σίμωνα). Τη σχέση του Dagon με τη γνώση αναγνωρίζει και ο Donald Tyson στο πρακτικό σύστημα που παρουσιάζει στο "Grimoire of the Necronomicon" (2008), και στο οποίο ο ιχθυόμορφος Παλαιός αντιστοιχείται στη σφαίρα της Σελήνης: "Όλοι οι αφοσιωμένοι μελετητές της θρησκείας και της μαγείας βαδίζουν στο μονοπάτι του Dagon, είτε το γνωρίζουν είτε όχι. Με το να αποκτά και να αναλύει δυσνόητη γνώση, ο νους μεταμορφώνεται και καθίσταται ικανός να ανοίξει τη Δυτική Πύλη. Μέσα από την απόκτηση της γνώσης και την εξάσκηση των λογισμών η αντίληψη της πραγματικότητας μεταβάλλεται. Μια βαθύτερη και με μεγαλύτερο νόημα οπτική αποκτάται για το σύμπαν, και για τη θέση του ανθρώπου σε αυτό.[...] Ο Δρόμος του Dagon είναι ο δρόμος του Μάγου (Wizard), μιας λέξης που προέρχεται από τη λέξη Σοφός (Wise)".
Ο παραλληλισμός του Enki με τον Dagon έχει οδηγήσει και σε μια άλλη ενδιαφέρουσα σύνδεση, αυτή τη φορά με τον αρχαιοελληνικό θεό Πάνα, καθώς, η πιο διαδεδομένη απεικόνιση του Enki ήταν αυτή του "τραγόψαρου", μισού τράγου και μισού ψαριού. Η μορφή αυτή έγινε μεταγενέστερα γνωστή ως το ζώδιο Αιγόκερως (Capricorn). Σύμφωνα δε με τη μυθολογία του συγκεκριμένου ζωδίου, όπως περιγράφεται στην "Ποιητική αστρονομία" του Γάιου Ιούλιου Υγίνου (1ος αι. μ.Χ.), ο Πάνας μεταμορφώθηκε σε τραγόψαρο για να ξεφύγει από τον Τυφώνα. Ο συγκεκριμένος μύθος, σε συνδυασμό με την αριθμητική αξία του Dagon στο αριθμοσοφικό σύστημα A.I.O. (All-In-One) του Frater Kraken, η οποία είναι 18 (όμοια με της λέξης Capricorn) οδηγεί τον Γιώργο Ιωαννίδη στο να ταυτίσει το ιχθυόμορφο πλάσμα του Λάβκραφτ με τον τραγόμορφο θεό. Προσπάθεια σύνδεσης του Dagon με τον Πάνα, ωστόσο, επιχειρεί και ο Kenneth Grant στα έργα του "Outside the Circles of Time" (1980) και "Hecate's Fountain" (1992), όπου αναφέρει πως ο αριθμός του Dagon είναι το 777, η αριθμητική αξία του Shaitan αν προστεθεί με αυτή του Aiwass. Είναι επίσης και το άθροισμα των αριθμών από όλες τις σεφίρες και τα μονοπάτια του Δέντρου της Ζωής, κάτι που, για τον Grant, συνδέει τον Μεγάλο Παλαιό με τον Πάνα (Εν το Παν).*** Η ταύτιση του αριθμού 777 με τον Dagon βασίζεται στην παρατήρηση του Aleister Crowley πως 777 είναι η αξία της φράσης "Ο Κόσμος των Κελυφών", δηλαδή των Κλιφώθ, που στην Δρακόντεια Παράδοση συνδέονται με τον "Δράκο του Βυθού". Προσωποποιήσεις αυτού του αρχετύπου, σύμφωνα με τον Grant, έχουν αποτελέσει ο Τυφώνας και ο Set, τα 7 αστρα της Μεγάλης Άρκτου, το Φίδι της Εδέμ και το επτακέφαλο πλάσμα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά και η λατρεία του Ιχθύ (Dagon), η οποία προηγήθηκε αυτής του Ταύρου (Μίθρα) και του Κριού/Αμνού (Χριστός). Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, "η παλαιότερη μυστηριακή λατρεία (δηλ. η Αφρικανική) κυριαρχούταν από τρία σύμβολα-κλειδιά: το Δέντρο, το Νερό και το Ερπετό [...] τα οποία εντοπίζονται στην μεταφυσική της Καμπάλα ως το Δέντρο της Ζωής, τα Νερά της Αβύσσου και ως το Ερπετό που πέτυχε την αποθέωση ή το Υψηλό, κατερχόμενο στα Βάθη για τα οποία Πύλη είναι η Daath (Γνώση)". H οπτική του Grant για τον Dagon βασίζεται κυρίως στις οριακές θεωρίες του αμφιλεγόμενου αιγυπτιολόγου Gerald Massey και του εναλλακτικού αρχαιολόγου Robert Temple. Αναμφίβολα όμως έχει επηρεαστεί και από το έργο του Michael Bertiaux και του αμερικανικού τάγματος La Couleuve Noire. Σε ένα ανέκδοτο κείμενο του Bertiaux (του οποίου μέρος δημοσιεύει ο Grant στο "Outside the Circles of Time") ο μάγος από τo Seattle αποκαλεί τον Dagon "Ντααθικό Δρόμο" (Daathian Doorway), το μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσει ο μάγος, μέσω της μεταμόρφωσης, προς την πνευματική ελευθερία. Στη σκέψη του Bertiaux και του Grant λοιπόν, ο Dagon αποτελεί μια προσωποποίηση του Φύλακα στο Κατώφλι, που οδηγεί τον μύστη στα μονοπάτια της Γνώσης. Είναι όμως και μια προσωποποίηση του Ρεύματος της Αφροδίτης (Venusian Current) σαν Ιχθύς, σύμβολο του Νερού (Αστρικό πεδίο) στην θετική, θηλυκή οπτική του, αυτή του κόκκινου υγρού, ή σεληνιακού αίματος.
Το κλιφωθικό μονοπάτι Malkunofat.
Παράλληλα ο Bertiaux, στον "χάρτη ραδιοψυχανάλυσης" του Νεκρονομικού που παρουσιάζει στο "Voudon Gnostic Workbook" (1988) αναθέτει στις εργασίες που σχετίζονται με τον Dagon, ανάμεσα σε άλλα χαρακτηριστικά, την απόχρωση βαθύ μπλε. Το συγκεκριμένο χρώμα στους πίνακες αντιστοιχιών του "Liber 777" ταυτίζεται με την 23η ατραπό της Σοφίας, την κάρτα του Κρεμασμένου αλλά και το κλιφωθικό αντίστοιχό της, Malkunofat. Στο "Nightside of Eden" (1977) ο Grant, όπου παρουσιάζει αναλυτικά τα Τούνελ του Σετ με βάση το "Liber 231" του Crowley, γράφει: "Το 23ο Kala είναι υπό την κυριαρχία του Malkunofat που κείτεται στο βάθος της υδάτινης αβύσσου. Μπορεί να αφυπνισθεί από την οξεία δόνηση του ονόματός του στο Κλειδί της Σολ δίεσης.[...] Αυτό είναι το βασίλειο των Αβυσσαίων, ο Δράκος του σκοταδιού που ο αριθμός του είναι 5". Ο αριθμός 5 (2+3) είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία στο χαοτικό κίνημα του Ντισκορντιανισμού, ενώ αντίστοιχο αίνιγμα αποτελεί και ο αριθμός 23, ο οποίος μάλιστα από τα μέλη του Esoteric Order of Dagon έχει αναχθεί σε σύμβολο της λαβκραφτικής μαγείας και του Ρεύματος του Νεκρονομικού (το περίφημο "Ρεύμα 23", σε αντιστοιχία με το "Ρεύμα 93", που εκφράζει τη φιλοσοφία του Θελήματος).
Είναι πολλές και διαφορετικές ακόμα οι αναλύσεις που μπορούν να γίνουν πάνω στην ερμηνεία του Dagon και των Αβυσσαίων στο Ρεύμα του Νεκρονομικού, ωστόσο το βαθύτερο νόημα του ιχθυόμορφου Παλαιού μπορεί να συνοψίστεί σε αυτό που η Linda Falorio, αναφερόμενη στον Κρεμασμένο στην παρουσίαση της κλιφωθικής τράπουλας "The Shadow Tarot" (2004) γράφει: "Η Δύναμη βρίσκεται στην τελική παράδοση της ψυχής στην μυστική ένωση με το Κενό, την ένωσή της με τη Μητέρα στα υδάτινα βάθη του Συλλογικού Ασυνειδήτου". Πολύ παρόμοια με τον Cthulhu λοιπόν, ο Dagon αντιπροσωπεύει το δρόμο προς αυτήν την ένωση με τον Μακρόκοσμο, τόσο από την σεφιρωθική όσο και από την κλιφωθική οδό. Ενώ σαν πλάσμα του βυθού, σύμβολο του αστρικού αλλά και της γνώσης, προσεγγίζεται από τους ασκητές του λαβκραφτικού ρεύματος μέσα από εργασίες κρυσταλλοσκοπίας αλλά και ονειρομαγείας, με απώτερο σκοπό την επίτευξη της επικοινωνίας μέσω των οραμάτων, όπως έκαναν και οι προφήτες των Αμοριτών στην αρχαία Μεσοποταμία. Παράλληλα όμως ο Dagon, ως ο πρώτος και αρχαιότερος Αβυσσαίος, όπως και τα παιδιά του, συμβολίζουν την μεταμόρφωση, και την μετάβαση σε καταστάσεις διαφορετικής συνειδητότητας, δίνοντας έτσι την έμπνευση για εργασίες μεταμόρφωσης, νοητικής ή αστρικής, και τη βάση για την επικοινωνία με το "Θηρίο": το κρυμμένο, φαινομενικά "τερατώδες" αλλά στην πραγματικότητα άγνωστο κομμάτι του Εαυτού που ανέρχεται μέσα από την θάλασσα του ασυνειδήτου, για να επιστρέψει τελικά σε αυτήν, ακριβώς όπως τα παιδιά των Αβυσσαίων επιστρέφουν στο υδάτινο βασίλειο των πατέρων τους.
***Στην πραγματικότητα, η σχέση του 777 με το Δέντρο της Ζωής φαίνεται να είναι διαφορετική. Σύμφωνα με τον Crowley, ο αριθμός 777 είναι σύμβολο όχι όλων των στοιχείων του Δέντρου αλλά του "Φλεγόμενου Σπαθιού", της πορείας δηλαδή που ακολούθησε η Δημιουργία σύμφωνα με την Καμπαλιστική κοσμογονία (μια άλλη ονομασία της είναι "Ροή της Αστραπής"). Αριθμητικά, το 777 προκύπτει από το άθροισμα της αξίας των εβραϊκών γραμμάτων που αντιστοιχούνται στα μονοπάτια που αποτελούν το "Φλεγόμενο Σπαθί", συν την πορεία από την Binah στην Chesed όπου δεν υπάρχει μονοπάτι, αλλά που ο Crowley ορίζει ως αξία της τον αριθμό 3. Αντίστοιχα, οι μύστες που εξερευνούν το Δέντρο της Ζωής ακολουθούν μια ακριβώς αντίστροφη οδό, γνωστή και ως "Δρόμος του Ερπετού" (προσέξτε την ονομασία και θυμηθείτε το νόημα του Όφι), της οποίας αριθμητική αξία μπορεί επίσης να θεωρηθεί ο συγκεκριμένος αριθμός. Παρά τη λανθασμένη ερμηνεία του Grant όσον αφορά το 777, ωστόσο, ο συλλογισμός του είναι έγκυρος: Η πορεία από την τελευταία Σεφίρα, Malkuth ως την πρώτη, Kether, είναι ένα μονοπάτι επιστροφής από το Κατώτερο στο Ανώτερο, ένας δρόμος που οδηγεί στον γάμο του Μικρόκοσμου (άτομο) με το Μακρόκοσμο (Σύμπαν), και κατά συνέπεια η ένωση του Ενός με το Παν. Η ολοκληρωμένη ανάλυση του Crowley για το 777 παρατίθεται στο κείμενο "Essay on the Qabalah", το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση της Weiser Books του "777 and Other Qabalistic Writings" (αν και απουσιάζει από την έκδοση "777 Revised" και από τις e-text εκδοχές του 777 που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο) αλλά και στον πέμπτο τόμο του "The Equinox Vol. I". http://necronomiconmagic.weebly.com/about.html
Ένα δίλημμα που
εκφράζεται συχνά πάνω στην αποκρυφιστική προσέγγιση της Μυθολογίας Κθούλου είναι
το αν τα έργα των συγγραφέων εκτός του Χ.Φ. Λάβκραφτ μπορούν να αξιοποιηθούν στο
μαγικό έργο. Κατά πόσο ο Cthuga του Ώγκωστ Ντέρλεθ, ο Daoloth του Ramsey
Campbell, οι θεοί και οι δαίμονες από το γριμμόριο του Σίμωνα και τα υπόλοιπα
ψευδο-Νεκρονομικά, ακόμα και η “νεομυθολογία” Κθούλου που αναπτύσσει στα έργα
του ο Donald Tyson, μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τον μυστηριώδη κόσμο των
αρχετύπων και να εμπνεύσουν γόνιμα την εσωτερική πορεία, όπως συμβαίνει με τις
φιγούρες που αποτύπωσε στο χαρτί ο μοναχικός συγγραφέας από το
Providence;
Προσεγγίζοντας το θέμα από τη σκοπιά της Χαοτικής Μαγείας,
φυσικά, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: αν κάτι μπορεί να διεγείρει ικανοποιητικά
την φαντασία, την κινητήρια δημιουργό δύναμη, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί
μαγικά για την επίτευξη του σκοπού. Έτσι λοιπόν υπάρχουν τυπικά βασισμένα σε
κομμάτια της Μυθολογίας Κθούλου που διαμορφώθηκαν όχι από τον εμπνευστή της,
αλλά από τους διαδόχους του. Μερικά παραδείγματα είναι η επίκληση του “Σχίστη
των Πέπλων” Daoloth στο Necronomicon Gnosis της Asenath Mason, καθώς
και η θεραπευτική μέθοδος του βατραχόμορφου Tsathoggua (μιας οντότητας που, αν
και χρησιμοποιήθηκε και από τον Λάβκραφτ σε μερικές ιστορίες του, στην
πραγματικότητα αποτελεί δημιούργημα του Clark A. Smith) στο
Pseudonomicon του Phil Hine, ωστόσο τέτοιες περιπτώσεις είναι σχετικά
λίγες. Αντιθέτως, πολλοί μάγοι φαίνονται να προτιμούν το έργο του ίδιου του
Λάβκραφτ παρά των συνεχιστών του.
Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι
απλός: η δουλειά των συνεχιστών της Μυθολογίας Κθούλου, όσο εμπνευσμένη και
καλογραμμένη κι αν είναι, αποτελεί περισσότερο αποτέλεσμα ενσυνείδητης σκέψης
και επηρεάζεται από τις προτιμήσεις, την προσωπική φιλοσοφία, τις επιθυμίες και,
ειδικά στην περίπτωση του Ντέρλεθ, από τα θεολογικά πιστεύω τους. Αντιθέτως, το
έργο του ίδιου του Λάβκραφτ, ενός ανθρώπου που συνειδητά απεχθανόταν το
μεταφυσικό και παρ'όλα αυτά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων που
ασχολούνται ακριβώς με αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος του είναι προϊόν του
ασυνειδήτου, και συγκεκριμένα των ονείρων που έβλεπε και αδυνατούσε να
χαλιναγωγήσει. Αυτό προσδίδει στις φιγούρες των ιστοριών του μια αύρα μυστηρίου,
αλλά και ξεχωριστής δύναμης. Κατά κανόνα λοιπόν το πρωτότυπο έργο του Λάβκραφτ,
σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη προσωπικότητα και ψυχολογία του συγγραφέα,
θεωρείται περισσότερο σημαντικό τόσο από τους αναζητητές που στην Μυθολογία
Κθούλου εντοπίζουν το μυστήριο της επικοινωνίας με ένα εξωανθρώπινο μαγικό ρεύμα
(όπως υποστηρίζει η Τυφώνεια οπτική), όσο και από εκείνους που ερμηνεύουν τους
Μεγάλους Παλαιούς σαν φιλοσοφικές, λανθάνουσες εσωτερικές ιδέες για τη
χαρτογράφηση του άγνωστου, σκοτεινού και κατά συνέπεια τρομακτικού, ανθρώπινου
ασυνειδήτου.
Φυσικά, όπως και σε όλους τους κανόνες άλλωστε, υπάρχουν
και οι εξαιρέσεις. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ένας χαρακτήρας που ενώ η
εμφάνισή του προηγήθηκε της εποχής του Λάβκραφτ, συνδέθηκε άρρηκτα με τη
Μυθολογία Κθούλου. Πρόκειται για τον μυστηριώδη Βασιλιά με τα Κίτρινα, τον
ακατονόμαστο Χαστούρ (Hastur).
Η πρώτη εμφάνιση
του Χαστούρ στη λογοτεχνία γίνεται στο διήγημα Haita the Shepherd
(κυκλοφόρησε το 1893 στη συλλογή Can Such Things Be?) του δημοφιλούς
αμερικανού συγγραφέα Ambrose Bierce. Το συγκεκριμένο διήγημα βέβαια δεν είναι
κάποια ιστορία τρόμου, αλλά περισσότερο μια αλληγορική αφήγηση, που απεικονίζει
ποιητικά το μάταιο κυνήγι της ευτυχίας, ενώ ο Χαστούρ του Bierce δεν είναι
κάποιο μοχθηρό πλάσμα αλλά ένας καλόγνωμος θεός των βοσκών. Ωστόσο, η μετέπειτα
θέση του στο πάνθεο των Μεγάλων Παλαιών οδηγεί πολλούς αναλυτές και φανς να
εντάσσουν τη συγκεκριμένη ιστορία στους κύκλους της Μυθολογίας Κθούλου.
Η φιγούρα του Χαστούρ γίνεται πιο γνωστή με την κυκλοφορία του Βασιλιά με τα
Κίτρινα (1895) του Robert W. Chambers, μιας συλλογής δέκα ιστοριών από τις
οποίες οι τέσσερις πρώτες σχετίζονται με ένα μυστηριώδες και καταραμένο θεατρικό
έργο με τίτλο Ο Βασιλιάς με τα Κίτρινα, αλλά και με μια διαβολική
οντότητα με το ίδιο όνομα καθώς και με το μυστηριώδες Κίτρινο Σημάδι. Το
υποτιθέμενο έργο, του οποίου η ανάγνωση και μόνο οδηγεί στην τρέλα και τον
θάνατο, πραγματεύεται τη φρικτή ιστορία των όσων συνέβησαν στην χαμένη Καρκόσα,
την πόλη με τους δίδυμους ήλιους και τον τελευταίο βασιλιά με την ωχρή μάσκα, η
πλοκή του δε, όπως τουλάχιστον αποκαλύπτεται από τα αποσπάσματά που
παρατίθενται, θυμίζει ως ένα βαθμό τη Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου (1845)
του Έντγκαρ Α. Πόε.
Το όνομα Χαστούρ εμφανίζεται στα κείμενα της
συλλογής με διάφορους ρόλους, σαν κάποιος υπερφυσικός χαρακτήρας, σαν όνομα
τοποθεσίας ή και χωρίς καμία εξήγηση, υποδηλώνοντας πως ο Chambers απλά
αντέγραψε το όνομα από την ιστορία του Ambrose Bierce, χωρίς να προσδίδει καμία
άλλη σχέση με τον θεό των βοσκών. Εξίσου δανεισμένα ονόματα (από την ιστορία
An Inhabitant of Carcosa του Bierce) είναι η μυθική πόλη Καρκόσα καθώς
και το όνομα Hali, που στο έργο του Chambers συσχετίζονται τόσο με τον Βασιλιά
με τα Κίτρινα όσο και με συγκεκριμένα αστρονομικά στοιχεία, όπως ο κόκκινος
αστέρας Aldebaran και οι Υάδες. Έτσι, αν και μέσα από τις ιστορίες διανθίζεται ο
τρόμος που προξενούν τόσο το βιβλίο όσο και ο μοχθηρός Βασιλιάς με τα Κίτρινα,
παραμένει μυστήριο το κατά πόσο ο Χαστούρ ταυτίζεται με αυτόν.
Ο
Λάβκραφτ πρωτοδιάβασε τη συλλογή του Chambers το 1927 και ενθουσιάστηκε από
αυτήν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να της αφιερώσει αρκετές παραγράφους στην μελέτη
του, Υπερφυσικός Τρόμος στη Λογοτεχνία (1927). Στο συγγραφικό έργο του,
ωστόσο, το όνομα Χαστούρ εμφανίζεται μόλις μία φορά, στην ιστορία Εκείνος
που ψιθύριζε στο Σκοτάδι (1931), μαζί με άλλες ονομασίες δανεισμένες από το
Βασιλιά με τα Κίτρινα, όπως η λίμνη του Hali και το Κίτρινο Σημάδι, ενώ
όπως και στην περίπτωση του Chambers, δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για κάποιο
πρόσωπο, θεό, αντικείμενο ή τοποθεσία.
Υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη
σύμφωνα με την οποία το καταραμένο θεατρικό του Chambers ενέπνευσε τη δημιουργία
του εξίσου καταραμένου και απαγορευμένου Νεκρονομικού, παρά το ότι η πρώτη
αναφορά του Λάβκραφτ στον περίφημο τόμο του Αμπτούλ Αλχαζρέντ είχε γίνει αρκετά
χρόνια πριν διαβάσει το έργο του Chambers, στο Κυνηγόσκυλο (1923).
Εικάζεται επίσης πως ο συγγραφέας αναφέρεται έμμεσα στον Βασιλιά με τα Κίτρινα,
παρουσιάζοντάς τον ως έναν αθάνατο αρχιερέα που φορά μια μεταξένια κίτρινη
μάσκα, στην Ονειρική Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ (1926).
Η
συγγραφή της συγκεκριμένης νουβέλας βέβαια ολοκληρώθηκε μήνες πριν την γνωριμία
του Λάβκραφτ με τον Βασιλιά με τα Κίτρινα. Η συγκεκριμένη εικασία όμως
ίσως και να κρύβει μια μικρή αλήθεια μέσα της: μερικά χρόνια αργότερα, στην
ποιητική συλλογή του The Fungi from Yuggoth (1929 – 1930) και
συγκεκριμένα στο 27ο σονέτο, The Elder Pharos, ο συγγραφέας παρουσιάζει
έναν μυστηριώδη χαρακτήρα, τον τελευταίο της γενιάς του, που φορά μια κίτρινη
μάσκα και, μέσω των τυμπάνων, συνομιλεί με το Χάος. Η κατοικία του είναι ένας
μοναχικός φάρος στο Οροπέδιο του Leng, του οποίου η γαλάζια λάμψη προκαλεί δέος
και θρησκευτική ευβλάβεια στους βοσκούς (θυμηθείτε πως στο έργο του Ambrose
Bierce, το οποίο ο Λάβκραφτ επίσης γνώριζε, ο Χαστούρ είναι θεός των βοσκών).
Είναι πιθανό λοιπόν η συγκεκριμένη φιγούρα να είναι επηρεασμένη τόσο από τον
χαρακτήρα της Άγνωστης Καντάθ όσο και από τον Χαστούρ του Bierce και
του Chambers.
O σεβασμός του Λάβκραφτ προς το έργο του Chambers, σε
συνδυασμό με την υποβλητική ατμόσφαιρα των ιστοριών του Βασιλιά με τα
Κίτρινα, θα ωθήσουν τον Ώγκωστ Ντέρλεθ να εντάξει τον Χαστούρ στον κύκλο
των Μεγάλων Παλαιών, αρχικά μέσα από την ιστορία Η Επιστροφή του
Χαστούρ (1937). Ο Ντέρλεθ μάλιστα σχεδίαζε να ονομάσει το νεοσχηματιζόμενο
τότε λογοτεχνικό ρεύμα ως Μυθολογία του Hastur, πριν επινοήσει τελικά τον όρο
Μυθολογία Κθούλου. Η άνοδος του Χαστούρ στο πάνθεο των Μεγάλων Παλαιών
συνεχίζεται και στο υπόλοιπο έργο του Ντέρλεθ, όπου ο μυστηριώδης Βασιλιάς με τα
Κίτρινα, η βασική ενσάρκωση του συγκεκριμένου Παλαιού, παρουσιάζεται σαν γέννημα
του Γιογκ-Σοθώθ, ετεροθαλής αδελφός του Κθούλου, στοιχειακό του αέρα, αλλά και
ως ο Magnum Innominandum, αυτός που το όνομά του δεν πρέπει να ειπωθεί.
Χάρη στις επεμβάσεις του Ντέρλεθ ο Χαστούρ έγινε ένα βασικό κομμάτι της
μετέπειτα Μυθολογίας Κθούλου αλλά και της λογοτεχνίας τρόμου γενικότερα
αναλαμβάνοντας πλήθος διαφορετικών ρόλων, από ηγετική φυσιογνωμία στο σύμπαν του
Darkover (The Inheritance of Hastur, 1975) της Marion Z. Bradley ως το
Good Omens (1990) των Neil Gaiman και Terry Pratchett, όπου
παρουσιάζεται σαν έκπτωτος άγγελος και δούκας της Κόλασης. Ο Ακατονόμαστος
Παλαιός και το Κίτρινο Σημάδι του εμφανίζονται επίσης σε δύο από τα πιο γνωστά
ψευδο-Νεκρονομικά, αυτό του Σίμωνα (ως ο δαίμονας του αέρα Xastur), και στο
Necronomicon – Book of Dead Names των George Hay και Robert Turner
(όπως και στη συνέχειά του, το The R'lyeh Text), αν και απουσιάζει
σχεδόν ολοκληρωτικά από τα έργα του Donald Tyson. Το ίδιο το επινοημένο θεατρικό
έργο του Chambers, ακολουθώντας το παράδειγμα του Νεκρονομικού, έχει
παρουσιαστεί σε διάφορες υλοποιήσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι εκδοχές
των Lin Carter και Tom Ryng. Τι συμβαίνει όμως με την αποκρυφιστική θεώρηση του
Βασιλιά με τα Κίτρινα;
Ένα από τα
χαρακτηριστικά του Χαστούρ που εξάπτουν την περιέργεια και δίνουν το έναυσμα για
ποικίλλες υποθέσεις είναι ο χαρακτηρισμός του ως Magnum Innominandum,
“αυτός που το όνομά του δεν πρέπει να
ειπωθεί”. Ο τίτλος του Ακατονόμαστου υποδηλώνει ένα κρυφό όνομα
δύναμης, του οποίου η προσφώνηση μπορεί να γίνει καταστροφική, όπως συμβαίνει με
τον ιουδαιοχριστιανικό Θεό. Η σύνδεση του Χαστούρ με τον Magnum
Innominandum βέβαια, ήταν προσωπική επιλογή του Ντέρλεθ, με την οποία
ωστόσο δεν φαίνονται να συμφωνούν όλοι οι συγγραφείς ή ερμηνευτές της Μυθολογίας
Κθούλου, καθώς σε αυτόν τον ρόλο κατά καιρούς έχουν τοποθετηθεί τόσο ο
Γιόγκ-Σοθώθ (S.T. Joshi), όσο και ο Άζαθωθ (Donald Tyson).
Εκτός όμως
από τον τίτλο του Ακατονόμαστου, το ίδιο το όνομα του Χαστούρ έχει αποτελέσει
πηγή για σκέψεις. Ο Γιώργος Ιωαννίδης προτείνει σαν πιθανή ετυμολογία του Hastur
την φράση Ha-Set-Ur, που ερμηνεύεται ως “Χαίρε Μέγα Σετ” ή “η
καθοδος του Μέγα Σετ”. Μια σύνδεση με τον Σετ, ωστόσο, επιχειρεί και ο
Kenneth Grant στο βιβλίο του, Outer Gateways, όπου ανάμεσα στις άλλες
θεωρίες του, προσεγγίζει μέσα από τη σκοπιά της Μυθολογίας Κθούλου το παρελθόν
του καλλιτέχνη και μάγου Austin O. Spare. Συγκεκριμένα επικεντρώνεται σε ένα από
τα βασικότερα τυπικά της ομάδας της κυρίας Paterson (της γυναίκας που υποτίθεται
ότι μύησε τον Spare στα μυστικά της μαγείας). Το συγκεκριμένο τυπικό ξεχωρίζει
επειδή, σύμφωνα με τον Grant, θυμίζει την τελετουργία στον λόφο με τις όρθιες
πέτρες που περιγράφεται στον Τρόμο του Ντάνγουιτς του Λάβκραφτ, αλλά
και επειδή στην διάταξή του εμφανίζονται τα ονόματα Syth Ooloo, Syth Odowogg,
Hru Syth και Shognigoth, στα οποία ο πατέρας της Τυφώνειας Παράδοσης αναγνωρίζει
παραλλαγές των ονομάτων των Μεγάλων Παλαιών.
Φυσικά, τόσο οι
πληροφορίες για αυτήν την περίοδο στη ζωή του Spare όσο και οι συγκεκριμένοι
συλλογισμοί πάνω στο ζήτημα αμφισβητούνται (δίκαια) ως προς την αξιοπιστία τους.
Σε κάθε περίπτωση, στο όνομα Hru Syth ο Grant αναγνωρίζει τον Χαστούρ αλλά και
τον Heru-Set, τον δίδυμο θεό και το στοιχείο του αέρα, χαρακτηριστικό τόσο του
Ώρου (γεράκι) όσο και του Σετ (κοράκι). Ενώ με βάση τον αριθμό των πετρών που
στο τυπικό της Paterson αντιστοιχούν στον Hru Syth (που είναι 8), τον ταυτίζει
με τη Σεφίρα Hod και τον πλανήτη Ερμή. Στο παρελθόν βέβαια, ο Grant είχε
τοποθετήσει τον Χαστούρ σε διαφορετικά στοιχεία του Δέντρου της Ζωής, στην
Geburah (Outside the Circles of Time) και αργότερα στην Chesed
(Hecate's Fountain), χωρίς όμως να εξηγεί το σκεπτικό του.
Όπως και να'χει πάντως, η ταύτιση του Χαστούρ με το στοιχείο του αέρα,
καθιερωμένη ήδη από τον Ντέρλεθ, υπερτονίζεται συνεχώς από τον Grant που τον
αποκαλεί χαρακτηριστικά Οδοιπόρο των Ανέμων (μια σύνδεση που επαναλαμβάνει και ο
Stephen Sennitt). Αυτό οδηγεί πολλούς μάγους στο να συνθέτουν τυπικά όπου ο
Χαστούρ λειτουργεί σαν μεταβιβαστής ευχών και σύνδεσμος με τους Μεγάλους
Παλαιούς (ένα παράδειγμα τέτοιου τυπικού μπορείτε να βρείτε εδώ), αλλά και σαν βοηθητική δύναμη στον ενεργητικό
οραματισμό.
Το Κίτρινο Σημάδι του Kevin Ross.
Αξίζει να σημειωθεί πως ένα παρόμοιο σύμβολο περιγράφει ο Lin Carter στο δικό
του Νεκρονομικόν σαν Σημάδι του Koth, ενα σύμβολο χρήσιμο στους
ονειροταξιδιώτες.
Ενώ όμως το
ζήτημα του ονόματος του Χαστούρ, όπως και η σχέση του με τους ανέμους, έχουν
δεχτεί αρκετή προσοχή, άλλα σημαντικά στοιχεία της μυθολογίας που τον περιβάλλει
περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Ένα από αυτά είναι το Κίτρινο Σημάδι, που σύμφωνα με
το μυθιστόρημα του Chambers φέρνει τον κάτοχό του κάτω από την κυριαρχία του
Βασιλιά. Η πιο δημοφιλής εκδοχή είναι αυτή που σχεδιάστηκε από τον Kevin Ross
για λογαριασμό της Chaosium, ένα σύμβολο πολύ παρόμοιο με το κελτικό Τρισκέλιο,
κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολλές ακόμη θεωρίες για το νόημά του. Ένα
σημαντικότερο στοιχείο ωστόσο είναι ο μυστηριώδης τίτλος που χαρακτηρίζει τον
Χαστούρ, αυτός του μασκοφορεμένου Βασιλιά με τα Κίτρινα.
Στο δεύτερο
βιβλίο του πάνω στο Νεκρονομικόν ο Γιώργος Ιωαννίδης σημειώνει πως ο όρος
“βασιλικό κίτρινο” χρησιμοποιούταν στην πρακτική αλχημεία για να δηλώσει το
δηλητηριώδες Αρσενικό, θυμίζοντας έτσι την σχέση του καταραμένου θεατρικού με
την Κόκκινη Μάσκα του Θανάτου του Πόε, αλλά και προτείνοντας ως μια
εναλλακτική εκδοχή για το Κίτρινο Σημάδι το αλχημικό σύμβολο του
Αρσενικού. Επεκτείνοντας τον αλχημικό συλλογισμό του, ο Γιώργος υπενθυμίζει πως
η παλιότερη διάκριση του Μεγάλου Έργου γινόταν σε τέσσερα στάδια, καθένα από τα
οποία αντιστοιχούσε σε ένα χρώμα. Το στάδιο του citrinitas, του οποίου η
διάκριση σταδιακά εγκαταλείφθηκε, είχε σαν χρώμα του το κίτρινο και σαν στοιχείο
του τον αέρα, κάτι που θα μπορούσε να το συνδέσει με τον οδοιπόρο των ανέμων
Χαστούρ. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα πως οι “μεγάλες αλήθειες” που, σύμφωνα με
τον Chambers, περιέχονται στο θεατρικό του Βασιλιά με τα Κίτρινα, ένα
έργο που φέρνει τον θάνατο και καταδεικνύει την ματαιότητα της ανθρώπινης πάλης
για επιβίωση και σταθερότητα, είναι πως ο έλεγχος των πραγμάτων είναι μια
ψευδαίσθηση, και πως το Σύμπαν αντιστέκεται σε όλες τις προσπάθειες για νόημα
και τάξη. Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χαστούρ, που σαν Βασιλιάς με τα Κίτρινα προξενεί
παντού το χάος και την καταστροφή στο έργο του Chambers, αποτελεί μια
προσωποποίηση της κοσμικής αρχής της εντροπίας και της αποδόμησης.
Το
ίδιο το κίτρινο χρώμα πάντως, συνδέεται μαγικά με εργασίες που αφορούν τον
Εαυτό, ή “Ego Magick”, όπως το αποκαλεί χαρακτηριστικά ο Peter Carroll (με βάση
το Discword του Terry Pratchett). Κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, ωστόσο είναι το
ότι στην αλχημική προσέγγιση του Καρλ Γιουνγκ, το κίτρινο στάδιο ταυτίζεται με
το αρχέτυπο του Σοφού Γέρου (Senex). Ο Γιουνγκ μάλιστα παρουσιάζει τη
μορφή του σαν αυτή ενός μυητή, μιας εκδήλωσης του Εαυτού στο άτομο που έχει
εργαστεί διεξοδικά με το πρόβλημα της anima. To συγκεκριμένο πρότυπο δε στη
θετική του υπόσταση μπορεί να είναι ο Μάγος, ενώ στην αρνητική του ο
καταβροχθιστής πατέρας (Κρόνος). Σε κάθε περίπτωση, ο σοφός μυητής είναι
ταυτόχρονα και οδηγός, όπως και ο ταξιδευτής Χαστούρ. Για πού
όμως;
Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με το Liber 777 του Aleister Crowley,
το κίτρινο χρώμα αντιστοιχείται στην δωδέκατη Ατραπό της Σοφίας του Δέντρου της
Ζωής, το μονοπάτι του γράμματος Beth και της κάρτας του Μάγου. Κι αν αυτό εκ
πρώτης όψεως δεν σχετίζεται άμεσα με τον Χαστούρ, το ίδιο ίσως να μην ισχύει για
το κλιφωθικό αντίστοιχό του, το μονοπάτι Baratchial. Ο Kenneth Grant υπολογίζει
την αριθμητική αξία του Baratchial σαν 260, ίδια με την αξία της λέξης TMIRA,
που σημαίνει “κρυμμένος” ή “καλυμμένος”. Η σφραγίδα του συγκεκριμένου
μονοπατιού, που καταγράφηκε από τον Crowley στο Liber 231 και
παρουσιάζεται από τον Grant στο Nightside of Eden, είναι αυτή δύο
σπαθιών με την κόψη προς τα μέσα, που περιβάλλουν την περιπαιχτική φυσιογνωμία
μιας μάσκας. Όπως μάλιστα παρατηρεί πολύ εύστοχα ο Grant, αυτή η μάσκα είναι ένα
σύμβολο της ψευδαίσθησης του Εγώ, αλλά και της υπάρχουσας πραγματικότητας. Πίσω
της κρύβεται η επιστροφή του Λόγου στην πηγή του, κάτι που ο Crowley ποιητικά
αναφέρει ως “ο Ένας που έφυγε αλλά
επέστρεψε”. Τι μπορεί να συμβολίζει όμως
αυτό το προσωπείο στην μεταφυσική της Μυθολογίας Κθούλου; Περιγράφοντας το
μυστηριώδη χαρακτήρα με την κίτρινη μάσκα στο σονέτο του Elder Pharos,
ο Λάβκραφτ γράφει χαρακτηριστικά πως “πολλοί, στη νιότη
του ανθρώπινου είδους, αναζήτησαν αυτή τη λάμψη, το τι βρήκαν όμως κανείς ποτέ
δεν θα μάθει”. Ίσως λοιπόν το μυστικό της κίτρινης μάσκας του
Βασιλιά να είναι ακριβώς αυτό: ένα πέρασμα από το γνώριμο αλλά απατηλό “εδώ”
προς την άγνωστη Πηγή του Ανεκδήλωτου Χάους, ένα κάλυμμα που σκίζεται από τον
μάγο καθώς αυτός, διαλογιζόμενος πάνω στο μυστηριακό Κίτρινο Σημάδι, ταξιδεύει
προς την ονειρική πόλη Καντάθ, τη χαμένη Καρκόσα και το
άγνωστο. http://necronomiconmagic.weebly.com/about.html
<<...ΙΣΩΣ ΕΡΘΟΥΝ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΟΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ...>>
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Η ΠΙΟ ΠΑΡΙΕΡΓΗ ΚΑΙ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ.Ο Σ.ΛΑΒΚΡΑΦΤ...ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΓΡΑΠΤΩΝ ΤΟΥ ΗΤΑΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗς ΝΕΟΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΘΟΥΛΟΥ
Ο Λάβκραφτ γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ. Ο πατέρας του, Ουίνφιλντ Σκοτ Λάβκραφτ, ήταν πλασιέ κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων. Η μητέρα του ήταν η Σάρα Σούζαν Φίλιπς Λάβκραφτ, της οποίας οι πρόγονοι ήταν από τους πρώτους αποικιστές της Μασαχουσέτης στα 1630. Οι δυο τους παντρεύτηκαν στα 30 τους, κάτι πολύ ασυνήθιστο για εκείνη την εποχή, ενώ ήταν ο πρώτος γάμος και για τους δύο. Ο Χάουαρντ ήταν μοναχοπαίδι. Όταν ήταν τριών ετών, ο πατέρας του υπέστη οξύ ψυχωτικό επεισόδιο κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Σικάγο. Ενώ επέστρεψε στο Πρόβιντενς, ποτέ δεν επέστρεψε στο σπίτι του: διαγνώστηκε ότι υπέφερε από παραλυτική παράνοια και παρέμεινε νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο Μπάτλερ μέχρι το τέλος της ζωής του.
Απο τότε και στο εξής ο Λάβκραφτ μεγάλωσε με την μητέρα του, τις δύο θείες του (Λίλιαν Ντελόρα Φίλιπς και Άνι Έμελιν Φίλιπς) και τον παππού του, Ουίπλ Βαν Μπέρεν Φίλιπς. Ο Λάβκραφτ ήταν παιδί θαύμα. Μπορούσε να απαγγέλλει ποίηση σε ηλικία δύο ετών, ενώ συνέθετε ολόκληρα ποιήματα στα έξι του. Ο παππούς του τον ενθάρρυνε να διαβάζει κλασσική λογοτεχνία, όπως το Χίλιες και μία νύχτες, την Θρυλική εποχή του Μπέλφιντς, καθώς και παιδικές εκδόσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Επίσης του διήγειρε το ενδιαφέρον για το παράξενο λέγοντάς του ιστορίες Γοτθικού τρόμου.
Ο Λάβκραφτ ήταν φιλάσθενο παιδί και, σύμφωνα με έναν βιογράφο του, έπασχε από την σπάνια ασθένεια της ποικιλοθερμίας, σύμπτωμα της οποίας ήταν η χαμηλή θερμοκρασία του δέρματος. Έτσι, οι απόπειρές του να πάει στο σχολείο δεν ήταν πετυχημένες αν και έλαβε παιδεία κατ' οίκον. Το 1899 άρχισε να εκδίδει μόνος του διάφορα πολυγραφημένα έντυπα, με πρώτο το The Scientific Gazette.
Ο Ουίπλ Βαν Μπέρεν Φίλιπς πέθανε το 1904, και η υπόλοιπη οικογένεια δεν άργησε να φτάσει στην εξαθλίωση λόγω κακής διαχείρισης των χρημάτων και των περιουσιακών του στοιχείων. Αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε ένα πολύ μικρότερο και λιγότερο άνετο σπίτι στην οδό Έιντζελ. Ο Λάβκραφτ κατεθλίβη τόσο από αυτό το συμβάν, που για ένα διάστημα είχε τάσεις αυτοκτονίας. Το 1908, υπέστη νευρικό κλονισμό, με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να πάρει το σχολικό απολυτήριο. Αυτή η αποτυχία του να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να εισαχθεί στο Brown University τον στοίχειωσε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Ο Λάβκραφτ έγραφε φανταστική λογοτεχνία ως νεαρός, αλλά μετά την παραμέρισε για χάρη της ποίησης και τον δοκιμίων. Τελικά, επέστρεψε στην φανταστική λογοτεχνία το 1917 με πιο καλογραμμένα διηγήματα όπως Ο Τάφος και ο Δαγών. Το τελευταίο ήταν το πρώτο του έργο που δημοσιεύτηκε, όταν εμφανίστηκε στο Weird Tales το 1923. Οι μακροσκελείς και συχνές του επιστολές τον κατέστησαν έναν από τους μεγαλύτερους επιστολογράφους του 20ου αιώνα. Μεταξύ των αλληλογράφων του ήταν και οι τότε νεαροί Φόρεστ Τζ. Άκερμαν, Ρόμπερτ Μπλακ (Ψυχώ) και Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (Κόναν ο Βάρβαρος ).
Η μητέρα του Λάβκραφτ εισήχθη και εκείνη στο νοσοκομείο Butler, όπου και πέθανε μετά από χειρουργικές επιπλοκές στις 21 Μαΐου 1921.
Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένα συνέδριο ερασιτεχνών δημοσιογράφων όπου και γνώρισε την Σόνια Γκρην. Ήταν Ουκρανή-Εβραία, γεννημένη το 1883 και μεγαλύτερη του Λάβκραφτ κατά 7 χρόνια. Παντρεύτηκαν το 1924. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, έναν τόπο που ο Λάβκραφτ ποτέ δεν μπόρεσε να ανεχθεί. Τελικά χώρισαν κοινή συναινέσει και ο Λάβκραφτ επέστρεψε στο Πρόβιντενς, όπου και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του.
Η περίοδος μετά την επιστροφή του στο Πρόβιντενς (που ήταν και η τελευταία δεκαετία της ζωής του) ήταν η πιο δημιουργική του περίοδος του Λάβκραφτ. Κατά αυτή την περίοδο έγραψε τα περισσότερα από τα πιο γνωστά του διηγήματα για τις δημοφιλέστερες εκδόσεις pulp εκείνης της εποχής, όπως επίσης και τα μυθιστορήματα Η Περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Ουόρντ και Στα Βουνά της Τρέλας. Συχνά εργαζόταν ως διορθωτής έργων άλλων συγγραφέων ενώ άλλοτε συνέγραφε για χάρη άλλων.
Παρ' όλες όμως τις συγγραφικές του προσπάθειες, η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε. Αναγκάστηκε να μετακομίσει μαζί με την θεία του σε ακόμα μικρότερο σπίτι. Η αυτοκτονία του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ τον επηρέασε βαθιά. Το 1936 του διαγνώστηκε καρκίνος του εντέρου, ενώ διαπιστώθηκε ότι είχε πρόβλημα υποσιτισμού. Έζησε μέσα σε συνεχείς πόνους μέχρι τον θάνατό του τον επόμενο χρόνο 1937 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ.
Συχνά στον τάφο του Λάβκραφτ στο Νεκροταφείο Σουάν Πόιντ στο Πρόβιντενς θα βρει κανείς συνθήματα γκραφίτι με την γνωστότερη ρίμα από το διήγημά του Το κάλεσμα του Κθούλου (αρχικά από το Η Πόλη χωρίς Όνομα):
"That is not dead which can eternal lie,
And with strange aeons even death may die."
"Δεν είναι νεκρό αυτό που αιώνια κείται,"
"Κι ίσως έρθουν παράξενες εποχές, όταν ακόμη και ο θάνατος θα πεθάνει"
Η επιγραφή που διάλεξε ο Lovecraft για τον εαυτό του, παρόλ'αυτά, είναι:
Howard Philips
Lovecraft
AUGUST 20, 1890,
MARCH 15, 1937.
"I AM PROVIDENCE"
Το πλαίσιο του έργου του
Η έμπνευση του μεγαλύτερου μέρος του έργου του Λάβκραφτ προήλθε από τους εφιάλτες του. Ίσως αυτή η άμεση ενόραση στο υποσυνείδητό του και ο αντίστοιχος συμβολισμός είναι τα στοιχεία στα οποία το έργο του Λάβκραφτ οφείλει την συνεχιζόμενη απήχηση και επιτυχία του. Οι προσανατολισμοί του Λάβκραφτ τον οδήγησαν στο να αναπτύξει μεγάλη εκτίμηση για τα έργα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τα οποία επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις πρώτες του ιστορίες με θέμα το μακάβριο, όσο και το συγγραφικό του ύφος. Όταν ο Λάβκραφτ ανακάλυψε τα διηγήματα του Λόρδου Ντάνσανι άρχισε να μετατοπίζει τις συγγραφές του προς νέες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα μία σειρά παρόμοιων φαντασιακών ιστοριών που διαδραματίζονταν στις «Ονειροχώρες». Τελικά, η επιρροή Άρθουρ Μάχεν, του οποίου τα άριστα δομημένα διηγήματα σχετίζονταν με την επιβίωση του αρχέγονου Κακού, και του οποίου οι μυστικιστικές του αντιλήψεις περί μυστικών πίσω από την πραγματικότητα, τελικά άρχισαν να ωθούν τον Λάβκραφτ προς το να βρει την δική του έκφραση από τα 1923 και μετά. Αυτή η έκφραση άρχισε να παίρνει μελανά χρώματα με την δημιουργία αυτού που τώρα ονομάζεται Μυθολογία Κθούλου. Ένα πάνθεον, δηλαδή, από εξωγήινες, εξωδιαστατικές θεότητες και φρικιαστικά όντα που αποζητούν να κάνουν την ανθρωπότητα θήραμά τους και η ύπαρξη των οποίων υπονοείτε σε πανάρχαιους μύθους και θρύλους. Τον όρο Μυθολογία Κθούλου τον επινόησε ο Ώγκαστ Ντέρλεθ μετά τον θάνατο του Λάβκραφτ.
Ο Λάβκραφτ δημιούργησε μέσα από τα διηγήματά του τον πιο σημαίνοντα μηχανισμό πλοκής της λογοτεχνίας τρόμου: το Νεκρονομικόν, ένα μυστικό βιβλίο μαγείας που συνεγράφη από τον παράφρονα Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ. Η ισχύς και η απήχηση αυτής της ιδέας εντός της Μυθολογίας, οδήγησαν κάποιους στο συμπέρασμα ότι ο Λάβκραφτ την είχε αντλήσει από κάποιον υπαρκτό μύθο και διάφορα ψευδο-Νεκρονομικά έχουν εκδοθεί με την πάροδο των ετών.
Το πεζό του ύφος είναι μάλλον απαρχαιωμένο. Προτιμούσε να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και δυσνόητα επίθετα όπως «eldritch» (αλλόκοτος), «rugose» (ρικνός), «squamous» (φολιδωτός} και «cyclopean» (κυκλώπειος). Οι απόπειρές του να μεταγραμματίσει τοπικές διαλέκτους σήμερα χαρακτηρίζονται ανακριβείς. Κατέγραψε τα έργα του σε αγγλικά Βρετανίας (παραδεχόταν ότι ήταν αγγλόφιλος) και κατά καιρούς προέβαινε σε ορθογραφικούς αναχρονισμούς, όπως «compleat/complete» και «lanthorn/lantern».
Ο Λάβκραφτ ήταν φανατικός επιστολογράφος. Ορισμένες φορές επέγραφε στις επιστολές του ημερομηνίες προ 200 ετών, ώστε να χρονολογούνται πριν από την Αμερικανική Επανάσταση, η οποία ήταν αντίθετη στην αγγλοφιλία του. Έλεγε ότι ο 18ος και 20ός αιώνας ήταν οι καλύτεροι: ο 18ος ήταν μία περίοδος γεμάτη χάρη και ευγένεια, ενώ ο 20ός ήταν ο αιώνας της επιστήμης. Κατά την γνώμη του, ο 19ος αιώνας και πιο συγκεκριμένα η Βικτοριανή εποχή, ήταν ένα «λάθος».
Το έργο του
Οι οριστικές εκδόσεις της μυθιστορηματικής πεζογραφίας του (δηλ. «Τα Βουνά της Τρέλας και άλλα μυθιστορήματα», «'Δαγών' και άλλες μακάβριες ιστορίες», «Ο τρόμος του Ντάνιτς και άλλα διηγήματα» και «ο Τρόμος στο Μουσείο και άλλες αναθεωρημένες ιστορίες») εκδίδονται από τον εκδοτικό οίκο Arkham House, ο οποίος αρχικά είχε ως σκοπό να επικεντρωθεί στην έκδοση των έργων του Λάβκραφτ, αλλά κατέληξε να εκδίδει και πολλά άλλα έργα φανταστικής λογοτεχνίας (στην Ελλάδα, μεταφράσεις των έργων του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κάκτος [Άπαντα σε 4 τόμους] και Αίολος). Συγγραφικές περίοδοι
Ο Λάβκραφτ συνέγραψε σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες μυθιστορήματος κατά την διάρκεια της ζωής του. Παρά το ότι διηγήματα που ανήκουν σε μία κατηγορία γράφτηκαν σε περιόδους που γράφτηκαν και διηγήματα άλλων κατηγοριών, υπάρχουν περίοδοι κατά την διάρκεια των οποίων όλες οι συγγραφές του Λάβκραφτ μπορούν να αποδοθούν σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες. Σημειωτέον ότι η διαφοροποίηση αυτή έχει γίνει από άλλους και όχι από τον ίδιο τον Λάβκραφτ.
Διηγήματα φρίκης (περ. 1905–1920)
Ονειροχώρες (περ. 1920–1927)
Διηγήματα Μυθολογίας Κθούλου (περ. 1925–1935)
Επιστολές
Παρά το ότι ο Λάβκραφτ είναι περισσότερο γνωστός για τα διηγήματα φαντασίας του, το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφών του απαρτίζεται από μακροσκελείς επιστολές που αναφέρονται σε διάφορα ζητήματα - από την φανταστική λογοτεχνία μέχρι την πολιτική και την ιστορία. Ο S.T. Joshi εκτιμά ότι ο Λάβκραφτ συνέγραψε περίπου 87.500 επιστολές από το 1912 μέχρι τον θάνατό του το 1937. Μία φημισμένη επιστολή του στον Woodburn Harris με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου έχει μέγεθος 70 σελίδων.
Ο Λάβκραφτ δεν ήταν μανιώδης επιστολογράφος από νεαρή ηλικία. Το 1931 παραδέχθηκε: «Όταν ήμουν νέος δεν έγραφα σχεδόν καθόλου επιστολές. Ακόμη και το να γράψω μία ευχαριστήρια κάρτα για ένα δώρο που λάβαινα ήταν τόσο μεγάλο βάρος για εμένα που θα προτιμούσα να γράψω μία κατήχηση ή μία εικοσασέλιδη διατριβή για τους δακτύλιους του Κρόνου» (SL 3.369–70). Άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιστολογραφία όταν ξεκίνησε αλληλογραφία με τον εξάδελφό του Phillips Gamwell, ενώ τελικά η ενασχόλησή του με το κίνημα ερασιτεχνικής δημοσιογραφία ήταν η αιτία για τις υπεράριθμες επιστολές του.
Ο Λάβκραφτ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η επαφή του με πολλά διαφορετικά άτομα μέσω της επιστολογραφίας ήταν το μέσο με το οποίο διεύρυνε την αντίληψή του για τον κόσμο: «Βρέθηκα εκτεθειμένος σε δεκάδες διαφορετικές απόψεις, τις οποίες υπό άλλες συνθήκες δεν υπήρχε περίπτωση να γνωρίσω. Τόσο η κατανόησή μου όσο και οι προτιμήσεις μου διευρύνθηκαν και πολλές από τις αντιλήψεις μου σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα διαφοροποιήθηκαν επειδή αυξήθηκαν οι αντίστοιχες γνώσεις μου» (SL 4.389).
Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί μεταφρασμένες επιλεγμένες επιστολές του Λάβκραφτ από τις εκδόσεις Αίολος.
Τάξη, Φύλο και Εθνικότητα
Πολλοί σύγχρονοι αναγνώστες συγκλονίζονται από τις ρατσιστικές, ταξικές και σχετικές με την διαφορά των δύο φύλων αναφορές που απαντούν σε πολλά από τα συγγράμματα του Λάβκραφτ. Ο Λάβκραφτ ήταν φανατικός αγγλόφιλος και θεωρούσε την αγγλική κουλτούρα κολοφώνα του πολιτισμού, ενώ έβλεπε τους απογόνους των Άγγλων αποίκων στην Αμερική ως κατώτερης ποιότητας παρακλάδια· όλοι δεν οι υπόλοιποι ήταν κατώτεροι και από αυτούς (παράβαλε ο ποίημά του Ένας Αμερικανός προς την Μητέρα Αγγλία). Τα συγγράμματα του Λάβκραφτ παρουσιάζουν ξεκάθαρα μία αρνητική στάση ως προς την επιμειξία των φυλών και των εθνικοτήτων, σεβασμό στον θεσμό της κληρονομικότητας της κοινωνικής θέσης, ενώ υποστηρίζουν τον περιορισμό των γυναικών στους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους τους.
Στο έργο του Λάβκραφτ απαντούν συχνά, τόσο φυλετικά όσο και ρατσιστικά και ταξικά στερεότυπα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία μιας μαύρης γάτας ως «Nigger-man» (αράπης) στο διήγημά του «Ποντίκια μέσα στους Τοίχους». Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας εκφράζει συναισθήματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εχθρικά προς τους Εβραίους (αν και πολλοί από τους φίλους και αλληλογράφους του Λάβκραφτ ήταν Εβραίοι), τους Ιταλούς και τους Πολωνούς. Ρατσιστικές αναφορές βρίσκονται και στην ποίησή του, όπως στο ποίημα «Περί δημιουργίας των νέγρων» και «Έκπτωτη Νέα Αγγλία» που έγραψε το 1912.
Κάποιοι σύγχρονοι κριτικοί έχουν επικρίνει την υποτιθέμενη αντίληψη του Λάβκραφτ περί «λευκής ανωτερότητας», ειδικότερα όσον αφορά τους μετανάστες και τους Αφροαμερικανούς. Ωστόσο, από αυτόν τον καταιγισμό αρνητικών φυλετικών στερεοτύπων, ο Λάβκραφτ δεν εξαιρεί ούτε και κάποιους βορειοευρωπαϊκούς λαούς. Σύνηθεις στόχοι είναι, επί παραδείγματι, οι εκφυλισμένοι απόγονοι των Ολλανδών αποίκων στα Όρη Κάτσκιλ, «που αντιστοιχούν τέλεια στο έκφυλο στοιχείο των 'λευκών σκουπιδιών' στις Νότιες Ηνωμένες Πολιτείες» («Πέρα από τα όρια του Ύπνου», 1919). Στο διήγημα Ο Ναός παρουσιάζεται η στερεότυπη εικόνα του ψυχρού δολοφόνου και αλαζόνα πρώσσου αριστοκράτη, ο οποίος είναι κυβερνήτης υποβρυχίου κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και ο οποίος συχνά αναφέρεται στην «ατσάλινη γερμανική θέληση», στην ύψιστη διαλεκτική πρωσσική διανόηση και στην ασημαντότητα της ανθρώπινης ζωής μπροστά στην ανάγκη να δοξαστεί η πατρίδα.
Το τυπικότερο παράδειγμα των απόψεων του Λάβκραφτ περί ταξικών διαφορών ίσως αποτελεί το διήγημα Ψυχρός Αέρας (1926), όπου ο (προφανώς Αγγλοσάξονας) αφηγητής κάνει υποτιμητικές αναφορές στους άπορους λατινοαμερικανούς της γειτονιάς του, ενώ σέβεται ευλαβικά τον πλούσιο Ισπανό αριστοκράτη, Δρα Muñoz, «άνθρωπο με καταγωγή, καλλιέργεια και διάκριση».
Ο Λάβκραφτ βασίστηκε στην ιστορία της εθνικότητάς του για να χτίσει το περιβάλλον σε πολλά από τα έργα του και η αγάπη του για την αγγλοσαξονική ιστορία και κουλτούρα επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε αυτά (όπως με την νοσταλγία του Βασιλιά Κερέινς για την Αγγλία στην Ονειρική Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ). Η γενικότερη άποψη για αυτό το μυθιστόρημα είναι μάλλον ειρωνική.
Συχνότατο μοτίβο στον Λάβκραφτ είναι ο ήρωας που ανακαλύπτει ότι η οικογένεια του φέρει κάποια κατάρα ή ότι η καταγωγή του είναι μολυσμένη με μη ανθρώπινο αίμα. Παραδείγματα τέτοιων έργων αποτελούν τα Γεγονότα γύρω από τον εκλιπόντα Άρθουρ Τζέρμυν και την Οικογένειά του (1920), Ποντίκια μέσα στους Τοίχους (1923) και Η Σκιά πάνω από το Ίνσμουθ (1931). Το μοτίβο αυτό ίσως αποτελεί αντίκτυπο της ανησυχίας του Λάβκραφτ, σχετικά με το ιστορικό της ίδιας του της οικογένειας, ειδικότερα μετά τον θάνατο του πατέρα του από σύφιλη, όπως υποψιαζόταν ο Λάβκραφτ.
Ο Λάβκραφτ εξέφρασε τις ρατσιστικές και εθνικοκεντρικές αντιλήψεις του στην αλληλογραφία που αντάλλασσε και μία λεπτομερής περίληψη των αντιλήψεών του μπορεί να βρεθεί στην επιστολή που έστειλε στον J. Vernon Shea, με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 1933. (Γράμμα υπ' αριθμόν 648, Επιλεγμένες επιστολές, Arkham House).
Στο έργο του Λάβκραφτ εμφανίζονται ελάχιστες γυναίκες, ενώ όταν εμφανίζονται αποτελούν πράκτορες κάποιας μοχθηρής, εξωγήινης δύναμης. Όλως παραδόξως, ο Λάβκραφτ παντρεύτηκε μία Εβραία ουκρανικής καταγωγής, την Sonia Greene. Ο γάμος τους δεν κράτησε και κάποιοι σχολιαστές πιστεύουν ότι αιτία για τον χωρισμό ήταν η ντροπή που ένιωθε ο Λάβκραφτ γιατί η σύζυγός του ήταν ουσιαστικά αυτή που τους συντηρούσε.
Παρά το ότι η τραχιά ευθύτητα με την οποία εκφράζεται ο Λάβκραφτ αναφορικά με ζητήματα ρατσιστικά, ταξικά και ισότητας των φύλων ίσως σοκάρει τους αναγνώστες του 21ου αιώνα, ο σύγχρονος αναγνώστης πρέπει να λαβαίνει υπόψη του ότι αυτές οι αντιλήψεις δεν ήταν διόλου ασυνήθιστες στις ημέρες του Λάβκραφτ. Για παράδειγμα, το κίνημα του ευγονισμού αποτελούσε καθολικό ρεύμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ώστε, μάλιστα, σε αρκετές πολιτείες, αυστηρές πολιτικές ευγονισμού είχαν ψηφιστεί ως νόμοι. Η φυλετική απομόνωση ήταν νομικά παγιωμένη στο μεγαλύτερο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών και πολλές σημαίνουσες και ισχυρές προσωπικότητες πρέσβευαν απόψεις παρόμοιες με αυτές του Λάβκραφτ ή και εντονότερες.
Τοποθεσίες στα έργα του Λάβκραφτ
Ο Λάβκραφτ χρησιμοποίησε εκτενώς την γενέτειρά του, την νέα Αγγλία, στα έργα του. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται πολλές πραγματικές ιστορικές τοποθεσίες αλλά και αρκετές φανταστικές.
Ιστορικές τοποθεσίες
Λόφος Copp, Βοστώνη, Μασσαχουσέτη
Βερμόντ
[Επεξεργασία] Φανταστικές Τοποθεσίες
Πανεπιστήμιο του Μισκατόνικ στην φανταστική πόλη του Άρκαμ της Μασσαχουσέτης
Η κωμόπολη του Ίνσμουθ
Το χωριό του Ντάνγουιτς
Τα θεόρατα Βουνά της Τρέλας στην Ανταρκτική.
====
Απόσπασμα από το διήγημα "Πέρα από το Τείχος του Ύπνου"... (μετ. Γ. Μπαλάνος. εκδ. Locus-7):
"Με βάση την πείρα μου, δεν μπορώ να αμφιβάλλω ότι ο άνθρωπος, όταν χάνει τη γήινη συνείδησή του, όντως περιπλανιέται σε κάποιο άλλο, ασώματο είδος ζωής πολύ διαφορετικής φύσης από τη ζωή που ξέρουμε, και από την οποία μονάχα οι πιο αχνές και δυσδιάκριτες αναμνήσεις παραμένουν όταν ξυπνάμε. Από αυτές τις θολές και αποσπασματικές αναμνήσεις μπορούμε να συνάγουμε πολλά, κι ωστόσο ν’ αποδείξουμε λίγα. Μπορούμε να μαντέψουμε ότι στα όνειρα, η ζωή, η ύλη και η ζωτικότητα, όπως η γη γνωρίζει αυτά τα πράγματα, δεν είναι απαραιτήτως σταθερά· κι ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν υπάρχουν με την έννοια που τα αντιλαμβάνεται ο ξυπνητός μας εαυτός. Έρχονται στιγμές που πιστεύω ότι αυτή η λιγότερο υλική ζωή μας είναι η περισσότερο αληθινή ζωή, και ότι η μάταιη παρουσία μας σε τούτη τη χωμάτινη σφαίρα δεν είναι παρά μόνον ένα δευτερεύον ή απλώς εικονικό φαινόμενο."