ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υψιπύλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υψιπύλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

ΥΨΙΠΥΛΗ [Μέρος Β΄]

ΥΨΙΠΥΛΗ Β΄
Γράφει ο Δημήτριος Μάρκου  
Τότε έφτασε ο Αμφιάραος, παίρνοντας το μέρος της Υψιπύλης και την έπεισε πως δεν έφταιγε. Πρότεινε να αναλάβει ο στρατός των Αργείων την ταφή, και να οργανώσει ταφικούς αγώνες, μετονομάζοντας το βρέφος σε Αρχέμορο (*8). Στους αγώνες (*9) αυτούς πήραν μέρος και οι γιοι της Υψιπύλης, όπου ήρθαν πρώτοι. Τότε φανέρωσαν την καταγωγή τους και τους γονιούς τους. Ο Αμφιάραος, αφού είδε το διακριτικό της γενιάς τους, ένα εγκόλπιο με χρυσή κληματόβεργα, ενδεικτικό της καταγωγής από τον Διόνυσο, τους φανέρωσε τη μητέρα τους. Έτσι έγινε το σμίξιμο της μάνας και των αγοριών της. Ο ρήγας Λυκούργος όχι μόνο δεν τιμώρησε την σκλάβα για την ολιγωρία της, που έγινε αφορμή να πεθάνει ο γιος του, αλλά της χάρισε και την ελευθερία. Τότε ελεύθερη και με τα δύο της παλικάρια η Υψιπύλη γύρισε στη Λήμνο, στην πατρίδα της, όπου έζησε ευτυχισμένη. ]]
Κατά την τραγωδία του Ευριπίδη, οι χαμένοι γιοι της Υψιπύλης ψάχνουν τη μάνα τους. Έτσι όταν έφτασαν στη Νεμέα, λίγο πριν χτυπήσουν την θύρα του παλατιού, συζητούν:
« ΘΟ.: Πρέπει να κυνηγάμε το σκοπό μας,
να βρούμε τη χαμένη μας μητέρα,
αν βέβαια ζει μετά από τόσα χρόνια.
ΕY.: Είμαστε βρέφη ακόμη όταν μας πήρε
μακριά της ο Ιάσονας κι ως τώρα
τίποτα δεν ακούσαμε για κείνη.
ΘΟ.: Τις βουλές των θεών κανείς δεν ξέρει
και την ελπίδα πάντα μας αφήνουν.
Οι άρχοντες περισσότερα γνωρίζουν
παρ’ όσα ο άλλος κόσμος. Λέω την πόρτα
να χτυπήσουμε τούτη κι ίσως κάτι
- αν μας δεχτούν – να μάθουμε για κείνα
που ψάχνουμε γυρνώντας στην Ελλάδα. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Την πρώτη που συνάντησαν ήταν η μητέρα τους, χωρίς να το γνωρίζουν. Εκείνη ρωτάει να μάθει από πούθε έρχονται και ποια είναι η φύτρα τους. Ο τραγωδός μας δίνει έναν διάλογο, απ’ όπου παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
« ΘΟ: Ρώτα μας ό,τι θες, ξον τ’ όνομά μας.
ΥΨ.: Τάχα γιατί δεν πρέπει να το πείτε;
ΘΟ.: Ο ίδιος ο χρησμός το απαγορεύει.
ΥΨ.: Πήρατε απ’ τους Δελφούς τέτοια μαντεία;
ΘΟ.: Κάποιος θεός μας μίλησε στον ύπνο.
ΥΨ.: Δεν ήταν ο χρησμός από το Φοίβο;
ΘΟ.: Ο Διόνυσος εφάνη στ’ όνειρό μας.
ΥΨ.: Ο Διόνυσος; Αλήθεια; Τι σας είπε;
ΘΟ.: Να ψάξουμε τη ρίζα μας να βρούμε.
ΥΨ.: Από παλιά χαμένη ή τώρα μόλις;
ΘΟ.: Είμαστε βρέφη ακόμη όταν εχάθη.
ΥΨ.: Πατέρα, μάνα ψάχνετε ή αδέρφια;
ΘΟ.: Αίμα συγγενικό, μη ρωτάς άλλο.
ΥΨ.: Να το γνωρίσετε έχετε σημάδι;
ΘΟ.: Κανένα.
ΥΨ.: Δύσκολο, πολύ δύσκολο το έργο.
ΘΟ.: Η τύχη και ο θεός θα βοηθήσουν. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Μετά εμφανίζεται στη σκηνή ο Αμφιάραος με την ακολουθία του, οι οποίοι ψάχνουν για νερό. Τότε συναντά την Υψιπύλη, από την οποία μαθαίνει την καταγωγή της:
« ΑΜ.: Είναι κακό τον τόπο σου ν’ αφήνεις
κι όπως τραβάς στο δρόμο σου, η ανάγκη
να σε στενεύει και να βλέπεις γύρω
σπίτια μοναχικά κι έρμα χωράφια,
μα πουθενά μια πόλη· να μη βρίσκεις
κάποιον να τον ρωτήσεις, να μην ξέρεις
πού να στραφείς· μια τέτοια δυσκολία
βρήκε και μένα· μ’ ευχαρίστηση όμως είδα
το σπίτι αυτό στου Δία το λιβάδι,
στη χώρα της Νεμέας. Θα σε ρωτήσω,
είτε είσαι δούλα ή όχι, η κατοικία
η αγροτική σε ποιόν ανήκει, ω ξένη,
καταμεσής στον τόπο του Φλειούντα;
ΥΨ.: Τα χαρούμενα είναι σπίτια του Λυκούργου,
που τον διαλέξανε στην Ασπία
να ΄ναι του Δία του ντόπιου ο ιερέας.
ΑΜ.: Νερό τρεχούμενο θέλω να βάλω
μες στα λαγήνια, στους θεούς να κάνω
σπονδές, για να μας δώσουν καλό δρόμο.
Αγνά τα στάσιμα νερά δεν είναι
και το στρατό μας ταραχή κατέχει.
……………………………………..
ΑΜ.: Εσύ τι κάνεις έξω απ’ το παλάτι;
ΥΨ.: Του βασιλιά φροντίζω αυτό το βρέφος.
ΑΜ.: Σαν συγγενής ή μήπως είσαι σκλάβα;
ΥΨ.: Σκλάβα, τροφός· δεν ήμουν έτσι πάντα.
ΑΜ.: Σε πήρανε λάφυρο πολέμου;
ΥΨ.: Μ’ έπιασαν πειρατές και με πουλήσαν.
ΑΜ.: Τι γύρευε στο πέλαο μια γυναίκα;
ΥΨ.: Έφευγα να γλιτώσω τη ζωή μου
ΑΜ.: Γιατί; Μήπως ανόσια είχες πράξει;
ΥΨ.: Έσωσα το γονιό μου όρκους πατώντας.
ΑΜ.: Δυσνόητα όσα λές, κι ας είμαι μάντης.
ΥΨ.: Κι έτσι με βρήκε μαύρη δυστυχία.
ΑΜ.: Το γένος τώρα πες και τ’ όνομά σου.
ΥΨ.: Είμαι η Υψιπύλη, μ’ έθρεψεν η Λήμνος.
ΑΜ.: Βασίλισσα σ’ ένα λαό γυναίκειο;
ΥΨ.: Κάποιον καιρό, μα τώρα μόνο σκλάβα.
ΑΜ.: Πριν φτάσει στην Κολχίδα, εσύ δεν ήσουν,…
ΥΨ.: Του Ιάσονα γυναίκα· που είναι τάχα; » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στους δύο ήρωες, όταν ο Αμφιάραος αποκαλύπτει, πως σαν μάντης που είναι, γνωρίζει ότι στην μάχη, που πηγαίνουν, αυτός θα σκοτωθεί:
« ΑM.: Ναι, δεν θα γυρίσω πίσω από τη μάχη.
ΥΨ.: Ξέροντας καθαρά πως θα πεθάνεις;
ΑΜ.: Δεν έχει γυρισμό ένας τέτοιος δρόμος.
ΥΨ.: Αφού θα σκοτωθείς, τι θυσιάζεις;
ΑΜ.: Το πιο καλό είναι αυτό· κανένας κόπος
την ευσέβεια στους θεούς να μη στομώνει.
ΥΨ.: Ακόμη κι αν αυτή μας πάει στον Άδη;
ΑΜ.: Ψηλότερη η αρετή από τη ζωή μας.
ΥΨ.: Ω φύση ευγενικιά κι όχι μόνο στα λόγια.
ΑΜ.: Τον Αμφιάραο δειλό δεν θα τον πούνε.
ΥΨ.: Ανέμυαλο όλοι θα σε λογιάσουν.
ΑΜ.: Ανόητος κάλλιο, πάρεξ φοβητσιάρης.
ΥΨ.: Καθένας την τιμή του διαφεντεύει.
ΑΜ.: Κοντά η πηγή λοιπόν με τ’ αγνό νάμα;
ΥΨ.: Κοντά· γειτονικά σ’ ένα λιβάδι. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Γνώριζε, και μάλιστα πολύ καλά, ο Αμφιάραος πως στη μάχη θα σκοτωθεί. Κι όμως βάδιζε σ’ αυτήν χωρίς να δειλιάσει, χωρίς να υπολογίσει τη ζωή του, γιατί η αρετή είναι ψηλότερη από τη ζωή μας, όπως λέει. Δεν μπορεί ν’ ανεχτεί να τον πουν φοβητσιάρη! Η δειλία δεν ταιριάζει στους προγόνους μας! Ο Αμφιάραος δεν ανέχεται να τον πουν δειλό, αν και γνωρίζει πως θα σκοτωθεί, γιατί πάνω απ’ όλα βάζει την αρετή! Πολύ σωστά σχολιάζει η Υψιπύλη, πως καθένας την τιμή του διαφεντεύει.
Στη συνέχεια της τραγωδίας ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον χορό να λέει:
« - Τέλειωσαν τις θυσίες τους οι Αργίτες·
στο μονοπάτι φάνηκε η Υψιπύλη.
- Ζυγώνει βιαστικά, μα δεν κρατάει
στην αγκαλιά της τον Οφέλτη.
- Τι να συμβαίνει τάχα; Ποιος το ξέρει;
- Κάποιο κακό θα γίνηκε, δεν έχει
την όψη της χαρούμενη και τρέχουν
στα μάγουλά της δάκρυα.
- Γρήγορα να το μάθουμε, να, φτάνει. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
O αγγελιοφόρος φέρνει τα θλιβερά μαντάτα για το χαμό του Οφέλτη στη ρήγισσα και μάνα του Ευρυδίκη. Κάνει πλήρη περιγραφή του συμβάντος:
« Κινήσαμε από δω και το λιβάδι
περνώντας, πήραμε ένα μονοπάτι,
που ανηφορίζοντας ολόισια φέρνει
στην πετρωτή, μικρή σπηλιά του λόφου
με την καθάρια, πλούσια βρυσομάνα.
Λίγο προτού να φτάσουμε, το βρέφος
αρχίζει κλάματα γοερά κι αυτή το αφήνει
- αφού το ησύχασε- πάνω στο χώμα,
μονάχο, δίχως φύλακα σιμά του.
Μα ο τόπος τέτοιαν εποχή ξυπνάει
τα φίδια του σε τρύπες και σε βράχια·
καθώς του ήλιου η φλόγα τα ζεσταίνει,
απ’ τις φωλιές τους βγαίνοντας, της μέρας
βυζαίνουνε το φως. Πράσινα λάμπουν
τα χρώματά τους, άλικα, γαλάζια,
δείχνοντας έτσι της ζωής τη δίψα
που μέσα τους ξεσπάει κι ανεβαίνει
θυμό κι ορμή γεμάτη. Το χειμώνα
βουλιάζουν στη σκιά και σ΄ έναν ύπνο
θανάτου στην ποδιά της Περσεφόνης.
Φτάσαμε στην πηγή και πριν αρχίσουν
με νερό να γεμίζουνε τις στάμνες,
ο στρατηγός εστάθη και προστάζει
σ’ όλους ιερή σιωπή και κάνει ετούτη
τη δέηση. « Ω Δία και προστάτες
θεοί μας, ευλογήστε μας να πάμε
με το καλό στη μακρινή εκστρατεία.
Τους οιωνούς αλλάξτε κι έτσι ο δρόμος
αίσια να δείξει στους Αργείους σημάδια ».
Ύστερα με το πρόσωπο θλιμμένο
στάζει χοές στο χώμα και στενάζει.
Σαν τέλειωσε, προστάζει τη γυναίκα
το πρώτο να γεμίσει αυτή λαγήνι.
Πρόθυμα τον υπάκουσε, μα ξάφνου
τον βλέπω ασάλευτος να μένει, αλλοπαρμένος,
με το βλέμμα θολό στον άδειο αέρα,
σαν να είδε κάτι απαίσιο, κι αμέσως
να φεύγει απ’ τη σπηλιά με βιάση· τρέχω
ξοπίσω του κι εγώ, γιατί ‘μαι ακόλουθός του.
Δεν ένιωσα το λόγο της βιασύνης
που ΄διωξε τότε απ’ τη πηγή το μάντη,
Μα φανερός εγίνηκε σε λίγο. Οι κρότοι
κι οι φωνές της μικρής μας συνοδείας,
καθώς πηγαίναμε, σηκώσαν ένα φίδι
που εκεί γειτονικά είχε τη φωλιά του
κι ερεθισμένο από το θόρυβό μας
ξεχύθηκε μ’ οργή στην κατηφόρα
κοιτώντας άγρια γύρω και τη χαίτη
σειώντας την πορφυρή· κάποιοι το είδαν
τσοπάνηδες που βρίσκονταν πιο πέρα
κι ελούφαξαν βουβοί απ’ τον τρόμο, δίχως
να κάνουν τίποτα· το φίδι ωστόσο
στο μονοπάτι σύριζα σερνόταν
και πάει στο μωρό, θαρρείς και κάποιος
θεός να τ’ οδηγούσε. Στέκει, ορθώνει
το διάστικτο λαιμό του και κοιτάζει
γύρω με βλέμμα φονικό· ξεκρίνει
κοντά το βρέφος, τ’ αλαφροζυγώνει,
τη δίχαλη του γλώσσα ανακινώντας.
Μα το παιδάκι αμέριμνο καθόταν
στο χώμα, παίζοντας με τα λουλούδια,
χωρίς τον κίνδυνο να νιώθει. Τότε
το φίδι ανασηκώθη απάνωθέ του
σφυρίζοντας απαίσια. Το είδαν
κάποιοι απ’ το στράτευμα μες στο λιβάδι,
το σαϊτεψαν, μα δεν το πετύχαν.
Ο Αμφιάραος όμως, ως ερχόταν
μόνος απ’ τη πηγή, σιμά του ευρέθη
και το λαιμό του αλάθευτα σαϊτεύει.
Κύλισε αυτό στο πλάι σπαρταρώντας
και λίγο- λίγο ασάλευτο απομένει.
Γρήγορα τρέξαμε όλοι μας μ’ ελπίδα·
του κάκου· είχε προλάβει να τυλίξει
το τρυφερό κορμάκι του κι αμέσως
το δόλιο αφάνισε παιδί. Με βαριά θλίψη
το πήρε ο στρατηγός στην αγκαλιά του
και δίνει προσταγή να το ετοιμάσουν.
Σηκώνουν τ’ άψυχο κορμί, το βάζουν
σε ξύλινο, πολύτιμο κιβούρι
και σου το στέλνει εδώ να το θρηνήσεις.
Τώρα ας ξεσπάσει δίκαια ο θυμός σου
πάνω σ΄ αυτήν, βασίλισσα, που φταίει,
γιατί έτσι τ’ άφησε χωρίς προστάτη,
δίχως καν να σκεφτεί πως ένα βρέφος,
στην ερημιά μονάχο του αφημένο,
σε κίνδυνο είναι πάντοτε μεγάλο… » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Ήταν φυσικό να θυμώσει με τη δούλα η ρήγισσα Ευρυδίκη, μέσα στον πόνο της από το χαμό του βρέφους της. Ανθρώπινη αντίδραση να θέλει να την τιμωρήσει. Το ίδιο και η Υψιπύλη να θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στην τραγωδία και ο χορός παίρνει το μέρος της σκλάβας αρχόντισσας:
« ΕΥ.: Η σκλάβα τούτη που τροφό την είχα.
Αυτή έχει σκοτώσει το μωρό μου.
ΧΟ.: Όχι, βασίλισσά μου, κλαίει, πονάει.
ΕΥ.: Δούλα, ξενόφερτη κι αγορασμένη,
που ‘χεις στην κάθε ανάγκη εύκολο δάκρυ,
θα μου πληρώσεις το χαμό του γιου μου
με το δικό σου θάνατο, να ξέρεις.
Δεν θα ξεφύγεις τη δικαιοσύνη.
ΧΟ.: Απάντησε ,Υψιπύλη, μη σωπαίνεις.
ΕΥ.: Ό,τι και να μου πει ψέματα θα ‘ναι.
ΥΨ.: Βασίλισσά μου, τώρα οργή και θλίψη
θολώνουν το μυαλό σου κι έτσι αιτία
που το μωρό εχάθη εμέ λογιάζεις.
Λιγότερο από σε δεν τ’ αγαπούσα.
………………………………………..
ΥΨ.: Πριν λίγο στο παλάτι ήρθε ένας άντρας
θεοσεβής κι ενάρετος· ζητούσε
νερό τρεχούμενο, χοές να κάνει
στους θεούς για το στρατό του· ήταν Αργείος·
Αμφιάραος τ’ όνομά του, μάντης.
Χωρίς κανένα φόβο και κρατώντας
στην αγκαλιά το βρέφος τον επήγα
στον τόπο της πηγής· όμως εκείνο,
καθώς κοντοζυγώναμε, σκιαγμένο
απ’ τις φωνές και τις κλαγές των όπλων,
αρχίζει κλάμα ασίγαστο· πασκίζω
να το ησυχάσω όπως μπορώ, στο τέλος
στο χώμα τ’ απιθώνω· τότε αμέσως,
σαν από θαύμα, μονομιάς σωπαίνει
και παίζει γελαστό με τα χορτάρια.
Τ’ αφήνω εκεί και πάω γοργά στους άλλους.
Γύρισα πίσω γρήγορα, το βρέφος
είχε χαθεί· τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
ΕΥ.: Μονάχη ομολογείς τα σφάλματά σου
που το μονάκριβό μου θανατώσαν.
ΥΨ.: Δεν βρίσκω πουθενά κανένα σφάλμα.
ΕΥ.: Πριν φύγεις, έπρεπε να με ρωτήσεις.
ΥΨ.: Σε ιερές να βοηθήσω έπρεπε πράξεις.
ΕΥ.: Κι άφησες τον Οφέλτη μου μονάχο;
ΥΨ.: Εμπόδιο το κλάμα στις θυσίες.
ΕΥ.: Εσύ ‘χες το παιδί και το ‘χεις χάσει.
ΥΨ.: Δεν το ‘χασα, μου τ’ άρπαξεν η τύχη.
ΕΥ.: Κι εσένα τέτοια τύχη θα σ’ αρπάξει.
ΥΨ.: Ω δυστυχία μου, αν καλά μαντεύω.
ΕΥ.: Σωστά μαντεύεις, δέστε της τα χέρια.
ΥΨ.: Ω Διόνυσε, ω θεοί, βοηθοί μου τρέξτε.
ΕΥ.: Τον ένοχο κανένας δεν βοηθάει.
ΥΨ.: Απόφαση έχεις να με θανατώσεις;
ΕΥ.: Ό,τι έκανες θα πάθεις, αυτό μόνο. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Kι ο διάλογος αυτός καταλήγει σε κουβέντες γεμάτες σοφία, που είπε η Υψιπύλη κι έχουν αξία σ’ όλες τις εποχές:
« Πρέπει ο θνητός να ‘χει οδηγό του πάντα
το νου στις πράξεις του κι ανάγκη πάσα
η σωφροσύνη να μας κυβερνάει.
Αυτή μονάχα κι ο έναρθρος ο λόγος
τον άνθρωπο απ’ τα ζώα ξεχωρίζουν. »
Τότε εμφανίστηκε ο στρατηγός Αμφιάραος, που έπεισε τη ρήγισσα πως δεν φταίει η Υψιπύλη. Ζήτησε να θάψει αυτός τον μικρό Οφέλτη και να του δώσει το όνομα Αρχέμορος, καθιερώνοντας προς τιμή του αγώνες, που θα γίνονται στο λιβάδι, όπου ο μικρός έχασε τη ζωή του. Έτσι έσωσε τη ζωή της σκλάβας και κίνησε για να ετοιμάσει την ταφή και του ταφικούς αγώνες.
Είδαν οι φιλοξενούμενοι της βασίλισσας, δηλ. τα τέκνα της Υψιπύλης, το πένθος της ρήγισσας και ζήτησαν να μάθουν την αιτία. Σαν έμαθαν το θάνατο του βρέφους, θέλησαν να πάρουν κι αυτοί μέρος στους αγώνες. Οι γιοι της Υψιπύλης έκαναν τον παρακάτω διάλογο με τη βασίλισσα Ευρυδίκη:
« ΘΟ.: Αβάσταχτος ο πόνος για τη μάνα,
σαν χάνει το μονάκριβο παιδί της,
τίποτα δεν μπορεί να τον γλυκάνει.
Μια χάρη σου ζητάμε να μας κάνεις.
ΕΥ.: Ποια χάρη , ξένε; Πες να την ακούσω.
ΘΟ.: Θέλουμε να τιμήσουμε το γιο σου·
ν’ αγωνιστούμε γύρω απ’ την πυρά του
κι αν τύχει να κερδίσουμε, τη νίκη
θα την αφιερώσουμε σ’ εκείνον,
μικρή αντιπληρωμή στην καλοσύνη
που ΄δειξες μέσα στη βαριά σου λύπη
φιλοξενώντας μας, κι ας είχες τέτοιο πένθος. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Οι γιοι της Υψιπύλης ζητούν από την μάνα που θρηνεί το μικρό Οφέλτη να τους επιτρέψει να πάρουν μέρος στον αγώνα και τη νίκη να μην την καρπωθούν οι ίδιοι, αλλά να την προσφέρουν αντίδωρο στο νεκρό, για την φιλοξενία που τους πρόσφερε μάνα του. Δεν είναι αχάριστοι οι Έλληνες. Αναγνωρίζουν το καλό, που τους κάνουν και το ανταποδίδουν. Και κάτι που πρέπει να τονίσουμε. Ακόμη και σε περιπτώσεις μεγάλου πένθους, θεωρούν καθήκον τους τη φιλοξενία. Αντίστοιχο παράδειγμα έχουμε και στην περίπτωση του θανάτου της Άλκηστης. Ο άντρας της ο Άδμητος, όχι μόνο δέχτηκε τον Ηρακλή, αλλά έδωσε εντολή στους υπηρέτες του να τον πάνε σε κάποιο διπλανό κτίριο, για να μην αντιληφθεί το πένθος, να σφάξουν από τα κοπάδια του για τον φιλοξενούμενο και να του δώσουν κρασί, αλλά και να μη του φανερώσουν πως δίπλα είχαν τη νεκρή βασίλισσα για να μην λυπηθεί από την πίκρα του φίλου του. Η φιλοξενία ήταν ιερός θεσμός.
Στους αγώνες κέρδισαν τα παιδιά της Υψιπύλης. Αυτή η νίκη στάθηκε αφορμή για ν’ αναγνωριστούν με τη μητέρα τους, που έψαχναν, κι επιπλέον η σκλάβα μάνα ν’ αποκτήσει την πολυπόθητη λευτεριά της. To χαρμόσυνο μήνυμα έφερε στην απελπισμένη Υψιπύλη, που πρόσμενε την εντολή για να τη θανατώσουν, ένας αγγελιοφόρος:
« Δεν είσαι σκλάβα πια, σου ‘χει χαρίσει
τη λευτεριά η βασίλισσα Ευρυδίκη
μπρος σ’ όλους τους Αργείους στους αγώνες.
Άκου με τη σειρά πώς γίναν όλα.
Πρώτα θυσίες αρχίσανε και βόδια
σφάξαν σε πέτρινο βωμό, χτισμένον
στο μέρος όπου πέθανε το βρέφος.
Κατόπιν ο μάντης δεήθηκε να δώσουν
αίσιο δρόμο στο στρατό και να ΄ναι
αυτός ο θάνατος του Οφέλτη για όλους
καλός οιωνός· με μάτια βουρκωμένα
τα ‘λεγε αυτά και πρόσωπο θλιμμένο.
Ύστερα σώριασαν κλαδιά από κάτω
στου μωρού το κιβούρι και τ’ άναψαν·
…………………………………………
όταν ο κήρυκας διαλάλησε ποιος θέλει
ν’ αγωνιστεί στο τρέξιμο, φανήκαν,
ανάμεσα στους άλλους, κι οι δυο νέοι
που είχαν έρθει με την Ευρυδίκη.
Τους είδε ο Αμφιάραος, τους φωνάζει
κοντά και τους ρωτά. « Ποιοι ‘σαστε ξένοι;
Πολεμιστές δεν φαίνεστε του Άργους,
τα ρούχα σας ωστόσο Έλληνες δείχνουν.
Γιατί έχετε έρθει εδώ ν’ αγωνιστείτε; »
Εκείνοι του αποκρίθηκαν. « Το πένθος
τιμούμε της βασίλισσας ετούτης »,
- βρισκότανε σιμά τους η Ευρυδίκη -
« που μας φιλοξενεί με προθυμία.
Γι’ αυτό γυρεύουμε ν’ αγωνιστούμε
πληρώνοντας τη χάρη που μας κάνει ».
Ξαναρωτάει εκείνος. « Ποια η γενιά σας; »
Του απάντησαν. « Τον Ιάσονα πατέρα
καυχιόμαστε πως έχουμε και μάνα
την Υψιπύλη που ήτανε στης Λήμνουhttps://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgxTd-sFZy3Ofe9W7gDRkydvAZVNmR6bWnaAuTcrGbodTNtVykSUrdhK2bnLEcx-fnH80MfLpTXwHpZ_NGUod8y2ho62Dy-AeAHqLB5OP_1PDPuVrv1UITMvrPpbK3bWLYtzF2I2wrV0N1l/s1600/b1.png
βασίλισσα και πρόγονός μας είναι
ο μέγας Διόνυσος ». Ξαφνιάστη εκείνος
και τους ρωτάει. « Ποιο έχετε σημάδι
που αλάθευτα το γένος σας να δείχνει;
Ποιο τ’ όνομά σας; » « Θόαντα με λένε »,
ο ένας απεκρίθη, « κι Εύνηο τούτον ».
Και ξεκρεμάει απ’ το λαιμό γιορντάνι
μαλαματένιο και το δείχνει· λέει.
« Να του γενάρχη μας θεού το άνθος,
τ’ αμπέλι το ιερό· το ‘χε χαρίσει
στο γιο που ‘κανε απ’ την Αριάδνη ».
Έτσι τα δυο παιδιά σου αγωνιστήκαν
στο τρέξιμο μαζί με τους Αργείους.
Σαν δόθηκε το σύνθημα, χυθήκαν
καθώς γοργός αέρας και τους άλλους
γρήγορα ξεπεράσαν κι ήρθαν πρώτα,
μαζί πατώντας τη γραμμή στο τέρμα.
Γέμισε το λιβάδι απ’ άκρη σ’ άκρη
με τις ζητωκραυγές του πλήθους κι όλοι
τους δύο ξένους επαινούσαν. Τότε
στεφανωμένοι αυτοί στον τάφο πήγαν
που πλάι του στεκόταν η Ευρυδίκη,
κι απόθεσαν της νίκης τα στεφάνια.
Βούιξε πάλι ολάκερος ο τόπος
με ιαχές και νέους επαίνους κι όλοι
μακάριζαν τη μάνα των δυο νέων. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Η αγωνία όμως έφτασε στο κατακόρυφο για την Υψιπύλη και τους γιους της. Ας προχωρήσουμε στην ανάγνωση της τραγωδίας. Ο αγγελιοφόρος συνεχίζει τη διήγησή του:
« Τότες ο Αμφιάρος γυρνάει
προς τη βασίλισσα λέγοντας τούτα.
« Κυρά, τα παλικάρια αυτά που τα ΄χεις
φιλοξενήσει, ετίμησαν του γιου σου
τον τάφο με το παραπάνω· πρέπει
τη μάνα που γυρεύουν με λαχτάρα
να τους χαρίσεις· ξέρεις, για τη σκλάβα
μιλάω, την τροφό που ‘χεις στο σπίτι.
Λευτέρωσέ την, αψηλή η γενιά της·
σκλαβιά δεν της ταιριάζει και να ξέρεις
πως οι θεοί το θέλουν, άκουσέ με ».
Έμεινε εκείνη σκεφτική για λίγο
κι ύστερα λέει, βαθιά κοιτάζοντάς τον.
« Σοφός είσαι, Αμφιάραε, και μάντης
και μες στη σκοτεινιά του χρόνου βλέπεις
τις πράξεις τις μελλούμενες· δεν θέλω
στη γνώμη των θεών να παρακούσω.
Τη λευτερώνω τώρα· στείλε κάποιον
να πάει στην Υψιπύλη το μαντάτο ».
Κι αυτός ευθύς με πρόσταξε να φέρω
τα νέα της χαράς και παραγγέλνει
πως σύντομα θα φτάσει με τους γιους σου. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Κι εδώ φαίνεται το μεγαλείο της ελληνικής καρδιάς. Η βασίλισσα, που πενθεί το μονάκριβο βρέφος της, δίνει την ελευθερία στην σκλάβα, παρ’ ότι τη θεωρεί ως αιτία για το χαμό του.
Στη συνέχεια της τραγωδίας, που εξετάζουμε, εμφανίζεται ο Αμφιάραος με τους γιους της Υψιπύλης:
« ΑΜ.: Χαίρε Υψιπύλη, τα πολλά σου πάθη
τελειώσαν· η βασίλισσα Ευρυδίκη
σε λευτερώνει, σκλάβα πια δεν είσαι·
τα παλικάρια αυτά που ‘ναι μαζί μου,
γυρεύουν τη χαμένη τους μητέρα
κι εσύ θαρρώ τους δυο χαμένους γιους σου.
Ό,τι ζητάτε βρίσκεται μπροστά σας.
ΥΨ.: Αχ, τι να πω; Τι να μην πω; Μακάρι
να σ’ ευλογούν και να σε βοηθούνε
πάντα οι θεοί, Αμφιάραε, αν είναι
ετούτα αληθινά και δεν πλανεύει
την αίσθησή μου η τόση μου λαχτάρα.
ΑΜ.: Eδώ είναι οι γιοι σου, πώς δεν τους γνωρίζεις;
ΥΨ.: Ήτανε βρέφη ακόμη όταν τους πήραν.
Τι όμοιο να κρατούν ετούτοι οι άντρες
από τ’ αγόρια εκείνα; Όλα αλλάζουν…
Ωστόσο υπάρχει κάτι, ένα σημάδι
απείραχτο απ’ το πέρασμα του χρόνου.
Προτού σας πάρει μακριά ο γονιός σας,
στο λαιμό του μικρότερου η μητέρα
κρέμασε κάποιο κόσμημα, σημείο
καταγωγής και γνώρισμα του γένους.
ΕΥ.: Το φύτρο του αμπελιού θα λες, ετούτο.
ΥΨ.: Ω ναι, το ιερό φυτό του Διονύσου.
Κι αυτός που το φοράει ο Θόαντας θα ‘ναι.
ΕΥ.: Κι ο Εύνηος εγώ που σου μιλάω.
ΥΨ.: Στην αγκαλιά μου ελάτε, αγαπημένοι,
παιδάκια τότε, παλικάρια τώρα,
καμάρι και περφάνια μου· του κάκου
δεν ζέσταινε η ελπίδα την καρδιά μου.
Δεν πρόλαβα σαν μάνα να σας θρέψω,
μακριά μου μεγαλώσατε, όμως όλα
ξεχνιούνται πια, κι η στέρηση κι η θλίψη·
σας σφίγγω μες στα χέρια μου, δικούς μου. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Έτσι η βασανισμένη μάνα βρήκε πάλι τα παιδιά της. Βρέφη τα πήρε ο άντρας της, παλικάρια δοξασμένα τα συνάντησε. Κατά τον τραγικό ποιητή, όμως, την ευτυχία της Υψιπύλης, που και τα παλικάρια της βρήκε και η βασίλισσα της έδωσε τη λευτεριά της, σκίασε για λίγο ο βασιλιάς Λυκούργος, που έλειπε μακριά και σαν γύρισε κι έμαθε του Οφέλτη το θάνατο, θέλησε με θάνατο να τιμωρήσει τη δούλα του. Τότε εμφανίστηκε ο Διόνυσος ως από μηχανής θεός κι έδωσε ευτυχή κατάληξη στην περιπέτεια της σκλάβας Υψιπύλης:
« Συγκράτησε, Λυκούργε, το θυμό σου
και τέτοια ανόσια πράξη μην τολμήσεις.
Ο Διόνυσος εγώ που σου μιλάω·
είναι η γυναίκα αυτή σπορά δικιά μου,
δεν φταίει για το θάνατο του γιου σου.
Ο φταίχτης είσαι συ, γιατί του Φοίβου
ξέχασες τον παλιό χρησμό που είπε.
« Προτού σταθεί στα πόδια του μονάχο
το νήπιο και περπατήσει, ως τότε
δεν πρέπει να τ’ αφήσετε στο χώμα
δίχως κανένα φύλακα σιμά του,
γιατί αλλιώς θα κατεβεί στον Άδη ».
Έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, ετούτη
πάτησε κάποιον όρκο που ‘χε δώσει
και τιμωρήθηκε με δυστυχίες·
την ευτυχία της τώρα ξαναβρίσκει,
γιατί, τον όρκο της πατώντας τότες,
έσωσε το γονιό της και με φόνο
συγγενικό δεν μόλυνε το γένος.
Άσε την Υψιπύλη να γυρίσει
στη Λήμνο κι ό,τι έπραξε να λάβει… » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Κι ο θεός καταλήγει:
« ω θνητά παραφρονήματ’ ανθρώπων, μάτην
οι φασιν είναι την τύχην αλλ’ ου θεούς
ει γαρ τύχη μεν έστιν, ουδέν δει θεού,
ει δ’ οι θεοί σθένουσιν, ουδέν η τύχη… »
Μετάφρ.: « Ω, των ανθρώπων ανόητες σκέψεις, όταν μάταια
λένε πως δεν υπάρχουν οι θεοί, μα η τύχη.
Γιατί, αν υπάρχει αυτή, δεν χρησιμεύουν
σε τίποτα οι θεοί· αν έχουν όμως
δύναμη, τότε αχρείαστη ‘ναι η τύχη.
Οι πράξεις, τωρινές και περασμένες,
αυτές ορίζουν μόνο τη ζωή σας. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Σχόλια:       
● Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θόα, συνέβησαν έντονες ηφαιστειακές εκρήξεις. Υπαίτιο τότε θεωρήθηκε το αγαλματίδιο της Αφροδίτης , που ήταν τοποθετημένο κοντά στο άγαλμα της «Λημνίας Βοός», με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να το πετάξουν στη θάλασσα. Η θεά της ομορφιάς Αφροδίτη, για να εκδικηθεί τους κατοίκους του νησιού, “προίκισε” το σώμα των Λήμνιων γυναικών, με δυσοσμία που απωθούσε τους άνδρες τους, με αποτέλεσμα αυτοί να τις αποφεύγουν, και να φέρνουν γυναίκες από τη γειτονική Θράκη.
Η Υψιπύλη , η γιαγιά της Αριάδνη και η προγιαγιά της Πασιφάη έχουν γνωρίσματα σεληνιακής θεότητας. Το όνομα Υψιπύλη= υψηλή πύλη εκφράζει το τόξο της πορείας της Σελήνης, όπως της προγιαγιάς της Πασιφάης= πάσι- φαής (η πάσι φαίνουσα ) Σελήνη και είναι προδρομική μορφή της ολυμπιακής Άρτεμης. Η ηρωΐδα, που θεωρείται ως Αμαζόνα, συσχετίζεται με τη λατρεία του Διονύσου, του οποίου είναι απόγονος, ενώ το διακριτικό της οικογένειας ήταν η χρυσή κληματόβεργα. Ας μη ξεχνάμε πως τα ονόματα των θείων της ήσαν Στάφυλος και Οινοπίωνας. Οι Λήμνιες, με το πάθος τους κατά των ανδρών, συσχετίζονται με τις Βάκχες.
Όλοι οι μεγάλοι ήρωες συνδέονται με κάποια Αμαζόνα. Ο Ηρακλής με την Ιππολύτη, ο Θησέας με την Αντιόπη, ο Αχιλλέας αργότερα με τη Πενθεσίλεια. Έτσι ο Ιάσονας συνδέεται με την Υψιπύλη. Για την ένωση του Ιάσονα με την βασίλισσα της Λήμνου γράφει κι ο Όμηρος:
« Ήταν εκεί πλοία πολλά με κρασί φορτωμένα
από τη Λήμνο· ο Εύνηος είχε αυτά σταλμένα,
γιος του ρήγα Ιάσονα από την Υψιπύλη. » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Η’ 467-469)
Μετά τον φόνο των ανδρών από τις Λήμνιες, έχουμε γυναικοκρατία στο νησί. Αυτό υποδηλοί προγενέστερη μητριαρχική κοινωνία. Η ανδροκρατούμενη κοινωνία αργότερα για να υποβαθμίσει τη μητριαρχία, πιθανόν να επινόησε το μύθο του φόνου των ανδρών. Ανδροκτονία έχουμε και στο μύθο των Δαναΐδων. Όπως στη Λήμνο σώζεται ένας άνδρας, ο Θόας, πατέρας της Υψιπύλης, από την κόρη του, έτσι και στο μύθο των Δαναΐδων σώζεται ο Λυγαίας από τη γυναίκα του Υπερμνήστρα.
Η δουλεία της Υψιπύλης και η μεταφορά της στη Νεμέα μπορεί να εξηγήσει τη μεταφορά λατρευτικών χαρακτηριστικών από ένα πολύ μακρινό νησί, τη Λήμνο, στην περιοχή της Νεμέας.
● Σύμφωνα με το μύθο ο Οφέλτης, γιος του βασιλιά Λυκούργου και της Ευριδίκης, τοποθετήθηκε από την τροφό του Υψιπύλη σε ένα λίκνο από άγριο σέλινο. Εκεί το βρέφος βρήκε το θάνατο από δάγκωμα φιδιού, όταν οι «Επτά επί Θήβας» περνούσαν από τη Νεμέα πηγαίνοντας στη Βοιωτία.
Οι Επτά στρατηγοί συντετριμμένοι από το θάνατο του μικρού Οφέλτη και προκειμένου να εξευμενίσουν τους θεούς θέσπισαν τα Νέμεα, αγώνες προς τιμή του νεκρού.
Τα Νέμεα ξεκίνησαν να τελούνται το 573 π.Χ. και διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια, τη δεύτερη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο. Η διάρκειά τους εικάζεται ότι ήταν πέντε ημέρες και θεωρούνταν από τους σπουδαιότερους αγώνες στην Ελλάδα μαζί με τους αγώνες της Ολυμπίας, των Δελφών και της Ισθμίας. Πολλές από τις ωδές του ποιητή Πίνδαρου είναι αφιερωμένες στους νικητές των Νέμεων.
Η πένθιμη άποψη των αγώνων εκφραζόταν κατά τους ιστορικούς χρόνους με το στεφάνι της νίκης από άγριο σέλινο, τα μαύρα ενδύματα που φορούσαν οι κριτές και το άλσος από κυπαρίσσια ( το κυπαρίσσι είναι το δέντρο που σχετιζόταν στενά με το πένθος ) που περιέβαλε το ναό του Δία. Ο ναός που χρονολογείται τον 4ο π.Χ. αιώνα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιερά των Ελλήνων, ερείπια του οποίου σώζονται .
----------------------------------------------------- 
(*8). Μετά το θάνατο του Οφέλτη, ο Αμφιάραος τον ονόμασαν Αρχέμορο= αρχή του μόρου ( αρχή του θανάτου ).
Μόρος: όλεθρος, θάνατος, πτώμα, το υπό την ειμαρμένη αναμενόμενο κακό.
(*9). Στην αρχαιότητα για να τιμήσουν τους επιφανείς νεκρούς διοργάνωναν αγώνες. Έτσι για να τιμήσουν το νήπιο του βασιλιά Λυκούργου, οι Αργείοι μετά την ταφή διοργάνωσαν αγώνες. Λένε πως τότε καθιερώθηκαν τα Νέμεα, που πολλές φορές ύμνησε ο Πίνδαρος με τους Νεμεόνικους.
Νέμεα: μία από τις τέσσερεις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές που διεξάγονταν προς τιμήν του Δία. Διοργανόνταν στην κοιλάδα της Νεμέας. Κατά την παράδοση ιδρύθηκαν για να τιμήσουν τον Οφέλτη ( Αρχέμορο ). Στους ιστορικούς χρόνους συστηματικά οργανώθηκαν το 573 π.Χ. Διεξάγονταν κάθε δυο χρόνια, τον χειμώνα του δεύτερου και το καλοκαίρι του τέταρτου και περιελάμβαναν αγώνες πυγμαχίας, άρματος, δίσκου, ίππου, σταδίου, ακοντίου, πάλης, τόξου και μουσικής. Αρχικά οι νικητές έπαιρναν στεφάνι από ελιά κι αργότερα από άγριο σέλινο. http://vagiablog.blogspot.gr/

ΥΨΙΠΥΛΗ΄Μέρος Α΄]

Υψιπύλη
Γράφει ο
Δημήτριος Μάρκου     Α΄ μέρος
Η Υψιπύλη στην μυθολογία μας ήταν βασιλοπούλα, κόρη του Θόαντα, που λόγω της ανθρωπιάς της έγινε δούλα.
[[ Στη Λήμνο, όπου είχε το εργαστήρι του ο πρωτομάστορας των θεών, ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος, ο αδελφός του ο Διόνυσος, που είχε μητέρα τη Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου, έσμιξε ερωτικά με την Αριάδνη, που είχε αφήσει την πατρίδα της την Κρήτη, ακολουθώντας τον Θησέα (*1). Ο έρωτας του θεού με τη ρηγοπούλα είχε σαν αποτέλεσμα να έρθουν στον κόσμο οι γιοι τους Θόανατας, Στάφυλος, Οινοποίωνας και Πεπάρηθος. Ο πρώτος, ο Θόαντας, βασίλαψε στην Λήμνο, κι απόχτησε μια κόρη, την Υψιπύλη.
Κείνο τον καιρό οι γυναίκες του νησιού δεν τιμούσαν καταπώς έπρεπε την Αφροδίτη. Χολώθηκε η συντρόφισσα του Ήφαιστου, κι έκανε το σώμα των γυναικών να αναδίδει μια βρώμικη μυρωδιά, που ανάγκαζε του άντρες να μη τις πλησιάζουν. Όσο κι αν τους προκαλούσαν αυτές, οι αρσενικοί δε μπορούσαν ν’ αντέξουν τη μπόχα τους. Μα άντρες ήσαν, και του θηλυκού η γλύκα και το χάδι τους ήσαν απαραίτητα, σαν το οξυγόνο της ζωής. Έτσι πήγαιναν στα κοντινά ακρογιάλια της Θράκης κι άρπαζαν γυναίκες, που τις έφερναν στη Λήμνο.
Αυτό δεν άρεσε στις ντόπιες γυναίκες, που από τη μια έβλεπαν να μη μπορούν να ανάψουν τον πόθο των αντρών κι έτσι ξέπεφταν στην καταφρόνια, ενώ από την άλλη γεννιόντουσαν παιδιά με ξένες, με αποτέλεσμα την επιμειξία και το χάσιμο των δικαιωμάτων των δικών τους παιδιών. Πάνω στην απελπισία τους έκαναν κρυφή από τους άντρες σύναξη και πήραν την απόφαση το βράδυ να σφάξουν όλους τους αρσενικούς του νησιού. Έτσι κι έγινε. Μέσα σε μια νυχτιά το μαχαίρι των καταφρονεμένων γυναικών, που η καταφρόνια είχε σαν αιτία της θεάς την οργή, έστειλε στον Άδη όλους τους άντρες. Ούτε ένας δεν απόμεινε ζωντανός, για να μην υπάρχει τρόπος να τις εκδικηθεί.
Κι όμως, ένας και μοναδικός σώθηκε. Αυτός ήταν ο ρήγας του νησιού, ο Θόας, και σώτειρά του, η αγαπημένη θυγατέρα του, η Υψιπύλη. Ο Διόνυσος δεν άντεχε στην ιδέα να σφαχτεί ο γιος του Θόας, και φανερώθηκε στην Υψιπύλη δίνοντας την εντολή να σώσει τον πατέρα της. Αυτή τον έβαλε, κρυφά, σ’ ένα ξύλινο σεντούκι, που το έριξε στην αφρισμένη θάλασσα (*2). Τα κύματα τον μετέφεραν στη Χίο, όπου βασίλευε ο αδελφός του ο Οινοποίωνας. Εκεί τον καλοδέχτηκε ο αδελφός του και του χάρισε το μισό νησί να βασιλέψει.
Αφού σ’ ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε άντρας, οι γυναίκες ανέλαβαν την εξουσία, καθιερώνοντας τη γυναικοκρατία, με βασίλισσα την Υψιπύλη. Οργανώθηκαν και μοίρασαν τις δουλειές, ακόμη και τις αντρικές. Άλλες ασχολήθηκαν με τη δούλεψη της γης, φέρνοντας το πάχος της γης για τροφή. Άλλες με τα κοπάδια κι άλλες με την ψαρική. Κάποιες σε καμίνι έφτιαχναν εργαλεία κι όπλα. Αυτά τα πήραν οι πιο χειροδύναμες κι οργάνωσαν του νησιού την άμυνα. Στον ελεύθερο χρόνο τους πήγαιναν για κυνήγι.
Σαν Αμαζόνες ζούσαν στη Λήμνο οι γυναίκες, ώσπου έφτασαν στο λιμάνι του νησιού οι Αργοναύτες (*3), που είχαν πάρει το ταξίδι από την Ιωλκό για τη μακρινή Κολχίδα. Ο μάστορας των θεών, ο ασχημοθεός Ήφαιστος, δεν μπορούσε ν’ αφήσει το νησί του να οδηγηθεί στον αφανισμό, αφού χωρίς αρσενικούς δε γεννιόντουσαν άλλοι κάτοικοι και οι γυναίκες μεγάλωναν σε ηλικία. Ζήτησε από τη συντρόφισσα της κλίνης του, την ομορφότερη θηλυκιά, την Αφροδίτη, να πάψει το θυμό της κι αφού οι γυναίκες πήραν το μάθημά τους και πια την τιμούσαν, να ευλογήσει τον ερχομό μιας νέας γενιάς στο νησί.
Μια γερόντισσα, η γρια- Πολυξώ, έφερε τις γυναίκες στα σύγκαλά τους:
« Γυναίκες υπερήφανες μα κι ανόητες, ποιός θα σας υπερασπίσει αν οχθροί κάνουν ρεσάλτο στο νησί; Και ποιος θα σας φροντίσει σαν έρθουν τα γηρατειά κι από τον χρόνο πάψετε να είστε ορθόκορμες κι ανήμπορες να παίρνετε από τη γης καλούδια ή στα βουνά να βόσκετε τα γίδια και τα πρόβατα; Αφήστε την έχθρα για τους αρσενικούς και σμίχτε μαζί τους φέρνοντας παιδιά να γιομώσει το νησί φωνές και νέο αίμα. »
Άκουσαν οι γυναίκες τα λόγια της γριάς και καλοδέχτηκαν στην πόλη τους τους Αργοναύτες. Τότε η Κύπριδα φούντωσε με ερωτικό πόθο τις διψασμένες για έρωτα γυναίκες, το ίδιο και τους ξένους ναύτες. Στις μέρες που κάθισαν οι ξένοι στο νησί έσμιξαν και ξαναέσμιξαν με τις μοναχικές γυναίκες. Έτσι σπάρθηκαν παιδιά σε όλες τις καρπερές γυναίκες. Η ρήγισσα Υψιπύλη έσμιξε με τον Ιάσονα, τον αρχηγό των Αργοναυτών.
Ο Ηρακλής, που δεν πήγε στην πόλη, έβαλε τις φωνές στους συντρόφους, που το είχαν ρίξει στο φαγητό, το γλυκό λημνιότικο κρασί και τη πλανεύτρα αγκαλιά των γυναικών. Έτσι με μαύρη καρδιά αυτοί γύρισαν στο καράβι κι άνοιξαν πανιά για την Κολχίδα. Οι γυναίκες σε λίγο καιρό άρχισαν να βυζαίνουν τη νέα γενιά. Η βασίλισσα έφερε στον κόσμο δυο γιούς, τον Εύνηο και τον Θόα ή Νεβροφόνο.
Σαν έφτασε στη Λήμνο το μαντάτο πως ο γερο-βασιλιάς Θόας ήταν ζωντανός, φρένιασαν με την Υψιπύλη οι γυναίκες, που ‘χε πατήσει τον όρκο. Αμέσως οι Λήμνιες της πήραν το βασιλικό ραβδί κι έκαναν σύναξη, όπου την καταδίκασαν σε θάνατο. Αυτή κατόρθωσε να φύγει μ’ ένα καράβι να γλυτώσει του θανάτου την μαύρη αγκάλη. Μα η μοίρα πικρό παιγνίδι της έπαιξε, γιατί πάνω στο ταξίδι έπεσε πάνω στα χέρια κουρσάρων. Αυτοί κατάληξαν στην Πελοπόννησο, όπου την πούλησαν σκλάβα στο Λυκούργο, της Νεμέας το ρήγα.
Έτσι από βασίλισσα η Υψιπύλη κατάληξε δούλα στης Νεμέας το παλάτι. Ο Ρήγας Λυκούργος και η ρήγισσα Ευρυδίκη (*4) της ανέθεσαν να φροντίζει το βρέφος τους, τον Οφέλτη. ]]
Ο Ευριπίδης έγραψε μία τραγωδία με τον τίτλο “Υψιπύλη”, η οποία δεν διασώζεται ολόκληρη. Έχουν διασωθεί όμως αρκετά αποσπάσματα, μικρά ή μεγάλα, από τα οποία ο εκλεκτός συγγραφέας Τάσος Ρούσσος, έκανε μια ανασύνθεση, απόλυτα επιτυχή κατά την ταπεινή μας γνώμη. Απ’ αυτή την διασκευή, που βασίστηκε στα διασωθέντα σπαράγματα, θα παρουσιάσουμε κάποια αποσπάσματα, στα οποία προφανώς δεν θα αναφέρονται οι στίχοι, όπως έχουμε στις κανονικές τραγωδίες.
Στην πρώτη σκηνή εμφανίζεται η Υψιπύλη, που σε μονόλογο μας δίνει το γενεαλογικό της δέντρο:
« Ο Διόνυσος, που μες στου Παρνασού τα πεύκα
πηδά χορεύοντας με τις γυναίκες των Δελφών,
ντυμένος λαφοτόμαρα και θύρσο
βαστώντας έχει σπείρει τη γενιά μου.
Τη Νάξο αφήνοντας πήγε στη Λήμνο
με συντροφιά την Αριάδνη, κόρη
του Μίνωα, κι εκεί μαζί της σμίγει
τέσσερις γιους ισάξιους γεννώντας·
τον Στάφυλο κι ύστερα τον Πεπάρηθο,
που βασιλιάς στη Σκόπελο έχει γίνει,
τον Οινοποίωνα, στη Χίο κυβερνήτη,
και τέταρτο τον Θόαντα, τον πρώτο
κυρίαρχο στη Λήμνο. Αυτός εμένα
την Υψιπύλη γέννησε μονάχα.
Σαν ήρθε η ώρα, μου έκανε ο πατέρας
τη χάρη στο νησί να βασιλέψω· » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Συνεχίζει η Υψιπύλη αναφέροντας την κατάρα της Αφροδίτης και το φόνο των αντρών στη Λήμνο. Μετά μας λέει για την επίσκεψη της Αργούς με τους Αργοναύτες και το σμίξιμο μ’ αυτούς. Στο τέλος του μονόλογου περιγράφει πώς ανακάλυψαν οι Λήμνιες τον σωσμό του πατέρα της και πώς κατέληξε σκλάβα στη Νεμέα:
« το κυβερνούσα δίκαια, μα η Κύπρη
με τις γυναίκες θύμωσε που κάποια
ξεχάσαμε γι’ αυτή θυσία κι έτσι
με μια φριχτή μας παίδεψε κατάρα.
Δεν μας ζύγωναν οι άντρες μας, πηγαίναν
στη Θράκη ή στα νησιά και σμίγαν μ’ άλλες.
Θόλωσε ο νους μας απ’ την καταφρόνια
- κατάρα ήταν κι αυτό της Αφροδίτης-
και μας κυρίεψε φονική μανία.
Σε σύναξη κρυφή ορκιστήκαμε όλες
να σφάξουμε τους άντρες και μια νύχτα
- το Λήμνιο κακό που λέει ο κόσμος-
καθώς κοιμόνταν, τους σκοτώσαμε. Όμως
εγώ το γέρο, δύστυχο πατέρα
δεν άντεξα να σφάξω· τον αφήνω
κρυφά στο κύμα μες σ’ ένα σεντούκι
το πέλαο να τον πάρει, να γλιτώσει.
Στη Λήμνο τότε αφέντρες οι γυναίκες
απόμειναν κι εγώ τις κυβερνούσα.
Μια μέρα ωστόσο εφάνηκε στην άκρη
του πέλαου γαλαζόπλωρο καράβι,
η Αργώ, κι οι πλυξάκουστοι αργοναύτες.
Τότες, ω θαύμα, η Κύπρη την κατάρα
ετράβηξε από πάνω μας κι οι άντρες
άραξαν στο λιμάνι και σε λίγο
αντιλαλούσε η χώρα απ’ τα τραγούδια
και τις χαρές του υμέναιου· εγώ πήρα
ταίρι μου τον Ιάσονα· δυο τέκνα
του γέννησα, τον Εύνηο και τον Θόα.
Γοργά κι οι άλλοι ναύτες ζευγαρώσαν
με τις γυναίκες του νησιού· σε λίγο
πλούτισε η Λήμνος με φωνούλες, γέλια
μικρών παιδιών, των γυναικών οι κόρφοι
γέμισαν ευτυχία…………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
…………………………………..
Μα κάποτε έφτασε ο καιρός να φύγει
για την Κολχίδα ο Ιάσονας και πήρε
στο πλοίο τους δυο γιους του, ακόμη βρέφη,
δίχως να στέρξει καν στα δάκρυά μου.
Όμως η μία συμφορά φέρνει την άλλη·
το γέροντα γονιό μου ήρθε μαντάτο
πως είδαν ζωντανό και βγήκε τότε
στο φως η αλήθεια ότι τον είχα σώσει
απ’ τη σφαγή, τον όρκο μου πατώντας.
Της Λήμνου πέσαν πάνω μου οι γυναίκες,
με βγάλαν απ’ το θρόνο εξοργισμένες
και μελετούσαν να με θανατώσουν·
μα βρήκα τρόπο ν’ ανοιχτώ στο κύμα·
με πιάσαν όμως πειρατές και σκλάβα
στο βασιλιά Λυκούργο με πουλήσαν,
που τη Νεμέα ετούτη διαφεντεύει
μαζί με τη γυναίκα του Ευρυδίκη.
Μου ‘δωσαν το μωρό τους, τον Οφέλτη,
Να τον προσέχω κι έτσι κάθε μέρα,
σαν τον φροντίζω, πάντα αναθυμάμαι
τους δυο μου γιους που, αν τώρα ζούνε, θα ‘ναι
στον πρώτο ανθό της νιότης. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
H σκλάβα Υψιπύλη ζει έχοντας μια λαχτάρα, να ξαναβρεί τους γιους της:
« Είμαι χωρίς πατρίδα πια, μ’ αβέβαιη μοίρα
- ποτέ δεν έχει ο δούλος καλή τύχη -
μα με κρατάει μια κρυφή λαχτάρα,
να ‘ρθουν οι γιοι μου εδώ και να με βρούνε,
οδηγημένοι απ’ τον προπάτορά τους,
το θεϊκό Διόνυσο………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Να, η υπόδειξη από την Υψιπύλη, άγιοι πατέρες της εκκλησίας. Προπάτοράς μας είναι ο Διόνυσος ( η προϊστορική μορφή που μετέφερε το ελληνικό πνεύμα μέχρι τις Ινδίες και την επίδρασή του είδε πολλούς αιώνες αργότερα ο Αλέξανδρος ) . Κι αν αυτόν δεν μπορείτε να τον καταλάβετε, γιατί στο βραχυκυκλωμένο στον Γιαχβέ μυαλό σας τον έχετε συνδέσει με τη μέθη και τα όργια, υπάρχουν προπάτορες ο Σωκράτης, ο Περικλής, ο Αριστείδης ο δίκαιος, ο Λυκούργος της Σπάρτης, ο Λεωνίδας και άλλοι πάμπολλοι, ώστε να μη χρειαζόμαστε να εισάγουμε κακέκτυπους από το Ισραήλ, όπως ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κλπ!
Ας συνεχίσουμε, όμως, τον μύθο μας:
[[ Εκείνο τον καιρό από το Άργος είχε κινήσει στρατός πολυάριθμος, έχοντας εφτά στρατηγούς, κατά της Θήβας. Στην ιστορία έμεινε σαν η εκστρατεία των επτά (*5). Στο δρόμο δεν βρήκαν πηγή, μήτε πηγάδι για να σβήσουν τη δίψα τους. Ένας από τους αρχηγούς ήταν ο Άμφιάραος (*6), μάντης κι άρχοντας από το Άργος. Πάνω στο ψάξιμο για νερό συνάντησε την σκλάβα Υψιπύλη, που πρόθυμα τους έδειξε του τόπου την πηγή. Στον πηγαιμό, σάστισε το παιδί από των όπλων το θόρυμο και το χλιμίντρισμα των αλόγων κι έβαλε τα κλάματα. Το άφησε καταγής η δούλα να ησυχάσει, κι αυτό ξεγελάστηκε από τ’ αγριολούλουδα κι άρχισε να παίξει σταματώντας το κλάμα. Έτρεξε η Υψιπύλη γρήγορα να τους δείξει την πηγή αφήνοντας στη λουλουδιασμένη γη τον μικρό Οφέλτη, κι αμέσως να γυρίσει να τον πάρει. Δεν άργησε η άμοιρη γυναίκα να πάρει του γυρισμού το δρόμο, μα ένα φίδι φαρμακερό, που το τράβηξε η μυρωδιά από το γάλα, που το παιδί είχε πιει, δάγκωσε το βρέφος. Σαν γύρισε η Υψιπύλη αντίκρισε άπνοο το μωρό. Ταραχή γέμισε η τρικυμισμένη της καρδιά και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα λύπης κι απελπισίας.
---------------------------------------------------------- 
(*1). Αριάδνη: κόρη του θαλασσοκράτορα Μίνωα και της Πασιφάης, ερωτεύτηκε τον Θησέα, όταν είχε μεταβεί στην Κρήτη για να σκοτώσει το Μινώταυρο, τον οποίο βοήθησε να κάνει το κατόρθωμα. Φοβούμενη την τιμωρία της από τον Μίνωα, ακολούθησε τον Θησέα στην επιστροφή στην Αθήνα. Όταν απέπλευσαν από την Κρήτη, αγκυροβόλησαν για λίγο στη Νάξο. Εκεί ο Θησέας είδε στο όνειρό του τον Διόνυσο να τον απειλεί πως θα τον βρουν πολλές συμφορές αν δεν εγκαταλείψει την Αριάδνη. Το βασιλόπουλο της Αθήνας έφυγε άνοιξε πανιά κρυφά, ενώ η Αριάδνη είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησε και είδε πως ήταν μόνη, έπεσε σε θλίψη και έκλαιγε απαρηγόρητη, οπότε της παρουσιάστηκε ο Διόνυσος και την παρηγόρησε, δείχνοντας αγάπη και καλοσύνη. Ενώθηκε μαζί της και της πρόσφερε ένα ολόχρυσο στεφάνι, το οποίο κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Ήταν τόσο λαμπρό, που οι θεοί αργότερα το τοποθέτησαν στον ουρανό για να λάμπει μαζί με τα άλλα άστρα. Αυτό ήταν το δώρο των Ωρών στο γάμο του θεού Διόνυσου με την Αριάδνη. Από τη Νάξο ο θεός την εγκατέστησε στη Λήμνο, όπου γεννήθηκαν τα παιδιά τους: Θόας, Πεπάρηθος, Λάτραμυς, Ευανθής, Στάφυλος, Οινοπίωνας και Ταυρόπολης.
Το αγαπημένο ζευγάρι δέχτηκαν οι αθάνατοι με θεϊκές τιμές στον Όλυμπο.
(*2). Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου, που λέει ότι τα κύματα έσπρωξαν το σεντούκι στη νησί Οινοίη, όπου ο Θόας έσμιξε με μια ναϊάδα, που έφερε στον κόσμο γιό, τον Σίκινο, που έγινε η αιτία να μετονομαστεί το νησί από Οινοίη σε Σίκινο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου, θέλει την Υψιπύλη να κρύβει τη νύχτα της σφαγής των αντρών τον πατέρα της στο ναό του Διόνυσου, όπου τον έντυσε με το λατρευτικό ομοίωμα του θεού. Την άλλη μέρα έπεισε τις γυναίκες της Λήμνου να κάνουν καθαρμούς, για να φύγει το μίασμα των φόνων. Με τελετουργική πομπή μετέφεραν το ξόανο του θεού, δηλαδή τον μεταμφιεσμένο Θόα, στην ακρογιαλιά και το επιβίβασαν σ’ ένα πλοίο, που το έσυραν μέσα στη θάλασσα και το άφησαν να το οδηγήσουν τα κύματα. Αυτά το παρέσυραν σε μακρινή χώρα, στην Ταυρική χερσόνησο. Εκεί ο Θόας έγινε ρήγας και ιερέας της Άρτεμης, όπου μετά έγινε ιέρεια και η Ιφιγένεια. Όπως θα δούμε σε άλλον μύθο ο Θόας βρήκε το θάνατο από τον Ορέστη, τον αδελφό της Ιφιγένειας.
(*3). Αργοναύτες: είναι οι ήρωες που αποτέλεσαν το πλήρωμα της Αργώς. Πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, ξεκινώντας από την Ιωλκό για να φτάσουν στην Κολχίδα με σκοπό να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρμα (δέρας). Τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή υπήρξαν εξαιρετικά περιπετειώδεις. Αρχηγός ήταν ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα. Μερικοί από τους ήρωες που πήραν μέρος στην εκστρατεία ήσαν οι: Ηρακλής, Θησέας, Αμφιάραος, Ορφέας, Διόσκουροι, Άδμητος, Ασκληπιός, ο μάντης Μόψος, Πειρίθους, Ναύπλιος, Αυγείας, Μελέαγρος, η Αταλάντη, ο Ιόλαος, Νέστοραςκ.α.
(*4). Λυκούργος: βασιλιάς της Νεμέας, γιος του Πρώνακτα. Παντρεύτηκε την Ευρυδίκη. Ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες πολλών ετών το βασιλικό ζευγάρι κατάφερε να αποκτήσει ένα γιο. Κατά τη συνήθεια της εποχής ο Λυκούργος κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει πώς θα μπορούσε να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το ότι ο γιος του θα μεγάλωνε δυνατός και υγιής, ώστε να τον διαδεχθεί στο θρόνο της Νεμέας. Σύμφωνα με το χρησμό της Πυθίας ο Οφέλτης δεν θα ‘πρεπε να πατήσει στο χώμα μέχρι να μάθει να περπατάει.
Ο Λυκούργος ήταν και ιερέας σε ναό αφιερωμένο στο Δία.
(*5). Εκστρατεία των επτά: εκστρατεία που διοργανώθηκε κατά της Θήβας, για να αποκατασταθεί στο θρόνο της ο μεγαλύτερος γιος του Οιδίποδα Πολυνείκης, που είχε εκδιωχθεί από τον μικρότερο αδελφό του Ετεοκλή. Ο Πολυνείκης είχε καταφύγει στην αυλή του βασιλιά του Άργους Άδραστου, όπου παντρεύτηκε την κόρη του Αργεία. Ο πεθερός του προθυμοποιήθηκε να οργανώσει εκστρατευτική στρατειά με επικεφαλής επτά στρατηγούς, τους: Άδραστο, πολυνείκη, Τυδέα, Αμφιάραο, Καπανέα, Ιππομέδωντα και Παρθενοπαίο.
Προτού ξεκινήσουν έστειλαν τον Τυδέα για να διευθετηθεί φιλικά το θέμα της διαδοχής, αλλά ο Ετεοκλής ήταν ανένδοτος. Στην επιστροφή μάλιστα του Τυδέα οι Θηβαίοι έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τους άνδρες της συνοδείας του. Αυτός όμως σώθηκε και μετά την επιστροφή του στο Άργος, ξεκίνησε η στρατειά, περνώντας από τη Νεμέα, όπου διαδραματίστηκε το γεγονός με τον μικρό Οφέλτη και την Υψιπύλη. Στη συνέχεια έφτασαν στη Θήβα και παρατάχθηκαν μπροστά από τα τείχη της πόλης. Η πόλη είχε επτά πύλες και γι’ αυτό κάθε στρατηγός με το στρατό του παρατάχθηκε μπροστά από μια πύλη. Η πρώτη επίθεση των Αργείων αποκρούστηκε από τους Θηβαίους. Για να μη χυθεί άσκοπα το αίμα των στρατιωτών οι γιοι του Οιδίποδα αποφάσισαν να μονομαχήσουν και ο νικητής να γίνει ο μόνιμος βασιλιάς της Θήβας. Στη μονομαχία σκοτώθηκαν και οι δυο. Στη συνέχεια επακολούθησε μάχη στην οποία κατατροπώθηκαν οι πολιορκητές και τράπηκαν σε φυγή. Σκοτώθηκαν οι έξι από τους αρχηγούς. Σώθηκε μόνον ο Άδραστος.
(*6). Αμφιάραος: Αργείος ήρωας, γιος του Οϊκλή και της Υπερμνήστρας. Έξοχος πολεμιστής και μάντης. Γυναίκα του υπήρξε η Εριφύλη, αδερφή του Άδραστου, που υπήρξε ο αρχηγός της εκστρατείας των επτά κατά της Θήβας. Σαν μάντης γνώριζε πως η εκστρατεία θα αποτύχει και θα λήξει με την ήττα των Αργείων, όπου θα σκοτωθούν πολλοί άνδρες και οι αρχηγοί τους. Έτσι κι ο ίδιος θα σκοτωνόταν και γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Ο Πολυνείκης, που ήταν η αιτία της εκστρατείας, για να τον πείσει η γυναίκα του, μιας και ήταν ανένδοτος, την δελέασε με περίφημο περιδέραιο που οι θεοί είχαν κάνει δώρο στην Αρμονία, τη γυναίκα του Κάδμου, στο γάμο τους, όταν είχαν κατέβει στη γη. Εκείνη τον εξανάγκασε να ακολουθήσει τους άλλους στρατηγούς. Πριν φύγει όρκισε τον γιο του Αλκαίωνα να εκδικηθεί το θάνατό του.
Μετά τις πρώτες μέρες, όπου οι Θηβαίοι αμύνθηκαν, πέρασαν στην επίθεση και κατατρόπωσαν τους Αργείους, σκοτώνοντας όλους τους αρχηγούς, εκτός από τον Άδραστο. Καθώς οι Αργείοι ετράπησαν σε φυγή, ο Δίας θέλησε να μην πεθάνει από εχθρικό χέρι ο αγαπητός κι ευσεβής μάντης. Γι’ αυτό κατά τη φυγή του άνοιξε ένα χάσμα με τον κεραυνό του, όπου καταποντίστηκε με όλο το άρμα του.
Ο Αμφιάραος τιμήθηκε πολύ από τους Έλληνες που τον θεωρούσαν σαν θεό. Στον Ωρωπό υπήρχε ιερό, μαντείο και θεραπευτήριο με την ονομασία Αμφιαράειο.  http://vagiablog.blogspot.gr/


Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Η ΥΨΙΠΥΛΗ Η ΛΗΜΝΙΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ....

Στην ελληνική μυθολογία η Υψιπύλη ήταν κόρη του βασιλιά της Λήμνου Θόαντος, ονομαστή για την αγάπη της προς τον πατέρα της. Διέσωσε τον πατέρα της κρυφά από τη γενική σφαγή όλων των ανδρών του νησιού που οργάνωσαν και πραγματοποίησαν οι γυναίκες της νήσου (βλ. Λημνιάδες). Μετά τη σφαγή η Υψιπύλη ανακηρύχθηκε βασίλισσα της Λήμνου. Ως βασίλισσα, επέτρεψε στις υπηκόους της να αποκτήσουν παιδιά από τους Αργοναύτες, οι οποίοι πέρασαν από εκεί κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους, και η ίδια απέκτησε δύο τέκνα από τον Ιάσονα.
Κάποτε όμως αποκαλύφθηκε ότι η Υψιπύλη είχε διασώσει τον πατέρα της, οπότε εκθρονίσθηκε και πουλήθηκε σκλάβα στους πειρατές. Οι πειρατές με τη σειρά τους την πούλησαν στον βασιλιά της Νεμέας Λυκούργο και έγινε τροφός του γιού του. Τελικά, η Υψιπύλη σώθηκε από τους επτά Αργείους στρατηγούς.
Από τον περιπετειώδη μύθο της Υψιπύλης, εμπνεύσθηκε ο Ευριπίδης ομώνυμο έργο, του οποίου ένα τμήμα ανακαλύφθηκε σε πάπυρο. Ακόμα, από την Υψιπύλη πήρε το όνομά του ο αστεροειδής 587 Υψιπύλη (587 Hypsipyle

=======
Εισαγωγή στην «Υψιπύλη» του Ευριπίδη ...Τό κείμενο υπογράφει ο Τ.ΠΑΣΧΟΣ http://ancient-dromena.blogspot.com/2010/09/blog-post_28.html

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η «Υψιπύλη» του Ευριπίδη ανήκει στις χαμένες τραγωδίες του. Διδάχτηκε γύρω στα 408 π.Χ. στην Αθήνα μαζί με τις «Φοίνισσες» και την «Αντιόπη». Η γνώμη των συγχρόνων του υπήρξε θετική, αν μας τη μεταφέρει σωστά το Σχόλιο (στ.53) των «Βατράχων» του Αριστοφάνη, που διδάχτηκαν το 405 π.Χ. («δια τι δε άλλο τι των προ ολίγου διδαχθέντων και καλών Υψιπύλης, Φοινισσών, Αντιόπης;»).
Τα τρία αυτά δράματα (έχουν σωθεί ακέραιες μόνο οι «Φοίνισσαι») δεν συνιστούν ένα ενιαίο οργανικό σύνολο τριλογίας όπως η «Ορέστεια», αλλά πρόκειται για ανεξάρτητα έργα. Στηρίζονται, άμεσα ή έμμεσα, στο μυθολογικό υλικό του Θηβαϊκού κύκλου κι αυτό ίσως είναι η μοναδική τους κοινή παράμετρος. Και στα τρία ανιχνεύουμε εύκολα την πρόθεση του Ευριπίδη να διευρύνει, εκτός των άλλων, τη φύση διαφορετικών χαρακτήρων ανάμεσα σε ζευγάρια αδελφών (Ετεοκλής-Πολυνείκης στις «Φοίνισσες», Θόας-Εύνηος στην «Υψιπύλη», Αμφίων-Ζήθος στην «Αντιόπη»).
«Υψιπύλη» έχει γράψει και ο Αισχύλος, αλλά όπως και οι «Λήμνιαι» του Σοφοκλή, διαδραματίζεται στη Λήμνο. Το έργο του Ευριπίδη εκτυλίσσεται στη Νεμέα.
Ο πάπυρος 852 της Οξυρύγχου που ανακαλύφθηκε τον Μάιο του 1906, έχει στη μια του όψη λογαριασμούς εξόδων και αμοιβών και στην άλλη το κείμενο της «Υψιπύλης» γραμμένο γύρω στο 200 μ.Χ. Η τραγωδία σώζεται σε πλήθος αποσπασμάτων, μικρών και μεγάλων, ακέραιων ή σπαραγμένων, διασκορπισμένων σχεδόν σε όλη την έκτασή τους.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ
Πριν από το 1908 λίγα ήταν γνωστά για την τραγωδία του Ευριπίδη «Υψιπύλη», εφόσον οι πληροφορίες που παρείχαν τα αποσπάσματά της στην Έκδοση του Nauck, Tragicorum Graecorum Fragmenta, ήταν ελάχιστες. Τα χωρία κάποιων μυθογράφων συνέβαλαν στη σύλληψη του πιθανού σχεδίου του έργου. Φαίνεται ότι ο Ευριπίδης συνδύασε τον μύθο της Υψιπύλης με εκείνο των Επτά αρχηγών εναντίον της Θήβας. Η Υψιπύλη, εξόριστη από την πατρίδα της Λήμνο, είναι τροφός στο σπίτι του Λυκούργου, βασιλιά της Νεμέας. Παρέχοντας βοήθεια στο στρατό των Αργείων, όταν αυτοί πέρασαν από τη Νεμέα κατευθυνόμενοι προς τη Θήβα, έγινε, χωρίς να το θέλει, υπαίτια για το θάνατο του Οφέλτη, του μικρού γιου του Λυκούργου και της Ευρυδίκης. Η Υψιπύλη σώζεται την τελευταία στιγμή από την τιμωρία με την παρέμβαση των δύο από καιρό χαμένων γιων της και του θεού του γένους της, Διονύσου.
Οι μελέτες της τραγωδίας αυτής αυξήθηκαν κατά πολύ από το 1908, οπότε οι Grenfell και Hunt δημοσίευσαν σημαντικά αποσπάσματα από παπυρικό κύλινδρο, που τώρα βρίσκεται στην Μποντλεανή Βιβλιοθήκη, ο οποίος διασώζει ένα κείμενο της «Υψιπύλης» του 2ου αιώνα στην πίσω όψη ενός λογαριασμού (POxy. 985). Τα αποσπάσματα αυτά επιβεβαίωσαν γενικά τον παραπάνω μύθο.
Μετά από αυτή την , ακολούθησε εκείνη του G. Italie (Berlin, 1923) και του 1963 ο G. Bond έκανε νέα κριτική έκδοση του κειμένου της «Υψιπύλης», λαμβάνοντας υπόψη τις αναρίθμητες μελέτες που είχαν κυκλοφορήσει στο μεταξύ σχετικά με τον Ευριπίδη και στη συγκεκριμένη τραγωδία του, καθώς και μια αποσπασματική σωζόμενη «Υπόθεση».

Η ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΡΗΣΗ
Δεν υπάρχει σχεδόν η παραμικρή αμφιβολία ότι η «ρήση» του προλόγου απαγγέλλεται από την Υψιπύλη. Εκτός από τα γεγονός ότι αποτελεί συνηθισμένη τακτική του Ευριπίδη να βάζει τους επώνυμους ήρωες των έργων του να προλογίζουν («Εκάβη», «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», «Ελένη» κλπ.), στο απόσπασμα I i, 5 η Υψιπύλη μακαρίζει τη μητέρα των παιδιών, που είναι δικά της αλλά δεν το γνωρίζει ακόμα. Σαφώς πρόκειται για τραγική ειρωνεία, που δεν θα είχε όμως αντίκρισμα, αν το κοινό δεν είχε ήδη πληροφορηθεί την ταυτότητα της ίδιας και των παλικαριών. Πρέπει επομένως, όπως υποστηρίζει ο Bond, να θεωρηθεί αβάσιμη η άποψη ότι ο πρόλογος, τον οποίον ακολουθεί η είσοδος της Υψιπύλης και ο διάλογος του απ. I i, εκφωνήθηκε από έναν από τους γιους (κατά τον Robert και τον Wilamowitz). Διότι δεν παρέχει στους θεατές καμιά πληροφορία ώστε να αναγνωρίσουν την Υψιπύλη, η οποία σημειωτέον, δεν μπορεί για δραματουργικούς λόγους να πει το όνομά της παρουσία των γιων της. Επίσης, στο απ. 64, 72 κε., η Υψιπύλη διηγείται περιληπτικά στους γιους της τις προηγούμενες περιπέτειές της. Στο απ. 64, 79 ο Εύνηος, μόλις πληροφορείται το φονικό που έγινε στη Λήμνο, ρωτάει τη μητέρα του πώς έφυγε από εκεί. Πρέπει είτε να θεωρήσουμε δεδομένη την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος είτε να πιστέψουμε ότι η ηρωίδα έφυγε αμέσως μετά το φονικό. Στην τελευταία περίπτωση ο Ευριπίδης θα χρησιμοποίησε κάποια άλλη εκδοχή του μύθου από την ευρύτερα γνωστή. Όμως, έτσι ή αλλιώς, το κοινό θα πρέπει να ήξερε τη διαδοχή των γεγονότων, ώστε να μπορέσει να αντιληφθεί το χωρίο. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι οι περιπέτειες της Υψιπύλης θα πρέπει να είχαν αναφερθεί στον πρόλογο από κάποιον που τις γνώριζε, πιθανότατα από την ίδια την Υψιπύλη.
Αντίθετος με την άποψη αυτή είναι ο Wilamowitz, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι νέοι δεν θα μπορούσαν να πουν το όνομά τους μπροστά στην Υψιπύλη. Αυτό όμως αναιρείται, αν υποτεθεί ότι η Υψιπύλη αποσύρεται από τη σκηνή αμέσως μετά τη ρήση της. Ο Robert επίσης, για να αντικρούσει τη θεωρία ότι η Υψιπύλη εκφωνεί τον πρόλογο, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α) Η δομή του προλόγου θα έπρεπε να είναι ενιαία. Ωστόσο, και της «Ηλέκτρας» ο πρόλογος είναι ακριβώς αντίστοιχος της «Υψιπύλης»:
«Ηλέκτρα»: μονόλογος του γεωργού - μονόλογος της Ηλέκτρας και διάλογος με τον γεωργό - μονόλογος του Ορέστη - μονωδία της Ηλέκτρας.
«Υψιπύλη»: μονόλογος της Υψιπύλης - μονόλογος του ενός γιου ή διάλογος μεταξύ των δύο γιων - διάλογος της Υψιπύλης και του γιου της (όταν είναι παρόντα και άλλα πρόσωπα, μιλάει ο ένας από τους δύο) - μονωδία της Υψιπύλης.
β) Θα είναι επανάληψη να εμφανίζεται η Υψιπύλη κρατώντας τον Οφέλτη και στο μονόλογο και στο διάλογο με τον Θόαντα. Αν πάλι υποτεθεί ότι άφηνε το παιδί, για να εκφωνήσει τον πρόλογο, θα θεωρείτο αμελής. Αυτός, ωστόσο, δεν είναι τόσο ουσιαστικό ως επιχείρημα.
γ) Η Υψιπύλη διηγείται την ιστορία της αργότερα, απ. 64, 72 κε. Ωστόσο, το χωρίο αυτό είναι περιληπτικό και με πολλά υπαινικτικά στοιχεία, κάτι που προϋποθέτει μια προηγούμενη διήγηση.[1]
Ο Taccone [Memorie della R. Accad. d. Scienze di Torino, ser. II, 60 (1909), σ. 25 κε.] προβάλλει το επιχείρημα ότι όλες οι εναρκτήριες «ρήσεις» των έργων του Ευριπίδη περιέχουν κάποια αναφορά στο μέλλον, ενώ η Υψιπύλη, μη έχοντας καμιά ελπίδα και αγνοώντας το μέλλον, δεν είναι δυνατόν να κάνει κάτι τέτοιο. Ο Bond αντιτάσσει ότι κάποια από τα παραδείγματα του Taccone δεν είναι παρά ασήμαντες νύξεις.[2] Ακόμα κι αν παραδεχτεί κανείς την άποψη του Taccone, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η Υψιπύλη αναφέρεται στην πιθανότητα να κερδίσει της ελευθερία της από το παιδί που ανατρέφει (απ. 61, 10-14). Ίσως πάλι αναφερόταν στην πιθανότητα να δει ξανά τα παιδιά της (απ. 61, 4-6).[3]
Είναι λοιπόν σχεδόν βέβαιο ότι η προλογική ρήση απαγγέλθηκε από την Υψιπύλη, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την τοποθέτηση του Barns των απ. 70+96 στη στήλη πριν από το απ. Ι i, εφόσον και τα σπαράγματα αυτού του αποσπάσματος, ειδικά οι λέξεις «Συμ]πληγάδων», στ.5, και «ζυγώ», στ.7, θα μπορούσαν άνετα να έχουν ειπωθεί από την Υψιπύλη.
Είναι πιθανόν ότι το απ. 61 ανήκει στη στήλη πριν από τα απ. 70+96, κάτι που υποστηρίζεται και από τις παπυρολογικές παρατηρήσεις. Κάποιοι εκδότες έχουν αποδώσει το απ. 61 στην Υψιπύλη: οι στίχοι 11 κε. «καταστήσειας α[ν … πρό]σθ’ ελευθέραν» απευθύνονται ίσως από την ηρωίδα προς το παιδί. Η Υψιπύλη μιλάει στον Οφέλτη στο απ. 61 και είναι μάλλον βέβαιο ότι τον αφήνει πριν από την Πάροδο (δες απ. Ι ii, 15 κε.). Τούτα προϋποθέτουν την τοποθέτηση του απ. 61 πριν από το απ. Ι ii. Ο Bond διαφωνεί με την τοποθέτηση αυτή. Κατά πρώτον, από άποψη στιχομετρίας, το απ. 61 ακολουθείται στη στήλη του από 32 στίχους τουλάχιστον, οπότε πρέπει να ήταν στην αρχή αυτής της στήλης. Αν το κείμενο της «Υψιπύλης» ξεκινούσε από την κορυφή αυτής της στήλης, τότε το απ. 61, 1 δεν μπορεί να είναι πιο κάτω από τον στίχο 15 του έργου.
Το έργο αρχίζει με το απ. 752 Ν., αναμφίβολα τη γενεαλογία της ηρωίδας: Από τον Διόνυσο κατάγεται ο Θόας και κόρη αυτού είναι η Υψιπύλη. Η ηρωίδα προφανώς θα συνέχιζε με τη διήγηση των περιπετειών της και της τωρινής κατάστασής της, καθώς με την αναφορά στα παιδιά της, που απέκτησε με τον Ιάσονα, τα οποία ίσως υπαινίσσεται το «τού]σδε» του απ. 61, 4. Όλα τούτα θα μπορούσαν να χωρέσουν σε 15 στίχους. Υπάρχει μια αλλαγή στον τόνο, από το επίσημο και τυπικό «Διόνυσος, ος» στο ζεστό και οικείο απ. 61, αλλαγή που δεν θα μπορούσε ίσως να συντελεστεί μέσα σε 15 στίχους. Γι’ αυτό, ο Bond υποθέτει ότι υπήρχε μια στήλη πριν από εκείνη που περιείχε το απ. 61, η οποία παρέδιδε την Υπόθεση, τα πρόσωπα του δράματος και τις πρώτες 10 ή 15 αράδες του κειμένου. Άλλη δυσκολία, που προκύπτει με την τοποθέτηση του απ. 61 πριν από το απ. Ι ii, είναι ότι το «ναεν[» του απ. 61, 4 είναι πιθανότερο να αναφέρεται στους δύο ξένους παρά στους γιους της Υψιπύλης και οι ξένοι αυτοί δεν εμφανίζονται παρά στο απ. Ι i. Το «τού]σδ’» πάλι του ίδιου στίχου προϋποθέτει ότι αυτοί είναι ήδη στη σκηνή.
Υπάρχει κι άλλο ζήτημα, μικρότερης βέβαια σημασίας, που σχετίζεται με τον Οφέλτη. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η Υψιπύλη εκφωνεί τη ρήση μόνη της. Αυτό όμως διαψεύδεται από τα λόγια της ηρωίδας που απευθύνονται στο παιδί, απ. 61, 10-14. Ο Οφέλτης ίσως είναι μέσα στο λίκνο του όσο μιλάει η Υψιπύλη. Από τη μια θα ήταν μεγάλο βάρος να τον έχει στα χέρια της και από την άλλη είναι μάλλον αδύνατο να κρατάει το μωρό στο απ. Ι ii, 16 κε., όταν ο Χορός τη ρωτάει: «πότερα δώματος εισόδους σαίρεις;» κλπ. Θα ήταν μάλλον αστείο να απευθύνει αυτή την ερώτηση σε μια γυναίκα με ένα παιδί στην αγκαλιά.

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Απ. 764 Ν.
Μεταξύ των αποσπασμάτων (70+90) και Ι i πρέπει να τοποθετηθεί το απ. 764 Ν., το οποίο προέρχεται, όπως φαίνεται, από μια σκηνή ανάμεσα στον Εύνηο και τον Θόαντα, που μόλις έχουν φτάσει μπροστά στο παλάτι. Ο ένας από αυτούς παρατηρεί τις παραστάσεις στα αετώματα. Παρόμοια και ο Ορέστης («Ιφιγένεια η εν Ταύροις», στ. 69) ρωτάει: «Πυλάδη, τούτος λες να είναι ο ναός της θεάς…;» και ο Τεύκρος («Ελένη», στ. 68 κε.) κατά την άφιξή του στο παλάτι του βασιλιά της Αιγύπτου παρατηρεί: «τις βασιλικές στοές και το ίδιο το κτίριο με τον όμορφο θριγκό». Και ο Χορός στον «Ίωνα» περιγράφει κατά την Πάροδό του τις τοιχογραφίες στο ναό των Δελφών.
Ο Arnim υποστηρίζει ότι το απ. 764 Ν. εκφωνείται από την Υψιπύλη προς το παιδί και το τοποθετεί μετά το απ. 2. Η Υψιπύλη τραβά την προσοχή του παιδιού δείχνοντάς του τα αετώματα, όπως κάνει και αργότερα με τα κρόταλα (απ. Ι ii, 8, όπου επαναλαμβάνεται και το «ιδού», όπως και στο απ. 764 Ν.). Αντιτασσόμενος σ’ αυτή την εκδοχή, ο υποστηρίζει ότι τα αετώματα δεν είναι κατάλληλα να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ενός παιδιού.

Απ. Ι i και απ.2
Ο Εύνηος και ο Θόας δεν βρίσκουν κανέναν έξω από το παλάτι και κτυπούν. Βγαίνει η Υψιπύλη, ηρεμώντας το βρέφος, και τους χαιρετάει (απ. Ι i). Οι δύο νέοι ζητούν φιλοξενία. Το νόημα του απ. 2, 4 κε. Είναι βέβαιο: οι νέοι, μόλις μαθαίνουν ότι ο Λυκούργος λείπει, προτίθενται να πάνε κάπου αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Υψιπύλη τους καλεί να μείνουν. Τούτο επιβεβαιώνεται από τη φράση «καταλύσαντες παρά τη του Λυκούργου γυναικί» της νέας Υπόθεσης. Η απάντηση της Υψιπύλης (απ. 2, 6 κε.) θα πρέπει να ήταν ανάλογη μ’ εκείνη της Κλυταιμνήστρας στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (στ. 799):
«-Λοιπόν θα μπορούσα να φύγω, αν το βρίσκατε καλό.
-Καθόλου
».
Παράλληλο μπορεί να θεωρηθεί και ένα χωρίο από τον Ευριπίδη («Άλκηστις», στ. 538):
«-Θα πάω σε σπίτι άλλων φίλων μου.
-Αδύνατο, άρχοντά μου, μη μου έρθει τόσο κακό
».
Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η Υψιπύλη αρνήθηκε να προσφέρει φιλοξενία στους γιους της. Το κυριότερο επιχείρημά τους είναι ότι δεν επιτρεπόταν να γίνουν δεκτοί ξένοι σ’ ένα σπίτι απ’ όπου έλειπε ο κύριός του. Παρόλα αυτά, ο κανόνας αυτός δεν πρέπει να ήταν απαράβατος ούτε στους μυθικούς κύκλους ούτε στην κοινωνία του 5ου αι. π.Χ. Η γυναίκα του Μολοσσού Άδμητου, για παράδειγμα, δέχτηκε τον Θεμιστοκλή ενώ απουσίαζε ο σύζυγός της (Θουκυδίδης, Α', 136), και στις «Χοηφόρες» του Αισχύλου ο Ορέστης υπαινίσσεται ότι η Κλυταιμνήστρα έχει την εξουσία να δεχτεί ξένους:
«-ας βγει κάποιος που έχει δύναμη στο σπίτι,
ή γυναίκα που εξουσιάζει ή καλύτερα άντρας
».
Πράγματι, η Κλυταιμνήστρα δέχεται τον Ορέστη και τη συνοδεία του.
Το απ.2, 2 κε. Δηλώνει ότι ο Λυκούργος λείπει και η Ευρυδίκη είναι σπίτι. Ο Arnim υποθέτει ότι το απ. 2, 3 αναφερόταν ίσως στην ταυτόχρονη απουσία της Ευρυδίκης. Η νέα Υπόθεση όμως ξεκαθαρίζει το θέμα, αναφερόμενη στην Ευρυδίκη σαν «αυτή που φιλοξένησε τους προαναφερθέντες».
Όπως και στην «Ανδρομάχη», η απουσία του συζύγου είναι απαραίτητη, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στις δύο γυναίκες να αντιμετωπίσουν η μια την άλλη, με την Ευρυδίκη να έχει μεγαλύτερη, αν όχι απόλυτη, υπεροχή, ως κυρία του σπιτιού. Η Ευρυδίκη στην «Υψιπύλη» (απ. 60, 23), όπως και η Ερμιόνη στην «Ανδρομάχη» (στ. 897), αποκαλείται «δόμων άνασσα», καθώς ασκεί εξουσία κατά την απουσία του άντρα της. Έτσι και η Άτοσσα προσφωνείται ως «αρχόντισσα, αρχόντισσα αυτής εδώ της χώρας», εφόσον λείπει ο Ξέρξης (Αισχύλος, «Πέρσες», στ. 155,173).

ΜΟΝΩΔΙΑ, ΠΑΡΟΔΟΣ και ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Α' (απ. Ι ii-ν)
Ο Πρόλογος κλείνει με μια μονωδία της Υψιπύλης, που συνδέεται με την Πάροδο. Στο απ. Ι iv, 15 εμφανίζεται ο Αμφιάραος και εκτυλίσσεται μια σκηνή ανάμεσα σ’ αυτόν και την Υψιπύλη, η οποία τελικά υπόσχεται να του δείξει την πηγή (απ. 753 Ν.).

ΣΤΑΣΙΜΟ (απ.6-9)
Όπως φαίνεται από τον πάπυρο, πρέπει να παρεμβαλλόταν τουλάχιστον μια στήλη μεταξύ του απ. Ι ν και αυτών των λυρικών αποσπασμάτων. Το απ. 6 περιέχει τη λέξη «χέρνιβα», που χρησιμοποιεί ο Αμφιάραος ζητώντας νερό πηγής (απ. Ι iv, 30). Τα απ. 8/9 αναφέρονται στη διαμάχη του Τυδέα και του Πολυνείκη, που κατέληξε στην εκστρατεία των Επτά επί Θήβας.
Ενώ ο Χορός τραγουδάει αυτό το Στάσιμο, η Υψιπύλη αναμφίβολα θα οδήγησε τους Αργείους στην πηγή, έχοντας μαζί της τον Οφέλτη. Πρόκειται βέβαια για την πηγή, κοντά στην οποία ενοικεί το φίδι, που αναφέρεται στο απ. 18. Κοντά στην πηγή η Υψιπύλη αφήνει κάτω τον Οφέλτη, σ’ ένα αγρό (απ. 754 Ν.). Βρίσκεται αρκετά κοντά, αφού οι Αργείοι τον βλέπουν (απ. 60, 75 «ημείς δ’ ιδό[ντες»), αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να προλάβουν να τον σώσουν από το φίδι. Οι Αργείοι και ο Αμφιάραος είδαν το φίδι να σκοτώνει το βρέφος. Η Υψιπύλη προφανώς έφτασε ύστερα από αυτούς, δεν βρήκε όμως τον Οφέλτη, αφού, πιθανώς, ο Αμφιάραος σκότωσε με το τόξο το φίδι (60, 67) και οι Αργείοι πήραν το νεκρό παιδί.

ΘΡΗΝΟΙ [απ. 10 και (12+14), απ.11]
Ο Barns έχει αποδείξει ότι οι θρήνοι των αποσπασμάτων 10 και (12+14) ανήκουν στην ίδια στήλη όπως και τα αποσπάσματα 6-9, οπότε ακολουθούν το Στάσιμο αυτό. Ο Χορός, όπως είναι αναμενόμενο, συμμετέχει στους θρήνους: απ. 10, 5 «άλ]ικες». Πρέπει να βρισκόταν ακόμα έξω από το παλάτι. Κάποιοι από τους θρήνους προέρχονται αναμφίβολα από την Υψιπύλη.
Το απ. 10 δείχνει ότι η Υψιπύλη έχει μόλις επιστρέψει θρηνώντας που έχασε τον Οφέλτη. Ο Χορός (1) ρωτάει που είναι το παιδί. Αν υποτεθεί ότι το νόημα του στ. 4 είναι κάτι σαν «λε]ύσσειν αλλ[ά σοι πάρα», η απάντηση της Υψιπύλης: «εγγύς, ουχί μα[κράν» (απ. 10, 3), επιδέχεται δύο ερμηνείες: α) «Είναι κοντά (στον αγρό), μπορείς να τον ψάξεις», β) «Είναι κοντά τώρα, μπορείς να τον δεις». Εισάγεται ο νεκρός.
Την πρώτη ερμηνεία πρότεινε ο Arnim, που υποθέτει ότι η Υψιπύλη και ο χορός ψάχνουν τον Οφέλτη. Η παρουσία του ρήματος «λεύσσειν» (4) δικαιολογείται σε τέτοια συμφραζόμενα.[4] Ο Morel, εισηγητής της δεύτερης ερμηνείας, υποστηρίζει ότι το σώμα του Οφέλτη μεταφέρεται στη σκηνή στον στ. 3. Συγκρίνει το χωρίο με εκείνο των «Τραχινίων» του Σοφοκλή (962), «έκλαιγα από πριν για συμφορά που είναι κοντά μας κι όχι μακριά», που αναφωνεί ο Χορός βλέποντας τον ετοιμοθάνατο Ηρακλή να μεταφέρεται στη σκηνή. Αν αυτή η εκδοχή είναι σωστή, θα πρέπει να φέρνουν τον Οφέλτη οι Αργείοι στρατιώτες ή κάποιοι υπηρέτες, οπωσδήποτε χωρίς τον Αμφιάραο. Τα λόγια του Αμφιάραου, όταν εμφανίζεται στο απ. 60, 37, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι δεν έχει δει την Υψιπύλη μετά το θάνατο του Οφέλτη. Οι εναγώνιες εκκλήσεις της γυναίκας στο απ. 60, 15 κε. Εξηγούνται μόνο αν υποτεθεί ότι δεν ήταν μαζί μ’ εκείνον (ίσως ο Αμφιάραος πήγε να σκοτώσει το φίδι).

Απ. 754 Ν. και απ.32
Ο Bond τοποθετεί το απ. 754 Ν., μια περιγραφή του Οφέλτη καθώς έπαιζε στον αγρό, λίγο παρακάτω στο ίδιο επεισόδιο. Παρόμοια, και το απ. 32, που πρέπει να προέρχεται από ρήση της Υψιπύλης, που περιέγραφε πώς τον πήγε εκεί και τον άφησε κάτω.

Απ.20/21, 34/35, 18.
Τα αποσπάσματα αυτά έχουν προκαλέσει πολλά προβλήματα στους μελετητές. Το απ. 20/21 προηγείται: η Υψιπύλη είναι μόνη με τον Χορό και σκέφτεται τη λύση της φυγής, χαρακτηριστικό της Ευριπίδειας τεχνικής. Ακολουθούν τα απ. 34/35, τα οποία, σύμφωνα με τον Bond, αναφέρονται στην άφιξη ενός αγγελιαφόρου, που εκπλήσσεται βλέποντας την Υψιπύλη έξω από το σπίτι. Λίγο μετά τα απ. 34/35, ο Bond τοποθετεί το απ. 18: ο αγγελιαφόρος περιγράφει τη ζωή των φιδιών, προτού αφηγηθεί τον θάνατο του Οφέλτη.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΛΟΓΩΝ (απ. 27, 22 και 60)
Λίγο μετά από τα απ. 20/21 μπαίνει η Ευρυδίκη. Ο Morel υποστηρίζει ότι τα απ. 34/35 ανακοίνωναν τη δική της άφιξη από απόσταση, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν έλειπε από το σπίτι. Ακολουθεί μια σκηνή μεταξύ αυτής και της Υψιπύλης, το απ.27. Μέχρι το 60 η Υψιπύλη έχει συλληφθεί και πρόκειται να θανατωθεί (απ.60, 29). Αρνείται ότι σκόπιμα παραμέλησε την υποχρέωσή της, όπως την κατηγορεί η Ευρυδίκη, και καλεί απεγνωσμένα το όνομα του Αμφιάραου, ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά. Τα πρώτα λόγια που λέει δείχνουν ότι ήρθε από μόνος του, γιατί υποψιαζόταν («υπειδόμην», απ. 60, 37) τις συνέπειες που θα είχε για την Υψιπύλη ο θάνατος του Οφέλτη. Ωστόσο, κάποιοι μελετητές υποθέτουν ότι ο Αμφιάραος κατέφθασε σε βοήθεια της Υψιπύλης καλεσμένος από τους γιους της, που καταφεύγουν στον μάντη, αδυνατώντας να την βοηθήσουν οι ίδιοι.
Πολλές πιθανότητες συγκεντρώνει και η θεωρία για τη φυλάκιση της Υψιπύλης. Πρώτον, είναι φυσικό τα λόγια και η στάση του Αμφιάραου να είχαν κάποια επίδραση στην οργισμένη Ευρυδίκη, αναβάλλοντας προς στιγμή τη θανάτωση της Υψιπύλης. Δεύτερον, αυτόματα συμβάλλει στην πλοκή και δημιουργεί μια νέα κατάσταση, που μένει να λυθεί στους επόμενους 500 στίχους. Τρίτον, συμφωνεί με την εκδοχή του μύθου όπως απαντάται στον Πίνδαρο, «Νεμεόνικος», Υπόθεση 2, «Ευρυδίκης… βουλομένης… ανελείν την Υψιπύλην, δια τούτο τε εν τινι τόπω λαθραίω κατακλεισάσης», που, όπως έχει αποδειχθεί, είναι η πλησιέστερη αρχαία πηγή στον μύθο του Ευριπίδη. Η Υψιπύλη πρέπει να φυλακίστηκε αμέσως μετά τη σκηνή Ευρυδίκης-Αμφιάραου. Τα λόγια του Αμφιάραου κατευνάζουν για λίγο την Ευρυδίκη, που δηλώνει την απόφασή της να φυλακίσει την Υψιπύλη μέχρι να επιστρέψει ο Λυκούργος και να δώσει την οριστική λύση στο θέμα. Στο τέλος της σκηνής η Υψιπύλη λέει αυτό ακριβώς, ότι η Ευρυδίκη απέφυγε την απόφαση και κατέφυγε στον άνδρα της («] άνδρα κατέφυγεν», απ. 63, 2). Οι δούλοι δεν έχουν συμμάχους («] ουκ έχουσι συμμάχους», απ. 63, 5). Ελπίδα της είναι ο Αμφιάραος, που την έσωσε μια φορά και μπορεί να τη σώσει και πάλι («Αμφιάρεως, σώσε [αυ]θις», απ. 63, 6) σαν καλός κυβερνήτης πλοίου (απ. 63, 7). Το μοτίβο της αναμονής του συζύγου εμφανίζεται και στην «Ανδρομάχη» (στ. 255) «και δεν θα περιμένω τον γυρισμό του άντρα μου», μόνο που εκεί η Ερμιόνη αποφασίζει να θανατώσει την Ανδρομάχη χωρίς να περιμένει τον άντρα της.

ΣΤΑΣΙΜΟ και ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ (το χάσμα μεταξύ απ. 60 και απ. 64)
Η απάντηση της Ευρυδίκης στο τέλος του απ. 60 φτάνει μέχρι τον στίχο περίπου 960 του έργου. Τα αποσπάσματα 57-59 προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από Στάσιμο προς τιμή του Διονύσου. Από εδώ μέχρι τον στίχο 1579 τα παπυρικά αποσπάσματα μας αφήνουν στο σκοτάδι. Στο απ. 64, 58 κε. ο Αμφιάραος αποχαιρετά την Υψιπύλη και τους γιους της, που έχουν αναγνωριστεί. Για τον τρόπο με τον οποίον έγινε η αναγνώριση, μας διαφωτίζει η νέα Υπόθεση. Από εκεί μαθαίνουμε ότι οι γιοι της Υψιπύλης «τον επιτάφιον του παιδός ηθέλησαν αγωνίσασθαι» (195). Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει την υπόθεση του Ε. Petersen ότι οι επιτάφιοι αγώνες προς τιμή του Οφέλτη πρέπει να διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στο έργο. Άλλωστε τους έχει ήδη προκηρύξει ο Αμφιάραος στο απ. 60, 102 κε., και στο απ. 64, 67 αναχωρεί για τη Θήβα. Συνεπώς είναι λογικό να υποθέσουμε ότι οι αγώνες έχουν ήδη διεξαχθεί. Οι γιοι κέρδισαν μια νίκη, όπως επιβεβαιώνεται από την Υπόθεση (196) «η δε τους προειρημένους ξενοδοχήσασα τούτους μεν επήνει». Ο κήρυκας θα πρέπει, λόγω αυτής της νίκης, να ανακοίνωσε τα ονόματα των νέων, κι έτσι έγινε η αναγνώριση από τη μητέρα τους. Αυτή είναι η εκδοχή που παραδίδει και μια μυθογραφία (Mythogr. Vat. ii 141, σ. 123 Bode).
Δεν είναι σαφές ποιο ρόλο έπαιξε ο Αμφιάραος στην αναγνώριση. Τα λόγια του στο απ. 64, 65 «με προθυμία την έχω κι εγώ ξεπληρώσει σ’ εσέ και τα παιδιά σου» προϋποθέτουν ότι ήταν σημαντικός. Έχει υποστηριχτεί ότι ο Αμφιάραος αναγνώρισε ποιοι ήταν οι νέοι από την ανακήρυξή τους ως νικητές. Η Υψιπύλη του είχε πει ήδη το δικό της όνομα (απ. 4). Ίσως η Υψιπύλη δεν παρευρισκόταν στους αγώνες, αν είχε φυλακιστεί, συνεπώς χρειάζεται ένας ενδιάμεσος να της πει τα νέα. Τον ρόλο αυτόν ίσως έπαιξε ένας αγγελιαφόρος. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να λείψει και το σημάδι αναγνώρισης, το χρυσό τσαμπί, για να πειστεί η Ευρυδίκη για την ταυτότητα των παιδιών.
Στην Υπόθεση (197 κε.) δηλώνεται ότι η Ευρυδίκη σχεδίαζε να σκοτώσει την Υψιπύλη «τούτους μεν επήνει, την μητέρα σ’ αυτών αποκτείνειν [ήμελ]λεν». Ίσως υπάρχει σύγχυση σε τούτο το σημείο της Υπόθεσης, και η φράση αυτή αναφέρεται στο απ. 60, όταν ο θάνατος της Υψιπύλης φαινόταν άμεσος. Πιθανώς πάλι η Ευρυδίκη σκόπευε να θανατώσει την Υψιπύλη κατά τους αγώνες. Δεν είναι δυνατόν να δοθεί οριστική απάντηση σ’ αυτό το θέμα.

Η ΈΞΟΔΟΣ (απ.64)
Η αναγνώριση και η απελευθέρωση της Υψιπύλης έχουν ήδη συντελεστεί όταν αρχίζει το απ. 64 (στ. 58) και ο Αμφιάραος αφήνει μητέρα και γιους να διηγηθούν τις περιπέτειές τους. Το νόημα χάνεται στο απ. 64, 111 (στ. 1632), αλλά είναι βέβαιο ότι στον στ. 1673 μιλάει ο Διόνυσος. Κάποιοι μελετητές υποθέτουν ότι μετά τον στ. 1632 εισέρχεται ο Λυκούργος, θυμωμένος, για να περιπλέξει τα πράγματα και να καθυστερήσει το τέλος. Η εύρεση τελαμώνα ασπίδας του 6ου αι. από την Ολυμπία που παρουσιάζει τον Λυκούργο να απειλεί την Υψιπύλη μπροστά στον Άδραστο αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη τέτοιας σκηνής.[5]
Ο Διόνυσος, ως από μηχανής θεός, πρόσταξε προφανώς τον Εύνηο να οδηγήσει την Υψιπύλη πίσω στη Λήμνο, όπως αναφέρεται στην «Παλατιανή Ανθολογία» 3, 10, 5: «στείχε δε και συ λιπών Ασωπίδος, Εύνο’, άρουραν γειναμένην άξων Λήμνον ες ηγαθέην».
Στη συνέχεια πρέπει να έδωσε εντολή στον Εύνηο να αφήσει εκεί τη μητέρα του και να πάει στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον Wilamowitz, ο Διόνυσος παράγγειλε στον Εύνηο και τους απογόνους του να γίνουν μουσικοί στην Αθήνα. Το γένος των Ευνειδών είναι γνωστό από τους λεξικογράφους. Ο Φώτιος αναφέρει «γένος Αθήνησι μουσικόν, από Εύνεω του Ιάσονος και Υψιπύλης. Γένος εστί παρά Αθηναίοις ούτως ονομαζόμενον. Ήσαν δε κιθαρωδοί, προς τας ιερουργίας, παρέχοντες την χρείαν». Τούτο επιβεβαιώνεται και από μια επιγραφή (IG ii 32 5056) στο κάθισμα κάποιου αθηναϊκού θεάτρου: «Ιερέως Μελπομενού Διονύσου εξ Ευνειδών». «Μελπόμενος» είναι η προσωνυμία του Διονύσου. Ο Κρατίνος έγραψε κωμωδία με τίτλο «Ευνείδαι», παραπομπή στην οποία είναι το «τέκτονες ευπαλάμων ύμνων» των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, στ. 530. Τούτο δηλώνει ότι το γένος αυτό ήταν ακόμα εν ενεργεία στην Αθήνα πριν από το 424 π.Χ.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΨΙΠΥΛΗΣ
Η μόνη σίγουρη μαρτυρία για την πρώτη διδασκαλία της τραγωδίας είναι το Σχόλιο στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη, στ. 53: Ο Διόνυσος διαβάζει την «Ανδρομέδα» του Ευριπίδη: «την Αδρομέδαν, των καλλίστων Ευριπίδου δράμα η Ανδρομέδα, δια τι δε μη άλλο τι των προ ολίγου διδαχθέντων και καλών Υψιπύλης, Φοινισσών, Αντιόπης. Η δε Ανδρομέδα ογδόωι έτει προήκται».
Οι «Βάτραχοι» συντέθηκαν τον Ιανουάριο του 405 π.Χ. και η «Ανδρομέδα» το 412 π.Χ. Οι τρεις τραγωδίες, «Υψιπύλη», «Φοίνισσαι» «Αντιόπη», ανήκουν πιθανώς στην ίδια τριλογία και ο τύπος της ανάλυσης των τριμέτρων υποδεικνύει μια χρονολογία μεταξύ 412 και 407 π.Χ. Ο Bond θεωρεί πιθανότερη ημερομηνία το 408 ή 407 π.Χ.
Οι ανασκαφές που έγιναν με επικεφαλής τον στη Νεμέα το 1976, κατά τις οποίες βρέθηκαν πολυάριθμες ορειχάλκινες αιχμές βελών, που ανήκουν στο τελευταίο μισό και ίσως στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ., δείχνουν ότι η περιοχή καταστράφηκε από φωτιά, ίσως το αποτέλεσμα επιδρομής. Κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. τη Νεμέα είχαν υπό τον έλεγχό τους άλλοτε το Άργος και άλλοτε οι Κλεωνές και παρόλο που δεν είναι γνωστό πότε έγιναν αυτές οι αλλαγές στο καθεστώς, οι ενδείξεις από την καταστροφή οδηγούν στην υπόθεση ότι υπήρξε μια τέτοια αλλαγή κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οπότε ένα έργο για την καθιέρωση των αγώνων της Νεμέας από Αργείους θα φαινόταν κατάλληλο.
Μια μεταγενέστερη παράσταση της «Υψιπύλης» στις αρχές της χριστιανικής εποχής, ενώπιον του Ιόβα Β' της Μαυριτανίας, μαρτυρείται από τον Αθήναιο (Η', 343e κε.).
Δεν είναι βέβαιο αν αυτή η παράσταση δόθηκε κατά τη μακρά παραμονή του Ιόβα στο παλάτι του Αυγούστου στην Ιταλία ή αργότερα, κατά τη βασιλεία του στη Μαυριτανία.

[1] Σύγκρινε «Ίων» 330 κε., τη στιχομυθία που αναφέρεται στα γεγονότα που διηγήθηκε ο Ερμής στο μονόλογό του.
[2] Για παράδειγμα, η αναφορά του γεωργού σε πιθανή επιστροφή του Ορέστη («Ηλέκτρα», 47 κε.).
[3] Σύγκρινε το νοσταλγικό της τόνο στο απ. Ι iii, 15.
[4] Δες την είσοδο του Χορού που ψάχνει για τον Οιδίποδα στον Σοφοκλή, «Οιδίπους επί Κολωνώ» 117 κε.: «…που κυρεί…; προσδέρκου, λευστέον…(«να ψάξεις»)»
[5] E. Kunze, Archaische Schildbänder, Olympische Forschungen II, Berlin, 1950, Beilage 13, v. 8.