ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣ[ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣΤο όνομα του Τυφώνος (ή Τυφωέως ή Τυφώ) προέρχεται από την λέξη τύφω (=καπνίζω, περιβάλλω με καπνό, γεμίζω με καπνό, εκδιώκω δια καπνού, σιγοκαίω, κρυφοκαίω, καίω από κάτω, ζαλίζω, μωραίνω) και σημαίνει «ο καπνίζων, σιγοκαίων με καπνό», υποδηλώνοντας την ζοφερή φύση του και το πύρ που εξέπεμπε. Ειδικότερα δε το όνομα Τυφωεύς υποδηλώνει δια της καταλήξεώς του –ευς-η οποία δηλώνει ηγετική θέση1-και ότι ο Τυφών είναι ένας εκ των αρχόντων του σκότους.
H γέννησις του Τυφώνος από τον Τάρταρο και την Γαία σημαίνει ότι είναι ένα όν που γεννήθηκε στον Τάρταρο-υποσύμπαν και ήλθε στο σύμπαν μας μέσω ενός Ταρταρείου διαύλου που απολήγει στα έγκατα του πλανήτη Γή, από τα οποία ανήλθε στην επιφάνεια αυτού.Και όπως προκύπτει ρητώς από τον χαρακτηρισμό του Τυφώνος από τον Ησίοδο ως θεού και αθανάτου, καθώς και εμμέσως από τις ανωτέρω αναφορές ότι από την ήττα του ο Τυφών είναι φυλακισμένος ή καταποντισμένος, και όχι νεκρός, αυτός είναι αθάνατος.Προφανώς λοιπόν, είναι ένας εκ των μοχθηρών υπερφυσικών αρχηγών του ερπετοειδούς συνασπισμού, ένας αρχιδαίμων ή θεός τόσο μεγάλης ισχύος, ώστε κόντεψε να νικήση τον ίδιον τον Δία. Εκ τούτου δε συνάγεται ότι είναι ο δεύτερος μετά τον ίδιον τον Σατανά στην ιεραρχία των δυνάμεων του Κακού.Εις αντίθεση όμως με εκείνον και τους περισσοτέρους άλλους μοχθηρούς δαίμονες, οι οποίοι είναι πνευματο-ενεργειακά όντα, έχει υλο-ενεργειακή υπόσταση
Οι ποικιλότροπες περιγραφές και απεικονίσεις του Τυφώνος δείχνουν ότι αυτός έχει ικανότητα μεταμορφώσεως, δυνάμενος να λαμβάνη ποικίλες τρομακτικές μορφές.Σίγουρα όμως, η αυθεντική μορφή του είναι αυτή που αναφέρουν ο Ησίοδος και ο συμπληρώνων αυτόν Απολλόδωρος:
-«Μέχρι μεν τους μηρούς είχε μορφή ανδρός τεραστίου μεγέθους, τόσυ ώστε ξεπερνούσε όλα τα όρη, ενώ η κεφαλή του άγγιζε συχνά ακόμη και τα άστρα.Το ένα χέρι του εκτεινόταν μέχρι την δύση και το άλλο μέχρι την ανατολή…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει ανθρωποειδές σχήμα, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών, και τεράστιο μέγεθος.
-«Στους ώμους του δε υπήρχαν εκατό κεφαλές όφεων, δεινών δρακόντων που έγλειφαν με μαύρες γλώσσες» (Θεογονία, 824-826)-«ενώ εξείχαν εκ τούτων εκατό κεφαλές δρακόντων» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνουν ότι ο Τυφών έχει δρακοντοειδή κεφαλή, κορμό και χέρια, καθώς και το μέγα πλήθος των ερπετοειδών ορδών.
-«Και εξ όλων αυτών των απεριγράπτων κεφαλών του πύρ ακτινοβολούσε υπό των φρυδιών τους.[Καθώς αυτός κοιτούσε διαπεραστικά, πύρ ανέβλυζε εξ όλων των κεφαλών του]» (Θεογονία, 826-828)-«και οι οφθαλμοί του ακτινοβολούσαν πύρ» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνουν ότι ο Τυφών έχει φλογερούς οφθαλμούς, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών, καθώς και ικανότητα πυροκινήσεως.
-«Από τους μηρούς δε και κάτω είχε πελώριες σπείρες εχιδνών…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει δρακοντοειδείς γλουτούς,πόδια και ουρά.
-«Όλο δε το σώμα του ήταν πτερωτό…» (Βιβλιοθήκη, Α.6.3): Υποδηλώνει ότι ο Τυφών έχει πτέρυγες, χαρακτηριστικό και των δρακοντοειδών.
Εκ τούτων προκύπτει ότι ο Τυφών είναι στην αυθεντική μορφή του ένας υπεργιγάντιος δρακοντοειδής υλο-ενεργειακής υφής.Ορθώς λοιπόν ο Πίνδαρος τον αποκαλεί ερπετό και ο Στράβων δράκοντα, αφού είναι κυριολεκτικά ένας θεός-δράκων.
Η δρακοντοειδής μορφή του Τυφώνος και η ηγετική θέσις του επί των ερπετοειδών υποδηλώνονται και από αρκετά εκ των παραλλαγμένων ή διαφορετικών χαρακτηριστικών του στις υπόλοιπες περιγραφές και απεικονίσεις του: Τα «εχιδνώδη μαλλιά του» (κατά τον Νόννο) υποδηλώνουν επίσης την δρακοντοειδή κεφαλή του, ενώ το δηλητήριο που έφτυνε απ’αυτά και τις δρακόντειες κεφαλές του (κατά τον Νόννο) υποδηλώνει την ολέθρια δράση των ερπετοειδών ορδών.Οι πολλές κεφαλές του σαρκοβόρων θηρίων-κυνών, λύκων, άρκτων, λεόντων, λεοπαρδάλεων και κάπρων (κατά τον Νόννο) υποδηλώνουν επίσης το μέγα πλήθος και την ολέθρια δράση των ερπετοειδών ορδών.Ο φολιδωτός κορμός του (στην προαναφερθείσα Λακωνική αγγειογραφία του) υποδηλώνει επίσης τον φολιδωτό κορμό του.Και τα πολλά χέρια του (πλείστα κατά τον Αντωνίνο Λιβεράλη ή διακόσια κατά τον Νόννο), οι πλείστες πτέρυγές του (κατά τον Αντωνίνο Λιβεράλη) και οι πολλές σπείρες όφεων στο κάτω μέρος του σώματός του (στην ανωτέρω Λακωνική αγγειογραφία του) υποδηλώνουν επίσης το μέγα πλήθος των ερπετοειδών ορδών.
Οι αναφορές του Ησιόδου και του Απολλοδώρου ότι κατά την Τυφωνομαχία ο Τυφών εξέπεμπε πλείστο ισχυρότατο πύρ (Θεογονία, 844-846: «Και καύμα απ’αμφοτέρους κατείχε τον ιοειδή πόντο, από την βροντή και την αστραπή, και από το πύρ τέτοιου τέρατος, [καθώς και από θυελλώδεις ανέμους και τον φλογερό κεραυνό]-Βιβλιοθήκη, Α.6.3: «Ξέβραζε δε εκ του στόματός του μεγάλη θύελλα πυρός») υποδηλώνουν επίσης την ικανότητα πυροκινήσεως αυτού.Η αναφορά δε του Ησιόδου ότι από τον Τυφώνα «προέρχεται το υγρό μένος των θυελλωδών ανέμων» υποδηλώνει ότι αυτός έχει και ικανότητα ελέγχου του αέρος, δυνάμενος να προκαλή φοβερές θύελλες.Και η αναφορά του Απολλοδώρου ότι κατά την μάχη του Αίμου ο Τυφών έριχνε κατά του Διός «ολόκληρα όρη», οι αναφορές του Νόννου ότι κατά την Τυφωνομαχία ο Τυφών προκαλούσε φοβερά γεωλογικά φαινόμενα (τίναξε την κορυφή του Κωρυκίου όρους, συνένωσε βιαίως τον Ταρσό και τον Κύδνο, προκάλεσε τεράστια άνοδο της στάθμης της θαλάσσης, απέσπασε δια μίας απομιμήσεως της τρίαινας του Ποσειδώνος μία νήσο και την εκσφενδόνισε σαν σφαίρα στην άκρη της γής, προκαλούσε δια του βαδίσματός του φοβερούς σεισμούς-με αποτέλεσμα να καταβυθίζεται το έδαφος, να σείεται μέχρι θεμελίων η Κιλικία, να συνρίβονται με πάταγο οι πλαγιές του Ταύρου, να σκικρτούν τα υψώματα της Παμφυλίας, να βομβούν οι χθόνιες κοιλότητες, να τρέμουν τα ακρωτήρια, να σείονται οι κόλποι και να ολισθαίνουν στην θάλασσα οι ακτές-έπινε ολοκλήρους ποταμούς, έσχιζε δια των χεριών του το έδαφος και διάνοιγε βάραθρα-από τα οποία ανέβλυζαν υπόγεια ύδατα-και έριχνε καταιγισμό τεραστίων βράχων στην θάλασσα, καθιστώντας τους νήσους), η εκδοχή ότι ο Τυφών δημιούργησε κατά την φυγή του τον ποταμό Ορόντη, οι αναφορές του Πινδάρου και του Φιλοστράτου ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθεν της Αίτνας και προκαλεί τις ηφαιστειακές εκρήξεις της και η παρεμφερής εκδοχή ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθεν των Πιθηκουσσών και προκαλεί τα σεισμικά και ηφαιστειακά φαινομένα υποδηλώνουν ότι αυτός έχει και ικανότητα ελέγχου των τεκτονικών φαινομένων, δυνάμενος να προκαλή φοβερούς σεισμούς και ηφαιστειακές εκρήξεις.
Συνδυάζοντας την αναφορά του Απολλοδώρου ότι η Γαία γέννησε τον Τυφώνα στην Κιλικία, την αναφορά του Πινδάρου ότι ο Τυφών ανετράφη εις «ξακουστό Κιλίκιο άντρο»-το οποίο είναι προφανώς το Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας-και τον χαρακτηρισμό του Τυφώνος από τον Νόννο ως Κίλικος συμπεραίνουμε ότι αυτός αναδύθηκε στην επιφάνεια της Γής από μία υποχθόνια πύλη στο Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας.Αυτή η πύλη λοιπόν ήταν η επιχθόνια απόληξις ενός υποχθονίου διαύλου που συνδέεται με την εσωχθόνια απόληξη του Ταρταρείου διαύλου μέσω του οποίου ήλθε ο Τυφών στο σύμπαν μας.Ήταν, δηλαδή, πύλη όχι απλώς πρός τον υποχθόνιο κόσμο, αλλά πρός τον ίδιον τον Τάρταρο-υποσύμπαν.
Σήμερα, υπό την Τουρκική κατοχή, το Κωρύκιο άντρο είναι γνωστό ως καταβόθρα Κεννέτ (=Ουρανός).Έχει μήκος 250 μέτρα και πλάτος 110 στο στόμιό του και μέσο βάθος 70 μέτρα.Από το στόμιό του αρχίζει μία αρχαία λαξευτή κλίμακα 300 σκαλοπατιών, η οποία οδηγεί στον πυθμένα του.Εκεί ευρίσκονται τα ερείπια μίας πρωτο-Βυζαντινής μονής του 5ου αιώνος, αφιερωμένης στην Παναγία, και κάτωθεν αυτής το υπο-άντρο που αναφέρει ο Στράβων.Η πηγή του Πικρού Ύδατος δε είναι πια καλυμμένη, αλλά ακούγεται η υπόγεια ροή αυτού.Πλησίον δε του Κωρυκίου άντρου ευρίσκονται τα ερείπια ενός μεγάλου Ελληνιστικού ναού του Διός, κτισθέντος τον 2ο αιώνα π.Χ., ο οποίος δείχνει σαφώς ότι το Κωρύκιο άντρο ήταν σημαντικό κέντρο λατρείας του Διός.Και εις απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το Κωρύκιο άντρο ευρίσκεται άλλη μία καταβόθρα, το Κεχεννέμ (=Κόλασις), το οποίο έχει μήκος 70 μέτρα και πλάτος 50 στο στόμιό του και μέσο βάθος 128 μέτρα.Έχει όμως πολύ απότομα τοιχώματα-και μάλιστα κατωφερή στο ανώτατο μέρος του-και ούτως είναι αδύνατον να κατέλθη κανείς στον πυθμένα του χωρίς τεχνητά μέσα.2
Συνδυάζοντας τα ανωτέρω με την περιγραφή του Κωρυκίου άντρου από τον Στράβωνα συμπεραίνουμε τα εξής: Ότι μεταξύ του Κωρυκίου άντρου, του Κεχεννέμ και του Κωρύκου εκτείνεται ένα μέγα δίκτυο υπογείων κοιλοτήτων και σηράγγων.Ότι η υποχθόνια πύλη του Κωρυκίου άντρου ευρισκόταν στο υπο-άντρο του και συνδεόταν με αυτό το υπόγειο δίκτυο, αλλά κατά την εποχή του Στράβωνος ήταν πια καλυμμένη από την πηγή του Πικρού Ύδατος.Και ότι ο υποχθόνιος δίαυλος που απέληγε εις αυτή την πύλη είχε κάποτε μία απόληξη και στο Κεχεννέμ, αλλά κατά την εποχή του Στράβωνος ήταν και αυτή καλυμμένη.Προφανώς δε, αυτές οι δύο υποχθόνιες πύλες καλύφθηκαν και σφραγίσθηκαν-υλικά και ενεργειακά-από τον Δία μετά την συντριβή του Τυφώνος, και έκτοτε ουδέποτε επανεξήλθαν υποχθόνια ή Ταρτάρεια όντα απ’αυτές.
Ωστόσο, η ανάμνησις του Υπερτάτου Τρόμου που είχε αναδυθεί από την υποχθόνια πύλη του Κωρυκίου άντρου παρέμεινε έντονη πέριξ αυτού: Προφανώς, υπήρχε από πολύ παλαιά τέμενος του Διός πλησίον του Κωρυκίου άντρου, το οποίο εξελίχθηκε τελικά στον ανωτέρω Ελληνιστικό ναό.Αμφότερα δε κατασκευάσθηκαν όχι απλώς εις ανάμνηση της νίκης του Διός επί του Τυφώνος, αλλά και ως περίαπτα-δέκτες των πνευματο-ενεργειακών δυνάμεων του Διός κατά του υποχθονίου διαύλου της περιοχής.Κατά τα τέλη του 4ου αιώνος δε οι Βυζαντινοί έκλεισαν τον ναό του Διός και τερμάτισαν την λατρεία του στο Κωρύκιο άντρο, αλλά δεν έπαυσαν να φοβούνται τον εν λόγω υποχθόνιο δίαυλο.Δια τούτο, τον 5ο αιώνα έκτισαν την μονή της Παναγίας, ως νέο περίαπτο-δέκτη ουρανίων δυνάμεων κατ’αυτού του υποχθονίου διαύλου, και για να καλύψουν ακόμη περισσότερο την απόληξή του στο Κωρύκιο άντρο, κατέχωσαν την άνωθέν της πηγή του Πικρού Ύδατος.Μετά δε την κατάκτηση της Κιλικίας από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1454 η μονή της Παναγίας έκλεισε, αλλά η ανάμνησις του εν λόγω υποχθονίου διαύλου διατηρήθηκε παραλλαγμένη: Το Κωρύκιο άντρο λοιπόν ονομάσθηκε Κεννέτ-από τα παλαιά ιερά του, τα οποία λειτουργούσαν ως περίαπτα-δέκτες-ουρανίων δυνάμεων κατά του υποχθονίου διαύλου-ενώ η γειτονική του καταβόθρα ονομάσθηκε Κεχεννέμ-από τον ίδιον τον υποχθόνιο δίαυλο, ο οποίος οδηγεί στον Κάτω Κόσμο-Κόλαση.
Εις μία ευρεθείσα επιγραφή του ανωτέρω ναού του Διός το Κωρύκιο άντρο αναφέρεται ως «ευρεία κοιλότης της γής των Αρίμων».3 Επίσης, ο Nόννος αναφέρει ότι ο Ζεύς συνάντησε τον Κάδμο για να ζητήση την βοήθειά του εγγύς του «φονικού σπηλαίου των Αρίμων», εννοώντας προφανώς το Κωρύκιο άντρο.(Διονυσιακά, Α.140-Α.365-366).Εκ τούτων λοιπόν και της στενής συνδέσεως του Τυφώνος με το Κωρύκιο άντρο προκύπτει ότι οι περιβόητοι Άριμοι είναι η ευρύτερη περιοχή του Κωρυκίου άντρου, μεταξύ του Κωρύκου και των Αρίμων ορών.
Πάντως, η ομοιότης των ονομασιών των Αρίμων και των Αραμαίων δείχνει σαφώς ότι αυτοί συνδέονται μεταξύ τους.Τούτο δε επιβεβαιώνεται από το ότι εις Ασσυριακά χρονικά των μέσων του 11ου αιώνος π.Χ. οι Αραμαίοι αναφέρονται όχι μόνο ως Αραμού (=Αραμαίοι), αλλά ακριβώς και ως Άριμοι. Επειδή λοιπόν η ονομασία Άριμοι είναι σίγουρα πολύ αρχαιότερη της ονομασίας Αραμαίοι, αφού υπάρχει ως τοπωνύμιο από την πανάρχαια εποχή της Τυφωνομαχίας, ενώ η δεύτερη πρωτοεμφανίζεται πολύ αργότερα, εις Συριακές επιγραφές του 23ου αιώνος π.Χ., συμπεραίνουμε ότι οι Αραμαίοι ονομάζονταν αρχικά Άριμοι (ή Αριμαίοι), επονομασθέντες από τους Αρίμους της Κιλικίας.Και προφανώς, επονομάσθηκαν από τους Αρίμους τόσο επειδή κατοικούσαν εις αυτούς και πέριξ τους, στην μετέπειτα Κιλικία και την Συρία, όσο και επειδή η χώρα τους ήταν το κύριο πεδίο της επίγειας δράσεως του εξ Αρίμων ορμήσαντος Τυφώνος (Κωρύκιο άντρο-Κάσιο όρος).Αργότερα όμως, η ονομασία αυτού του λαού παρεφθάρη εις Αραμαίοι, ενώ οι Κίλικες της Τρωάδος απέσπασαν το βορειοδυτικό μέρος της χώρας τους και το μετονόμασαν Κιλικία.
Οι άλλες εκδοχές δε περί της τοποθεσίας των Αρίμων υποδηλώνουν περιοχές που, όπως και οι Άριμοι, ήσαν πεδία της Τυφωνομαχίας και έχουν απολήξεις υποχθονίων διαύλων που συνδέονται με εσωχθόνιες απολήξεις Ταρταρείων διαύλων: Το πρώτο αναφέρεται ρητώς για την πέριξ του Ορόντη Συρία-στην οποία ευρίσκεται το Κάσιο όρος-και την Κατακεκαυμένη, ενώ για την περιοχή της Ύδης-Σάρδεων και τις Πιθηκούσσες προκύπτει από τους μύθους ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν τους.Και η ύπαρξις υποχθονίων πυλών εις αυτές τις περιοχές προκύπτει για μεν την πέριξ του Ορόντη Συρία από τον μύθο ότι ο Τυφών άνοιξε καταδυθείς στην γή την πηγή του Ορόντη, καθώς και από μία αναφορά του Στράβωνος ότι αυτός ο ποταμός ρέει επί κάποιο διάστημα υπογείως (Γεωγραφικά, ΙΣΤ.2.7), για την Κατακεκαυμένη από την ηφαιστειώδη φύση της-αφού κάθε ηφαίστειο είναι υποχθόνια πύλη-για την περιοχή της Ύδης-Σάρδεων από τον μύθο ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν της και για τις Πιθηκούσσες τόσο από τον μύθο ότι ο Τυφών κείται φυλακισμένος κάτωθέν τους, όσο και από την ηφαιστειώδη φύση τους και την σύνδεσή τους με το δίκτυο υπογείων κοιλοτήτων που εκτείνεται από την Κυμαία έως την Σικελία.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Π.χ. βασιλεύς, Ζεύς (ο άρχων θεών και ανθρώπων), Νηρεύς (ο πατήρ και αρχηγός των Νηρηίδων) κ.λ.π.
2.http://en.wikipedia.org/wiki/Cennet_and_Cehennem
http://www.turkeytravelplanner.com/go/m ... ennem.html
3.http://en.wikipedia.org/wiki/Arima,_couch_of_Typhoeus
ΛΕΝΤΖΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ........

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ο ΤΥΦΩΝΑΣ [ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ Ε΄]

ΜΕΡΟΣ Ε΄......Και διεγείροντας ο πολύχειρ Τυφωεύς τον ζωστήρα του Ζεφύρου και τα φτερά του αντιθέτου του Εύρου (του ανατολικού ανέμου) περιφερόταν εις αμφοτέρους τους πόλους, έλκοντας μετά τον Φώσφορο τον Έσπερο (τον πλανήτη Αφροδίτη ως Αποσπερίτη) και το λοφίο του Άτλαντος.
Kαι συχνά άρπαζε εις χορταριασμένο κόλπο το θαλάσσιο άρμα του Ποσειδώνος
και το είλκε από τον βυθό στην θάλασσα.Επίσης, έσυρε από την θαλασσόβρεκτη χαίτη του τον όρθιο ίππο (του άρματος του Ποσειδώνος) από την υποβρύχια φάτνη του και έριξε αυτό το περιπλανώμενο πουλάρι, εκσφενδονίζοντάς το πρός τον Όλυμπο, στην περιφέρεια του ουρανού.Και καθώς μαστιγωνόταν το άρμα του Ηλίου, χρεμέτιζαν υπό τον ζυγό τους οι κυκλικώς περιφερόμενοι ίπποι του.
Συχνά δε ο Τυφωεύς έσειε δια απειλητικού χεριού του
κάποιον ταύρο που μυκώταν αναπαυόμενος από τον αγροτικό ζυγό του
και τον εξακόντιζε στην Σελήνη, ως ομοφυή απομίμησή της,
και ανέκοψε την πορεία της.Και αφού συγκράτησε από το χαλινάρι τους
τα λευκά ηνία των ταύρων της θεάς, σύριξε εναντίον της,
ξεχύνοντας ολέθριο συριγμό ιοβόλου έχιδνας.
Αλλά η Τιτανίς Μήνη (η Σελήνη) δεν υποχωρούσε στον επιτιθέμενο
και μαχομένη κατά των ομοκεράτων της κεφαλών του Γιγάντος
φωσφορίζοντες κύκλους χάραξε δια των ταυρείων κεράτων της.
Και μυκήθηκαν τα λάμποντα βοδια της Σελήνης,
μένοντας έκθαμβα από τα χάσκοντα σαγόνια του Τυφώνος.
Οι ατρόμητες Ώρες δε όπλισαν τις αστρικές φάλαγγες,
και σειρές ουρανίων ελίκων εις κυκλική ευταξία
φεγγοβολούσαν στον ρυθμό της μάχης.Kαι σύριξε βακχεύοντας
με πυρσούς στον αιθέρα ο ευκίνητος στρατός, λαχαίνοντας άλλοι
στον Βορέα και τα δυτικά νώτα του Λίβα και άλλοι στις περιφορές
του Εύρου και τις καμπές του Νότου.Και με ομόζηλο θόρυβο
απομακρύθηκε από τις θέσεις της η ασάλευτη χορεία των απλανών άστρων,
και συνάντησαν τους απέναντί τους πλανήτης.Και παταγωδώς ηχούσε
ο διαπερνών το κενό του ουρανού μεσομπηγμένος όρθιος άξων του.Βλέποντας δε ο κυνηγός Ωρίων (ο αστερισμός του Ωρίωνος) αυτά τα πλήθη των θηρίων (τις κεφαλές θηρίων του Τυφώνος), έσυρε το ξίφος του, και ακτινοβολούσε η λαμπρή κόψη του Ταναγραίου ξίφους καθώς ορμούσε ο φορεύς του.
Και εκτοξεύοντας ο διψαλέος Κύων (ο αστερισμός του Μεγάλου Κυνός) φώς από τα φλογερά σαγόνια του πάφλασε στον αστερόεντα λαιμό του, θερμή υλακή εκπέμποντας, και αντί του συνηθισμένου Λαγού (του αστερισμού του Λαγού) ατμό δοντιών εξέμεσε κατά των Τυφωνίων θηρίων.
Και βόησε ο θόλος του ουρανού.Και αποκρινομένη
η επτάστομος ηχώ των Πλειάδων (του αστερισμού των Πλειάδων) στον επτάζωνο ουρανό βοερά αλάλαζε από τους ισαρίθμους λαιμούς της,
ενώ με ισόμετρο θόρυβο αντιγδούπησαν οι πλανήτες.
Όταν δε ο λάμπων Οφιούχος αντίκρυσε την φρικτή οφιώδη μορφή
του Γίγαντος, απέσεισε από τα αλεξίκακα χέρια του
τα κυανόφαια νώτα των πυριτραφών δρακόντων,
εξακοντίζοντας στικτό σκολιό βέλος.Και λαίλαπες
σύριξαν εκατέρωθεν του πυρσού του, ενώ εχιδνώδη βέλη
εκτοξεύονταν λοξά, βακχεύοντας τον αέρα (=εμπνέοντάς του βακχική μανία).
Και βέλος εκτόξευσε ο Τοξότης (ο αστερισμός του Τοξότη), ο θαρραλέος συνοδοιπόρος του ιχθυώδους Αιγοκέρου.Και ο μεσοφανής στον κύκλο
της Αμάξης (της Μεγάλης Άρκτου) Δράκων, μοιρασμένος στις δίδυμες Άρκτους (στις Μεγάλη και Μικρή Άρκτο), έσεισε την φεγγοβολούσα σειρά της αιθέριας αγκαθωτής ράχης του.
Και ποιμενική ράβδο έπαλλε δια του λάμποντος χεριού του
ο Βοώτης, ο γείτων της Ηριγόνης (της Ηούς) και συνοδός και οδηγός της Αμάξης.
Και στο γόνατο του Ειδώλου (του αστερισμού του Ηρακλέους), δίπλα στον πλησίον πορευόμενο Κύκνο (τον αστερισμό του Κύκνου), η αστερόεσσα Φόρμιγξ (ο αστερισμός της Λύρας) μάντευσε την νίκη του Διός».(Διονυσιακά, Α.163-257).
Έπειτα, ο Τυφών τίναξε την κορυφή του Κωρυκίου όρους (του όρους που περιβάλλει την Κωρυκία κοιλάδα) και συνένωσε βιαίως τους Κιλικικούς ποταμούς Ταρσό και Κύδνο.Και έπειτα, όρμησε στην θάλασσα, ρίχνοντας βράχους εντός της: Καθώς βάδιζε εντός της, το αλμυρό ύδωρ πάφλαζε πέριξ των μηρών του, χωρίς να φθάνη την γιγάντια μέση του, και οι δράκοντές του κολυμπούσαν συρίζοντας πολεμοχαρώς και φτύνοντας δηλητήριο.Και όταν στάθηκε και έμπηξε τις φτέρνες του στον βυθό της θαλάσσης, με την γιγάντια κοιλιά του ευρισκομένη εν μέσω των συννέφων, γέμισε μέγα μέρος αυτής, στριμώχνοντας τα θαλάσσια κήτη.Τότε όλα τα θαλάσσια ζώα τρομοκρατήθηκαν και κρύφθηκαν, ενώ «πυργώθηκε (=υψώθηκε σαν πύργος) η θάλασσα και συντρόφευσε δια των βαθέων πελάγων της τον Όλυμπο».Και κρατώντας ο Τυφών μία απομίμηση της τρίαινας του Ποσειδώνος απέσπασε μία νήσο και την εκσφενδόνισε σαν σφαίρα στην άκρη της γής.Και παράλληλα, εξαπέλυε τα τρομερά χέρια του κατά της κορυφής του Ολύμπου, φθάνοντάς τα πλησίον των άστρων και σκιάζοντας δι’αυτών τον ήλιο.(Διονυσιακά, Α.258-293).
Η φοβερή επίθεσις του Τυφώνος τρομοκράτησε όλους τους Ολυμπίους θεούς πλήν του Διός και τους έκανε να τραπούν εις φυγή πρός την Αίγυπτο.Ο Ζεύς δε αντιστάθηκε, αλλά, έχοντας πιά μόνο την αιγίδα του, ηττήθηκε από τον Τυφώνα, ο οποίος μάλιστα αφαίρεσε τα νεύρα του και έκρυψε και αυτά στο Κωρύκιο άντρο. Ωστόσο, ο Ζεύς κατόρθωσε να διαφύγη στον ουρανό, και η νίκη του Τυφώνος δεν ολοκληρώθηκε.(Διονυσιακά, Α.140-145, Α.363-364, Α.510-512, Β.167-168).
Έπειτα δε, ο Τυφών προσπάθησε να χρησιμοποιήση τα κλεμμένα όπλα του Διός, αλλά μάταια: Με δυσκολία κρατούσε δια των διακοσίων χεριών του αυτά τα όπλα που ο Ζεύς κρατούσε άνετα δια ενός χεριού.Δεν μπορούσε να συγκεντρώση σύννεφα, αδύναμα και ήρεμα ηχούσε η βροντή και μετά βίας έπεσαν κάποιες χιονονιφάδες.Η αστραπή σκοτείνιασε και τρεμόφεγγε σαν αδύναμο πύρ.Και οι κεραυνοί μαλάκωναν και έχαναν την ισχύ τους, και συχνά ξεγλιστρούσαν και απομακρύνονταν από τα χέρια του Τυφώνος, αποζητώντας τα οικεία χέρια του πραγματικού κυρίου τους. (Διονυσιακά, Α.294-320).
Εν τω μεταξύ, ο Ζεύς μηχανεύθηκε το εξής σχέδιο κατά του Τυφώνος: Κατήλθε στην Κιλικία, συνοδευόμενος από τον Έρωτα και τον Αιγίπανα, και αφού πλησίασε τον Κάδμο19 και τον έπεισε να τον βοηθήση, τον μεταμόρφωσε εις βοσκό και του έδωσε μία δολερή μελωδική φλογέρα, για να παρασύρη παίζοντάς την τον Τυφώνα και να δώση ούτως στον Δία την ευκαιρία να ανακτήση τα νεύρα και τα όπλα του. Εκτελώντας λοιπόν ο Κάδμος αυτό το σχέδιο, πλάγιασε εις έναν βοσκότοπο εγγύς του Κωρυκίου άντρου και άρχισε να παίζη την δολερή φλογέρα του.Όταν δε ο Τυφών, ο οποίος ευρισκόταν τότε εκεί κοντά, άκουσε αυτή την δολερή μελωδία, ετάρπη τόσο πολύ, ώστε άφησε τα όπλα του Διός στο Κωρύκιο άντρο και πλησίασε τον Κάδμο, για να τον ακούη καλύτερα.Τότε εκείνος τον έπεισε κολακεύοντάς του να του δώση τα νεύρα του Διός, δήθεν για να κατασκευάση δι’αυτών κιθάρα δια της οποίας θα υμνούσε ακόμη μελωδικότερα την επικειμένη κοσμοκρατορία του Τυφώνος.Και αφού πήρε τα νεύρα του Διός, τα πασπάτευσε και τα έκρυψε στο κοίλωμα ενός βραχου, δήθεν για να κατασκευάση αργότερα δι’αυτών την κιθάρα του, αλλά στην πραγματικότητα διαφυλάσσοντάς τα για τον Δία.Και έπειτα, συνέχισε να παίζη την φλογέρα του, ακόμη μελωδικότερα απ’ό,τι πρίν, καταθέλγοντας τον Τυφώνα και αποσπώντας πλήρως την προσοχή του.Ούτως, λίγο αργότερα, ο Ζεύς, εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, είρπυσε κρυφά εντός του Κωρυκίου άντρου και πήρε πίσω τα όπλα του, ενώ στην συνέχεια πήρε πίσω και τα νεύρα του από τον βράχο όπου τα είχε κρύψει ο Κάδμος.Και κατόπιν, κάλυψε σιγά-σιγά τον Κάδμο δια ενός σκοτεινού νέφους, ώστε να μην τον φονεύση ο Τυφών όταν θα αντιλαμβανόταν την εξαπάτησή του.
Όταν λοιπόν ο Κάδμος κρύφθηκε εντελώς από το νέφος, έπαυσε απότομα να παίζη την φλογέρα του.Τότε ο Τυφών κυριεύθηκε από πολεμικό οίστρο και όρμησε στο Κωρύκιο άντρο για να πάρη τον κεραυνό, την αστραπή και την βροντή, αλλά το ευρήκε κενό.Τότε αντιλήφθηκε την εξαπάτησή του και άρχισε να ρίχνη βράχους στον Όλυμπο, ενώ στην συνέχεια εξαπέλυσε το μένος του στην γή: Έφτυνε από τα σαγόνια και τα εχιδνώδη μαλλιά του καταιγισμό δηλητηρίου, κάνοντας να κυματίζουν οι χείμαρροι.Καθώς βάδιζε δια των γιγαντίων δρακοντείων ποδιών του, καταβυθιζόταν το έδαφος, σειόταν μέχρι θεμελίων η Κιλικία, συντρίβονταν με πάταγο οι πλαγιές του Ταύρου20, σκιρτούσαν τα υψώματα της Παμφυλίας21, βομβούσαν οι χθόνιες κοιλότητες, έτρεμαν τα ακρωτήρια, σείονταν οι κόλποι και ολίσθαιναν στην θάλασσα οι ακτές, καθώς η άμμος τους διαλυόταν από τους σεισμούς που προκαλούσαν τα πόδια του Τυφώνος.Οι θηριώδεις κεφαλές του κατεβρόχθιζαν κάθε είδους θηλαστικά, ερπετά και πτηνά, ενώ έπινε αποξηραίνοντάς τους ολοκλήρους ποταμούς.Έσχιζε δια των χεριών του το έδαφος, διάνοιγε βάραθρα, από τα οποία ανέβλυζαν υπόγεια ύδατα, και κατέστρεφε κάθε είδους φυτά.Και έριχνε καταιγισμό τεραστίων βράχων στην θάλασσα, καθιστώντας τους νήσους.(Διονυσιακά, Α.363-Β.93).
Εν τω μεταξύ, ο Ζεύς τηρούσε στάση αναμονής, αποφεύγοντας να συγκρουσθή με τον Τυφώνα μέχρις ότου ανασυνταχθή πλήρως.Όταν νύκτωσε δε, ο Τυφών έπαυσε προσωρινά την μανιώδη επίθεσή του και έπεσε για ύπνο στην Κιλικία.Ο Ζεύς όμως παρέμεινε άγρυπνος στον Ταύρο και οργάνωσε την άμυνα του ουρανού κατά τυχόν νυκτερινής επιθέσεως του Τυφώνος: Σειρές φρουρών παρατάχθηκαν πέριξ του Ολύμπου και των επτά ζωνών του ουρανού.Οι Ώρες-οι φύλακες του αιθέρος και ακόλουθοι του Ηλίου-έφραξαν τον ουρανό δια στεφανιού από αλλεπάλληλα σύννεφα και οι αστέρες έκλεισαν τον Ατλάντειο σύρτη των απαραβιάστων πυλών του.Και από ψηλά φρουρούσε ο Βοώτης, ενώ κάτωθέν του ο Εωσφόρος φρουρούσε την ανατολή, ο Έσπερος την δύση, ο Τοξότης τον Νότο και ο Κηφεύς τον Βορρά.(Διονυσιακά, Β.167-187).
Όταν ξημέρωσε, ο Τυφών ηγέρθη και προκάλεσε τον Δία με ανοήτους κομπασμούς και απειλές, οι οποίοι μόνο γέλιο προκάλεσαν εις εκείνον.Και στην συνέχεια, του επιτέθηκε με μανία, ρίχνοντάς του βράχους και δένδρα.Ο Ζεύς όμως απέκρουε και έκαιγε δια των όπλων του αυτά τα βλήματα του Τυφώνος και τον έπληττε δια κεραυνών, αστραπών και θυελλών.Και καθώς μάχονταν οι δύο αντίπαλοι, σειόταν από την ορμή τους ολόκληρος ο κόσμος.Τελικά δε, ο Ζεύς κατέβαλε τον Τυφώνα, καίγοντας δια των κεραυνών του όλες τις κεφαλές και τα χέρια του.Τότε εκείνος έπεσε καταπληγωμένος στην Σικελία, και ο Ζεύς τον κατέχωσε κάτωθεν της Αίτνας, όπου κείται έκτοτε ημιθανής».(Διονυσιακά, Β.244-631).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Περιοχή της νοτιανατολικής Μικράς Ασίας.
2.Όρος της βορειοδυτικής Συρίας.
3.Ο Στράβων αναφέρει για το Κωρύκιο άντρο της Κιλικίας τα εξής: «Μετά δε τον Καλύκαδνο (ποταμό της Κιλικίας) είναι η ονομαζομένη Ποικίλη Πέτρα, η οποία έχει λαξευτή κλίμακα και οδηγεί στην Σελεύκεια.Έπειτα είναι το ακρωτήριο Ανεμούριο, ομώνυμο του προηγουμένου, η νήσος Κράμβουσα και το ακρωτήριο Κώρυκος, υπεράνω του οποίου, εις απόσταση είκοσι σταδίων (3,7 χιλιομέτρων), ευρίσκεται το Κωρύκιο άντρο, στο οποίο φυτρώνει ο άριστος κρόκος.Είναι δε μεγάλη και κυκλική κοιλάς, η οποία περιβάλλεται από πετρώδες ύψωμα (όρος), πανταχόθεν αρκετά ψηλό. Κατεβαίνοντας δε εις αυτή, τα έδαφος είναι ανώμαλο και ως επί το πλείστον πετρώδες, καθώς και γεμάτο από θαμνώδη βλάστηση, αιεθαλή και ήμερη.Δίπλα. δε είναι σπαρμένα τα εδάφη που φέρουν τον κρόκο.Υπάρχει δε εκεί και άντρο, το οποίο έχει μεγάλη πηγή από την οποία αρχίζει ποταμός καθαρού και διαφανούς ύδατος, ο οποίος καταπίπτει ευθύς υπό της γής.Και ρέοντας αφανής εκβάλλει στην θαλάσσα. Τον ονομάζουν δε Πικρό Ύδωρ».(Γεωγραφικά, ΙΔ.5.5).Εξ αυτού του αποσπάσματος προκύπτει ότι Κωρύκιο άντρο ονομαζόταν τόσο το ίδιο το άντρο, όσο και η κοιλάς στην οποία ευρίσκεται-προφανώς επονομασθείσα εξ αυτού.Πρός αποφυγή συγχύσεως λοιπόν, εφεξής θα αναφέρουμε ως Κωρύκιο άντρο μόνο το ίδιο το άντρο, ενώ την κοιλάδα ως Κωρυκία κοιλάδα.
4.Όρος στα σύνορα Παλαιστίνης-Αιγύπτου.
5.Η Νεμέα ήταν πόλις της αρχαίας Αργολίδος και ο Τρητός και ο Απέσας όρη εγγύς αυτής.
6.Ο Ιοβάτης ήταν βασιλεύς της Λυκίας, περιοχής της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, και ο Προίτος γαμπρός του και βασιλεύς της μισής Αργολίδος, με πρωτεύουσα την Τίρυνθα.
7.Πόλις της αρχαίας Αργολίδος
8.Έλος της Αργολίδος.
9.Πολίχνη της αρχαίας Αργολίδος
10.Λάθος του Απολλοδώρου, αφού-όπως αναφέρει ο Ησίοδος (Θεογονία, 326)-η Έχιδνα γέννησε την Σφίγγα με τον Όρθο.
11.Κωμόπολις της αρχαίας Μεγαρίδος.
12.Ο Κλαύδιος Αιλιανός διευκρινίζει ότι ο Αμισώδαρος ήταν βασιλεύς της Λυκίας. (Περί ζώων ιδιότητος, Θ.23).
13.Περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας
14.Οι Σάρδεις ήταν η πρωτεύουσα της Λυδίας
15.Περιοχή της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας
16.Ο Ορόντης είναι ο μέγιστος ποταμός της Συρίας.
17.Ο Επιμενίδης ήταν περίφημος Κρητικός θεουργός, μάντης, ποιητής και φιλόσοφος των 7oυ-6ου αιώνος π.Χ.
18.Περιοχή της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας.
19.Ο μετέπειτα ιδρυτής των Θηβών της Βοιωτίας, ο οποίος αναζητούσε τότε την αρπαγείσα από τον Δία αδελφή του Ευρώπη.
20.Μέγα όρος της νοτίου Μικράς Ασίας, εκτεινόμενο κατά μήκος της Παμφυλίας και της Κιλικίας
21.Περιοχή της νοτίου Μικράς Ασίας, μεταξύ της Λυκίας και της Κιλικίας.

  Οι ανωτέρω τρομακτικές αναφορές περί της μορφής του Τυφώνος συμπληρώνονται από πέντε εξίσου τρομακτικές αρχαίες απεικονίσεις του:
-Εις ένα Αττικό γλυπτό του 6ου αιώνος π.Χ. που είναι γνωστό ως Τρισώματος Τυφών, το οποίο ήταν τοποθετημένο στην δεξιά πτέρυγα του αετώματος του αρχαίου ναού της Ακροπόλεως, ο Τυφών απεικονίζεται ως ανδρόμορφος και τρισώματος στο άνω μέρος του σώματός του και με οφιοειδή σπείρα αντί ποδιών στο κάτω.Έκαστο δε των τριών σωμάτων είναι πτερωτό, έχει γενειοφόρα και μακρόκομη κεφαλή και κρατά δια των χεριών του απροσδιόριστα αντικείμενα-πιθανώς όπλα.(http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF% ... F%8E%CE%BD).
-Εις ένα αγνώστου προελεύσεως Ελληνικό μελανόμορφο αγγείο του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως ανθρωποειδούς σχήματος και πτερωτός στο ανω μέρος του σώματός του και με οφιοειδή σπείρα αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής ανδρός και κεφαλής καλικαντζάρου και οι παλάμες του μεμβρανοειδείς.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.3.html).
-Εις ένα Χαλκιδικό μελανόμορφο αγγείο. του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως ανθρωποειδούς σχήματος και πτερωτός στο ανω μέρος του σώματός του και με δύο οφιοειδείς σπείρες αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής ανδρός, κεφαλής καλικαντζάρου και κεφαλής όνου και προστατεύεται από ένα είδος περικεφαλαίας.Εξ αριστερών του δε απεικονίζεται ο Ζεύς, μαχόμενος κατ’αυτού δια του κεραυνού του.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.1B.html).
-Εις ένα Λακωνικό μελανόμορφο αγγείο του 6ου αιώνος π.Χ. ο Τυφών απεικονίζεται ως πτερωτός ερπετοειδής, με φολιδωτό κορμό, δύο σπείρες όφεων ως χέρια και άλλες δύο σπείρες όφεων αναδυόμενες από την πλάτη του, στο άνω μέρος του σώματός του και με πολλές σπείρες όφεων αντί ποδιών στο κάτω, ενώ η κεφαλή του είναι κάτι μεταξύ κεφαλής καλικαντζάρου και κεφαλής όνου και προστατεύεται από ένα είδος περικεφαλαίας.(http://www.theoi.com/Gallery/M10.2.html).
-Στην κεντρική τοιχογραφία ενός Ετρουσκικού τύμβου του 2ου ή 1ου αιώνος π.Χ. που είναι γνωστός ως «Τύμβος του Τυφώνος», ο οποίος ανήκε στο αριστοκρατικό γένος των Πούμπων της Ετρουσκικής πόλεως Ταρκυνίας, ο Τυφών απεικονίζεται ως ανδρόμορφος, με γαλανόγκριζες πτέρυγες και γαλανόγκριζη κόμη, μέχρι και τα γόνατα και με δύο σπείρες γαλανογκρίζων όφεων κάτωθεν αυτών.(http://www.mysteriousetruscans.com/tartyphon.html
http://www.maravot.com/Etruscan_mural_typhon2.gif).ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ......

Ο ΤΥΦΩΝΑΣ [ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΜΕΡΟΣ Δ΄]

Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι μετά την Γιγαντομαχία οι Ολύμπιοι θεοί αντιμετώπισαν και νίκησαν με ακομη μεγαλύτερη δυσκολία τον ασύλληπτα ισχυρό και τρομακτικό υιό του Ταρτάρου και της Γαίας, ερπετοειδή υπεργίγαντα Τυφώνα (ή Τυφωέα):



μέρος Δ΄  Ι.ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΧΙΔΝΑΣ

«Όταν δε οι θεοί επικράτησαν των Γιγάντων, η Γή, χολωθείσα περισσότερο, σμίγει με τον Τάρταρο και γεννά στην Κιλικία1 τον Τυφώνα, ο οποίος είχε μικτή φύση ανδρός και θηρίου.Αυτός λοιπόν υπερείχε εις μέγεθος και δύναμη εξ όλων όσων γέννησε η Γή: Μέχρι μεν τους μηρούς είχε μορφή ανδρός τεραστίου μεγέθους, τόσυ ώστε ξεπερνούσε όλα τα όρη, ενώ η κεφαλή του άγγιζε συχνά ακόμη και τα άστρα.Το ένα χέρι του εκτεινόταν μέχρι την δύση και το άλλο μέχρι την ανατολή, ενώ εξείχαν εκ τούτων εκατό κεφαλές δρακόντων.Από τους μηρούς δε και κάτω είχε πελώριες σπείρες εχιδνών (οχιών), οι οποίες, όταν τις είλκυε πρός το μέρος του, εκτείνονταν μέχρι την ίδια την κορυφή του και εξέπεμπαν μέγα συριγμό.Όλο δε το σώμα του ήταν πτερωτό, εκ της κεφαλής και των μαγούλων ανέμιζαν τραχείες τρίχες και οι οφθαλμοί του ακτινοβολούσαν πύρ.Τέτοιος όντας ο Τυφών και τόσο μέγας, όρμησε με συριγμούς και κραυγές στον ίδιον τον ουρανό, ρίχνοντας φλεγομένους βράχους. Ξέβραζε δε εκ του στόματός του μεγάλη θύελλα πυρός.
Όταν δε οι θεοί είδαν αυτόν να ορμά στον ουρανό, τράπηκαν εις φυγή πρός την Αίγυπτο, και καταδιωκόμενοι απ’αυτόν μεταμορφώθηκαν εις ζώα.Ο Ζεύς δε, όσο μεν ο Τυφών ήσαν μακριά, του έριχνε κεραυνούς, ενώ όταν αυτός πλησίασε, τον έπληττε δυνατά δια αδαμαντίνου δρεπανιού.Και καθώς αυτός τράπηκε εις φυγή, τον κατεδίωξε μέχρι το Κάσιο όρος2, το οποίο υπέρκειται της Συρίας.Εκεί δε, βλέποντάς τον καταπληγωμένο, συνεπλάκη μαζί του δια των χεριών του.Αλλά ο Τυφών τον έπιασε περιτυλίσσοντάς τον δια των σπειρών του και, αφού άρπαξε το δρεπάνι του, έκοψε τα νεύρα των χεριών και των ποδιών του, ενώ στην συνέχεια τον ήγειρε επί των ώμων του και τον μετέφερε δια θαλάσσης στην Κιλικία, όπου πήγε και τον απέθεσε στο Κωρύκιο άντρο3.Ομοίως δε απέθεσε εκεί και τα νεύρα του, αφού τα έκρυψε εις δορά άρκτου, και κατέστησε φύλακά τους την δράκαινα Δελφύνη.Αυτή δε ήταν μισή θηρίο (δράκαινα) και μισή κόρη.Αλλά ο Ερμής και ο Αιγίπαν έκλεψαν τα νεύρα και τα προσάρμοσαν κρυφά στον Δία.Αφού δε ο Ζεύς ανέκτησε την ισχύ του, όρμησε ξαφνικά εκ του ουρανού επί άρματος ιπταμένων ίππων και ρίχνοντας κεραυνούς κατεδίωξε τον Τυφώνα μέχρι το όρος που ονομάζεται Νύσα4, όπου οι Μοίρες εξαπατάτησαν τον φυγάδα.Διότι αυτός, πεισθείς απ’εκείνες ότι θα γινόταν δυνατότερος γεύθηκε τους εφημέρους καρπούς.Δια τούτο, καταδιωκόμενος και πάλι (από τον Δία) ήλθε στην Θράκη, όπου μαχόμενος πέριξ του Αίμου έριχνε (κατά του Διός) ολόκληρα όρη.Αλλά καθώς αυτά ωθούνταν πίσω πρός αυτόν από τον κεραυνό, χύθηκε πολύ αίμα του επί του όρους.Και λέγουν ότι εκ τούτου το όρος ονομάσθηκε Αίμος.Και όταν ο Τυφών όρμησε να φύγη δια της Σικελικής θαλάσσης, ο Ζεύς έριξε επάνω του το όρος Αίτνα της Σικελίας.Τούτο δε είναι τεράστιο, και λέγουν ότι αποπνέει μέχρι και σήμερα πύρ από τους τότε βληθέντες κεραυνούς».(Βιβλιοθήκη, Α.6.3-4).
Η πρωταρχική πηγή του Απολλοδώρου για τον Τυφώνα είναι ο Ησίοδος, ο οποίος όμως, επειδή δεν αναφέρει καθόλου την Γιγαντομαχία, τοποθετεί την Τυφωνομαχία (όπως είναι γνωστή η σύγκρουσις των Ολυμπίων θεών με τον Τυφώνα) μετά την Τιτανομαχία:
«Αλλά αφού ο Ζεύς εξεδίωξε τους Τιτάνες από τον ουρανό,
η πελώρια Γαία γέννησε με την αγάπη του Ταρτάρου,
δια της χρυσής Αφροδίτης, τον νεότερο υιό της, τον Τυφωέα.
Ισχυρά ήσαν τα χέρια αυτού του κρατερού (=κραταιού) θεού,
κατορθώματα κάνοντας, και ακάματα τα πόδια του.Στους ώμους του δε
υπήρχαν εκατό κεφαλές όφεων, δεινών δρακόντων
που έγλειφαν με μαύρες γλώσσες.Και εξ όλων αυτών
των απεριγράπτων κεφαλών του πύρ ακτινοβολούσε υπό των φρυδιών τους.
[Καθώς αυτός κοιτούσε διαπεραστικά, πύρ ανέβλυζε εξ όλων των κεφαλών του].
Και υπήρχαν φωνές εις όλες αυτές τις δεινές κεφαλές,
οι οποίοι φώναζαν με παντοειδείς απερίγραπτες φωνές.
Διότι άλλοτε μεν φώναζαν ούτως ώστε να καταλαβαίνουν οι θεοί,
άλλοτε με φωνή αγέρωχη σαν δυνατά βρυχωμένου ταύρου με ακατάσχετο μένος,
άλλοτε σαν λέων που έχει ανηλεή ψυχή
και άλλοτε σαν σκυλάκια, θαύμα να τα ακούς,
και άλλοτε σύριζαν, και αντηχούσαν τα μακρά όρη.
Και ανεπανόρθωτο έργο θα τελούταν εκείνη την ημέρα,
καθώς αυτός (ο Τυφωεύς) θα γινόταν βασιλεύς θνητών και αθανάτων,
αν δεν τον αντιλαμβανόταν ταχέως ο πατήρ θνητών και αθανάτων (ο Ζεύς).
Σκληρά δε και δυνατά βρόντησε (ο Ζεύς),
και φρικτά αντήχησαν η γαία ολόγυρα και ο υπεράνω της ευρύς ουρανός,
καθώς και ο πόντος, τα ρεύματα του Ωκεανού και τα Τάρταρα της γαίας.
Και καθώς εγειρόταν ο άναξ (ο Ζεύς), σειόταν κάτωθεν
των αθανάτων ποδιών του ο μέγας Όλυμπος, και αναστέναζε η γαία.
Και καύμα απ’αμφοτέρους κατείχε τον ιοειδή πόντο,
από την βροντή και την αστραπή, και από το πύρ τέτοιου τέρατος
[καθώς και από θυελλώδεις ανέμους και τον φλογερό κεραυνό].
Και κόχλαζαν πάσα η χθών και ο ουρανός και η θάλασσα.
Και μεγάλα κύματα μαίνονταν πανταχόθεν εις όλες τις ακτές, από την ορμή
των αθανάτων (του Διός και του Τυφωέως), και άρχισε ατελείωτος σεισμός.
Και έτρεμαν ο Άδης, ο οποίος άρχει των υποχθονίων νεκρών,
και οι υποταρτάριοι Τιτάνες, οι οποίοι ευρίσκονται πέριξ του Κρόνου
[από την ατελείωτη βοή και την δεινή μάχη].
Ο Ζεύς δε, όταν κορυφώθηκε η ορμή του και έλαβε τα όπλα του,
την βροντή, την αστραπή και τον φλογώδη κεραυνό,
έπληξε πηδώντας από τον Όλυμπο το δεινό τέρας
και έκαψε ολόγυρα όλες τις απερίγραπτες κεφαλές του.
Αφού λοιπόν τον δάμασε πλήττοντάς τον μαστιγωτά,
αυτός έπεσε ακρωτηριασμένος, και στέναζε η πελώρια γαία.
Και από τέτοιον κατακεραυνωθέντα άνακτα, φλόγες ανέβλυσαν
στα φαράγγια του βραχώδους όρους της Αίτνας, όπου είχε πληγεί αυτός.
Και εις μεγάλη έκταση καιγόταν η πελώρια γαία,
με απεριγράπτους ατμούς, και τήκοταν σαν κασσίτερος
θερμανθείς από ευρώστους τεχνίτες εις εύτρητες χοάνες,
ή σαν σίδηρος-ο οποίος είναι κρατερότατος (=σκληρότατος, ανθεκτικότατος)-
που δαμαζόμενος από καυστικό πύρ στα φαράγγια του όρους (Αίτνα)
τήκεται στην θεϊκή χθόνα από την τέχνη του Ηφαίστου.
Ούτως λοιπόν τήκοταν και η πελώρια γαία από την λάμψη του φλογερού πυρός.
Και ο Ζεύς, με θυμό στην ψυχή του, έριξε τον Τυφωέα στον ευρύ Τάρταρο.
Από τον Τυφωέα δε προέρχεται το υγρό μένος των θυελλωδών ανέμων,
πλήν του Νότου, του Βορέως και του αιθρίου Ζεφύρου (του δυτικού ανέμου)». (Θεογονία, 820-870).
Επίσης, ο Ησίοδος αναφέρει ότι πρό της Τυφωνομαχίας ο Τυφών γέννησε με ένα άλλο φρικτό ερπετοειδές όν, την Έχιδνα, τέσσερα φοβερά όντα, τον Όρθο, τον Κέρβερο, την Λερναία Ύδρα και την Χίμαιρα, ενώ έπειτα η Έχιδνα γέννησε με τον Όρθο αλλά δύο φοβερά όντα, την Σφίγγα και τον λέοντα της Νεμέας:
«Αυτή δε (η Κητώ με τον Φόρκυν) γέννησε εις κοίλο σπήλαιο
και άλλο ακαταμάχητο τέρας, το οποίο δεν μοιάζει καθόλου
με τους θνητούς ανθρώπους, ούτε με τους αθανάτους θεούς,
την θεία και κρατερόφρονα (=ισχυρόψυχη) Έχιδνα,
η οποία κατά το ήμισυ μεν είναι καλλιμάγουλη νύμφη με ζωηρό βλέμμα
και κατά το έτερο ήμισυ πελώριος όφις, δεινός και μέγας,
διάστικτος και ωμοβόρος, στα έγκατα της ιερής γαίας.
Εκεί δε είναι το σπήλαιό της, κάτωθεν κοίλου βράχου,.
μακριά από τους αθανάτους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους.
Εκεί λοιπόν της όρισαν οι θεοί να έχη τα ξακουστά δώματά της.
Στους Αρίμους λοιπόν, υπό της χθονός, περιορίσθηκε η δεινή Έχιδνα,
η αθάνατη και επί όλες τις ημέρες αγέραστη νύμφη.
Λέγουν δε ότι ο δεινός, υβριστής και άνομος Τυφών
έσμιξε με αγάπη με αυτή την ζωηροβλέμματη κόρη.
Και αφού αυτή συνέλαβε, γέννησε κρατερόφρονα τέκνα:
Πρώτα μεν γέννησε τον Όρθο, τον κύνα του Γηρυόνη.
Δεύτερο δε γέννησε τον ακαμάχητο, ακατανόμαστο
και ωμοβόρο Κέρβερο, τον χαλκόφωνο, πεντηκοντακέφαλο,
ανηλεή και κρατερό κύνα του Άδη.
Τρίτη δε γέννησε την έμπειρη των δεινών Λερναία Ύδρα,
την οποία ανέθρεψε η λευκοχέρα θεά Ήρα,
απλέτως οργισμένη με την ρώμη του Ηρακλέους.
Και αυτή την φόνευσε δια ανηλέους χαλκού ο υιός του Διός,
Αμφιτρυωνιάδης Ηρακλής, μαζί με τον φιλοπόλεμο Ιόλαο
και με τις συμβουλές της λαφυραγωγού Αθηνάς.
Επίσης, η Έχιδνα γέννησε την δεινή, μεγάλη, ταχύποδα και κρατερή Χίμαιρα,
η οποία απέπνεε ακαταμάχητο πύρ.
Αυτή είχε τρείς κεφαλές: Μία μεν λαμπροφθάλμου λέοντος,
μία χιμαιρας (=αιγός) και μία όφεως, κρατερού δράκοντος
[έμπροσθεν λέων, όπισθεν δράκων και στη μέση χίμαιρα,
αποπνέουσα δεινό μένος φλογερού πυρός]
Αυτή δε την φόνευσαν ο Πήγασος και ο αγαθός Βελλερεφόντης.
Επίσης, η Έχιδνα, αφού ενέδωσε στον Όρθο, γέννησε την ολέθρια Φίκα (Σφίγγα), τον όλεθρο των Καδμείων (των Θηβαίων) και τον λέοντα της Νεμέας, τον οποίον η Ήρα, η ευγενής παρακοιμωμένη του Διός, αφού τον ανέθρεψε, τον εγκατέστησε στα υψώματα της Νεμέας, ως συμφορά για τους ανθρώπους.
Εκεί λοιπόν κατοικώντας αυτός, έβλαπτε τα φύλα των ανθρώπων,
όντας κυρίαρχος του Τρητού, της Νεμέας και του Απέσαντος5.
Αλλά τον δάμασε η ρώμη του Ηρακλέους».(Θεογονία, 295-332).
Επίσης, ο Ησίοδος αναφέρει ότι ο Όρθος φονεύθηκε από τον Ηρακλή στην Ερύθεια, όταν εκείνος άρπαξε από εκεί τις αγελάδες του Γηρυόνη.(Θεογονία 293-294), ενώ αναφέρεται πάλι στον Κέρβερο κατά την περιγραφή του Άδη:
«Εκει μπροστά (στον Άδη) ίστανται τα βροντερά δώματα του χθονίου θεού
[του ισχυρού Άδη και της δεινοτάτης Περσεφόνης],
και δεινός και ανηλεής κύων (ο Κέρβερος) τα φυλάσσει από μπροστά,
ο οποίος κακό τέχνασμα έχει: Εις όσους έρχονται
φιλικά σείει την ουρά και αμφότερα τα αυτιά του,
δεν τους αφήνει όμως να εξέλθουν πάλι,
αλλά παραφυλά και τρώει όποιον αντιληφθή να εξέρχεται από τις πύλες
[του ισχυρού Άδη και της δεινοτάτης Περσεφόνης]».(Θεογονία, 767-774).
Εις αυτούς τους φοβερούς γόνους του Τυφώνος και της Έχιδνας αναφέρεται εκτενέστερα ο Απολλόδωρος:
«Όταν δε ο Ιοβάτης ανέγνωσε (την επιστολή του Προίτου)6, διέταξε τον Βελλερεφόντη να φονεύση την Χίμαιρα, νομίζοντας ότι αυτός θα φονευόταν απ’αυτό το θηρίο.Διότι αυτή ήταν μη ευάλωτη όχι μόνο από έναν, αλλά και από πολλούς, καθώς είχε πρόσθιο μέρος λέοντος, δράκοντα ως ουρά και στην μέση μία τρίτη κεφαλή, αιγός, δια της οποίας απέπνεε πύρ.Και κατέστρεφε την χώρα (την Λυκία), και λυμαινόταν τα βοσκήματα.Διοτι είχε εις μία φύση την δύναμη τριών θηρίων.Λέγεται δε ότι αυτή η Χίμαιρα ανετράφη από τον Αμιοώδαρο-όπως είπε και ο Όμηρος-και ότι γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα-όπως εξιστορεί ο Ησίοδος.Αφού λοιπόν ο Βελλερεφόντης ανήλθε στον Πήγασο, τον γεννημένο από την Μέδουσα και τον Ποσειδώνα πτερωτό ίππο που είχε, ηγέρθη ψηλά και από εκεί φόνευσε τοξεύοντας την Χίμαιρα».(Βιβλιοθήκη, Β.3.1-2).
«Πρώτα λοιπόν (ο Ευρυσθεύς) διέταξε τον Ηρακλή να του φέρη την δορά του λέοντος της Νεμέας.Αυτός δε ήταν άτρωτο ζώο, γεννημένο από τον Τυφώνα. Κατευθυνόμενος λοιπόν ο Ηρακλής πρός τον λέοντα, ήλθε στις Κλεωνές7, οπου φιλοξενήθηκε από έναν χειρώνακτα ονόματι Μόλορχο. Και όταν εκείνος θέλησε να θυσιάση σφάγιο, ο Ηρακλής του είπε να περιμένη επί τριάντα ημέρες και, αν μεν αυτός επανέλθη σώος από το κυνήγι, να θυσιάση στον Δία Σωτήρα, ενώ αν πεθάνη, να τον εναγίζη (=να του προσφέρη νεκρικές θυσίες) ως ήρωα.Όταν έφθασε δε στην Νεμέα και ευρήκε τον λέοντα, αρχικά τον τόξευσε.Όταν όμως κατάλαβε ότι εκείνος ήταν άτρωτος, ήγειρε το ρόπαλό του και τον κατεδίωκε.Και όταν εκείνος κατέφυγε εις αμφίστομο σπήλαιο, έκτισε την μία εκ των εισόδων του και δια της άλλης εισήλθε κατά του θηρίου, έθεσε το χέρι του πέριξ του λαιμού του και το κράτησε σφικτά μεχρι που το έπνιξε.Και έπειτα, το έθεσε επί των ώμων του και το μετέφερε στις Κλεωνές, όπου, αφού ευρήκε τον Μόλορχο την τελευταία ημέρα (της προθεσμίας), ενώ αυτός ετοιμαζόταν να θυσιάση σφάγιο πρός τιμή του ως νεκρού, θυσίασε στον Δία Σωτήρα.Και έπειτα, μετέφερε τον λέοντα στις Μυκήνες…». (Βιβλιοθήκη, Β.5.1).
«Ως δεύτερο άθλο (ο Ευρυσθεύς) διέταξε τον Ηρακλή να φονεύση την Λερναία Ύδρα.Αυτή δε είχε εκτραφεί στο έλος της Λέρνης8, απ’οπου εξερχόταν στην πεδιάδα και κατέστρεφε τα βοσκήματα και την χώρα. Είχε δε η Ύδρα πελώριο σώμα με εννέα κεφαλές, οι μεν οκτώ θνητές, ενώ η μεσαία αθάνατη.Ο Ηρακλής λοιπόν ανήλθε εις ένα άρμα, με ηνίοχο τον Ιόλαο, και ήλθε στην Λέρνη, όπου σταμάτησε τους ίππους του.Και όταν ευρήκε την Ύδρα εις έναν λόφο πλησίον των πηγών της Αμυμώνης, οπου ήταν η φωλιά της, ρίχνοντάς της διάπυρα βέλη την ανάγκασε να εξέλθη, και καθώς αυτή εξερχόταν, την έπιασε και την κρατούσε.Αλλά αυτή έπιασε περιτυλίσσοντάς το το ένα εκ των ποδιών του.Και ο Ηρακλής ουδέν μπορούσε να πετύχη κόβοντας τις κεφαλές της δια του ροπάλου του, διότι όταν κοβόταν μία κεφαλή της, φύτρωναν στην θέση της δύο.Βοηθούσε δε την Ύδρα ένας πελώριος κάβουρας, ο οποίος δάγκωνε το πόδι του Ηρακλέους.Δια τούτο, ο Ηρακλής, αφού φόνευσε εκείνον, κάλεσε ως δικό του βοηθό τον Ιόλαο, ο οποίος, αφού πυρπόλησε ένα μέρος του εγγύς δάσους, έκαιγε δια δαυλών τις αναδυόμενες κεφαλές και τις εμπόδιζε να αναπτυχθούν.Και αφού ο Ηρακλής επικράτησε δια τούτου του τρόπο των αναφυομένων κεφαλών, απέκοψε την αθάνατη κεφαλή, την έθαψε και έθεσε πάνω της βαριά πέτρα, δίπλα στον δρόμο που οδηγεί δια της Λέρνης στον Ελαιούντα9.Και έπειτα ξεκοίλιασε το σώμα της Ύδρας και εμβάπτισε τα βέλη του στην χολή της…». (Βιβλιοθήκη, Β.5.2).
«Είχε δε (ο Γηρυόνης) βαθυέρυθρες αγελάδες, των οποίων βουκόλος ήταν ο Ευρυτίων και φύλαξ ο Όρθος, ο δικέφαλος κύων που είχε γεννηθεί από την Έχιδνα και τον Τυφώνα…Και όταν (ο Ηρακλής) έφθασε στην Ερύθεια, κατέλυσε στο όρος Άβαντα.Όταν δε ο κύων (ο Όρθος) τον αντιλήφθηκε, όρμησε εναντίον του.Τότε ο Ηρακλής και αυτόν κτύπησε δια του ροπάλου του και τον βουκόλο Ευρυτίωνα, ο οποίος βοηθούσε τον κύνα, φόνευσε…».(Βιβλιοθήκη, Β.5.10).
«Ως δωδέκατος άθλος ορίσθηκε (από τον Ευρυσθέα στον Ηρακλή) να φέρη τον Κέρβερο από τον Άδη.Αυτός δε είχε τρείς κεφαλές κυνών και δράκοντα ως ουρά, ενώ στα νώτα του είχε παντοειδείς κεφαλές όφεων…Όταν δε ο Ηρακλής ζήτησε από τον Πλούτωνα τον Κέρβερο, ο Πλούτων τον διέταξε να τον πάρη καταβάλλοντάς τον χωρίς τα όπλα που είχε.Ο Ηρακλής λοιπόν ευρήκε τον Κέρβερο πλησίον των πυλών του Αχέροντος και, προστατευόμενος από τον θώρακά του και σκεπασμένος από την λεοντή του, τύλιξε τα χέρια του πέριξ της κεφαλής του θηρίου και δεν το άφηνε, κρατώντας το και σφίγγοντάς το, έως ότου το κατέβαλε, παρ’ότι δαγκωνόταν από τον δράκοντα-ουρά του.Αφού λοιπόν έπιασε αυτόν, επέστρεψε ανερχόμενος διαμέσου της Τροιζήνος. Η Δήμητρα δε έκανε τον Ασκάλαφο μπούφο, ενώ ο Ηρακλής, αφού έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, τον έφερε πάλι στον Άδη».(Βιβλιοθήκη, Β.5.12).
«Ενώ βασίλευε ο Κρέων, ευρήκε τις Θήβες όχι μικρή συμφορά.Διότι η Ήρα έστειλε εκεί την Σφίγγα, της οποίας μήτηρ ήταν η Έχιδνα και πατήρ ο Τυφών10, και η οποία είχε πρόσωπο γυναικός, στήθος, πόδια και ουρά λέοντος και πτέρυγες όρνιθος.Αυτή είχε μάθει ένα αίνιγμα από τις Μούσες, και καθόταν επί του Φικίου όρους και έθετε τούτο στους Θηβαίους.Το αίνιγμα δε ήταν: “Τι είναι αυτό που, ενώ έχει μία φωνή, γίνεται τετράπουν, δίπουν και τρίπουν;” Επειδή δε υπήρχε ένας χρησμός για τους Θηβαίους ότι θα απαλλάσσονταν από την Σφίγγα όταν έλυναν το αίνιγμα, συνέρχονταν συχνά στο ίδιο σημείο και αναζητούσαν την απάντηση, αλλά επειδή κάθε φορά δεν την εύρισκαν, η Σφίγξ άρπαζε έναν εξ αυτών και τον κατεβρόχθιζε. Αφού δε χάθηκαν πολλοί, και τελευταίος ο υιός του Κρέοντος, Αίμων, ο Κρέων διεκήρυξε ότι θα έδινε εις όποιον έλυνε το αίνιγμα τόσο την βασιλεία, όσο και την χήρα του Λαϊου (την Ιοκάστη) ως σύζυγο.Όταν δε ο Οιδίπους άκουσε τούτο, έλυσε το αίνιγμα που έθετε η Σφίγξ, λέγοντας ότι η απάντησις εις αυτό ήταν “ο άνθρωπος”. Διότι γίνεται τετράπους όταν είναι βρέφος και βαδίζει στα τέσσερα και δίπους όταν μεγαλώνει, ενώ όταν γερνά, αποκτά και τρίτο πόδι, την μαγκούρα.Τότε λοιπόν, η Σφίγξ έπεσε από την ακρόπολη, ενώ ο Οιδίπους παρέλαβε την βασιλεία και νυμφεύθηκε εν αγνοία του την μητέρα του (την Ιοκάστη), με την οποία γέννησε δύο υιούς, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και δύο θυγατέρες, την Ισμήνη και την Αντιγόνη…».(Βιβλιοθήκη, Γ.5.8).
Επίσης, ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι κατά κάποιους ήταν τέκνο του Τυφώνος και της Έχιδνας και η κάπραινα Φαιά «Τρίτη δε φόνευσε (ο Θησεύς) στον Κρομμυώνα11 την κάπραινα που ονομαζόταν Φαιά, από την γριά που την ανέθρεψε.Κάποιοι δε λέγουν ότι αυτή ήταν τέκνο του Τυφώνος και της Έχιδνας».(Βιβλιοθήκης Επιτομή, 1.1).
O παμμέγιστος Έλλην ποιητής Όμηρος (ο οποίος θεωρείται ότι έζησε τον 9ο ή τον 8ο αιώνα π.Χ, αλλά πιθανότατα είναι πολύ αρχαιότερος) αναφέρει ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος στο υπέδαφος της περιοχής των Αρίμων:
«Στέναζε δε κάτωθεν η γαία, όπως όταν ο τερψικέραυνος Ζεύς
μαστιγώνει οργισμένος (δια των κεραυνών του) την γαία πέριξ του Τυφωέος
στους Αρίμους, εντός των οποίων λέγουν ότι είναι η κοίτη του Τυφωέως».(Ιλιάς, Β.781-783).
Επίσης, ο Όμηρος αναφέρει για την Χίμαιρα τα εξής:
«Όταν λοιπόν (ο Ιοβάτης) έλαβε το κακό σήμα του γαμπρού του (του Προίτου), πρώτα μεν διέταξε (τον Βελλερεφόντη) να φονεύση την ακαταμάχητη Χίμαιρα.
Αυτή λοιπόν ήταν θείος γόνος, και όχι ανθρώπινος,
έμπροσθεν λέων, όπισθεν δράκων και στην μέση χίμαιρα,
αποπνέουσα δεινό μένος φλογερού πυρός.
Και ο Βελλερεφόντης, υπακούοντας στους οιωνούς των αθανάτων, φόνευσε αυτή». (Ιλιάς, Ζ.178-183).
«Και αφού δαμάσθηκαν ούτως από τους δύο αδελφούς (τους υιούς του Νέστορος, Αντίλοχο και Θρασυμήδη), στο Έρεβος μετέβησαν οι αγαθοί εταίροι του Σαρπηδόνος (οι Λύκιοι Ατύμνιος και Μάρις), οι ακοντιστές υιοί του Αμισωδάρου12, ο οποίος ανέθρεψε την ακαταμάχητη Χίμαιρα, κακό για πολλούς ανθρώπους».(Ιλιάς, 326-329).
Ο Έλλην ποιητής του 5ου αιώνος π.Χ. Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Ζεύς συνέτριψε τον Τυφώνα στους Αρίμους:
«Αλλά ο πατήρ Ζεύς, εξ ανάγκης μόνος εκ των θεών,
συνέτριψε κάποτε στους Αρίμους τον απλησίαστο και πεντηκοντακέφαλο Τυφώνα». (Απόσπασμα 93).
Επίσης, ο Πίνδαρος αναφέρει ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται φυλακισμένος στον Τάρταρο, κάτωθεν της Αίτνας:
«Όσα όμως στην γή και τον ακαταμάχητο πόντο δεν είναι προσφιλή στον Δία ταράσσονται όταν ακούουν την δυνατή φωνή των Πιερίδων (των Μουσών),
αλλά και αυτός ο πολέμιος των θεών που κείται στον δεινό Τάρταρο,
ο εκατοντακέφαλος Τυφών.Αυτόν ανέθρεψε κάποτε ξακουστό Κιλίκιο άντρο.
Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία.
Και ουράνιος κίων τον συγκρατεί, η χιονοσκέπαστη Αίτνα,
η οποία οξύ χιόνι τρέφει καθ’όλο το έτος.
Και ατόφιες πηγές απλησιάστου πυρός εκχέονται εκ των μυχών της:
Την ημέρα λοιπόν ποταμοί φλογώδους καπνού εκχέουν πρός τα εμπρός
το ρεύμα τους, αλλά την νύκτα πορφυρά κυλιομένη φλόγα
φέρνει με πάταγο βράχους στα πλάτη του βαθέος πόντου.
Εκείνο δε το ερπετό (ο Τυφών) στέλνει πρός τα πάνω τους δεινοτάτους κρουνούς του Ηφαίστου, εκπληκτικό θαύμα να το παρατηρήσης,
θαύμα δε και να το ακούσης απ’ όσους το είδαν.
Τέτοιο τέρας έχει δεθεί μεταξύ των κατασκίων κορυφών της Αίτνας και της πεδιάδος, ενώ το στρώμα όπου είναι ξαπλωμένος χαράσσει και κεντρίζει άπαντα τα νώτα του». (Α΄Πυθιόνικος, 13-29).
Ο Απολλώνιος Ρόδιος αναφέρει ως τέκνο του Τυφώνος και τον δράκοντα της Κολχίδος, τον οφιοειδή δράκοντα που φύλασσε το χρυσόμαλλο δέρας, καθώς και ότι από την ήττα του ο Τυφών κείται καταποντισμένος στην Σερβωνίδα λίμνη, μία τεναγώδη λίμνη εγγύς του όρους Νύσα:
«Τόσο μέγας όφις ίσταται ως φρουρός εκατέρωθεν και πέριξ (του χρυσομάλλου δέρατος), αθάνατος και άϋπνος, τον οποίον γέννησε η ίδια η Γαία
στις υπώρειες του Καυκάσου, στον Τυφώνιο βράχο,
όπου λέγουν ότι ο Τυφών, κτυπημένος από τον κεραυνό
του Κρονίδου Διός, όταν ήγειρε εναντίον του τα στιβαρά χέρια του,
έσταξε από την κεφαλή του θερμό αίμα.Και έφθασε ούτως
στα όρη και την πεδιάδα της Νύσας, όπου κείται μέχρι και σήμερα καταποντισμένος
στα ύδατα της Σερβωνίδος λίμνης».(Αργοναυτικά, 1208-1215).
Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει για τον λέοντα της Νεμέας και την Λερναία Υδρα τα εξής:
«Και ως πρώτο άθλο (ο Ηρακλής) ανέλαβε να φονεύση τον λέοντα της Νεμέας.Αυτός δε είχε τεράστιο μέγεθος και, επειδή ήταν άτρωτος από σίδηρο, χαλκό και λίθο, ήταν αναγκαίο να καταβληθή δια της δυνάμεως των χεριών.Σύχναζε δε κυρίως μεταξυ των Μυκηνών και της Νεμέας, πέριξ του όρους που ονομάζεται από το τότε συμβάν Τρητός.Διότι είχε εγγύς της βάσεώς του διαμπερή σήραγγα, στην οποία συνήθιζε να φωλιάζη το θηρίο.Ο Ηρακλής λοιπόν ήλθε εις εκείνον τον τόπο και επιτέθηκε στο θηρίο, και όταν αυτό κατέφυγε στην σήραγγα, έφραξε το ένα εκ των στομίων και το ακολούθησε, και στην συνέχεια συνεπλάκη μαζί του και σφίγγοντάς τον λαιμό του δια των χεριών του το έπνιξε.Έπειτα δε, φόρεσε την δορά αυτού, καλύπτοντας χάριν στο μέγεθός της ολόκληρο το σώμα του, και την είχε ως προστασία από τους μετέπειτα κινδύνους.
Ως δεύτερο δε άθλο (ο Ηρακλής) ανέλαβε να φονεύση την Λερναία Ύδρα, από το ένα σώμα της οποίας είχαν διαμορφωθεί εκατό λαιμοί που είχαν κεφαλές όφεων.Εάν δε καταστρεφόταν μία εκ τούτων, το κοπέν μέρος ανέπτυσσε δύο.Γι’αυτή την αιτία, η Λερναία Ύδρα θεωρούταν-όπως ήταν λογικό-αήττητη, αφού το καταβληθέν μέρος της απέδιδε διπλάσια βοήθεια.Επινοώντας λοιπόν ο Ηρακλής κατ’αυτής της δυσκολίας ένα τέχνασμα, προσέταξε τον Ιόλαο να καίη δια αναμμένου πυρσού τα κοπτόμενα μέρη (της Λερναίας Ύδρας), για να εμποδίζη την ροή του αίματος.Αφού λοιπόν κατέβαλε ούτως αυτό το ζώο, εμβάπτισε τις αιχμές των βελών του στην χολή του, ώστε να προκαλούν τα εκτοξευόμενα βέλη δια των αιχμών τους ανίατες πληγές». (Βιβλιοθήκη Ιστορική, Δ.11).
Ο Στράβων αναφέρει ότι κατά μία εκδοχή ο Τυφών κείται από την ήττα του φυλακισμένος κάτωθεν των Πιθηκουσσών, μίας σεισμογενούς και ηφαιστειώδους νήσου στα ανοικτά της Ιταλικής Κύμης: «Εκ τούτου (από τα τεκτονικά φαινόμενα των Πιθηκουσσών) προέρχεται ο μύθος που λέγουν, ότι δηλαδή ο Τυφών κείται κάτωθεν αυτής της νήσου (των Πιθηκουσσών) και, όταν στρέφεται, αναδίδονται οι φλόγες και τα ύδατα, ενίοτε δε ακόμη και νησίδες που έχουν βράζον ύδωρ. Πιθανότερο όμως είναι αυτό που είπε ο Πίνδαρος βασιζόμενος στα φαινόμενα, ότι δηλαδή όλος αυτός ο πόρος, ο οποίος αρχίζει από την Κυμαία και εκτείνεται μέχρι την Σικελία, είναι διάπυρος και έχει στο βάθος του κάποιες κοιλότητες που ενώνονται μεταξύ τους και με την ηπειρωτική χώρα.Δια τούτο η Αίτνα έχει εμφανώς αυτή την φύση που εξιστορούν άπαντες, το ίδιο δε και οι νήσοι των Λιπαραίων, οι περιοχές της Δικαιάρχειας, της Νεαπόλεως και των Βαιών και οι Πιθηκούσσες.Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος (ο Πίνδαρος) λέγει ότι ο Τυφών κείται κάτωθεν όλου αυτού του τόπου:
“Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία”».(Γεωγραφικά, Ε.4.9)
Επίσης, ο Στράβων αναφέρει διάφορες εκδοχές περί της τοποθεσίας των Αρίμων και της ήττας του Τυφώνος:
«Και μάλιστα, τοποθετούν εκεί (στα ηφαιστειώδη εδάφη εγγύς της πόλεως Φιλαδέλφειας της Λυδίας13) τα πάθη του Τυφώνος και τους Αρίμους και λέγουν ότι αυτή είναι η Κατακεκαυμένη…».(Γεωγραφικά, ΙΒ.7.19).
«Προσθέτουν δε ότι αυτός ο τόπος (η περιοχή της πόλεως Ύδης της Λυδίας) είναι δασώδης και κεραυνόπληκτος και ότι εκεί είναι οι Άριμοι.Διότι στο “στους Αρίμους, εντός των οποίων λέγουν ότι είναι η κοίτη του Τυφωέως” προσθέτουν το “εις δασώδη τόπο, στον εύφορο δήμο της Ύδης”.Αλλοι δε τοποθετούν τούτον τον μύθο στην Κιλικία, άλλοι στην Συρία και άλλοι στις Πιθηκούσσες, λέγοντας ότι οι πίθηκοι ονομάζονται από τους Τυρρηνούς άριμοι.Άλλοι δε ονομάζουν Ύδη τις Σάρδεις14 και άλλοι την ακρόπολη τους.Ο Σκήψιος δε θεωρεί πειστικοτάτους αυτούς που τοποθετούν τους Αρίμους στην Κατακεκαυμένη της Μυσίας15.Ο Πίνδαρος δε συνδέει με την Κιλικία τις Πιθηκούσσες, οι οποίες ευρίσκονται εμπροσθεν της Κυμαίας, και την Σικελία.Διότι λέγει ότι ο Τυφών κείται κάτωθεν της Αίτνας:
“Αυτόν ανέθρεψε κάποτε ξακουστό Κιλίκιο άντρο.
Αλλά σήμερα πιέζουν το δασύτριχο στέρνο του
οι θαλασσόφρακτοι γκρεμοί της Κύμης και η Σικελία”.
Και πάλι: “Πέριξ εκείνου κείται η Αίτνα, πανίσχυρα δεσμά”.
Και πάλι: “Αλλά ο πατήρ Ζεύς, εξ ανάγκης μόνος εκ των θεών, συνέτριψε κάποτε στους Αρίμους τον απλησίαστο και πεντηκοντακέφαλο Τυφώνα”
Άλλοι δε δέχονται ως Αρίμους τους Σύρους, τους οποίους σήμερα ονομάζουν Αραμαίους, και ότι οι Κίλικες της Τροίας μετανάστευσαν και εγκατεστάθησαν στην Συρία, όπου απέσπασαν από τους Σύρους την σήμερα ονομαζομένη Κιλικία.Ο Καλλισθενης δε λέγει ότι οι Άριμοι είναι εγγύς του Καλυκάδνου και του ακρωτηρίου Σαρπηδόνος, πλησίον του ιδίου του Κωρυκίου άντρου, και ότι απ’αυτούς τα εγγύς όρη ονομάζονται Άριμα».(Γεωγραφικά, ΙΓ.4.6).
«Μετά δε (την Φιλαδέλφεια της Λυδίας) είναι η χώρα που ονομάζεται Κατακεκαυμένη, η οποία έχει μήκος 500 στάδια (92,5 χιλιομετρα) και πλάτος 400 (74 χιλιόμετρα), είτε Μυσία πρέπει να αποκαλείται, είτε Μαιονία (διότι λέγονται και τα δύο).Είναι άπασα άδενδρη, πλήν των αμπελιών που παράγουν τον Κατακεκαυμενίτη οίνο, ο οποίος δεν υπολείπεται εις ποιότητα ουδενός των αξιολόγων οίνων.Η επιφάνεια δε των πεδιάδων της είναι τεφρώδης, ενώ η ορεινή και πετρώδης χώρα είναι μαύρη, σαν να έχη καεί.Εικάζουν λοιπόν κάποιοι ότι τούτο συνέβη από πτώσεις κεραυνών και θύελλες και δεν διστάζουν να τοποθετούν εκεί τα περί τον Τυφώνα.Ο Ξάνθος δε αναφέρει και κάποιον Άριμο, βασιλέα τούτων των τόπων…». (Γεωγραφικά, ΙΓ.4.11).
«Αυτός (ο ποταμός Ορόντης16) έλαβε το όνομά του από τον Ορόντη, ο οποίος τον γεφύρωσε, ενώ παλαιότερα ονομαζόταν Τυφών.Τοποθετούν δε κάπου εκεί τα περί της κατακεραυνώσεως του Τυφώνος και τους Αρίμους, περί των οποίων είπαμε και πρίν. Λέγουν δε ότι, ενώ ο Τυφών πλήττοταν από τους κεραυνούς (ήταν δε δράκων), τράπηκε εις φυγή ζητώντας να καταδυθή.Διάνοιξε λοιπόν δια της έρψεώς του την γή και δημιύργησε την κοίτη του ποταμού, και καταδυθείς στην γή άνοιξε την πηγή αυτού.Εκ τούτου δε προήλθε το (αρχικό) όνομα του ποταμού…». (Γεωγραφικά, ΙΣΤ.2.7).
«Αναφέρει δε ο ποιητής (ο Όμηρος) και τους Αρίμους, για τους οποίους ο Ποσειδώνιος λέγει ότι δέχεται ότι κατοικούν όχι εις κάποιον τόπο της Συρίας ή της Κιλικίας ή κάποιας άλλης χώρας, αλλά στην ίδια την Συρία.Διότι οι κάτοικοι αυτής ονομάζονται Αραμαίοι, και πιθανώς οι Έλληνες τους ονόμαζαν Αριμαίους ή Αρίμους…».( Γεωγραφικά, ΙΣΤ.4.27).
Ο Πτολεμαίος Χέννος αναφέρει ότι «ο Αριστόνικος ο Ταραντίνος λέγει ότι η μεσαία κεφαλή της Ύδρας ήταν χρυσή».(Φώτιος, Επιτομή της Καινής Ιστορίας του Πτολεμαίου Xέννου, 13).
Ο Έλλην μυθογράφος του 2ου αιώνος μ.Χ. Αντωνίνος Λιβεράλης περιγράφει την Τυφωνομαχία ως εξής: «Ο Τυφών ήταν υιός της Γής, δαίμων εκπληκτικής ισχύος και αλλόκοτος στην όψη.Διότι αναδύονταν απ’αυτόν πλείστες κεφαλές, χέρια και πτέρυγες, καθώς και μέγιστες σπείρες δρακόντων εκ των μηρών του, εξέπεμπε παντοειδείς φωνές και ουδέν άντεχε την ισχύ του.Αυτός επεθύμησε να αρπάξη την εξουσία του Διός, και όταν επιτέθηκε, δεν άντεξε κανείς εκ των θεών, αλλά τρομοκρατήθηκαν όλοι και τράπηκαν εις φυγή πρός την Αίγυπτο, και απέμειναν μόνο η Αθηνά και ο Ζεύς.Ο Τυφών δε κατεδίωκε κατά πόδας τους φυγάδες, οι οποίοι, όταν διεφυγαν, μεταμορφώθηκαν από πρόνοια εις ζώα: Ο Απόλλων λοιπόν έγινε γεράκι, ο Ερμης ίβις, ο Άρης λεπιδωτός ιχθύς και η Άρτεμις αίλουρος, ενώ ο Διόνυσος μεταμορφώθηκε εις τράγο, ο Ηρακλής εις ελάφάκι, ο Ήφαιστος εις βόδι και η Λητώ εις μυγαλή.Και έκαστος των υπολοίπων θεών μεταμορφώθηκε όπως έτυχε.Έπειτα δε, ο Ζεύς έπληξε τον Τυφώνα δια κεραυνού, αλλά εκείνος κρύφθηκε καιόμενος στην θάλασσα και έσβησε την φλόγα.Ο Ζεύς όμως δεν υπεχώρησε, αλλά έριξε επάνω στον Τυφώνα το μέγιστο όρος, την Αίτνα, και έστησε στις κορυφές της ως φύλακα αυτού τον Ήφαιστο.Εκείνος δε, αφού έστησε τα αμόνια του, κατεργάζεται (έκτοτε) διάπυρο σίδηρο επί του τραχήλου του Τυφώνος…». (Μεταμορφώσεων Συναγωγή, 28).
Ο Κλαύδιος Αιλιανός αναφέρει ότι κατά μία εκδοχή ο λέων της Νεμέας έπεσε από την Σελήνη: «Λέγουν μάλιστα και ότι ο λέων της Νεμέας έπεσε από την σελήνη.Εν πάση περιπτώσει, και τα έπη του Επιμενίδη17 αναφέρουν:
“Διοτι γόνος είμαι και εγώ (ο υιός του Ορφέως, Μουσαίος) της καλλικόμου Σελήνης,
η οποία φρικτά τρέμοντας απέσεισε τον θηριώδη λέοντα στην Νεμέα,
φέρνοντάς τον για την σεβάσμια Ήρα”».(Περί ζώων ιδιότητος, ΙΒ.7).
Ο Κόϊντος Σμυρναίος αναφέρει ως τέκνα του Τυφώνος και τους δράκοντες της Τροίας, τους δύο οφιοειδείς δράκοντες που φόνευσαν τον Τρώα ιερέα Λαοκόοντα και τους δύο υιούς του λίγο πρό της αλώσεως της Τροίας:
«Διότι ένα άντρο υπήρχε κάπου κοντά, κάτωθεν τραχέος βράχου,
σκοτεινό και άβατο στους θνητούς, στο οποίο τρομερά θηρία
κατοικούσαν, από το ολέθριο γένος του Τυφώνος,
στις πτυχές της νήσου που Καλύδνη ονομάζουν οι λαοί,
η οποία αντικρύζει την Τροία από την θάλασσα.
Από εκεί ήγειρε (η Αθηνα) την δύναμη αυτών των δρακόντων και την κάλεσε
στην Τροία.Και κινηθέντες αυτοί αιφνιδίως από την θεά
έσεισαν όλη την νήσο.Βόησε δε ο πόντος
καθώς έρχονταν, και διαχωρίσθηκαν τα κύματα.
Φρικτά γλείφοντας έσπευσαν λοιπόν, και έφριξαν τα κήτη του πόντου».(Τα μεθ’Όμηρον, ΙΒ.449-458).
O Nόννος-ο οποίος μας δίνει την εκτενέστερη παραλλαγή της Τυφωνομαχίας-αποκαλεί τον Τυφώνα Κίλικα (Διονυσιακά, Α.155-ΚΔ.108) και τον περιγράφει ως εξής:
«Και εκτείνοντας (ο Τυφών) τις σειρές των βαρυβόων λαιμών του
αλάλαζε με παντοειδείς φωνές ομοφωναζόντων θηρίων:
Οι συμφυείς (=φυόμενοι εκ του σώματός του) δράκοντές του κυμάτιζαν
επί προσώπων λεοπαρδάλεων, έγλειφαν βλοσυρές χαίτες λεόντων,
περιέζωναν σπειροειδώς δια των ελικοειδών ουρών τους
κέρατα βοδιών και ανεμίγνυαν το εξακοντιζόμενο δηλητήριο
των μακρογλώσσων σαγονιών τους με αφρό κάπρων».(Διονυσιακά, Α.156-162).
«Και αφήνοντας (ο Τυφών) δια των οφιωδών ταρσών του τα αγκυλωτά ίχνη
των ποδιών του έφτυνε από τα σαγόνια του εξακοντιζόμενο δηλητήριο.
Και καθώς ο υψικέφαλος Γίγας έριχνε από τα εδιχνώδη μαλλιά του
καταιγισμό πιδάκων (δηλητηρίου), κυμάτιζαν οι χείμαρροι».(Διονυσιακά, Β.30-34).
«Και καθώς (ο Τυφών) ήγειρε την πολυειδή μορφή της διαπλάσεώς του,
ουρλιαχτό λύκων ήχησε, καθώς και βρυχηθμός λεόντων,
λαχάνιασμα κάπρων, μυκηθμός βοδιών, σύριγμα δρακόντων,
θαρραλέο χάξιμο λεοπαρδάλεων, σαγόνια εγειρομένων άρκτων
και λύσσα κυνών.Και δια της μεσοτάτης ανθρωποειδούς μορφής του
απειλητικά λόγια κραύγασε ο Γίγας κατά του Ζηνός (του Διός)…». (Διονυσιακά, Β.252-257).
«Υποτάξου στους επουρανίους γητραφή (ο Ζεύς λοιδωρεί τον συντριβέντα Τυφώνα),
αφού δια ενός χεριού νίκησα τις σειρές των διακοσίων χεριών σου!
Αλλά ας δεχθή η τρικέφαλος Σικελία, περισφίγγοντάς τον
δια των βαθυκρήμνων υψωμάτων της, όλον τον Τυφώνα
με τις εκατό οικτρά σκονιζόμενες μακρύκομες κεφαλές του».(Διονυσιακά, Β.620-624).
Κατά τον Νόννο, ο Τυφών άρχισε την επίθεσή του στους Ολυμπίους θεούς κλέβοντας τα αστραφτερά όπλα του Διός-τον κεραυνό, την αστραπή και την βροντή-τα οποία εκείνος είχε κρύψει στο υπέδαφος της Ασιατικής Μυγδονίας18, όταν ετοιμαζόταν να συνευρεθή με την Ωκεανίδα Πλουτώ-με την οποία γέννησε τον Τάνταλο.(Διονυσιακά, Α.140-156).Στην συνέχεια δε, ο Τυφών επιτέθηκε με μανία στον ουρανό:
«Αφού δε (ο Τυφών) έθεσε τα όπλα του Κρονίδη (του Διός) κάτωθεν κοίλου σαν φωλιά βράχου (στο Κωρύκιο άντρο), έτεινε στον αιθέρα την συγκομιδή των πανυψήλων χεριών του:
Με την επιδέξια φάλαγγα των χεριών του πέριξ των προπόδων του Ολύμπου,
δια ενός χεριού του έσφιγγε την Κυνοσουρίδα (τον αστερισμό της Μικρής Άρκτου),
δια άλλου λοξοδρόμησε πιέζοντας την κεκλιμένη στον άξονα (του ουρανού)
χαίτη της Παρρασίας Άρκτου (του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου), δια άλλου έπιασε και ανέκοψε τον Βοώτη (τον αστερισμό του Βοώτη) και δια άλλου είλκε τον Φώσφορο (τον πλανήτη Αφροδίτη ως Αυγερινό), και μάταια ήχησε υπό του κυκλοτερούς σημείου καμπής του το μαστίγιο του πρωϊνού αιθέρος.
Έσυρε την Ηριγένεια (την θεά της αυγής, Ηώ), και καθώς αναχαιτιζόταν ο Ταύρος (ο αστερισμός του Ταύρου), εκτός χρόνου και ημιτελής αναπαυόταν η ιππότισσα Ώρα.
Και από τους σκιερούς βοστρύχους των εχιδνοκόμων κεφαλών του
με σκότος ήταν αναμεμιγμένο το φώς, ενώ συνανατέλλοντας
με τον Ήλιο την ημέρα έλαμπε η Σελήνη.
Αλλά ο Γίγας (ο Τυφών) δεν σταματούσε: Με παλινδρομική πορεία
από τον Βορρά στον Νότο άφηνε τον έναν πόλο και ίστατο στον άλλον.
Και έχοντας αδράξει δια μακράς παλάμης του τον Υδροχόο (τον αστερισμό του Υδροχόου), μαστίγωνε τα νώτα του χαλαζώδους Αιγοκέρου (του αστερισμού του Αιγκέρου).Και έλκοντας από τον αιθέρα στον πόντο τους διδύμους Ιχθύες
(τον αστερισμό των Ιχθύων) κατακτυπούσε τον Κριό (τον αστερισμό του Κριού),
το μεσόμφαλο (=ευρισκόμενο στο μέσον σαν ομφαλός) άστρο του Ολύμπου,
άνωθεν του γειτονικού του εαρινού πυραυγούς κύκλου (της εαρινής ισημερίας),
ο οποίος ισοσταθμίζει την ημέρα με το σκότος.
Και έπειτα, ο Τυφωεύς ανήλθε δια των ερπόντων ποδιών του
πλησίον των συννέφων.Και απλώνοντας το πολυδιάσπαρτο πλήθος των χεριών του
κατεκάλυψε την αργυρόλευκη λάμψη του ανεφέλου αιθέρος,
διεγείροντας τον σκολιό στρατό των όφεών του:
Ένας εξ αυτών διέτρεχε όρθιος την περιφέρεια του πολικού κύκλου
και σκίρτησε επί της αγκαθωτής ράχης του ουρανίου Δράκοντος (του αστερισμού του Δράκοντος), πολεμοχαρώς συρίζοντας.Άλλος, διαγράφοντας εγγύς της κόρης του Κηφέως (του αστερισμού της Ανδρομέδας) κύκλο ισόζυγο με
τις αστρικές παλάμες της, με δεύτερα δεσμά περιέσφιξε λοξά υπό των σπειρών του
την ήδη δέσμια Ανδρομέδα.Άλλος, δράκων, κερασφόρος,
περικύκλωνε τα ομόμορφα με τα δικά του αιχμηρά κέρατα του Ταύρου,
κεντρίζοντας ελικοειδώς υπεράνω του βοείου μετώπου του,
με ανοικτά τα σαγόνια του, τις αντιπάλους του Υάδες,
ομοίωμα της κερασφόρου Σελήνης, Και ιοβόλες λωρίδες
περιπλεγμένων δρακόντων περιέζωσαν τον Βοώτη.Και άλλος όφις όρμησε με θάρρος, όταν είδε τον άλλον Όφιν του Ολύμπου, σκιρτώντας πέριξ του εχιδνώδους πήχεως του Οφιούχου (του αστερισμού του Οφιούχου, και αφού περιέπλεξε κυρτώνοντας τον αυχένα του δεύτερο στεφάνι στο στεφάνι της Αριάδνης (στον αστερισμό του Στεφάνου), ελισσόταν δια της έρπουσας κοιλιάς του.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑΣ[ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ Μερος Γ΄]

ΜΕΡΟΣ Γ΄       ΙΙΙ.ΕΡΜΗΝΕΙΑΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑΣ
Η γέννηση των Φλεγραίων Γιγάντων από την Γαία και το χυθέν εις αυτή αίμα του Ουρανού σημαίνει ότι είχαν μικτή γήινη και ουράνια καταγωγή.Για να κατανοήσουμε δε εις τι συνίστατο αυτή η μικτή καταγωγή των Γιγάντων, πρέπει να ανατρέξουμε εις ένα εκ των αποκρύφων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, το Απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ.Εις αυτό λοιπόν αναφέρεται ότι 201 ουράνιοι άγγελοι-οι γνωστοί ως Εκπεσόντες Άγγελοι-κατήλθαν στην Γή, συνουσιάσθηκαν με γυναίκες και γέννησαν με αυτές τρομερούς γίγαντες:
«Και συνέβη όταν πλήθυναν οι υιοί των ανθρώπων να γεννηθούν εκείνες τις μέρες απ’αυτούς ωραίες και καλές θυγατέρες.Και οι άγγελοι, οι υιοί του ουρανού, είδαν αυτές και τις επεθύμησαν, και είπαν ο ένας στον άλλον: “Εμπρός, ας διαλέξουμε για τους εαυτούς μας γυναίκες από τους ανθρώπους και ας γεννήσουμε δικά μας τέκνα”.Και ο Σεμιαζάς, ο οποίος ήταν ο αρχηγός τους, τους είπε: “Φοβάμαι μήπως δεν θελήσετε να κάνετε τούτο το πράγμα και επωμισθώ μόνο εγώ αυτή την μεγάλη αμαρτία”.Του αποκρίθηκαν λοιπόν όλοι: “Θα δώσουμε όλοι όρκο και θα αναθεματίσουμε ο ένας τον άλλον να μην αλλάξουμε αυτή την απόφασή μας, μέχρις ότου την πραγματοποιήσουμε και κάνουμε τούτο το πράγμα”.Τότε λοιπόν, ορκίσθηκαν όλοι μαζί και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον γι’αυτό.Και ήσαν συνολικά διακόσιοι αυτοί οι άγγελοι (πέραν του Σεμιαζά) που κατήλθαν στην Αρδίς, η οποία είναι η κορυφή του όρους Αρμών (ή Ερμών).Και αυτό το όρος ονομάσθηκε Αρμών επειδή επ’αυτού ορκίσθηκαν αυτοί και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον.Και αυτά είναι τα ονόματα των αρχηγών αυτών: Σεμιαζάς-αυτός ήταν ο αρχηγός όλων αυτών-Αραθάκ, Κιμβρά, Σαμμανή, Δανειήλ, Αρεαρώς, Σεμιήλ, Ιωμειήλ, Χωχαριήλ, Εζεκιήλ, Βατριήλ, Σαθιήλ, Ατριήλ, Ταμιήλ, Βαρακιήλ, Ανανθά, Θωνιήλ, Ραμιήλ, Ασεάλ, Ρακειήλ και Τουριήλ.Αυτοί λοιπόν (πέραν του Σεμιαζά) είναι οι αρχηγοί αυτών κατά δεκάδες
Και αυτοί έλαβαν γυναίκες για τους εαυτούς τους, όποια διάλεξε έκαστος αυτών, και άρχισαν να τις πλησιάζουν και να μιαίνονται με αυτές.Και δίδαξαν εις αυτές φαρμακείες (=δηλητηριάσεις) και ριζοτομίες (=συλλογή ριζών για μαγεία), και τους έμαθαν τα βότανα.Και αυτές συνέλαβαν, και γέννησαν μεγάλους γίγαντες, ύψους 3.000 πήχεων (1380 μέτρων), οι οποίοι κατέφαγαν τους κόπους (τα αγροτικά προϊόντα) των ανθρώπων.Και όταν οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τους τρέφουν άλλο, οι γίγαντες στράφηκαν εναντίον τους και τους κατεβρόχθιζαν.Και άρχισαν να αμαρτάνουν κατά των πτηνών, των θηρίων, των ερπετών και των ιχθύων, να καταβροχθίζουν ο ένας τις σάρκες του άλλου και να πίνουν το αίμα τους.Τότε λοιπόν, η γή στράφηκε κατά των ανόμων». (Βιβλίο του Ενώχ, 6-7).
Οι Εκπεσόντες Άγγελοι διέφθειραν το ανθρώπινο γένος και το κατέστησαν ανήθικο και ασεβές.Αλλά καθώς χάνονταν οι άνθρωποι, ο Ύψιστος Θεός διέταξε τους αρχαγγέλους του να φυλακίσουν τους Εκπεσόντες Αγγέλους στα έγκατα της Γής και να εξοντώσουν τους Γίγαντες.Οι αρχάγγελοι λοιπόν φυλάκισαν τους Εκπεσόντες Αγγέλους και άρχισαν την εξόντωση των Γιγάντων κάνοντάς τους να πολεμούν μεταξύ τους, ενώ αργότερα ο Θεός προκάλεσε τον μέγα κατακλυσμό, ολοκληρώνοντας την εξόντωση των Γιγάντων και αφανίζοντας το ασεβές ανθρώπινο γένος.(Βιβλίο του Ενώχ, 8-10).
Οι γίγαντες του Βιβλίου του Ενώχ έχουν σημαντικές ομοιότητες με τους Φλεγραίους Γίγαντες: Γεννήθηκαν από την ένωση των αγγέλων που, αποστατώντας από την Θεία εξουσία, εξέπεσαν από τον ουρανό με γυναίκες της γής, όπως και οι Φλεγραίοι Γίγαντες γεννήθηκαν από την Γαία και το αίμα του Ουρανού που χύθηκε εις αυτή όταν οι αποστάτες Τιτάνες ανέτρεψαν τον Ουρανό.Μάλιστα, οι Ενωχιανοί γίγαντες αποκαλούνται και Ναφηλείμ (Βιβλίο του Ενώχ, 15.11-16.1), το οποίο σημαίνει εκπεσόντες, δηλώνοντας την καταγωγή τους εκ των εκπεσόντων ουρανίων αγγέλων.Επίσης, οι Ενωχιανοί γίγαντες είχαν τρομερό μέγεθος (αν και το ύψος των 3.000 πήχεων είναι σίγουρα συμβολικό), όπως και οι Φλεγραίοι Γίγαντες ήσαν ανυπέρβλητοι στο μέγεθος των σωμάτων.Και αμφότεροι ήσαν αγριότατοι και μοχθηροτατοι, ενώ όπως οι πρώτοι ήσαν εχθροί του Θεού και η εξόντωσίς τους άρχισε από τους αρχαγγέλους αυτού, ούτως και οι Φλεγραίοι Γιγάντες ήσαν εχθροί των Ολυμπίων θεών-οι οποίοι ταυτίζονται με τους αρχαγγέλους των Εβραιοχριστιανικών παραδόσεων-και εξοντώθηκαν απ’αυτούς.Ουσιαστικά λοιπόν, οι Ελληνικοί μύθοι και το Βιβλίο του Ενώχ διηγούνται την ίδια ιστορία περί των Γιγάντων, αν και βεβαίως υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οφειλόμενες στην διαφορετική εξέλιξη αυτών των αρχαίων παραδόσεων στους Έλληνες και τους Εβραίους.
Οι Ενωχιανοί γίγαντες λοιπόν ταυτίζονται με τους Φλεγραίους Γίγαντες, ενώ οι Εκπεσόντες Άγγελοι ταυτίζονται με τους μοχθηρούς δαίμονες αρχηγούς του ερπετοειδούς συνασπισμού.Η γέννησις δε των Γιγάντων από την Γαία και η πρωταρχική σημασία της ονομασίας τους, γηγενείς, δείχνουν ότι αυτοί γεννήθηκαν στο εσωτερικό της Γής, ενώ η ανθρωπο-ερπετική μορφή τους δείχνει ότι ήσαν ανθρωπο-ερπετικά υβρίδια.
Συνδυάζοντας λοιπόν τους Ελληνικούς μύθους με το Βιβλίο του Ενώχ συμπεραίνουμε ότι μετά την Τιτανομαχία οι μοχθηροί αρχιδαίμονες καθοδήγησαν τους δρακοντοειδείς υποτελείς τους στην δημιουργία των Γιγάντων, πρός ανατροπή των Ολυμπίων θεών.Οι δρακοντοειδείς δημιούργησαν αυτό το γένος εις γενετικά εργαστήριά τους στο εσωτερικό της Γής, κατά το μέγιστο μέρος του δια της διασταυρώσεως ερπετοειδούς με ανθρώπινο γενετικό υλικό και κατά το υπόλοιπο-όπως προκύπτει από τον ανθρωπο-λεοντόμορφο Γίγαντα Λέοντα-δια της διασταυρώσεως λεοντείου με ανθρώπινο γενετικό υλικό.Και οι μοχθηροί αρχιδαίμονες προίκισαν τους Γίγαντες με υπερφυσικές ιδιότητες και δυνάμεις: Σχεδόν αθανασία εις όλους, πλήρη αθανασία στον Αλκυονέα εφ’όσον ευρισκόταν στην Παλλήνη, ικανότητα πυροκινήσεως (ελέγχου του πυρός) στον Πορφυρίωνα-όπως υποδηλώνει η «πύρινη αναπνοή του»-ικανότητα μεταμορφώσεως στον Μίμαντα και τον Μόρφιο κ.λ.π. Ούτως, οι Γίγαντες έγιναν ένα πανίσχυρο και τρομερό υπερφυσικό γένος, σχεδόν ισάξιο των Ολυμπίων θεών.Ακριβώς δε τούτο υποδηλώνει το ότι οι Γίγαντες δεν μπορούσαν να φονευθούν από τους Ολυμπίους θεούς, αλλά θα πέθαιναν μόνο αν συμμαχούσε με τους δευτέρους κάποιος θνητός.
Η απεικόνισις των Γιγάντων στις ευρεθείσες αγγειογραφίες τους- όπως και στην ζωφόρο του Παρθενώνος-ως ανθρωπομόρφων οπλιτών είναι συμβολική της πολεμικής ισχύος τους, αφού η πραγματική μορφή τους ήταν αδιαμφισβητήτως ανθρωπο-ερπετική: Συνδυάζοντας την μορφή που τους αποδίδουν ο Απολλόδωρος και οι συμφωνούσες με αυτόν απεικονίσεις τους (ανδρόμορφοι μέχρι και τους γλουτούς ή τα γόνατα και με σπείρες οφιοειδών δρακόντων ή όφεων κάτωθεν αυτών) με την ακόμη πιο ερπετοειδή μορφή που τους αποδίδει ο Νόννος (οφιώδεις, δρακοντόκομοι ή εχιδνόκομοι και με ύδρες εκατέρωθεν των ώμων τους) συμπεραίνουμε ότι είχαν ερπετοειδή πόδια, ενώ στο άνω μέρος του σώματός τους ήσαν γενικά ανδρόμορφοι, αλλά και με κάποια ερπετοειδή χαρακτηριστικά-πιθανότατα φλογερούς οφθαλμούς με κάθετες κόρες, διχαλωτές γλώσσες, φολίδες εις μέρη του κορμού και των χεριών τους κ.λ.π.Όσον αφορά δε τον Λέοντα, η παρουσίασίς του ως λεοντοκεφάλου και κατά τα λοιπά ανδρομόρφου δείχνει ότι κυρίως λεοντόμορφος στο άνω μέρος του σώματός του και κυρίως ανδρόμορφος στο κάτω.
Λέγοντας ο Απολλόδωρος ότι οι Φλεγραίοι Γίγαντες ήσαν ανυπέρβλητοι στο μέγεθος των σωμάτων εννοεί ότι είχαν μεγαλύτερο μέγεθος απ’όλους τους άλλους γίγαντες που αναφέρει στο έργο του, πλήν του υπεργίγαντος Τυφώνος, ο οποίος είναι ο μέγιστος εις μέγεθος εξ όλων των τέκνων της Γαίας (Βιβλιοθήκη, Α.6.3).Για έναν δε εκ των υπολοίπων γιγάντων, τον Ανταίο, ο Έλλην ιστορικός και φιλόσοφος των 1ου-2ου αιώνων μ.Χ. Πλούταρχος αναφέρει ότι ο σκελετός του, ο οποίος ανακαλύφθηκε όταν περί το 80 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Σερτώριος ανέσκαψε τον τάφο του στην Λιβυκή πόλη Τίγγη1, είχε μήκος 60 πήχεις, ήτοι 27,6 μέτρα.(Βίος Σερτωρίου, 9).Συνεπώς, βάσει του Απολλοδώρου οι Φλεγραίοι Γίγαντες είχαν ύψος άνω των 27,6 μέτρων.Αφού όμως ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι ο σκελετός του Φλεγραίου Γίγαντος που ανακαλύφθηκε στην Κώ είχε μήκος 5,5 μέτρα, συμπεραίνουμε ότι οι Φλεγραίοι Γίγαντες διακρίνονταν εις δύο τάξεις: Οι ανήκοντες στην πρώτη-στους οποίους περιλαμβάνονταν προφανώς όλοι οι Γίγαντες που αναφέρονται ονομαστικά στις στις αρχαίες πηγές-είχαν ύψος άνω των 27,6 μέτρων, ήσαν εκατό, ή περίπου τόσοι-όπως προκύπτει από τα Διονυσιακά (ΚΕ.93-94)-και ήσαν οι αρχηγοί των ανηκόντων στην δεύτερη τάξη.Εκείνοι δε είχαν πολύ μικρότερο ανάστημα από τους πρώτους, και προφανώς κατώτερες υπερφυσικές ιδιότητες και δυνάμεις, αλλά ήσαν πολύ περισσότεροι.
Ως δημιουργήματα και μέλη του ερπετοειδούς συνασπισμού οι Γίγαντες διέθεταν βεβαίως την υπερπροηγμένη τεχνολογία αυτού: Το ότι «έλαμπαν στα όπλα τους» και τα ανωτέρω ερμηνευθέντα ονόματα του Ιππολύτου και του Πάλλαντος υποδηλώνουν ότι οι Γίγαντες είχαν προηγμένα ενεργειακά όπλα-φωτονικά, πλάσματος, παλμικά κ.λ.π.Το «δέρμα» του Πάλλαντος, το οποίο έγδαρε και έκανε θώρακά της η Αθηνά, υποδηλώνει ότι αυτός προστατευόταν από ένα είδος πανισχύρου ενεργειακού-δυναμικού πεδίου.Ο «αστράγαλος» του ταχυτάτου των Γιγάντων Δαμύσου ήταν προφανώς ένα είδος προηγμένης βιονικής συσκευής, η οποία τον προστάτευε εκπέμποντας ένα ενεργειακό-δυναμικό πεδίο παρόμοιο με αυτό του Πάλλαντος (όχι όμως τόσο ισχυρό) και του προσέδιδε μεγάλη ταχύτητα-όπως και στον Αχιλλέα.Και η σύνδεσις του Εγκελάδου με τις ηφαιστειακές εκρήξεις της Αίτνας και του Βεζουβίου υποδηλώνει ότι αυτός είχε μηχανές-όπλα ελέγχου τεκτονικών φαινομένων, δια των οποίων προκαλούσε ηφαιστειακές εκρήξεις και σεισμούς.
Η γέννησις των Γιγάντων στην Παλλήνη ή Φλέγρα2 της Χαλκιδικής (δηλαδή, στην σημερινή χερσόνησο της Κασσάνδρας, το αριστερό «πόδι» της Χαλκιδικής), σημαίνει ότι αναδύθηκαν στην επιφάνεια της Γής και εξόρμησαν κατά των Ολυμπίων θεών από μία εκεί ευρισκομένη υποχθόνια πύλη.Και η σύνδεσις της Γιγαντομαχίας με τον αστερισμό του Δράκοντος υποδηλώνει ότι οι Γίγαντες ενισχύθηκαν από δρακοντοειδείς και άλλες ερπετοειδείς δυνάμεις, τόσο γήινες, όσο και από τον αστερισμό του Δράκοντος και άλλους πλανήτες.Όλες αυτές οι δυνάμεις δε-των οποίων το μέγα πλήθος υποδηλώνεται από την αναφορά του Νόννου ότι οι Γίγαντες «πίεζαν δια των πολυλαίμων κεφαλών τους τον αστερόεντα κύκλο»-τέθηκαν υπό την διοίκηση του Αλκυονέως και του Πορφυρίωνος, καθοδηγούμενες βεβαίως από τους μοχθηρούς αρχιδαίμονες.
Οι Γίγαντες/ερπετοειδείς άρχισαν τον πόλεμο κατά των Ολυμπίων θεών με την επιδρομή μίας δυνάμεως υπό τον Αλκυονέα στην νήσο Ερύθεια, μία εκ των κυρίων Ολυμπίων βάσεων στον Βορειοδυτικό Ατλαντικό ωκεανό, η οποία άρπαξε τις «αγελάδες του Ηλίου»-ήτοι κάποια πολύτιμα υλο-ενεργειακά όντα που μπορούσαν να συλλέγουν ηλιακή ενέργεια.Και στην συνέχεια, οι γήινες και διαστημικές δυνάμεις των Γιγάντων/ερπετοειδών επιτέθηκαν συνδυασμένα κατά των γηίνων και περιγείων Ολυμπίών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως κέντρο τους την περιοχή του Ολύμπου. Παράλληλα δε, οι μοχθηροί αρχιδαίμονες προσπαθούσαν-όπως υποδηλώνει το ότι η Γαία «αναζητούσε ένα βότανο, για να μη μπορούν, δι’αυτού, οι Γίγαντες να φονευθούν ούτε από θνητό»-να κάνουν τους Γίγαντες εντελώς αθανάτους.Αλλά ο Ζεύς τους εμπόδισε, και αφού ενίσχυσε τις δυνάμεις του με γήινες δυνάμεις υπό την διοίκηση του πρεσβυτέρου Ηρακλέους, αντεπιτέθηκε στους Γίγαντες/ερπετοειδείς και τους απώθησε στην Παλλήνη.Και εκεί διεξήχθη η μεγάλη μάχη, επιγείως, υπογείως και υπεργείως:
Αρχικά, ο Ηρακλής έπληττε δια του «τόξου» του-ήτοι δια ενός ενεργειακού υπερόπλου μακράς εμβελείας-τον Αλκυονέα, ο οποίος όμως, όντας αθάνατος στην Παλλήνη χάριν στην ζωτική ενέργεια που απεκόμιζε απ’αυτή, ανέκαμπτε συνεχώς.Αλλά με την καθοδήγηση της Αθηνάς ο Ηρακλής τον απώθησε έξωθεν της Παλλήνης και τον φόνευσε.Έπειτα, ο Πορφυρίων όρμησε κατά του Ηρακλέους και της Ήρας, αλλά ο Ζεύς, αφού τάραξε τον νού του προκαλώντας του τηλεπαθητικά πόθο για την Ήρα, τον συνέτριψε δια του πανισχύρου κεραυνού του, και τον αποτελείωσε ο Ηρακλής.Και αφού φονεύθηκαν οι δύο ανώτατοι αρχηγοί των Γιγάντων/ερπετοειδών, οι Ολύμπιες δυνάμεις τους συνέτριψαν ολοσχερώς και εξόντωσαν τους περισσοτέρους εξ αυτών και των αρχηγών τους: Ο Ηρακλής φόνευσε τον Λέοντα και μαζί με τον Απόλλωνα, ο οποίος μαχόταν επίσης δια ενός «τόξου»-ενεργειακού υπερόπλου μακράς εμβελείας, τον Εφιάλτη.Ο Διόνυσος φόνευσε δια του θύρσου του-ήτοι δια ενός ενεργειακού υπερόπλου μέσης εμβελείας-τον Εύρυτο και η Εκάτη δια «δαδών»-ήτοι δια ενός θερμικού-ενεργειακού υπερόπλου-τον Κλυτίο.Ο Ήφαιστος, ρίχνοντας «μύδρους»-ήτοι θερμικά-ενεργειακά βλήματα-και ο Άρης φόνευσαν τον Μίμαντα.Η Αθηνά κατεδίωξε τον Εγκέλαδο μέχρι την Αίτνα και, ενώ αυτός ετοιμαζόταν να διαφύγη διαμέσου αυτής στον υποχθόνιο κόσμο3, τον έπληξε δια ενός τεκτονικού υπερόπλου και τον συνέθλιψε κάτωθεν αυτής4, ενώ στην συνέχεια επέστρεψε στην Παλλήνη, όπου φόνευσε τον Πάλλαντα και απέσπασε το προστατευτικό ενεργειακό-δυναμικό πεδίο του-το οποίο κατέχει έκτοτε, με την επωνυμία «Παλλάς».Ο Ποσειδών κατεδίωξε τον Πολυβώτη μέχρι την Κώ και προκαλώντας δια της τρίαινάς του-η οποία λειτουργεί ως «πυκνωτής-συγκεντρωτής» της ικανότητος του να ελέγχει τα ύδατα και τα τεκτονικά φαινόμενα-έναν ισχυρότατο σεισμό απέσπασε την Νίσυρο από την Κώ και συνέθλιψε τον Πολυβώτη κάτωθεν αυτής.Ο Ερμής, φέροντας την «κυνή» του Άδη-η οποία τον καθιστούσε αόρατο εις θνητούς και αθανάτους-φόνευσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμις, μαχομένη δια ενός «τόξου» ενεργειακού υπερόπλου παρομοίου με αυτά του Ηρακλέους και του Απόλλωνος, τον Γρατίωνα και οι Μοίρες, μαχόμενες δια «χαλκίνων ροπάλων»-ήτοι δια ενεργειακών υπερόπλων μέσης εμβελείας-τον Άγριο και τον Θόωνα.Και τους υπολοίπους Γίγαντες που έπεσαν στην Παλλήνη τους κατακεραύνωνε ο Ζεύς και τους αποτελείωνε ο Ηρακλής.
Οι διαστημικές ερπετοειδείς δυνάμεις που διεσώθησαν από την πανωλεθρία της Παλλήνης υπεχώρησαν στον αστερισμό του Δράκοντος, ενώ οι υπόλοιποι διασωθέντες Γίγαντες/ερπετοειδείς τράπηκαν εις φυγή πρός τρείς κατευθύνσεις: Οι περισσότεροι εξ αυτών κατέφυγαν στην Καμπανική Φλέγρα, προσπαθώντας να διαφύγουν διαμέσου του Βεζουβίου και άλλων υποχθονίων πυλών εκείνης της περιοχής5 στον υποχθόνιο κόσμο, αλλά τους κατεδίωξε η κύρια Ολύμπια δύναμη και τους εξόντωσε σχεδόν ολοσχερώς.Διεσώθησαν δε μόνο κάποιοι δευτέρας τάξεως Γίγαντες, οι ονομαζόμενοι Λευτέρνιοι, και κάποιοι ερπετοειδείς, οι οποίοι, καταδιωκόμενοι από μία δύναμη υπό τον Ηρακλή, κατέφυγαν στα Λευκά και διέφυγαν διαμέσου μίας εκεί ευρισκομένης υποχθόνιας πύλης στον υποχθόνιο κόσμο.Ένα άλλο μέρος των φυγάδων, υπό τον Αρισταίο, κατέφυγαν στην Αίτνα και διέφυγαν διαμέσου αυτής στον υποχθόνιο κόσμο.Και οι υπόλοποι φυγάδες κατέφυγαν στην Μύκονο, αλλά επήλθε εναντίον τους η δύναμις υπό τον Ηρακλή και τους εξόντωσε ολοσχερώς. Ούτως, η Γιγαντομαχία έληξε με ολοκληρωτικό θρίαμβο των Ολυμπίων θεών επί των ερπετοειδούς συνασπισμού.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Η πόλις Ταγγέρη του σημερινού βορείου Μαρόκου,
2.Πέραν του Φιλοστράτου (Ηρωϊκός, 671), η ταύτισις της Παλλήνης με την Φλέγρα (ή Φλέγρες) αναφέρεται και από τον Στράβωνα, ο οποίος γράφει ότι Φλέγρα ήταν η παλαιότερη ονομασία της Παλλήνης.(Γεωγραφικά, Αποσπάσματα εκ του Ζ, 25-27).Αυτή η ονομασία δε προέρχεται από την λέξη φλέγω (=καίω, κατακαίω, αναφλέγω, φλέγομαι, λάμπω, απαστράπτω, ακτινοβολώ, εκρήγνυμαι, εξάπτω, ερεθίζω, ανεβάζω ψηλά, κάνω ένδοξο) και σημαίνει «η φλεγομένη», δηλώνοντας τόσο την ηφαιστειώδη φύση αυτής της περιοχής, όσο και το πύρ που έπεσε εκεί κατά την Γιγαντομαχία.
3.Η Αίτνα και όλα γενικά τα ηφαίστεια είναι υποχθόνιες πύλες, αφού συνδέονται με τον μανδύα της Γής (το παχύρευστο πύρινο στρώμα της κάτωθεν της λιθόσφαιρας).
4.Λόγω όμως των τεκτονικών όπλων που είχε ο Εγκέλαδος, θεωρήθηκε κατά τους ιστορικούς χρόνους ότι αυτός κείται απέθαντος στα έγκατα της Αίτντας και προκαλεί δια των κινήσεών του τις εκρήξεις της, ή, κατ'άλλη εκδοχή, τούτο συμβαίνει στον Βεζούβιο.
5.Μία εξ αυτών των υποχθονίων πυλών-σίγουρα η σημαντικότερη-της Καμπανικής Φλέγρας-ευρίσκεται στον εκτεινόμενο νοτίως της Κύμης Άορνο κόλπο.Τούτο προκύπτει από τοπικές παραδόσεις που αναφέρει ο Στράβων, κατά τις οποίες ο Άορνος κόλπος είναι Πλουτώνιο, ήτοι τόπος με είσοδο του εσωχθονίου Άδη:
«Πλησίον δε της Κύμης είναι το ακρωτήριο Μισηνό και μεταξύ τους η Αχερουσία λίμνη, μία τεναγώδης εισροή της θαλάσσης.Περνώντας δε το Μισηνό, ευθύς υπό το άκρο του είναι ένας λιμην, και μετά τούτον η ακτή σχηματίζει βαθύ κόλπο, στον οποίον ευρίσκονται οι Βαίες και τα θερμά ύδατά τους, τα οποία είναι κατάλληλα τόσο πρός τρυφή, όσο και πρός θεραπεία.Συνεχόμενα δε των Βαιών ευρίσκεται ο Λοκρίνος κόλπος και εντός τούτου ο Άορνος (κόλπος), ο οποίος καθιστά χερσόνησο την γή που εκτείνεται από την νοητή γραμμή μεταξύ αυτού και της Κύμης μέχρι το Μισηνό.Διότι το υπόλοιπο είναι ιοθμός (πλάτους) λίγων σταδίων, διαμέσου της σηραγγος μέχρι την ίδια την Κύμη και την έμπροσθέν της θαλασσα.Τοποθετούσαν δε οι πρό ημών στον Άορνο τα γεγονότα της Ομηρικής Νέκυιας (της ραψωδίας Λ της Οδύσσειας, όπου περιγράφεται την κάθοδου του Οδυσσέως στον Άδη).Και μάλιστα, εξιστορούν ότι υπήρχε εκεί και νεκρομαντείο και ότι ο Οδυσσεύς έφθασε εις τούτο.Είναι δε ο Άορνος κόλπος βαθύς μέχρι την ακτή και αρτίστομος, ο οποίος έχει μέγεθος και φύση λιμένος, αλλά δεν χρησιμοποιείται ως λιμήν, διότι ευρίσκεται έμπροσθέν ο Λοκρίνος κόλπος, ο οποίος είναι μέγας και σχετικά ρηχός.Περικλείεται δε ο Άορνος από υπερκείμενες πανταχόθεν πλήν της εισόδου του απότομες πλαγιές, οι οποίες σήμερα μεν είναι εξημερωμένες δια της καλλιέργειας, αλλά παλαιότερα καλύπτονταν πυκνά από άγριο, μεγαλόδενδρο και άβατο δάσος, και υπήρχε η δεισιδαιμονία ότι καθιστούσαν κατάσκιο τον κόλπο.Μυθολογούσαν επίσης οι ιθαγενείς ότι τα όρνεα που πετούσαν υπεράνω (του Αόρνου κόλπου) κατέπιπταν στο ύδωρ φονευόμενα από τις αναδιδόμενες αναθυμιάσεις, όπως στα Πλουτώνια.Θεωρούσαν δε και τούτον τον τόπο ένα είδος Πλουτωνίου και τοποθετούσαν τους Κιμμερίους εκεί.Και όσοι εισέπλεαν εκεί προηγουμένως θυσίαζαν και εξευμένιζαν τους καταχθονίους δαίμονες, καθοδηγούμενοι εις ταύτα από ιερείς που είχαν την εργολαβία του τόπου.Υπάρχει δε εκεί, πλησίον της θαλάσσης, μία πηγή ποσίμου ύδατος, αλλά απείχαν πάντες τούτου, επειδή το θεωρούσαν ως το ύδωρ της Στυγός.Και το μαντείο ευρισκόταν κάπου εκεί.Και από τα θερμά ύδατα πλησίον της Αχερουσίας τεκμαίρονταν την παρουσία του Πυριφλεγέθοντος.Ο Έφορος δε, τοποθετώντας εις αυτόν τον τόπο τους Κιμμερίους, αναφέρει περί αυτών τα εξής: Ότι κατοικούσαν εις υπόγειες οικίες-τις οποίες ονόμαζαν αργίλλες-ότι επικοινωνούσαν μεταξύ τους δια κάποιων ορυγμάτων και ότι δέχονταν τους ξένους στο μαντείο, το οποίο ευρισκόταν βαθιά εντός της γής.Ότι ζούσαν από μεταλλεύσεις και τις αμοιβές για τις μαντείες τους, καθώς και από επιδόματα που τους χορηγούσε ο βασιλεύς τους.Ότι οι κατοικούντες πέριξ του μαντείου είχαν πάτριο έθιμο να μην βλέπη ουδείς τους τον ήλιο, αλλά να εξέρχονται εκ των χασμάτων τους μόνο την νύκτα.Ότι δια τούτο ο ποιητής (ο Όμηρος) είπε περί αυτών: “Ουδέποτε βλέπει αυτούς ο λάμπων ήλιος” (Οδύσσεια, Λ.15).Και ότι αργότερα αυτοί οι άνθρωποι εξοντώθηκαν από κάποιον βασιλέα, επειδή δεν επαληθεύθηκε ο χρησμός που του έδωσαν, ενώ το μαντείο διατηρήθηκε, έχοντας μεταφερθεί εις έτερο τόπο.Τέτοια λοιπόν μυθολογούσαν οι πρό ημών, αλλά σήμερα, αφού κόπηκε από τον Αγρίππα το δάσος πέριξ του Αόρνου, οικοδομήθηκε η περιοχή και διανοίχθηκε σήραγγα από τον Άορνο μέχρι την Κύμη, άπαντα εκείνα αποδείχθηκαν μύθος.Και ο Κοκκηίος-ο οποίος κατεσκεύασε τόσο εκείνη την σήραγγα, όσο και την σήραγγα από την Δικαιάρχεια, πλησίον των Βαιών, έως την Νεάπολη, ακολούθησε κατά κάποιον τρόπο τα μόλις αναφερθέντα περί των Κιμμερίων, ίσως τυχόν επειδή θεώρησε πάτριο τούτου του τόπου το να ευρίσκονται οι δρόμοι εντός ορυγμάτων».(Γεωγραφικά, Ε.4.5).ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...



.

ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ [Μέρος Β΄]

ΜΕΡΟΣ Β΄
Αποτέλεσμα εικόνας για γιγαντομαχία
ΙΙ.ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΦΛΕΓΡΑΙΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ
H ονομασία Γίγας (-αντος) προέρχεται από την λέξη γή και η πρωταρχική σημασία της είναι γηγενής (=γεννημένος από την γή), δηλώνοντας ακριβώς την εκ της Γαίας προέλευση των Γιγάντων, ενώ λόγω αυτών κατέληξε να σημαίνει και γίγας, γιγάντιος, ισχυρός.Αλλά και τα περισσότερα εκ των ονομάτων των γνωστών Φλεγραίων Γιγάντων δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς δηλώνουν, ή υποδηλώνουν, ιδιότητες αυτών:
AΓΑΣΘΕΝΗΣ: Eίναι σύνθετο, εκ των άγαν (=πολύ, πάρα πολύ, πέραν του δέοντος) και σθένος (=σθένος, ρώμη, δύναμις, ισχύς, ορμή αφθονία), και σημαίνει «πολύ δυνατός, πολύ ισχυρός», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αγασθένη.
ΑΓΡΙΟΣ: Σημαίνει άγριος, δηλώνοντας την άγρια φύση του Αγρίου.
ΑΛΚΥΟΝΕΥΣ: Είναι σύνθετο, εκ των αλκή (=ρώμη, δύναμις, ισχύς, ανδρεία, τόλμη, προπύργιο, μάχη) και όνειος (=ωφέλιμος, χρήσιμος), και σημαίνει «ο ισχυρά ωφελών, βοηθών», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αλκυονέως.
ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη άριστος (=άριστος, κάλλιστος, ευγενής, εξέχων, πρώτιστος, ανδρείος), και σημαίνει άριστος, εξέχων, ανδρείος, δηλώνοντας ότι ο Αρισταίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΓΡΑΤΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη γράσος (=δυσωδία) και σημαίνει δυσώδης, υποδηλώνοντας την μιαρή, βδελυρή φύση του Γρατίωνος.
ΔΑΜΥΣΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των δά (=γή-στα Δωρικά) και μύσος (=μίασμα, βδέλυγμα, ακαθαρσία) και σημαίνει «μίασμα, βδέλυγμα της γής», δηλώνοντας την εκ της γής προέλευση και την μιαρή, βδελυρή φύση του Δαμύσου.
ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει εντός, έχων, περιέχων, κάπως, ενώπιον, εις βάρος) και κέλαδος (=θόρυβος καταπίπτοντος ύδατος ή ανέμου, θόρυβος, πάταγος, βοή, αλαλαγμός, κραυγή, φωνή μαντείου), και σημαίνει «εσωτερικός θόρυβος, πάταγος, βοή», δηλώνοντας το αναφερόμενο από τους μύθους ότι ο Εγκέλαδος προκαλεί τις εσωτερικές βροντές της Αίτνας (η του Βεζουβίου).
ΕΜΦΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν και φυτός (=βλαστήσας, φυτρώσας, γεννηθείς, ο εκ φύσεως φυτρώσας, γεννηθείς), και σημαίνει «ο εντός φυτρώσας, γεννηθείς, εμφυτευθείς, έμφυτος», δηλώνοντας την έσωθεν, από την γή γέννηση του Εμφύτου.
ΕΥΒΟΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει καλώς, ευτυχώς, επιτυχώς, ορθώς, συνοποδηλώνοντας αφθονία ή ευκολία) και βούς (=βόδι), και σημαίνει «ο έχων καλές και άφθονες, βοσκές, ευτραφής», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευβοίου.
ΕΥΡΥΑΛΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευρύς (=πλατύς, ευρύχωρος, εκτεταμένος) και άλως (=περιφέρεια, δίσκος του ηλίου ή της σελήνης, περιφέρεια, αλώνι, φωλιά πτηνού), και σημαίνει «ο έχων ευρεία περιφέρεια», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευρυάλου.
ΕΥΡΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και ρυτός (=ρέων, ρευστός, υγρός), και σημαίνει «ο καλώς και αφθόνως ρέων», υποδηλώνοντας ότι ο Εύρυτος είχε καλή και άφθονη ροή ενέργειας, ητοι ισχυρό ενεργειακό πεδίο και μεγάλη ισχύ.
ΕΥΦΟΡΒΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και φορβή (=τροφή, βοσκή, χόρτο), και σημαίνει ευτραφής, υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευφόρβου.
ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Σημαίνει εφιάλτης, δηλώνοντας την εφιαλτική, τρομακτική φύση του Εφιάλτη.
ΘΕΟΔΑΜΑΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και δαμάω (=δαμάζω, καταβάλλω, κατατροπώνω, εξημερώνω, θέτω υπό ζυγό, νικώ, υποτάσσω, κατακτώ), και σημαίνει «ο δαμασθείς, καταβληθείς, κατατροπωθείς από τους θεούς», δηλώνοντας την κατατρόπωση του Θεοδάμαντος από τους Ολυμπίους θεούς.
ΘΕΟΜΙΣΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και μίσος, και σημαίνει θεομίσητος, δηλώνοντας το μίσος και την εχθρότητα μεταξύ του Θεομίση και των Ολυμπίων θεών.
ΘΟΩΝ: Προέρχεται από την λέξη θοός (=ταχύς) και σημαίνει το ίδιο με αυτή, δηλώνοντας ότι ο Θόων ήταν ταχύς.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ίππος και λύω (=λύνω, αποδεσμεύω, χαλαρώνω, αποζευγνύω, απελευθερώνω, απαλλάσσω, λυτρώνω, διαλύω, παραλύω, τελειώνω, καταργώ, δίνω λύση, αναλύω, εκπληρώνω, εκτελώ, εξιλεώνω, επανορθώνω), και σημαίνει «ο λύων, αφήνων ελευθέρους τους ίππους».Δεδομένου δε ότι στους Ελληνικούς μύθους ο ίππος υποδηλώνει συχνά τον συνδυασμό μεγάλης ταχύτητος, δυνάμεως και ορμής (π.χ. ο Πήγασος, οι ίπποι του Αχιλλέως, Ξάνθος και Βαλίος, οι ίπποι του άρματος του Ηλίου κ.λ.π.), το όνομα του Ιππολύτου υποδηλώνει ότι αυτός ήλεγχε και εξαπέλυε κάποιου είδους ισχυρές και ορμητικές ενεργειακές δυνάμεις.
ΚΛΥΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κλυτός (=ακουστός, μεγαλόφωνος, ξακουστός, περίφημος, διάσημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, σπουδαίος, θαυμαστός) και σημαίνει ξακουστός, περίφημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, δηλώνοντας ότι ο Κλυτίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΚΟΛΟΦΩΝΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κολοφών (=κορυφή, ύψιστο σημείο, αποκορύφωμα, τέλος) και σημαίνει κορυφαίος, δηλώνοντας ότι ο Κολοφώνος ήταν ένας εκ των κορυφαίων Γιγάντων.
ΛΕΩΝ: Σημαίνει λέων, δηλώνοντας την ημιλεόντεια μορφή του Λέοντος.
ΜΙΜΑΣΜΙΜΩΝ): Προέρχεται από την λέξη μίμος (=μιμούμενος, υποκρινόμενος, υποδυόμενος, μιμητική κωμωδία) και σημαίνει «ο μιμούμενος», υποδηλώνοντας ότι ο Μίμας είχε την ικανότητα να μιμείται μορφές, ήτοι να μεταμορφώνεται.
ΜΟΡΦΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη μορφή και σημαίνει «ο των μορφών», υποδηλώνοντας ότι ο Μόρφιος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται.
ΟΥΡΑΝΙΩΝ: Σημαίνει ουράνιος, δηλώνοντας την εκ του Ουρανού προέλευση του Ουρανίωνος.
ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πάς (=όλος, ολόκληρος) και κράτος (=δύναμις, ισχύς, εξουσία, βία, κυριότης, υπεροχή), και σημαίνει παντοδύναμος, πανίσχυρος, δηλώνοντας την τεράστια ισχύ του Παγκράτη.
ΠΑΛΛΑΣ: Προέρχεται από την λέξη πάλλω (=πάλλω, σείω, κραδαίνω, τινάζω, περιστρέφω, σείομαι, τρέμω, σκιρτώ, πηδώ, σπαρταρώ, ανακατεύω κλήρους, λαμβάνω δια κλήρου, αγωνιώ) και σημαίνει «ο πάλλων, κραδαίνων, σείων», υποδηλώνοντας ότι ο Πάλλας είχε παλμικά όπλα, βασιζόμενα εις κάποιου είδους παλμική ενέργεια.
ΠΕΛΩΡΟΣΠΕΛΩΡΕΥΣ): Σημαίνει πελώριος, τερατώδης, δηλώνοντας το τεράστιο μέγεθος και την τερατώδη φύση του Πελώρου.
ΠΟΛΥΒΩΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πολύς και βοτόν (=βόσκημα, κτηνοτροφικό ζώο), και σημαίνει πολύτροφος, υποδηλώνοντας την ευτροφία, ήτοι το μέγα μέγεθος του Πολυβώτη.
ΠΟΡΦΥΡΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη πορφυρούς (=σκουρόχρωμος, σκοτεινός, μαύρος, βαθυέρυθρος, πορφυρός, ταραχώδης) και σημαίνει ζοφερός, ταραχώδης, δηλώνοντας την ζοφερή και ταραχώδη φύση του Πορφυρίωνος.
ΡΟΙΚΟΣ: Σημαίνει κυρτός, λοξός, ελικοειδής, καμπύλος, δηλώνοντας την ελισσομένη ημιερπετική φύση του Ροίκου.
ΥΠΕΡΒΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των υπέρ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει υπεράνω, πέραν, υπερβολικά, υπερμέτρως, για, εξαιτίας) και βία (=ρώμη, δύναμις, βία, βιαιότης), και σημαίνει «υπερβολικά ισχυρός, υπερβολικά βίαιος», δηλώνοντας την τεράστια ισχύ και την βιαιοτάτη φύση του Υπερβίου.
ΦΟΙΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη φοιτάω (=περιφέρομαι, περιφέρομαι μανιωδώς, αγρίως, συχνάζω, φοιτώ, μεταφέρομαι, εισάγομαι, εισπράττομαι, επανέρχομαι περιοδικώς, επέρχομαι, διαδίδομαι, θρυλούμαι) και σημαίνει «ο μανιωδώς, αγρίως περιφερόμενος, μανιώδης», δηλώνοντας την άγρια και μανιώδη φύση του Φοιτίου.
ΧΘΟΝΙΟΣ: Σημαίνει χθόνιος, γήινος, προερχόμενος από την γή, δηλώνοντας την χθόνια προέλευση του Χθονίου.
Όσον αφορά δε τα ονόματα Άβησος, Αλέμων, Ελέντης, Εφφρακόρδων, Ιένιος και Μεεφριάριος, η σημασία τους είναι άγνωστη, αλλά πιθανώς αποτελούν παραφθορά των πραγματικών ονομάτων αυτών των Γιγάντων.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....
  



ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ [Μέρος Α΄]

Γράφει ο ΛΕΝΤΖΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Η ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
I.ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ

Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι μετά την Τιτανομαχία οι Ολύμπιοι θεοί αντιμετώπισαν και νίκησαν με μεγάλη δυσκολία ένα φοβερό γένος ανθρωπο-ερπετικών όντων, τους πανισχύρους Γίγαντες:
«Η Γή δε, αγανακτούσα για τους Τιτάνες, γεννά από τον Ουρανό τους Γίγαντες, ανυπερβλήτους στο μέγεθος των σωμάτων και ασυναγωνίστους στην δύναμη, οι οποίοι φαίνονταν φοβεροί στην όψη, με μακρά κόμη και γένεια κρεμάμενα εκ της κεφαλής τους, και είχαν στο κάτω μέρος τους φολίδες δρακόντων.Γεννήθηκαν δε, όπως λέγουν κάποιοι στις Φλέγρες (της Χαλκιδικής), κατ’άλλους δε, στην Παλλήνη (της Χαλκιδικής).Εξακόντιζαν δε στον ουρανό βράχους και φλεγόμενες δρύς.Υπερείχαν δε εκ πάντων αυτών ο Πορφυρίων και ο Αλκυονεύς, ο οποίος μάλιστα, εφ’όσον μαχόταν στην γή όπου είχε γεννηθεί, ήταν αθάνατος.Επίσης, αυτός άρπαξε από την Ερύθεια τις αγελάδες του Ηλίου.Είχε δοθεί δε χρησμός στους θεούς ότι ουδείς των Γιγάντων μπορούσε να φονευθή απ’αυτούς, αλλά αν συμμαχούσε μαζό τους κάποιος θνητός, εκείνοι θα πέθαιναν.Αφού δε η Γή πληροφορήθηκε τούτο, αναζητούσε ένα βότανο, για να μη μπορούν, δι’αυτού, οι Γίγαντες να φονευθούν ούτε από θνητό.Αλλά ο Ζεύς, αφού απαγόρευσε στην Ηώ, την Σελήη και τον Ήλιο να φανούν, πρόλαβε να κόψη ο ίδιος αυτός το βότανο και κάλεσε δια της Αθηνάς ως σύμμαχο τον Ηρακλή.Και εκείνος πρώτα μεν τόξευσε τον Αλκυονέα, ο οποίος όμως, όσο έπεφτε στην γή, τόσο και ανέκαμπτε.Αλλά κατόπιν συμβουλής της Αθηνάς ο Ηρακλής τον έσυρε έξωθεν της Παλλήνης.
Και εκείνος μεν πέθανε ούτως, ενώ ο Πορφυρίων όρμησε κατά την μάχη εναντίον του Ηρακλέους και της Ήρας.Αλλά ο Ζεύς του ενέβαλε πόθο για την Ήρα, η οποία, ενώ αυτός έσχιζε τα πέπλα της, θέλοντας να την βιάση, ζητούσε βοήθεια.Και αφού ο Ζεύς κεραυνοβόλησε αυτόν, ο Ηρακλής τον τόξευσε και τον φόνευσε.Όσον αφορά δε τους υπολοίπους Γίγαντες, ο Απόλλων τόξευσε τον αριστερό οφθαλμό του Εφιάλτη και ο Ηρακλής τον δεξιό.Τον Εύρυτο δε φόνευσε ο Διόνυσος δια θύρσου, τον Κλυτίο η Εκάτη δια δαδών και τον Μίμαντα ο Ήφαιστος ρίχνοντάς του μύδρους (=διάπυρα σίδερα).Η Αθηνά δε έριξε επάνω στον Εγκέλαδο, ο οποίος είχε τραπεί εις φυγή, την νήσο Σικελία και αφού έγδαρε το δέρμα του Πάλλαντος, κάλυψε δι’αυτού κατά την μάχη το ίδιο το σώμα της.Ο Πολυβώτης δε, καταδιωκόμενος δια θαλάσσης από τον Ποσειδώνα, έφθασε στην Κώ.Τότε δε, ο Ποσειδών απέσπασε ένα μέρος της νήσου, το ονομαζόμενο Νίσυρο, και το έριξε επάνω του.Ο Ερμής δε, φορώντας κατά την μάχη την κυνή του Άδη, φόνευσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμις τον Γρατίωνα και οι Μοίρες, μαχόμενες δια χαλκίνων ροπάλων, τον Άγριο και τον Θόωνα.Τους άλλους δε Γίγαντες φόνευσε ο Ζεύς, ρίχνοντάς τους κεραυνούς.Και όλους, ενώ πέθαιναν, τους τόξευσε ο Ηρακλής».(Βιβλιοθήκη, Α.6.1-2).
Ο Ησίοδος αναφέρει ότι οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού που χύθηκε στην Γαία όταν ο Κρόνος απέκοψε τα αιδοία αυτού, αλλά δεν μνημονεύει καθόλου την Γιγαντομαχία (όπως είναι γνωστή η σύγκρουσις των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες:
«Και αυτά (τα αιδοία του Ουρανού) δεν έφυγαν μάταια από το χέρι (του Κρόνου).
Διότι όσες αιμάτινες σταγόνες χύθηκαν τις δέχθηκε όλες η Γαία.
Και κατά το κυκλικό πέρασμα των ενιαυτών (=μακρών χρονικών περιόδων) γέννησε τις κρατερές (=κραταιές) Ερινύες, τους μεγάλους Γίγαντες
-οι οποίοι έλαμπαν στα όπλα τους, μακρά δόρατα έχοντας στα χέρια τους-
και τις Νύμφες που Μελίες ονομάζουν στην άπειρη γαία».(Θεογονία, 182-187).
Ο Έλλην ποιητής του 3ου αιώνος π.Χ. Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρει ότι ο Μίμας φονεύθηκε όχι από τον Ήφαιστο, αλλά από τον Άρη (Αργοναυτκά, Γ.1226).Τούτο συμφωνεί με μία Αθηναϊκή αγγειογραφία της Κλασσικής εποχής, στην οποία όμως ο Μίμας αναφέρεται ως Μίμων και απεικονίζεται όχι ως ημιερπετοειδής, αλλά ως ανθρωπόμορφος οπλίτης.
Ο Έλλην ιστορικός του 1ου αιώνος π.Χ. Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι κατά τους Αιγυπτίους ο Ηρακλής που πολέμησε στην Γιγαντομαχία δεν ήταν ο υιός του Διός και της Αλκμήνης (ο οποίος είναι γνωστός ως Αμφιτρυωνιάδης Ηρακλής), αλλά ένας άλλος, πολύ αρχαιότερος Ηρακλής: «Διότι, καθώς ομολογούν όλοι ότι ο Ηρακλής αγωνίσθηκε μαζί με τους Ολυμπίους θεούς κατά τον πόλεμό τους εναντίον των γιγάντων, λέγουν (οι Αιγύπτιοι) ότι ουδόλως αρμόζει στην γή να έχει γεννήσει τους γίγαντες κατά την εποχή που λέγουν οι Έλληνες ότι γεννήθηκε ο Ηρακλής, μία γενεά, δηλαδή, πρό των Τρωϊκών (του Τρωϊκού πολέμου), αλλά μάλλον, όπως λέγουν αυτοί, κατά την εποχή της γενέσεως των ανθρώπων.Διότι απ’εκείνη έως σήμερα οι Αιγύπτιοι μετρούν περισσότερα από 10.000 έτη, ενώ από τα Τρωϊκά λιγότερα από 1.200…».(Βιβλιοθήκη Ιστορική, Α.24).Τούτο είναι αδιαμφισβητήτως ορθό, αφού η Γιγαντομαχία διεξήχθη λίγο μετά την Τιτανομαχία-η οποία ήταν πολύ αρχαιότερη του Τρωϊκού πολέμου-ενώ ο Αμφιτρυωνιάδης Ηρακλής φόνευσε δύο τερατώδη τέκνα του μεταγενεστέρου της Γιγαντομαχίας Τυφώνος, την Λερναία Ύδρα και τον Όρθο. Προφανώς δε, ο Αμφιτρυωνιάδης Ηρακλής ήταν μετενσάρκωση του αρχαιότερου Ηρακλέους, και ακριβώς δια τούτο τους συγχέουν οι Ελληνικοί μύθοι.
Ο Έλλην γεωγράφος και ιστορικός των 1ου π.Χ-1ου μ.Χ αιώνων Στράβων αναφέρει ότι κατά κάποιους (προφανώς, κυρίως κατοίκους της Ιταλίας) η Γιγαντομαχία διεξήχθη όχι στην Χαλκιδική, αλλά στο Φλεγραίο πεδίο (ή Φλέγρα) της Καμπανίας της Ιταλίας, την πεδιάδα πέριξ της μετέπειτα πόλεως Κύμης.(Γεωγραφικά, Ε.5.4.4-5.4.6-ΣΤ.3.5).Κατ’αυτή δε την εκδοχή, κάποιοι Γίγαντες διεσώθησαν στην νοτιοανατολική Ιταλία, στην περιοχή της μετέπειτα μικρής πόλεως Λευκά: «Είναι και αυτή (τα Λευκά) πολίχνη, όπου δείχνεται πηγή δυσώδους ύδατος.Μυθολογούν δε ότι τους Γίγαντες που επέζησαν στην Φλέγρα της Καμπανίας, οι οποίοι ονομάζονταν Λευτέρνιοι, τους εξεδίωξε ο Ηρακλής, και κατέφυγαν εκεί, όπου καλύφθηκαν από την γή.Εκ των ιχώρων τους δε έχει τέτοιο ρεύμα η εν λόγω πηγή.Και δια τούτο ονομάζουν αυτή την παραλία Λευτερνία…». (Στράβων, Γεωγραφικά, ΣΤ.3.5).
Επίσης, ο Στράβων αναφέρει-κατά την κρατούσα, Χαλκιδική εκδοχή της Γιγαντομαχίας-ότι κάποιοι Γίγαντες διέφυγαν στην Μύκονο, αλλά εξοντώθηκαν και αυτοί από τον Ηρακλή: «Η Μύκονος δε είναι αυτή υπό την οποία μυθολογούν ότι κείνται οι ύστατοι των Γιγάντων, οι οποίοι εξοντώθηκαν από τον Ηρακλή…». (Γεωγραφικά, Ι.5.9).
Επίσης, ο Στράβων αναφέρει για τον Πολυβώτη τα ίδια με τον Απολλόδωρο: «Λέγουν δε ότι η Νίσυρος είναι αποσπασθέν μέρος της Κώ, προσθέτοντας και τον μύθο ότι ο Ποσειδών, καταδιώκοντας έναν εκ των Γιγάντων, τον Πολυβώτη, απέσπασε δια της τρίαινάς του ένα τεμάχιο της Κώ και το έριξε επάνω αυτόν.Και το βληθέν έγινε η Νίσυρος, η οποία έχει κείμενο κάτωθέν της αυτόν τον γίγαντα. Κάποιοι όμως λέγουν ότι αυτός κείται κάτωθεν της Κώ».(Γεωγραφικά, Ι.5.16).
Ο Ρωμαίος ποιητής του 1ου αιώνος μ.Χ. Στάτιος αναφέρει ότι «όταν ο Εγκέλαδος προσπαθεί να αλλάξη πλευρό, άνωθεν του το φλογερό όρος (η Αίτνα) βροντά από τα έγκατά του και οι κορυφές του πλημμυρίζουν (από λάβα)».(Θηβαϊς, 3.594).Δηλαδή, θεωρεί ότι ο Εγκέλαδος είναι καταπλακωμένος από την Αίτνα, αλλά δεν έχει πεθάνει και προκαλεί δια των κινήσεών του τις ηφαιστειακές εκρήξεις της.Το ίδιο δε αναφέρει και ο Έλλην ποιητής του 4ου αιώνος μ.Χ. Κόϊντος Σμυρναίος, αποκαλώντας μάλιστα τον Εγκέλαδο «αθάνατο».(Τα μεθ’Όμηρον, ΙΔ.581).
Ο Έλλην μυθογράφος των 1ου-2ου αιώνων μ.Χ. Πτολεμαίος Ηφαιστίων αναφέρει ότι ο Γίγας που φονεύθηκε από τον Ηρακλή όταν επιτέθηκε στην Ήρα, δηλαδή ο Πορφυρίων, ήταν «πυρίπνοος (=είχε πύρινη αναπνοή)».(Φώτιος,.Επιτομή της Καινής Ιστορίας του Πτολεμαίου Ηφαιστίωνος, 12).
Επίσης, ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων αναφέρει έναν Γίγαντα ονόματι Λέοντα: «Ο Ηρακλής φορούσε την δορά όχι του λέοντος του Νεμέας, αλλά του Λέοντος, ενός εκ των Γιγάντων, ο οποίος φονεύθηκε από τον Ηρακλή αφού τον προκάλεσε εις μονομαχία».(Φώτιος,.Επιτομή της Καινής Ιστορίας του Πτολεμαίου Ηφαιστίωνος, 37).Αυτός ο Γίγας ταυτίζεται με έναν λεοντοκέφαλο, και κατά τα λοιπά ανδρόμορφο, Γίγαντα που απεικονίζεται στα ανάγλυφα του βωμού της Περγάμου. Προφανώς λοιπόν, ήταν ημιλεοντόμορφος, ενώ ο Ηρακλής που φορούσε την δορά του ήταν βεβαίως όχι ο Αμφιτρυωνιάδης, αλλά ο πρεσβύτερος Ηρακλής.
Επίσης, ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων αναφέρει έναν Γίγαντα ονόματι Δάμυσο: «Εκείνος (ο κένταυρος Χείρων) ξέθαψε το σώμα του Γίγαντος Δαμύσου, το οποίο έκειτο στην Παλλήνη (ο Δάμυσος ήταν ο ταχύτερος εξ όλων των Γιγάντων), και αφαίρεσε τον αστράγαλό του, τον οποίον προσάρμοσε και ενσωμάτωσε δια φαρμάκων στο (αριστερό) πόδι του Αχιλλέως…».(Φώτιος,.Επiτομή της Καινής Ιστορίας του Πτολεμαίου Ηφαιστίωνος, 45).
Ο Ρωμαίος μυθογράφος του 2ου αιώνος μ.Χ. Υγίνος αναφέρει ότι η Γαία γέννησε τους Γίγαντες όχι από τον Ουρανό, αλλά με τον Τάρταρο: «Από την Γαία και τον Τάρταρο γεννήθηκαν οι Γίγαντες: Ο Εγκέλαδος, ο Κοίος, ο Ελέντης, ο Μόρφιος, ο Αστραίος, ο Πέλωρος, ο Πάλλας, ο Έμφυτος, ο Ροίκος, ο Ιένιος, ο Άγριος, ο Αλέμων, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Εφφρακόρδων, ο Θεομίσης, ο Θεοδάμας, ο Ώτος, ο Τυφών, ο Πολυβώτης, ο Μεεφριάρος, ο Άβησος, ο Κολοφώνος και ο Ιαπετός».(Μύθοι, Προοίμιο).Αυτή η εκδοχή όμως είναι αδιαμφισβητήτως εσφαλμένη, αφού ο Ησίοδος-στον οποίον και βασίζεται ο Απολλόδωρος ως πρός την καταγωγή των Γιγάντων-και είναι πολύ αρχαιότερος του Υγίνου, ήτοι εγγύτερος πρός τα μυθολογικά γεγονότα, και-όπως ο ίδιος δηλώνει-διδάχθηκε την Θεογονία από τις θεές Μούσες (Θεογονία, 22-34).Επίσης, ο Υγίνος σφάλλει ως πρός πέντε από τα 24 ονόματα Γιγάντων που αναφέρει: Ο Κοίος και ο Ιαπετός είναι Τιτάνες και ο Αστραίος υιός του Τιτάνος Κριού και της Ευρυβίας, θυγατρός του Πόντου, ο Ώτος ήταν μεν γίγας, αλλά υιός του Ποσειδώνος και της Ιφιμέδειας, και ο Τυφών είναι μεν γίγας και υιός του Ταρτάρου και της Γαίας, αλλά δεν ανήκει στους Φλεγραίους (ή Παλληνίους) Γίγαντες.
Επίσης, ο Υγίνος αναφέρει ότι κατά κάποιους η Γιγαντομαχία συνδέεται με τον αστερισμό του Δράκοντος: «Κάποιοι δε λέγουν ότι αυτός ο δράκων (ο αστερισμός του Δράκοντος) ρίφθηκε από τους Γίγαντες κατά της Αθηνάς, όταν αυτή μαχόταν εναντίον τους.Αλλά η Αθηνά άρπαξε τον περιελισσόμενο δράκοντα, τον εκσφενδόνισε στα άστρα και τον τοποθέτησε ακριβώς στον πόλο του ουρανό.Ούτως, μέχρι και σήμερα αυτός φαίνεται με το σώμα του περιελιγμένο, σαν να έχη μόλις μεταφερθεί στα άστρα».(Αστρονομικά, 2.3).
Ο Έλλην σοφιστής των 2ου-3ου αιώνος μ.Χ Φιλόστρατος παραθέτει την άποψη που είχε περί των Γιγάντων ο θείος Έλλην φιλοσόφος του 1ου αιώνος μ.Χ. Απολλώνιος ο Τυανεύς: «Διότι εκείνοι (οι ποιητές) λέγουν ότι έχει δεθεί υπό του όρους (της Αίτνας) κάποιος Τυφών ή Εγκέλαδος και ότι αργοπεθαίνοντας αποπνέει ασθμαίνοντας τούτο το πύρ (της Αίτνας).Εγώ δε παραδέχομαι ότι έχουν υπάρξει γίγαντες και ότι αποκαλύπτονται τέτοια σώματα εις πολλά σημεία της γής, όταν διαρρηγνύονται τάφοι, όχι όμως ότι αυτοί συγκρούσθηκαν με τους θεούς, αλλά ότι πιθανώς προσέβαλαν τους ναούς και τα τεμένη τους.Το ότι δε οι Γίγαντες πήδησαν πάνω στον ουρανό και προσπάθησαν να εκδιώξουν από εκεί τους θεούς είναι παρανοϊκό τόσο να το λέγη κανείς, όσο και να το πιστεύη…».(Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, Ε.16).
Επίσης, ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι μερικό καιρό πρό της εποχής του ανακαλύφηκε στην Κώ o σκελετός ενός Φλεγραίου Γίγαντος: «Και μάλιστα, πρό τεσσάρων ετών ο Ύμναιος ο Πεπαρήθιος, ο οποίος είναι φίλος μου, έστειλε έναν εκ των υιών του για να ερωτήση δια εμού τον Πρωτεσίλαο περί ομοίου θαύματος.Διότι όταν έτυχε να σκάβη αμπέλια στην νήσο Κώ-η οποία είναι ολόκληρη ιδιοκτησία του-η γή αντήχησε στους σκάβοντες σαν κενή.Όταν λοιπόν διάνοιξαν εκείνο το σημείο, ευρήκαν κείμενο έναν δωδεκάπηχο νεκρό (ύψους 5,5 μέτρων), στο κρανίο του οποίου κατοικούσε ένας (οφιοειδής) δράκων.Ο εν λόγω νεαρός λοιπόν ήλθε να μας ερωτήση τι έπρεπε να πράξουν με αυτόν, και ο Πρωτεσίλαος απάντησε “Ας καλύψουμε εντελώς τον ξένο”, προτρέποντας προφανώς να ξαναθάψουν τον νεκρό και να μην τον αφήσουν εκουσίως ακάλυπτο.Είπε επίσης ότι αυτός ήταν ένας εκ των ριγμένων (από τους Ολυμπίους θεούς) Γιγάντων…». (Ηρωϊκός, 670).
Επίσης, ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι πολλοί εκ των Γιγάντων ρίφθηκαν από τους Ολυμπίους θεούς κάτωθεν του ηφαιστειακού όρους Βεζουβίου (το οποίο ευρίσκεται στο νότιο άκρο της Καμπανικής Φλέγρας): «Οι Νεαπολίτες δε που κατοικούν στην Ιταλία (στην Νεάπολη της Καμπανίας) θεωρούν θαυμαστά τα οστά του Αλκυονέως.Λέγουν μάλιστα ότι έχουν ριφθεί εκεί (από τους Ολυμπίους θεούς) πολλοί εκ των Γιγάντων και ότι το όρος Βέσβιο (ο Βεζούβιος) καπνίζει επ’αυτών…».(Ηρωϊκός, 671).Επίσης, αναφέρει ότι ένας εκ των καταπλακωμένων από τον Βεζούβιο Γιγάντων είναι και ο Εγκέλαδος, ο οποίος δεν έχει πεθάνει, αλλά αργοπεθαίνει διαρκώς, αποπνέοντας το πύρ του Βεζουβίου.(Εικόνες, 2.17).
Επίσης, ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι στην Παλλήνη διατηρούνταν μέχρι την εποχή του πολλοί σκελετοί Γιγάντων: «Και μάλιστα, στην Παλλήνη, την οποία οι ποιητές ονομάζουν Φλέγρα, η γή περιέχει πολλά τέτοια σώματα Γιγάντων, οι οποίοι είχαν στρατοπεδεύσει εκεί, και οι βροχές και οι σεισμοί αποκαλύπτουν πολλά εξ αυτών.Δεν εμπιστεύεται δε εκείνη την περιοχή ούτε ποιμήν κατά το μεσημέρι, λόγω του πατάγου που κάνουν τα φαντάσματα (των Γιγάντων) που μαίνονται εντός της γής…». (Ηρωϊκός, 671).
Ο Νόννος αποκαλεί τους Γίγαντες «δρακοντοκόμους» (Διονυσιακά, Α.18-ΚΕ.87) ή «εχιδνοκόμους» (Διονυσιακά, ΜΗ.49)-ότι, δηλαδή, αντί μαλλιών είχαν σπείρες οφιοειδών δρακόντων-«Γηγενείς (=γεννημένους από την γή)» (Διονυσιακά, ΚΕ.92-ΜΗ.32), «ελισσόμενο λαό της γής» (Διονυσιακά, ΚΕ.93) και «οφιώδεις υιούς της γής» (Διονυσιακά, ΚΕ.206).Επίσης, αναφέρει ότι οι Γίγαντες είχαν συνολικά «διακόσια χέρια»-ήσαν, δηλαδή, συνολικά εκατό-και «πίεζαν δια των πολυλαίμων κεφαλών τους τον αστερόεντα κύκλο (τον ουράνιο θόλο)» (Διονυσιακά, ΚΕ.93-94), και ότι εκατέρωθεν των ώμων τους «εξορμούσαν ύδρες, πολύ μεγαλύτερες της Ιναχίας ύδρας (της Λερναίας Ύδρας)», οι οποίες «σύριζαν ακατάπαυστα στον αιθέρα, στην γειτονιά των άστρων».(Διονυσιακά, ΚΕ.207-210).Κατανομάζει δε άλλον έναν Γίγαντα, τον Χθόνιο (Διονυσιακά, ΜΗ.21), ενώ αναφέρει τον Πέλωρο ως Πελωρέα (Διονυσιακά, ΜΗ.39).
Στο Βυζαντινό Λεξικό του Σουίδα (το οποίο γράφθηκε κατά τον 10ο αιώνα και βασίζεται κυρίως εις αρχαίες Ελληνικές πηγές) αναφέρεται άλλος ένας Γίγας, ο Αρισταίος: «Αρισταίος: Ένας εκ των Γιγάντων, ο οποίος διεσώθη (από την Γιγαντομαχία)…Λέγουν ότι διεσώθη (από την Γιγαντομαχία) μόνο ο Γίγας Αρισταίος, στο όρος της Σικελίας που ονομάζεται Αίτνα.Και ούτε ουράνιο πύρ ήλθε εναντίον του, ούτε τον πιέζει η Αίτνα»…«Αιτναίος κάνθαρος (είδος σκαθαριού): O μέγας.Διότι και το όρος (Αίτνα) είναι μέγα.Λέγουν ότι διεσώθη (από την Γιγαντομαχία) μόνο ο Γίγας Αρισταίος, και ούτε ουρανιο πύρ ήλθε εναντίον του, ούτε τον πιέζει η Αίτνα».Εξ αυτών των λημμάτων υποδηλώνεται ότι ο Αρισταίος διεσώθη μεταμορφωθείς από την Γαία εις Αίτναίο κάνθαρο.
Από την προαναφερθείσα Αθηναϊκή αγγειογραφία μαθαίνουμε άλλον έναν Γίγαντα, τον Φοίτιο, ενώ από άλλες τρείς Αθηναϊκές αγγειογραφίες της Κλασσικής εποχής μαθαίνουμε άλλους επτά Γίγαντες: Τον Παγκράτη, τον Ουρανίωνα, τον Εύφορβο, τον Εύβοιο, τον Υπέρβιο, τον Αγασθένη και τον Ευρύαλο.Πάντως, εις αυτά τα αγγεία οι Γίγαντες απεικονίζονται όχι ως ημιερπετοειδείς, αλλά ως ανθρωπόμορφοι οπλίτες.Το ίδιο δε συμβαίνει και εις όλες τις άλλες ευρεθείσες αγγειογραφίες Φλεγραίων Γιγάντων.
Από τα ανάγλυφα του βωμού της Περγάμου μαθαίνουμε τι εννοούσε ο Απολλόδωρος λέγοντας ότι οι Γίγαντες «είχαν στο κάτω μέρος τους φολίδες δρακόντων»: Εις αυτά λοιπόν, με εξαίρεση τον Λέοντα, οι Γίγαντες απεικονίζονται ως ανδρόμορφοι μέχρι και τους γλουτούς, αλλά με δύο σπείρες οφιοειδών δρακόντων αντί ποδιών (http://www.google.gr/search?q=altar+of+ ... 80&bih=836).Στα μωσαϊκά δε μίας Σικελικής έπαυλης του 4ου αιώνος μ.Χ. οι Γίγαντες απεικονίζονται ελαφρώς διαφορετικά: Είναι ανδρόμορφοι μέχρι και τα γόνατα και κάτωθεν αυτών έχουν δύο σπείρες όφεων (http://www.theoi.com/Gigante/Gigantes.htmlΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....