ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΟΙΚΟΣ: ΕΝΑΣ.



Thomas Biziouras

ΚΑΤΟΙΚΟΣ: ΕΝΑΣ.
«Πάει κι ο Αύγουστος. Τούτες τις μέρες ο ήλιος βγαίνει ακόμα ζεστός, μα δεν ξεγελάει κανέναν εδώ πάνω. Από το απόγευμα και μετά, μόλις πάρει να κατεβαίνει πίσω απ’ τη ράχη, αλλάζει ο αέρας. Έρχεται από τα βουνά πιο κρύος, πιο βαρύς. Λες και πέρασε πρώτα από τον χειμώνα και έρχεται να μας φέρει χαμπέρια του.
Εγώ τα καταλαβαίνω αυτά.
Όλη μου τη ζωή την πέρασα εδώ, ξέρω και διαβάζω τον καιρό. Βλέπω το χορτάρι που κρατά την πάχνη λίγο παραπάνω. Τις κότες που κουρνιάζουν νωρίτερα. Τον καπνό από τις πρώτες φωτιές που ανάβουν τα βράδια στο χωριό πιο πάνω. Είναι και η σιωπή του βουνού. Άλλη σιωπή έχει το καλοκαίρι όταν αρχίζει κι άλλη όταν τελειώνει.
Τώρα ο Αύγουστος μαζεύει τα πράγματά του.
Τα αυτοκίνητα που γέμισαν την πλατεία τον Δεκαπενταύγουστο έφυγαν ένα ένα. Πήραν μαζί τους τα παιδιά, τα εγγόνια, τις φωνές και τα γέλια στις αυλές. Φέτος έλειπαν πολλοί. Δεν άφησαν να ανέβουν τα κοπάδια από τα χειμαδιά. Τα μισά παντζούρια δεν άνοιξαν. Οι μισές ιστορίες δεν μαθεύτηκαν.
Τώρα έκλεισαν και τα υπόλοιπα σπίτια. Μπήκαν σεντόνια πάνω στα έπιπλα, κατέβηκαν οι γενικοί, γύρισαν δυο φορές τα κλειδιά στις πόρτες.
«Του χρόνου πάλι, πρώτα ο Θεός», μου είπαν.
«Στο καλό να πάτε», τους είπα εγώ.
Δεν τους παραπονιέμαι. Ο καθένας έχει τη ζωή του. Δουλειές, σχολεία, νοίκια, υποχρεώσεις. Το χωριό δεν κρατά άνθρωπο μοναχά με μια πέτρινη βρύση κι έναν πλάτανο. Θέλει ψωμί. Θέλει γιατρό κοντά. Θέλει σχολείο με παιδιά και δρόμο που να ανοίγει όταν χιονίζει.
Εμείς παλιά μπορεί να μέναμε, μα δεν μέναμε επειδή ήταν όλα όμορφα και βολικά. Μέναμε επειδή δεν είχαμε και πού αλλού να πάμε. Αυτό οι νεότεροι το ξεχνούν καμιά φορά. Βλέπουν τις παλιές φωτογραφίες και θαρρούν πως όλη η ζωή ήταν πανηγύρια, γάμοι και άνθρωποι πιασμένοι από τους ώμους. Δεν φαίνεται στη φωτογραφία η κούραση. Ούτε η αγωνία αν θα φτάσει το αλεύρι ως την άνοιξη. Ούτε τα παγωμένα σεντόνια, ούτε το χιόνι που έκλεινε την πόρτα.
Κι όμως, όταν αδειάζει έτσι το χωριό, κάτι με πιάνει.
Όχι παράπονο ακριβώς. Σαν να μικραίνει ξαφνικά ο τόπος και να μεγαλώνει η αυλή μου. Ακούω καθαρότερα τα βήματά μου. Την πόρτα που τρίζει. Το κουτάλι στο πιάτο. Το ρολόι στον τοίχο, που όλο τον Αύγουστο δεν το άκουγα κι από χθες βράδυ άρχισε πάλι να μετρά.
Σήμερα κατέβηκα στην αποθήκη να δω τα ξύλα.
Έχω αρκετά, μα θέλουν συμμάζεμα. Τα χοντρά πίσω, τα λεπτά μπροστά για προσάναμμα. Να μην ακουμπούν στο χώμα και τραβήξουν υγρασία. Να σκεπαστούν από πάνω, μα να παίρνουν αέρα από τα πλάγια. Ο χειμώνας εδώ δεν αστειεύεται. Αν σε βρει ανέτοιμο, δεν νοιάζεται πόσων χρονών είσαι και πόσο σε πονά η μέση σου.
Αύριο θα κοιτάξω τα κεραμίδια. Ένα πάνω από την κάμαρα πρέπει να έχει κουνηθεί. Να καθαρίσω και το λούκι πριν αρχίσουν οι βροχές. Ύστερα ο κήπος. Να μαζέψω τα τελευταία. Ό,τι έδωσε η γη, καλό είναι. Δεν της θυμώνεις που δεν έδωσε περισσότερο. Ούτε κι εκείνη σου χρωστά.
Έτσι θα περνούν οι μέρες μου τώρα: από μικρή δουλειά σε μικρή δουλειά.
Οι νέοι νομίζουν πως η μοναξιά είναι να μην έχεις άνθρωπο να μιλήσεις. Δεν είναι μόνο αυτό. Χειρότερη μοναξιά είναι να θυμάσαι μόνος σου πώς ήταν κάτι και πώς έγινε. Να πέφτει ένα κλαδί από την παλιά κορομηλιά και να ξέρεις μονάχα εσύ ποιος τη φύτεψε. Να περνάς από ένα κλειστό σπίτι και να ακούς ακόμα αυτούς που κάθονταν κάποτε στην αυλή του.
Καμιά φορά μιλάω μόνος μου.
Όχι πολύ. Δυο κουβέντες. «Άντε, δυο ξύλα ακόμα». Ή «θα μας τα χαλάσει ο καιρός». Μερικές φορές λέω κάτι και στην κυρά μου, εκεί που έχω τη φωτογραφία της πάνω στο μπουφέ.
Δεν περιμένω απάντηση.
Τόσα χρόνια παντρεμένοι, καταλαβαινόμασταν χωρίς να μιλάμε. Τώρα συνεχίζουμε ακόμη πιο ήσυχα.
Το βράδυ θα βάλω τη ζακέτα που μου έπλεξε και θα καθίσω λίγο έξω. Θα κοιτάξω τα βουνά ώσπου να σβήσουν. Όλα τα άλλα σπίτια θα είναι σκοτεινά. Κάπου μακριά θα γαβγίσει ένας σκύλος. Ίσως περάσει κι ένα τελευταίο αγροτικό πάνω στη δημοσιά και ύστερα πάλι τίποτε.
Δεν φοβάμαι τον χειμώνα. Τον σέβομαι.
Ξέρω πως θα έρθει, όπως ήρθε τόσες φορές. Θα σκεπάσει τις σκεπές, θα στενέψει τους δρόμους, θα με κλείσει μέσα. Θα βάλω ξύλο στη σόμπα, θα ζεστάνω λίγο φαΐ από το μεσημέρι ή θα τηγανίσω δυο αυγά και θα βγάλω άλλη μια χειμωνιά. Δεν μένω άπραγος.
Κι όταν καμιά νύχτα το χιόνι θα πέφτει πυκνό και δεν θα ακούγεται το παραμικρό, θα σκέφτομαι πως από κάτω η γη δεν πέθανε. Μαζεύτηκε κι αυτή στον εαυτό της. Φυλάει τις δυνάμεις της.
Σαν κι εμένα.
Γιατί μπορεί να γέρασα, μπορεί να απέμεινα ένας και μονάχος μου, μα έχω ακόμη ξύλα να στοιβάξω, κεραμίδια να κοιτάξω και μια πόρτα ν’ ανοίγω κάθε πρωί.
Κι όσο ανοίγει αυτή η πόρτα, το σπίτι κατοικείται.
Κι όσο καπνίζει αυτή η τελευταία καμινάδα, το χωριουδάκι μου θα μένει ζωντανό.»
Θωμάς Μπιζιούρας
Αύγουστος 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια: