ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ιφιγένεια Κασταμονίτη
Οι αρχαίοι σοφοί, προσπαθώντας να διεισδύσουν στο μυστήριο της ύπαρξης, προκάλεσαν τη γέννηση του μύθου. Ο μυθικός λόγος έδινε μια απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου για την προέλευση του κόσμου, την αιτία του, τη ζωή και το νόημά της, το θάνατο και το μυστήριό του κλπ. Μέσα από αλληγορίες και μεταφορικές περιγραφές, ο μύθος έκρυβε αλήθειες που είχαν σχέση με την εξέλιξη της ψυχής και την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου επί της γης, αλλά και αλήθειες για τον κόσμο και την πορεία του στο χρόνο. Κάθε μύθος, όπως και κάθε σύμβολο, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους και συχνά συναντάμε απόψεις και ερμηνείες που δεν συμβιβάζονται απόλυτα με την κοινή λογική ή την επιστημονική εξήγηση των φαινομένων. Πολλές φορές μάλιστα, οι ερμηνείες που δίδονται για ορισμένους μύθους ή σύμβολα, αγγίζουν τον τομέα που χαρακτηρίζεται ως «φαντασία». Ας προσπαθήσουμε όμως να κατανοήσουμε τους μύθους όχι με το νου αλλά με την καρδιά, όχι με τη σκέψη αλλά με το «νιώσιμο» της καρδιάς, όπως προστάζει η Φωνή της Σιγής.karma aitiotita

Τι είναι ο χρόνος; Όταν ρώτησαν τον Άγιο Αυγουστίνο τι έκανε ο Θεός προτού δημιουργήσει το σύμπαν, εκείνος υποστήριζε ότι: «Η έννοια του χρόνου δεν έχει νόημα πριν την αρχή του σύμπαντος. Ο χρόνος είναι μια ιδιότητα του σύμπαντος και συνεπώς, δεν υφίσταται χρόνος πριν από το σύμπαν». Ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον χρόνο σαν μια συστατική έξη της κίνησης και τον τοποθετούσε μέσα στο σώμα του ουρανού, δηλαδή του ορατού σύμπαντος. Έλεγε ότι: «Σώμα δίχως κίνηση δεν υπάρχει, και επειδή  έξω από τον ουρανό δεν υπάρχει σώμα, άρα δεν υπάρχει χρόνος έξω από αυτόν» (Περί Ουρανού). Αναφερόμενος στον Δημόκριτο (Α71) έγραφε: «Υποστηρίζουν ότι ο χρόνος είναι αδημιούργητος και με αυτό ο Δημόκριτος αποδεικνύει ότι τίποτε δεν μπορεί να δημιουργηθεί αφού ο χρόνος δεν έχει δημιουργηθεί. Είχε πειστεί όμως ότι ο χρόνος είναι αιώνιος».
Αν το σύμπαν άρχισε να υπάρχει από τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης και μετά, μπορούμε ενδεχομένως να πούμε ότι ο χρόνος της μέτρησης των γεγονότων είχε μια αρχή, τουλάχιστον στο δικό μας ουρανό ή σύμπαν. Και ότι η εξάπλωση του σύμπαντος αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το ξεδίπλωμα του χρόνου στον κόσμο μας. Αισθανόμαστε την ύπαρξή του μέσα από την ροή των γεγονότων και την κίνηση των ουρανίων σωμάτων, τα οποία σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Τίμαιος) «φανερώνουν σε εμάς την κίνηση και το μέτρο του χρόνου». Οι πλανήτες έγιναν όργανα που διατηρούν τους αριθμούς (με τις αστρικές περιόδους) και έτσι, με τη βοήθειά τους, ο χρόνος που είναι το αντίτυπο της αιωνιότητας, ή ένα είδος κινητής εικόνας της αιώνιας ύπαρξης (Τίμαιος) ενσαρκώνεται στον αισθητό και ορατό κόσμο και γίνεται ο χρόνος της μέτρησης.
Στις μυθικές παραδόσεις η ιστορία της πρώτης γέννησης του χρόνου παίρνει τη μορφή ενός προσωπικού μύθου, του μύθου του θεού Κρόνου – του Kranan των Ινδών. Οι λέξεις Κρόνος, Kranan ή Κράντωρ, δηλαδή κυρίαρχος, ηγεμών και δημιουργός έχουν ως κοινή ρίζα το καρ. Εξηγώντας το όνομα του Κρόνου ο Πλάτων (Κρατύλος) αναφέρεται στη ροή και την κίνηση: «Θαρρείς ότι τυχαία έδωσαν στον Κρόνο και τη Ρέα ονόματα ρευμάτων;» Παραπάνω στο ίδιο κείμενο όμως, θεωρεί ότι το όνομα Κρόνος προέρχεται από τη λέξη Κούρος,  δηλαδή νέος αλλά και καθαρός και αμόλυντος. Παρουσιάζει έτσι, δύο όψεις του θεού Κρόνου.
Ο Πρόκλος (Πλατωνική Θεολογία) ενισχύει αυτή την άποψη περί του αμόλυντου θεού, θεωρώντας ότι η ένωση του πατρός Κρόνου και των άσπιλων θεών είναι αμόλυντη και ανυπέρβλητη. Γι’ αυτό, οι λόγιοι της εποχής των Νεοπλατωνικών λέγουν ότι ο Χρόνος είναι «εκείνος για τον οποίο τηρείται σιγή. Ο Κύριος που γίνεται γνωστός στις ψυχές μόνο μέσω του Νου. Τον εγκατέστησαν εντός της πατρικής σιγής και τον ανυμνούν σαν πατέρα των πατέρων. Χρόνος και κόσμος άρχισαν μαζί, σαν το ατελές αντιφέγγισμα της αιώνιας ταυτότητας».(Πρόκλος στον Αλκιβιάδη, Κρατύλο, Παρμενίδη)
Η εικόνα αυτή του θεού Κρόνου έρχεται σε αντίθεση με τον Ησιόδειο θεό, ο οποίος παρουσιάζεται ως δόλιος και αγκυλομύτης. Ο θεός Κρόνος του Ησίοδου, ως γιος του θεού Ουρανού, ανήκει στη δεύτερη θεοκρατική τάξη και εμφανίζεται ως προσωποποίηση της ροής του χρόνου, που καταβροχθίζει αυτά που προκάλεσε. Υπό αυτή την έννοια, είναι το «ρεύμα» της πρώτης ερμηνείας του Κρατύλου που αναφέρθηκε παραπάνω. Αρπάζοντας την εξουσία από τον πατέρα του, κυριαρχεί στην μορφή και στην ύλη και συνεπώς, γίνεται ο πατέρας κάθε περαιτέρω εξέλιξής της. Παρά την κατοπινή κυριαρχία του Διός – όταν αναπτύσσεται η συνείδηση στον κόσμο – ο θεός Κρόνος παραμένει πατέρας, κριτής και πανδαμάτωρ χρόνος. Αναφέρεται ως κριτής στα νησιά των Μακάρων από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο, και οι αρχαίοι Έλληνες αφιέρωναν πολλές γιορτές σ’ αυτόν, όχι μόνο για να τον τιμήσουν ως δημιουργό αλλά και για να τον εξευμενίσουν ως κριτή τους. Διότι μέσα στο χρόνο τον οποίο προσωποποιεί, όλα τα άδικα διορθώνονται και η σωτηρία εξασφαλίζεται γιατί εκείνος κρίνει και κυριαρχεί επί πάντων. Τίποτε δεν του ξεφεύγει και γι’ αυτό είναι πανούργος και αγκυλομύτης.
Η κυριαρχία του επάνω στη μορφική ύλη αρχίζει με τον ακρωτηριασμό της γονιμοποιού δύναμης του Ουρανού με ένα δρεπάνι. Το δρεπάνι  όμως, εκτός από σύμβολο θανάτου, είναι και εργαλείο θερισμού, δηλαδή σύμβολο της καινούργιας συγκομιδής. Αφαιρώντας τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, δηλαδή τη δημιουργική του δύναμη, ο θεός Κρόνος γίνεται το πνεύμα-γιος, που θα δημιουργήσει ζωή και θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από τη διχόνοια, που φαίνεται ότι αποτελεί μια εξελικτική αναγκαιότητα σε αυτό το στάδιο της πορείας της ζωής.

Ας δούμε όμως και την άλλη όψη του, εκείνη που αφορά τον αγνό και αμόλυντο Κύριο, όπως τον αποκαλεί ο Πρόκλος, ή τον Κούρο, όπως περιγράφεται στον Κρατύλο. Για το σκοπό μας αυτό ας στραφούμε στον θεολόγο Ορφέα, ο οποίος δίδασκε ότι από το νερό και τη λάσπη – τη συνεχή και τη μεριστή ουσία – γεννήθηκε ένας δράκοντας με κεφάλι λιονταριού και ταύρου, ενώ ανάμεσά τους υπήρχε το πρόσωπο ενός θεού που ονομάζεται Κρόνος και Ηρακλής. Το πλάσμα αυτό είχε φτερούγες στους ώμους του, και ο Ορφέας το θεωρούσε ως συμβολική παράσταση της πρώτης Αρχής, που δεν είχε καμία σχέση με τον Ησιόδειο Κρόνο, ή τον ομώνυμο πλανήτη. Για τον Ορφέα ήταν Πρωτόγονος και Παν, δισώματος – δηλαδή ανδρόγυνος – και γέννησε το απεριόριστο Χάος και το ομιχλώδες Έρεβος. Αποτελούσε μια από τις δύο αρχές-ουσίες της φύσης και τον τοποθετούσε στο υψηλότερο σημείο της δημιουργικής πνευματικής ιεραρχίας, όπως ήταν και ο Μιθραϊκός θεός Κρόνος-Αιώνας που κρατούσε το κλειδί της ύπαρξης.
Παρά τα πολλά ονόματα που του έδινε στους ύμνους του, ο Ορφικός Κρόνος-Ηρακλής θεωρούταν άρρητος, ακατονόμαστος θεός, άφυλλος και δίχως επιθυμίες. Οι τέσσερις μορφές – λιοντάρι, ταύρος, θεός και φτερούγες – είναι παρόμοιες με τις τέσσερις μορφές σύμβολα που παρατηρούμε στη χριστιανική εικονογραφία (όπου θεός = άνθρωπος και φτερούγες = αητός). Τοποθετώντας τις μορφές αυτές στο ζωδιακό κύκλο, έχουμε τα τέσσερα ζώδια – λέοντα, ταύρο, υδροχόο (άνθρωπο ή θεό) και σκορπιό (ή αητό ή φτερούγες), καθώς και τα τέσσερα στοιχεία που αντιπροσωπεύονται από αυτά, δηλαδή πυρ, γη, αέρα και νερό, που είναι τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλή. Γι’ αυτό ο Ορφικός θεός Κρόνος είναι Παν, όπως επίσης και εκείνος που γεννά το αργυρό αυγό του σύμπαντος. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το νοούμενο του παντός της εκδηλωμένης ζωής στο σύμπαν.
Σε άλλες παραδόσεις (Ινδική) χρησιμοποιείται ένα πτηνό αντί των πτερύγων του Ορφικού ή Μιθραϊκού Κρόνου. Το πτηνό, από τη θετική του πλευρά, συμβολίζει τόσο την πτητικότητα όσο και το ιδανικό πέταγμα του πνεύματος ως ένα είδος «οντότητας» ανεξάρτητης και σταλμένης από το μυστήριο του όντος. Είναι επίσης, σύμβολο του οργανωτικού πνεύματος της πρωταρχικής αγνής, αιθερικής ύλης που ενεργοποιείται σε κάθε νέα εκδήλωση των κόσμων. Ο μυθικός λευκός κύκνος Hamsa γεννά το κοσμικό αυγό, όπως και η ιερή Ίβις της αρχαίας Αιγύπτου. Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι ο Χρόνος ταυτίζεται με τη δεύτερη όψη της Παγκόσμιας Ψυχής, και τη δράση της στα πεδία της εκδήλωσης ως δημιουργικό πνεύμα. Όπως λέγουν, όταν η Παγκόσμια Ψυχή θέλησε να αποκτήσει κάποια δραστηριότητα, στράφηκε προς την κίνηση και τότε ξεπήδησε ο χρόνος που πρωτύτερα δεν ήταν φανερός. Η δραστηριότητα του χρόνου είναι εμφανής όσο διαρκεί η εκδήλωση των κόσμων, και σαν εξελικτικό πνεύμα που οργανώνει την ύλη, γίνεται έκδηλος σε καθετί υπαρκτό στη φύση.
Ο Κρόνος θεωρείται κυρίαρχος της ημέρας του Σαββάτου, αλλά δεν θα πρέπει να το εκλάβουμε ως την τελευταία ημέρα της εβδομάδας, αλλά ως το Sabbath, δηλαδή την ημέρα του πνεύματος και της πνευματικής τελείωσης. Την ημέρα αυτή – το συμβολικό Σάββατο – ο άνθρωπος καλείται να σταματήσει κάθε φυσική δραστηριότητα και να στραφεί προς την πνευματική εργασία. Διότι αυτή η ημέρα είναι η έβδομη, η ημέρα της ανάπαυσης του Θεού ή Πνεύματος, η ημέρα κατά την οποία το Atman στρέφεται στον εαυτό του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ιησούς Χριστός «θεράπευε» πάντοτε κατά την ημέρα του Σαββάτου, διότι ως εκπρόσωπος και προϊόν της τελικής πνευματικής πραγμάτωσης του ανθρώπου, ενεργούσε επάνω στις ψυχές των πνευματικά ασθενών και νεκρών, εκείνη την ημέρα κατά την οποία τελείωνε συμβολικά ο χρόνος της σωματικής φύσης και άρχιζε η περίοδος της πνευματικής αναγέννησης του ανθρώπου, που είναι η περίοδος του αιώνιου.  

Τι είναι το αιώνιο; Κατά τον Πλωτίνο (Περί Αιώνος και Χρόνου): «Η ψυχική ενέργεια του Αιώνιου Όντος που δίνει ζωή, κίνηση και ύπαρξη στο έγχρονο σύμπαν. Η αισθητή ενσάρκωση που εξελίσσεται σε χρόνο εμπεριέχει το ακατάληπτο αιώνιο και ο χρόνος, η όψη του αιώνιου, γίνεται για τους ανθρώπους αόρατος και αόριστος μέσα στο άβατο της ψυχής τους».  Και ο Πλάτων (Τίμαιος) λέει ότι: «Η ψυχή του Όντος δίνει γέννηση στο χρόνο και η επέκταση της ζωής της είναι η διάρκειά του». Με τα λόγια αυτά ορίζει ότι, όταν σταματήσει η δραστηριότητα της ψυχής, τότε μένει μόνο το αιώνιο, η αιωνιότητα. Αιώνιο, Αιώνας και Αιωνιότητα είναι έννοιες που απασχόλησαν πολύ την αρχαία σκέψη, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς τη σχέση τους με το χρόνο ή τον θεό Κρόνο. «Αιώνα, το άπαντα», αποκαλούσε ο Αριστοτέλης την πέρα από την εξώτατη κίνηση κατάσταση ή ύπαρξη. Θεωρούσε δε ότι ο χαρακτηρισμός Αιώνας, δόθηκε με θεϊκή έμπνευση από τους αρχαίους. «Εκείνο που περιέχει το χρόνο ολόκληρο και την απειρία, το απεριόριστο, είναι ο Αιώνας που πήρε το όνομά του από το ‘αεί είναι’, και είναι αθάνατος και θείος».
Οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο «Αιώνας» ή «Αιών» για να υποδηλώσουν τις ιεραρχίες των πνευματικών όντων. Αιώνες δεν είναι οι εκατονταετηρίδες ετών, όπως οι yuga των Ινδών ή αλλιώς εποχές που αποτελούν τμήμα του χρόνου της μέτρησης. Οι Γνωστικοί Αιώνες είναι θείες υποστάσεις, αιώνια Όντα, Ιδέες. Κάθε Αιώνας είναι πλήρης άλλων πνευματικών όντων, και έχει μέσα του εν δυνάμει την τελείωση και την κίνηση όπως και ο Πλατωνικός Χρόνος-Ιδέα, «η κίνηση του οποίου δεν μετράται με αριθμούς, παρά είναι και παραμένει ένα διαρκές παρόν, μια πνευματική ολότητα» (Τίμαιος).
Οι Αιώνες της Δοξασίας, όπως τους αποκαλεί ο Βαλεντίνος (Αιωνολογία) βρίσκονται στη Σιγή, άγνωστοι και άρρητοι, όπως ο αμόλυντος Πατήρ Κρόνος ή Κύριος των Νεοπλατωνικών. Υπάρχει ένας Αιώνας, ο Αρχαιότατος και Ύψιστος από τον οποίο ξεπήδησε ο Λόγος σαν μια ακτίνα, και μέσω αυτής της θείας εκπόρευσης, καθετί δημιουργείται «εν χρόνω». Αυτός είναι εκείνος που ο Πλάτων ονομάζει ακίνητη και σταθερή αιωνιότητα, όντως ον, και είναι το πρότυπο βάσει του οποίου ο Πλατωνικός Δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο, σαν μια κινητή εικόνα του, τη δε κίνησή του την ονόμασε χρόνο. Αιώνας και Αιωνιότητα λοιπόν, ανήκουν στη σφαίρα της «αϊδίου φύσεως», ενώ ο χρόνος όπως τον αντιλαμβανόμαστε με τη μέτρηση, ανήκει στη σφαίρα του γίγνεσθαι. Ο Πλωτίνος θεωρούσε ότι η Αιωνιότητα αποτελεί αμετάβλητη αρχή ζωής που κατέχει συγχρόνως τα πάντα στο παρόν. «Τα νοητά όντα κείτονται μέσα στην Αιωνιότητα, που είναι Αιώνας και Ον, και παραμένει αμετάβλητη στον εαυτό της και αναλλοίωτη στο αεί παρόν. Είναι το εκκλάμπον μέσα στο υπόστρωμα, είναι ζωή, ομού πάσα, πλήρως αδιάσπαστη, πανταχού παρούσα, χωρίς έκταση και μεταβολή κι εξέλιξη».
Όταν ο Ιησούς Χριστός έλεγε: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ Ειμί», όπως μας εξηγεί ο θεολόγος καθηγητής Ραβί Ραβίντρα («Ερμηνεία του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου»), αναφερόταν στο αιώνιο τώρα, μια κατάσταση του ΕΓΩ ΕΙΜΙ, του ιερού ονόματος. Αλλά κανείς δεν καταλάβαινε τι εννοούσε, διότι ο περιορισμός που επιβάλλεται από τη γήινη χρονική ακολουθία είναι δεσμευτικός για τον άνθρωπο επί του υλικού πεδίου, ο οποίος δεν μπορεί να φθάσει στο αιώνιο παρόν, στη ζωντανή στιγμή του ΕΓΩ ΕΙΜΙ. Προσπαθούσε ο Ιησούς να ανακαλέσει τους ακροατές του από τις μικρότερες χρονικές πραγματικότητες, πίσω στην παρούσα στιγμή όπου μπορεί κανείς να είναι παρών στο ΕΓΩ ΕΙΜΙ. Διότι μόνο σ’ αυτή την παρουσία είναι η ανάσταση και η ζωή.
Η ίδια ιδέα εκφράζεται και μέσα στο σύμβολο του μυθικού κύκνου kalahamsa, που είναι ένα σύμβολο του Χρόνου στην Ανατολική παράδοση. Το όνομα αυτό μπορεί να διαβαστεί και ως kal – aham –sa, που σημαίνει ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ στην αιωνιότητα του Χρόνου, και συμφωνεί με το ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΩΝ της χριστιανικής παράδοσης. Ο σανσκριτικός όρος Hamsa, είτε ως «Εγώ», «Εκείνο», Χήνα ή Κύκνος και περιστερά (χριστιανική παράδοση) αποτελεί επίσης ένα σημαντικό σύμβολο της Θείας Σοφίας, της Σοφίας που βρίσκεται στο σκοτάδι για τον άνθρωπο, διότι κείται πέρα από κάθε δυνατότητα προσέγγισής της από τον ανθρώπινο νου. Είναι η Σοφία που ταυτίζεται με τον Αιώνα – Σοφία, έναν από τους Αιώνες του  Κρυμμένου Πληρώματος της Δόξας των Γνωστικώνhttp://www.ideotopos.gr

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΤΥΦΩΝΟΜΑΧΙΑ .ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ[ΜΕΡΟΣ Ζ΄]


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΤΥΦΩΝΟΜΑΧΙΑΣ.Προετοιμαζόμενος ο Τυφών για την επίθεσή του στους Ολυμπίους θεούς όρισε φρουρό του Κωρυκίου άντρου και των υπολοίπων Αρίμων την «μισή θηρίο και μισή κόρη» δράκαινα Δελφύνη, η οποία ταυτίζεται προφανώς με την Έχιδνα, με ισχυρές ερπετοειδείς δυνάμεις υπό την διοίκησή της.Μαζί δε με αυτή, στο σπήλαιό της, έμειναν και τα τέκνα της και οι δράκοντες της Τροίας, καθώς δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως.Επίσης, έμειναν πάλι πίσω ως εφεδρείες του ερπετοειδούς συνασπισμού ο Φόρκυς, η Κητώ και τα υπόλοιπα τέκνα τους.
Από την αναφορά του Απολλοδώρου ότι ο Τυφών γεννήθηκε «όταν οι θεοί επικράτησαν των Γιγάντων» προκύπτει ότι η Τυφωνομαχία διεξήχθη λίγο μετά την Γιγαντομαχία και αποτελεί συνέχειά της.Δια τούτο λοιπόν και επειδή η Τυφωνομαχία ήταν πολύ ευρύτερη και δυσκολότερη από την Γιγαντομαχία, ο Ησίοδος, γράφοντας συμβολικά και συμπυκνωμένα, συγχωνεύει αυτές τις δύο θεομαχίες, αναφέροντάς της μαζί ως Τυφωνομαχία.Και καθώς η Γιγαντομαχία διεξήχθη λίγο μετά την Τιτανομαχία, ο Ησίοδος τοποθετεί την Τυφωνομαχία του λίγο μετά την δεύτερη (Θεογονία, 820: «Αλλά αφού ο Ζεύς εξεδίωξε τους Τιτάνες από τον ουρανό…»).Το λίγο μετά όμως εννοείται εις θεία-κοσμική κλίμακα, όπου οι γήινες μονάδες χρόνου είναι ασήμαντα κλάσματα της αιωνιότητος.Ούτως, μεταξύ αυτών των τριών θεομαχιών μπορεί να μεσολάβησαν εκαντοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες έτη.
Από την προαναφερθείσα διάρκεια ζωής των θνητών τέκνων του Τυφώνος και της Έχιδνας προκύπτει ότι η Τυφωνομαχία διεξήχθη περίπου 30.000 έτη προ του Τρωϊκού πολέμου, δηλαδή είτε περί το 31.200 π.Χ., αν δεχθούμε την συμβατική χρονολόγηση του Τρωϊκού πολέμου, είτε αρκετά νωρίτερα, αν δεχθούμε άλλες, μη συμβατικές χρονολογήσεις αυτού.Όπως και να έχη πάντως, η εκδοχή του Νόννου ότι συμμετείχε στην Τυφωνομαχία ο Κάδμος είναι καταφανώς εσφαλμένη, αφού αυτός έζησε πολύ αργότερα, πέντε γενεές προ του Τρωϊκού πολέμου.Προφανώς λοιπόν, ο Νόννος παρουσιάζει αυτή την εκδοχή για να εξάρη το γένος του Διονύσου, του οποίου παππούς ήταν ο Κάδμος.
Επίσης καταφανώς εσφαλμένη είναι και η εκδοχή του Νόννου ότι ο Τυφών έκλεψε τα αστραφτερά όπλα του Διός και αφαίρεσε τα νεύρα του, καθώς και η παρόμοια εκδοχή του Απολλοδώρου ότι ο Τυφών έκοψε τα νεύρα του Διός και τον φυλάκισε στο Κωρύκιο άντρο.Διότι ούτε αναφέρεται κάτι τέτοιο από τον αξιοπιστότατο θεόπνευστο Ησίοδο ή άλλη πηγή, ούτε είναι δυνατόν να αιχμαλωτισθή ή να χάση τα κοσμικά όπλα-δυνάμεις του ο δεύτερος μετά τον ίδιον τον Υπέρτατο Θεό στην ιεραρχία των δυνάμεων του Καλού και ανώτατο όργανο αυτού, Ύψιστος Ζεύς. Προφανώς δε, ο Απολλόδωρος και ο Νόννος έκαναν αυτά τα λάθη ερμηνεύοντας κυριολεκτικά μία παλαιά παράδοση για την Τυφωνομαχία στην οποία αναφέρονταν συμβολικά ως «νεύρα» του Διός κάποιες επίλεκτες Ολύμπιες δυνάμεις υπό την άμεση διοίκηση αυτού.Αυτή η παράδοσις λοιπόν πρέπει να ερμηνευθή ως εξής: Κατά την πρώτη φάση της Τυφωνομαχίας οι Τυφώνιες δυνάμεις νίκησαν και αιχμαλώτισαν αυτές τις επίλεκτες Ολύμπιες δυνάμεις, άρπαξαν τα ισχυρά ενεργειακά όπλα τους-τα οποία λειτουργούσαν παρομοίως με την βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό του Διός, αλλά ήσαν βεβαίως πολύ υποδεέστερα αυτών-και τις φυλάκισαν στο υποχθόνιο δίκτυο του Κωρυκίου άντρου.Αλλά αργότερα, ο Ζεύς έκανε με άλλες επίλεκτες Ολύμπιες δυνάμεις, με υποδιοικητές τον Ερμή και τον Αιγίπανα, καταδρομική επιχείρηση στο Κωρύκιο άντρο, απελευθέρωσε τους αιχμαλώτους Ολυμπίους και ανέκτησε τα όπλα τους.
Επίσης καταφανώς εσφαλμένη είναι η εκδοχή του Απολλοδώρου και του Αντωνίνου Λιβεράλη ότι όλοι οι Ολύμπιοι θεοί πλήν του Διός-κατά τον πρώτο-ή πλήν του Διός και της Αθηνάς-κατά τον δεύτερο-μεταμορφώθηκαν εις ζώα για να διαφύγουν από τον Τυφώνα.Διότι δεν είχαν ανάγκη να πράξουν τούτο, αφού ως συγγενείς του Διός και αθάνατα πνευματο-ενεργειακά όντα, με ικανότητες υλοποιήσεως και αποϋλοποιήσεως κατά βούληση, αορατότητος και τηλεμεταφοράς, δεν ήταν δυνατόν να φονευθούν ή να αιχμαλωτισθούν από τον Τυφώνα. Προφανώς δε, ο Απολλόδωρος και ο Αντωνίνος Λιβεράλης έλαβαν αυτή την εσφαλμένη εκδοχή από μία παλαιά Αιγυπτιακή παράδοση που εξηγούσε ούτως τις ζωόμορφες απεικονίσεις των θεών στην Αίγυπτο-οι περισσότεροι των οποίων ήσαν τοπικές εκδοχές των Ολυμπίων θεών.
Από τις αναφορές του Ησιόδου ότι κατά την Τυφωνομαχία «φρικτά αντήχησαν η γαία ολόγυρα και ο υπεράνω της ευρύς ουρανός, καθώς και ο πόντος, τα ρεύματα του Ωκεανού και τα Τάρταρα της γαίας», «κόχλαζαν πάσα η χθών και ο ουρανός και η θάλασσα» και «έτρεμαν ο Άδης, ο οποίος άρχει των υποχθονίων νεκρών, και οι υποταρτάριοι Τιτάνες, οι οποίοι ευρίσκονται πέριξ του Κρόνου» και από την αναφορά του Νόννου ότι κατά την Τυφωνομαχία ο Τυφών επιτέθηκε στους πλανήτες και τους αστερισμούς του ουρανού προκύπτει ότι η Τυφωνομαχία-εις αντίθεση με την Γιγαντομαχία, η οποία διεξήχθη εις γήινη κλίμακα-διεξήχθη εις συμπαντική κλίμακα: Είχε ως επίκεντρο τον πλανήτη μας και ως κύρια περιφερειακά πεδία το υπόλοιπο ηλιακό σύστημά μας, τον γαλαξία μας, την Τοπική Ομάδα1 και μέρη του Ταρτάρου-υποσύμπαντος, ενώ έγιναν συγκρούσεις και εις πολλούς άλλες γαλαξίες, οι οποίοι ανήκουν αστρονομικά στους αστερισμούς που αναφέρει ο Νόννος ως πεδία της Τυφωνομαχίας.2 Αυτός ο πανσυμπαντικός πόλεμος λοιπόν, ο οποίος είχε ως διακύβευμα την παγκόσμια κυριαρχία (Θεογονία, 836-838: «Και ανεπανόρθωτο έργο θα τελούταν εκείνη την ημέρα, καθώς αυτός θα γινόταν βασιλεύς θνητών και αθανάτων, αν δεν τον αντιλαμβανόταν ταχέως ο πατήρ θνητών και αθανάτων»), είναι αναμφιβόλως ο μέγιστος και σημαντικότερος πόλεμος μέχρι σήμερα3.Προφανώς δε, ταυτίζεται με τον αναφερόμενο από τον Κολλίερ Μεγάλο Γαλαξιακό Πόλεμο.
Στο Ταρτάρειο δε πεδίο της Τυφωνομαχίας είχαν πρωταρχική συμμετοχή οι πανίσχυροι Εκατόγχειρες, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, φρουρούν τις κεντρικές πύλες του Ταρτάρου-υποσύμπαντος και τους εκεί εγκλείστους Τιτάνες:
«Εκεί, υπό τον ομιχλώδη ζόφο (στον Τάρταρο), έχουν κρυφθεί οι θεοί Τιτάνες,
με την βούληση του νεφεληγερέτου (=συννεφοσυγκεντρωτή) Διός
[εντός γεμάτου μούχλα χώρου, στα έσχατα της πελώριας γαίας].
Και δεν είναι δυνατόν να εξέλθουν.Χάλκινες θύρες λοιπόν
επέθεσε ο Ποσειδών και τείχος τις περιτρέχει εκατέρωθεν.
Εκεί κατοικούν ο Γύης, ο Κόττος και ο μεγαλόψυχος Βριάρεως,
ως πιστοί φύλακες του αιγιόχου (=φέροντος την αιγίδα) Διός».(Θεογονία, 729-735).
Οι Εκατόγχειρες είναι λοιπόν οι ενδιάμεσοι μεταξύ του σύμπαντός μας και του Ταρτάρου-υποσύμπαντος, ελέγχοντας, με ισχυρές Ολύμπιες δυνάμεις υπό την διοίκησή τους, την πρόσβαση μεταξύ αυτών των δύο κόσμων.Ο Τυφών όμως, όντας ισχυρότερος ακόμη και από τους Εκατόγχειρες, κατόρθωσε να παρακάμψη την φρουρά τους χρησιμοποιώντας τον περιφερειακό Ταρτάρειο δίαυλο που απολήγει στο σπήλαιο της Έχιδνας και να έλθη στο σύμπαν μας με Ταρτάρειες/μοχθηρές δυνάμεις. Αλλά οι Εκατόγχειρες παρέμειναν στην προκεχωρημένη θεση τους και κατά την επακολουθήσασα Τυφωνομαχία απέτρεψαν την απόδραση των αποστατών Τιτάνων και την συνένωσή τους με τους Τυφωνίους, εμπόδισαν την έλευση περαιτέρω Ταρταρείων/μοχθηρών δυνάμεων στο σύμπαν μας και αντεπιτέθηκαν νικηφόρα κατά των δυνάμεων του Κακού εντός του ιδίου του Ταρτάρου-υποσύμπαντος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Η Τοπική Ομάς είναι το γαλαξιακή ομάς στην οποία ανήκει ο γαλαξίας μας, η οποία αποτελείται από περίπου 54 γαλαξίες.Οι μέγιστοι εξ αυτών είναι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας και ο γαλαξίας μας, μεταξύ των οποίων ευρίσκεται το βαρυτικό κέντρο της Τοπικής Ομάδος.
2.Δηλαδή, φαίνονται από την Γή στις περιοχές αυτών των αστερισμών.
3.Φυσικά, ο μέγιστος και σημαντικότερος πόλεμος όλων των εποχών θα είναι η περιγραφομένη στην Αποκάλυψη του Ιωάννου τελική σύγκρουσις μεταξύ των δυνάμεων του Καλού και του Κακού, η οποία θα καταλήξη στην οριστική συντριβή των δευτέρων.
ΛΕΝΤΖΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ http://www.fourakis-kea.com 



ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣ[ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣΤο όνομα του Τυφώνος (ή Τυφωέως ή Τυφώ) προέρχεται από την λέξη τύφω (=καπνίζω, περιβάλλω με καπνό, γεμίζω με καπνό, εκδιώκω δια καπνού, σιγοκαίω, κρυφοκαίω, καίω από κάτω, ζαλίζω, μωραίνω) και σημαίνει «ο καπνίζων, σιγοκαίων με καπνό», υποδηλώνοντας την ζοφερή φύση του και το πύρ που εξέπεμπε. Ειδικότερα δε το όνομα Τυφωεύς υποδηλώνει δια της καταλήξεώς του –ευς-η οποία δηλώνει ηγετική θέση1-και ότι ο Τυφών είναι ένας εκ των αρχόντων του σκότους.
H γέννησις του Τυφώνος από τον Τάρταρο και την Γαία σημαίνει ότι είναι ένα όν που γεννήθηκε στον Τάρταρο-υποσύμπαν και ήλθε στο σύμπαν μας μέσω ενός Ταρταρείου διαύλου που απολήγει στα έγκατα του πλανήτη Γή, από τα οποία ανήλθε στην επιφάνεια αυτού.Και όπως προκύπτει ρητώς από τον χαρακτηρισμό του Τυφώνος από τον Ησίοδο ως θεού και αθανάτου, καθώς και εμμέσως από τις ανωτέρω αναφορές ότι από την ήττα του ο Τυφών είναι φυλακισμένος ή καταποντισμένος, και όχι νεκρός, αυτός είναι αθάνατος.Προφανώς λοιπόν, είναι ένας εκ των μοχθηρών υπερφυσικών αρχηγών του ερπετοειδούς συνασπισμού, ένας αρχιδαίμων ή θεός τόσο μεγάλης ισχύος, ώστε κόντεψε να νικήση τον ίδιον τον Δία. Εκ τούτου δε συνάγεται ότι είναι ο δεύτερος μετά τον ίδιον τον Σατανά στην ιεραρχία των δυνάμεων του Κακού.Εις αντίθεση όμως με εκείνον και τους περισσοτέρους άλλους μοχθηρούς δαίμονες, οι οποίοι είναι πνευματο-ενεργειακά όντα, έχει υλο-ενεργειακή υπόσταση
Οι ποικιλότροπες περιγραφές και απεικονίσεις του Τυφώνος δείχνουν ότι αυτός έχει ικανότητα μεταμορφώσεως, δυνάμενος να λαμβάνη ποικίλες τρομακτικές μορφές.Σίγουρα όμως, η αυθεντική μορφή του είναι αυτή που αναφέρουν ο Ησίοδος και ο συμπληρώνων αυτόν Απολλόδωρος:
-«Μέχρι μεν τους μηρούς είχε μορφή ανδρός τεραστίου μεγέθους, τόσυ ώστε ξεπερνούσε όλα τα όρη, ενώ η κεφαλή του άγγιζε συχνά ακόμη και τα άστρα.Το ένα χέρι του εκτεινόταν μέχρι την δύση και το άλλο μέχρι την ανατολή…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει ανθρωποειδές σχήμα, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών, και τεράστιο μέγεθος.
-«Στους ώμους του δε υπήρχαν εκατό κεφαλές όφεων, δεινών δρακόντων που έγλειφαν με μαύρες γλώσσες» (Θεογονία, 824-826)-«ενώ εξείχαν εκ τούτων εκατό κεφαλές δρακόντων» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνουν ότι ο Τυφών έχει δρακοντοειδή κεφαλή, κορμό και χέρια, καθώς και το μέγα πλήθος των ερπετοειδών ορδών.
-«Και εξ όλων αυτών των απεριγράπτων κεφαλών του πύρ ακτινοβολούσε υπό των φρυδιών τους.[Καθώς αυτός κοιτούσε διαπεραστικά, πύρ ανέβλυζε εξ όλων των κεφαλών του]» (Θεογονία, 826-828)-«και οι οφθαλμοί του ακτινοβολούσαν πύρ» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνουν ότι ο Τυφών έχει φλογερούς οφθαλμούς, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών, καθώς και ικανότητα πυροκινήσεως.
-«Από τους μηρούς δε και κάτω είχε πελώριες σπείρες εχιδνών…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει δρακοντοειδείς γλουτούς,πόδια και ουρά.
-«Όλο δε το σώμα του ήταν πτερωτό…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει πτέρυγες, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών.
Εκ τούτων προκύπτει ότι ο Τυφών είναι στην αυθεντική μορφή του ένας υπεργιγάντιος δρακοντοειδής υλο-ενεργειακής υφής.Ορθώς λοιπόν ο Πίνδαρος τον αποκαλεί ερπετό και ο Στράβων δράκοντα, αφού είναι κυριολεκτικά ένας θεός-δράκων.
Η δρακοντοειδής μορφή του Τυφώνος και η ηγετική θέσις του επί των ερπετοειδών υποδηλώνονται και από αρκετά εκ των παραλλαγμένων ή διαφορετικών χαρακτηριστικών του στις υπόλοιπες περιγραφές και απεικονίσεις του: Τα «εχιδνώδη μαλλιά του» (κατά τον Νόννο) υποδηλώνουν επίσης την δρακοντοειδή κεφαλή του, ενώ το δηλητήριο που έφτυνε απ’αυτά και τις δρακόντειες κεφαλές του (κατά τον Νόννο) υποδηλώνει την ολέθρια δράση των ερπετοειδών ορδών.Οι πολλές κεφαλές του σαρκοβόρων θηρίων-κυνών, λύκων, άρκτων, λεόντων, λεοπαρδάλεων και κάπρων (κατά τον Νόννο) υποδηλώνουν επίσης το μέγα πλήθος και την ολέθρια δράση των ερπετοειδών ορδών.Ο φολιδωτός κορμός του (στην προαναφερθείσα Λακωνική αγγειογραφία του) υποδηλώνει επίσης τον φολιδωτό κορμό του.Και τα πολλά χέρια του (πλείστα κατά τον Αντωνίνο Λιβεράλη ή διακόσια κατά τον Νόννο), οι πλείστες πτέρυγές του (κατά τον Αντωνίνο Λιβεράλη) και οι πολλές σπείρες όφεων στο κάτω μέρος του σώματός του (στην ανωτέρω Λακωνική αγγειογραφία του) υποδηλώνουν επίσης το μέγα πλήθος των ερπετοειδών ορδών.
Οι αναφορές του Ησιόδου και του Απολλοδώρου ότι κατά την Τυφωνομαχία ο Τυφών εξέπεμπε πλείστο ισχυρότατο πύρ (Θεογονία, 844-846: «Και καύμα απ’αμφοτέρους κατείχε τον ιοειδή πόντο, από την βροντή και την αστραπή, και από το πύρ τέτοιου τέρατος, [καθώς και από θυελλώδεις ανέμους και τον φλογερό κεραυνό]-Βιβλιοθήκη, Α.6.3: «Ξέβραζε δε εκ του στόματός του μεγάλη θύελλα πυρός») υποδηλώνουν επίσης την ικανότητα πυροκινήσεως αυτού.Η αναφορά δε του Ησιόδου ότι από τον Τυφώνα «προέρχεται το υγρό μένος των θυελλωδών ανέμων» υποδηλώνει ότι αυτός έχει και ικανότητα ελέγχου του αέρος, δυνάμενος να προκαλή φοβερές θύελλες.Και η αναφορά του Απολλοδώρου ότι κατά την μάχη του Αίμου ο Τυφών έριχνε κατά του Διός «ολόκληρα όρη», οι αναφορές του Νόννου ότι κατά την Τυφωνομαχία ο Τυφών προκαλούσε φοβερά γεωλογικά φαινόμενα (τίναξε την κορυφή του Κωρυκίου όρους, συνένωσε βιαίως τον Ταρσό και τον Κύδνο, προκάλεσε τεράστια άνοδο της στάθμης της θαλάσσης, απέσπασε δια μίας απομιμήσεως της τρίαινας του Ποσειδώνος μία νήσο και την εκσφενδόνισε σαν σφαίρα στην άκρη της γής, προκαλούσε δια του βαδίσματός του φοβερούς σεισμούς-με αποτέλεσμα να καταβυθίζεται το έδαφος, να σείεται μέχρι θεμελίων η Κιλικία, να συνρίβονται με πάταγο οι πλαγιές του Ταύρου, να σκικρτούν τα υψώματα της Παμφυλίας, να βομβούν οι χθόνιες κοιλότητες, να τρέμουν τα ακρωτήρια, να σείονται οι κόλποι και να ολισθαίνουν στην θάλασσα οι ακτές-έπινε ολοκλήρους ποταμούς, έσχιζε δια των χεριών του το έδαφος και διάνοιγε βάραθρα-από τα οποία ανέβλυζαν υπόγεια ύδατα-και έριχνε καταιγισμό τεραστίων βράχων στην θάλασσα, καθιστώντας τους νήσους), η εκδοχή ότι ο Τυφών δημιούργησε κατά την φυγή του τον ποταμό Ορόντη, οι αναφορές του Πινδάρου και του Φιλοστράτου ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθεν της Αίτνας και προκαλεί τις ηφαιστειακές εκρήξεις της και η παρεμφερής εκδοχή ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθεν των Πιθηκουσσών και προκαλεί τα σεισμικά και ηφαιστειακά φαινομένα υποδηλώνουν ότι αυτός έχει και ικανότητα ελέγχου των τεκτονικών φαινομένων, δυνάμενος να προκαλή φοβερούς σεισμούς και ηφαιστειακές εκρήξεις.
Συνδυάζοντας την αναφορά του Απολλοδώρου ότι η Γαία γέννησε τον Τυφώνα στην Κιλικία, την αναφορά του Πινδάρου ότι ο Τυφών ανετράφη εις «ξακουστό Κιλίκιο άντρο»-το οποίο είναι προφανώς το Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας-και τον χαρακτηρισμό του Τυφώνος από τον Νόννο ως Κίλικος συμπεραίνουμε ότι αυτός αναδύθηκε στην επιφάνεια της Γής από μία υποχθόνια πύλη στο Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας.Αυτή η πύλη λοιπόν ήταν η επιχθόνια απόληξις ενός υποχθονίου διαύλου που συνδέεται με την εσωχθόνια απόληξη του Ταρταρείου διαύλου μέσω του οποίου ήλθε ο Τυφών στο σύμπαν μας.Ήταν, δηλαδή, πύλη όχι απλώς πρός τον υποχθόνιο κόσμο, αλλά πρός τον ίδιον τον Τάρταρο-υποσύμπαν.
Σήμερα, υπό την Τουρκική κατοχή, το Κωρύκιο άντρο είναι γνωστό ως καταβόθρα Κεννέτ (=Ουρανός).Έχει μήκος 250 μέτρα και πλάτος 110 στο στόμιό του και μέσο βάθος 70 μέτρα.Από το στόμιό του αρχίζει μία αρχαία λαξευτή κλίμακα 300 σκαλοπατιών, η οποία οδηγεί στον πυθμένα του.Εκεί ευρίσκονται τα ερείπια μίας πρωτο-Βυζαντινής μονής του 5ου αιώνος, αφιερωμένης στην Παναγία, και κάτωθεν αυτής το υπο-άντρο που αναφέρει ο Στράβων.Η πηγή του Πικρού Ύδατος δε είναι πια καλυμμένη, αλλά ακούγεται η υπόγεια ροή αυτού.Πλησίον δε του Κωρυκίου άντρου ευρίσκονται τα ερείπια ενός μεγάλου Ελληνιστικού ναού του Διός, κτισθέντος τον 2ο αιώνα π.Χ., ο οποίος δείχνει σαφώς ότι το Κωρύκιο άντρο ήταν σημαντικό κέντρο λατρείας του Διός.Και εις απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το Κωρύκιο άντρο ευρίσκεται άλλη μία καταβόθρα, το Κεχεννέμ (=Κόλασις), το οποίο έχει μήκος 70 μέτρα και πλάτος 50 στο στόμιό του και μέσο βάθος 128 μέτρα.Έχει όμως πολύ απότομα τοιχώματα-και μάλιστα κατωφερή στο ανώτατο μέρος του-και ούτως είναι αδύνατον να κατέλθη κανείς στον πυθμένα του χωρίς τεχνητά μέσα.2
Συνδυάζοντας τα ανωτέρω με την περιγραφή του Κωρυκίου άντρου από τον Στράβωνα συμπεραίνουμε τα εξής: Ότι μεταξύ του Κωρυκίου άντρου, του Κεχεννέμ και του Κωρύκου εκτείνεται ένα μέγα δίκτυο υπογείων κοιλοτήτων και σηράγγων.Ότι η υποχθόνια πύλη του Κωρυκίου άντρου ευρισκόταν στο υπο-άντρο του και συνδεόταν με αυτό το υπόγειο δίκτυο, αλλά κατά την εποχή του Στράβωνος ήταν πια καλυμμένη από την πηγή του Πικρού Ύδατος.Και ότι ο υποχθόνιος δίαυλος που απέληγε εις αυτή την πύλη είχε κάποτε μία απόληξη και στο Κεχεννέμ, αλλά κατά την εποχή του Στράβωνος ήταν και αυτή καλυμμένη.Προφανώς δε, αυτές οι δύο υποχθόνιες πύλες καλύφθηκαν και σφραγίσθηκαν-υλικά και ενεργειακά-από τον Δία μετά την συντριβή του Τυφώνος, και έκτοτε ουδέποτε επανεξήλθαν υποχθόνια ή Ταρτάρεια όντα απ’αυτές.
Ωστόσο, η ανάμνησις του Υπερτάτου Τρόμου που είχε αναδυθεί από την υποχθόνια πύλη του Κωρυκίου άντρου παρέμεινε έντονη πέριξ αυτού: Προφανώς, υπήρχε από πολύ παλαιά τέμενος του Διός πλησίον του Κωρυκίου άντρου, το οποίο εξελίχθηκε τελικά στον ανωτέρω Ελληνιστικό ναό.Αμφότερα δε κατασκευάσθηκαν όχι απλώς εις ανάμνηση της νίκης του Διός επί του Τυφώνος, αλλά και ως περίαπτα-δέκτες των πνευματο-ενεργειακών δυνάμεων του Διός κατά του υποχθονίου διαύλου της περιοχής.Κατά τα τέλη του 4ου αιώνος δε οι Βυζαντινοί έκλεισαν τον ναό του Διός και τερμάτισαν την λατρεία του στο Κωρύκιο άντρο, αλλά δεν έπαυσαν να φοβούνται τον εν λόγω υποχθόνιο δίαυλο.Δια τούτο, τον 5ο αιώνα έκτισαν την μονή της Παναγίας, ως νέο περίαπτο-δέκτη ουρανίων δυνάμεων κατ’αυτού του υποχθονίου διαύλου, και για να καλύψουν ακόμη περισσότερο την απόληξή του στο Κωρύκιο άντρο, κατέχωσαν την άνωθέν της πηγή του Πικρού Ύδατος.Μετά δε την κατάκτηση της Κιλικίας από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1454 η μονή της Παναγίας έκλεισε, αλλά η ανάμνησις του εν λόγω υποχθονίου διαύλου διατηρήθηκε παραλλαγμένη: Το Κωρύκιο άντρο λοιπόν ονομάσθηκε Κεννέτ-από τα παλαιά ιερά του, τα οποία λειτουργούσαν ως περίαπτα-δέκτες-ουρανίων δυνάμεων κατά του υποχθονίου διαύλου-ενώ η γειτονική του καταβόθρα ονομάσθηκε Κεχεννέμ-από τον ίδιον τον υποχθόνιο δίαυλο, ο οποίος οδηγεί στον Κάτω Κόσμο-Κόλαση.
Εις μία ευρεθείσα επιγραφή του ανωτέρω ναού του Διός το Κωρύκιο άντρο αναφέρεται ως «ευρεία κοιλότης της γής των Αρίμων».3 Επίσης, ο Nόννος αναφέρει ότι ο Ζεύς συνάντησε τον Κάδμο για να ζητήση την βοήθειά του εγγύς του «φονικού σπηλαίου των Αρίμων», εννοώντας προφανώς το Κωρύκιο άντρο.(Διονυσιακά, Α.140-Α.365-366).Εκ τούτων λοιπόν και της στενής συνδέσεως του Τυφώνος με το Κωρύκιο άντρο προκύπτει ότι οι περιβόητοι Άριμοι είναι η ευρύτερη περιοχή του Κωρυκίου άντρου, μεταξύ του Κωρύκου και των Αρίμων ορών.
Πάντως, η ομοιότης των ονομασιών των Αρίμων και των Αραμαίων δείχνει σαφώς ότι αυτοί συνδέονται μεταξύ τους.Τούτο δε επιβεβαιώνεται από το ότι εις Ασσυριακά χρονικά των μέσων του 11ου αιώνος π.Χ. οι Αραμαίοι αναφέρονται όχι μόνο ως Αραμού (=Αραμαίοι), αλλά ακριβώς και ως Άριμοι. Επειδή λοιπόν η ονομασία Άριμοι είναι σίγουρα πολύ αρχαιότερη της ονομασίας Αραμαίοι, αφού υπάρχει ως τοπωνύμιο από την πανάρχαια εποχή της Τυφωνομαχίας, ενώ η δεύτερη πρωτοεμφανίζεται πολύ αργότερα, εις Συριακές επιγραφές του 23ου αιώνος π.Χ., συμπεραίνουμε ότι οι Αραμαίοι ονομάζονταν αρχικά Άριμοι (ή Αριμαίοι), επονομασθέντες από τους Αρίμους της Κιλικίας.Και προφανώς, επονομάσθηκαν από τους Αρίμους τόσο επειδή κατοικούσαν εις αυτούς και πέριξ τους, στην μετέπειτα Κιλικία και την Συρία, όσο και επειδή η χώρα τους ήταν το κύριο πεδίο της επίγειας δράσεως του εξ Αρίμων ορμήσαντος Τυφώνος (Κωρύκιο άντρο-Κάσιο όρος).Αργότερα όμως, η ονομασία αυτού του λαού παρεφθάρη εις Αραμαίοι, ενώ οι Κίλικες της Τρωάδος απέσπασαν το βορειοδυτικό μέρος της χώρας τους και το μετονόμασαν Κιλικία.
Οι άλλες εκδοχές δε περί της τοποθεσίας των Αρίμων υποδηλώνουν περιοχές που, όπως και οι Άριμοι, ήσαν πεδία της Τυφωνομαχίας και έχουν απολήξεις υποχθονίων διαύλων που συνδέονται με εσωχθόνιες απολήξεις Ταρταρείων διαύλων: Το πρώτο αναφέρεται ρητώς για την πέριξ του Ορόντη Συρία-στην οποία ευρίσκεται το Κάσιο όρος-και την Κατακεκαυμένη, ενώ για την περιοχή της Ύδης-Σάρδεων και τις Πιθηκούσσες προκύπτει από τους μύθους ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν τους.Και η ύπαρξις υποχθονίων πυλών εις αυτές τις περιοχές προκύπτει για μεν την πέριξ του Ορόντη Συρία από τον μύθο ότι ο Τυφών άνοιξε καταδυθείς στην γή την πηγή του Ορόντη, καθώς και από μία αναφορά του Στράβωνος ότι αυτός ο ποταμός ρέει επί κάποιο διάστημα υπογείως (Γεωγραφικά, ΙΣΤ.2.7), για την Κατακεκαυμένη από την ηφαιστειώδη φύση της-αφού κάθε ηφαίστειο είναι υποχθόνια πύλη-για την περιοχή της Ύδης-Σάρδεων από τον μύθο ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν της και για τις Πιθηκούσσες τόσο από τον μύθο ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν τους, όσο και από την ηφαιστειώδη φύση τους και την σύνδεσή τους με το δίκτυο υπογείων κοιλοτήτων που εκτείνεται από την Κυμαία έως την Σικελία.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Π.χ. βασιλεύς, Ζεύς (ο άρχων θεών και ανθρώπων), Νηρεύς (ο πατήρ και αρχηγός των Νηρηίδων) κ.λ.π.
2.http://en.wikipedia.org/wiki/Cennet_and_Cehennem
http://www.turkeytravelplanner.com/go/m ... ennem.html
3.http://en.wikipedia.org/wiki/Arima,_couch_of_Typhoeus
ΛΕΝΤΖΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ........

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ο ΤΥΦΩΝΑΣ [ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ Ε΄]

ΜΕΡΟΣ Ε΄......Και διεγείροντας ο πολύχειρ Τυφωεύς τον ζωστήρα του Ζεφύρου και τα φτερά του αντιθέτου του Εύρου (του ανατολικού ανέμου) περιφερόταν εις αμφοτέρους τους πόλους, έλκοντας μετά τον Φώσφορο τον Έσπερο (τον πλανήτη Αφροδίτη ως Αποσπερίτη) και το λοφίο του Άτλαντος.
Kαι συχνά άρπαζε εις χορταριασμένο κόλπο το θαλάσσιο άρμα του Ποσειδώνος
και το είλκε από τον βυθό στην θάλασσα.Επίσης, έσυρε από την θαλασσόβρεκτη χαίτη του τον όρθιο ίππο (του άρματος του Ποσειδώνος) από την υποβρύχια φάτνη του και έριξε αυτό το περιπλανώμενο πουλάρι, εκσφενδονίζοντάς το πρός τον Όλυμπο, στην περιφέρεια του ουρανού.Και καθώς μαστιγωνόταν το άρμα του Ηλίου, χρεμέτιζαν υπό τον ζυγό τους οι κυκλικώς περιφερόμενοι ίπποι του.
Συχνά δε ο Τυφωεύς έσειε δια απειλητικού χεριού του
κάποιον ταύρο που μυκώταν αναπαυόμενος από τον αγροτικό ζυγό του
και τον εξακόντιζε στην Σελήνη, ως ομοφυή απομίμησή της,
και ανέκοψε την πορεία της.Και αφού συγκράτησε από το χαλινάρι τους
τα λευκά ηνία των ταύρων της θεάς, σύριξε εναντίον της,
ξεχύνοντας ολέθριο συριγμό ιοβόλου έχιδνας.
Αλλά η Τιτανίς Μήνη (η Σελήνη) δεν υποχωρούσε στον επιτιθέμενο
και μαχομένη κατά των ομοκεράτων της κεφαλών του Γιγάντος
φωσφορίζοντες κύκλους χάραξε δια των ταυρείων κεράτων της.
Και μυκήθηκαν τα λάμποντα βοδια της Σελήνης,
μένοντας έκθαμβα από τα χάσκοντα σαγόνια του Τυφώνος.
Οι ατρόμητες Ώρες δε όπλισαν τις αστρικές φάλαγγες,
και σειρές ουρανίων ελίκων εις κυκλική ευταξία
φεγγοβολούσαν στον ρυθμό της μάχης.Kαι σύριξε βακχεύοντας
με πυρσούς στον αιθέρα ο ευκίνητος στρατός, λαχαίνοντας άλλοι
στον Βορέα και τα δυτικά νώτα του Λίβα και άλλοι στις περιφορές
του Εύρου και τις καμπές του Νότου.Και με ομόζηλο θόρυβο
απομακρύθηκε από τις θέσεις της η ασάλευτη χορεία των απλανών άστρων,
και συνάντησαν τους απέναντί τους πλανήτης.Και παταγωδώς ηχούσε
ο διαπερνών το κενό του ουρανού μεσομπηγμένος όρθιος άξων του.Βλέποντας δε ο κυνηγός Ωρίων (ο αστερισμός του Ωρίωνος) αυτά τα πλήθη των θηρίων (τις κεφαλές θηρίων του Τυφώνος), έσυρε το ξίφος του, και ακτινοβολούσε η λαμπρή κόψη του Ταναγραίου ξίφους καθώς ορμούσε ο φορεύς του.
Και εκτοξεύοντας ο διψαλέος Κύων (ο αστερισμός του Μεγάλου Κυνός) φώς από τα φλογερά σαγόνια του πάφλασε στον αστερόεντα λαιμό του, θερμή υλακή εκπέμποντας, και αντί του συνηθισμένου Λαγού (του αστερισμού του Λαγού) ατμό δοντιών εξέμεσε κατά των Τυφωνίων θηρίων.
Και βόησε ο θόλος του ουρανού.Και αποκρινομένη
η επτάστομος ηχώ των Πλειάδων (του αστερισμού των Πλειάδων) στον επτάζωνο ουρανό βοερά αλάλαζε από τους ισαρίθμους λαιμούς της,
ενώ με ισόμετρο θόρυβο αντιγδούπησαν οι πλανήτες.
Όταν δε ο λάμπων Οφιούχος αντίκρυσε την φρικτή οφιώδη μορφή
του Γίγαντος, απέσεισε από τα αλεξίκακα χέρια του
τα κυανόφαια νώτα των πυριτραφών δρακόντων,
εξακοντίζοντας στικτό σκολιό βέλος.Και λαίλαπες
σύριξαν εκατέρωθεν του πυρσού του, ενώ εχιδνώδη βέλη
εκτοξεύονταν λοξά, βακχεύοντας τον αέρα (=εμπνέοντάς του βακχική μανία).
Και βέλος εκτόξευσε ο Τοξότης (ο αστερισμός του Τοξότη), ο θαρραλέος συνοδοιπόρος του ιχθυώδους Αιγοκέρου.Και ο μεσοφανής στον κύκλο
της Αμάξης (της Μεγάλης Άρκτου) Δράκων, μοιρασμένος στις δίδυμες Άρκτους (στις Μεγάλη και Μικρή Άρκτο), έσεισε την φεγγοβολούσα σειρά της αιθέριας αγκαθωτής ράχης του.
Και ποιμενική ράβδο έπαλλε δια του λάμποντος χεριού του
ο Βοώτης, ο γείτων της Ηριγόνης (της Ηούς) και συνοδός και οδηγός της Αμάξης.
Και στο γόνατο του Ειδώλου (του αστερισμού του Ηρακλέους), δίπλα στον πλησίον πορευόμενο Κύκνο (τον αστερισμό του Κύκνου), η αστερόεσσα Φόρμιγξ (ο αστερισμός της Λύρας) μάντευσε την νίκη του Διός».(Διονυσιακά, Α.163-257).
Έπειτα, ο Τυφών τίναξε την κορυφή του Κωρυκίου όρους (του όρους που περιβάλλει την Κωρυκία κοιλάδα) και συνένωσε βιαίως τους Κιλικικούς ποταμούς Ταρσό και Κύδνο.Και έπειτα, όρμησε στην θάλασσα, ρίχνοντας βράχους εντός της: Καθώς βάδιζε εντός της, το αλμυρό ύδωρ πάφλαζε πέριξ των μηρών του, χωρίς να φθάνη την γιγάντια μέση του, και οι δράκοντές του κολυμπούσαν συρίζοντας πολεμοχαρώς και φτύνοντας δηλητήριο.Και όταν στάθηκε και έμπηξε τις φτέρνες του στον βυθό της θαλάσσης, με την γιγάντια κοιλιά του ευρισκομένη εν μέσω των συννέφων, γέμισε μέγα μέρος αυτής, στριμώχνοντας τα θαλάσσια κήτη.Τότε όλα τα θαλάσσια ζώα τρομοκρατήθηκαν και κρύφθηκαν, ενώ «πυργώθηκε (=υψώθηκε σαν πύργος) η θάλασσα και συντρόφευσε δια των βαθέων πελάγων της τον Όλυμπο».Και κρατώντας ο Τυφών μία απομίμηση της τρίαινας του Ποσειδώνος απέσπασε μία νήσο και την εκσφενδόνισε σαν σφαίρα στην άκρη της γής.Και παράλληλα, εξαπέλυε τα τρομερά χέρια του κατά της κορυφής του Ολύμπου, φθάνοντάς τα πλησίον των άστρων και σκιάζοντας δι’αυτών τον ήλιο.(Διονυσιακά, Α.258-293).
Η φοβερή επίθεσις του Τυφώνος τρομοκράτησε όλους τους Ολυμπίους θεούς πλήν του Διός και τους έκανε να τραπούν εις φυγή πρός την Αίγυπτο.Ο Ζεύς δε αντιστάθηκε, αλλά, έχοντας πιά μόνο την αιγίδα του, ηττήθηκε από τον Τυφώνα, ο οποίος μάλιστα αφαίρεσε τα νεύρα του και έκρυψε και αυτά στο Κωρύκιο άντρο. Ωστόσο, ο Ζεύς κατόρθωσε να διαφύγη στον ουρανό, και η νίκη του Τυφώνος δεν ολοκληρώθηκε.(Διονυσιακά, Α.140-145, Α.363-364, Α.510-512, Β.167-168).
Έπειτα δε, ο Τυφών προσπάθησε να χρησιμοποιήση τα κλεμμένα όπλα του Διός, αλλά μάταια: Με δυσκολία κρατούσε δια των διακοσίων χεριών του αυτά τα όπλα που ο Ζεύς κρατούσε άνετα δια ενός χεριού.Δεν μπορούσε να συγκεντρώση σύννεφα, αδύναμα και ήρεμα ηχούσε η βροντή και μετά βίας έπεσαν κάποιες χιονονιφάδες.Η αστραπή σκοτείνιασε και τρεμόφεγγε σαν αδύναμο πύρ.Και οι κεραυνοί μαλάκωναν και έχαναν την ισχύ τους, και συχνά ξεγλιστρούσαν και απομακρύνονταν από τα χέρια του Τυφώνος, αποζητώντας τα οικεία χέρια του πραγματικού κυρίου τους. (Διονυσιακά, Α.294-320).
Εν τω μεταξύ, ο Ζεύς μηχανεύθηκε το εξής σχέδιο κατά του Τυφώνος: Κατήλθε στην Κιλικία, συνοδευόμενος από τον Έρωτα και τον Αιγίπανα, και αφού πλησίασε τον Κάδμο19 και τον έπεισε να τον βοηθήση, τον μεταμόρφωσε εις βοσκό και του έδωσε μία δολερή μελωδική φλογέρα, για να παρασύρη παίζοντάς την τον Τυφώνα και να δώση ούτως στον Δία την ευκαιρία να ανακτήση τα νεύρα και τα όπλα του. Εκτελώντας λοιπόν ο Κάδμος αυτό το σχέδιο, πλάγιασε εις έναν βοσκότοπο εγγύς του Κωρυκίου άντρου και άρχισε να παίζη την δολερή φλογέρα του.Όταν δε ο Τυφών, ο οποίος ευρισκόταν τότε εκεί κοντά, άκουσε αυτή την δολερή μελωδία, ετάρπη τόσο πολύ, ώστε άφησε τα όπλα του Διός στο Κωρύκιο άντρο και πλησίασε τον Κάδμο, για να τον ακούη καλύτερα.Τότε εκείνος τον έπεισε κολακεύοντάς του να του δώση τα νεύρα του Διός, δήθεν για να κατασκευάση δι’αυτών κιθάρα δια της οποίας θα υμνούσε ακόμη μελωδικότερα την επικειμένη κοσμοκρατορία του Τυφώνος.Και αφού πήρε τα νεύρα του Διός, τα πασπάτευσε και τα έκρυψε στο κοίλωμα ενός βραχου, δήθεν για να κατασκευάση αργότερα δι’αυτών την κιθάρα του, αλλά στην πραγματικότητα διαφυλάσσοντάς τα για τον Δία.Και έπειτα, συνέχισε να παίζη την φλογέρα του, ακόμη μελωδικότερα απ’ό,τι πρίν, καταθέλγοντας τον Τυφώνα και αποσπώντας πλήρως την προσοχή του.Ούτως, λίγο αργότερα, ο Ζεύς, εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, είρπυσε κρυφά εντός του Κωρυκίου άντρου και πήρε πίσω τα όπλα του, ενώ στην συνέχεια πήρε πίσω και τα νεύρα του από τον βράχο όπου τα είχε κρύψει ο Κάδμος.Και κατόπιν, κάλυψε σιγά-σιγά τον Κάδμο δια ενός σκοτεινού νέφους, ώστε να μην τον φονεύση ο Τυφών όταν θα αντιλαμβανόταν την εξαπάτησή του.
Όταν λοιπόν ο Κάδμος κρύφθηκε εντελώς από το νέφος, έπαυσε απότομα να παίζη την φλογέρα του.Τότε ο Τυφών κυριεύθηκε από πολεμικό οίστρο και όρμησε στο Κωρύκιο άντρο για να πάρη τον κεραυνό, την αστραπή και την βροντή, αλλά το ευρήκε κενό.Τότε αντιλήφθηκε την εξαπάτησή του και άρχισε να ρίχνη βράχους στον Όλυμπο, ενώ στην συνέχεια εξαπέλυσε το μένος του στην γή: Έφτυνε από τα σαγόνια και τα εχιδνώδη μαλλιά του καταιγισμό δηλητηρίου, κάνοντας να κυματίζουν οι χείμαρροι.Καθώς βάδιζε δια των γιγαντίων δρακοντείων ποδιών του, καταβυθιζόταν το έδαφος, σειόταν μέχρι θεμελίων η Κιλικία, συντρίβονταν με πάταγο οι πλαγιές του Ταύρου20, σκιρτούσαν τα υψώματα της Παμφυλίας21, βομβούσαν οι χθόνιες κοιλότητες, έτρεμαν τα ακρωτήρια, σείονταν οι κόλποι και ολίσθαιναν στην θάλασσα οι ακτές, καθώς η άμμος τους διαλυόταν από τους σεισμούς που προκαλούσαν τα πόδια του Τυφώνος.Οι θηριώδεις κεφαλές του κατεβρόχθιζαν κάθε είδους θηλαστικά, ερπετά και πτηνά, ενώ έπινε αποξηραίνοντάς τους ολοκλήρους ποταμούς.Έσχιζε δια των χεριών του το έδαφος, διάνοιγε βάραθρα, από τα οποία ανέβλυζαν υπόγεια ύδατα, και κατέστρεφε κάθε είδους φυτά.Και έριχνε καταιγισμό τεραστίων βράχων στην θάλασσα, καθιστώντας τους νήσους.(Διονυσιακά, Α.363-Β.93).
Εν τω μεταξύ, ο Ζεύς τηρούσε στάση αναμονής, αποφεύγοντας να συγκρουσθή με τον Τυφώνα μέχρις ότου ανασυνταχθή πλήρως.Όταν νύκτωσε δε, ο Τυφών έπαυσε προσωρινά την μανιώδη επίθεσή του και έπεσε για ύπνο στην Κιλικία.Ο Ζεύς όμως παρέμεινε άγρυπνος στον Ταύρο και οργάνωσε την άμυνα του ουρανού κατά τυχόν νυκτερινής επιθέσεως του Τυφώνος: Σειρές φρουρών παρατάχθηκαν πέριξ του Ολύμπου και των επτά ζωνών του ουρανού.Οι Ώρες-οι φύλακες του αιθέρος και ακόλουθοι του Ηλίου-έφραξαν τον ουρανό δια στεφανιού από αλλεπάλληλα σύννεφα και οι αστέρες έκλεισαν τον Ατλάντειο σύρτη των απαραβιάστων πυλών του.Και από ψηλά φρουρούσε ο Βοώτης, ενώ κάτωθέν του ο Εωσφόρος φρουρούσε την ανατολή, ο Έσπερος την δύση, ο Τοξότης τον Νότο και ο Κηφεύς τον Βορρά.(Διονυσιακά, Β.167-187).
Όταν ξημέρωσε, ο Τυφών ηγέρθη και προκάλεσε τον Δία με ανοήτους κομπασμούς και απειλές, οι οποίοι μόνο γέλιο προκάλεσαν εις εκείνον.Και στην συνέχεια, του επιτέθηκε με μανία, ρίχνοντάς του βράχους και δένδρα.Ο Ζεύς όμως απέκρουε και έκαιγε δια των όπλων του αυτά τα βλήματα του Τυφώνος και τον έπληττε δια κεραυνών, αστραπών και θυελλών.Και καθώς μάχονταν οι δύο αντίπαλοι, σειόταν από την ορμή τους ολόκληρος ο κόσμος.Τελικά δε, ο Ζεύς κατέβαλε τον Τυφώνα, καίγοντας δια των κεραυνών του όλες τις κεφαλές και τα χέρια του.Τότε εκείνος έπεσε καταπληγωμένος στην Σικελία, και ο Ζεύς τον κατέχωσε κάτωθεν της Αίτνας, όπου κείται έκτοτε ημιθανής».(Διονυσιακά, Β.244-631).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Περιοχή της νοτιανατολικής Μικράς Ασίας.
2.Όρος της βορειοδυτικής Συρίας.
3.Ο Στράβων αναφέρει για το Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας τα εξής: «Μετά δε τον Καλύκαδνο (ποταμό της Κιλικίας) είναι η ονομαζομένη Ποικίλη Πέτρα, η οποία έχει λαξευτή κλίμακα και οδηγεί στην Σελεύκεια.Έπειτα είναι το ακρωτήριο Ανεμούριο, ομώνυμο του προηγουμένου, η νήσος Κράμβουσα και το ακρωτήριο Κώρυκος, υπεράνω του οποίου, εις απόσταση είκοσι σταδίων (3,7 χιλιομέτρων), ευρίσκεται το Κωρύκιο άντρο, στο οποίο φυτρώνει ο άριστος κρόκος.Είναι δε μεγάλη και κυκλική κοιλάς, η οποία περιβάλλεται από πετρώδες ύψωμα (όρος), πανταχόθεν αρκετά ψηλό. Κατεβαίνοντας δε εις αυτή, τα έδαφος είναι ανώμαλο και ως επί το πλείστον πετρώδες, καθώς και γεμάτο από θαμνώδη βλάστηση, αιεθαλή και ήμερη.Δίπλα. δε είναι σπαρμένα τα εδάφη που φέρουν τον κρόκο.Υπάρχει δε εκεί και άντρο, το οποίο έχει μεγάλη πηγή από την οποία αρχίζει ποταμός καθαρού και διαφανούς ύδατος, ο οποίος καταπίπτει ευθύς υπό της γής.Και ρέοντας αφανής εκβάλλει στην θαλάσσα. Τον ονομάζουν δε Πικρό Ύδωρ».(Γεωγραφικά, ΙΔ.5.5).Εξ αυτού του αποσπάσματος προκύπτει ότι Κωρύκιο άντρο ονομαζόταν τόσο το ίδιο το άντρο, όσο και η κοιλάς στην οποία ευρίσκεται-προφανώς επονομασθείσα εξ αυτού.Πρός αποφυγή συγχύσεως λοιπόν, εφεξής θα αναφέρουμε ως Κωρύκιο άντρο μόνο το ίδιο το άντρο, ενώ την κοιλάδα ως Κωρυκία κοιλάδα.
4.Όρος στα σύνορα Παλαιστίνης-Αιγύπτου.
5.Η Νεμέα ήταν πόλις της αρχαίας Αργολίδος και ο Τρητός και ο Απέσας όρη εγγύς αυτής.
6.Ο Ιοβάτης ήταν βασιλεύς της Λυκίας, περιοχής της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, και ο Προίτος γαμπρός του και βασιλεύς της μισής Αργολίδος, με πρωτεύουσα την Τίρυνθα.
7.Πόλις της αρχαίας Αργολίδος
8.Έλος της Αργολίδος.
9.Πολίχνη της αρχαίας Αργολίδος
10.Λάθος του Απολλοδώρου, αφού-όπως αναφέρει ο Ησίοδος (Θεογονία, 326)-η Έχιδνα γέννησε την Σφίγγα με τον Όρθο.
11.Κωμόπολις της αρχαίας Μεγαρίδος.
12.Ο Κλαύδιος Αιλιανός διευκρινίζει ότι ο Αμισώδαρος ήταν βασιλεύς της Λυκίας. (Περί ζώων ιδιότητος, Θ.23).
13.Περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας
14.Οι Σάρδεις ήταν η πρωτεύουσα της Λυδίας
15.Περιοχή της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας
16.Ο Ορόντης είναι ο μέγιστος ποταμός της Συρίας.
17.Ο Επιμενίδης ήταν περίφημος Κρητικός θεουργός, μάντης, ποιητής και φιλόσοφος των 7oυ-6ου αιώνος π.Χ.
18.Περιοχή της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας.
19.Ο μετέπειτα ιδρυτής των Θηβών της Βοιωτίας, ο οποίος αναζητούσε τότε την αρπαγείσα από τον Δία αδελφή του Ευρώπη.
20.Μέγα όρος της νοτίου Μικράς Ασίας, εκτεινόμενο κατά μήκος της Παμφυλίας και της Κιλικίας
21.Περιοχή της νοτίου Μικράς Ασίας, μεταξύ της Λυκίας και της Κιλικίας.

  Οι ανωτέρω τρομακτικές αναφορές περί της μορφής του Τυφώνος συμπληρώνονται από πέντε εξίσου τρομακτικές αρχαίες απεικονίσεις του:
-Εις ένα Αττικό γλυπτό του 6ου αιώνος π.Χ. που είναι γνωστό ως Τρισώματος Τυφών, το οποίο ήταν τοποθετημένο στην δεξιά πτέρυγα του αετώματος του αρχαίου ναού της Ακροπόλεως, ο Τυφών απεικονίζεται ως ανδρόμορφος και τρισώματος στο άνω μέρος του σώματός του και με οφιοειδή σπείρα αντί ποδιών στο κάτω.Έκαστο δε των τριών σωμάτων είναι πτερωτό, έχει γενειοφόρα και μακρόκομη κεφαλή και κρατά δια των χεριών του απροσδιόριστα αντικείμενα-πιθανώς όπλα.(http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF% ... F%8E%CE%BD).
-Εις ένα αγνώστου προελεύσεως Ελληνικό μελανόμορφο αγγείο του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως ανθρωποειδούς σχήματος και πτερωτός στο ανω μέρος του σώματός του και με οφιοειδή σπείρα αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής ανδρός και κεφαλής καλικαντζάρου και οι παλάμες του μεμβρανοειδείς.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.3.html).
-Εις ένα Χαλκιδικό μελανόμορφο αγγείο. του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως ανθρωποειδούς σχήματος και πτερωτός στο ανω μέρος του σώματός του και με δύο οφιοειδείς σπείρες αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής ανδρός, κεφαλής καλικαντζάρου και κεφαλής όνου και προστατεύεται από ένα είδος περικεφαλαίας.Εξ αριστερών του δε απεικονίζεται ο Ζεύς, μαχόμενος κατ’αυτού δια του κεραυνού του.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.1B.html).
-Εις ένα Λακωνικό μελανόμορφο αγγείο του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως πτερωτός ερπετοειδής, με φολιδωτό κορμό, δύο σπείρες όφεων ως χέρια και άλλες δύο σπείρες όφεων αναδυόμενες από την πλάτη του, στο άνω μέρος του σώματός του και με πολλές σπείρες όφεων αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής καλικαντζάρου και κεφαλής όνου και προστατεύεται από ένα είδος περικεφαλαίας.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.2.html).
-Στην κεντρική τοιχογραφία ενός Ετρουσκικού τύμβου του 2ου ή 1ου αιώνος π.Χ. που είναι γνωστός ως «Τύμβος του Τυφώνος», ο οποίος ανήκε στο αριστοκρατικό γένος των Πούμπων της Ετρουσκικής πόλεως Ταρκυνίας, ο Τυφών απεικονίζεται ως ανδρόμορφος, με γαλανόγκριζες πτέρυγες και γαλανόγκριζη κόμη, μέχρι και τα γόνατα και με δύο σπείρες γαλανογκρίζων όφεων κάτωθεν αυτών.(http://www.mysteriousetruscans.com/tartyphon.html
http://www.maravot.com/Etruscan_mural_typhon2.gif).ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ......

Ο ΤΥΦΩΝΑΣ [ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ Δ΄]

Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι μετά την Γιγαντομαχία οι Ολύμπιοι θεοί αντιμετώπισαν και νίκησαν με ακομη μεγαλύτερη δυσκολία τον ασύλληπτα ισχυρό και τρομακτικό υιό του Ταρτάρου και της Γαίας, ερπετοειδή υπεργίγαντα Τυφώνα (ή Τυφωέα):



μέρος Δ΄  Ι.ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΧΙΔΝΑΣ

«Όταν δε οι θεοί επικράτησαν των Γιγάντων, η Γή, χολωθείσα περισσότερο, σμίγει με τον Τάρταρο και γεννά στην Κιλικία1 τον Τυφώνα, ο οποίος είχε μικτή φύση ανδρός και θηρίου.Αυτός λοιπόν υπερείχε εις μέγεθος και δύναμη εξ όλων όσων γέννησε η Γή: Μέχρι μεν τους μηρούς είχε μορφή ανδρός τεραστίου μεγέθους, τόσυ ώστε ξεπερνούσε όλα τα όρη, ενώ η κεφαλή του άγγιζε συχνά ακόμη και τα άστρα.Το ένα χέρι του εκτεινόταν μέχρι την δύση και το άλλο μέχρι την ανατολή, ενώ εξείχαν εκ τούτων εκατό κεφαλές δρακόντων.Από τους μηρούς δε και κάτω είχε πελώριες σπείρες εχιδνών (οχιών), οι οποίες, όταν τις είλκυε πρός το μέρος του, εκτείνονταν μέχρι την ίδια την κορυφή του και εξέπεμπαν μέγα συριγμό.Όλο δε το σώμα του ήταν πτερωτό, εκ της κεφαλής και των μαγούλων ανέμιζαν τραχείες τρίχες και οι οφθαλμοί του ακτινοβολούσαν πύρ.Τέτοιος όντας ο Τυφών και τόσο μέγας, όρμησε με συριγμούς και κραυγές στον ίδιον τον ουρανό, ρίχνοντας φλεγομένους βράχους. Ξέβραζε δε εκ του στόματός του μεγάλη θύελλα πυρός.
Όταν δε οι θεοί είδαν αυτόν να ορμά στον ουρανό, τράπηκαν εις φυγή πρός την Αίγυπτο, και καταδιωκόμενοι απ’αυτόν μεταμορφώθηκαν εις ζώα.Ο Ζεύς δε, όσο μεν ο Τυφών ήσαν μακριά, του έριχνε κεραυνούς, ενώ όταν αυτός πλησίασε, τον έπληττε δυνατά δια αδαμαντίνου δρεπανιού.Και καθώς αυτός τράπηκε εις φυγή, τον κατεδίωξε μέχρι το Κάσιο όρος2, το οποίο υπέρκειται της Συρίας.Εκεί δε, βλέποντάς τον καταπληγωμένο, συνεπλάκη μαζί του δια των χεριών του.Αλλά ο Τυφών τον έπιασε περιτυλίσσοντάς τον δια των σπειρών του και, αφού άρπαξε το δρεπάνι του, έκοψε τα νεύρα των χεριών και των ποδιών του, ενώ στην συνέχεια τον ήγειρε επί των ώμων του και τον μετέφερε δια θαλάσσης στην Κιλικία, όπου πήγε και τον απέθεσε στο Κωρύκιο άντρο3.Ομοίως δε απέθεσε εκεί και τα νεύρα του, αφού τα έκρυψε εις δορά άρκτου, και κατέστησε φύλακά τους την δράκαινα Δελφύνη.Αυτή δε ήταν μισή θηρίο (δράκαινα) και μισή κόρη.Αλλά ο Ερμής και ο Αιγίπαν έκλεψαν τα νεύρα και τα προσάρμοσαν κρυφά στον Δία.Αφού δε ο Ζεύς ανέκτησε την ισχύ του, όρμησε ξαφνικά εκ του ουρανού επί άρματος ιπταμένων ίππων και ρίχνοντας κεραυνούς κατεδίωξε τον Τυφώνα μέχρι το όρος που ονομάζεται Νύσα4, όπου οι Μοίρες εξαπατάτησαν τον φυγάδα.Διότι αυτός, πεισθείς απ’εκείνες ότι θα γινόταν δυνατότερος γεύθηκε τους εφημέρους καρπούς.Δια τούτο, καταδιωκόμενος και πάλι (από τον Δία) ήλθε στην Θράκη, όπου μαχόμενος πέριξ του Αίμου έριχνε (κατά του Διός) ολόκληρα όρη.Αλλά καθώς αυτά ωθούνταν πίσω πρός αυτόν από τον κεραυνό, χύθηκε πολύ αίμα του επί του όρους.Και λέγουν ότι εκ τούτου το όρος ονομάσθηκε Αίμος.Και όταν ο Τυφών όρμησε να φύγη δια της Σικελικής θαλάσσης, ο Ζεύς έριξε επάνω του το όρος Αίτνα της Σικελίας.Τούτο δε είναι τεράστιο, και λέγουν ότι αποπνέει μέχρι και σήμερα πύρ από τους τότε βληθέντες κεραυνούς».(Βιβλιοθήκη, Α.6.3-4).
Η πρωταρχική πηγή του Απολλοδώρου για τον Τυφώνα είναι ο Ησίοδος, ο οποίος όμως, επειδή δεν αναφέρει καθόλου την Γιγαντομαχία, τοποθετεί την Τυφωνομαχία (όπως είναι γνωστή η σύγκρουσις των Ολυμπίων θεών με τον Τυφώνα) μετά την Τιτανομαχία:
«Αλλά αφού ο Ζεύς εξεδίωξε τους Τιτάνες από τον ουρανό,
η πελώρια Γαία γέννησε με την αγάπη του Ταρτάρου,
δια της χρυσής Αφροδίτης, τον νεότερο υιό της, τον Τυφωέα.
Ισχυρά ήσαν τα χέρια αυτού του κρατερού (=κραταιού) θεού,
κατορθώματα κάνοντας, και ακάματα τα πόδια του.Στους ώμους του δε
υπήρχαν εκατό κεφαλές όφεων, δεινών δρακόντων
που έγλειφαν με μαύρες γλώσσες.Και εξ όλων αυτών
των απεριγράπτων κεφαλών του πύρ ακτινοβολούσε υπό των φρυδιών τους.
[Καθώς αυτός κοιτούσε διαπεραστικά, πύρ ανέβλυζε εξ όλων των κεφαλών του].
Και υπήρχαν φωνές εις όλες αυτές τις δεινές κεφαλές,
οι οποίοι φώναζαν με παντοειδείς απερίγραπτες φωνές.
Διότι άλλοτε μεν φώναζαν ούτως ώστε να καταλαβαίνουν οι θεοί,
άλλοτε με φωνή αγέρωχη σαν δυνατά βρυχωμένου ταύρου με ακατάσχετο μένος,
άλλοτε σαν λέων που έχει ανηλεή ψυχή
και άλλοτε σαν σκυλάκια, θαύμα να τα ακούς,
και άλλοτε σύριζαν, και αντηχούσαν τα μακρά όρη.
Και ανεπανόρθωτο έργο θα τελούταν εκείνη την ημέρα,
καθώς αυτός (ο Τυφωεύς) θα γινόταν βασιλεύς θνητών και αθανάτων,
αν δεν τον αντιλαμβανόταν ταχέως ο πατήρ θνητών και αθανάτων (ο Ζεύς).
Σκληρά δε και δυνατά βρόντησε (ο Ζεύς),
και φρικτά αντήχησαν η γαία ολόγυρα και ο υπεράνω της ευρύς ουρανός,
καθώς και ο πόντος, τα ρεύματα του Ωκεανού και τα Τάρταρα της γαίας.
Και καθώς εγειρόταν ο άναξ (ο Ζεύς), σειόταν κάτωθεν
των αθανάτων ποδιών του ο μέγας Όλυμπος, και αναστέναζε η γαία.
Και καύμα απ’αμφοτέρους κατείχε τον ιοειδή πόντο,
από την βροντή και την αστραπή, και από το πύρ τέτοιου τέρατος
[καθώς και από θυελλώδεις ανέμους και τον φλογερό κεραυνό].
Και κόχλαζαν πάσα η χθών και ο ουρανός και η θάλασσα.
Και μεγάλα κύματα μαίνονταν πανταχόθεν εις όλες τις ακτές, από την ορμή
των αθανάτων (του Διός και του Τυφωέως), και άρχισε ατελείωτος σεισμός.
Και έτρεμαν ο Άδης, ο οποίος άρχει των υποχθονίων νεκρών,
και οι υποταρτάριοι Τιτάνες, οι οποίοι ευρίσκονται πέριξ του Κρόνου
[από την ατελείωτη βοή και την δεινή μάχη].
Ο Ζεύς δε, όταν κορυφώθηκε η ορμή του και έλαβε τα όπλα του,
την βροντή, την αστραπή και τον φλογώδη κεραυνό,
έπληξε πηδώντας από τον Όλυμπο το δεινό τέρας
και έκαψε ολόγυρα όλες τις απερίγραπτες κεφαλές του.
Αφού λοιπόν τον δάμασε πλήττοντάς τον μαστιγωτά,
αυτός έπεσε ακρωτηριασμένος, και στέναζε η πελώρια γαία.
Και από τέτοιον κατακεραυνωθέντα άνακτα, φλόγες ανέβλυσαν
στα φαράγγια του βραχώδους όρους της Αίτνας, όπου είχε πληγεί αυτός.
Και εις μεγάλη έκταση καιγόταν η πελώρια γαία,
με απεριγράπτους ατμούς, και τήκοταν σαν κασσίτερος
θερμανθείς από ευρώστους τεχνίτες εις εύτρητες χοάνες,
ή σαν σίδηρος-ο οποίος είναι κρατερότατος (=σκληρότατος, ανθεκτικότατος)-
που δαμαζόμενος από καυστικό πύρ στα φαράγγια του όρους (Αίτνα)
τήκεται στην θεϊκή χθόνα από την τέχνη του Ηφαίστου.
Ούτως λοιπόν τήκοταν και η πελώρια γαία από την λάμψη του φλογερού πυρός.
Και ο Ζεύς, με θυμό στην ψυχή του, έριξε τον Τυφωέα στον ευρύ Τάρταρο.
Από τον Τυφωέα δε προέρχεται το υγρό μένος των θυελλωδών ανέμων,
πλήν του Νότου, του Βορέως και του αιθρίου Ζεφύρου (του δυτικού ανέμου)». (Θεογονία, 820-870).
Επίσης, ο Ησίοδος αναφέρει ότι πρό της Τυφωνομαχίας ο Τυφών γέννησε με ένα άλλο φρικτό ερπετοειδές όν, την Έχιδνα, τέσσερα φοβερά όντα, τον Όρθο, τον Κέρβερο, την Λερναία Ύδρα και την Χίμαιρα, ενώ έπειτα η Έχιδνα γέννησε με τον Όρθο αλλά δύο φοβερά όντα, την Σφίγγα και τον λέοντα της Νεμέας:
«Αυτή δε (η Κητώ με τον Φόρκυν) γέννησε εις κοίλο σπήλαιο
και άλλο ακαταμάχητο τέρας, το οποίο δεν μοιάζει καθόλου
με τους θνητούς ανθρώπους, ούτε με τους αθανάτους θεούς,
την θεία και κρατερόφρονα (=ισχυρόψυχη) Έχιδνα,
η οποία κατά το ήμισυ μεν είναι καλλιμάγουλη νύμφη με ζωηρό βλέμμα
και κατά το έτερο ήμισυ πελώριος όφις, δεινός και μέγας,
διάστικτος και ωμοβόρος, στα έγκατα της ιερής γαίας.
Εκεί δε είναι το σπήλαιό της, κάτωθεν κοίλου βράχου,.
μακριά από τους αθανάτους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους.
Εκεί λοιπόν της όρισαν οι θεοί να έχη τα ξακουστά δώματά της.
Στους Αρίμους λοιπόν, υπό της χθονός, περιορίσθηκε η δεινή Έχιδνα,
η αθάνατη και επί όλες τις ημέρες αγέραστη νύμφη.
Λέγουν δε ότι ο δεινός, υβριστής και άνομος Τυφών
έσμιξε με αγάπη με αυτή την ζωηροβλέμματη κόρη.
Και αφού αυτή συνέλαβε, γέννησε κρατερόφρονα τέκνα:
Πρώτα μεν γέννησε τον Όρθο, τον κύνα του Γηρυόνη.
Δεύτερο δε γέννησε τον ακαμάχητο, ακατανόμαστο
και ωμοβόρο Κέρβερο, τον χαλκόφωνο, πεντηκοντακέφαλο,
ανηλεή και κρατερό κύνα του Άδη.
Τρίτη δε γέννησε την έμπειρη των δεινών Λερναία Ύδρα,
την οποία ανέθρεψε η λευκοχέρα θεά Ήρα,
απλέτως οργισμένη με την ρώμη του Ηρακλέους.
Και αυτή την φόνευσε δια ανηλέους χαλκού ο υιός του Διός,
Αμφιτρυωνιάδης Ηρακλής, μαζί με τον φιλοπόλεμο Ιόλαο
και με τις συμβουλές της λαφυραγωγού Αθηνάς.
Επίσης, η Έχιδνα γέννησε την δεινή, μεγάλη, ταχύποδα και κρατερή Χίμαιρα,
η οποία απέπνεε ακαταμάχητο πύρ.
Αυτή είχε τρείς κεφαλές: Μία μεν λαμπροφθάλμου λέοντος,
μία χιμαιρας (=αιγός) και μία όφεως, κρατερού δράκοντος
[έμπροσθεν λέων, όπισθεν δράκων και στη μέση χίμαιρα,
αποπνέουσα δεινό μένος φλογερού πυρός]
Αυτή δε την φόνευσαν ο Πήγασος και ο αγαθός Βελλερεφόντης.
Επίσης, η Έχιδνα, αφού ενέδωσε στον Όρθο, γέννησε την ολέθρια Φίκα (Σφίγγα), τον όλεθρο των Καδμείων (των Θηβαίων) και τον λέοντα της Νεμέας, τον οποίον η Ήρα, η ευγενής παρακοιμωμένη του Διός, αφού τον ανέθρεψε, τον εγκατέστησε στα υψώματα της Νεμέας, ως συμφορά για τους ανθρώπους.
Εκεί λοιπόν κατοικώντας αυτός, έβλαπτε τα φύλα των ανθρώπων,
όντας κυρίαρχος του Τρητού, της Νεμέας και του Απέσαντος5.
Αλλά τον δάμασε η ρώμη του Ηρακλέους».(Θεογονία, 295-332).
Επίσης, ο Ησίοδος αναφέρει ότι ο Όρθος φονεύθηκε από τον Ηρακλή στην Ερύθεια, όταν εκείνος άρπαξε από εκεί τις αγελάδες του Γηρυόνη.(Θεογονία 293-294), ενώ αναφέρεται πάλι στον Κέρβερο κατά την περιγραφή του Άδη:
«Εκει μπροστά (στον Άδη) ίστανται τα βροντερά δώματα του χθονίου θεού
[του ισχυρού Άδη και της δεινοτάτης Περσεφόνης],
και δεινός και ανηλεής κύων (ο Κέρβερος) τα φυλάσσει από μπροστά,
ο οποίος κακό τέχνασμα έχει: Εις όσους έρχονται
φιλικά σείει την ουρά και αμφότερα τα αυτιά του,
δεν τους αφήνει όμως να εξέλθουν πάλι,
αλλά παραφυλά και τρώει όποιον αντιληφθή να εξέρχεται από τις πύλες
[του ισχυρού Άδη και της δεινοτάτης Περσεφόνης]».(Θεογονία, 767-774).
Εις αυτούς τους φοβερούς γόνους του Τυφώνος και της Έχιδνας αναφέρεται εκτενέστερα ο Απολλόδωρος:
«Όταν δε ο Ιοβάτης ανέγνωσε (την επιστολή του Προίτου)6, διέταξε τον Βελλερεφόντη να φονεύση την Χίμαιρα, νομίζοντας ότι αυτός θα φονευόταν απ’αυτό το θηρίο.Διότι αυτή ήταν μη ευάλωτη όχι μόνο από έναν, αλλά και από πολλούς, καθώς είχε πρόσθιο μέρος λέοντος, δράκοντα ως ουρά και στην μέση μία τρίτη κεφαλή, αιγός, δια της οποίας απέπνεε πύρ.Και κατέστρεφε την χώρα (την Λυκία), και λυμαινόταν τα βοσκήματα.Διοτι είχε εις μία φύση την δύναμη τριών θηρίων.Λέγεται δε ότι αυτή η Χίμαιρα ανετράφη από τον Αμιοώδαρο-όπως είπε και ο Όμηρος-και ότι γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα-όπως εξιστορεί ο Ησίοδος.Αφού λοιπόν ο Βελλερεφόντης ανήλθε στον Πήγασο, τον γεννημένο από την Μέδουσα και τον Ποσειδώνα πτερωτό ίππο που είχε, ηγέρθη ψηλά και από εκεί φόνευσε τοξεύοντας την Χίμαιρα».(Βιβλιοθήκη, Β.3.1-2).
«Πρώτα λοιπόν (ο Ευρυσθεύς) διέταξε τον Ηρακλή να του φέρη την δορά του λέοντος της Νεμέας.Αυτός δε ήταν άτρωτο ζώο, γεννημένο από τον Τυφώνα. Κατευθυνόμενος λοιπόν ο Ηρακλής πρός τον λέοντα, ήλθε στις Κλεωνές7, οπου φιλοξενήθηκε από έναν χειρώνακτα ονόματι Μόλορχο. Και όταν εκείνος θέλησε να θυσιάση σφάγιο, ο Ηρακλής του είπε να περιμένη επί τριάντα ημέρες και, αν μεν αυτός επανέλθη σώος από το κυνήγι, να θυσιάση στον Δία Σωτήρα, ενώ αν πεθάνη, να τον εναγίζη (=να του προσφέρη νεκρικές θυσίες) ως ήρωα.Όταν έφθασε δε στην Νεμέα και ευρήκε τον λέοντα, αρχικά τον τόξευσε.Όταν όμως κατάλαβε ότι εκείνος ήταν άτρωτος, ήγειρε το ρόπαλό του και τον κατεδίωκε.Και όταν εκείνος κατέφυγε εις αμφίστομο σπήλαιο, έκτισε την μία εκ των εισόδων του και δια της άλλης εισήλθε κατά του θηρίου, έθεσε το χέρι του πέριξ του λαιμού του και το κράτησε σφικτά μεχρι που το έπνιξε.Και έπειτα, το έθεσε επί των ώμων του και το μετέφερε στις Κλεωνές, όπου, αφού ευρήκε τον Μόλορχο την τελευταία ημέρα (της προθεσμίας), ενώ αυτός ετοιμαζόταν να θυσιάση σφάγιο πρός τιμή του ως νεκρού, θυσίασε στον Δία Σωτήρα.Και έπειτα, μετέφερε τον λέοντα στις Μυκήνες…». (Βιβλιοθήκη, Β.5.1).
«Ως δεύτερο άθλο (ο Ευρυσθεύς) διέταξε τον Ηρακλή να φονεύση την Λερναία Ύδρα.Αυτή δε είχε εκτραφεί στο έλος της Λέρνης8, απ’οπου εξερχόταν στην πεδιάδα και κατέστρεφε τα βοσκήματα και την χώρα. Είχε δε η Ύδρα πελώριο σώμα με εννέα κεφαλές, οι μεν οκτώ θνητές, ενώ η μεσαία αθάνατη.Ο Ηρακλής λοιπόν ανήλθε εις ένα άρμα, με ηνίοχο τον Ιόλαο, και ήλθε στην Λέρνη, όπου σταμάτησε τους ίππους του.Και όταν ευρήκε την Ύδρα εις έναν λόφο πλησίον των πηγών της Αμυμώνης, οπου ήταν η φωλιά της, ρίχνοντάς της διάπυρα βέλη την ανάγκασε να εξέλθη, και καθώς αυτή εξερχόταν, την έπιασε και την κρατούσε.Αλλά αυτή έπιασε περιτυλίσσοντάς το το ένα εκ των ποδιών του.Και ο Ηρακλής ουδέν μπορούσε να πετύχη κόβοντας τις κεφαλές της δια του ροπάλου του, διότι όταν κοβόταν μία κεφαλή της, φύτρωναν στην θέση της δύο.Βοηθούσε δε την Ύδρα ένας πελώριος κάβουρας, ο οποίος δάγκωνε το πόδι του Ηρακλέους.Δια τούτο, ο Ηρακλής, αφού φόνευσε εκείνον, κάλεσε ως δικό του βοηθό τον Ιόλαο, ο οποίος, αφού πυρπόλησε ένα μέρος του εγγύς δάσους, έκαιγε δια δαυλών τις αναδυόμενες κεφαλές και τις εμπόδιζε να αναπτυχθούν.Και αφού ο Ηρακλής επικράτησε δια τούτου του τρόπο των αναφυομένων κεφαλών, απέκοψε την αθάνατη κεφαλή, την έθαψε και έθεσε πάνω της βαριά πέτρα, δίπλα στον δρόμο που οδηγεί δια της Λέρνης στον Ελαιούντα9.Και έπειτα ξεκοίλιασε το σώμα της Ύδρας και εμβάπτισε τα βέλη του στην χολή της…». (Βιβλιοθήκη, Β.5.2).
«Είχε δε (ο Γηρυόνης) βαθυέρυθρες αγελάδες, των οποίων βουκόλος ήταν ο Ευρυτίων και φύλαξ ο Όρθος, ο δικέφαλος κύων που είχε γεννηθεί από την Έχιδνα και τον Τυφώνα…Και όταν (ο Ηρακλής) έφθασε στην Ερύθεια, κατέλυσε στο όρος Άβαντα.Όταν δε ο κύων (ο Όρθος) τον αντιλήφθηκε, όρμησε εναντίον του.Τότε ο Ηρακλής και αυτόν κτύπησε δια του ροπάλου του και τον βουκόλο Ευρυτίωνα, ο οποίος βοηθούσε τον κύνα, φόνευσε…».(Βιβλιοθήκη, Β.5.10).
«Ως δωδέκατος άθλος ορίσθηκε (από τον Ευρυσθέα στον Ηρακλή) να φέρη τον Κέρβερο από τον Άδη.Αυτός δε είχε τρείς κεφαλές κυνών και δράκοντα ως ουρά, ενώ στα νώτα του είχε παντοειδείς κεφαλές όφεων…Όταν δε ο Ηρακλής ζήτησε από τον Πλούτωνα τον Κέρβερο, ο Πλούτων τον διέταξε να τον πάρη καταβάλλοντάς τον χωρίς τα όπλα που είχε.Ο Ηρακλής λοιπόν ευρήκε τον Κέρβερο πλησίον των πυλών του Αχέροντος και, προστατευόμενος από τον θώρακά του και σκεπασμένος από την λεοντή του, τύλιξε τα χέρια του πέριξ της κεφαλής του θηρίου και δεν το άφηνε, κρατώντας το και σφίγγοντάς το, έως ότου το κατέβαλε, παρ’ότι δαγκωνόταν από τον δράκοντα-ουρά του.Αφού λοιπόν έπιασε αυτόν, επέστρεψε ανερχόμενος διαμέσου της Τροιζήνος. Η Δήμητρα δε έκανε τον Ασκάλαφο μπούφο, ενώ ο Ηρακλής, αφού έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, τον έφερε πάλι στον Άδη».(Βιβλιοθήκη, Β.5.12).
«Ενώ βασίλευε ο Κρέων, ευρήκε τις Θήβες όχι μικρή συμφορά.Διότι η Ήρα έστειλε εκεί την Σφίγγα, της οποίας μήτηρ ήταν η Έχιδνα και πατήρ ο Τυφών10, και η οποία είχε πρόσωπο γυναικός, στήθος, πόδια και ουρά λέοντος και πτέρυγες όρνιθος.Αυτή είχε μάθει ένα αίνιγμα από τις Μούσες, και καθόταν επί του Φικίου όρους και έθετε τούτο στους Θηβαίους.Το αίνιγμα δε ήταν: “Τι είναι αυτό που, ενώ έχει μία φωνή, γίνεται τετράπουν, δίπουν και τρίπουν;” Επειδή δε υπήρχε ένας χρησμός για τους Θηβαίους ότι θα απαλλάσσονταν από την Σφίγγα όταν έλυναν το αίνιγμα, συνέρχονταν συχνά στο ίδιο σημείο και αναζητούσαν την απάντηση, αλλά επειδή κάθε φορά δεν την εύρισκαν, η Σφίγξ άρπαζε έναν εξ αυτών και τον κατεβρόχθιζε. Αφού δε χάθηκαν πολλοί, και τελευταίος ο υιός του Κρέοντος, Αίμων, ο Κρέων διεκήρυξε ότι θα έδινε εις όποιον έλυνε το αίνιγμα τόσο την βασιλεία, όσο και την χήρα του Λαϊου (την Ιοκάστη) ως σύζυγο.Όταν δε ο Οιδίπους άκουσε τούτο, έλυσε το αίνιγμα που έθετε η Σφίγξ, λέγοντας ότι η απάντησις εις αυτό ήταν “ο άνθρωπος”. Διότι γίνεται τετράπους όταν είναι βρέφος και βαδίζει στα τέσσερα και δίπους όταν μεγαλώνει, ενώ όταν γερνά, αποκτά και τρίτο πόδι, την μαγκούρα.Τότε λοιπόν, η Σφίγξ έπεσε από την ακρόπολη, ενώ ο Οιδίπους παρέλαβε την βασιλεία και νυμφεύθηκε εν αγνοία του την μητέρα του (την Ιοκάστη), με την οποία γέννησε δύο υιούς, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και δύο θυγατέρες, την Ισμήνη και την Αντιγόνη…».(Βιβλιοθήκη, Γ.5.8).
Επίσης, ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι κατά κάποιους ήταν τέκνο του Τυφώνος και της Έχιδνας και η κάπραινα Φαιά «Τρίτη δε φόνευσε (ο Θησεύς) στον Κρομμυώνα11 την κάπραινα που ονομαζόταν Φαιά, από την γριά που την ανέθρεψε.Κάποιοι δε λέγουν ότι αυτή ήταν τέκνο του Τυφώνος και της Έχιδνας».(Βιβλιοθήκης Επιτομή, 1.1).
O παμμέγιστος Έλλην ποιητής Όμηρος (ο οποίος θεωρείται ότι έζησε τον 9ο ή τον 8ο αιώνα π.Χ, αλλά πιθανότατα είναι πολύ αρχαιότερος) αναφέρει ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος στο υπέδαφος της περιοχής των Αρίμων:
«Στέναζε δε κάτωθεν η γαία, όπως όταν ο τερψικέραυνος Ζεύς
μαστιγώνει οργισμένος (δια των κεραυνών του) την γαία πέριξ του Τυφωέος
στους Αρίμους, εντός των οποίων λέγουν ότι είναι η κοίτη του Τυφωέως».(Ιλιάς, Β.781-783).
Επίσης, ο Όμηρος αναφέρει για την Χίμαιρα τα εξής:
«Όταν λοιπόν (ο Ιοβάτης) έλαβε το κακό σήμα του γαμπρού του (του Προίτου), πρώτα μεν διέταξε (τον Βελλερεφόντη) να φονεύση την ακαταμάχητη Χίμαιρα.
Αυτή λοιπόν ήταν θείος γόνος, και όχι ανθρώπινος,
έμπροσθεν λέων, όπισθεν δράκων και στην μέση χίμαιρα,
αποπνέουσα δεινό μένος φλογερού πυρός.
Και ο Βελλερεφόντης, υπακούοντας στους οιωνούς των αθανάτων, φόνευσε αυτή». (Ιλιάς, Ζ.178-183).
«Και αφού δαμάσθηκαν ούτως από τους δύο αδελφούς (τους υιούς του Νέστορος, Αντίλοχο και Θρασυμήδη), στο Έρεβος μετέβησαν οι αγαθοί εταίροι του Σαρπηδόνος (οι Λύκιοι Ατύμνιος και Μάρις), οι ακοντιστές υιοί του Αμισωδάρου12, ο οποίος ανέθρεψε την ακαταμάχητη Χίμαιρα, κακό για πολλούς ανθρώπους».(Ιλιάς, 326-329).
Ο Έλλην ποιητής του 5ου αιώνος π.Χ. Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Ζεύς συνέτριψε τον Τυφώνα στους Αρίμους:
«Αλλά ο πατήρ Ζεύς, εξ ανάγκης μόνος εκ των θεών,
συνέτριψε κάποτε στους Αρίμους τον απλησίαστο και πεντηκοντακέφαλο Τυφώνα». (Απόσπασμα 93).
Επίσης, ο Πίνδαρος αναφέρει ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος στον Τάρταρο, κάτωθεν της Αίτνας:
«Όσα όμως στην γή και τον ακαταμάχητο πόντο δεν είναι προσφιλή στον Δία ταράσσονται όταν ακούουν την δυνατή φωνή των Πιερίδων (των Μουσών),
αλλά και αυτός ο πολέμιος των θεών που κείται στον δεινό Τάρταρο,
ο εκατοντακέφαλος Τυφών.Αυτόν ανέθρεψε κάποτε ξακουστό Κιλίκιο άντρο.
Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία.
Και ουράνιος κίων τον συγκρατεί, η χιονοσκέπαστη Αίτνα,
η οποία οξύ χιόνι τρέφει καθ’όλο το έτος.
Και ατόφιες πηγές απλησιάστου πυρός εκχέονται εκ των μυχών της:
Την ημέρα λοιπόν ποταμοί φλογώδους καπνού εκχέουν πρός τα εμπρός
το ρεύμα τους, αλλά την νύκτα πορφυρά κυλιομένη φλόγα
φέρνει με πάταγο βράχους στα πλάτη του βαθέος πόντου.
Εκείνο δε το ερπετό (ο Τυφών) στέλνει πρός τα πάνω τους δεινοτάτους κρουνούς του Ηφαίστου, εκπληκτικό θαύμα να το παρατηρήσης,
θαύμα δε και να το ακούσης απ’ όσους το είδαν.
Τέτοιο τέρας έχει δεθεί μεταξύ των κατασκίων κορυφών της Αίτνας και της πεδιάδος, ενώ το στρώμα όπου είναι ξαπλωμένος χαράσσει και κεντρίζει άπαντα τα νώτα του». (Α΄Πυθιόνικος, 13-29).
Ο Απολλώνιος Ρόδιος αναφέρει ως τέκνο του Τυφώνος και τον δράκοντα της Κολχίδος, τον οφιοειδή δράκοντα που φύλασσε το χρυσόμαλλο δέρας, καθώς και ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται καταποντισμένος στην Σερβωνίδα λίμνη, μία τεναγώδη λίμνη εγγύς του όρους Νύσα:
«Τόσο μέγας όφις ίσταται ως φρουρός εκατέρωθεν και πέριξ (του χρυσομάλλου δέρατος), αθάνατος και άϋπνος, τον οποίον γέννησε η ίδια η Γαία
στις υπώρειες του Καυκάσου, στον Τυφώνιο βράχο,
όπου λέγουν ότι ο Τυφών, κτυπημένος από τον κεραυνό
του Κρονίδου Διός, όταν ήγειρε εναντίον του τα στιβαρά χέρια του,
έσταξε από την κεφαλή του θερμό αίμα.Και έφθασε ούτως
στα όρη και την πεδιάδα της Νύσας, όπου κείται μέχρι και σήμερα καταποντισμένος
στα ύδατα της Σερβωνίδος λίμνης».(Αργοναυτικά, 1208-1215).
Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει για τον λέοντα της Νεμέας και την Λερναία Υδρα τα εξής:
«Και ως πρώτο άθλο (ο Ηρακλής) ανέλαβε να φονεύση τον λέοντα της Νεμέας.Αυτός δε είχε τεράστιο μέγεθος και, επειδή ήταν άτρωτος από σίδηρο, χαλκό και λίθο, ήταν αναγκαίο να καταβληθή δια της δυνάμεως των χεριών.Σύχναζε δε κυρίως μεταξυ των Μυκηνών και της Νεμέας, πέριξ του όρους που ονομάζεται από το τότε συμβάν Τρητός.Διότι είχε εγγύς της βάσεώς του διαμπερή σήραγγα, στην οποία συνήθιζε να φωλιάζη το θηρίο.Ο Ηρακλής λοιπόν ήλθε εις εκείνον τον τόπο και επιτέθηκε στο θηρίο, και όταν αυτό κατέφυγε στην σήραγγα, έφραξε το ένα εκ των στομίων και το ακολούθησε, και στην συνέχεια συνεπλάκη μαζί του και σφίγγοντάς τον λαιμό του δια των χεριών του το έπνιξε.Έπειτα δε, φόρεσε την δορά αυτού, καλύπτοντας χάριν στο μέγεθός της ολόκληρο το σώμα του, και την είχε ως προστασία από τους μετέπειτα κινδύνους.
Ως δεύτερο δε άθλο (ο Ηρακλής) ανέλαβε να φονεύση την Λερναία Ύδρα, από το ένα σώμα της οποίας είχαν διαμορφωθεί εκατό λαιμοί που είχαν κεφαλές όφεων.Εάν δε καταστρεφόταν μία εκ τούτων, το κοπέν μέρος ανέπτυσσε δύο.Γι’αυτή την αιτία, η Λερναία Ύδρα θεωρούταν-όπως ήταν λογικό-αήττητη, αφού το καταβληθέν μέρος της απέδιδε διπλάσια βοήθεια.Επινοώντας λοιπόν ο Ηρακλής κατ’αυτής της δυσκολίας ένα τέχνασμα, προσέταξε τον Ιόλαο να καίη δια αναμμένου πυρσού τα κοπτόμενα μέρη (της Λερναίας Ύδρας), για να εμποδίζη την ροή του αίματος.Αφού λοιπόν κατέβαλε ούτως αυτό το ζώο, εμβάπτισε τις αιχμές των βελών του στην χολή του, ώστε να προκαλούν τα εκτοξευόμενα βέλη δια των αιχμών τους ανίατες πληγές». (Βιβλιοθήκη Ιστορική, Δ.11).
Ο Στράβων αναφέρει ότι κατά μία εκδοχή ο Τυφών κείται από την ήττα του φυλακισμένος κάτωθεν των Πιθηκουσσών, μίας σεισμογενούς και ηφαιστειώδους νήσου στα ανοικτά της Ιταλικής Κύμης: «Εκ τούτου (από τα τεκτονικά φαινόμενα των Πιθηκουσσών) προέρχεται ο μύθος που λέγουν, ότι δηλαδή ο Τυφών κείται κάτωθεν αυτής της νήσου (των Πιθηκουσσών) και, όταν στρέφεται, αναδίδονται οι φλόγες και τα ύδατα, ενίοτε δε ακόμη και νησίδες που έχουν βράζον ύδωρ. Πιθανότερο όμως είναι αυτό που είπε ο Πίνδαρος βασιζόμενος στα φαινόμενα, ότι δηλαδή όλος αυτός ο πόρος, ο οποίος αρχίζει από την Κυμαία και εκτείνεται μέχρι την Σικελία, είναι διάπυρος και έχει στο βάθος του κάποιες κοιλότητες που ενώνονται μεταξύ τους και με την ηπειρωτική χώρα.Δια τούτο η Αίτνα έχει εμφανώς αυτή την φύση που εξιστορούν άπαντες, το ίδιο δε και οι νήσοι των Λιπαραίων, οι περιοχές της Δικαιάρχειας, της Νεαπόλεως και των Βαιών και οι Πιθηκούσσες.Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος (ο Πίνδαρος) λέγει ότι ο Τυφών κείται κάτωθεν όλου αυτού του τόπου:
“Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία”».(Γεωγραφικά, Ε.4.9)
Επίσης, ο Στράβων αναφέρει διάφορες εκδοχές περί της τοποθεσίας των Αρίμων και της ήττας του Τυφώνος:
«Και μάλιστα, τοποθετούν εκεί (στα ηφαιστειώδη εδάφη εγγύς της πόλεως Φιλαδέλφειας της Λυδίας13) τα πάθη του Τυφώνος και τους Αρίμους και λέγουν ότι αυτή είναι η Κατακεκαυμένη…».(Γεωγραφικά, ΙΒ.7.19).
«Προσθέτουν δε ότι αυτός ο τόπος (η περιοχή της πόλεως Ύδης της Λυδίας) είναι δασώδης και κεραυνόπληκτος και ότι εκεί είναι οι Άριμοι.Διότι στο “στους Αρίμους, εντός των οποίων λέγουν ότι είναι η κοίτη του Τυφωέως” προσθέτουν το “εις δασώδη τόπο, στον εύφορο δήμο της Ύδης”.Αλλοι δε τοποθετούν τούτον τον μύθο στην Κιλικία, άλλοι στην Συρία και άλλοι στις Πιθηκούσσες, λέγοντας ότι οι πίθηκοι ονομάζονται από τους Τυρρηνούς άριμοι.Άλλοι δε ονομάζουν Ύδη τις Σάρδεις14 και άλλοι την ακρόπολη τους.Ο Σκήψιος δε θεωρεί πειστικοτάτους αυτούς που τοποθετούν τους Αρίμους στην Κατακεκαυμένη της Μυσίας15.Ο Πίνδαρος δε συνδέει με την Κιλικία τις Πιθηκούσσες, οι οποίες ευρίσκονται εμπροσθεν της Κυμαίας, και την Σικελία.Διότι λέγει ότι ο Τυφών κείται κάτωθεν της Αίτνας:
“Αυτόν ανέθρεψε κάποτε ξακουστό Κιλίκιο άντρο.
Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία”.
Και πάλι: “Πέριξ εκείνου κείται η Αίτνα, πανίσχυρα δεσμά”.
Και πάλι: “Αλλά ο πατήρ Ζεύς, εξ ανάγκης μόνος εκ των θεών, συνέτριψε κάποτε στους Αρίμους τον απλησίαστο και πεντηκοντακέφαλο Τυφώνα”
Άλλοι δε δέχονται ως Αρίμους τους Σύρους, τους οποίους σήμερα ονομάζουν Αραμαίους, και ότι οι Κίλικες της Τροίας μετανάστευσαν και εγκατεστάθησαν στην Συρία, όπου απέσπασαν από τους Σύρους την σήμερα ονομαζομένη Κιλικία.Ο Καλλισθενης δε λέγει ότι οι Άριμοι είναι εγγύς του Καλυκάδνου και του ακρωτηρίου Σαρπηδόνος, πλησίον του ιδίου του Κωρυκίου άντρου, και ότι απ’αυτούς τα εγγύς όρη ονομάζονται Άριμα».(Γεωγραφικά, ΙΓ.4.6).
«Μετά δε (την Φιλαδέλφεια της Λυδίας) είναι η χώρα που ονομάζεται Κατακεκαυμένη, η οποία έχει μήκος 500 στάδια (92,5 χιλιομετρα) και πλάτος 400 (74 χιλιόμετρα), είτε Μυσία πρέπει να αποκαλείται, είτε Μαιονία (διότι λέγονται και τα δύο).Είναι άπασα άδενδρη, πλήν των αμπελιών που παράγουν τον Κατακεκαυμενίτη οίνο, ο οποίος δεν υπολείπεται εις ποιότητα ουδενός των αξιολόγων οίνων.Η επιφάνεια δε των πεδιάδων της είναι τεφρώδης, ενώ η ορεινή και πετρώδης χώρα είναι μαύρη, σαν να έχη καεί.Εικάζουν λοιπόν κάποιοι ότι τούτο συνέβη από πτώσεις κεραυνών και θύελλες και δεν διστάζουν να τοποθετούν εκεί τα περί τον Τυφώνα.Ο Ξάνθος δε αναφέρει και κάποιον Άριμο, βασιλέα τούτων των τόπων…». (Γεωγραφικά, ΙΓ.4.11).
«Αυτός (ο ποταμός Ορόντης16) έλαβε το όνομά του από τον Ορόντη, ο οποίος τον γεφύρωσε, ενώ παλαιότερα ονομαζόταν Τυφών.Τοποθετούν δε κάπου εκεί τα περί της κατακεραυνώσεως του Τυφώνος και τους Αρίμους, περί των οποίων είπαμε και πρίν. Λέγουν δε ότι, ενώ ο Τυφών πλήττοταν από τους κεραυνούς (ήταν δε δράκων), τράπηκε εις φυγή ζητώντας να καταδυθή.Διάνοιξε λοιπόν δια της έρψεώς του την γή και δημιύργησε την κοίτη του ποταμού, και καταδυθείς στην γή άνοιξε την πηγή αυτού.Εκ τούτου δε προήλθε το (αρχικό) όνομα του ποταμού…». (Γεωγραφικά, ΙΣΤ.2.7).
«Αναφέρει δε ο ποιητής (ο Όμηρος) και τους Αρίμους, για τους οποίους ο Ποσειδώνιος λέγει ότι δέχεται ότι κατοικούν όχι εις κάποιον τόπο της Συρίας ή της Κιλικίας ή κάποιας άλλης χώρας, αλλά στην ίδια την Συρία.Διότι οι κάτοικοι αυτής ονομάζονται Αραμαίοι, και πιθανώς οι Έλληνες τους ονόμαζαν Αριμαίους ή Αρίμους…».( Γεωγραφικά, ΙΣΤ.4.27).
Ο Πτολεμαίος Χέννος αναφέρει ότι «ο Αριστόνικος ο Ταραντίνος λέγει ότι η μεσαία κεφαλή της Ύδρας ήταν χρυσή».(Φώτιος, Επιτομή της Καινής Ιστορίας του Πτολεμαίου Xέννου, 13).
Ο Έλλην μυθογράφος του 2ου αιώνος μ.Χ. Αντωνίνος Λιβεράλης περιγράφει την Τυφωνομαχία ως εξής: «Ο Τυφών ήταν υιός της Γής, δαίμων εκπληκτικής ισχύος και αλλόκοτος στην όψη.Διότι αναδύονταν απ’αυτόν πλείστες κεφαλές, χέρια και πτέρυγες, καθώς και μέγιστες σπείρες δρακόντων εκ των μηρών του, εξέπεμπε παντοειδείς φωνές και ουδέν άντεχε την ισχύ του.Αυτός επεθύμησε να αρπάξη την εξουσία του Διός, και όταν επιτέθηκε, δεν άντεξε κανείς εκ των θεών, αλλά τρομοκρατήθηκαν όλοι και τράπηκαν εις φυγή πρός την Αίγυπτο, και απέμειναν μόνο η Αθηνά και ο Ζεύς.Ο Τυφών δε κατεδίωκε κατά πόδας τους φυγάδες, οι οποίοι, όταν διεφυγαν, μεταμορφώθηκαν από πρόνοια εις ζώα: Ο Απόλλων λοιπόν έγινε γεράκι, ο Ερμης ίβις, ο Άρης λεπιδωτός ιχθύς και η Άρτεμις αίλουρος, ενώ ο Διόνυσος μεταμορφώθηκε εις τράγο, ο Ηρακλής εις ελάφάκι, ο Ήφαιστος εις βόδι και η Λητώ εις μυγαλή.Και έκαστος των υπολοίπων θεών μεταμορφώθηκε όπως έτυχε.Έπειτα δε, ο Ζεύς έπληξε τον Τυφώνα δια κεραυνού, αλλά εκείνος κρύφθηκε καιόμενος στην θάλασσα και έσβησε την φλόγα.Ο Ζεύς όμως δεν υπεχώρησε, αλλά έριξε επάνω στον Τυφώνα το μέγιστο όρος, την Αίτνα, και έστησε στις κορυφές της ως φύλακα αυτού τον Ήφαιστο.Εκείνος δε, αφού έστησε τα αμόνια του, κατεργάζεται (έκτοτε) διάπυρο σίδηρο επί του τραχήλου του Τυφώνος…». (Μεταμορφώσεων Συναγωγή, 28).
Ο Κλαύδιος Αιλιανός αναφέρει ότι κατά μία εκδοχή ο λέων της Νεμέας έπεσε από την Σελήνη: «Λέγουν μάλιστα και ότι ο λέων της Νεμέας έπεσε από την σελήνη.Εν πάση περιπτώσει, και τα έπη του Επιμενίδη17 αναφέρουν:
“Διοτι γόνος είμαι και εγώ (ο υιός του Ορφέως, Μουσαίος) της καλλικόμου Σελήνης,
η οποία φρικτά τρέμοντας απέσεισε τον θηριώδη λέοντα στην Νεμέα,
φέρνοντάς τον για την σεβάσμια Ήρα”».(Περί ζώων ιδιότητος, ΙΒ.7).
Ο Κόϊντος Σμυρναίος αναφέρει ως τέκνα του Τυφώνος και τους δράκοντες της Τροίας, τους δύο οφιοειδείς δράκοντες που φόνευσαν τον Τρώα ιερέα Λαοκόοντα και τους δύο υιούς του λίγο πρό της αλώσεως της Τροίας:
«Διότι ένα άντρο υπήρχε κάπου κοντά, κάτωθεν τραχέος βράχου,
σκοτεινό και άβατο στους θνητούς, στο οποίο τρομερά θηρία
κατοικούσαν, από το ολέθριο γένος του Τυφώνος,
στις πτυχές της νήσου που Καλύδνη ονομάζουν οι λαοί,
η οποία αντικρύζει την Τροία από την θάλασσα.
Από εκεί ήγειρε (η Αθηνα) την δύναμη αυτών των δρακόντων και την κάλεσε
στην Τροία.Και κινηθέντες αυτοί αιφνιδίως από την θεά
έσεισαν όλη την νήσο.Βόησε δε ο πόντος
καθώς έρχονταν, και διαχωρίσθηκαν τα κύματα.
Φρικτά γλείφοντας έσπευσαν λοιπόν, και έφριξαν τα κήτη του πόντου».(Τα μεθ’Όμηρον, ΙΒ.449-458).
O Nόννος-ο οποίος μας δίνει την εκτενέστερη παραλλαγή της Τυφωνομαχίας-αποκαλεί τον Τυφώνα Κίλικα (Διονυσιακά, Α.155-ΚΔ.108) και τον περιγράφει ως εξής:
«Και εκτείνοντας (ο Τυφών) τις σειρές των βαρυβόων λαιμών του
αλάλαζε με παντοειδείς φωνές ομοφωναζόντων θηρίων:
Οι συμφυείς (=φυόμενοι εκ του σώματός του) δράκοντές του κυμάτιζαν
επί προσώπων λεοπαρδάλεων, έγλειφαν βλοσυρές χαίτες λεόντων,
περιέζωναν σπειροειδώς δια των ελικοειδών ουρών τους
κέρατα βοδιών και ανεμίγνυαν το εξακοντιζόμενο δηλητήριο
των μακρογλώσσων σαγονιών τους με αφρό κάπρων».(Διονυσιακά, Α.156-162).
«Και αφήνοντας (ο Τυφών) δια των οφιωδών ταρσών του τα αγκυλωτά ίχνη
των ποδιών του έφτυνε από τα σαγόνια του εξακοντιζόμενο δηλητήριο.
Και καθώς ο υψικέφαλος Γίγας έριχνε από τα εδιχνώδη μαλλιά του
καταιγισμό πιδάκων (δηλητηρίου), κυμάτιζαν οι χείμαρροι».(Διονυσιακά, Β.30-34).
«Και καθώς (ο Τυφών) ήγειρε την πολυειδή μορφή της διαπλάσεώς του,
ουρλιαχτό λύκων ήχησε, καθώς και βρυχηθμός λεόντων,
λαχάνιασμα κάπρων, μυκηθμός βοδιών, σύριγμα δρακόντων,
θαρραλέο χάξιμο λεοπαρδάλεων, σαγόνια εγειρομένων άρκτων
και λύσσα κυνών.Και δια της μεσοτάτης ανθρωποειδούς μορφής του
απειλητικά λόγια κραύγασε ο Γίγας κατά του Ζηνός (του Διός)…». (Διονυσιακά, Β.252-257).
«Υποτάξου στους επουρανίους γητραφή (ο Ζεύς λοιδωρεί τον συντριβέντα Τυφώνα),
αφού δια ενός χεριού νίκησα τις σειρές των διακοσίων χεριών σου!
Αλλά ας δεχθή η τρικέφαλος Σικελία, περισφίγγοντάς τον
δια των βαθυκρήμνων υψωμάτων της, όλον τον Τυφώνα
με τις εκατό οικτρά σκονιζόμενες μακρύκομες κεφαλές του».(Διονυσιακά, Β.620-624).
Κατά τον Νόννο, ο Τυφών άρχισε την επίθεσή του στους Ολυμπίους θεούς κλέβοντας τα αστραφτερά όπλα του Διός-τον κεραυνό, την αστραπή και την βροντή-τα οποία εκείνος είχε κρύψει στο υπέδαφος της Ασιατικής Μυγδονίας18, όταν ετοιμαζόταν να συνευρεθή με την Ωκεανίδα Πλουτώ-με την οποία γέννησε τον Τάνταλο.(Διονυσιακά, Α.140-156).Στην συνέχεια δε, ο Τυφών επιτέθηκε με μανία στον ουρανό:
«Αφού δε (ο Τυφών) έθεσε τα όπλα του Κρονίδη (του Διός) κάτωθεν κοίλου σαν φωλιά βράχου (στο Κωρύκιο άντρο), έτεινε στον αιθέρα την συγκομιδή των πανυψήλων χεριών του:
Με την επιδέξια φάλαγγα των χεριών του πέριξ των προπόδων του Ολύμπου,
δια ενός χεριού του έσφιγγε την Κυνοσουρίδα (τον αστερισμό της Μικρής Άρκτου),
δια άλλου λοξοδρόμησε πιέζοντας την κεκλιμένη στον άξονα (του ουρανού)
χαίτη της Παρρασίας Άρκτου (του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου), δια άλλου έπιασε και ανέκοψε τον Βοώτη (τον αστερισμό του Βοώτη) και δια άλλου είλκε τον Φώσφορο (τον πλανήτη Αφροδίτη ως Αυγερινό), και μάταια ήχησε υπό του κυκλοτερούς σημείου καμπής του το μαστίγιο του πρωϊνού αιθέρος.
Έσυρε την Ηριγένεια (την θεά της αυγής, Ηώ), και καθώς αναχαιτιζόταν ο Ταύρος (ο αστερισμός του Ταύρου), εκτός χρόνου και ημιτελής αναπαυόταν η ιππότισσα Ώρα.
Και από τους σκιερούς βοστρύχους των εχιδνοκόμων κεφαλών του
με σκότος ήταν αναμεμιγμένο το φώς, ενώ συνανατέλλοντας
με τον Ήλιο την ημέρα έλαμπε η Σελήνη.
Αλλά ο Γίγας (ο Τυφών) δεν σταματούσε: Με παλινδρομική πορεία
από τον Βορρά στον Νότο άφηνε τον έναν πόλο και ίστατο στον άλλον.
Και έχοντας αδράξει δια μακράς παλάμης του τον Υδροχόο (τον αστερισμό του Υδροχόου), μαστίγωνε τα νώτα του χαλαζώδους Αιγοκέρου (του αστερισμού του Αιγκέρου).Και έλκοντας από τον αιθέρα στον πόντο τους διδύμους Ιχθύες
(τον αστερισμό των Ιχθύων) κατακτυπούσε τον Κριό (τον αστερισμό του Κριού),
το μεσόμφαλο (=ευρισκόμενο στο μέσον σαν ομφαλός) άστρο του Ολύμπου,
άνωθεν του γειτονικού του εαρινού πυραυγούς κύκλου (της εαρινής ισημερίας),
ο οποίος ισοσταθμίζει την ημέρα με το σκότος.
Και έπειτα, ο Τυφωεύς ανήλθε δια των ερπόντων ποδιών του
πλησίον των συννέφων.Και απλώνοντας το πολυδιάσπαρτο πλήθος των χεριών του
κατεκάλυψε την αργυρόλευκη λάμψη του ανεφέλου αιθέρος,
διεγείροντας τον σκολιό στρατό των όφεών του:
Ένας εξ αυτών διέτρεχε όρθιος την περιφέρεια του πολικού κύκλου
και σκίρτησε επί της αγκαθωτής ράχης του ουρανίου Δράκοντος (του αστερισμού του Δράκοντος), πολεμοχαρώς συρίζοντας.Άλλος, διαγράφοντας εγγύς της κόρης του Κηφέως (του αστερισμού της Ανδρομέδας) κύκλο ισόζυγο με
τις αστρικές παλάμες της, με δεύτερα δεσμά περιέσφιξε λοξά υπό των σπειρών του
την ήδη δέσμια Ανδρομέδα.Άλλος, δράκων, κερασφόρος,
περικύκλωνε τα ομόμορφα με τα δικά του αιχμηρά κέρατα του Ταύρου,
κεντρίζοντας ελικοειδώς υπεράνω του βοείου μετώπου του,
με ανοικτά τα σαγόνια του, τις αντιπάλους του Υάδες,
ομοίωμα της κερασφόρου Σελήνης, Και ιοβόλες λωρίδες
περιπλεγμένων δρακόντων περιέζωσαν τον Βοώτη.Και άλλος όφις όρμησε με θάρρος, όταν είδε τον άλλον Όφιν του Ολύμπου, σκιρτώντας πέριξ του εχιδνώδους πήχεως του Οφιούχου (του αστερισμού του Οφιούχου, και αφού περιέπλεξε κυρτώνοντας τον αυχένα του δεύτερο στεφάνι στο στεφάνι της Αριάδνης (στον αστερισμό του Στεφάνου), ελισσόταν δια της έρπουσας κοιλιάς του.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑΣ[ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ Μερος Γ΄]

ΜΕΡΟΣ Γ΄       ΙΙΙ.ΕΡΜΗΝΕΙΑΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑΣ
Η γέννηση των Φλεγραίων Γιγάντων από την Γαία και το χυθέν εις αυτή αίμα του Ουρανού σημαίνει ότι είχαν μικτή γήινη και ουράνια καταγωγή.Για να κατανοήσουμε δε εις τι συνίστατο αυτή η μικτή καταγωγή των Γιγάντων, πρέπει να ανατρέξουμε εις ένα εκ των αποκρύφων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, το Απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ.Εις αυτό λοιπόν αναφέρεται ότι 201 ουράνιοι άγγελοι-οι γνωστοί ως Εκπεσόντες Άγγελοι-κατήλθαν στην Γή, συνουσιάσθηκαν με γυναίκες και γέννησαν με αυτές τρομερούς γίγαντες:
«Και συνέβη όταν πλήθυναν οι υιοί των ανθρώπων να γεννηθούν εκείνες τις μέρες απ’αυτούς ωραίες και καλές θυγατέρες.Και οι άγγελοι, οι υιοί του ουρανού, είδαν αυτές και τις επεθύμησαν, και είπαν ο ένας στον άλλον: “Εμπρός, ας διαλέξουμε για τους εαυτούς μας γυναίκες από τους ανθρώπους και ας γεννήσουμε δικά μας τέκνα”.Και ο Σεμιαζάς, ο οποίος ήταν ο αρχηγός τους, τους είπε: “Φοβάμαι μήπως δεν θελήσετε να κάνετε τούτο το πράγμα και επωμισθώ μόνο εγώ αυτή την μεγάλη αμαρτία”.Του αποκρίθηκαν λοιπόν όλοι: “Θα δώσουμε όλοι όρκο και θα αναθεματίσουμε ο ένας τον άλλον να μην αλλάξουμε αυτή την απόφασή μας, μέχρις ότου την πραγματοποιήσουμε και κάνουμε τούτο το πράγμα”.Τότε λοιπόν, ορκίσθηκαν όλοι μαζί και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον γι’αυτό.Και ήσαν συνολικά διακόσιοι αυτοί οι άγγελοι (πέραν του Σεμιαζά) που κατήλθαν στην Αρδίς, η οποία είναι η κορυφή του όρους Αρμών (ή Ερμών).Και αυτό το όρος ονομάσθηκε Αρμών επειδή επ’αυτού ορκίσθηκαν αυτοί και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον.Και αυτά είναι τα ονόματα των αρχηγών αυτών: Σεμιαζάς-αυτός ήταν ο αρχηγός όλων αυτών-Αραθάκ, Κιμβρά, Σαμμανή, Δανειήλ, Αρεαρώς, Σεμιήλ, Ιωμειήλ, Χωχαριήλ, Εζεκιήλ, Βατριήλ, Σαθιήλ, Ατριήλ, Ταμιήλ, Βαρακιήλ, Ανανθά, Θωνιήλ, Ραμιήλ, Ασεάλ, Ρακειήλ και Τουριήλ.Αυτοί λοιπόν (πέραν του Σεμιαζά) είναι οι αρχηγοί αυτών κατά δεκάδες
Και αυτοί έλαβαν γυναίκες για τους εαυτούς τους, όποια διάλεξε έκαστος αυτών, και άρχισαν να τις πλησιάζουν και να μιαίνονται με αυτές.Και δίδαξαν εις αυτές φαρμακείες (=δηλητηριάσεις) και ριζοτομίες (=συλλογή ριζών για μαγεία), και τους έμαθαν τα βότανα.Και αυτές συνέλαβαν, και γέννησαν μεγάλους γίγαντες, ύψους 3.000 πήχεων (1380 μέτρων), οι οποίοι κατέφαγαν τους κόπους (τα αγροτικά προϊόντα) των ανθρώπων.Και όταν οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τους τρέφουν άλλο, οι γίγαντες στράφηκαν εναντίον τους και τους κατεβρόχθιζαν.Και άρχισαν να αμαρτάνουν κατά των πτηνών, των θηρίων, των ερπετών και των ιχθύων, να καταβροχθίζουν ο ένας τις σάρκες του άλλου και να πίνουν το αίμα τους.Τότε λοιπόν, η γή στράφηκε κατά των ανόμων». (Βιβλίο του Ενώχ, 6-7).
Οι Εκπεσόντες Άγγελοι διέφθειραν το ανθρώπινο γένος και το κατέστησαν ανήθικο και ασεβές.Αλλά καθώς χάνονταν οι άνθρωποι, ο Ύψιστος Θεός διέταξε τους αρχαγγέλους του να φυλακίσουν τους Εκπεσόντες Αγγέλους στα έγκατα της Γής και να εξοντώσουν τους Γίγαντες.Οι αρχάγγελοι λοιπόν φυλάκισαν τους Εκπεσόντες Αγγέλους και άρχισαν την εξόντωση των Γιγάντων κάνοντάς τους να πολεμούν μεταξύ τους, ενώ αργότερα ο Θεός προκάλεσε τον μέγα κατακλυσμό, ολοκληρώνοντας την εξόντωση των Γιγάντων και αφανίζοντας το ασεβές ανθρώπινο γένος.(Βιβλίο του Ενώχ, 8-10).
Οι γίγαντες του Βιβλίου του Ενώχ έχουν σημαντικές ομοιότητες με τους Φλεγραίους Γίγαντες: Γεννήθηκαν από την ένωση των αγγέλων που, αποστατώντας από την Θεία εξουσία, εξέπεσαν από τον ουρανό με γυναίκες της γής, όπως και οι Φλεγραίοι Γίγαντες γεννήθηκαν από την Γαία και το αίμα του Ουρανού που χύθηκε εις αυτή όταν οι αποστάτες Τιτάνες ανέτρεψαν τον Ουρανό.Μάλιστα, οι Ενωχιανοί γίγαντες αποκαλούνται και Ναφηλείμ (Βιβλίο του Ενώχ, 15.11-16.1), το οποίο σημαίνει εκπεσόντες, δηλώνοντας την καταγωγή τους εκ των εκπεσόντων ουρανίων αγγέλων.Επίσης, οι Ενωχιανοί γίγαντες είχαν τρομερό μέγεθος (αν και το ύψος των 3.000 πήχεων είναι σίγουρα συμβολικό), όπως και οι Φλεγραίοι Γίγαντες ήσαν ανυπέρβλητοι στο μέγεθος των σωμάτων.Και αμφότεροι ήσαν αγριότατοι και μοχθηροτατοι, ενώ όπως οι πρώτοι ήσαν εχθροί του Θεού και η εξόντωσίς τους άρχισε από τους αρχαγγέλους αυτού, ούτως και οι Φλεγραίοι Γιγάντες ήσαν εχθροί των Ολυμπίων θεών-οι οποίοι ταυτίζονται με τους αρχαγγέλους των Εβραιοχριστιανικών παραδόσεων-και εξοντώθηκαν απ’αυτούς.Ουσιαστικά λοιπόν, οι Ελληνικοί μύθοι και το Βιβλίο του Ενώχ διηγούνται την ίδια ιστορία περί των Γιγάντων, αν και βεβαίως υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οφειλόμενες στην διαφορετική εξέλιξη αυτών των αρχαίων παραδόσεων στους Έλληνες και τους Εβραίους.
Οι Ενωχιανοί γίγαντες λοιπόν ταυτίζονται με τους Φλεγραίους Γίγαντες, ενώ οι Εκπεσόντες Άγγελοι ταυτίζονται με τους μοχθηρούς δαίμονες αρχηγούς του ερπετοειδούς συνασπισμού.Η γέννησις δε των Γιγάντων από την Γαία και η πρωταρχική σημασία της ονομασίας τους, γηγενείς, δείχνουν ότι αυτοί γεννήθηκαν στο εσωτερικό της Γής, ενώ η ανθρωπο-ερπετική μορφή τους δείχνει ότι ήσαν ανθρωπο-ερπετικά υβρίδια.
Συνδυάζοντας λοιπόν τους Ελληνικούς μύθους με το Βιβλίο του Ενώχ συμπεραίνουμε ότι μετά την Τιτανομαχία οι μοχθηροί αρχιδαίμονες καθοδήγησαν τους δρακοντοειδείς υποτελείς τους στην δημιουργία των Γιγάντων, πρός ανατροπή των Ολυμπίων θεών.Οι δρακοντοειδείς δημιούργησαν αυτό το γένος εις γενετικά εργαστήριά τους στο εσωτερικό της Γής, κατά το μέγιστο μέρος του δια της διασταυρώσεως ερπετοειδούς με ανθρώπινο γενετικό υλικό και κατά το υπόλοιπο-όπως προκύπτει από τον ανθρωπο-λεοντόμορφο Γίγαντα Λέοντα-δια της διασταυρώσεως λεοντείου με ανθρώπινο γενετικό υλικό.Και οι μοχθηροί αρχιδαίμονες προίκισαν τους Γίγαντες με υπερφυσικές ιδιότητες και δυνάμεις: Σχεδόν αθανασία εις όλους, πλήρη αθανασία στον Αλκυονέα εφ’όσον ευρισκόταν στην Παλλήνη, ικανότητα πυροκινήσεως (ελέγχου του πυρός) στον Πορφυρίωνα-όπως υποδηλώνει η «πύρινη αναπνοή του»-ικανότητα μεταμορφώσεως στον Μίμαντα και τον Μόρφιο κ.λ.π. Ούτως, οι Γίγαντες έγιναν ένα πανίσχυρο και τρομερό υπερφυσικό γένος, σχεδόν ισάξιο των Ολυμπίων θεών.Ακριβώς δε τούτο υποδηλώνει το ότι οι Γίγαντες δεν μπορούσαν να φονευθούν από τους Ολυμπίους θεούς, αλλά θα πέθαιναν μόνο αν συμμαχούσε με τους δευτέρους κάποιος θνητός.
Η απεικόνισις των Γιγάντων στις ευρεθείσες αγγειογραφίες τους- όπως και στην ζωφόρο του Παρθενώνος-ως ανθρωπομόρφων οπλιτών είναι συμβολική της πολεμικής ισχύος τους, αφού η πραγματική μορφή τους ήταν αδιαμφισβητήτως ανθρωπο-ερπετική: Συνδυάζοντας την μορφή που τους αποδίδουν ο Απολλόδωρος και οι συμφωνούσες με αυτόν απεικονίσεις τους (ανδρόμορφοι μέχρι και τους γλουτούς ή τα γόνατα και με σπείρες οφιοειδών δρακόντων ή όφεων κάτωθεν αυτών) με την ακόμη πιο ερπετοειδή μορφή που τους αποδίδει ο Νόννος (οφιώδεις, δρακοντόκομοι ή εχιδνόκομοι και με ύδρες εκατέρωθεν των ώμων τους) συμπεραίνουμε ότι είχαν ερπετοειδή πόδια, ενώ στο άνω μέρος του σώματός τους ήσαν γενικά ανδρόμορφοι, αλλά και με κάποια ερπετοειδή χαρακτηριστικά-πιθανότατα φλογερούς οφθαλμούς με κάθετες κόρες, διχαλωτές γλώσσες, φολίδες εις μέρη του κορμού και των χεριών τους κ.λ.π.Όσον αφορά δε τον Λέοντα, η παρουσίασίς του ως λεοντοκεφάλου και κατά τα λοιπά ανδρομόρφου δείχνει ότι κυρίως λεοντόμορφος στο άνω μέρος του σώματός του και κυρίως ανδρόμορφος στο κάτω.
Λέγοντας ο Απολλόδωρος ότι οι Φλεγραίοι Γίγαντες ήσαν ανυπέρβλητοι στο μέγεθος των σωμάτων εννοεί ότι είχαν μεγαλύτερο μέγεθος απ’όλους τους άλλους γίγαντες που αναφέρει στο έργο του, πλήν του υπεργίγαντος Τυφώνος, ο οποίος είναι ο μέγιστος εις μέγεθος εξ όλων των τέκνων της Γαίας (Βιβλιοθήκη, Α.6.3).Για έναν δε εκ των υπολοίπων γιγάντων, τον Ανταίο, ο Έλλην ιστορικός και φιλόσοφος των 1ου-2ου αιώνων μ.Χ. Πλούταρχος αναφέρει ότι ο σκελετός του, ο οποίος ανακαλύφθηκε όταν περί το 80 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Σερτώριος ανέσκαψε τον τάφο του στην Λιβυκή πόλη Τίγγη1, είχε μήκος 60 πήχεις, ήτοι 27,6 μέτρα.(Βίος Σερτωρίου, 9).Συνεπώς, βάσει του Απολλοδώρου οι Φλεγραίοι Γίγαντες είχαν ύψος άνω των 27,6 μέτρων.Αφού όμως ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι ο σκελετός του Φλεγραίου Γίγαντος που ανακαλύφθηκε στην Κώ είχε μήκος 5,5 μέτρα, συμπεραίνουμε ότι οι Φλεγραίοι Γίγαντες διακρίνονταν εις δύο τάξεις: Οι ανήκοντες στην πρώτη-στους οποίους περιλαμβάνονταν προφανώς όλοι οι Γίγαντες που αναφέρονται ονομαστικά στις στις αρχαίες πηγές-είχαν ύψος άνω των 27,6 μέτρων, ήσαν εκατό, ή περίπου τόσοι-όπως προκύπτει από τα Διονυσιακά (ΚΕ.93-94)-και ήσαν οι αρχηγοί των ανηκόντων στην δεύτερη τάξη.Εκείνοι δε είχαν πολύ μικρότερο ανάστημα από τους πρώτους, και προφανώς κατώτερες υπερφυσικές ιδιότητες και δυνάμεις, αλλά ήσαν πολύ περισσότεροι.
Ως δημιουργήματα και μέλη του ερπετοειδούς συνασπισμού οι Γίγαντες διέθεταν βεβαίως την υπερπροηγμένη τεχνολογία αυτού: Το ότι «έλαμπαν στα όπλα τους» και τα ανωτέρω ερμηνευθέντα ονόματα του Ιππολύτου και του Πάλλαντος υποδηλώνουν ότι οι Γίγαντες είχαν προηγμένα ενεργειακά όπλα-φωτονικά, πλάσματος, παλμικά κ.λ.π.Το «δέρμα» του Πάλλαντος, το οποίο έγδαρε και έκανε θώρακά της η Αθηνά, υποδηλώνει ότι αυτός προστατευόταν από ένα είδος πανισχύρου ενεργειακού-δυναμικού πεδίου.Ο «αστράγαλος» του ταχυτάτου των Γιγάντων Δαμύσου ήταν προφανώς ένα είδος προηγμένης βιονικής συσκευής, η οποία τον προστάτευε εκπέμποντας ένα ενεργειακό-δυναμικό πεδίο παρόμοιο με αυτό του Πάλλαντος (όχι όμως τόσο ισχυρό) και του προσέδιδε μεγάλη ταχύτητα-όπως και στον Αχιλλέα.Και η σύνδεσις του Εγκελάδου με τις ηφαιστειακές εκρήξεις της Αίτνας και του Βεζουβίου υποδηλώνει ότι αυτός είχε μηχανές-όπλα ελέγχου τεκτονικών φαινομένων, δια των οποίων προκαλούσε ηφαιστειακές εκρήξεις και σεισμούς.
Η γέννησις των Γιγάντων στην Παλλήνη ή Φλέγρα2 της Χαλκιδικής (δηλαδή, στην σημερινή χερσόνησο της Κασσάνδρας, το αριστερό «πόδι» της Χαλκιδικής), σημαίνει ότι αναδύθηκαν στην επιφάνεια της Γής και εξόρμησαν κατά των Ολυμπίων θεών από μία εκεί ευρισκομένη υποχθόνια πύλη.Και η σύνδεσις της Γιγαντομαχίας με τον αστερισμό του Δράκοντος υποδηλώνει ότι οι Γίγαντες ενισχύθηκαν από δρακοντοειδείς και άλλες ερπετοειδείς δυνάμεις, τόσο γήινες, όσο και από τον αστερισμό του Δράκοντος και άλλους πλανήτες.Όλες αυτές οι δυνάμεις δε-των οποίων το μέγα πλήθος υποδηλώνεται από την αναφορά του Νόννου ότι οι Γίγαντες «πίεζαν δια των πολυλαίμων κεφαλών τους τον αστερόεντα κύκλο»-τέθηκαν υπό την διοίκηση του Αλκυονέως και του Πορφυρίωνος, καθοδηγούμενες βεβαίως από τους μοχθηρούς αρχιδαίμονες.
Οι Γίγαντες/ερπετοειδείς άρχισαν τον πόλεμο κατά των Ολυμπίων θεών με την επιδρομή μίας δυνάμεως υπό τον Αλκυονέα στην νήσο Ερύθεια, μία εκ των κυρίων Ολυμπίων βάσεων στον Βορειοδυτικό Ατλαντικό ωκεανό, η οποία άρπαξε τις «αγελάδες του Ηλίου»-ήτοι κάποια πολύτιμα υλο-ενεργειακά όντα που μπορούσαν να συλλέγουν ηλιακή ενέργεια.Και στην συνέχεια, οι γήινες και διαστημικές δυνάμεις των Γιγάντων/ερπετοειδών επιτέθηκαν συνδυασμένα κατά των γηίνων και περιγείων Ολυμπίών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως κέντρο τους την περιοχή του Ολύμπου. Παράλληλα δε, οι μοχθηροί αρχιδαίμονες προσπαθούσαν-όπως υποδηλώνει το ότι η Γαία «αναζητούσε ένα βότανο, για να μη μπορούν, δι’αυτού, οι Γίγαντες να φονευθούν ούτε από θνητό»-να κάνουν τους Γίγαντες εντελώς αθανάτους.Αλλά ο Ζεύς τους εμπόδισε, και αφού ενίσχυσε τις δυνάμεις του με γήινες δυνάμεις υπό την διοίκηση του πρεσβυτέρου Ηρακλέους, αντεπιτέθηκε στους Γίγαντες/ερπετοειδείς και τους απώθησε στην Παλλήνη.Και εκεί διεξήχθη η μεγάλη μάχη, επιγείως, υπογείως και υπεργείως:
Αρχικά, ο Ηρακλής έπληττε δια του «τόξου» του-ήτοι δια ενός ενεργειακού υπερόπλου μακράς εμβελείας-τον Αλκυονέα, ο οποίος όμως, όντας αθάνατος στην Παλλήνη χάριν στην ζωτική ενέργεια που απεκόμιζε απ’αυτή, ανέκαμπτε συνεχώς.Αλλά με την καθοδήγηση της Αθηνάς ο Ηρακλής τον απώθησε έξωθεν της Παλλήνης και τον φόνευσε.Έπειτα, ο Πορφυρίων όρμησε κατά του Ηρακλέους και της Ήρας, αλλά ο Ζεύς, αφού τάραξε τον νού του προκαλώντας του τηλεπαθητικά πόθο για την Ήρα, τον συνέτριψε δια του πανισχύρου κεραυνού του, και τον αποτελείωσε ο Ηρακλής.Και αφού φονεύθηκαν οι δύο ανώτατοι αρχηγοί των Γιγάντων/ερπετοειδών, οι Ολύμπιες δυνάμεις τους συνέτριψαν ολοσχερώς και εξόντωσαν τους περισσοτέρους εξ αυτών και των αρχηγών τους: Ο Ηρακλής φόνευσε τον Λέοντα και μαζί με τον Απόλλωνα, ο οποίος μαχόταν επίσης δια ενός «τόξου»-ενεργειακού υπερόπλου μακράς εμβελείας, τον Εφιάλτη.Ο Διόνυσος φόνευσε δια του θύρσου του-ήτοι δια ενός ενεργειακού υπερόπλου μέσης εμβελείας-τον Εύρυτο και η Εκάτη δια «δαδών»-ήτοι δια ενός θερμικού-ενεργειακού υπερόπλου-τον Κλυτίο.Ο Ήφαιστος, ρίχνοντας «μύδρους»-ήτοι θερμικά-ενεργειακά βλήματα-και ο Άρης φόνευσαν τον Μίμαντα.Η Αθηνά κατεδίωξε τον Εγκέλαδο μέχρι την Αίτνα και, ενώ αυτός ετοιμαζόταν να διαφύγη διαμέσου αυτής στον υποχθόνιο κόσμο3, τον έπληξε δια ενός τεκτονικού υπερόπλου και τον συνέθλιψε κάτωθεν αυτής4, ενώ στην συνέχεια επέστρεψε στην Παλλήνη, όπου φόνευσε τον Πάλλαντα και απέσπασε το προστατευτικό ενεργειακό-δυναμικό πεδίο του-το οποίο κατέχει έκτοτε, με την επωνυμία «Παλλάς».Ο Ποσειδών κατεδίωξε τον Πολυβώτη μέχρι την Κώ και προκαλώντας δια της τρίαινάς του-η οποία λειτουργεί ως «πυκνωτής-συγκεντρωτής» της ικανότητος του να ελέγχει τα ύδατα και τα τεκτονικά φαινόμενα-έναν ισχυρότατο σεισμό απέσπασε την Νίσυρο από την Κώ και συνέθλιψε τον Πολυβώτη κάτωθεν αυτής.Ο Ερμής, φέροντας την «κυνή» του Άδη-η οποία τον καθιστούσε αόρατο εις θνητούς και αθανάτους-φόνευσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμις, μαχομένη δια ενός «τόξου» ενεργειακού υπερόπλου παρομοίου με αυτά του Ηρακλέους και του Απόλλωνος, τον Γρατίωνα και οι Μοίρες, μαχόμενες δια «χαλκίνων ροπάλων»-ήτοι δια ενεργειακών υπερόπλων μέσης εμβελείας-τον Άγριο και τον Θόωνα.Και τους υπολοίπους Γίγαντες που έπεσαν στην Παλλήνη τους κατακεραύνωνε ο Ζεύς και τους αποτελείωνε ο Ηρακλής.
Οι διαστημικές ερπετοειδείς δυνάμεις που διεσώθησαν από την πανωλεθρία της Παλλήνης υπεχώρησαν στον αστερισμό του Δράκοντος, ενώ οι υπόλοιποι διασωθέντες Γίγαντες/ερπετοειδείς τράπηκαν εις φυγή πρός τρείς κατευθύνσεις: Οι περισσότεροι εξ αυτών κατέφυγαν στην Καμπανική Φλέγρα, προσπαθώντας να διαφύγουν διαμέσου του Βεζουβίου και άλλων υποχθονίων πυλών εκείνης της περιοχής5 στον υποχθόνιο κόσμο, αλλά τους κατεδίωξε η κύρια Ολύμπια δύναμη και τους εξόντωσε σχεδόν ολοσχερώς.Διεσώθησαν δε μόνο κάποιοι δευτέρας τάξεως Γίγαντες, οι ονομαζόμενοι Λευτέρνιοι, και κάποιοι ερπετοειδείς, οι οποίοι, καταδιωκόμενοι από μία δύναμη υπό τον Ηρακλή, κατέφυγαν στα Λευκά και διέφυγαν διαμέσου μίας εκεί ευρισκομένης υποχθόνιας πύλης στον υποχθόνιο κόσμο.Ένα άλλο μέρος των φυγάδων, υπό τον Αρισταίο, κατέφυγαν στην Αίτνα και διέφυγαν διαμέσου αυτής στον υποχθόνιο κόσμο.Και οι υπόλοποι φυγάδες κατέφυγαν στην Μύκονο, αλλά επήλθε εναντίον τους η δύναμις υπό τον Ηρακλή και τους εξόντωσε ολοσχερώς. Ούτως, η Γιγαντομαχία έληξε με ολοκληρωτικό θρίαμβο των Ολυμπίων θεών επί των ερπετοειδούς συνασπισμού.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Η πόλις Ταγγέρη του σημερινού βορείου Μαρόκου,
2.Πέραν του Φιλοστράτου (Ηρωϊκός, 671), η ταύτισις της Παλλήνης με την Φλέγρα (ή Φλέγρες) αναφέρεται και από τον Στράβωνα, ο οποίος γράφει ότι Φλέγρα ήταν η παλαιότερη ονομασία της Παλλήνης.(Γεωγραφικά, Αποσπάσματα εκ του Ζ, 25-27).Αυτή η ονομασία δε προέρχεται από την λέξη φλέγω (=καίω, κατακαίω, αναφλέγω, φλέγομαι, λάμπω, απαστράπτω, ακτινοβολώ, εκρήγνυμαι, εξάπτω, ερεθίζω, ανεβάζω ψηλά, κάνω ένδοξο) και σημαίνει «η φλεγομένη», δηλώνοντας τόσο την ηφαιστειώδη φύση αυτής της περιοχής, όσο και το πύρ που έπεσε εκεί κατά την Γιγαντομαχία.
3.Η Αίτνα και όλα γενικά τα ηφαίστεια είναι υποχθόνιες πύλες, αφού συνδέονται με τον μανδύα της Γής (το παχύρευστο πύρινο στρώμα της κάτωθεν της λιθόσφαιρας).
4.Λόγω όμως των τεκτονικών όπλων που είχε ο Εγκέλαδος, θεωρήθηκε κατά τους ιστορικούς χρόνους ότι αυτός κείται απέθαντος στα έγκατα της Αίτντας και προκαλεί δια των κινήσεών του τις εκρήξεις της, ή, κατ'άλλη εκδοχή, τούτο συμβαίνει στον Βεζούβιο.
5.Μία εξ αυτών των υποχθονίων πυλών-σίγουρα η σημαντικότερη-της Καμπανικής Φλέγρας-ευρίσκεται στον εκτεινόμενο νοτίως της Κύμης Άορνο κόλπο.Τούτο προκύπτει από τοπικές παραδόσεις που αναφέρει ο Στράβων, κατά τις οποίες ο Άορνος κόλπος είναι Πλουτώνιο, ήτοι τόπος με είσοδο του εσωχθονίου Άδη:
«Πλησίον δε της Κύμης είναι το ακρωτήριο Μισηνό και μεταξύ τους η Αχερουσία λίμνη, μία τεναγώδης εισροή της θαλάσσης.Περνώντας δε το Μισηνό, ευθύς υπό το άκρο του είναι ένας λιμην, και μετά τούτον η ακτή σχηματίζει βαθύ κόλπο, στον οποίον ευρίσκονται οι Βαίες και τα θερμά ύδατά τους, τα οποία είναι κατάλληλα τόσο πρός τρυφή, όσο και πρός θεραπεία.Συνεχόμενα δε των Βαιών ευρίσκεται ο Λοκρίνος κόλπος και εντός τούτου ο Άορνος (κόλπος), ο οποίος καθιστά χερσόνησο την γή που εκτείνεται από την νοητή γραμμή μεταξύ αυτού και της Κύμης μέχρι το Μισηνό.Διότι το υπόλοιπο είναι ιοθμός (πλάτους) λίγων σταδίων, διαμέσου της σηραγγος μέχρι την ίδια την Κύμη και την έμπροσθέν της θαλασσα.Τοποθετούσαν δε οι πρό ημών στον Άορνο τα γεγονότα της Ομηρικής Νέκυιας (της ραψωδίας Λ της Οδύσσειας, όπου περιγράφεται την κάθοδου του Οδυσσέως στον Άδη).Και μάλιστα, εξιστορούν ότι υπήρχε εκεί και νεκρομαντείο και ότι ο Οδυσσεύς έφθασε εις τούτο.Είναι δε ο Άορνος κόλπος βαθύς μέχρι την ακτή και αρτίστομος, ο οποίος έχει μέγεθος και φύση λιμένος, αλλά δεν χρησιμοποιείται ως λιμήν, διότι ευρίσκεται έμπροσθέν ο Λοκρίνος κόλπος, ο οποίος είναι μέγας και σχετικά ρηχός.Περικλείεται δε ο Άορνος από υπερκείμενες πανταχόθεν πλήν της εισόδου του απότομες πλαγιές, οι οποίες σήμερα μεν είναι εξημερωμένες δια της καλλιέργειας, αλλά παλαιότερα καλύπτονταν πυκνά από άγριο, μεγαλόδενδρο και άβατο δάσος, και υπήρχε η δεισιδαιμονία ότι καθιστούσαν κατάσκιο τον κόλπο.Μυθολογούσαν επίσης οι ιθαγενείς ότι τα όρνεα που πετούσαν υπεράνω (του Αόρνου κόλπου) κατέπιπταν στο ύδωρ φονευόμενα από τις αναδιδόμενες αναθυμιάσεις, όπως στα Πλουτώνια.Θεωρούσαν δε και τούτον τον τόπο ένα είδος Πλουτωνίου και τοποθετούσαν τους Κιμμερίους εκεί.Και όσοι εισέπλεαν εκεί προηγουμένως θυσίαζαν και εξευμένιζαν τους καταχθονίους δαίμονες, καθοδηγούμενοι εις ταύτα από ιερείς που είχαν την εργολαβία του τόπου.Υπάρχει δε εκεί, πλησίον της θαλάσσης, μία πηγή ποσίμου ύδατος, αλλά απείχαν πάντες τούτου, επειδή το θεωρούσαν ως το ύδωρ της Στυγός.Και το μαντείο ευρισκόταν κάπου εκεί.Και από τα θερμά ύδατα πλησίον της Αχερουσίας τεκμαίρονταν την παρουσία του Πυριφλεγέθοντος.Ο Έφορος δε, τοποθετώντας εις αυτόν τον τόπο τους Κιμμερίους, αναφέρει περί αυτών τα εξής: Ότι κατοικούσαν εις υπόγειες οικίες-τις οποίες ονόμαζαν αργίλλες-ότι επικοινωνούσαν μεταξύ τους δια κάποιων ορυγμάτων και ότι δέχονταν τους ξένους στο μαντείο, το οποίο ευρισκόταν βαθιά εντός της γής.Ότι ζούσαν από μεταλλεύσεις και τις αμοιβές για τις μαντείες τους, καθώς και από επιδόματα που τους χορηγούσε ο βασιλεύς τους.Ότι οι κατοικούντες πέριξ του μαντείου είχαν πάτριο έθιμο να μην βλέπη ουδείς τους τον ήλιο, αλλά να εξέρχονται εκ των χασμάτων τους μόνο την νύκτα.Ότι δια τούτο ο ποιητής (ο Όμηρος) είπε περί αυτών: “Ουδέποτε βλέπει αυτούς ο λάμπων ήλιος” (Οδύσσεια, Λ.15).Και ότι αργότερα αυτοί οι άνθρωποι εξοντώθηκαν από κάποιον βασιλέα, επειδή δεν επαληθεύθηκε ο χρησμός που του έδωσαν, ενώ το μαντείο διατηρήθηκε, έχοντας μεταφερθεί εις έτερο τόπο.Τέτοια λοιπόν μυθολογούσαν οι πρό ημών, αλλά σήμερα, αφού κόπηκε από τον Αγρίππα το δάσος πέριξ του Αόρνου, οικοδομήθηκε η περιοχή και διανοίχθηκε σήραγγα από τον Άορνο μέχρι την Κύμη, άπαντα εκείνα αποδείχθηκαν μύθος.Και ο Κοκκηίος-ο οποίος κατεσκεύασε τόσο εκείνη την σήραγγα, όσο και την σήραγγα από την Δικαιάρχεια, πλησίον των Βαιών, έως την Νεάπολη, ακολούθησε κατά κάποιον τρόπο τα μόλις αναφερθέντα περί των Κιμμερίων, ίσως τυχόν επειδή θεώρησε πάτριο τούτου του τόπου το να ευρίσκονται οι δρόμοι εντός ορυγμάτων».(Γεωγραφικά, Ε.4.5).ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...



.