ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΓΡΑΙΚΙΣΜΟΥ Α.ΚΟΡΑΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΈΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΕΩς ΤΟΝ Α.ΤΣΙΠΡΑ...

Από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση του 1827 στους e-πλειστηριασμούς του 2017 – Νομικό πλαίσιο, εθνική συγκρότηση, οντολογικό υπόβαθρο


του Στέργιου Ζυγούρα Από τους δυτικόφιλους του 1827 στους αριστερούς του 2017 – Εκπληρώνεται το όνειρο του Κοραή (και) από τον Αλέξη Τσίπρα;
Ένας βασικός λόγος για τον οποίο έγινε η Επανάσταση του 1821, σύμφωνα με την πλευρά Κοραή-Μαυροκορδάτου. Από την εισαγωγική διακήρυξη του Συντάγματος που ακολούθησε την ανακήρυξη του Καποδίστρια ως Κυβερνήτη (1827)
Πάντοτε πίστευα στη ευρωπαϊκή ιδέα, είμαι ευρωπαϊστής επειδή ακριβώς είμαι αριστερός δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας στις 23-11-2017 στο Παρίσι, παραλαμβάνοντας το Prix du courage politique (Βραβείο πολιτικού σθένους). Βραβεύτηκε διότι βρήκε το θάρρος να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε. «Κάτι τρέχει στα γύφτικα» θα σκεφτεί ίσως κάποιος για μια βράβευση της επιθεώρησης Politique Internationale. Σωστά, αλλά κάτι ιδιαίτερα σημαντικό αξίζει σχολιασμού. Κάτι που δείχνει ως αντίφαση, είτε πραγματική είτε φαινομενική. Εδώ δεν θα αναφερθούμε στις αντιευρωπαϊκές προεκλογικές διακηρύξεις του Α(νδρέα) Τσίπρα, ούτε στην 5μηνη «συγκρουσιακή» παράσταση (2015) που χρεώθηκε στον «μουτζαχεντίν» Βαρουφάκη, ούτε στην μέγιστη πολιτική αλητεία του δημοψηφίσματος (2015) στο οποίο συνέπραξαν ΕΚΤ-Κομισιόν-Τσίπρας προκειμένου μετά το στέγνωμα της οικονομίας από το ευρωρευστό να στραγγαλιστεί και η κίνηση των εγχώριων κεφαλαίων. Δεν θα μιλήσουμε καν για την τεχνητή και προδιαγεγραμμένη είσοδο της Ελλάδας στην κρίση με τα εξόχως πλαστά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το έλλειμμα 2009. Το σημαντικό θέμα είναι η αντίδραση του βραβευμένου – très courageux πρωθυπουργού, όταν επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ανακοινώθηκε ότι ξεκινούν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και για χρέη προς το δημόσιο. Συνδέεται αυτή η πολιτική του στάση με την δήλωση ευρω-αριστεροσύνης στο Παρίσι; και αν ναι, πώς;
«Οι Βουλευταί οφείλουν να προσαρμόσουν νομοδοτούντες την γαλλικήν νομοθεσίαν…». Την προσταγή αυτή του 1827 στην εισαγωγή του Συντάγματος της Τροιζήνας ακολουθεί προσαρμοσμένη στο σήμερα και ο Αλέξης Τσίπρας. Γι’ αυτό βραβεύεται, γι’ αυτό στηρίζει τους e-πλειστηριασμούς και τους διαμεσολαβητές. Γιατί γίνονται όλα αυτά;
Ο πρωθυπουργός αποδέχθηκε τους e-πλειστηριασμούς, όπως συμφώνησε σε όλο το «εξυγιαντικό» ευρωπακέτο που ονομάζουμε «μνημόνια». Και η δήλωσή του στο Παρίσι αυτό ακριβώς εννοούσε. Ότι συμφωνεί με την ευρωπαϊκή ενοποίηση όπως αυτή υλοποιείται και ότι σ’ αυτήν πίστευε πριν γίνει πρωθυπουργός. Μπροστά στο χιλιοπαιγμένο σκηνικό «Ελλάς-Γαλλία Συμμαχία» ο Τσίπρας έμμεσα δήλωσε ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι υπέρτερο του ελληνικού. Είναι σαν να έλεγε ότι από το εθνικό δίκαιο ισχύει μόνον η «γαλλική παράμετρος του 1821«. Και ότι αυτό ισχύει, μέχρι να πάμε στην απόλυτη, υπερεθνική εξουσία Βρυξελλών-Φρανκφούρτης και να επιτευχθεί -επιτέλους- ο στόχος ίδρυσης του ελληνικού κράτους.
Κατ’ αρχήν ο πρωθυπουργός ξέχασε ότι παρά την επιθυμία του Κοραή (που μιλούσε για το κοινό έθνος των «Γραικογάλλων»), για πάνω από 1.000 χρόνια «Ελλάς-Γαλλία» σημαίνει «αντιπαλότητα» και όχι «συμμαχία«. Τουλάχιστον από το 800 μ.Χ. το κράτος των Φράγκων είναι υπεύθυνο για την δημιουργία των εννοιών «Δύση-Ανατολή», καθώς η Δύση διεκδίκησε το συνολικό υπερεθνικό Ρωμαϊκό κράτος από το κέντρο του, που τότε βρισκόταν στην Ανατολή. Αυτό έγινε με όχημα την ορθότητα του χριστιανικού δόγματος και γι’ αυτό οι Φράγκοι άρχισαν από τότε να αποκαλούν τους Ρωμαίους της Κων/πολης  «Γραικούς«, διεκδικώντας για τον εαυτό τους τον τίτλο του Ρωμαίου. Κατά δεύτερον, ένας ευρωπαϊστής-αριστερός πρωθυπουργός κάνοντας μια ακόμα στροφή 180 μοιρών από τον προεκλογικό σωσία του θα διευκολύνει και θα επιβλέψει την ευρωπαϊκή-αριστερή κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, μεταξύ των κομμάτων παίχτηκε για άλλη μια φορά το σόου «λαϊκή κατοικία vs στρατηγικός κακοπληρωτής δανειοδοτημένης βίλας», προκειμένου να φανεί ποιος είναι «λαϊκότερος» από ποιον. Όμως η ουσία παραμένει. Με μαφιόζικο ΕΕΤΗΔΕ αρχικά, ΕΝΦΙΑ στη συνέχεια, ανεμπόδιστους πλειστηριασμούς, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ανεργία, ύφεση και υπερφορολόγηση (που δεν έκανε ούτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία), η Ε.Ε. σε πρώτη φάση θα κατάσχει και την πρώτη κατοικία από όσους είχαν την ατυχία να πάρουν δάνειο την περίοδο των παχιών αγελάδων (Σημίτη). Το χειρότερο είναι ότι η κατάσχεση δεν θα απαλλάξει τον δανειοδοτημένο από το χρέος, αφού ο πλειστηριασμός θα γίνει σε τιμή κατά πολύ μικρότερη από την τιμή της αγοράς του ακινήτου. Όποιος πήρε δάνειο, θα εξακολουθεί να χρωστά την διαφορά στην Τράπεζα. Γιατί;

Η ξεχασμένη Γ΄ Εθνοσυνέλευση του 1826 και η άγνωστη τροπή του 1827

Το σημείο αυτό λέγεται «γαλλικό δίκαιο» και εξηγείται καλά από τον Θανάση Μαυρίδη. Στο βίντεο μπορείτε επίσης να δείτε την διακομματική προώθηση της ιδέας ότι το να φορολογείται και το άψυχο ξεχωριστά από το έμψυχο είναι μια ευρωπαϊκή (άρα φυσιολογική) πολιτική, για όσους θέλουν να λέγονται «δυτικοί» (δηλ. «προοδευμένοι»). Σε δεύτερη φάση το σπίτι τους θα χάνουν και όσοι αδυνατούν να πληρώσουν φόρους στο ελληνικό δημόσιο. Είναι καιρός να δούμε γιατί έγινε η Επανάσταση του 1821 και τι χώριζε τις παρατάξεις Κολοκοτρώνη και Μαυροκορδάτου που συγκρούονται αδιάκοπα από τότε. Πρόκειται αντίστοιχα για τις υπερεθνικές παρατάξεις Καποδίστρια και Κοραή που είχαν δικαιώματα στην Επανάσταση, όμως  η συνύπαρξη των ιδεών που εξέφραζαν ήταν απολύτως αδύνατη. Ήταν κάτι σαν «δεξιοί-αριστεροί» εκείνης της εποχής; Και ναι και όχι. Εξαρτάται από το πώς αυτοί ορίζονται σήμερα. Επιπλέον η εξήγηση του παρελθόντος είναι λάθος να γίνεται με όρους του μέλλοντος, οπότε καταχρηστικά τελείως και για λόγους ευκολίας προσέγγισης ενός δύσκολου θέματος χρησιμοποιούμε τους όρους.
Οι δυο παρατάξεις δεν δημιουργήθηκαν μετά την έναρξη της Επανάστασης. Προϋπήρχαν και στις τάξεις των διανοούμενων και στην Φιλική Εταιρεία. Το 1824 ξεκίνησε ο επίσημος διχασμός της Επανάστασης με μοχλό το Χρηματιστήριο του Λονδίνου (λέγε με «δάνεια»). Τα δάνεια αυτά δεν ζητήθηκαν ποτέ από την Επανάσταση (από νόμιμη διοίκηση). Η πλευρά του Καποδίστρια προσπάθησε να τα σταματήσει ή να τα υποκαταστήσει. Το μόνο γνωστό τους στοιχείο στο ευρύ κοινό είναι ότι εκδόθηκαν υπό το άρτιο. Χρεωθήκαμε σχεδόν τα διπλά από όσα αξιοποιήσαμε, επειδή η διαφορά χαριζόταν υπό μορφή έκπτωσης στους αγοραστές των ομολογιών για το ρίσκο που αναλάμβαναν. Αυτό το «ρίσκο» αντιφάσκει πλήρως με το επιχείρημα της βρετανικής αναγνώρισης η οποία υποτίθεται ότι εξισορρόπησε την καταδίκη της Ιεράς Συμμαχίας. Το χάος που προκλήθηκε από την σύγκρουση (λέγε με «εμφύλιο») ανέλαβε να διευθετήσει ο Διονύσιος Ρώμας, ένας βασικότατος, αφανής και δυσεξήγητος παράγοντας της πλευράς Καποδίστρια. Το 1826 κατάφερε με απίστευτη επιμονή, υπομονή και κατάλληλες κινήσεις (κορυφαία ήταν η αίτηση προστασίας προς την Αγγλία προκειμένου να την κατευνάσει) να ακυρώσει την παράνομη κυβέρνηση Κουντουριώτη (κυβέρνηση των βρετανικών δανείων), να καταργήσει το σχήμα «Βουλή-Κυβέρνηση» (ουσιαστικά το Σύνταγμα του Άστρους), να αποκαταστήσει τους ηττημένους του «εμφυλίου» και να στρώσει το χαλί για την εμφάνιση του Καποδίστρια. Όμως…
Όμως η βρετανική πολιτική έθετε την Ρούμελη εκτός Επανάστασης και η Γ΄ Εθνοσυνέλευση του 1826 διεκόπη. Συνεχίστηκε το 1827 σε δυο χωριστές Συνελεύσεις και με μεγάλη δυσκολία ολοκληρώθηκε «ενωτικά» στην Τροιζήνα. Η νομιμοποιημένη εμφάνιση του Καποδίστρια επετεύχθη, αλλά η πλευρά Μαυροκορδάτου πέτυχε στα αντίμετρα εξισορρόπησης να επανεμφανίσει το Σύνταγμα της ανεξαρτησίας του Άστρους με το διοικητικό σχήμα Βουλή-Κυβέρνηση που της έδινε ευχέρεια νομιμοφανών (εξαγορασμένων) βουλευτικών πραξικοπημάτων εναντίον της κυβέρνησης. Έτσι είχε προκύψει τον Δεκέμβριο του 1823 η κυβέρνηση Κουντουριώτη στην θέση της κυβέρνησης Πετρόμπεη. Η πρώτη ενέργεια του αφιχθέντα Καποδίστρια ήταν να καταργήσει και πάλι το Σύνταγμα της Βουλής και της ανεξαρτησίας (από το Πατριαρχείο) που είχε επαναφέρει η πλευρά των «αριστερών-ευρωπαϊστών». Η παράταξη του Κοραή εσίγησε για ένα έτος, αλλά η εξέλιξη της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης το 1829 και η παραίτηση του Λεοπόλδου την επόμενη χρονιά ξαναέφερε την δυτικόφιλη ομάδα στην κατάσταση του 1823.
Η υπογραφή του προέδρου της Συνέλευσης Γ. Σισίνη δεν πρέπει να παραπλανά. Το κείμενο και το Σύνταγμα που ακολουθεί, απηχεί την παράταξη του Μαυροκορδάτου (δηλ. του Κοραή), καθώς με την ανάδειξη του Καποδίστρια η πλευρά του Κολοκοτρώνη πέτυχε επί τόπου το μέγιστο της πολιτικής συμφωνίας μεταξύ Ρωσίας και Μ. Βρετανίας
Η επιμονή του Καποδίστρια να επαναφέρει το κράτος στην υπερεθνική τροχιά της Φιλικής Εταιρείας, η δυνατότητά του να επιβιώνει (εν μέσω πτώχευσης) χωρίς σοβαρή εξωτερική χρηματοδότηση και να ανταπεξέρχεται στον υπόγειο πόλεμο, ενεργοποίησε το 1830 την λυσσαλέα αντίδραση στον άξονα Λονδίνο-Παρίσι-Ύδρα-Σύρος-Μάνη με τα γνωστά αποτελέσματα. Σημειωτέον ότι ο Καποδίστριας αναγνώριζε τα δάνεια 1824-25, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να δανειοδοτηθεί. Αντίθετα, υπονομεύτηκε έντονα η οικονομική και νομισματική του πολιτική, ενώ οι ανταρσίες νησιών και Μάνης του στερούσαν σημαντικά έσοδα. Εσωτερική πολιτική του Καποδίστρια υπήρξε η δημιουργία μεσαίας τάξης. Επέμενε ιδιαίτερα στην προτεραιότητα της ατομικής περιουσίας έναντι του δικαιώματος ψήφου. Οι υποστηρικτές του Κοραή στόχευαν άμεσα στην δημιουργία ενός φιλελεύθερου εθνικού κράτους με «πολίτες ατομικών δικαιωμάτων». Στο κράτος αυτό η απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης για τα στοιχειώδη δικαιώματα ήταν κολοσσιαία (τα δείγματα 1822-25 διευρύνθηκαν τραγικά μετά το 1863), με αποτέλεσμα την παγίωση των πελατειακών σχέσεων ώστε η ψήφος του πολίτη να εξαγοράζεται φθηνά. Νομικό πρότυπο για την παράταξη του Κοραή ήταν η Γαλλία με τον (Ναπολεόντειο) Αστικό Κώδικα και τον αντίκτυπο της Επανάστασης του 1830. Απώτερος στόχος για αμφότερες τις παρατάξεις ήταν ένα υπερεθνικό κράτος. Χριστιανικό για την ομάδα του Καποδίστρια, αντιχριστιανικό για την ομάδα του Κοραή. Η πρώτη ομάδα ήταν υποχρεωμένη να αρκεστεί προσωρινά στον τύπο του εθνικού κράτους, με βάση όσα συμφωνήθηκαν στο Συνέδριο της Βιέννης. Είχε σχεδόν την απόλυτη πλειοψηφία της κοινωνίας, όμως οι καλυμμένες διακηρύξεις αμφοτέρων έδιναν χώρο στο μέσο του χρήματος που διέθετε η δεύτερη ομάδα για να επιδρά αρνητικά στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Η οργανωμένη συκοφαντία εναντίον προσώπων της πλευράς Καποδίστρια ήταν το δεύτερο μέσο που χρησιμοποιούσε η παράταξη του Κοραή. Ας δούμε μερικά άγνωστα στοιχεία της σύγκρουσης 1824-25 και πόσο «ενωτικά» προέκυψε ο Καποδίστριας το 1827.
 Ποιος ήταν ο κόμης Alerino Palma di Cesnola;
Η κατανόηση του πολύπλοκου 1821 περνάει και μέσα από τα πρόσωπα. Ο κόμης Alerino Palma ήταν ιταλικής καταγωγής. Παρά το ότι ο Al. Palma πολέμησε ως Πιεμοντέζος για να ενταχθεί η ιδιαίτερη πατρίδα του στην δημοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης, η νεωτερική ιστορία δεν τον φωτίζει. Ίσως επειδή αδυνατεί να τον ταυτίσει με την «λαϊκή» Ελληνική Επανάσταση (τι δουλειά έχει ένας κόμης;), αλλά κυρίως επειδή ο Palma είχε ρόλο που θα προβλημάτιζε όποιον δέχεται την εμφάνιση του Canning ως αιτία της βρετανικής «αλλαγής στάσης» και ως τριών διαστάσεων το τριμερές σχήμα των «μεγάλων δυνάμεων» που επεμβαίνουν εκ των υστέρων σε μια Επανάσταση οργανωμένη από τους «Γραικούς». Ο κόμης Palma είναι ο εκλεκτός του G. Canning. Αποστέλλεται από τους Φιλογραικούς του Λονδίνου (που προωθούν τα δάνεια εξαγοράς και διχασμού της Επανάστασης) για να προωθήσει την ιδέα ενός πολιτικού έθνους. Με πιο απλά λόγια, ένας Ιταλός αποστέλλεται από τους Άγγλους για να επιβάλλει τον Γαλλικό νόμο, ώστε το κράτος που θα προκύψει, να ακολουθεί την αντιχριστιανική τάση της Γαλλικής Επανάστασης. Το 1824 -εν μέσω εμφυλίου- ο κόμης Αλερίνο Πάλμα έγραψε την «Πολιτική Κατήχηση» για τους Έλληνες, δηλαδή μια προσαρμοσμένη εκδοχή του προηγηθέντος κειμένου «Ελληνική Νομαρχία». Το 1806 ο Ναπολέοντας με τον Κοραή προσπαθούσαν να αποφύγουν μια φαναριώτικη Επανάσταση μέσω Επτανήσων – Σερβίας και Μολδοβλαχίας. Το 1824 ο Κάνινγκ με τον Πάλμα προσπαθούσαν να εμπεδώσουν την πεποίθηση ότι ο Υψηλάντης μιμήθηκε τον Ροβεσπιέρο. Προσπαθούσαν επίσης να περιορίσουν την χριστιανική παράμετρο της Επανάστασης στα όρια μιας «καθαρεύουσας» ελληνικής γλώσσας. Στην εισαγωγή ο εκδότης Ιωσήφ Κιάππε χαρακτηρίζει τον Πάλμα «αυθόρμητο φιλέλληνα» που έσπευσε υπέρ των αγωνιζόμενων χριστιανών Ελλήνων. Στο προλογικό του σημείωμα ο Πάλμα ανταποδίδει το ευγενές ψέμα, επιβεβαιώνοντας ότι ο Κιάππε ήταν αυτός που τον παρότρυνε να γράψει την Κατήχηση. Μια Κατήχηση που ερχόταν από το σημείο που ερχόντουσαν και τα δάνεια.
Με βάση το ίδιο «δικαίωμα των Εθνών» η Βρετανία υποχρέωσε τον Γ. Κουντουριώτη να θεωρήσει «ουδέτερα» τα ναυλωμένα πλοία διαφόρων χωρών που μετέφεραν τον Ιμπραήμ από την Αίγυπτο (Σεπτέμβριος 1824), πριν ο Κουντουριώτης παραλάβει την πρώτη δόση του α΄ δανείου που είχε μπλοκαριστεί στην Ζάκυνθο. Ο Πάλμα  απέστειλε το κείμενο στον Μιαούλη τον Δεκέμβριο του 1824
[Ο Κιάππε (Giuseppe Chiappe) ήταν Ιταλός. Μαζί με τον Πάλμα και τον Σανταρόζα προορίζονταν από το Λονδίνο ως καρμποναρικό επιτελείο εξωτερικής πολιτικής του Γ. Κουντουριώτη. Ένα ενδεικτικό σημείο μόνο, για να καταλάβει ο αναγνώστης πώς εννοούσε τον «Νόμο» η παράταξη του Κοραή: Πριν κλείσει μήνα η «ουδέτερη» εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου» που εξέδιδε στην Ύδρα ο Κιάππε, είχε προαναγγείλει την ενοχή του Καραϊσκάκη ως «προδότη», καλώντας όσους ήξεραν για την «προδοσία» να παρουσιαστούν για να καταθέσουν. Η «προδοσία του Καραϊσκάκη» είχε κατασκευαστεί από τον Μαυροκορδάτο. Αφορμή του σχεδίου ήταν ο άμεσος κίνδυνος να μην καταλήξουν τα χρήματα του δανείου στον Γ. Κουντουριώτη, επειδή αμφότεροι οι απεσταλμένοι του Λονδίνου -Μπάιρον και Στάνχοπ- βλέποντας από κοντά τα πράγματα και αντιλαμβανόμενοι πώς αναδείχθηκε ο Κουντουριώτης, υποστήριζαν μια ενωτική προσωρινή κυβέρνηση που θα αποσοβούσε τον εμφύλιο. Για να μην κινηθεί ο Μπάιρον ανατολικά προς τον Ανδρούτσο, εφευρέθηκε ο αντιπερισπασμός «κίνδυνος στο δρόμο για την ζωή του λόρδου από τους προδότες Καραϊσκάκη-Ανδρούτσο». Ο δεύτερος βρισκόταν προσωρινά εκτός εμβέλειας του κοραϊκού Νόμου που εφάρμοζε ο Μαυροκορδάτος.]
Το 1824 ο κόμης Αλερίνο Πάλμα έγραψε την «Πολιτική Κατήχηση» για τους Έλληνες. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου» που απηχούσε το κοραϊκό πνεύμα της «Ελληνικής Νομαρχίας» (1806) και υποστήριζε την προσωρινή κυβέρνηση που προέκυψε μέσω Λονδίνου: την κυβέρνηση Κουντουριώτη. Εδώ η εκτύπωση του 1826.

Συγγραφέας του κειμένου ο Α.Π. (Alerino Palma)
Στην «Πολιτική Κατήχηση» που ο Πάλμα έστειλε στον Μαυροκορδάτο, αρχικά εξηγεί ότι το υπό ίδρυση κράτος έχει αναφορά στην αρχαία Ελλάδα μέχρι την «παρακμή των φώτων» που ξεκινά όταν ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας παρότρυνε τον Αριστοτέλη να αφήνει τον λαό στην κτηνώδη του κατάσταση. Στη συνέχεια αναλαμβάνει να ενημερώσει τους επαναστατημένους ότι ξεσηκώθηκαν για να διαφυλάξουν την χριστιανική τους θρησκεία η οποία κινδυνεύει από τους Τούρκους, πράγμα που φαίνεται από το πώς οι Τούρκοι μεταχειρίστηκαν τον «αγαθό και αξιοσέβαστο» Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Γιατί τα λέει αυτά; Η London Greek Committee υποτίθεται ότι συγκροτείται πάνω στην βάση της χριστιανικής αλληλεγγύης. Το πνεύμα του κειμένου είναι το εξής: εφόσον οι Έλληνες θεωρούν φίλους και αδελφούς τους Χριστιανούς της Δύσης, θα ιδρύσουν ένα κράτος χωρίς Μακεδονία και -κατά μείζονα λόγο- χωρίς Κωνσταντινούπολη που θα ακολουθεί τον δυτικό τύπο του εθνικού κράτους με «επικρατούσα θρησκεία και ανεκτικότητα«. Συνεπώς, θα ιδρυθεί εθνική Εκκλησία και η δικαιοδοσία της θα υπαχθεί υπό την πολιτική εξουσία (αρχηγός της Εκκλησίας θα είναι ο μονάρχης). Όπερ μεθερμηνευόμενον, η χριστιανική πίστη επιδιώκεται να γίνει -σταδιακά- μια ιδεολογική παράμετρος της ιδιότητας του πολίτη. Επιπλέον, αφού προηγήθηκε η Γαλλική Επανάσταση, η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί παρά να γίνει στο γαλλικό πρότυπο. Κεντρικό σημείο της Κατήχησης: Οι Έλληνες θα αποκτήσουν την ελευθερία και ανεξαρτησία που στερήθηκαν όταν ο Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών τους τις στέρησε. Κατά ποιο τρόπο, άραγε, συνδέεται η επιδιωκόμενη εθνική χριστιανική διάσταση των Γραικών με την συνεχή υπενθύμιση πως το υπό ίδρυση κράτος έχει «ελληνική αναφορά» στο παρελθόν μόνον μέχρι τους Μακεδόνες; Ο Πάλμα όχι μόνον είναι από τους «φιλέλληνες» εκείνους που σιώπησαν όταν η Ελλάδα ιδρύθηκε ως «Γραικία» στις διεθνείς συνθήκες (όπως ο Κοραής ήθελε), αλλά υπηρέτησε την Γραικία επί Όθωνα προτείνοντας «Σχέδιο παρατηρήσεων… δια να γίνει ο Γαλλικός πολιτικός κώδιξ εφαρμοστέος εις την Ελλάδα«.
 Πώς δόθηκε το πράσινο φως στον Καποδίστρια το 1827;
Η ρωσοβρετανική συμφωνία του 1826 στην Αγ. Πετρούπολη ίδρυσε το ελληνικό κράτος. Ο Ιμπραήμ είχε -τυπικά- διεθνοποιήσει το θέμα των Γραικών, οπότε η διαλυμένη πλέον Ιερά Συμμαχία (ουσιαστικά η Ρωσία) σπάζει την «ουδετερότητά» της και συμφωνεί με την Μ. Βρετανία. Ακολουθεί και αίτηση προστασίας προς την Ρωσία. Της αίτησης αυτής είχε προηγηθεί η αίτηση προστασίας προς την Γαλλία, οπότε, πριν συνέλθουν οι τρεις στο Λονδίνο, οι «Γραικοί» καλούνται «να εκλέξουν» νέα διοίκηση με πλαίσιο το Πρωτόκολλο της Αγ. Πετρούπολης. Η τελική ισορροπία έχει ως εξής: «Καποδίστριας από την μια πλευρά, Church, Cochrane και Βουλή από την άλλη». Χάρη στους ελιγμούς των Ρώμα-Κολοκοτρώνη η αγγλική πλευρά θα βρεθεί διασπασμένη μεταξύ Κουντουριώτη-Ζαΐμη. O εκβιασμός του Cochrane δεν θα πετύχει, η Αγγλία θα αποδεχθεί ελπίζοντας σε ναυάγιο, οπότε η καταφανής μειοψηφία δεν θα ψηφίσει και ο Καποδίστριας θα αναδειχθεί «ομόφωνα» στις 3-4-1827. Η πρώτη φάση της Συνέλευσης (1826) είχε προετοιμάσει το έδαφος με την κατάργηση Βουλής και Κυβέρνησης. Το 1827 η κυβερνητική συρρίκνωση έγινε εύκολα αποδεκτή, όχι όμως και το πρόσωπο. Ο Κολοκοτρώνης θα προσπαθήσει να αναδείξει τον Ρώμα στην προεδρία της Βουλής, αλλά η προσπάθεια αυτή θα αποτύχει. Η παράταξη του Μαυροκορδάτου βρισκόταν σε απόλυτη ταραχή. Η άγνοια του πλούσιου προσκηνίου και παρασκηνίου κάνει πιστευτό το ιστορικό επιχείρημα «το 1827 ο Κοραής συμφώνησε στον Καποδίστρια και ο μετέπειτα μανιώδης πόλεμος εναντίον του έχει να κάνει με πράξεις του δεύτερου ή με κακή πληροφόρηση του πρώτου». Ενώ το παραδοσιακό στρατόπεδο παρέκαμπτε το ζήτημα νοθείας στα οικονομικά κατάστιχα και την σκανδαλώδη διαχείριση των δανείων, το φιλοδυτικό στρατόπεδο μετά την εκλογή της μονοπρόσωπης κυβέρνησης Καποδίστρια έριξε όλο το βάρος στην σύνταξη ενός οριστικού Συντάγματος που θα βασιζόταν και πάλι στην δυαρχία, με υπεροχή της Βουλής έναντι της Κυβέρνησης. Μάλιστα, θα ήταν έτσι φτιαγμένο, ώστε να κατηγορηθεί ως «εχθρός του λαού» όποιος τολμήσει να το πειράξει. Την 5η Μαΐου η Συνέλευση διαλύθηκε. Πέντε μέρες πριν ψήφισε το Σύνταγμα, ενώ έξι μέρες μετά την ανάδειξη του Καποδίστρια η Συνέλευση απηύθυνε ψήφισμα στον Κοραή. Μεταξύ άλλων έλεγε:
Το Ελληνικόν Έθνος συνηγμένον εις την Γ΄ Εθνικήν Συνέλευσιν δια τα μεγάλα του συμφέροντα, σού προσφέρει το σέβας και την εκ της μέσης καρδίας αγάπην του. … Καταφιλεί τα χρυσά σου λόγια, τα σοφά σου παραγγέλματα, συνομιλεί με τα βιβλία σου και φωτίζει το πνεύμα και την καρδίαν του ευχόμενον να μη παύσης να κοινοποιής τα αγαθά σου φρονήματα εις τους συμπολίτας σου, συμβουλεύων τα κοινά συμφέροντα.
9-4-1827, Από το Ψήφισμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης προς τον Αδαμάντιο Κοραή
Αντίστοιχα τιμητικά ψηφίσματα έλαβαν οι πρωταγωνιστές του έντονου παρασκηνίου: Ρώμας, Στεφάνου, Δραγώνας, Eynard, μ. Ιγνάτιος, Βιάρος Καποδίστριας, Γεροστάθης, βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας, Canning και Hamilton. Είναι προφανές ότι δεν ανήκαν όλοι στην ίδια τάση. Όμως το ενωτικό πνεύμα της παράδοσης δεν συγκινούσε και πάλι την νεωτερικότητα. Προσπάθεια σύγκλησης νέας Συνέλευσης και ανατροπής του Καποδίστρια έγινε πριν εκείνος αναλάβει, από την πλευρά του Μαυροκορδάτου. Την στιγμή εκείνη ο Καποδίστριας γύριζε την Ευρώπη για να εξασφαλίσει τις συμμαχίες και τις καλύτερες δυνατές συνθήκες λειτουργίας ενός υπό ίδρυση κράτους που βρισκόταν όχι σε πόλεμο αλλά σε γενοκτονία. Και η γενοκτονία αυτή προκλήθηκε και υποβοηθήθηκε από δυνάμεις που καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό και την αγγλογαλλική πολιτική.
Από το 1800, κάθε φορά που ο ελληνισμός πλησίαζε στην επαναστατική έκρηξη ή στην επιτυχία του εγχειρήματος, ελάμβανε από τον Κοραή ανώνυμες οδηγίες συμμόρφωσης γραικικού περιεχομένου

Παρότι από το 1833 η κρατική πυξίδα έδειχνε κυρίως στην πορεία που χάραξε ο Κοραής, μέχρι και την έξωση του Όθωνα η κατάσταση στο Γραικικό Βασίλειο είχε μια σχετική ρευστότητα. Ο Όθων περιορίστηκε, πολεμήθηκε και τελικά απομακρύνθηκε επειδή στις αποφάσεις του έβαλε μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη δοσολογία του στόχου των Φιλικών. Η μετονομασία του Δανού Γεωργίου Α΄ από «Βασιλεύς των Γραικών» (Rois des Grecs) σε «Βασιλεύς των Ελλήνων» (Roi des Hellènes) και η προβλεφθείσα υποχρέωση «να πρεσβεύουν οι διάδοχοι του Γεωργίου τα δόγματα της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας» δεν μετατόπισε την πορεία του κράτους προς την καποδιστριακή πολιτική. Μετά και την ίδρυση της Βουλγαρίας, το κράτος ήταν υποχρεωμένο να λειτουργεί «εθνικά» στην εξωτερική του πολιτική με βάση το δυτικό πρότυπο του έθνους. Η ιδέα της Φιλικής έγινε -θέλοντας και μη- μια ελληνόφωνη μεγάλη ιδέα, που διατηρούσε τα υπερεθνικά στοιχεία του χριστιανισμού μόνον σε επίπεδο προσωπικών οραμάτων. Την δεκαετία του 1870 διευθετήθηκαν τα εκκρεμή -μετά τον Καποδίστρια- δάνεια του 1824-25, άρα ξεπάγωσε και η δυτική δανειοδότηση. Η Μικρασιατική καταστροφή έκλεισε το κεφάλαιο του 1821 σε κοραϊκό εθνικό επίπεδο. Η Ελλάδα πολιτικά και πολιτισμικά βρέθηκε στην αποκλειστική ζώνη της Μ. Βρετανίας, των ΗΠΑ και τέλος, των Βρυξελλών. Το καποδιστριακό όραμα υπέστη φθορά σε επίπεδο συλλογικής συνείδησης, όμως οι «Γραικογάλλοι» που ήθελε ο Κοραής δεν δημιουργήθηκαν μαζικά ούτε στο α΄ μισό του 20ου αιώνα.
Ο δρόμος μετά τον Β’ Π. Πόλεμο είναι σαφής: Ευρωπαϊκή ενοποίηση επιδιώκεται από την αντιχριστιανική τάση που βοήθησε την χριστιανική Ανατολή να χαθεί και επέφερε τον Δυτικό κατακερματισμό και τα Εθνικά κράτη. Σήμερα είναι σαφέστερος ο διαχρονικός στόχος που το 1800 εκφραζόταν από τον Κοραή. Τα Εθνικά κράτη επιδιώκεται σήμερα να διαλυθούν, επειδή περιέχουν σε κλειστή (εθνική) συγκρότηση στοιχεία του υπερεθνικού χριστιανισμού. Η αμφισβήτηση των εθνικών ταυτοτήτων, της ανθρώπινης ταυτότητας (ταυτότητας φύλου κλπ), της οικογενειακής δομής, η θρησκειολογία στην παιδεία, ο διαθρησκειακός διάλογος υπό την πολιτική ομπρέλα, το «δικαίωμα στον θάνατο» είναι μερικά από τα άυλα μέσα περαιτέρω αποχριστιανοποίησης των κοινωνιών. Το υλικό μέσο του χρήματος ακολουθεί μια -φαινομενικά- αντίστροφη πορεία. Μέσο για την υποταγή μιας χειραγωγημένης από την εκπαίδευση και τα ΜΜΕ κοινωνίας που υποβάθμισε την πνευματική ζωή για χάρη μιας υλιστικής απόλαυσης είναι η απογύμνωση από την ατομική περιουσία. Περιέργως, στα «ατομικά δικαιώματα» των «ευρωπαϊστών» υπάγονται τα πάντα πλην του δικαιώματος για εργασία και για ιδιοκτησία κατοικίας. Αυτό, βέβαια, αφορά μια μόνον ερμηνεία της Ευρώπης, του ανθρώπου και του κόσμου.
 Αυτή «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα» (;)
Τα ελληνικά πολιτικά αδιέξοδα έχουν παγκόσμια ιδιαιτερότητα που οφείλεται στην φύση του ελληνικού θέματος όπως αυτή φαίνεται στο εξαρχής διεθνές θέμα «1821«. Έχουν όμως και διεθνή αναγωγή και τεχνική εξήγηση σε έναν τύπο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας τον οποίο θα επευφημούσε ο Κοραής. Η εθνοπατερική δυτική δημοκρατία ενώ δεν πέτυχε τον διαχωρισμό των εξουσιών και την ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου, πέτυχε να δημιουργήσει έναν πολιτικό δυισμό. Έναν διπολισμό μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης που διχάζει μια κοινωνία και ταυτόχρονα πετυχαίνει μια πορεία προς την ίδια πολιτική κατεύθυνση μέσω και της χεγκελιανής σύνθεσης των «αντιθέτων». Η δυτική δημοκρατία είναι μια κατά τόπους τραπεζοκρατία ενός κεντρικού τραπεζικού συστήματος που τεχνικά επιβιώνει μέσω του κομματισμού. Τα κόμματα αποτελούν ελεγχόμενους σχηματισμούς. Είναι σχηματισμοί διεφθαρμένοι (άρα εκβιαζόμενοι) που διχάζουν τις κοινωνίες μέσω διεθνών ιδεολογικών γραμμών. Τι γραμμών; εικονικών, αφού αμφότερες έχουν υλιστικό προσανατολισμό και χρηματοδοτούνται από την ίδια πηγή. Γι’ αυτό είναι αναγκασμένες να υποκρίνονται και να περιμένουν την σειρά τους για να κυβερνήσουν. Ταυτόχρονα, τα «ιδεολογικά» κόμματα έχουν δυο βασικές αρνητικές επιδράσεις στην κοινωνία: α) δηλητηριάζουν την καθημερινότητα με την φυσιολογικοποίηση της εγωπάθειας. Καθώς «κυβέρνηση» και «αντιπολίτευση» αποτελούν ρόλους, κάθε πρόσωπο, κάθε παράταξη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αυτοεπαινείται και να κατηγορεί την άλλη πλευρά. β) τα κόμματα, είναι το άλλοθι μιας ψευδώς θεμελιωμένης «ελευθερίας». Αποτελούν εκτονωτικό στοιχείο της κοινωνικής αγανάκτησης και μεταφοράς των ευθυνών στους ψηφοφόρους (ψηφίστε κάτι άλλο την επόμενη φορά, εκλέξτε άλλους εθνοπατέρες, it’s up to you). Επανερχόμενοι στα δικά μας, στο σήμερα και στην  αφορμή αυτής της ανάλυσης, βλέπουμε ότι μέρος αυτού του διπολικού συστήματος είναι και το προσωποπαγές κόμμα ΣΥΡΙΖΑ και ο «ιδεολογικά αντίθετος» κυβερνητικός εταίρος ΑΝΕΛ. Παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς είναι ο Άδωνις Γεωργιάδης που ενώ σήμερα κατηγορεί την κυβέρνηση για τους πλειστηριασμούς, το 2013 υπερασπιζόταν την κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας προβάλλοντας το πιο κωμικό επιχείρημα και το μαυροκορδάτειο αξίωμα «Δύση καλή, Ανατολή κακή» (αν και στο δικό του μυαλό η Ανατολή δεν ταυτίζεται με τον οικουμενικό ελληνικό πολιτισμό της χριστιανικής περιόδου).
Ήταν ειλικρινής ο Τσίπρας στο Παρίσι; Αν «αριστερά» σημαίνει το αντίθετο της «δεξιάς» στην αστική κομματική δημοκρατία, τότε «όχι». Τέτοιο πράγμα δεν υπήρξε εκ κατασκευής, υπήρχε μόνο στο μυαλό μεμονωμένων προσώπων και ο Αλέξης Τσίπρας από την προσωπική του πορεία σαφώς και δεν φανερώνει έναν πλανημένο, αγνό ιδεολόγο. Αν όμως «αριστερά» σημαίνει «αντιπαραδοσιακότητα» ή  «αντιχριστιανικότητα» (που συχνά παρουσιάζεται καλυμμένα ως «αγνωστικισμός» ή «αθεΐα»), τότε «ναι», ο Τσίπρας είπε με ειλικρίνεια «είμαι πρώτα φεντεραλιστής/διεθνιστής και ύστερα εθνιστής. Αν ζούσα στο 1821, θα βρισκόμουν στο πλευρό του αριστερού-ριζοσπάστη Κοραή. Οφείλουμε σήμερα να συνεχίσουμε στ’ αχνάρια του». Όμως, διεθνιστές ήταν όλοι οι βασικοί μετέχοντες του «εθνικού» ελληνικού ζητήματος δυο αιώνες πριν. Άρα η φράση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Δυστυχώς, αυτά δεν ξεκαθαρίζονται. Αντίθετα, επιβάλλονται ετικέτες ρηχού και πρόσκαιρου επιπέδου. Οι μονολεκτικοί χαρακτηρισμοί αποτελούν καλλωπιστικά περιτυλίγματα που σταδιακά επιβάλλονται μέσω της ψυχολογίας στις ανενημέρωτες μάζες. Όσο «στοχαστής» ήταν ο Κοραής, άλλο τόσο «θαρραλέος» είναι ο Τσίπρας. Ως προς το σήμερα ο ρόλος του εκφωνητή είναι προφανέστερος. Με μικρή έρευνα θα βρούμε και τον ρόλο του εκφωνητή Κοραή που υποκρίνεται μέσα σ’ ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο.

Το θέμα στη βάση του είναι «διεθνισμός vs εθνισμός» ή «διεθνισμός Α΄ vs διεθνισμός Β΄»; Το ελληνικό ζήτημα του 1821 είναι διεθνές γιατί το έθνος που το κινεί έχει διαχρονικό διεθνικό χαρακτήρα (τόσο προ Χριστού, όσο και μετά Χριστόν) και τυχόν επιτυχία της Επανάστασης θα ισοδυναμούσε με παγκόσμια αναδιάταξη δυνάμεων. Το ίδιο θέμα υπάρχει και σήμερα, αν κοιτάξουμε την διεθνή σκακιέρα, κάτω -δηλαδή- από την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ, τον ορυκτό πλούτο και τα άλλα ζητήματα που κινούν την ελληνική κρίση. Ένα σημαντικό σημείο για την κατανόηση του σημερινού αδιεξόδου είναι το αν υπάρχει -έστω,  υποτυπωδώς- ένα κόμμα καποδιστριακό. Τι διαφορετικό από τον Τσίπρα θα έλεγαν λ.χ. ο Μητσοτάκης, η Γεννηματά; Ξέρουμε ήδη τι είπαν και τι έκαναν στο θέμα της ΕΟΚ οι Καραμανλής Α΄ και Παπανδρέου Β΄, οι ηγέτες των γαλάζιων και πράσινων καφενείων. Είδαμε τι έλεγε ο Άδωνις που διεκδίκησε και την προεδρία της ΝΔ. Ο επίδοξος Μητσοτάκης Β΄ το 2006 διαφωνούσε έντονα με το κόμμα του για μια «ευρωπαϊκότερη» αναθεώρηση του εθνικού Συντάγματος. Όσο για την Φώφη, και μόνον η ανάδειξή της στον κωμικής μετονομασίας «κεντροαριστερό» χώρο υπό την αιγίδα των αναβαπτιστών-συνταγματολόγων και υποψηφίων ΠτΔ κάνει τα θέματα σαφή, χωρίς να απαιτείται καμιά περαιτέρω δήλωση. Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο: πόσοι εξακολουθούν να θεωρούν τον Κοραή έναν ευγενή άνθρωπο, έναν ανθρωπιστή, έναν υπερασπιστή της χριστιανικής πίστης και έναν εξυγιαντικό παράγοντα της χριστιανικής Εκκλησίας; Επιλεκτικά διαβασμένος και στιγμιαία κρινόμενος ο Κοραής μπορεί να είναι τα πάντα. Το ίδιο και ο κάθε σημερινός πολιτικός. Η συνολική πορεία και οι πράξεις διαρκείας των ανθρώπων δίνουν μια τελική κρίση και αποκρυπτογραφούν τις πραγματικές προθέσεις. Και οι προθέσεις του Κοραή είναι σαφείς, παρά το ότι από το 1960 οι κοραϊστές πανεπιστημιακοί και ερευνητές έκαναν το παν για να τις παρουσιάσουν ως φωταδιστικές. Ενδεικτικό ακόμα της αποσπασματικότητας και έλλειψης διαχρονίας στο θέμα του Κοραή είναι το πώς οι υπερασπιστές του και ιδιαίτερα οι φιλόλογοι δεν έχουν να δηλώσουν το παραμικρό στο θέμα «προσπάθεια εξαφάνισης της ελληνικής γλώσσας, ήδη από την εποχή της ένταξης στην ΕΟΚ, ούτε για την επίθεση στα ευρωΜΜΕ εναντίον της αρχαίας Ελλάδας μετά το 2010». Αρνούμενη την ελληνική ταυτότητα ως χριστιανική η πλευρά του Κοραή έπρεπε 1) να μεταποιήσει τον χριστιανικής προέλευσης ελληνοκεντρικό διαφωτισμό σε μια «ντεϊστική αποκάλυψη» της καλοσύνης-δικαιοσύνης-ευδαιμονίας, 2) να προβάλλει την γλώσσα ως κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας και 3) να επευφημεί ένα «ελληνικό» παρελθόν μόνον ως στενά εθνικό (μη οικουμενικό) και αντίθετο της διδασκαλίας του Χριστού. Το τριπλό ψεύδος του νεωτερικού οικοδομήματος έχει σήμερα αποκαλυφθεί. Μένει το θέμα με τους σημερινούς κοραϊστές πολιτικούς στο «λαϊκό» μας πολίτευμα.
Στο θέμα της «λαϊκής κατοικίας» ο προεκλογικός λαϊκισμός του Τσίπρα έχει δώσει μια απάντηση προκαταβολική, ενώ η δήλωση του Παρισιού πρέπει να εκληφθεί ως ειλικρινής κυριολεξία ενός αριστερού ριζοσπάστη που για λόγους «κοινού συμφέροντος» εψεύσθη προεκλογικά. Υπάρχουν, φυσικά, περισσότερο και λιγότερο λαϊκίστικες προσωπικότητες στα διάφορα κόμματα, όμως το συγκεκριμένο λαϊκό πολίτευμα είναι σύμφυτο με τον λαϊκισμό, αφού σχετίζεται δομικά με τον υλισμό και το τραπεζικό σύστημα. Έτσι, με λίγες εξαιρέσεις, η διακυβέρνηση γίνεται αυτοσκοπός και η ψήφος αντικείμενο αγοραπωλησίας και πλειοδοσίας.
Η επιστήμη που διαθέτει και τις αποδείξεις περί προτεραιότητας του πνεύματος έναντι της ύλης δεν μπορεί πια να κρύβεται. Ο υλισμός καταρρέει διεθνώς. Παρότι θα περίμενε κανείς το αντίθετο, στην Ελλάδα δεν δείχνει την διάθεση να κρατήσει τους υποστηρικτές του. Σκοπεύοντας μεσοπρόθεσμα να εκβιάσει, ίσως και να ξαναδελεάσει σε μια επόμενη φάση, έρχεται σε αντίφαση με το καλοσυνάτο προσωπείο του. Τα κόκκινα δάνεια είναι ένα θέμα που δεν θα κλείσει γρήγορα. Υπάρχει το θέμα των συμβολαιογράφων, υπάρχει και ένα παιχνίδι ψυχολογίας που συντηρεί την αντιπαράθεση μεταξύ «δεξιάς – αριστεράς – κεντροαριστεράς»!) και την αρνητική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας και των Τραπεζών. Ξεκίνησε ήδη το έργο «Κανένα σπίτι στα χέρια δανειολήπτη«. Με τον ΕΝΦΙΑ, τις κατασχέσεις λόγω χρεών προς το δημόσιο και την οικονομική ύφεση πληθαίνουν οι αποποιήσεις κληρονομιάς ακινήτων. Σταδιακά πηγαίνουμε στο «Κανένα σπίτι στα χέρια ιδιοκτήτη«. Όταν ο υλισμός βάζει τόσο σκληρούς όρους στην «απόκτηση της ύλης», τότε δείχνει ότι αποφασίζει να παίξει τα ρέστα του. Σήμερα φαίνεται καθαρότερα ότι όσα ριζοσπαστικά έλεγαν οι φίλοι του Κοραή όπως ο Τζέρεμυ Μπένθαμ και ο Φρανσουά-Μαρί Αρουέ Βολταίρ, σε μια και μόνη ανθρώπινη ρίζα στόχευαν, όχι σε πολλές. Η ρίζα αυτή δεν έχει σπάσει και η επιτυχημένη συνεισφορά του Αλέξη Τσίπρα σ’ αυτό το έργο είναι πολύ αμφίβολη.
https://karavaki.wordpress.com/2017/12/12/from-1827-to-e-auctions-gr/
 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΟΣ...[Μέρος Β΄]

Το τέλος – Μέρο; Β  
      

vi.
Στην κυβική αίθουσα συσκέψεων.
Ώρα μία πρωϊνή ακριβώς.
Ο επικεφαλής των δεκατριών σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του. «- Λύεται η συνεδρίασις!», είπε μ’ επίσημο παγερό ύφος. Τον μιμήθηκαν όλοι οι υπόλοιποι καί σηκώθηκαν κι αυτοί.
Αφήνοντας κατά μέρος τις επισημότητες, τους απευθύνθηκε με οικείο αυτή τη φορά ύφος. Σαν συμβουλευτικό· πατρικό, θά μπορούσες να το πείς.
«- Πιστεύω, το προσεχές χρονικό διάστημα να θυμάστε διαρκώς, ότι απόψε θέσαμε ως πρώτη προτεραιότητα την απόλυτη καταστροφή εκείνης της χώρας – καί να το προχωρήσετε, ο καθένας στον τομέα του.», είπε. «Περιμένω απτά αποτελέσματα, το πολύ μέσα σ’ έναν χρόνο!»
«- Μ’ όλον τον σεβασμό, πρεσβύτερε…», παρενέβη ένας απ’ τους υπόλοιπους, «…απόψε μιλήσαμε γιά τρείς χώρες προς καταστροφή. Αν κατάλαβα καλά, ως πρώτη προτεραιότητα στο έργο μας εννοείτε την Ελλάδα;«, κατέληξε.
«- Ναί! Αυτήν εννοώ. Καί τώρα να πας να πλύνεις το στόμα σου, που το μόλυνες με κακιά λέξη!», αστειεύτηκε ο αρχηγεύων. Είτε αυθόρμητα, είτε από υποχρέωση, όλοι γέλασαν.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα εισόδου στο κυβικό δωμάτιο, καί μπουκάρισε μ’ αποφασιστικό ύφος ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.

Αυτό δεν είχε ξαναγίνει!… Δεν προβλεπόταν στο πρωτόκολο, ακόμη καί γιά όταν στο κυβικό δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς. Οι σωματοφύλακες πάντα περίμεναν στο επάνω δωμάτιο καί στον προθάλαμο. Ποτέ δεν έφταναν εδώ κάτω.
Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε, καί κοίταξαν τον υψηλόσωμο σωματοφύλακα – ερωτηματικώς πως. Αυτός στάθηκε λίγο πιό μέσα απ’ την είσοδο, καί κάρφωσε κατάματα τον αρχηγεύοντα.
«- Σολομωνάααα-κοοοο!«, είπε με τόνο τέτοιον, που κοροϊδεύονται τα μικρά παιδιά μεταξύ τους. «Γιά πού τό ‘βαλες;»
Το ανοίκειο της παρουσίας του σωματοφύλακα, γέμισε την ατμόσφαιρα μ’ άσχημη έκπληξη· αλλά δέκα φορές περισσότερον ηλεκτρισμό φόρτισε την ομήγυρη η πρωτάκουστη αυθάδειά του. Τον κεραυνό, όμως, στα κεφάλια των συνέδρων τον αμόλησε η φωνή του.
Ήταν γυναικεία!
Ο αρχηγεύων νευρίασε στο έπακρο· αν ο σωματοφύλακας είχε έστω καί μικρό ίχνος ψυχικής ευαισθησίας, καί μόνο το βλέμμα του πρεσβύτερου θα τον σκότωνε. Με δυσκόλως ελεγχόμενο θυμό, του μίλησε με παγερή αυστηρότητα.
«- Τί συμβαίνει, Χαΐμ; Τί συμπεριφορά είν’ αυτή;»
«- Πού πας βιαστικός, Σολομωνάκο, χωρίς να μας χαιρετήσεις;», ανταπέδωσε η κοροϊδευτική γυναικεία φωνή.

Ήταν φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ. Ο Σολομωνάκος, δηλαδή ο μέχρι πρότινος χαίρων απολύτου σεβασμού πρεσβύτερος, είχε γίνει μπαρούτι.
Προσπάθησε να συγκρατήσει τη λογική του, που δεν θ’ άντεχε άλλη επίθεση συναισθήματος – χρόνια καί χρόνια ξέμαθη, γάρ. Μέχρι σήμερα, γινόταν ό,τι γούσταρε ο λεγάμενος· κι ακριβώς όπως το ήθελε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε θυμούς καί νεύρα, γιά να περάσει το δικό του. Κι εδώ δεχόταν τέτοια κόντρα στη θέλησή του -που είχε συνηθίσει να την επιβάλει ασυζητητί στους πάντες-, που ο έλεγχος της συμπεριφοράς του ακουμπούσε πλέον τα σύνορα του αδύνατου.
Επιτέλους, τί συμβαίνει; Η καταγωγή του επικεφαλής σωματοφύλακα ήταν ελεγμένη χίλια τα εκατό, καί από τα δυό γενεαλογικά δέντρα του. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια που τους υπηρετούσε, δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή ν’ αμφιβάλουν γι’ αυτόν. Άρα, αυτό το ξαφνικό απόψε;… Τί…;
«- Δε συνηθίζεις να λες καληνύχτα στις κυρίες;», συνέχισε η γυναικεία φωνή.

Ο αρχηγεύων πρεσβύτερος κόντεψε να εκραγεί, ενόσω μερικοί απ’ τους άλλους -που ψιλοκατάλαβαν τη δύσκολη κατάσταση- έσπευδαν προς το μέρος του, να τον βοηθήσουν· κ’ οι υπόλοιποι έκαναν καναδυό βήματα προς τον σωματοφύλακα, κινούμενοι απειλητικά. Όμως αυτός, χωρίς να πάρει το βλέμμα του απ’ τα μάτια του πρεσβύτερου, ξεθηκάρωσε το Γκλόκ, το απασφάλισε καί τ’ όπλισε σε κλάσμα δευτερολέπτου. Στον επόμενο αριθμητή του κλάσματος, πρόταξε το πιστόλι του εναντίον όλων, έτοιμος να πυροβολήσει. Όντας καθαρά επαγγελματίας πιστολάς, κοίταζε σταθερά μπροστά τον πρεσβύτερο, καί με την πλάγια όρασή του κρατούσε υπό έλεγχο το υπόλοιπο τσούρμο, το κινούμενο. «- Ακίνητοι, να μην το μετανοιώσετε!», ούρλιαξε.
Η φωνή τώρα σάμπως ήταν λιγάκι διαφορετική. Απ’ την ταραχή τους, όμως, δεν το καλοκατάλαβαν. Αρκέστηκαν στο ότι εξακολουθούσε να είναι γυναικεία.
«- Τσακιστήτε καί παλουκωθήτε στις πολυθρόνες σας!…», ξανάπε ο σωματοφύλακας με την παράξενη θηλυκιά φωνή, «…που είναι καί στυλάτα κομμάτια!«, συμπλήρωσε.
Με την προσταγή του σωματοφύλακα κοκκάλωσαν, αλλά χρειάστηκε κι ένα επιτακτικό νεύμα του πρεσβύτερου («εντάξει, όλα υπό έλεγχο»), γιά να ηρεμήσουν κάπως καί να πάνε να ξανακαθήσουν.
Όμως… Θηλυκιά φωνή; Ναί, αυτή τη φορά πραγματικά έγινε πιό θηλυκή. Εκτός αν ήταν κι αυτή ακόμη μιά παραίσθηση. Φαίνεται πως γιά κάποιους λόγους (παροδικούς, έλπιζαν), τα μυαλά τους ολονών απλά έπαψαν να δουλεύουν· τις στιγμές εκείνες έκαναν πουλάκια. Όχι μόνο άκουγαν να βγάζει γυναικεία φωνή ένας μαντράχαλος, αλλ’ άλλαζε καί τη χροιά διαρκώς! Δεν τους ενέπαιζε μονάχα μ’ όσα έλεγε, αλλά καί με το πώς τά ‘λεγε.
Απαράδεκτο, ακόμη κι ως παράλληλη πραγματικότητα. Αυτά όλα ήταν απλώς ένα παρατεταμένο ψέμμα – που θα ‘ρχόταν κι αυτουνού η ώρα του να τελευτήσει.

Ο πρεσβύτερος κατάφερε να κρατήσει πατημένο κάτω το καπάκι της οργίλης κατσαρόλας του, κι ερεύνησε το πρόσωπο του σωματοφύλακα. Το απλανές βλέμμα του τελευταίου, καθώς κι η απόλυτη ακινησία των μελών του όταν δεν μιλούσε, έδειχναν πως όλο αυτό το θέατρο δεν ήταν δικό του έργο. Δεν προσποιούταν, το άτομο· διατελούσε υπό κατάληψη από κάποια οντότητα.
«- Ποιά είσαι;», ρώτησε, ενώ ταυτόχρονα έκανε κρυφά νόημα με τα δάχτυλα προς τους λοιπούς παριστάμενους «ξεκινήστε τον εξορκισμό». Ξεκίνησε κι αυτός να τον απαγγέλει από μέσα του. Όμως, δώδεκα άτομα άρχισαν στη στιγμή να δείχνουν σημάδια πνιγμού, να κοντανασαίνουν, καί να πιάνουν τον λαιμό τους· σα να προσπαθούσαν ν’ απομακρύνουν απ’ αυτόν τα χέρια κάποιου, που τον έσφιγγε θανάσιμα. Σωριαστήκαν όλοι τους στις πολυθρόνες, καί πήραν στάσεις σαν αγγυλωμένοι.
«- Εσείς, ακίνητοι είπαμε!», σφύριξε απειλητικά η φωνή. «Όσο γιά σένα,…», απευθύνθηκε στον αρχηγό, που με τις πρώτες συλλαβές του εξορκισμού είχε τινάξει απότομα το κεφάλι του κ’ είχε σωριαστεί άδειο σακκί στο έδαφος, σα να δέχτηκε νόκ-άουτ γροθιά στη μούρη.
«- …Όσο γιά σένα, Σολομωνάκο, τους εξορκισμούς να τους χώσεις εκεί που ξέρεις!», έδωσ’ όρντινο η φωνή, εξοργισμένη. «Κι άμα θες κόντρες, πάρε!», αποτέλειωσε.
Τα χρόνια του πρεσβύτερου δεν βοηθούσαν γι’ άμεση επανανόρθωση στα δυό του πόδια. Δεν πρόλαβε, όμως, να μαζέψει τα γεροντικά κανιά του, καί το δωμάτιο αντήχησε με μιά ανυπόφορη στριγγλιά σε τέρμα ένταση. Ήχοι υπερκόσμιοι· τρίλλιες, βιμπράτο, αρπίσματα σ’ υψηλές συχνότητες,
λέξεις πανάρχαιες
να μολογούν
τα τρομερά τα μυστικά που ξέρουν,
σφυροκοπούσαν ανελέητα τα εγκεφαλικά κέντρα των παρισταμένων, που κλείναν τ’ αυτιά τους με τα χέρια τους, μπας καί γλυτώσουν. Αλλά το κακό δε σταματούσε.

Όταν άπαντες είχαν διπλωθεί στο πάτωμα διαλυμένοι ανάμεσα στα ξερατά τους, τότε σιώπησε ο ηχητικός εφιάλτης. Άπαντες, πλην σωματοφύλακα· που στο μεταξύ είχε ξαναβάλει το όπλο στη θήκη καί στεκόταν ακίνητος με βλέμμα απλανές. Όταν -επιτέλους!- έπαψαν οι φωνητικές εκπομπές του ενόπλου γορίλλα, ο πρεσβύτερος σύρθηκε με υπερπροσπάθεια στον πλησιέστερο τοίχο, κι ανακάθησε στηρίζοντας την πλάτη του σ’ αυτόν.
«- Ποιά είσαι;», επανέλαβε εκ νέου ο ηλικιωμένος· καταβεβλημένος καί φοβισμένος αυτή τη φορά.
«- Είμαστε περισσότερες από μία!», είπε η δεύτερη φωνή. Ναί, καθαρά τώρα, αυτή ήταν άλλη φωνή. Όχι αυτή που μίλησε αρχικά.
«- Έστω! Ποιές είστε;», άρθρωσε ο γέρος με δυσκολία. Δεν είχε βρεί ακόμη τις ανάσες του.
«- Δε μαντεύεις;»
«- Όχι…»
«- Έλα, που δεν κατάλαβες! Κατάλαβες, καί πολύ καλά μάλιστα! Μόνο που είσαι πολύ εγωϊστής, ώστε να το πείς!»
«- Έχετε σχέση με …Ελλάδα;»
Το στόμα του γέρου κόντεψε να βγάλει φλόγες, σα να κατάπιε ένα κιλό μπούκοβο μονομιάς.
«- Γιατί με βασανίζετε κι άλλο;», κατάφερε να ψελλίσει – αν καί θά ‘θελε πολύ να ξεράσει, αντί να μιλάει.
«- Δεν σε βασανίζουμε! Σου καθαρίσαμε το στόμα απ’ την κακιά λέξη που είπες!», κορόϊδεψε η πρώτη φωνή, γελώντας τρανταχτά.

Ο γέρο-Σολομών δεν είχε πειστεί απόλυτα πως είχε να κάνει με περισσότερες της μιάς οντότητες· εξακολουθούσε να νομίζει πως πρόκειται γιά μονάχα μία, με ικανότητες να παραλλάσσεται. Ωστόσο, κατενόησε -καί προς το παρόν αποδέχθηκε- πως είναι τελείως ανίσχυρος μπροστά της. Αποφάσισε, λοιπόν, να το παίξει. Θα πήγαινε γιά τώρα με τα νερά της, αλλά στο μέλλον ίσως… ποιός ξέρει…
«- Έχεις… έχετε» (διόρθωσε) «σχέση …με τη χώρα που είπα;»
Ο γέρος, αν κι ο αριθμός «ένα» δεν έλεγε να φύγει απ’ το κεφάλι του, άρχισε επίτηδες τους πληθυντικούς, γιά να μην εξοργίσει το άγνωστο -κι αόρατο- πλάσμα.
«- Ναί.»
«- Ποιά σχέση;»
«- Την υπεραγαπάμε!»
«- Καί ποιές θνητές έχουν τόση δύναμη;»
«- Θνητές; Τς τς τς!!! Μας υποτιμάς μ’ ελεεινό τρόπο, μπάρμπα!», συνέχισε το δούλεμα η φωνή. Η τρίτη· ναί, η τρίτη! Φάνηκε καθαρά πως δεν είχαν βαριακούσει πρωτύτερα.
«- Ποτέ μου δεν πίστευα πως υπάρχουν θεές, καί δεν θα το πιστέψω τώρα!», έκαν’ ο γέρος, συννεφιασμένος.
Η κρυστάλλινη πυραμίδα σηκώθηκε ξαφνικά στον αέρα κι έσκασε με φόρα στον τοίχο. Το κρύσταλλο έγινε χίλια κομμάτια, πού γκρεμίστηκαν στα πλακάκια με παρατεταμένο στρίγγλισμα.
«- Ούτε τώρα θα το πιστέψω!», ούρλιαξε ο γέρος, αλλά δεν έλαβε απόκριση από πουθενά.

Ίσως καί νά ‘ταν η έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλό του… αλλά ξαφνικά τον χώρο τον γέμισε ένα γλυκό φώς, σαν ηλιακό. Αιωρούμενο μπροστά στα μάτια όλων φάνηκε ένα ποτάμι με νερό άσπρο σα γάλα· ίσως καί νά ‘ταν όντως γάλα, που έρρεε σα νερό. Κι απόκοντα, ένα τέρας φοβερό· μιά παλιόφατσα γυναικεία με μαλλιά σα φίδια, δόντια καπριά, καί τη γλώσσα όξω, σα λυσσασμένο σκυλί. Όχι, δεν ήταν ζωντανό, αλλά ιστορημένο απάνω σε μιάν ασπίδα αρχαιοπρεπή. Καί δίπλα στο τέρας, στεκόταν μιά γυναίκα ολόγυμνη· όμορφη ετούτη.
«- Κατάλαβες τώρα, Σολομωνάκο; Ή θα συνεχίσουμε να παίζουμε τις κουμπάρες;», χαστούκισαν τ’ αυτιά του κι οι τρείς φωνές ταυτόχρονα.
Έκανε τρομερή προσπάθεια να μην προφέρει τα ονόματα· που τα θεωρούσε τόσο βδελυρά, όσο καί τον χρυσό μόσχο των οπαδών του Μωϋσή. Μά δε μπορούσε να κάνει κι αλλοιώς.
«- Ήρα!… Αθηνά!… Αφροδίτη!…», ψέλλισε μεσ’ στα νεύρα. Αλλά δεν εισέπραξε έπαινο.
«- Μην είσαι αγενής! Μας εξοργίζεις!»
«- Καί τί να κάνω, δηλαδή, γιά να μή σας εξοργίζω; Έτσι δε σας λένε;»
«- Να μας προσφωνείς με τον τίτλο μας! Δεν είμαστε οι μικρές σου αδελφούλες!»
«- Με συγχωρείτε!…»
«- Λοιπόν;»
«- Εντάξει, εντάξει… θεά Ήρα, θεά Αθηνά!…», κόμπιασε.
«- Καί…;«, τον έκοψε η πρώτη φωνή, με προσμονή. Αλλά ο γέρος δεν παρέδιδε εύκολα τα όπλα.
«- Εσείς οι δύο, εντάξει. Δεν σας γουστάρω, το ξέρετε, αλλά είσαστε αξιοσέβαστες. Δεν γίνεται, όμως, να προσφωνήσω ‘θεά’ την πουτάνα!» (εδώ κούνησε το κεφάλι του, σα νά ‘φτυνε) «Που καί τώρα εμφανίστηκε γυμνή μπροστά μου, σα δε ντρέπεται! Μπροστά σε μένα, έναν άνθρωπο του Θεού!», έκανε χολωμένος.
«- Δε λες να παραιτηθείς απ’ τις ανόητες αντιλήψεις σας!…», τον περίπαιξε η τρίτη φωνή. «Έχει κολλήσει το ρημάδι σας… εκείειειει!!! Καί δεν ξεκολλάει! ‘Κατώτερο είδος η γυναίκα!’ Αλήθεια, ρέ μπάρμπα, αν εσάς σας φέρνει στον κόσμο ένα κατώτερο είδος, τότε εσείς τί είσαστε;»
Ο γέρος δεν έβγαλε άχνα.
«Κι όσο γιά την εμφάνισή μου, αν εσύ με θες ντυμένη, κάποια δισεκατομμύρια ανδρών με προτιμούν χωρίς τα ρούχα μου! Με τόσους θαυμαστές, εσύ δεν θα μου λείψεις καθόλου… μπάρμπα!«, τον ειρωνεύτηκε η τρίτη φωνή.
Ο γέρος συνέχιζε τις ασκήσεις σιωπής.
«Δεν τελειώσαμε, όμως… μπάρμπα! Επειδή δεν με σέβεσαι, δεν σε σέβομαι ούτ’ εγώ! Πάρε, λοιπόν, το δώρο μου, να βάλεις μυαλό!», γέλασε απελευθερωμένα η τρίτη φωνή.
Ο γέρος αισθάνθηκε να του φεύγουν τα ούρα καί τα κόπρανα, καί να τον πλημμυρίζουν. Εντελώς ανίκανος να τα συγκρατήσει, σα μωρό, κατακόκκινος από λύπη κι οργή αντάμα, έβαλε τα κλάμματα, ούρλιαζε, συγκρατιόταν (από φόβο) να μή βρίσει, χτυπούσε τις  γροθιές του όπου έβρισκε. Αλλά μάταια.

Δεν πρόλαβε να βρωμίσει ο αέρας απ’ τις αποχετεύσεις του γέρου, καί μπούκαραν στο κυβικό δωμάτιο κι όλοι οι υπόλοιποι σωματοφύλακες. Ενεργώντας σαν υπνωτισμένοι, σαν αυτόματα, φόρεσαν από ένα ζευγάρι χειροπέδες στους υπόλοιπους συνέδρους, κι άρχισαν να τους τραβάνε προς τα πάνω, προς την έξοδο. Κανείς δεν αντιστάθηκε· αποδέχθηκαν τη μοίρα τους μέσ’ στη σιωπή, λες καί το περίμεναν. Μόνον ο γέρος άνοιξε το στόμα του, ενόσω του πέρναγε χειροπέδες ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.
«- Κάτι τελευταίο!», πρόσταξε -στιγμιαία ενθυμούμενος τις δόξες του-, κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά του.
Σιωπή. Απόλυτη.
Ο γέρος συνέχισε, χωρίς να περιμένει έγκριση.
«- Κερδίζαμε!… Γιατί παρεμβήκατε τόσο χοντρά,… θεές;» (Την τελευταία λέξη την είπε αρκετά πικρόχολα.)
«- Γιατί να μην παρέμβουμε;»
«- Επειδή αυτό αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους!»
Τριπλό γέλιο.
«- Αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους, λέω!», τα στύλωσε με πείσμα γεροντικό.
«- Κοίτα τον, που μας κάνει καί μάθημα!… Κι εσείς, δηλαδή, είσαστε σύμφωνοι με τους Συμπαντικούς Νόμους; Αυτό θες να πείς;»
«- Είμαστε!», θύμωσε ο γέρος – που είχε καταντήσει τόσο χάλια, που πλέον δεν πρόσεχε ποιά φωνή του μιλάει.
«- Τους χτυπάτε τους Έλληνες κάτω απ’ τη ζώνη! Ανέντιμα! Θαρρείς πως συμφωνούν με τους Συμπαντικούς Νόμους τέτοια καμώματα;»
«- Δεν έχει σημασία πώς τους χτυπάμε, μιά που είμαστε σε πόλεμο μαζί τους! Αλλά τους προειδοποιούμε, πριν τους χτυπήσουμε! Αν δεν έχουν μυαλό να καταλάβουν, δε φταίμ’ εμείς!»
«- Κι έχετε τη συνείδησή σας ήσυχη!»
«- Ναί!», φώναξε εμφατικά ο γέρος.
«- Λες καί μπορείτε να το τουμπάρετε το Σύμπαν μ’ εβραίϊκα παζάρια δούναι καί λαβείν!… Τους ‘προειδοποιείτε’, λοιπόν, τους Έλληνες… Εκτός από μία φορά, που δεν το κάνατε· κι αυτή η μία είναι αρκετή, γιά να σας κάψει στο τέλος!»
«- Πότε δεν τους προειδοποιήσαμε;»
«- Στον Φαέθωνα. Τους χώσατε πονηρά-πονηρά τον ιό της αυτοκαταστροφικότητας στο γονιδίωμά τους, χωρίς να τους προειδοποιήσετε τί πάτε να τους κάνετε!…»
«- Ας πρόσεχαν!», είπε ο γέρος με περισσή χολή.
«- Ας προσέχατε κι εσείς!», αντιγύρισε η Πρώτη θεά.
«- Οι Έλληνες μέν θα λούζονται γι’ αρκετό καιρό τις συνέπειες της βλακείας τους… αφήνοντας τη σοφία σε μένα…», συμπλήρωσε η Δεύτερη, φιλοσοφικά.
«- …Αλλά εσείς… Χάσατε! Οριστικά! Τελειώσατε! Αυτό εδώ είναι το τέλος σας!«, έκλεισε το θέμα η Τρίτη.

vii.
Στο εστιατόριο.
Μία καί είκοσι πρωϊνή.
Ο Έλληνας ιδιοκτήτης αναρωτιόταν πώς καί δεν ξαναβγήκαν στον επάνω κόσμο οι σκιές, όπως μονολογούσε αστειευόμενος. Πάντα έβγαιναν στον δρόμο στις μία καί δέκα το πολύ. Επειδή η συνεδρίαση κρατούσε μέχρι τη μία η ώρα – ήταν σίγουρος. Βλέπεις, οι τυπάδες θέτανε ως αφετηρία το μεσουράνημα του Ήλιου, καί μετρούσαν δεκατρείς ώρες απ’ αυτό, ενόσω ο Ήλιος κατηφόριζε. Τέκνα του σκότους, τί διαφορετικό να περιμένεις από δαύτους;
Όμως, απόψε ήσαντε άφαντοι.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μαγαζί ο Τζίμης ο φιλαράκος του. «- Γιό, μάν!», χαιρέτησε. «Τί γίνεται, μπρό;«, τον φιλοδώρησε με την προσφώνηση που -εκτός ράτσας- κρατούσε τιμητικά γιά τον Έλληνα.
«- Γιό, ντιούντ!», ανταπέδωσε εξ ίσου εύθυμα εκείνος. «Εγώ είμαι μιά χαρά, Τζίμη! Τί άλλο περίμενες να γίνεται;»
«- Εδώ απέξω γέμισ’ ο τόπος μπάτσους καί πράκτορες!»
«- Ά, εμένα κυνηγάνε! Την κοπάνησα απ’ τη στενή!», αστειεύτηκε.
«- Αν εσύ έκανες χρόνο,» (χρησιμοποίησε τον ιδιωματισμό γιά την έκτιση ποινής) «τότε εγώ θα γίνω αδερφή!», του χαμογέλασε πειραχτικά.
«- Μπορείς από τώρα να πας ν’ αγοράσεις κραγιόν!»

Δεν πρόλαβαν να γελάσουν, κι ο ιδιοκτήτης του ταβερνείου πρόσεξε μέσα απ’ τη βιτρίνα πως ο μαύρος φίλος του είχε δίκιο. Σειρήνες περιπολικών, αστυνομικοί, κόσμος πολύς είχαν γεμίσει τον δρόμο.
Ο ιδιοκτήτης δεν έχασε χρόνο· πλησίασε το ζευγάρι του μεγαλοπαράγοντα με την κοπελλίτσα, καί κάτι τους είπε. Παρευθύς βρέθηκε ένα λαϊκό τζάκετ κι ένα καπέλλο τζόκεϋ, κι ο άντρας μεταμορφώθηκε σε μέσο όρο οικοδόμου με ξυλοκόπο. Το ίδιο καί γιά την κοπέλλα, κάπου κονομήθηκε μιά ζακέττα καί την έριξε πάνω της.
Κι ενώ ο Τζίμης είχε καθήσει καί μασούλαγε το φαγητό του, ο Έλληνας πέρασε σαν τη μέλισσα απ’ όλα τα τραπέζια, καί καθησύχασε την πελατεία του. «- Αφήστε το σε μένα!», έλεγε. «Κάτι άσχημο γίνεται έξω, αλλά θα φροντίσω να ειδοποιηθούν οι δικοί σας καί να φτάσετε στα σπίτια σας ασφαλείς.» Ταυτόχρονα, κρυφομετρούσε τη δύναμη καί τη μαχητικότητα των αντρών πελατών – αν χρειαζόταν. Βέβαια, επειδή δεν κερδίζει πάντα ο ειρηνικός τρόπος, είχε φροντίσει από παλιά νά ‘χει ένα πιστόλι κρυμμένο κάπου· αλλά δεν επαρκούσε.

Κάπου εκεί, το βλέμμα του έπιασε έναν κουμπουροφόρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, να προτίθεται να έρθει προς το μαγαζί. (Είχε προσέξει τα φώτα, γάρ.) Έσπευσε να πατήσει τον διακόπτη γιά τα ηλεκτρικά μοτέρ των ρολλών, να κατέβουν. Πρόλαβε, αλλά το κακό συναπάντημα ήδη άνοιγε την πόρτα του καταστήματος.
«- Είμαστε κλειστά, σέρ!», του φώναξε.
«- Σοβαρά; κι αυτοί εδώ τί είναι;», γρύλλισε ο τύπος, πού ‘χε λυμένο το ζωνάρι του γιά καυγά.
«- Είναι τακτικοί πελάτες μου, που συμπλήρωσαν είκοσι γεύματα εδώ ο καθένας τους, καί τους κάνω μιά βραδυά δώρο! Είναι σπέσιαλ βραδυά απόψε, δεν μπορώ να δεχθώ χωρίς κράτηση! Λυπάμαι!»
«- Μαλακίες!», είπε το στραβόξυλο φτύνοντας επιδεικτικά, μή λέγοντας να ξεκολλήσει.
«- Ακούστε, όφφισερ!», του αποκρίθηκε ο Έλληνας σοβαρός. «Εγώ κι οι πελάτες μου είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι. Δεν δημιουργούμε προβλήματα, καί δεν θέλουμε να σας δημιουργήσουμε προβλήματα. Εάν έξω γίνεται κάτι άσχημο, θα καθήσουμε εδώ καί θα περιμένουμε τις ειδήσεις από την τηλεόραση· καθώς καί τις γενικές οδηγίες γιά όλον τον πληθυσμό!»
«- Αυτό ακριβώς να κάνετε!», είπε βαρύθυμα κι ανέκφραστα το ζώον. Κι εδέησε επιτέλους να ξεκουμπιστεί, σπρώχνοντας την είσοδο του μαγαζιού με πάταγο.
Με το που άνοιξε ο βαρύμαγκας την έξοδο, κάπου στο βάθος του δρόμου φάνηκαν στιγμιαία κάτι ομότεχνοί του να πηγαίνουν τις σκιές κωλοφεράντζα, σά νά ‘σερναν αιχμαλώτους.

Ο Έλληνας έκανε ακόμη μιά περατζάδα απ’ όλα τα τραπέζια.
«- Φίλοι μου!», είπε. «Δεν φαίνεται πως θα πάμε νωρίς στα σπίτια μας απόψε. Αλλά, όσο θα κάθεστε εδώ, θα κάνω τη ζωή σας πιό όμορφη! Λοιπόν, μέχρι να φύγετε, ό,τι φάτε -μαζί με μερικά κρασιά της επιλογής μου- είναι κερασμένο!»

viii.
Στο εστιατόριο.
Πέντε καί μισή πρωϊνή.
Έξω, η φασαρία μόλις άρχιζε τα πρώτα σημάδια υποχώρησης.
Περιμένοντας να ξαναβρούν οι δρόμοι τη συνηθισμένη εικόνα τους, ώστε να φύγουν, όντως οι πελάτες είχαν γίνει μιά μεγάλη οικογένεια. Οι ιστορίες που αντάλλασσαν, γαρνιρισμένες με τ’ αστεία του Έλληνα, έδωσαν κουράγιο σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, όλες αυτές τις ώρες. Βοήθησαν, βέβαια, τα μέγιστα ο υπέροχος καφές καί τα γλυκά που τους πρόσφερε. Όμως, των ανθρώπων η αντοχή δεν είν’ άπειρη· άρχισαν να τα παίζουν, καί να εκφράζουν έντονα την επιθυμία να φύγουν γιά τα σπίτια τους. Ο ιδιοκτήτης τους κατανοούσε, αλλά είχε ακόμη κάτι τελευταίο να τους χαρίσει.
«- Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου αφιερώσετε το τελευταίο κομμάτι του πολύτιμου χρόνου σας γιά τη συνάντηση ετούτη; θέλω όλοι μαζί να χαιρετήσουμε τον Ήλιο, που θ’ ανατείλει!», τους ανακοίνωσε γλυκά, μη κι ακούσει άρνηση. Καί δεν άκουσε.
Δεν είχαν ούτε τις αντοχές να του πούν ναί, ή όχι. Μόνον ενθαρρυντικά χαμογελαστά νεύματα έκαναν.

Χωρίς να τους προσέχει, πήγε καί ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο το κλαρίνο. Με το που ήχησαν οι πρώτες νότες, δεν ήταν πιά ο συνηθισμένος εαυτός του. Αλλά κάποιος… κάτι… μιά δύναμη της Φύσης, που ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.
Ο μέγας τράγος, ο πρωταγωνιστής
Ήλιος
πέτρα
άνθρωπος
πεντατονία
Σκάρος λεγόταν το κομμάτι.

Τέλειωσε τη μυσταγωγία ταυτόχρονα με τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου, που μπήκαν απ’ τη βιτρίνα κι εγκαινίασαν τη νέα μέρα. Όλοι τον κοιτούσαν άφωνοι κι αποχαζεμένοι· κι εξακολουθούσαν, ακόμη καί βλέποντάς τον να ξανακρεμάει το κλαρίνο στη θέση του καί να ξαναγίνεται αυτός που ήξεραν.
Μόνον ο Τζίμης κατάφερε καί συμμάζεψε πρώτος το έκπληκτο, μισάνοιχτο καπάνι του. Κάτι πολύ βαθύ είχε σαλέψει μέσα του, κι αυτουνού.
Κι αργοκουνώντας το κεφάλι,
«- This is the blues, man!…», ψιθύρισε με σεβασμό.

Επίλογος
Διαγενομένου του Σαββάτου.
Άδειο κυβικό δωμάτιο.
Ένα μάτσο χάλια· νά τί απέγινε το περίφημο δωμάτιο έξ έξ έξ των συνωμοτικών συσκέψεων!…
Σπασμένα γυαλιά, ξερατά, παρατημένα μικροαντικείμενα, βρωμισμένα χαρτομάντηλα, μπουρδουκλωμένες πολυθρόνες σε τυχαίες θέσεις καί τυχαίες στάσεις. Πλακάκια σακατεμένα, άγνωστο πώς, σα να πέρασε σβάρνα καί τα όργωσε.
Καί τα μυστηριακά φώτα ξεχασμένα αναμμένα. Πιθανώτατα θα φρόντιζε η ηλεκτρική εταιρεία να σβήσουν, όταν κανείς δεν θα της πλήρωνε τον επόμενο λογαριασμό. Ποιός να ξέρει;
Όμως, το προβολικό της οροφής ήτανε -πάλι άγνωστο πώς- στραμμένο σε μιά πολυθρόνα, πού ‘χε γλυτώσει όρθια. Το θερμό φώς την έλουζε.
Απάνω της, απιθωμένα προσεκτικά, τρία ολόφρεσκα, μεγάλα, ζουμερά, κατακόκκινα μήλα.

ΤΕΛΟΣ
 

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΟΣ-[Μέρος Α΄]

Το τέλος – α’
      

Το τέλος


i.
Σύγχρονη εποχή. Νέα Υόρκη.
Κάποια Παρασκευή απόγευμα, στις 19:05′.
Ρίχνοντας μέσα στο σούρουπο κλεφτές ματιές στοιχειωδών προφυλάξεων, μιά σκιά προσέγγισε απ’ το φαρδύ πεζοδρόμιο το παλιακό -καί σχεδόν ομόχρωμο των σκούρων ρούχων της- γωνιακό κτίριο. Στάθηκε μπροστά σε μιά βαρειά πόρτα ασφαλείας, που διέκοπτε έναν συμπαγή τοίχο· που με τη σειρά της, η θύρα του ξανάδινε τη θέση της. Ο ίσκιος χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές κι ακανόνιστα. Σα να τηλεγραφούσε μιά λέξη στο αλφάβητο του Μόρς.
Δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο χτύπημα, άνοιξε κάθετα στον τοίχο ένα καλά καμουφλαρισμένο μεταλλικό καπάκι με οδηγό μηχανισμό. Από πίσω, ξεπρόβαλε ένα αριθμητικό πληκτρολόγιο. Ο ίσκιος πληκτρολόγησε κάποιον κωδικό, η βαρειά πύλη άνοιξε κι έκλεισε πίσω του, κι ο μηχανισμός ξανάκλεισε το καπάκι του καμουφλάζ πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Στο ένα μέτρο απόσταση, ο βιαστικός περαστικός ξανάβλεπε πιά το ίδιο δομικό υλικό με τον υπόλοιπο τοίχο.Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ

Με διαφορά δύο λεπτών από την προηγούμενη, ήρθε μπροστά στην πόρτα ασφαλείας κι άλλη σκιά, που επανέλαβε τη διαδικασία. Μετά από δύο λεπτά, ξανά κι άλλη. Κι άλλη… Σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια. Μ’ ακριβώς την ίδια χορογραφία κινήσεων. Καί με βέβαιη προβλεψιμότητα, παρόμοια της εναλλαγής των εποχών. Ένας, δύο, τρείς, τέσσερεις…
…Δεκατρείς ίσκιους κατάπιε τελικά η πόρτα.

ii.
Ίδιος τόπος, λίγο πριν.
Απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα μετά τη γωνία αριστερά.
Το μικρό, αλλά ζεστό εστιατόριο ανέδιδε ατμούς κι ευχάριστες μυρωδιές, όπως κάθε βράδυ· καί τους ήχους λίγων, προσώρας, ομιλιών – του προσωπικού. Τίποτε στην πρόσοψή του καί στα φυλλάδιά του δεν πρόδιδε πως είναι Ελληνικό. Ήταν, όμως· αν καί σε μεγάλη απόσταση από κάθε κραυγαλέα, δήθεν «παραδοσιακή» σάχλα, που στόχευε υποθετικούς τουρίστες, αναζητούντες στην καλοκαιρινή Ελλάδα ανύπαρκτους τριτοκοσμικούς ιθαγενείς. Καμμία σχέση με όλ’ αυτά τ’ αχώνευτα, τα παραδοσιακώς συνοδευόμενα από φρικαλέας αισθητικής διαφημιστικά· τύπου «Γκρήκ μουζάκα», με μαγειρεμένες μελιτζάνες ανάμεσα σε μαίανδρους – καί λοιπά παρεμφερή κακουργήματα.

Όπως κάθε απόγευμα, κι ενώ τα μαγείρια είχαν ήδη αναλάβει το πόστο τους πρό πολλού, ακριβώς στις 18:18′ άνοιξε η τζαμένια πόρτα της κυρίας εισόδου καί μπήκε ο ιδιοκτήτης του. Ποιός ξέρει σε ποιά περίεργη παρόρμηση υπακούσε η δική του μικρή τελετουργία, αλλά την τηρούσε απαρεγκλίτως εδώ καί χρόνια. Από τότε που άνοιξε το μαγαζί, σχεδόν.
Ενδιαφέρον άτομο! Τέταρτης γενιάς πιά πολίτης Ελληνικής καταγωγής, ετύγχανε κάθε άλλο παρά απλοϊκός χαρακτήρας. Καμμία σχέση μ’ αυτό, που πίσω στην -πραγματική- πατρίδα αποκαλούσαν «λαϊκός τύπος». Σπουδαγμένος σε πεδίο δύσκολο, τελείως διαφορετικό απ’ τη γευσιγνωσία· ευρύτερα μορφωμένος, προτίμησε επαγγελματικώς ν’ ανοίξει καί να τρέχει το συγκεκριμένο φαγάδικο. Από άποψη, όχι επειδή οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στον Νέο Κόσμο είχαν χτίσει παράδοση καλών χειριστών της κατσαρόλας.
Αστειευόμενος, έλεγε πως κι ο μέγας πανεπιστήμων Ντά Βίντσι ήταν τραβερνιάρης στα νιάτα του!
Αστεία-ξεαστεία, όμως, η δουλειά πήγαινε σχεδόν ιδανικά, αν κι απέφευγε τη διαφήμιση· το ταβερνάκι μαθευόταν στόμα με στόμα. Όμως, η καλή προσπάθεια αμείβεται· είχε σταθερό ένα καλό ποσοστό της πελατείας του. Κι όχι πάντα ανθρώπους με οικονομική άνεση, είχε φίλους παντού. Νά, ο Τζίμης, ο νέγρος οδηγός του σκουπιδιάρικου της γειτονιάς, ας πούμε,
όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε,
δεν παρέλειπε να υποβάλει τα σέβη του στις γεύσεις του σύγχρονου Ντά Βίντσι – φιλεμένες, συνήθως.
 Δεν ήταν παντρεμένος. Όχι πως τού έλειπαν είτε η εμφάνιση, είτε τα χρήματα, είτε ακόμα κι οι καλοί τρόποι. Αλλά, μέσα του τον κατάτρωγε το γιατί να φέρει παιδιά σ’ έναν κόσμο χωρίς όραμα· ανάμεσα σε μιλιούνια άλλους ανθρώπους, που η ζωή τους έχει νόημα κοντά στο μηδέν. Άλλες φορές, πάλι, τό ‘ριχνε στην πλάκα. «- Ποιά θα μ’ αντέξει εμένα;!», μονολογούσε.
 Το μαγαζί δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο διακοσμητικό στύλ – ούτε μοντέρνο μπορούσες να το πείς, ούτε παραδοσιακό. Εκτός απ’ τα -καλαίσθητα- απαραίτητα καί μή, μέρος του ντεκόρ συμπλήρωναν διάφορα πνευστά όργανα κρεμασμένα στον τοίχο· σαφές δείγμα των κατά καιρούς προσπαθειών του ιδιοκτήτη να τους περάσει χαλινάρια, γιά βόλτες στον κήπο της Τέχνης. Το μόνο που ίσως ξένιζε λίγο, ήταν ο συνδυασμός μιάς μεγαλούτσικης επίπεδης τηλεόρασης στον τοίχο, σ’ αντίστιξη με μιά αρμαθιά σκόρδα καναδυό μέτρα παρακεί. Όμως, το όλον απέπνεε μιά οικειότητα, που μόνο στο σπίτι του μπορούσε να τη βρεί κανείς. Σα να καθόταν στο τραπέζι του φαγητού μιά διευρυμένη οικογένεια.

Δεν είχαν έρθει παρέες, αλλά λογικό· ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Πλησίαζε εφτά. Πώς; εφτά το βράδυ της Παρασκευής;… Καί ποιάς Παρασκευής!!! Ήταν υπόθεση ελάχιστων λεπτών να ξαναδεί το τακτικό θέαμα, που σχεδόν πάντα χάζευε κλεφτά απ’ το μικρό παράθυρο της κουζίνας. Δεν μάντευε, ήξερε καλά τί επρόκειτο να συμβεί. Αλλά η λογική πίσω απ’ αυτό δεν ήταν ολωσδιόλου ανέφελη, αν κι επιτυχής. Γιά τον άπλοο σε τέτοια νερά, έκρυβε σκοπέλους.
Αλήθεια, αν κάποιος θέλει μυστικότητα, δεν θα πάει φερ’ ειπείν στην εξοχή; ή κάπου, τέλος πάντων, μακρυά από αδιάκριτα καί τυχαία βλέμματα; Σωστά, έτσι θα πράξει. Πλην όμως, είχε πάψει από καιρό ν’ αναρωτιέται γιά την απάντηση· την ήξερε. Άλλως τε, τό ‘χε πεί ο Πλάτων: «Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω!» Έ, λοιπόν, εξ απεναντίας, όσο πιό γεωμετρημένος κανείς, τόσο πιό μέσα μπαίνει. Τόσο πιό στα ενδότερα του συγκεκριμένου κτιρίου, στα δώματα πίσω απ’ την πόρτα με το κρυφό πληκτρολόγιο.

Γιά να μη δώσει στόχο στους μαγείρους, κάθησε λίγο δίπλα στο παραθυράκι, αλλά μετά βγήκε έξω κι ανακατεύτηκε με τους περαστικούς – δήθεν θα πήγαινε γιά εφημερίδα. Έπιασε μιά πονηρή θέση παρατήρησης, κι έκοβε κίνηση· οι σκιές ερχόντουσαν σα χτύποι…
κτάκ
κτάκ
κτάκ
κάποιου παλιού
αργού αργαλειού
…μα κανένας δεν τους έδινε σημασία. Δεκατρείς το όλον αυτή τη φορά, σωστά είχε προβλέψει.
Το καλύτερο κρύψιμο είναι το φανερό, καλά το λένε… αν καί το Διαδίκτυο κελαηδούσε παράδοξα αλλοιώτικα· υπάρχουν, λέει, άνθρωποι με ικανότητες να σε κάνουν να μην τους προσέχεις, ακόμη κι αν περνάς από δίπλα τους.
Χαμογέλασε, σαν παιδί που βάζει στοίχημα με τον εαυτό του – καί το κερδίζει. Γειά σου βρέ Ιντερνέτι αθάνατο, με τα ωραία σου! Όμως, η προσεκτική ανάλυση της φάτσας του έδειχνε πως το χαμόγελο δεν ήταν καθόλου αθώο.
Έμοιαζε με του γάτου, που στρίμωξε το καναρίνι.

iii.
Σκοτεινό κτίριο, 19:40′.
Αίθουσα συσκέψεων, δύο επίπεδα κάτω απ’ το έδαφος.
Μόνο τα συμμαζεμένα φωτιστικά του καθ’ ολοκληρία διακριτικού φωτισμού περίσσευαν απ’ τους γυμνούς μαύρους τοίχους ενός επίσης γυμνού κυβικού, ψηλοτάβανου δωματίου. Αν τό ‘βλεπε γιά πρώτη φορά, εύλογα θ’ αναρωτιόταν κανείς τί χρειάζεται τέτοιο ύψος έξι μέτρων! Αν, μάλιστα, αυτός ο κανείς ήταν νοικοκυρά, θ’ αναρωτιόταν επίσης καί πώς ξεσκονίζουν τις αράχνες απ’ το ταβάνι.
Εν πάσει περιπτώσει, λάθος! Το δωμάτιο δεν ήταν τελείως γυμνό, όπως φαινόταν με πρώτη ματιά… κάτι είχε. Στη μέση του υπήρχε μιά μικρή κρυστάλλινη τετράπλευρη πυραμίδα, ύψους κάπου τριάντα, κάν σαράντα πόντων. (Η μετροταινία θά ‘δειχνε ακριβώς τριαντατρείς, αλλά δε βαρυέσαι.) Το κρυσταλλικό αντικείμενο το φώτιζε ένα προβολάκι ακριβώς καταποπάνω του· με τον λαμπτήρα κρυμμένον σε μακρύ κυλινδρικό μαύρο σκιάδιο, να μην ξεστρατίζει η φωτεινή δέσμη καί χτυπάει ακάλεστη στα μάτια των τυχόν παρισταμένων.
Κι από γύρω, δεκατρείς πολυθρόνες σε μιά περίεργη διάταξη· οι πέντε σχημάτιζαν πεντάγωνο, κι οι λοιπές ένα οχτάγωνο κολλητά στις πρώτες.
Όμως, φαίνεται πως το δωμάτιο εξυπηρετούσε κάποιον τελετουργικό σκοπό γενικώτερα. Στα πλακάκια του πατώματος, κάποιος τεχνίτης είχε χαράξει μερικά ομόκεντρα κανονικά πολύγωνα, που περιέκλειαν αλλόκοτα σύμβολα· ή, μήπως, ήταν γράμματα γλώσσας μυστικής; Μόνο οι ένοικοι ήξεραν.
 Κάποια στιγμή, η μοναξιά των λιγοστών επίπλων καί των φωτιστικών έλαβε τέλος. Από μιά μυστική είσοδο μπήκαν στον χώρο οι δεκατρείς σκιές, καί κάθησαν στις πολυθρόνες με προδιαγεγραμμένη τάξη. Προφανώς επρόκειτο γιά διαδικασία, που γνώριζαν από πρίν.
Δεν μιλούσε κανένας τους.
Όταν πήραν όλοι τις θέσεις τους, συνέχισαν τη σιωπή τους γιά λίγο ακόμη. Κι ακριβώς στις 19:47′, ο επικεφαλής κήρυξε την έναρξη της συνεδριάσεως.

iv.
Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο.
Περίπου η ώρα δέκα.
Η προσέλευση πελατείας βρισκόταν στα ύψη· το ίδιο κι η ταχύτητα λειτουργίας της ταμειακής μηχανής. Αν, δέ, ρωτούσες γιά το προσωπικό; μαραθωνοδρόμοι!
Όμως το μυαλό του ιδιοκτήτη ταξίδευε.
 Το μόνο μέσα σ’ όλο το ταβερνείο, που έδειχνε σχέση με Ελλάδα, ήταν τρείς φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι της ταμειακής.
Ο Παρθενώνας.
Το Ηραίο, στη Σάμο.
Καί τα ταλαιπωρημένα κατάλοιπα του ναού της θεάς Αφροδίτης, στη Θεσσαλονίκη.
Επειδή οι φωτογραφίες φαινόντουσαν μόνο από τον καθήμενο, οι πελάτες σπάνια τις έβλεπαν – εκτός απ’ όσους έδειχναν περιέργεια. Καί μετά, ακολουθούσε ο στάνταρ διάλογος. Που βρίσκονται αυτά τα «εκζάτικ» μέρη; (Ώ, θεοί – ή, μάλλον, θεές! Ώ, της απροσμετρήτου αγνοίας!… Μακάριοι οι πτωχοί τώι πνεύματι!!! Μά, εξωτικό μέρος η Ελλάδα, μωρέ; ) Στην Ελλάδα. Πήγες εκεί; Από ‘κεί κατάγονται οι πρόγονοί μου. Άαα, μάλιστα! Νάϊς, νάϊς! – χαμογελούσαν, κι έφευγαν.
Ωστόσο, η προσοχή του ιδιοκτήτη δεν εστίαζε στους ναούς. Έτρεχε σ’ εικόνες του κοντινού παρελθόντος.
 Το ψιλοαπαίσιο κτίριο με τους παράξενους εβδομαδιαίους μουσαφίρηδες, τό ‘χε προσέξει από τις πρώτες μέρες της λειτουργίας του μαγαζιού του. Όπως πρόσεξε καί την περιοδικότητα των επισκέψεων: η θωρακισμένη πόρτα άνοιγε μία φορά κάθε πέντε εβδομάδες, γιά να μπούν από πέντε φαντάσματα κάθε φορά. Καί πάντα Παρασκευή βράδυ, τις συγκεκριμένες ώρες. Πέντε βδομάδες, πέντε νοματαίοι – εκτός από κάποιες φορές, που μέτρησε δεκατρείς.
Δεν άργησε να μπεί στο -πρώτο- νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα, τις εβδομάδες που δεν τους έβλεπε, οι μυστηριώδεις λεβέντες πηγαίνανε καί σ’ άλλα τέσσερα παρόμοια σημεία (με σκοτεινά κτίρια, καί τα ρέστα). Η δε προσεκτική καταγραφή στο ημερολόγιο του κινητού του, έδειξε πως η δεκατριάδα συνεδρίαζε με διαφορετική περιοδικότητα· μία φορά κάθε οκτώ εβδομάδες. Καί κάθε φορά σ’ ένα από τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, γι’ αυτό κι εμφανιζόταν εδώ μία φορά κάθε εννεάμηνο περίπου.

Αρκετές φορές έκανε παιδαριώδη όνειρα, να μπεί κι αυτός στο σκοτεινό κτίριο. Βλακώδες, βέβαια – θά ‘ταν κάπως σα να χώνεις (από περιέργεια) το χέρι σου στο στόμα πεινασμένης τίγρης. Φυσικά, πρέπει να υπήρχε κι άλλη είσοδος, μάλλον έξοδος διαφυγής, μ’ ευκολώτερη πρόσβαση. Πάντα υπάρχει μία! Αλλά ποιός κάθεται να ξοδέψει χρόνο απ’ τη ζωή του, να τη βρεί· καί ποιός κάθεται να κοιμήσει τον δράκο της περιέργειας δερκόντων θυρωρών καί σεκιουριτάδων! Εκείνο που κατάφερε τελικά, ήταν να εντοπίσει τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, καί να περάσει απ’ τα πεζοδρόμια απέξω τους. Πράγματι, κανείς δεν θά ‘βρισκε πως εξυπηρετούν καί τέτοιες χρήσεις, κρυφές, αν δεν έψαχνε σε βάθος την ιστορία. Καί πράγματι, όλα μαζί σχημάτιζαν στον χάρτη ένα τέλειο πεντάγωνο.
Κι όλ’ ανεξαιρέτως απέπνεαν την ίδια, σιχαμερή αύρα.
Όμως, ούτ’ ο αστικός τουρισμός αυτού του είδους ωφελούσε σε κάτι ουσιαστικό. Αυτό προέκυψε απ’ αλλού· συνεργούντων των κειμένων διαφόρων γραφιάδων του Διαδικτύου (σοβαρών καί μή), ανακάλυψε διάφορα γιά το πέντε καί το οκτώ. Από το ότι αποτελούν όρους της ακολουθίας Φιμπονάτσι, μέχρι το ότι η Γή κι η Αφροδίτη συναντιένται σε κοντινή συνευθεία με τον Ήλιο πέντε φορές κάθε οκτώ χρόνια. Τα δε πέντε αυτά σημεία των τροχιακών συναντήσεων των δύο πλανητών ορίζουν το σκίτσο μιάς σχεδόν τέλειας (ουράνιας) πεντάλφας με μονοκοντυλιά!
Βέβαια, η εβδομαδιαία συνεδρία των μυστηριωδών ατόμων δεν συμφωνούσε χρονικά, δεν συνέπιπτε σε κάτι με τις αντίστοιχες αστρικές περιόδους, οι οποίες ήσαν σαφώς μεγαλύτερες. Ωστόσο, έμαθε ακόμη ότι σε κάποιες αδελφότητες του παρελθόντος, ο ύψιστος διοικητικός κύκλος είχε πέντε μέλη, το δέ δεύτερο επικεφαλής επίπεδο περιλάμβανε άλλα οκτώ.
Όμως, κοίτα να δείς φίλε μου, που η Αφροδίτη (ναί, πάλι αυτή!) δεν είχε πεί την τελευταία της κουβέντα!… Τη θέση του ναού της στη σημερινή Θεσσαλονίκη ορίζει το κοινό σημείο πέντε δρόμων!!!

Ως μουσικός, το κέντημα των ακεραίων εκείνων αριθμών το βρήκε αρκετά ενδιαφέρον.
Τάτα τάτα τάτα τά-
-τα Γκλίνκ!
Τάτα τάτα τάτα τά-
-τα Γκλίνκ!
Κι άλλες τρείς φορές.
Αν το σκάλιζε, η μουσική ανάπτυξη του θέματος έβγαζε από συμφωνικά έργα, μέχρι αυτοσχεδιασμό στη τζάζ. Αλήθεια, όμως… αυτός μπορεί κάποια μέρα νά ‘στηνε κανένα συμπαθές, εύηχο κομματάκι. Αυτοί οι άνθρωποι του σκοταδιού, τί ακριβώς προσπαθούσαν να πετύχουν με τα συγκεκριμένα κόλπα;
Τί άλλο, εκτός από συμπαντική μουσική «των σφαιρών»;!
Όχι να τη συνθέσουν· αυτό, δά, έλειπε, να πρόκειται γιά θεούς δημιουργούς! Απλά, να την ακούσουν. Να τη μιμηθούν. («- Μά, αυτό ακριβώς κάνουν!», έψεξε τον εαυτό του.) Καί, κατά κάποιο τρόπο, να συντονιστούν μαζί της… με σκοπούς που του διέφευγαν γιά την ώρα. Όμως, ήταν σίγουρος γιά ένα πράγμα: οι τακτικές συνεδριάσεις μιάς σκοτεινής αδελφότητας, που γουστάρει διαστημικό ποδείον, δεν προμηνύανε τίποτε καλό.
Αλλά ο -παροιμιώδης- κύβος είχε ριφθεί.

v.
Ξανά στο εστιατόριο.
Ώρα δώδεκα.
Όχι, δεν ήταν αρχαιόπληκτος· ουδέ κάν πεπληγμένος με τη μοναδικότητα του έθνους του. Όμως, αμέτρητες φορές είχε προβληματιστεί με το γιατί οι Έλληνες από άρχοντες ξέπεσαν σε κακομοίρηδες· κι άλλες τόσες απάντησε μόνος του πως πρέπει ν’ αντιστραφεί η φορά, γιά να δούμε προκοπή. Καιρός, λοιπόν, να κλείσουν οι ανοιχτές παρενθέσεις. Να κλείσουν οι πληγές οι ανοιχτές. Καιρός να πάμε ανάποδα στο ποτάμι, κι ας μην εμβούμεν εις τον αυτόν ποταμόν δίς.
Τους τρείς ναούς των φωτογραφιών δεν τους είχε επισκεφθεί τυχαία. Εξέφραζαν την παιδική αγάπη του γιά τη Μυθολογία – γιά ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, που θεωρούσε ότι κακώς έσχε την τροπή που περιγράφεται στα βιβλία. Απόψε, λοιπόν, θα διόρθωνε την αδικία των τόσων χιλιετιών.

Είχε ήδη φύγει η πρώτη κι η δεύτερη φουρνιά πελατών. Κάποιες παρέες ερχόντουσαν καθυστερημένες, αλλά πιθανώτατα αυτές δεν θα τρώγαν πλήρες δείπνο. Καμιά σούπα, ίσως, γιά να στρώσει το στομάχι μετά τα ποτά. Ή το ανάποδο· κάτι ελαφρύ, γιά να συνεχίσουν με ξενύχτι στα μπάρ.
Όπως καί νά ‘χε, ο ρυθμός είχε πέσει. Έριξε μιά βιαστική, επαγγελματική ματιά στους θαμώνες. Δυό άντρες, μάλλον συγγενείς -κρίνοντας απ’ τα πρόσωπα-, που είχαν καιρό να βρεθούν καί συζητούσαν εγκάρδια. Τρείς νέοι, μάλλον φοιτητές, ξόδευαν με -θά ‘λεγε- εποικοδομητικό τρόπο τα λεφτά τους, Παρασκευή βράδυ (αντί να τα δίνουν σε οινοπνευματώδη ποτά από χημικό εργαστήριο). Ένας ηλικιωμένος, μόνος του, που σκούπιζε τα πιάτα του· η έκφραση «απολάμβανε το φαγητό του» ήταν τελείως ανεπαρκής, γιά να τον περιγράψει! (Αυτουνού, στον λογαριασμό, έπρεπε να θυμηθεί να του πέμψει μιά γερή κομματάρα γλυκό.) Ένας τύπος πενηντακάτι, καλοντυμένος, με μιά όμορφη γκομενίτσα με τα μισά του χρόνια. Καθαρά κάποιος μεγαλοπαράγοντας με την παράνομη σχέση του, δηλαδή! (Αυτά τα παιδιά του προσωπικού, ώρες-ώρες… πού τό ‘βαλαν, επιτέλους, το διακοσμητικό κηροπήγιο με τα κόκκινα καί τα χρυσά, να τους πεί να το πάνε στο τραπέζι; ) Καί τρείς γυναίκες στα σαραντακάτι, κάπως σαν παλιές συμμαθήτριες. Ή σαν χωρισμένες την τελευταία διετία, που συνέπηξαν αναγκαστική προσωρινή συμμαχία. (Καί σ’ αυτές γλυκό, αλλά μικρά κομμάτια. Τα μεγάλα θα πήγαιναν χαμένα – με την πρόφαση πως παχαίνουν· καί θά ‘ταν κρίμα.)
Μιά χαρά κόσμος, κανένα πρόβλημα. Άφησε το προσωπικό στη φροντίδα, κι αυτός νοερώς απομονώθηκε. Θα πραγματοποιούσε αυτό, που είχε σχεδιάσει από καιρό.
 Όταν το ρολόϊ έδειξε ακριβώς μεσάνυχτα, ο νέος Ντά Βίντσι των γεύσεων ξεκλείδωσε το συρτάρι του κι απ’ το βάθος ανέσυρε δυό τεχνουργήματα. Δύο ακριβώς ίδια χρυσά μήλα, κάπου ενάμιση πόντο το καθένα σε ύψος, μέσα σε όμορφα βελούδινα κουτάκια. Τα είχε παραγγείλει προ μηνός, καί τα παρέλαβε εγκαίρως γι’ αυτό που σκόπευε να κάνει απόψε.
Τοποθέτησε το ένα μπροστά στη φωτογραφία του Ηραίου, μουρμουρίζοντας «-Τήι καλλίστηι!».
Το δεύτερο μπροστά στον Παρθενώνα, ξανά «- Τήι καλλίστηι!».
Έσκυψε καί φίλησε την τρίτη φωτογραφία, «- Τήι καλλίστηι!» εκ τρίτου.
«- Αφροδίτη μου», συνέχισε, «εσένα δεν σου δίνω, επειδή έχεις. Άλλως τε, έμαθα πως κάτι γείτονες εδώ κοντά σου χάρισαν ακίνητα στο Μεγάλο Μήλο!«, αστειεύτηκε.
Αγκάλιασε με τα δυό χέρια του καί τις τρείς φωτογραφίες. «- Οι Έλληνες σας αγαπάμε καί τις Τρείς! Τον δέ αγενέστατο Πάρη ανακηρύττω επισήμως αρχιγάϊδαρο καί ντροπή του αντρικού φύλου!«, χαμογέλασε.

(συνεχίζεται)

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Η προφητική σκέψη του Θουκυδίδη.

Η σημαντικότητα του έργου του Θουκυδίδου είναι γνωστή: « έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων» θα γράψει ό ίδιος. Άρα και όσα γράφει και όσα υπονοεί αποτελούν κτήμα ες αεί για όλους τους πολιτισμούς και για όλα τα κράτη και  τις πολιτείες, άρα και για τη σημερινή Ελλάδα. Ο Θουκυδίδης κατενόησε την έννοια της οικονομικής προόδου  της εποχής του η οποία σε κάθε περίπτωση αντικατόπτριζε την αντιπαλότητα των μεγάλων ηγεμονικών πόλεων-κρατών, της Αθήνας και της Σπάρτης κατά κύριο λόγο. Κατάλαβε  ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος θα ήταν ένας μεγάλος πόλεμος διότι αντανακλούσε τον πόλεμο  συμφερόντων ανάμεσα στην Σπάρτη και την Αθήνα και τους συμμάχους των. Ο μεγάλος ιστορικός είχε κατανοήσει το γεγονός ότι στην  εποχή του οι μικρές πόλεις είχαν  αντικατασταθεί από μεγάλες συμμαχίες οι οποίες σταδιακά θα επιζητούσαν την εξουσία διότι εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και περισσότερα πράγματα ζωτικής σημασίας και συμφέροντος.
Στο βαθμό εις τον οποίον ο A.Grossinsky διατείνεται (σωστά) ότι ο Θουκυδίδης έγραψε ένα ιστορικό και πολιτικό εγχειρίδιο ως κτήμα ες αεί, μέσα από το οποίο όλοι μπορούν  να προβλέψουν τα μελλούμενα (εσόμενα) κατανοούμε ότι μπορούμε μέσα από την ανάγνωση του έργου του να κατανοήσουμε την κίνηση την ιστορική της εποχής μας.Και σήμερα υπάρχει ένας καινούργιος πολιτικός κατά βάση μηχανισμός ( η Ευρωπαϊκή ένωση)η οποία στηρίζεται σε κριτήρια θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε κυρίως οικονομικά. Διότι –ειδκά στην εποχή μας –η κινητήρια δύναμη είναι η οικονομία, ως πηγή  της πολιτικής και εξουσιαστικής δυνάμεως. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πεδίο ανταγωνισμού και προσπάθειας οικονομικής επικράτησης του ισχυροτέρου θα κατασταλάξει ως κράτος και πολιτειακή κατάσταση όταν ο  ισχυρότερος επικρατήσει και επιβάλει το οικονομικό του και πολιτικό status quo. Όπως συνέβη με τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την επικράτηση της Σπάρτης. Τα ίδια συμφέροντα επικράτησης, οικονομικού πολέμου  και ανταγωνισμού υπάρχουν και στο ευρωπαϊκό σημερινό κράτος μέρος του οποίου είναι η Ελλάδα.Βέβαια όλοι γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο η νικήτρια Σπάρτη συμπεριφέρθηκε στην Αθήνα, όλοι γνωρίζουμε το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων, όλοι επίσης μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες ιστορικές συγκρούσεις και  αναλογίες με  τη σημερινή εποχή και να φαντασθούμε τις  ανάλογες ιστορικές ομοιότητες ή διαφορές που γεννώνται.
Ο Θουκυδίδης ρητά πιστεύει ότι οι ίδιες πάντοτε δυνάμεις κινούν την ιστορία, δηλαδή το μυαλό των ανθρώπων, γι αυτό το λόγο πάντα η μία εποχή θα επιφέρει τα ίδια γεγονότα με κάποια άλλη. Το μόνο που θα αλλάζει θα είναι ο τρόπος σύμφωνα με τον  οποίο η εξουσιαστικότητα θα επιβάλει τη νίκη της.Σήμερα έχουμε τον ηλεκτρονικό τρόπο διακυβέρνησης αντί για την ανάγκη του πολέμου με τα δόρατα που ίσχυε την εποχή  του Αθηναίου ιστορικού. Ο Θουκυδίδης διείδε ότι ο ηγεμονισμός των μεγάλων πόλεων στηρίχθηκε στην υλική ανάπτυξη των πόλεων αυτών. Η Αθήνα είχε επικρατήσει μέσα από την εκμετάλλευση της γής, της θαλάσσης και των συμμάχων. Ήταν φύσει αδύνατον να μην επιζητήσει με βάση την οικονομική δυναμική της να γίνει η ηγεμονική δύναμη όλης της Ελλάδος υποτάσσοντας ουσιαστικά στη δύναμή της όλες τις λοιπές πόλεις κράτη. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος συνέβη λόγω της αντίδρασης των άλλων πόλεων, οι οποίες βέβαια σε κάθε περίπτωση εζήλεψαν και τη δύναμη  και το μεγαλείο των Αθηνών. Σήμερα ο ηγεμονισμός και η οικονομική υπερδύναμη που απολαμβάνει μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναλογικά θα οδηγήσει στο να κυριαρχήσει αυτό το κομμάτι στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επειδή όμως ο  τρόπος είναι ηλεκτρονικός, επειδή όλη η ζωή των ανθρώπων έχει υποταχθεί σε μία υλικότητα και εξωτερική ευδαιμονία,η κυριαρχούσα μέσα στην ευρωπαϊκή ένωση δύναμη έχει τον τρόπο να επιβάλει την ηγεμονία της μέσα από την οικονομική επικυριαρχία της με όλους τους σημερινούς τρόπους του χρηματοπιστωτικού συστήματος.Αυτό το οποίο φαίνεται ότι δεν ισχύει σε σχέση με την ιστορία του Θουκυδίδη είναι το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ηγεμονία των χωρών της ευρωπαϊκής ένωσης οι οποίες μπορούν και μεταφράζουν την οικονομική  τους παντοδυναμία σε απόλυτο ηγεμονισμό επί των μικροτέρων χωρών.
Όμως ο Αθηναίος ιστορικός ακράδαντα πίστευε ότι η ανάγνωση του έργου του θα οδηγούσε τους ανθρώπους όλων των εποχών στο να κατανοήσουν τη δική τους εποχή.Δηλαδή να κατανοήσουν τα  αίτια που κρύβονται πίσω από ανάλογες καταστάσεις, τον τρόπο που μία δύναμη επιβάλλεται σε μία άλλη, το πώς μπορεί μία χώρα να αντισταθεί προκειμένου να μην υποδουλωθεί σε μία άλλη. Ειδικά μέσα από τις περίφημες δημηγορίες του μεγάλου μας ιστορικού φαίνεται  ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο ένα κράτος δύναται να παραμείνει ελεύθερο και να προχωρήσει εξελικτικά μέσα στην  ιστορία. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη ένας πολιτειακός οργανισμός θα πρέπει να διαθέτει φιλοσοφική κουλτούρα. Αυτό μετσαφράζεται σε ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών, αξιών, σε πλήρες ηθικό σύστημα.Μία χώρα θα πρέπει να έχει το δικό της Νού από τον οποίο θα απορρέουν όλες εκείνες οι πίστεις και οι ηθικές αξίες ώστε οι άνθρωποι συνεκτικά να παραμένουν ενωμένοι έχοντας κοινά σημεία κουλτούρας και παιδείας. Εν συνεχεία μία χώρα, ένα  πολιτειακό σύστημα θα πρέπει να διαθέτει ηθικό σύστημα το οποίο θα μεταφέρει όλες εκείνες τις ιδέες οι οποίες έχουν γίνει αποδεκτές μέσα από τον τρόπο σκέψης των πολιτικών αρχών και των αρχομένων.Οι Αθηναίοι της εποχής του Θουκυδίδη στηρίχθηκαν στην αγάπη για το ωραίο, στην συμπάθεια για το συνάνθρωπο, στήριξαν την οικογένεια, έζησαν σε σχέση με το καλό της φύσεως.
Σύμφωνα με τον ιστορικό μία χώρα για να ορθοποδήσει ιστορικά θα πρέπει να υπακούει σε νόμους, κυρίως όλοι να ζούν για τον ένα και ο ένας να θυσιάζεται για τους όλους. Τα κριτήρια που ενώνουν  όλους τους πολίτες μίας χώρας είναι η αγάπη για την Πατρίδα, για το αύριο των παιδιών, για ένα κόσμο καλύτερο, οι άνθρωποι δεν  χωρίζονται με βάση τα στενά οικονομικά συμφέροντα. Τη στιγμή όμως κατά την οποία τοκράτος παρέχει στους ανθρώπους όλα εκείνα τα οποία  υποχρεούται προκειμένου όλοι να ζούν ευτυχισμένοι και ευδαίμονες. Ο Θουκυδίδης είναι πεπεισμένος ότι χώρα ή κράτος ή πολιτεία η οποία δεν τηρεί όλες τις προηγούμενες προϋποθέσεις  γρήγορα  είτε θα εξαφανισθεί από το πρόσωπο της ιστορίας είτε θα υποδουλωθεί σε άλλες ηγεμονικές δυνάμεις.
Γιατί όμως ο Θουκυδίδης πίστευε ότι τα γεγονότα και οι ανθρώπινες πράξεις είναι ίδιες και όμοιες ανά επόχή.Διότι θεωρούσε ότι η ανθρώπινη φύση είναι μία και κοινή και σε καμμία των περιπτώσεων δεν αλλάζει από εποχή σε εποχή. Γι αυτό και χρησιμοποιεί τη φράση «κατά το ανθρώπινον»  και  τα «δέοντα» . Διότι πιστεύει ότι ο πόλεμος, ο κάθε είδους πόλεμος, από τον πόλεμο με τα δόρατα έως τον ηλεκτρονικό-οικονομικό πόλεμο, καταδεικνύει μία μεγάλη αλήθεια. Η μία και κοινή ανθρώπινη φύση πάντα πολεμά, πάντα αγωνίζεται είτε για το ατομικό συμφέρον, αναπτύσσοντας εγωϊστικά πρότυπα και αξίες, είτε προκειμένου να φέρει ένα κόσμο κοινωνίας, καλλίτερο και ευδαιμονέστερο. Σε κάθε εποχή οι άνθρωποι αγωνίζονται για ό,τι θεωρούν ως καλό και ωραίο. Σε αυτό το σημείο εισχωρεί η απαραίτητη πολιτειακή  δομή. Μία χώρα, ένα κράτος και μία πολιτεία η  οποία διαθέτει μία Σωκρατική ανθρωπιστική φιλοσοφία θα νικήσει επιβάλλοντας τις αξίες και την ηθική του ανθρωπισμού. Εκείνες τις αξίες που αναδεικνύουν τον άνθρωπο και την κοινωνία των σκεπτομένων ανθρώπων. Έναν κόσμο ευδαιμονίας, ευτυχίας, μία κοινότητα ανθρώπων με κοινά ιδανικά ενώπιον του αγαθού.
Θεωρούμε ότι ο σκοπός για τον οποίο ο Θουκυδίδης μετέφερε στο έργο του τις δημηγορίες προκειμένου να προσφέρει τις πολιτειακές εκείνες συμβουλές για ένα κόσμο και ένα κράτος καλλίτερο είναι το  ότι πίστευε ότι η  ιστορία είναι όμοιος παράγων με τις περιπλανήσεις του Οδυσσέως. Η Ιστορία καταλήγει σε μία Ιθάκη. Ο σκοπός της Ιστορίας είναι  ο χαμένος Παράδεισος, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να φτιάξουν ένα κόσμο καλλίτερο αρκεί να αναπτύξουν την ανωτέρα φύση των. «Φιλοκαλούμεν μετ΄ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». Μέσα από την περίφημη παραπάνω φράση αναδεικνύεται όλο το αξιακό σύστημα ενός κόσμου ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως τέλειος, διότι θα ένωνε όλους τους ανθρώπους με βάση τις συμπαντικές ιδέες του καλού και τις ανώτερες φυσικές αξίες του ωραίου. Η φιλοκαλία ξεκινά από τον εαυτό μας. Η τέχνη  της εσωτερικής ομορφιάς, της ευγένειας.Η ανάπτυξη του προσωπικού ήθους,μας καθιστά γλύπτη του ιδίου του εαυτού μας. Όταν όλη αυτή η προσπάθεια επεκταθεί και στην κοινωνία η αγάπη για το ωραίο αποδεικνύεται μέσα από την αγάπη μας στον πάσχοντα συνάνθρωπο.Μέσα  από την προσφορά μας στο κράτος και στους συνανθρώπους μας. Η σμίλευση του ωραίου κράτους γίνεται από τους πολίτες-γλύπτες και  όχι μόνο από τους κυβερνώντας. Ο Παρθενών συμβολίζει τον τέλειο κόσμο στη βάση των  αναλογιών και της αρμονίας. Καμμία δύναμη δεν επικρατεί ενάντια σε κάποια άλλη προκειμένου να την  εξαφανίσει. Παρόμοια και στη ζωή μας. Δεν θα επικρατήσω αθέμιτα στο συνάνθρωπό μου, ως πολίτης, δεν θα εξαφανίσω μία χώρα εξουσιαστικά, ως πολιτική δύναμη.
Η φιλοσοφία είναι ο πλέον απαραίτητος παράγων προκειμένου μία χώρα να ζεί ελεύθερη  και να αναπτύσσεται.Η φιλοσοφία αγγίζει το σχήμα του τριγώνου. Μία χώρα θα πρέπει  να επικοινωνεί με τρία σημεία.Με τους πολίτες, με τον υπόλοιπο  κόσμο και με τις ιδέες της. Η τέλεια κυκλική κίνηση αυτών των σημείων αναπτύσσει το κράτος ευδαιμονίας και ενδελέχειας.Η φιλοσοφική υπόσταση ενός κράτους είναι δηλωτικό του γεγονότος ότι οι πολίτες αυτού του κράτους είναι ελεύθεροι σκεπτόμενοι πολίτες. Έχουν άποψη για το ωραίο και το καλό, για το κακό και το άσχημο, έχουν γνώση για τη φύση και τον κόσμο, γνωρίζουν τι γίνεται στη  ζωή τους. Επειδή ακριβώς γνωρίζουν με βάση αυτή τη γνώση εξάγουν πράξεις και αντίσταση. Δράση  και  κίνηση. Αναπτύσσουν ό,τι θεωρούν ως ωραίο αντιστέκονται σε κάθε τι που περιορίζει αυτό το οποίο θεωρούν ως καλό και πρέπον.Κυρίως οι πολίτες-φιλόσοφοι γνωρίζουν  τα του κόσμου τους, ποιος κυβερνά, ποιος αποφασίζει για τις ζωές τους, γνωρίζουν τα δικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν απεμπολούν ποτέ τα ηθικά τους  δικαιώματα και υποχρεώσεις. Συνειδητά έχουν κλίμακα αξιών την οποία και υπερασπίζουν. Το συμφέρον της  Πατρίδας των είναι δικό τους συμφέρον και το δικό  τους συμφέρον είναι το συμφέρον των  παιδιών τους.
Με αυτό τον τρόπο καλύπτεται η απόσταση από το μεμονωμένο γεγονός προς την εξαγωγή πλουσίων και χρησίμων ιστορικών συμπερασμάτων.Για τον Αθηναίο ιστορικό όλα τα γεγονότα υπακούουν σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό και γεωπολιτικό σχέδιο για το οποίο οι πολιτικοί είναι ενήμεροι. Οι εκάστοτε ηγέτες –σύμφωνα με τον  Αθηναίο πολιτικό- είναι ενήμεροι για το ότι όλα τα ιστορικά γεγονότα υπακούουν σε ένα καθορισμένο σχέδιο αυτών των οποίων  ευρίσκονται στην εξουσία.Οι κυβερνώντες ακολουθούν και προσπαθούν να ολοκληρώσουν αυτή τη νομοτέλεια των γεγονότων. Αναμφίβολα ο Αθηναίος ιστορικός εισήγαγε το Νού και τη Σκέψη του Αναξαγόρα στην Ιστορία εξοβελίζοντας οριστικά από την Ιστορία τον παράγοντα της τύχης. Ο καθορισμός (ντετερμινισμός) του Θουκυδίδη είναι μνημειώδης πλέον και έχει  επηρεάσει όλους τους μετέπειτα πολιτειακούς παράγοντες. Ένας κεντρικός Νούς και Λόγος προκαθορίζει αλλά και μετακαθορίζει την οργάνωση  και  τις τύχες του κόσμου αυτού.Ό,τι συμβαίνει γύρω μας υπακούει σε ένα γενικότερο σχέδιο το οποίο ο πολύς κόσμος αδυνατεί να συλλάβει, διότι είναι ικανός να καταλαβαίνει μόνο το σημερινό συμβάν, το μεμονωμένο και άνευ αξίας.Οι επόμενες όμως γενεές καταλαβαίνουν και βιώνουν την πραγμάτωση της εξουσίας των  προηγουμένων χρόνων. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη η εξουσιαστικότητα των κυβερνώντων στοχεύει και μόνο στην επιβολή της κυριαρχίας της παράταξης που θα επικρατήσει. Αυτή η παράταξη επιζητεί την ικανοποίηση μόνο των δικών της σχεδίων και συμφερόντων χωρίς να ενδιαφέρεται για το κοινό καλό.Ίσως γι αυτό ο Αθηναίος σοφός μας άφησε τον Επιτάφιο για να μας δείξει ως κτήμα ες αεί ότι κάποτε υπήρξε ένας πολιτειακός οργανισμός (Αθήνα,κλεινόν άστυ) ο οποίος ξεπέρασε το υποκειμενικό ανθρώπινο στοιχείο και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα οικουμενικό πρότυπο πολιτειακής και ανθρωπιστικής  αναπτύξεως.
Ο ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου κινεί την ιστορία του παρουσιάζοντας την νομοτέλεια των πολέμων. Ο Θουκυδίδης πιστεύει ότι η ιστορία κινειται με τον πόλεμο.Γι αυτό εξάλλου-και υπό την μορφή των δημηγοριών- παρουσιάζει έντονα σκοποθετικά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ως συμβάν σκέψεων και συναισθημάτων, όχι απλών πολεμικών γεγονότων, τα οποία καθόρισαν  τις τύχες του Ελληνισμού. Σήμερα ο πόλεμος είναι περισσότερο ηλεκτρονικός και οικονομικός, ανάλογα και εμείς θα πρέπει να τον ερμηνεύσουμε για να καταλάβουμε πού οδηγείται ο κόσμος, ο κόσμος που ζούμε. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν ο κορυφαίος πόλεμος ανάμεσα στις δύο κορυφαίες πόλεις της εποχής εκείνης. Σήμερα συμβαίνει αυτό; Οι συνέπειες ήταν η αδυναμία της Σπάρτης να διαχειρισθεί το Πανελλήνιο ιδανικό και εμφανίσθηκε ο Φίλιππος ο Μακεδών; Σήμερα  εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο μια ανάλογη δύναμη; Ο Μακεδών Αλέξανδρος εδημιούργησε έναν οικουμενικό οργανισμό στηριζόμενο στον Ελληνικό Λόγο και στις ανάλογες αξίες. Σήμερα για ποια αυτοκρατορία συζητούμε και για ποιες αξίες; Υπάρχει σήμερα ένα ανάλογο οικουμενικό οικοδόμημα;Αν ναι σε ποιες αξίες στηρίζεται; Έπειτα από την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, η οποία είχε σαθρά κυριαρχικά θεμέλια εμφανίσθηκε η οποία με το δίκαιο και την πυγμή  κυβέρνησε μεγάλο μέρος  του τότε γνωστού κόσμου. Στην εποχή μας ποιος θα υποδυθεί το ρόλο της Ρώμης;
Όλα αυτά τα ερωτήματα ίσως θα ετίθεντο από το Θουκυδίδη εάν αυτός ζούσε σημερα.Ο νούς όμως του Αθηναίου ιστορικού θα πρέπει να αποτελεί παρακαταθήκη ανάλυσης και ενδελεχούς ερεύνης των γεγονότων. Οφείλουμε να μελετούμε τους καιρούς μας, κυρίως να θέτουμε το νού μας στην υπηρεσία της ιστορίας.Όλοι πρέπει να νοιώσουμε ιστορικά σημαντικοί και να συμβάλουμε στην διαμόρφωση της ιστορικής ροής κατανοώντας τους καιρούς, την πορεία τους και το σκοπό των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Το μήνυμα του Θουκυδίδη είναι σαφές. Δεν είμαστε θεατές αλλά πρωταγωνιστές της ιστορίας.
Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ. φιλοσοφίας.http://filosofikoskipos.blogspot.gr/