ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ 4ον ΑΙΩΝΑ[.....ΕΠΕΙΔΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ...]

παρακμή

Αθήνα, 4ος αιώνας π.Χ.
Η βιομηχανία ανθούσε. Τα λατομεία της Πεντέλης και οι αγγειοπλάστες του Κεραμεικού είχαν παραγγελίες από όλο τον κόσμο του Αιγαίου. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η συσσώρευση πλούτου σε χρήμα αντί γης, πολλαπλασίασε τον αριθμό των τραπεζών στην Αθήνα.Καθώς προχωρούσε ο 4ος αιώνας π.Χ. αναπτύχθηκε πραγματικό πιστωτικό σύστημα. Οι τραπεζίτες, αντί να δίνουν ρευστό χρήμα, εκδίδανε πιστωτικές επιστολές, εντολές πληρωμής ή επιταγές. Ο πλούτος μπορούσε τώρα να μεταβιβαστεί από τον ένα πελάτη στον άλλο με απλές εγγραφές στα βιβλία του τραπεζίτη. Οι χρεοκοπίες τραπεζών δεν ήταν σπάνιες και συχνά γινόταν λόγος για «πανικούς» κατά τους οποίους έκλειναν τις θύρες τους η μία τράπεζα μετά την άλλη.

Η μεταβολή από τον ακίνητο πλούτο στον κινητό δημιούργησε πυρετό του χρήματος. Οι περιουσίες σχηματίζονταν και χάνονταν με μεγάλη ταχύτητα και σπαταλούνταν σε επιδείξεις. Οι νεόπλουτοι έχτιζαν επιδεικτικές κατοικίες, αγόραζαν για τις γυναίκες τους πολύτιμα κοσμήματα και ενδύματα και είχαν πολυπληθές υπηρετικό προσωπικό.
Εν μέσω αυτού του πλούτου αυξήθηκε η φτώχεια. Στη νέα οικονομία οι φτωχοί έγιναν ακόμη φτωχότεροι. Στην ύπαιθρο οι χωρικοί δούλευαν όλη τη μέρα για λίγο λάδι ή κρασί. Στις πόλεις τα ημερομίσθια των ελεύθερων εργατών ήταν πολύ χαμηλά λόγω του ανταγωνισμού των δούλων. Ο βιοπορισμός αρκετών πολιτών στηριζόταν στην αμοιβή που εισέπρατταν για τις παραστάσεις τους στην Εκκλησία του Δήμου ή στα δικαστήρια.
Για την Εκκλησία του Δήμου, στα χρόνια του 4ου αιώνα π.Χ., ο Ισοκράτης έλεγε χαρακτηριστικά πως οι συμμετέχοντες θα έπρεπε να πληρώνονται από τους εχθρούς της Αθήνας αφού έπαιρναν τόσες λανθασμένες αποφάσεις.
Η μεσαία τάξη, που άλλοτε κρατούσε ισορροπία μεταξύ αριστοκρατίας και λαού, είχε χάσει μέγα μέρος της περιουσίας της και δεν μπορούσε πλέον να μεσολαβήσει μεταξύ πλούσιων και φτωχών.
Οι πολιτικοί προσπαθούσαν να βρουν νέες πηγές δημόσιου εισοδήματος. Διπλασίασαν τους έμμεσους φόρους, τους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς και το ένα εκατοστό επί των μεταβιβάσεων ακίνητης περιουσίας.
Τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων ήταν μια ομαδική απόκρυψη πλούτου και εισοδήματος. Η φοροδιαφυγή γενικεύτηκε και έγινε τόσο ευφυής όσο και η φορολογία. Το 355 π.Χ. ο Ανδροτίων διορίστηκε αρχηγός ενός αστυνομικού σώματος το οποίο είχε δικαίωμα να αναζητά τα κρυφά εισοδήματα, να εισπράττει καθυστερημένους φόρους και να φυλακίζει τους φοροφυγάδες. Παραβιάζονταν σπίτια, κατάσχονταν εμπορεύματα και άνθρωποι πήγαιναν φυλακή. Αλλά ο πλούτος εξακολουθούσε να κρύβεται ή να εξαφανίζεται.
Σε άλλες πόλεις παρόμοια προβλήματα οδήγησαν την κρίση στα άκρα. Στη Μυτιλήνη οι χρεώστες έσφαξαν ομαδικά τους πιστωτές τους, ενώ το 370 π.Χ. οι δημοκρατικοί του Άργους επιτέθηκαν αιφνίδια στους πλούσιους δολοφονώντας 1.200 από αυτούς και κατάσχοντας τις περιουσίες τους.
Ο Δημοσθένης θεωρούσε πως το δημόσιο ταμείο δεν έπρεπε να χρησιμοποιείται για να πληρώνονται οι πολίτες προκειμένου να συχνάζουν σε θεατρικές τελετές και θεατρικά έργα αλλά για την οργάνωση καλύτερης στρατιωτικής δύναμης. 
Στην Αθήνα η άνεση, ο οικιακός βίος, το εμπόριο και η μελέτη είχαν αντικαταστήσει τη ζωή των σωματικών ασκήσεων και της στρατιωτικής πειθαρχίας. Οι πολίτες αντί να συχνάζουν στις παλαίστρες και τα γυμνάσια τώρα παρακολουθούσαν επαγγελματικές επιδείξεις. Οι ενήλικες έβρισκαν τρόπους να αποφεύγουν τη στρατιωτική υπηρεσία. Και ο πόλεμος τώρα είχε γίνει επαγγελματική υπόθεση. Οι πολίτες στρατιώτες είχαν αντικατασταθεί από μισθοφόρους. Οι Έλληνες μισθοφόροι πουλούσαν τον εαυτό τους αδιακρίτως σε Έλληνες ή «βαρβάρους» στρατηγούς και πολεμούσαν το ίδιο συχνά κατά της Ελλάδας όσο και υπέρ αυτής. Οι περσικοί στρατοί που αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος ήταν πλήρεις Ελλήνων. Οι στρατιώτες τώρα έχυναν το αίμα τους όχι για την πατρίδα αλλά για την καλύτερη πληρωμή που μπορούσαν να βρουν.
Η πολιτική διαφθορά που ακολούθησε τον θάνατο του Περικλή συνεχίστηκε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τον νόμο η δωροδοκία τιμωρούνταν με θάνατο. Κατά τον Ισοκράτη «αμειβόταν με στρατιωτική και πολιτική προτίμηση». Η Περσία δωροδοκούσε εύκολα τους Έλληνες πολιτικούς για να κάνουν πόλεμο εναντίον άλλων ελληνικών πολιτειών ή της Μακεδονίας.
Καθένα από τα κόμματα οργάνωνε επιτροπές, εφεύρισκε συνθήματα, διόριζε πράκτορες και μάζευε χρήματα. Εκείνοι που πλήρωναν για όλα αυτά ομολογούσαν ειλικρινά ότι περίμεναν να αποζημιωθούν στο διπλάσιο. Όσο η πολιτική γινόταν περισσότερο εμπαθής τόσο υποχωρούσε ο πατριωτισμός.
Η πόλη κράτος αποδείχθηκε ανίκανη να λύσει τα προβλήματα της διακυβέρνησης. Δεν κατόρθωσε να τηρήσει την εσωτερική τάξη και την εξωτερική άμυνα. Ο ταξικός πόλεμος είχε γίνει οξύτατος και είχε μεταβάλει τη δημοκρατία σε στίβο νομοθετικής λεηλασίας.
Η Εκκλησία του Δήμου, η οποία υπήρξε κάποτε ευγενές σώμα, τώρα είχε εκφυλιστεί σε όχλο που μισούσε κάθε ανωτερότητα και απέρριπτε κάθε συγκράτηση. Ψήφιζε χαριστικά υπέρ του εαυτού της και φορολογούσε την ιδιοκτησία, τη βιομηχανία και την οικονομία. Ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος και ο Αντίπατρος δεν κατέστρεψαν την ελληνική ελευθερία. Καταστράφηκε μόνη της.
αποσπάσματα από το βιβλίο του ΓΟΥΙΛ ΝΤΥΡΑΝ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ»
250px-Milet_amfiteatr_RB
Το θέατρο της αρχαίας ΜιλήτουΈνα άλλο αποτέλεσμα της πτώσης των μισθών ήταν ο περιορισμός της οικογένειας. Λίγοι μπορούσαν να συντηρήσουν πάνω από ένα παιδί. Από επιγραφές σε νεκροταφείο της Μιλήτου (200 π.Χ.) διαπιστώνουμε ότι 79 οικογένειες είχαν συνολικά 118 γιους και μόλις 28 κόρες. Κάτι που σημαίνει πρώτον ότι λιγότερες από τις μισές οικογένειες είχαν τουλάχιστον δυο γιους και δεύτερον ότι τα νεογέννητα κορίτσια ήταν ανεπιθύμητα. «Ακόμη και ο πλούσιος  πάντοτε εκθέτει τας θυγατέρας του» έγραφε ο Ποσείδιππος. Αλλά και ο Πολύβιος έγραφε: «Κατά την εποχή μας ολόκληρη η Ελλάς έχει τόσο χαμηλό αριθμό γεννήσεων ώστε οι πόλεις έχουν ερημωθεί και η γη έπαψε να αποδίδει καρπούς».
nemea-naos-dios
Ο Ναός του Δία στη Νεμέα (330 π.Χ.)Αποτέλεσμα της χρεοκοπίας της πόλης κράτους ήταν και ο μαρασμός της παλιάς θρησκείας. Οι θεοί της πόλης κράτους είχαν αποδειχθεί ανίκανοι να την υπερασπίσουν. Η Αθήνα του 3ου αιώνα π.Χ. είχε κατακλυστεί από εξωτικές θρησκείες που όλες υπόσχονταν τον ουρανό και απειλούσαν με την κόλαση. Η παλιά θρησκεία υπήρξε αριστοκρατική και είχε αποκλείσει ξένους και δούλους. Τα νέα ανατολικά δόγματα δέχονταν όλους τους άντρες και τις γυναίκες, δούλους ή ελεύθερους και υπόσχονταν σε όλους την αιώνια ζωή. 
aphrodite_of_milosΑφροδίτη της Μήλου (2ος αιώνας π.Χ.)Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μαρτυρεί πως, μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, οι Έλληνες είχαν αποκτήσει συνείδηση της επερχόμενης παρακμής. Αντίθετα μάλιστα η υλική ευμάρεια τούς έδινε την εντύπωση μιας λαμπρής ακμής. Η άνοδος των νέων ελληνομακεδονικών δυναστειών στους θρόνους της Σελεύκειας, της Αιγύπτου κλπ., άνοιξε τις αγορές των χωρών αυτών, που χρειάζονταν λίγο απ’ όλα: ποτέ άλλοτε το μεσογειακό εμπόριο δεν είχε ανθίσει σε τέτοιο βαθμό.
Η μεγάλη εμπειρία που είχαν αποκτήσει οι Αθηναίοι τραπεζίτες από την εποχή του Περικλή, τους εξασφάλιζε την υπεροχή. Άνοιξαν υποκαταστήματα στις καινούριες πρωτεύουσες και μονοπωλούσαν όλες τις υποθέσεις. Ένας απ’ αυτούς, ο Αντιμένης, οργάνωσε στη Ρόδο την πρώτη ασφαλιστική εταιρεία, που αρχικά ασφάλιζε μόνο περιπτώσεις απώλειας σκλάβων, αργότερα όμως επεκτάθηκε και σε περιπτώσεις ναυαγίων ή επιδρομής πειρατών. Το ασφάλιστρο ήταν 8%. Οι θησαυροί που βρέθηκαν στα ταμεία των ηττημένων κρατών και των σατραπειών, μπήκαν μαζικά στην κυκλοφορία προκαλώντας πληθωριστικές τάσεις. Σιγά σιγά οι οικονομικές αποστάσεις που χώριζαν τους φτωχούς πολίτες από τους σκλάβους άρχισαν να εκμηδενίζονται και οι δύο αυτές τάξεις συγχωνεύτηκαν σε ένα ανώνυμο και εξαθλιωμένο προλεταριάτο.
ΙΝΤΡΟ ΜΟΝΤΑΝΕΛΙ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»
Οι πλούσιοι γίνονταν κάθε μέρα περισσότερο πλούσιοι και οι φτωχοί περισσότερο φτωχοί. Για να βγει η μη χρυσή νεολαία της Ελλάδας από τη μιζέρια και την ανεργία της δεν υπήρχε καμιά άλλη διέξοδος: να καταταχτούν στον στρατό, που τους έταζε το χρυσάφι της Ασίας, να γίνουν μισθοφόροι, να πουληθούν σ’ όποιον έδινε τα περισσότερα. Οι διάδοχοι και οι επίγονοι του Αλέξανδρου θα βρουν όλους τους στρατιώτες που είχαν ανάγκη ανάμεσα σ’ αυτούς. Με την κατάκτηση της εσωτερικής Ασίας, της Συρίας και ιδιαίτερα της Φοινίκης, με την κυκλοφορία τεράστιων ποσών από νομίσματα, ο ελληνικός κόσμος πέρασε από μια οικονομία αποθησαύρισης, σε μια οικονομία που στηρίζεται στο πιστωτικό σύστημα. Οι ανθρώπινες ομάδες απόθεταν τα συμφέροντά τους στους τραπεζίτες και οι βασιλιάδες στους επιχειρηματίες, στους ενοικιαστές των φόρων που τους προκατέβαλλαν χρήματα και οι οποίοι -στην πραγματικότητα- τους καταδυνάστευαν.
PAUL FAURE «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ»
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΑ  https://logomnimon.wordpress.com/2016/05/23/%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae/

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ[ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΙ ΣΕ ΑΦΡΟΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ]

“Νεκρικοί διάλογοι” αφιερωμένοι σε άφρονες πολιτικούς

Οι “Νεκρικοί διάλογοι”, έργο του Σύρου Αττικιστή Λουκιανού, είναι σατιρικοί διάλογοι στον κόσμο των αποθανόντων με τους οποίους σχολιάζεται η ματαιοπονία και η υποκρισία των ανθρώπων. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος. Ο Λουκιανός είναι ένας Αττικιστής συγγραφέας και ρήτορας. Γεννήθηκε το 120 μ.Χ. στα Σαμοσάτα Κομμαγηνής στην Συρία, γι’ αυτό και ονομάζεται Σαμοσατεύς.. Επιδόθηκε στα γράμματα και επιθυμούσε να γίνει ρήτορας, που ήταν τότε και το κορύφωμα της παιδείας. Έμαθε την ελληνική γλώσσα και τη ρητορική και έγινε δικηγόρος στην Αντιόχεια. Αλλά επιθυμώντας φήμη και κέρδος, διδάχθηκε ακόλουθα σοφιστική ρητορική στη Σμύρνη, και σαν σοφιστής άρχισε να επιδεικνύει την τέχνη του σε γιορτές και πανηγύρεις. Περιόδευσε τη Μικρά Ασία, τη Μακεδονία, και αφού έμεινε αρκετά στην Ελλάδα, πέρασε στην Ιταλία για να καταλήξει στη Ρώμη. Αφού γρήγορα αναγνώρισε την κενότητα του νέου επαγγέλματος, παραιτήθηκε απ’ αυτό και στράφηκε προς τη φιλοσοφία γοητευμένος από τους Πλατωνικούς. Επειδή ήταν φτωχός περιόδευσε σαν σοφιστής τη Γαλατία, διδάσκοντας και απαγγέλλοντας, για να αποκτήσει πλούτο πολύ. Ύστερα απ’ όλα αυτά, ξανάρθε στην Αθήνα, όπου φιλοσοφούσε και συνέγραφε τους περίφημους Διαλόγους του. Ο Λουκιανός, όπως αναφέρεται, έγραψε 82 έργα, από τα οποία πολλά θεωρούνται ψευδεπίγραφα. Τα ωραιότερα έργα του είναι τα διαλογικά. Γενικά οι υποθέσεις των συγγραφών του θέλγουν για την ποικιλία τους.
Ο Λουκιανός με οξύτατο βλέμμα διείδε τα πλημμελήματα των συγχρόνων του, τη δεισιδαιμονία, τον παρασιτισμό, την προσποίηση των φιλοσόφων, την απειροκαλία των γραμματικών, πράγματα που στιγμάτισε με γελαστούς χαριεντισμούς και δηκτικά σκώμματα. Δεινός ζωγράφος των ανθρωπίνων αδυναμιών, σκώπτει και χλευάζει, όχι απλώς για να κάνει τον αναγνώστη να γελάσει, αλλά για να διδάξει, επιδεικνύοντας τη φωτεινή διαύγεια και το κάλλος της ελληνικής διάνοιας.
Το σημερινό μας άρθρο είναι αφιερωμένο στους άφρονες πολιτικούς μας, που από το 1974 και μετά κυβέρνησαν την πατρίδα μας, αλλά κυρίως στους σύγχρονους Εφιάλτες και Νενέκους, που μας έβαλαν στην λαιμητόμο της Ε.Ε, και σε όσους μας επέβαλαν τα μνημόνια. Θα βασιστεί σε δύο αποσπάσματα από τους “Νεκρικούς διαλόγους”.
Ας δούμε τον πρώτο, στον οποίο περιγράφεται η είσοδος των νεκρών στη βάρκα του Χάρου, που θα τους μεταφέρει στον Άδη. Πριν εισέλθουν οι νεκροί στη βάρκα πρέπει να αφήσουν όλα τα περιττά που είχαν στη ζωή:
[[ ΧΑΡΩΝ. Ἀκοῦστε πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅπως βλέπετε, τὸ σκάφος μας, εἶναι μικρό, σχεδὸν σάπιο καὶ τρύπιο· ἄν γείρει πρὸς τὴ μιὰ ἤ τὴν ἄλλη πλευρά, πάει, ἀνατράπηκε. Ἐσεῖς καταφτάνετε ἐδῶ κατὰ στίφη, κουβαλώντας πολλὰ ὁ καθένας. Ἄν λοιπὸν μπεῖτε μαζὶ μ’ ὅλα τοῦτα, φοβᾶμαι μήπως ἔπειτα τὸ μετανιώσετε, ἰδιαίτερα ὅσοι δὲν ξέρετε κολύμπι.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ νὰ κάνουμε λοιπὸν γιὰ να ‘χουμε καλὸ ταξίδι;
ΧΑΡΩΝ. Θὰ σᾶς πῶ ἐγώ. Πρέπει νὰ ἀφήσετε ὅλα τὰ περιττὰ στὴν παραλία καὶ νὰ ἐπιβιβαστεῖτε γυμνοί, γιατὶ ἀκόμη κι ἔτσι, μόλις ποὺ σᾶς ἀντέχει τὸ πλοῖο. Ὅσο γιὰ σένα Ἑρμῆ, να ‘χεις τὸ νοῦ σου ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ μὴν ἀφήσεις κανένα τους νὰ μπεῖ στὸ πλοῖο ἄν δὲν εἶναι γυμνὸς καὶ δὲν ἔχει πετάξει τὰ πράγματά του ὅπως εἶπα. Στάσου στὴ σκάλα, ξεχώριζέ τους καὶ βάλ’τους μέσα, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἀναγκάσεις νὰ γδυθοῦν.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Ἔτσι θὰ κάνουμε. Ἔ, ποιὸς εἶναι πρῶτος;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἐγώ, ὁ Μένιππος. Να, τὸ σακκίδιό μου, Ἑρμῆ, καὶ τὸ μπαστούνι μου, τὰ ρίχνω στὴ λίμνη. Τὸ τριμμένο πανωφόρι οὔτε κὰν τὸ ἔφερα καὶ καλὰ ἔκανα.
ΕΡΜΗΣ. Μπὲς μέσα Μένιππε, ἄξιε ἄνθρωπε, καὶ πᾶρε τὴν τιμητικὴ θέση δίπλα στὸν κυβερνήτη, ἐκεῖ ψηλά, γιὰ νὰ τοὺς βλέπεις ὅλους. Τοῦτος ὁ ὡραῖος πάλι, ποιὸς εἶναι;
ΧΑΡΜΟΛΕΩΣ. Εἶμαι ὁ Χαρμόλεως ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ὁ ἀξιαγάπητος ποὺ τὸ φιλί μου ἄξιζε δύο τάλαντα.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε λοιπὸν τὴν ὀμορφιά, τὰ χείλη μαζὶ μὲ τὰ φιλιά, τὰ πυκνὰ μαλλιά, τὰ κόκκινα μάγουλα κι ὅλο σου τὸ δέρμα. Ἐντάξει, ξαλάφρωσες, ἐπιβιβάσου τώρα. Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ἐκεῖ, μὲ τὸ πορφυρὸ ἔνδυμα καὶ τὸ διάδημα, ὁ σκυθρωπός;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ὁ Λάμπιχος, ὁ τύραννος τῆς Γέλας.
ΕΡΜΗΣ. Γιατὶ λοιπὸν, Λάμπιχε, κουβαλᾶς τόσα μαζί σου;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Καὶ γιατί; Ἔπρεπε να ῤθω γυμνὸς Ἑρμῆ, τύραννος ἄνθρωπος;
ΕΡΜΗΣ. Τύραννος ὄχι, νεκρὸς ναί. Γι’αὐτὸ βγάλ’τα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά, πέταξα τὸν πλοῦτο μου.
ΕΡΜΗΣ. Πέταξε καὶ τὴ ματαιοδοξία Λάμπιχε, μαζὶ μὲ τὴν ὑπεροψία. Θὰ βαρύνει ἡ βάρκα ἄν ἔρθουν κι αὐτὲς μαζί.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄσε με τουλάχιστον νὰ κρατήσω τὸ διάδημα καὶ τὸν μανδύα μου.
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα ὄχι. Ἄφησέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄς εἶναι. Τὶ ἄλλο; Τ’ἄφησα ὅλα ὅπως βλέπεις.
ΕΡΜΗΣ. Μένουν ἀκόμα ἡ ὠμότητα, ἡ παλαβομάρα, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ ὀργή. Πέταξέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά, εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Τώρα μπές. Κι ἐσὺ ὁ χονντρός, ὁ πολύσαρκος, ποιὸς εἶσαι;
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ὁ Δαμασίας ὁ ἀθλητής.
ΕΡΜΗΣ. Ναί, μοιάζεις. Σὲ ξέρω, γιατὶ σὲ εἶδα πολλὲς φορὲς στὶς παλαίστρες.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ναί, Ἑρμῆ. Ἄσε με ὅμως νὰ μπῶ, ἀφοῦ εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Δὲν εἶσαι γυμνὸς φίλε μου, μὲ τόσες σάρκες πάνω σου. Βγάλ’τες λοιπόν, γιατὶ θὰ βουλιάξεις τὸ σκᾶφος, ἄν ἀνεβάσεις ἔστω καὶ τὸ ἕνα σου πόδι. Πέταξε ἐπίσης τὰ στεφάνια τοῦτα καὶ τὶς διακηρύξεις τῆς δύναμής σου.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Νά, ὅπως βλέπεις εἶμαι πραγματικὰ γυμνὸς καὶ ἴσος στὸ βάρος μὲ τοὺς ἄλλους νεκρούς.
ΕΡΜΗΣ. Καλύτερα ἔτσι ἀνάλαφρος. Μπὲς λοιπόν. Κι ἐσύ, Κράτωνα, πέταξε τὸν πλοῦτο, τὴ μαλθακότητα, τὴν καλοπέραση καὶ μὴ φέρνεις μέσα τὶς νεκρικὲς προσφορές, οὔτε τὶς διακρίσεις τῶν προγόνων σου· ἄσε πίσω σου τὴν καταγωγή, φήμη, τὶς δημόσιες διακηρύξεις πρὸς τιμή σου, τὶς ἐπιγραφὲς στοὺς ἀδριάντες, καὶ μὴ λὲς πὼς κατασκεύασαν μεγάλο τάφο πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα σου, γιατὶ βαραίνουν κι αὐτὰ ὅταν τὰ θυμᾶσαι.
ΚΡΑΤΩΝ. Δὲν μοῦ ἀρέσει, μὰ τὰ ρίχνω ὅλα. Τὶ ἄλλο μπορῶ νὰ κάνω;
ΕΡΜΗΣ. Πῶ, πῶ! Ἐσὺ ὁ ἁρματωμένος, τὶ θέλεις; Γιατὶ κουβαλᾶς τὸ τρόπαιο τοῦτο;
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Ἐπειδὴ νίκησα Ἑρμῆ, διακρίθηκα καὶ ἡ πόλη μὲ τίμησε.
ΕΡΜΗΣ. Ἄσε πάνω στὴ γῆ τὸ τρόπαιο. Στὸν Ἅδη ὑπάρχει εἰρήνη καὶ δὲν θὰ σοῦ χρειαστοῦν τὰ ὅπλα. Τοῦτος πάλι ὁ σεβάσμιος, ἄν κρίνω ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση, καὶ ὑπερήφανος, μὲ τὰ σηκωμένα φρύδια, ὁ περίφροντις, ποιὸς νὰ εἶναι, αὐτὸς μὲ τὴ μακριὰ γενειάδα;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάποιος φιλόσοφος Ἑρμῆ, ἤ καλυτερα κάποιος τσαρλατάνος, ποὺ ὅλο κουβεντιάζει γιὰ θαύματα. Γδῦστον λοιπὸν καὶ τοῦτον. Θὰ δεῖς πολλὰ καὶ γελοῖα πράγματα, κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὸ πανωφόρι του.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε πρῶτα τὴ στολή, κι ἔπειτα ὅλα τ’ἄλλα. Δία μου, πόση ἀλαζονεία μεταφέρει, πόση ἀμάθεια, διχόνοια, ματαιοδοξία, ἀναπάντητα ἐρωτήματα, ἀκανθώδη ἐπιχειρήματα, πολύπλοκες ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλὴ ματαιοπονία, οὐκ ὀλίγη ἀνοησία, κούφια λόγια, σχολαστικισμό, μὰ τὸν Δία, καὶ χρυσάφι, ἡδυπάθεια, ἀναισχυντία, ὀργή, τρυφή, καὶ μαλθακότητα! Δὲν μοῦ ξέφυγε τίποτε, ἄν καὶ προσπαθεῖς ἐπιμελῶς νὰ τὰ κρύψεις. Πέταξε καὶ τὸ ψέμα, τὴν περηφάνια καὶ τὴν πεποίθηση πως εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἄν πήγαινες νὰ ἐπιβιβαστεῖς μὲ ὅλα τοῦτα, οὔτε πολεμικὸ πλοῖο μὲ πενήντα κουπιά δὲν θὰ σὲ ἄντεχε.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τὰ πετῶ λοιπὸν ἀφοῦ ἔτσι μὲ διατάζεις.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ βγάλει καὶ τὸ μοῦσι, Ἑρμῆ, ποὺ εἶναι βαρὺ καὶ φουντωτό, ὅπως βλέπεις. Ἔχει τουλάχιστον δυόμισι κιλὰ μαλλί.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Βγάλ’το καὶ τοῦτο.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Καὶ ποιὸς θὰ μὲ κουρέψει;
ΕΡΜΗΣ. Ὁ Μένιππος ἀπὸ δῶ, θὰ πάρει πέλεκυ ναυπηγοῦ καὶ θὰ τὸ κόψει, χρησιμοποιώντας τὴν ἀποβάθρα γιὰ κούτσουρο.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ὄχι Ἑρμῆ. Δῶσε μου πριόνι. Θὰ ἔχει περισσότερη πλάκα ἔτσι.
ΕΡΜΗΣ. Κι ὁ πέλεκυς καλὸς εἶναι. Μπράβο. Τώρα ποὺ ἔχασες τὸ τραγίσιο γένι, δείχνεις πιὸ ἀνθρώπινος.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Θέλεις νὰ ἀραιώσω λίγο καὶ τὰ φρύδια του;
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα. Τὰ σηκώνει πάνω ἀπὸ τὸ μέτωπο, λὲς καὶ θέλει νὰ φτάσει κι ἐγὼ δὲν ξέρω ποῦ. Τὶ συμβαίνει; Κλαῖς κάθαρμα καὶ δειλιάζεις μπροστὰ στὸν θάνατο;Μπὲς μέσα λοιπόν.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἔχει ἀκόμη κάτι πολὺ βαρύ, κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ, Μένιππε;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὴν κολακεία, Ἑρμῆ, ποὺ τοῦ χρησίμευσε πολὺ στὴ ζωή του.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Πέταξε τότε κι ἐσὺ Μένιππε, τὴν ἐλευθερία, τὴν παρρησία, τὴν εὐθυμία, τὴν ἀνώτερη συμπεριφορά καὶ τὸ γέλιο. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ γελᾶς.
ΕΡΜΗΣ. Ὄχι, κράτησέ τα· Εἶναι ἐλαφριά, μεταφέρονται εὔκολα κι εἶναι χρήσιμα στὸ ταξίδι. Ἐσὺ πάλι, ρήτορα, πέταξε τὴν τόση ἀπεραντολογία, τὶς ἀντιθέσεις, τὶς παρισώσεις, τὶς περιόδους, τοὺς βαρβαρισμοὺς καὶ τὰ ἄλλα ποὺ βαραίνουν τὰ λόγια σου.
ΡΗΤΟΡΑΣ. Ὁρίστε, τὰ πετῶ.
ΕΡΜΗΣ. Ὡραῖα. Λῦσε λοιπὸν τὰ παλαμάρια, ἄς ἀνεβάσουμε τὴ σκάλα, ἄς σηκώσουμε τὴν ἄγκυρα, ἅπλωσε τὸ πανί, κι ἐσύ, Χάροντα, πάρε τὸ τιμόνι. Καλό μας ταξίδι. Γιατὶ θρηνεῖτε, ματαιόδοξοι, ἰδίως ἐσὺ ὁ φιλόσοφος, ποὺ μόλις σοῦ λεηλάτησαν τὸ μοῦσι;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐπειδὴ Ἑρμῆ, νόμιζα πὼς ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατη.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ψέματα λέει. Ἄλλα τὸν στενοχωροῦν.
ΕΡΜΗΣ. Ποιά;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν θὰ παίρνει πιὰ μέρος σὲ πολυτελῆ δεῖπνα, οὔτε θὰ βγαίνει ἔξω τὴ νύχτα, κρυφὰ ἀπ’ὅλους μὲ τὸ πανωφόρι τυλιγμένο γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ φέρνει γύρω τὰ πορνεῖα, καὶ τὸ πρωί, νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς νέους καὶ νὰ παίρνει χρήματα γιὰ τὴ σοφία του. Αὐτὰ τὸν στενοχωροῦν.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐσὺ Μένιππε, δὲν στενοχωριέσαι ποὺ πέθανες;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Πῶς Θὰ μποροῦσα ἀφοῦ ἐπίσπευσα τὸ θάνατό μου, χωρίς νὰ μὲ καλέσει κανεῖς; Τώρα ποὺ μιλᾶμε ὅμως, δὲν ἀκούγεται ἕνας θόρυβος, λὲς καὶ κάποιοι φωνάζουν στὴ γῆ;
ΕΡΜΗΣ. Ναί, Μένιππε, καὶ δὲν ἀκούγεται ἀπὸ ἕνα μέρος. Ἄλλοι ἔχουν συγκεντρωθεῖ στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ γελοῦν, εὐχαριστημένοι ὅλοι μὲ τὸ θάνατο τοῦ Λαμπίχου, οἱ γυναῖκες ἔχουν πιάσει τὴ γυναίκα του, ἐνῶ τὰ παιδάκια του τὰ κτυποῦν μὲ πολλὲς πέτρες ἄλλα παιδιά. Ἄλλοι πάλι, στὴ Σικυώνα, ἐπαινοῦν τὸν Ρήτορα Διόφαντο γιὰ τὸν ἐπιτάφιο λόγο πρὸς τιμὴν τοῦ Κράτωνα ἀπὸ δῶ. Καί, μὰ τὸν Δία, ἡ μητέρα τοῦ Δαμασία ὀδύρεται καὶ σέρνει τὸ μοιρολὀι μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες γιὰ τὸν Δαμασία. Ἐσένα ὅμως, Μένιππε, κανένας δὲν σὲ κλαίει. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ ἀναπαύεται ἥσυχα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάθε ἄλλο, θ’ἀκούσεις μετὰ ἀπὸ λίγο τὰ σκυλιά, νὰ οὐρλιάζουν σπαρακτικὰ γιὰ μένα καὶ τὰ κοράκια νὰ χτυποῦν τὰ φτερά τους, ὅταν συγκεντρωθοῦν νὰ μὲ θάψουν.
ΕΡΜΗΣ. Εἶσαι ἀνώτερος ἄνθρωπος Μένιππε. Ἀλλὰ τώρα ποὺ φτάσαμε, ἐσεῖς πηγαίνετε στὸ δικαστήριο, ἀκολουθώντας τὴν εὐθεία ἐκείνη, ἐνῶ ἐγὼ κι ὁ πορθμέας θὰ πᾶμε νὰ φέρουμε ἄλλους.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Καλὸ ταξίδι να ‘χετε, Ἑρμῆ. Πᾶμε κι ἐμεῖς. Γιατὶ λοιπὸν καθυστερεῖτε; Θὰ χρειαστεῖ νὰ δικαστοῦμε καὶ λένε πὼς οἱ τιμωρίες εἶναι βαριές, τροχοί, βράχοι, καὶ γῦπες. Θὰ ἀποκαλυφθεῖ βλέπετε, ἡ ζωὴ τοῦ καθενός.. ]]
Ποιος από αυτούς τους επιφανείς τενεκέδες με την παροδική λάμψη, που μας πούλησαν στο ΔΝΤ και τους αφανείς Εβραίους τοκογλύφους, σκέφτηκε όσα έχει πει ο “εκκλησιαστής” και επανέλαβε ο αξέχαστος ηθοποιός Σταύρος Ξενίδης σε κάποιο έργο του ωραίου ελληνικού κινηματογράφου, και ποιος εμβάθυνε στο νόημα της φράσης: «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»;
Οι 300 βουλευτές, που ψήφισαν τα τρία μνημόνια και ξεπούλησαν την Ελλάδα μας- συμπεριλαμβάνω κι αυτούς του ΚΚΕ γιατί τα πυρά τους είναι άσφαιρα- ξέχασαν το τραγούδι:
«Τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε,
τούτη η γης με τα λιθάρια, τρώει νιούς και παλληκάρια,
τούτη θα με φάει κι εμένα, γράψε αλλοίμονο σε σένα. »
Κι όταν μπει στη μαύρη γη ο Βουβαλοθόδωρας ο Πάγκαλος, ο Βενιζέλος, ο Πάνος ο Καμμένος, ο Βούτσης κι ο Φίλης, τι γλέντι θα κάνουν τα σκουλήκια; Γιατί τα πάχη τους, τα κάλλη τους, την αλαζονεία τους, την αμετροέπειά τους, τον κυνισμό τους, την αφροσύνη τους, όλα τα θα έχουν αφήσει πριν μπουν στη βάρκα, όπως ο Λάμπιχος του νεκρικού διαλόγου. Από κοντά πηγαίνουν οι Φλαμπουράρης, Σταθάκης, οι οποίο προκλητικά σαν νέοι “εκκλησιαστές” επαναλαμβάνουν: «Κατασκεύασα μεγάλα έργα, έχτισα για τον εαυτό μου σπίτια και φύτεψα αμπέλια, έφτιαξα κήπους και φυτείες με όλων των ειδών τα οπωροφόρα δέντρα. Κατασκεύασα δεξαμενές νερού για να ποτίζω τα δέντρα του άλσους. Αγόρασε δούλους και δούλες, χώρια οι δούλοι που είχαν γεννηθεί στο σπίτι μου. Ακόμη απέκτησα κοπάδια αγελάδες και πρόβατα περισσότερα από όσα είχαν όλοι όσοι έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Επίσης συγκέντρωσα ασήμι και χρυσάφι και βασιλικούς θησαυρούς από τις χώρες που κυβέρνησα. Απέκτησα τραγουδιστές και τραγουδίστριες και πολυάριθμες γυναίκες, όσες θα μπορούσε κανείς να επιθυμήσει.
Έγινα μεγάλος και ξεπέρασα όλους εκείνους που έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Η σοφία μου με βοήθησε, έτσι που ό,τι επιθύμησαν τα μάτια μου να μην τους το αρνηθώ• δεν αποστέρησα τον εαυτό μου από καμιά χαρά. Απολάμβανα το κάθε έργο μου, κι αυτό ήταν η αμοιβή μου για όλους τους κόπους μου.» (“Εκκλησιαστής”, 4- 10)
Να θυμίσουμε, όμως, στους σκατόψυχους- και σ’ αυτούς θα προσθέσουμε όλους όσους μας προκάλεσαν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και όσους μας προκαλούν τώρα- πως λίγο παρακάτω ο ίδιος ο “εκκλησιαστής” λέει: «τὰ πάντα εἰς τόπον ἕνα• τὰ πάντα ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χοός, καὶ τὰ πάντα ἐπιστρέψει εἰς τὸν χοῦν.
Οι δωσίλογοι πολιτικοί μας θυσιάζοντας το λαό τους, την πατρίδα τους, έσωσαν τους τραπεζίτες, δηλαδή τα αφεντικά τους! «Οι Έλληνες έσωσαν τις ευρωπαϊκές τράπεζες και κυρίως την Deutsche Bank», μας πληροφορούν διακεκριμένοι οικονομικοί αναλυτές του εξωτερικού και ξένοι ευρωβουλευτές.
Οι πολιτικοί μας εκχώρησαν την εθνική κυριαρχίας στην τρόικα και τους οικονομικούς δολοφόνους των λαών, στραγγαλίζοντας τη νεολαία μας, οδηγώντας στη λαιμητόμο τους εργαζόμενους, σφαγιάζοντας τους καταστηματάρχες. Η Ευρωζώνη, που προωθεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου στραγγαλίζοντας τις ελευθερίες των εργαζομένων σε όλες τις χώρες, κυνικά ζητάει το αίμα των Ελλήνων. Μετέτρεψε την χώρα του φωτός σε χωματερή, συσσωρεύοντας εδώ τους μουσουλμάνους που κατέστησε απάτριδες γιατί έκανε κόλαση τις χώρες τους. Και επειδή η διεθνής μαφία του χρήματος επιθυμεί να δημιουργηθεί κουρδικό κράτος, για να μην θυμώσει ο σουλτάνος Ερντογάν, του υποσχέθηκε τα νησιά του Αιγαίου. Ακόμη και η Αίγινα είναι στο στόχαστρο των Τούρκων. Και η κυβέρνηση- μαριονέτες του Ελλαδιστάν όχι μόνο δεν διαμαρτύρεται στους διεθνείς οργανισμούς, αλλά απεναντίας ο υπουργός εξωτερικών Κοτζιάς χαριεντίζεται με τους εχθρούς μας.
Ο πρωθυπουργός της απάτης και του ψέματος, ο Αλέξης Τσίπρας, θα απεκδυθεί κάθε αλαζονεία και πομπώδη φλυαρία, όταν έρθει η ώρα να βγει η βρώμικη ψυχή του, για να μπορέσει να μπει στη βάρκα. Κι εκεί περιμένουν οι κριτές, ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός και λίγο πιο πέρα ο Μίνωας. Εκεί όλα θα αποκαλυφθούν. Όπως ο Σίσυφος, ο Τάνταλος, ο Ιξίωνας και οι άλλοι τιμωρημένοι κρίθηκαν για την “ύβριν” τους , βαριά θα είναι η τιμωρία όλων των πρωθυπουργών, από τον Σημίτη μέχρι και τον Τσίπρα, με όλους τους υπουργούς και τους βουλευτές τους. Τίποτα από αυτά που τους παρέσυραν στην “ύβρι” δεν θα πάρουν μαζί τους. Και ο σιωπηλός παρατηρητής θα σκεφθεί:
«… και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον. Άρα τις έστι, βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης…»
Ας δούμε τώρα τον δεύτερο διάλογο, όπου διακεκριμένοι βασιλιάδες θρηνούν για όσα έχασαν:
[[ ΚΡΟΙΣΟΣ. Δεν τον υποφέρουμε πια ω Πλούτων αυτόν τον σκύλο, τον Μένιππο να μένει κοντά μας. Ή στείλ’ τον αλλού ή να πάμε εμείς να μείνουμε σε άλλο μέρος.
ΠΛΟΥΤΩΝ Τι κακό μπορεί να σας κάνει; Νεκρός είναι κι αυτός όπως κι εσείς
ΚΡΟΙΣΟΣ Να, όταν εμείς θρηνούμε και στενάζουμε, καθώς θυμόμαστε όσα είχαμε στον επάνω κόσμο, ο Μίδας το χρυσάφι του, ο Σαρδανάπαλος την τρυφή του κι εγώ τους θησαυρούς μου, αυτός μας περιγελά και μας βρίζει. Μας λέει τομάρια και καθάρματα και καμιά φορά την ώρα που κλαίμε αυτός τραγουδά και γενικά μας στεναχωρεί όσο δεν φαντάζεσαι.
ΠΛΟΥΤΩΝ Τι είναι αυτά που λένε Μένιππε;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ Αλήθεια είναι ω Πλούτων. Τους μισώ γιατί είναι άχρηστοι και παλιάνθρωποι. Δεν τους έφτανε που ζήσανε κατά το χειρότερο τρόπο, αλλά και πεθαμένοι θυμούνται και νοσταλγούν αυτά που είχαν. Το γλεντάω λοιπόν να τους δουλεύω.
ΠΛΟΥΤΩΝ Μα λογικό δεν είναι να λυπούνται; Δε χάσανε και λίγα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ Χάζεψες και συ Πλούτωνα; Συμφωνείς και επικροτείς τους στεναγμούς τους;
ΠΛΟΥΤΩΝ Κάθε άλλο, αλλά δε θέλω καυγάδες μεταξύ σας.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ Λοιπόν ακούστε με εσείς που ήσασταν οι χειρότεροι ανάμεσα στους Λυδούς, τους Φρύγες και τους Ασσύριους, να ξέρετε πως εγώ δεν θα σταματήσω όπου και να πάτε να σας ακολουθώ και να σας κοροϊδεύω, να σας περιγελώ και να σας βρίζω.
ΚΡΟΙΣΟΣ Αυτά δεν είναι ύβρις;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ Όχι. Ύβρις ήταν αυτά που κάνατε όταν ζούσατε. Που θέλατε να σας προσκυνούνε ελεύθεροι άνθρωποι και καλοπερνούσατε χωρίς να σκέφτεστε τον θάνατο. Από δω και μπρος θα κλαίτε καθώς θα θυμόσαστε όσα χάσατε.
ΚΡΟΙΣΟΣ Εγώ, θεέ μου, τα πολλά και μεγάλα χτήματα που είχα!
ΜΙΔΑΣ Εγώ το χρυσάφι μου!
ΣΑΡΔΑΝΑΠΑΛΟΣ Εγώ την καλοπέρασή μου!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ Έτσι μπράβο. Εσείς να κλαίτε κι εγώ να σας θυμίζω το γνώθι σαυτόν. Είναι ότι πρέπει για τους θρήνους σας. ]]
Τομάρια και καθάρματα, όπως λέει ο Μένιππος, ανίκανοι ή καιροσκόποι, πουλημένοι οι περισσότεροι από τους 300 της βουλής αντί πινακίου φακής- κάποιοι όμως τα έχουν αρπάξει χοντρά- δεν σκέφτηκαν πως όσα ψήφισαν και ψηφίζουν τους υποβιβάζουν από την τάξη των ανθρώπων στην τάξη των αγελαίων ζώων. Τι θα πει κομματική πειθαρχία; Μπορεί η πειθαρχία να τεθεί πιο ψηλά από τη συνείδηση; Εκτός κι αν η τελευταία έχει εξαερωθεί εντελώς. Με ποιο δικαίωμα εξανεμίζουν τα όνειρα των νέων και τους καθιστούν άλλους μεν μετανάστες και άλλους καταθλιπτικούς άνεργους- επομένως ανενεργούς παραγωγικά και χωρίς το δικαίωμα να κάνουν οικογένεια; Έχουν ποτέ τους σκεφτεί αυτοί που παίζουν λογιστικά με τους αριθμούς, τι τεράστιο πρόβλημα δημιουργούν ψυχολογικά, δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά, εθνικά, τόσο για το άμεσο, αλλά κυρίως για το απώτερο μέλλον; Το μέγα θέμα είναι πώς θα σωθούν οι μεγαλοτραπεζίτες και οι τζογαδόροι ή πώς θα σωθεί ο λαός και η πατρίδα;
Όπως είπε ο Μένιππος, όταν μετά από χρόνους πολλούς βρεθούμε στην άλλη όχθη της Αχερουσίας λίμνης, θα κοροϊδεύουμε, εμείς ο λαουτζίκος, που δεν τα φάγαμε μαζί με τα λαμόγια, τους άχρηστους και παλιάνθρωπους πολιτικούς, οι οποίοι θα θρηνούν γιατί έχασαν την καλοπέρασή τους σε βάρος των συμπολιτών τους. Γιατί είχαν βάλει βουλοκέρι στα αυτιά τους και δεν άκουσαν όταν ήταν ο κατάλληλος καιρός πως: «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον, ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα, επελθών γάρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται.»
Θα οδύρεται ο Γιωργάκης Παπανδρέου που έχασαν αυτός και τα αδέρφια του, οι οποίοι τζογάρησαν στην χρεωκοπία μας, τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας στο ΔΝΤ. Όμοια θα οδύρεται ο διασώστης από το πρώτο μνημόνιο Αντωνάκης Σαμαράς που μας έφερε το δεύτερο. Στα Τάρταρα δεν θα έχει την πεθερά του να διαφεντεύει την Πελοπόννησο, ούτε τα μεγαλεία της βίλας στην Κηφισιά. Ούτε θα μπορεί να απολύσει τον καθηγητή που μονόγραψε την κόλλα στο κωλόπαιδό του, που συνέλαβε να αντιγράφει. Στον Άδη ο διδάσκαλος των καταλήψεων σχολείων και πανεπιστημίων Αλέξης, που μας έταξε να σκίσει τα μνημόνια, για φέρει το τρίτο και χειρότερο, δεν θα έχει άμυαλους ψηφοφόρους για να τους απατά κατ’ εξακολούθηση, ούτε άχρηστους ακόλουθους για να τους διορίζει συμβούλους. Θα οδύρεται που οι φίλοι του εφοπλιστές δεν θα μπορούν να του παρέχουν διακοπές στα κότερά τους. Ο Σταθάκης θα θρηνεί που δεν θα έχει μερικά εκατομμύρια για να τα ξεχάσει να τα δηλώσει στην εφορία. Ο Φλαμπουράρης που δεν θα έχει βίλες με πισίνα για να του κάνει διακανονισμό ο δήμος στο νερό, όπου έβρεχε το βρωμόσωμά του. Ο Καμμένος που δε θα διαθέτει αεροπλάνα και ελικόπτερα για να κάνει τα ταξίδια του. Ο Άδωνης που δε θα βρίσκει τηλεόραση για να μας κάνει τα νεύρα τσατάλια.
Όλο το πολιτικό σύστημα είναι άρρωστο. Κακοήθης καρκινικός όγκος είναι στο σώμα της πατρίδας μας και απαιτείται ένα σοκ. Κι αυτό το σοκ δεν είναι μακριά… Και τότε οι έχοντες και κατέχοντες θα αντιληφθούν το πραγματικό νόημα του τροπάριου: «Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος; Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα.».
Οι πρόγονοί μας πίστευαν στο ηθικό σχήμα: ύβρις-άτη-νέμεσις-τίσις. Οι εγκληματίες του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και του των πολυεθνικών εταιρειών με τις μαριονέτες τους πολιτικούς, που τους λαδώνουν για να περνούν τους νόμους που επιθυμούν σε βάρος της ζωής και της αξιοπρέπειας των απλών πολιτών, έχουν διαπράξει μέγιστη ύβριν. Οι νόμοι του Μεγάλου Νομοθέτη και Δημιουργού είναι απαραβίαστοι. Η νέμεσις είναι προ των πυλών.
Κι εμείς. Εμείς οφείλουμε να υπερασπιστούμε το φυσικό μας δικαίωμα να έχουμε κι εμείς μια θέση κάτω από τον ήλιο. Τουλάχιστον για όσο χρόνο αναπνέουμε και μέχρι να πάμε στην αντίπερα όχθη όπου σαν τον Μένιππο θα τους περιγελούμε, θα τους βρίζουμε και θα τους κοροϊδεύουμε για το πόσο αχρείοι υπήρξαν…http://vagiablog.blogspot.gr/

ΥΨΙΠΥΛΗ [Μέρος Β΄]

ΥΨΙΠΥΛΗ Β΄
Γράφει ο Δημήτριος Μάρκου  
Τότε έφτασε ο Αμφιάραος, παίρνοντας το μέρος της Υψιπύλης και την έπεισε πως δεν έφταιγε. Πρότεινε να αναλάβει ο στρατός των Αργείων την ταφή, και να οργανώσει ταφικούς αγώνες, μετονομάζοντας το βρέφος σε Αρχέμορο (*8). Στους αγώνες (*9) αυτούς πήραν μέρος και οι γιοι της Υψιπύλης, όπου ήρθαν πρώτοι. Τότε φανέρωσαν την καταγωγή τους και τους γονιούς τους. Ο Αμφιάραος, αφού είδε το διακριτικό της γενιάς τους, ένα εγκόλπιο με χρυσή κληματόβεργα, ενδεικτικό της καταγωγής από τον Διόνυσο, τους φανέρωσε τη μητέρα τους. Έτσι έγινε το σμίξιμο της μάνας και των αγοριών της. Ο ρήγας Λυκούργος όχι μόνο δεν τιμώρησε την σκλάβα για την ολιγωρία της, που έγινε αφορμή να πεθάνει ο γιος του, αλλά της χάρισε και την ελευθερία. Τότε ελεύθερη και με τα δύο της παλικάρια η Υψιπύλη γύρισε στη Λήμνο, στην πατρίδα της, όπου έζησε ευτυχισμένη. ]]
Κατά την τραγωδία του Ευριπίδη, οι χαμένοι γιοι της Υψιπύλης ψάχνουν τη μάνα τους. Έτσι όταν έφτασαν στη Νεμέα, λίγο πριν χτυπήσουν την θύρα του παλατιού, συζητούν:
« ΘΟ.: Πρέπει να κυνηγάμε το σκοπό μας,
να βρούμε τη χαμένη μας μητέρα,
αν βέβαια ζει μετά από τόσα χρόνια.
ΕY.: Είμαστε βρέφη ακόμη όταν μας πήρε
μακριά της ο Ιάσονας κι ως τώρα
τίποτα δεν ακούσαμε για κείνη.
ΘΟ.: Τις βουλές των θεών κανείς δεν ξέρει
και την ελπίδα πάντα μας αφήνουν.
Οι άρχοντες περισσότερα γνωρίζουν
παρ’ όσα ο άλλος κόσμος. Λέω την πόρτα
να χτυπήσουμε τούτη κι ίσως κάτι
- αν μας δεχτούν – να μάθουμε για κείνα
που ψάχνουμε γυρνώντας στην Ελλάδα. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Την πρώτη που συνάντησαν ήταν η μητέρα τους, χωρίς να το γνωρίζουν. Εκείνη ρωτάει να μάθει από πούθε έρχονται και ποια είναι η φύτρα τους. Ο τραγωδός μας δίνει έναν διάλογο, απ’ όπου παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
« ΘΟ: Ρώτα μας ό,τι θες, ξον τ’ όνομά μας.
ΥΨ.: Τάχα γιατί δεν πρέπει να το πείτε;
ΘΟ.: Ο ίδιος ο χρησμός το απαγορεύει.
ΥΨ.: Πήρατε απ’ τους Δελφούς τέτοια μαντεία;
ΘΟ.: Κάποιος θεός μας μίλησε στον ύπνο.
ΥΨ.: Δεν ήταν ο χρησμός από το Φοίβο;
ΘΟ.: Ο Διόνυσος εφάνη στ’ όνειρό μας.
ΥΨ.: Ο Διόνυσος; Αλήθεια; Τι σας είπε;
ΘΟ.: Να ψάξουμε τη ρίζα μας να βρούμε.
ΥΨ.: Από παλιά χαμένη ή τώρα μόλις;
ΘΟ.: Είμαστε βρέφη ακόμη όταν εχάθη.
ΥΨ.: Πατέρα, μάνα ψάχνετε ή αδέρφια;
ΘΟ.: Αίμα συγγενικό, μη ρωτάς άλλο.
ΥΨ.: Να το γνωρίσετε έχετε σημάδι;
ΘΟ.: Κανένα.
ΥΨ.: Δύσκολο, πολύ δύσκολο το έργο.
ΘΟ.: Η τύχη και ο θεός θα βοηθήσουν. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Μετά εμφανίζεται στη σκηνή ο Αμφιάραος με την ακολουθία του, οι οποίοι ψάχνουν για νερό. Τότε συναντά την Υψιπύλη, από την οποία μαθαίνει την καταγωγή της:
« ΑΜ.: Είναι κακό τον τόπο σου ν’ αφήνεις
κι όπως τραβάς στο δρόμο σου, η ανάγκη
να σε στενεύει και να βλέπεις γύρω
σπίτια μοναχικά κι έρμα χωράφια,
μα πουθενά μια πόλη· να μη βρίσκεις
κάποιον να τον ρωτήσεις, να μην ξέρεις
πού να στραφείς· μια τέτοια δυσκολία
βρήκε και μένα· μ’ ευχαρίστηση όμως είδα
το σπίτι αυτό στου Δία το λιβάδι,
στη χώρα της Νεμέας. Θα σε ρωτήσω,
είτε είσαι δούλα ή όχι, η κατοικία
η αγροτική σε ποιόν ανήκει, ω ξένη,
καταμεσής στον τόπο του Φλειούντα;
ΥΨ.: Τα χαρούμενα είναι σπίτια του Λυκούργου,
που τον διαλέξανε στην Ασπία
να ΄ναι του Δία του ντόπιου ο ιερέας.
ΑΜ.: Νερό τρεχούμενο θέλω να βάλω
μες στα λαγήνια, στους θεούς να κάνω
σπονδές, για να μας δώσουν καλό δρόμο.
Αγνά τα στάσιμα νερά δεν είναι
και το στρατό μας ταραχή κατέχει.
……………………………………..
ΑΜ.: Εσύ τι κάνεις έξω απ’ το παλάτι;
ΥΨ.: Του βασιλιά φροντίζω αυτό το βρέφος.
ΑΜ.: Σαν συγγενής ή μήπως είσαι σκλάβα;
ΥΨ.: Σκλάβα, τροφός· δεν ήμουν έτσι πάντα.
ΑΜ.: Σε πήρανε λάφυρο πολέμου;
ΥΨ.: Μ’ έπιασαν πειρατές και με πουλήσαν.
ΑΜ.: Τι γύρευε στο πέλαο μια γυναίκα;
ΥΨ.: Έφευγα να γλιτώσω τη ζωή μου
ΑΜ.: Γιατί; Μήπως ανόσια είχες πράξει;
ΥΨ.: Έσωσα το γονιό μου όρκους πατώντας.
ΑΜ.: Δυσνόητα όσα λές, κι ας είμαι μάντης.
ΥΨ.: Κι έτσι με βρήκε μαύρη δυστυχία.
ΑΜ.: Το γένος τώρα πες και τ’ όνομά σου.
ΥΨ.: Είμαι η Υψιπύλη, μ’ έθρεψεν η Λήμνος.
ΑΜ.: Βασίλισσα σ’ ένα λαό γυναίκειο;
ΥΨ.: Κάποιον καιρό, μα τώρα μόνο σκλάβα.
ΑΜ.: Πριν φτάσει στην Κολχίδα, εσύ δεν ήσουν,…
ΥΨ.: Του Ιάσονα γυναίκα· που είναι τάχα; » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στους δύο ήρωες, όταν ο Αμφιάραος αποκαλύπτει, πως σαν μάντης που είναι, γνωρίζει ότι στην μάχη, που πηγαίνουν, αυτός θα σκοτωθεί:
« ΑM.: Ναι, δεν θα γυρίσω πίσω από τη μάχη.
ΥΨ.: Ξέροντας καθαρά πως θα πεθάνεις;
ΑΜ.: Δεν έχει γυρισμό ένας τέτοιος δρόμος.
ΥΨ.: Αφού θα σκοτωθείς, τι θυσιάζεις;
ΑΜ.: Το πιο καλό είναι αυτό· κανένας κόπος
την ευσέβεια στους θεούς να μη στομώνει.
ΥΨ.: Ακόμη κι αν αυτή μας πάει στον Άδη;
ΑΜ.: Ψηλότερη η αρετή από τη ζωή μας.
ΥΨ.: Ω φύση ευγενικιά κι όχι μόνο στα λόγια.
ΑΜ.: Τον Αμφιάραο δειλό δεν θα τον πούνε.
ΥΨ.: Ανέμυαλο όλοι θα σε λογιάσουν.
ΑΜ.: Ανόητος κάλλιο, πάρεξ φοβητσιάρης.
ΥΨ.: Καθένας την τιμή του διαφεντεύει.
ΑΜ.: Κοντά η πηγή λοιπόν με τ’ αγνό νάμα;
ΥΨ.: Κοντά· γειτονικά σ’ ένα λιβάδι. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Γνώριζε, και μάλιστα πολύ καλά, ο Αμφιάραος πως στη μάχη θα σκοτωθεί. Κι όμως βάδιζε σ’ αυτήν χωρίς να δειλιάσει, χωρίς να υπολογίσει τη ζωή του, γιατί η αρετή είναι ψηλότερη από τη ζωή μας, όπως λέει. Δεν μπορεί ν’ ανεχτεί να τον πουν φοβητσιάρη! Η δειλία δεν ταιριάζει στους προγόνους μας! Ο Αμφιάραος δεν ανέχεται να τον πουν δειλό, αν και γνωρίζει πως θα σκοτωθεί, γιατί πάνω απ’ όλα βάζει την αρετή! Πολύ σωστά σχολιάζει η Υψιπύλη, πως καθένας την τιμή του διαφεντεύει.
Στη συνέχεια της τραγωδίας ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον χορό να λέει:
« - Τέλειωσαν τις θυσίες τους οι Αργίτες·
στο μονοπάτι φάνηκε η Υψιπύλη.
- Ζυγώνει βιαστικά, μα δεν κρατάει
στην αγκαλιά της τον Οφέλτη.
- Τι να συμβαίνει τάχα; Ποιος το ξέρει;
- Κάποιο κακό θα γίνηκε, δεν έχει
την όψη της χαρούμενη και τρέχουν
στα μάγουλά της δάκρυα.
- Γρήγορα να το μάθουμε, να, φτάνει. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
O αγγελιοφόρος φέρνει τα θλιβερά μαντάτα για το χαμό του Οφέλτη στη ρήγισσα και μάνα του Ευρυδίκη. Κάνει πλήρη περιγραφή του συμβάντος:
« Κινήσαμε από δω και το λιβάδι
περνώντας, πήραμε ένα μονοπάτι,
που ανηφορίζοντας ολόισια φέρνει
στην πετρωτή, μικρή σπηλιά του λόφου
με την καθάρια, πλούσια βρυσομάνα.
Λίγο προτού να φτάσουμε, το βρέφος
αρχίζει κλάματα γοερά κι αυτή το αφήνει
- αφού το ησύχασε- πάνω στο χώμα,
μονάχο, δίχως φύλακα σιμά του.
Μα ο τόπος τέτοιαν εποχή ξυπνάει
τα φίδια του σε τρύπες και σε βράχια·
καθώς του ήλιου η φλόγα τα ζεσταίνει,
απ’ τις φωλιές τους βγαίνοντας, της μέρας
βυζαίνουνε το φως. Πράσινα λάμπουν
τα χρώματά τους, άλικα, γαλάζια,
δείχνοντας έτσι της ζωής τη δίψα
που μέσα τους ξεσπάει κι ανεβαίνει
θυμό κι ορμή γεμάτη. Το χειμώνα
βουλιάζουν στη σκιά και σ΄ έναν ύπνο
θανάτου στην ποδιά της Περσεφόνης.
Φτάσαμε στην πηγή και πριν αρχίσουν
με νερό να γεμίζουνε τις στάμνες,
ο στρατηγός εστάθη και προστάζει
σ’ όλους ιερή σιωπή και κάνει ετούτη
τη δέηση. « Ω Δία και προστάτες
θεοί μας, ευλογήστε μας να πάμε
με το καλό στη μακρινή εκστρατεία.
Τους οιωνούς αλλάξτε κι έτσι ο δρόμος
αίσια να δείξει στους Αργείους σημάδια ».
Ύστερα με το πρόσωπο θλιμμένο
στάζει χοές στο χώμα και στενάζει.
Σαν τέλειωσε, προστάζει τη γυναίκα
το πρώτο να γεμίσει αυτή λαγήνι.
Πρόθυμα τον υπάκουσε, μα ξάφνου
τον βλέπω ασάλευτος να μένει, αλλοπαρμένος,
με το βλέμμα θολό στον άδειο αέρα,
σαν να είδε κάτι απαίσιο, κι αμέσως
να φεύγει απ’ τη σπηλιά με βιάση· τρέχω
ξοπίσω του κι εγώ, γιατί ‘μαι ακόλουθός του.
Δεν ένιωσα το λόγο της βιασύνης
που ΄διωξε τότε απ’ τη πηγή το μάντη,
Μα φανερός εγίνηκε σε λίγο. Οι κρότοι
κι οι φωνές της μικρής μας συνοδείας,
καθώς πηγαίναμε, σηκώσαν ένα φίδι
που εκεί γειτονικά είχε τη φωλιά του
κι ερεθισμένο από το θόρυβό μας
ξεχύθηκε μ’ οργή στην κατηφόρα
κοιτώντας άγρια γύρω και τη χαίτη
σειώντας την πορφυρή· κάποιοι το είδαν
τσοπάνηδες που βρίσκονταν πιο πέρα
κι ελούφαξαν βουβοί απ’ τον τρόμο, δίχως
να κάνουν τίποτα· το φίδι ωστόσο
στο μονοπάτι σύριζα σερνόταν
και πάει στο μωρό, θαρρείς και κάποιος
θεός να τ’ οδηγούσε. Στέκει, ορθώνει
το διάστικτο λαιμό του και κοιτάζει
γύρω με βλέμμα φονικό· ξεκρίνει
κοντά το βρέφος, τ’ αλαφροζυγώνει,
τη δίχαλη του γλώσσα ανακινώντας.
Μα το παιδάκι αμέριμνο καθόταν
στο χώμα, παίζοντας με τα λουλούδια,
χωρίς τον κίνδυνο να νιώθει. Τότε
το φίδι ανασηκώθη απάνωθέ του
σφυρίζοντας απαίσια. Το είδαν
κάποιοι απ’ το στράτευμα μες στο λιβάδι,
το σαϊτεψαν, μα δεν το πετύχαν.
Ο Αμφιάραος όμως, ως ερχόταν
μόνος απ’ τη πηγή, σιμά του ευρέθη
και το λαιμό του αλάθευτα σαϊτεύει.
Κύλισε αυτό στο πλάι σπαρταρώντας
και λίγο- λίγο ασάλευτο απομένει.
Γρήγορα τρέξαμε όλοι μας μ’ ελπίδα·
του κάκου· είχε προλάβει να τυλίξει
το τρυφερό κορμάκι του κι αμέσως
το δόλιο αφάνισε παιδί. Με βαριά θλίψη
το πήρε ο στρατηγός στην αγκαλιά του
και δίνει προσταγή να το ετοιμάσουν.
Σηκώνουν τ’ άψυχο κορμί, το βάζουν
σε ξύλινο, πολύτιμο κιβούρι
και σου το στέλνει εδώ να το θρηνήσεις.
Τώρα ας ξεσπάσει δίκαια ο θυμός σου
πάνω σ΄ αυτήν, βασίλισσα, που φταίει,
γιατί έτσι τ’ άφησε χωρίς προστάτη,
δίχως καν να σκεφτεί πως ένα βρέφος,
στην ερημιά μονάχο του αφημένο,
σε κίνδυνο είναι πάντοτε μεγάλο… » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Ήταν φυσικό να θυμώσει με τη δούλα η ρήγισσα Ευρυδίκη, μέσα στον πόνο της από το χαμό του βρέφους της. Ανθρώπινη αντίδραση να θέλει να την τιμωρήσει. Το ίδιο και η Υψιπύλη να θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στην τραγωδία και ο χορός παίρνει το μέρος της σκλάβας αρχόντισσας:
« ΕΥ.: Η σκλάβα τούτη που τροφό την είχα.
Αυτή έχει σκοτώσει το μωρό μου.
ΧΟ.: Όχι, βασίλισσά μου, κλαίει, πονάει.
ΕΥ.: Δούλα, ξενόφερτη κι αγορασμένη,
που ‘χεις στην κάθε ανάγκη εύκολο δάκρυ,
θα μου πληρώσεις το χαμό του γιου μου
με το δικό σου θάνατο, να ξέρεις.
Δεν θα ξεφύγεις τη δικαιοσύνη.
ΧΟ.: Απάντησε ,Υψιπύλη, μη σωπαίνεις.
ΕΥ.: Ό,τι και να μου πει ψέματα θα ‘ναι.
ΥΨ.: Βασίλισσά μου, τώρα οργή και θλίψη
θολώνουν το μυαλό σου κι έτσι αιτία
που το μωρό εχάθη εμέ λογιάζεις.
Λιγότερο από σε δεν τ’ αγαπούσα.
………………………………………..
ΥΨ.: Πριν λίγο στο παλάτι ήρθε ένας άντρας
θεοσεβής κι ενάρετος· ζητούσε
νερό τρεχούμενο, χοές να κάνει
στους θεούς για το στρατό του· ήταν Αργείος·
Αμφιάραος τ’ όνομά του, μάντης.
Χωρίς κανένα φόβο και κρατώντας
στην αγκαλιά το βρέφος τον επήγα
στον τόπο της πηγής· όμως εκείνο,
καθώς κοντοζυγώναμε, σκιαγμένο
απ’ τις φωνές και τις κλαγές των όπλων,
αρχίζει κλάμα ασίγαστο· πασκίζω
να το ησυχάσω όπως μπορώ, στο τέλος
στο χώμα τ’ απιθώνω· τότε αμέσως,
σαν από θαύμα, μονομιάς σωπαίνει
και παίζει γελαστό με τα χορτάρια.
Τ’ αφήνω εκεί και πάω γοργά στους άλλους.
Γύρισα πίσω γρήγορα, το βρέφος
είχε χαθεί· τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
ΕΥ.: Μονάχη ομολογείς τα σφάλματά σου
που το μονάκριβό μου θανατώσαν.
ΥΨ.: Δεν βρίσκω πουθενά κανένα σφάλμα.
ΕΥ.: Πριν φύγεις, έπρεπε να με ρωτήσεις.
ΥΨ.: Σε ιερές να βοηθήσω έπρεπε πράξεις.
ΕΥ.: Κι άφησες τον Οφέλτη μου μονάχο;
ΥΨ.: Εμπόδιο το κλάμα στις θυσίες.
ΕΥ.: Εσύ ‘χες το παιδί και το ‘χεις χάσει.
ΥΨ.: Δεν το ‘χασα, μου τ’ άρπαξεν η τύχη.
ΕΥ.: Κι εσένα τέτοια τύχη θα σ’ αρπάξει.
ΥΨ.: Ω δυστυχία μου, αν καλά μαντεύω.
ΕΥ.: Σωστά μαντεύεις, δέστε της τα χέρια.
ΥΨ.: Ω Διόνυσε, ω θεοί, βοηθοί μου τρέξτε.
ΕΥ.: Τον ένοχο κανένας δεν βοηθάει.
ΥΨ.: Απόφαση έχεις να με θανατώσεις;
ΕΥ.: Ό,τι έκανες θα πάθεις, αυτό μόνο. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Kι ο διάλογος αυτός καταλήγει σε κουβέντες γεμάτες σοφία, που είπε η Υψιπύλη κι έχουν αξία σ’ όλες τις εποχές:
« Πρέπει ο θνητός να ‘χει οδηγό του πάντα
το νου στις πράξεις του κι ανάγκη πάσα
η σωφροσύνη να μας κυβερνάει.
Αυτή μονάχα κι ο έναρθρος ο λόγος
τον άνθρωπο απ’ τα ζώα ξεχωρίζουν. »
Τότε εμφανίστηκε ο στρατηγός Αμφιάραος, που έπεισε τη ρήγισσα πως δεν φταίει η Υψιπύλη. Ζήτησε να θάψει αυτός τον μικρό Οφέλτη και να του δώσει το όνομα Αρχέμορος, καθιερώνοντας προς τιμή του αγώνες, που θα γίνονται στο λιβάδι, όπου ο μικρός έχασε τη ζωή του. Έτσι έσωσε τη ζωή της σκλάβας και κίνησε για να ετοιμάσει την ταφή και του ταφικούς αγώνες.
Είδαν οι φιλοξενούμενοι της βασίλισσας, δηλ. τα τέκνα της Υψιπύλης, το πένθος της ρήγισσας και ζήτησαν να μάθουν την αιτία. Σαν έμαθαν το θάνατο του βρέφους, θέλησαν να πάρουν κι αυτοί μέρος στους αγώνες. Οι γιοι της Υψιπύλης έκαναν τον παρακάτω διάλογο με τη βασίλισσα Ευρυδίκη:
« ΘΟ.: Αβάσταχτος ο πόνος για τη μάνα,
σαν χάνει το μονάκριβο παιδί της,
τίποτα δεν μπορεί να τον γλυκάνει.
Μια χάρη σου ζητάμε να μας κάνεις.
ΕΥ.: Ποια χάρη , ξένε; Πες να την ακούσω.
ΘΟ.: Θέλουμε να τιμήσουμε το γιο σου·
ν’ αγωνιστούμε γύρω απ’ την πυρά του
κι αν τύχει να κερδίσουμε, τη νίκη
θα την αφιερώσουμε σ’ εκείνον,
μικρή αντιπληρωμή στην καλοσύνη
που ΄δειξες μέσα στη βαριά σου λύπη
φιλοξενώντας μας, κι ας είχες τέτοιο πένθος. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Οι γιοι της Υψιπύλης ζητούν από την μάνα που θρηνεί το μικρό Οφέλτη να τους επιτρέψει να πάρουν μέρος στον αγώνα και τη νίκη να μην την καρπωθούν οι ίδιοι, αλλά να την προσφέρουν αντίδωρο στο νεκρό, για την φιλοξενία που τους πρόσφερε μάνα του. Δεν είναι αχάριστοι οι Έλληνες. Αναγνωρίζουν το καλό, που τους κάνουν και το ανταποδίδουν. Και κάτι που πρέπει να τονίσουμε. Ακόμη και σε περιπτώσεις μεγάλου πένθους, θεωρούν καθήκον τους τη φιλοξενία. Αντίστοιχο παράδειγμα έχουμε και στην περίπτωση του θανάτου της Άλκηστης. Ο άντρας της ο Άδμητος, όχι μόνο δέχτηκε τον Ηρακλή, αλλά έδωσε εντολή στους υπηρέτες του να τον πάνε σε κάποιο διπλανό κτίριο, για να μην αντιληφθεί το πένθος, να σφάξουν από τα κοπάδια του για τον φιλοξενούμενο και να του δώσουν κρασί, αλλά και να μη του φανερώσουν πως δίπλα είχαν τη νεκρή βασίλισσα για να μην λυπηθεί από την πίκρα του φίλου του. Η φιλοξενία ήταν ιερός θεσμός.
Στους αγώνες κέρδισαν τα παιδιά της Υψιπύλης. Αυτή η νίκη στάθηκε αφορμή για ν’ αναγνωριστούν με τη μητέρα τους, που έψαχναν, κι επιπλέον η σκλάβα μάνα ν’ αποκτήσει την πολυπόθητη λευτεριά της. To χαρμόσυνο μήνυμα έφερε στην απελπισμένη Υψιπύλη, που πρόσμενε την εντολή για να τη θανατώσουν, ένας αγγελιοφόρος:
« Δεν είσαι σκλάβα πια, σου ‘χει χαρίσει
τη λευτεριά η βασίλισσα Ευρυδίκη
μπρος σ’ όλους τους Αργείους στους αγώνες.
Άκου με τη σειρά πώς γίναν όλα.
Πρώτα θυσίες αρχίσανε και βόδια
σφάξαν σε πέτρινο βωμό, χτισμένον
στο μέρος όπου πέθανε το βρέφος.
Κατόπιν ο μάντης δεήθηκε να δώσουν
αίσιο δρόμο στο στρατό και να ΄ναι
αυτός ο θάνατος του Οφέλτη για όλους
καλός οιωνός· με μάτια βουρκωμένα
τα ‘λεγε αυτά και πρόσωπο θλιμμένο.
Ύστερα σώριασαν κλαδιά από κάτω
στου μωρού το κιβούρι και τ’ άναψαν·
…………………………………………
όταν ο κήρυκας διαλάλησε ποιος θέλει
ν’ αγωνιστεί στο τρέξιμο, φανήκαν,
ανάμεσα στους άλλους, κι οι δυο νέοι
που είχαν έρθει με την Ευρυδίκη.
Τους είδε ο Αμφιάραος, τους φωνάζει
κοντά και τους ρωτά. « Ποιοι ‘σαστε ξένοι;
Πολεμιστές δεν φαίνεστε του Άργους,
τα ρούχα σας ωστόσο Έλληνες δείχνουν.
Γιατί έχετε έρθει εδώ ν’ αγωνιστείτε; »
Εκείνοι του αποκρίθηκαν. « Το πένθος
τιμούμε της βασίλισσας ετούτης »,
- βρισκότανε σιμά τους η Ευρυδίκη -
« που μας φιλοξενεί με προθυμία.
Γι’ αυτό γυρεύουμε ν’ αγωνιστούμε
πληρώνοντας τη χάρη που μας κάνει ».
Ξαναρωτάει εκείνος. « Ποια η γενιά σας; »
Του απάντησαν. « Τον Ιάσονα πατέρα
καυχιόμαστε πως έχουμε και μάνα
την Υψιπύλη που ήτανε στης Λήμνουhttps://2.bp.blogspot.com/-YJWFEJ_71iM/V_gBur_GFUI/AAAAAAAAopA/VJdp7IZF32U4mCONKsoNILe3jDcVWRaXgCLcB/s1600/b1.png
βασίλισσα και πρόγονός μας είναι
ο μέγας Διόνυσος ». Ξαφνιάστη εκείνος
και τους ρωτάει. « Ποιο έχετε σημάδι
που αλάθευτα το γένος σας να δείχνει;
Ποιο τ’ όνομά σας; » « Θόαντα με λένε »,
ο ένας απεκρίθη, « κι Εύνηο τούτον ».
Και ξεκρεμάει απ’ το λαιμό γιορντάνι
μαλαματένιο και το δείχνει· λέει.
« Να του γενάρχη μας θεού το άνθος,
τ’ αμπέλι το ιερό· το ‘χε χαρίσει
στο γιο που ‘κανε απ’ την Αριάδνη ».
Έτσι τα δυο παιδιά σου αγωνιστήκαν
στο τρέξιμο μαζί με τους Αργείους.
Σαν δόθηκε το σύνθημα, χυθήκαν
καθώς γοργός αέρας και τους άλλους
γρήγορα ξεπεράσαν κι ήρθαν πρώτα,
μαζί πατώντας τη γραμμή στο τέρμα.
Γέμισε το λιβάδι απ’ άκρη σ’ άκρη
με τις ζητωκραυγές του πλήθους κι όλοι
τους δύο ξένους επαινούσαν. Τότε
στεφανωμένοι αυτοί στον τάφο πήγαν
που πλάι του στεκόταν η Ευρυδίκη,
κι απόθεσαν της νίκης τα στεφάνια.
Βούιξε πάλι ολάκερος ο τόπος
με ιαχές και νέους επαίνους κι όλοι
μακάριζαν τη μάνα των δυο νέων. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Η αγωνία όμως έφτασε στο κατακόρυφο για την Υψιπύλη και τους γιους της. Ας προχωρήσουμε στην ανάγνωση της τραγωδίας. Ο αγγελιοφόρος συνεχίζει τη διήγησή του:
« Τότες ο Αμφιάρος γυρνάει
προς τη βασίλισσα λέγοντας τούτα.
« Κυρά, τα παλικάρια αυτά που τα ΄χεις
φιλοξενήσει, ετίμησαν του γιου σου
τον τάφο με το παραπάνω· πρέπει
τη μάνα που γυρεύουν με λαχτάρα
να τους χαρίσεις· ξέρεις, για τη σκλάβα
μιλάω, την τροφό που ‘χεις στο σπίτι.
Λευτέρωσέ την, αψηλή η γενιά της·
σκλαβιά δεν της ταιριάζει και να ξέρεις
πως οι θεοί το θέλουν, άκουσέ με ».
Έμεινε εκείνη σκεφτική για λίγο
κι ύστερα λέει, βαθιά κοιτάζοντάς τον.
« Σοφός είσαι, Αμφιάραε, και μάντης
και μες στη σκοτεινιά του χρόνου βλέπεις
τις πράξεις τις μελλούμενες· δεν θέλω
στη γνώμη των θεών να παρακούσω.
Τη λευτερώνω τώρα· στείλε κάποιον
να πάει στην Υψιπύλη το μαντάτο ».
Κι αυτός ευθύς με πρόσταξε να φέρω
τα νέα της χαράς και παραγγέλνει
πως σύντομα θα φτάσει με τους γιους σου. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Κι εδώ φαίνεται το μεγαλείο της ελληνικής καρδιάς. Η βασίλισσα, που πενθεί το μονάκριβο βρέφος της, δίνει την ελευθερία στην σκλάβα, παρ’ ότι τη θεωρεί ως αιτία για το χαμό του.
Στη συνέχεια της τραγωδίας, που εξετάζουμε, εμφανίζεται ο Αμφιάραος με τους γιους της Υψιπύλης:
« ΑΜ.: Χαίρε Υψιπύλη, τα πολλά σου πάθη
τελειώσαν· η βασίλισσα Ευρυδίκη
σε λευτερώνει, σκλάβα πια δεν είσαι·
τα παλικάρια αυτά που ‘ναι μαζί μου,
γυρεύουν τη χαμένη τους μητέρα
κι εσύ θαρρώ τους δυο χαμένους γιους σου.
Ό,τι ζητάτε βρίσκεται μπροστά σας.
ΥΨ.: Αχ, τι να πω; Τι να μην πω; Μακάρι
να σ’ ευλογούν και να σε βοηθούνε
πάντα οι θεοί, Αμφιάραε, αν είναι
ετούτα αληθινά και δεν πλανεύει
την αίσθησή μου η τόση μου λαχτάρα.
ΑΜ.: Eδώ είναι οι γιοι σου, πώς δεν τους γνωρίζεις;
ΥΨ.: Ήτανε βρέφη ακόμη όταν τους πήραν.
Τι όμοιο να κρατούν ετούτοι οι άντρες
από τ’ αγόρια εκείνα; Όλα αλλάζουν…
Ωστόσο υπάρχει κάτι, ένα σημάδι
απείραχτο απ’ το πέρασμα του χρόνου.
Προτού σας πάρει μακριά ο γονιός σας,
στο λαιμό του μικρότερου η μητέρα
κρέμασε κάποιο κόσμημα, σημείο
καταγωγής και γνώρισμα του γένους.
ΕΥ.: Το φύτρο του αμπελιού θα λες, ετούτο.
ΥΨ.: Ω ναι, το ιερό φυτό του Διονύσου.
Κι αυτός που το φοράει ο Θόαντας θα ‘ναι.
ΕΥ.: Κι ο Εύνηος εγώ που σου μιλάω.
ΥΨ.: Στην αγκαλιά μου ελάτε, αγαπημένοι,
παιδάκια τότε, παλικάρια τώρα,
καμάρι και περφάνια μου· του κάκου
δεν ζέσταινε η ελπίδα την καρδιά μου.
Δεν πρόλαβα σαν μάνα να σας θρέψω,
μακριά μου μεγαλώσατε, όμως όλα
ξεχνιούνται πια, κι η στέρηση κι η θλίψη·
σας σφίγγω μες στα χέρια μου, δικούς μου. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Έτσι η βασανισμένη μάνα βρήκε πάλι τα παιδιά της. Βρέφη τα πήρε ο άντρας της, παλικάρια δοξασμένα τα συνάντησε. Κατά τον τραγικό ποιητή, όμως, την ευτυχία της Υψιπύλης, που και τα παλικάρια της βρήκε και η βασίλισσα της έδωσε τη λευτεριά της, σκίασε για λίγο ο βασιλιάς Λυκούργος, που έλειπε μακριά και σαν γύρισε κι έμαθε του Οφέλτη το θάνατο, θέλησε με θάνατο να τιμωρήσει τη δούλα του. Τότε εμφανίστηκε ο Διόνυσος ως από μηχανής θεός κι έδωσε ευτυχή κατάληξη στην περιπέτεια της σκλάβας Υψιπύλης:
« Συγκράτησε, Λυκούργε, το θυμό σου
και τέτοια ανόσια πράξη μην τολμήσεις.
Ο Διόνυσος εγώ που σου μιλάω·
είναι η γυναίκα αυτή σπορά δικιά μου,
δεν φταίει για το θάνατο του γιου σου.
Ο φταίχτης είσαι συ, γιατί του Φοίβου
ξέχασες τον παλιό χρησμό που είπε.
« Προτού σταθεί στα πόδια του μονάχο
το νήπιο και περπατήσει, ως τότε
δεν πρέπει να τ’ αφήσετε στο χώμα
δίχως κανένα φύλακα σιμά του,
γιατί αλλιώς θα κατεβεί στον Άδη ».
Έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, ετούτη
πάτησε κάποιον όρκο που ‘χε δώσει
και τιμωρήθηκε με δυστυχίες·
την ευτυχία της τώρα ξαναβρίσκει,
γιατί, τον όρκο της πατώντας τότες,
έσωσε το γονιό της και με φόνο
συγγενικό δεν μόλυνε το γένος.
Άσε την Υψιπύλη να γυρίσει
στη Λήμνο κι ό,τι έπραξε να λάβει… » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Κι ο θεός καταλήγει:
« ω θνητά παραφρονήματ’ ανθρώπων, μάτην
οι φασιν είναι την τύχην αλλ’ ου θεούς
ει γαρ τύχη μεν έστιν, ουδέν δει θεού,
ει δ’ οι θεοί σθένουσιν, ουδέν η τύχη… »
Μετάφρ.: « Ω, των ανθρώπων ανόητες σκέψεις, όταν μάταια
λένε πως δεν υπάρχουν οι θεοί, μα η τύχη.
Γιατί, αν υπάρχει αυτή, δεν χρησιμεύουν
σε τίποτα οι θεοί· αν έχουν όμως
δύναμη, τότε αχρείαστη ‘ναι η τύχη.
Οι πράξεις, τωρινές και περασμένες,
αυτές ορίζουν μόνο τη ζωή σας. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Σχόλια:       
● Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θόα, συνέβησαν έντονες ηφαιστειακές εκρήξεις. Υπαίτιο τότε θεωρήθηκε το αγαλματίδιο της Αφροδίτης , που ήταν τοποθετημένο κοντά στο άγαλμα της «Λημνίας Βοός», με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να το πετάξουν στη θάλασσα. Η θεά της ομορφιάς Αφροδίτη, για να εκδικηθεί τους κατοίκους του νησιού, “προίκισε” το σώμα των Λήμνιων γυναικών, με δυσοσμία που απωθούσε τους άνδρες τους, με αποτέλεσμα αυτοί να τις αποφεύγουν, και να φέρνουν γυναίκες από τη γειτονική Θράκη.
Η Υψιπύλη , η γιαγιά της Αριάδνη και η προγιαγιά της Πασιφάη έχουν γνωρίσματα σεληνιακής θεότητας. Το όνομα Υψιπύλη= υψηλή πύλη εκφράζει το τόξο της πορείας της Σελήνης, όπως της προγιαγιάς της Πασιφάης= πάσι- φαής (η πάσι φαίνουσα ) Σελήνη και είναι προδρομική μορφή της ολυμπιακής Άρτεμης. Η ηρωΐδα, που θεωρείται ως Αμαζόνα, συσχετίζεται με τη λατρεία του Διονύσου, του οποίου είναι απόγονος, ενώ το διακριτικό της οικογένειας ήταν η χρυσή κληματόβεργα. Ας μη ξεχνάμε πως τα ονόματα των θείων της ήσαν Στάφυλος και Οινοπίωνας. Οι Λήμνιες, με το πάθος τους κατά των ανδρών, συσχετίζονται με τις Βάκχες.
Όλοι οι μεγάλοι ήρωες συνδέονται με κάποια Αμαζόνα. Ο Ηρακλής με την Ιππολύτη, ο Θησέας με την Αντιόπη, ο Αχιλλέας αργότερα με τη Πενθεσίλεια. Έτσι ο Ιάσονας συνδέεται με την Υψιπύλη. Για την ένωση του Ιάσονα με την βασίλισσα της Λήμνου γράφει κι ο Όμηρος:
« Ήταν εκεί πλοία πολλά με κρασί φορτωμένα
από τη Λήμνο· ο Εύνηος είχε αυτά σταλμένα,
γιος του ρήγα Ιάσονα από την Υψιπύλη. » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Η’ 467-469)
Μετά τον φόνο των ανδρών από τις Λήμνιες, έχουμε γυναικοκρατία στο νησί. Αυτό υποδηλοί προγενέστερη μητριαρχική κοινωνία. Η ανδροκρατούμενη κοινωνία αργότερα για να υποβαθμίσει τη μητριαρχία, πιθανόν να επινόησε το μύθο του φόνου των ανδρών. Ανδροκτονία έχουμε και στο μύθο των Δαναΐδων. Όπως στη Λήμνο σώζεται ένας άνδρας, ο Θόας, πατέρας της Υψιπύλης, από την κόρη του, έτσι και στο μύθο των Δαναΐδων σώζεται ο Λυγαίας από τη γυναίκα του Υπερμνήστρα.
Η δουλεία της Υψιπύλης και η μεταφορά της στη Νεμέα μπορεί να εξηγήσει τη μεταφορά λατρευτικών χαρακτηριστικών από ένα πολύ μακρινό νησί, τη Λήμνο, στην περιοχή της Νεμέας.
● Σύμφωνα με το μύθο ο Οφέλτης, γιος του βασιλιά Λυκούργου και της Ευριδίκης, τοποθετήθηκε από την τροφό του Υψιπύλη σε ένα λίκνο από άγριο σέλινο. Εκεί το βρέφος βρήκε το θάνατο από δάγκωμα φιδιού, όταν οι «Επτά επί Θήβας» περνούσαν από τη Νεμέα πηγαίνοντας στη Βοιωτία.
Οι Επτά στρατηγοί συντετριμμένοι από το θάνατο του μικρού Οφέλτη και προκειμένου να εξευμενίσουν τους θεούς θέσπισαν τα Νέμεα, αγώνες προς τιμή του νεκρού.
Τα Νέμεα ξεκίνησαν να τελούνται το 573 π.Χ. και διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια, τη δεύτερη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο. Η διάρκειά τους εικάζεται ότι ήταν πέντε ημέρες και θεωρούνταν από τους σπουδαιότερους αγώνες στην Ελλάδα μαζί με τους αγώνες της Ολυμπίας, των Δελφών και της Ισθμίας. Πολλές από τις ωδές του ποιητή Πίνδαρου είναι αφιερωμένες στους νικητές των Νέμεων.
Η πένθιμη άποψη των αγώνων εκφραζόταν κατά τους ιστορικούς χρόνους με το στεφάνι της νίκης από άγριο σέλινο, τα μαύρα ενδύματα που φορούσαν οι κριτές και το άλσος από κυπαρίσσια ( το κυπαρίσσι είναι το δέντρο που σχετιζόταν στενά με το πένθος ) που περιέβαλε το ναό του Δία. Ο ναός που χρονολογείται τον 4ο π.Χ. αιώνα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιερά των Ελλήνων, ερείπια του οποίου σώζονται .
----------------------------------------------------- 
(*8). Μετά το θάνατο του Οφέλτη, ο Αμφιάραος τον ονόμασαν Αρχέμορο= αρχή του μόρου ( αρχή του θανάτου ).
Μόρος: όλεθρος, θάνατος, πτώμα, το υπό την ειμαρμένη αναμενόμενο κακό.
(*9). Στην αρχαιότητα για να τιμήσουν τους επιφανείς νεκρούς διοργάνωναν αγώνες. Έτσι για να τιμήσουν το νήπιο του βασιλιά Λυκούργου, οι Αργείοι μετά την ταφή διοργάνωσαν αγώνες. Λένε πως τότε καθιερώθηκαν τα Νέμεα, που πολλές φορές ύμνησε ο Πίνδαρος με τους Νεμεόνικους.
Νέμεα: μία από τις τέσσερεις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές που διεξάγονταν προς τιμήν του Δία. Διοργανόνταν στην κοιλάδα της Νεμέας. Κατά την παράδοση ιδρύθηκαν για να τιμήσουν τον Οφέλτη ( Αρχέμορο ). Στους ιστορικούς χρόνους συστηματικά οργανώθηκαν το 573 π.Χ. Διεξάγονταν κάθε δυο χρόνια, τον χειμώνα του δεύτερου και το καλοκαίρι του τέταρτου και περιελάμβαναν αγώνες πυγμαχίας, άρματος, δίσκου, ίππου, σταδίου, ακοντίου, πάλης, τόξου και μουσικής. Αρχικά οι νικητές έπαιρναν στεφάνι από ελιά κι αργότερα από άγριο σέλινο. http://vagiablog.blogspot.gr/

ΥΨΙΠΥΛΗ΄Μέρος Α΄]

Υψιπύλη
Γράφει ο
Δημήτριος Μάρκου     Α΄ μέρος
Η Υψιπύλη στην μυθολογία μας ήταν βασιλοπούλα, κόρη του Θόαντα, που λόγω της ανθρωπιάς της έγινε δούλα.
[[ Στη Λήμνο, όπου είχε το εργαστήρι του ο πρωτομάστορας των θεών, ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος, ο αδελφός του ο Διόνυσος, που είχε μητέρα τη Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου, έσμιξε ερωτικά με την Αριάδνη, που είχε αφήσει την πατρίδα της την Κρήτη, ακολουθώντας τον Θησέα (*1). Ο έρωτας του θεού με τη ρηγοπούλα είχε σαν αποτέλεσμα να έρθουν στον κόσμο οι γιοι τους Θόανατας, Στάφυλος, Οινοποίωνας και Πεπάρηθος. Ο πρώτος, ο Θόαντας, βασίλαψε στην Λήμνο, κι απόχτησε μια κόρη, την Υψιπύλη.
Κείνο τον καιρό οι γυναίκες του νησιού δεν τιμούσαν καταπώς έπρεπε την Αφροδίτη. Χολώθηκε η συντρόφισσα του Ήφαιστου, κι έκανε το σώμα των γυναικών να αναδίδει μια βρώμικη μυρωδιά, που ανάγκαζε του άντρες να μη τις πλησιάζουν. Όσο κι αν τους προκαλούσαν αυτές, οι αρσενικοί δε μπορούσαν ν’ αντέξουν τη μπόχα τους. Μα άντρες ήσαν, και του θηλυκού η γλύκα και το χάδι τους ήσαν απαραίτητα, σαν το οξυγόνο της ζωής. Έτσι πήγαιναν στα κοντινά ακρογιάλια της Θράκης κι άρπαζαν γυναίκες, που τις έφερναν στη Λήμνο.
Αυτό δεν άρεσε στις ντόπιες γυναίκες, που από τη μια έβλεπαν να μη μπορούν να ανάψουν τον πόθο των αντρών κι έτσι ξέπεφταν στην καταφρόνια, ενώ από την άλλη γεννιόντουσαν παιδιά με ξένες, με αποτέλεσμα την επιμειξία και το χάσιμο των δικαιωμάτων των δικών τους παιδιών. Πάνω στην απελπισία τους έκαναν κρυφή από τους άντρες σύναξη και πήραν την απόφαση το βράδυ να σφάξουν όλους τους αρσενικούς του νησιού. Έτσι κι έγινε. Μέσα σε μια νυχτιά το μαχαίρι των καταφρονεμένων γυναικών, που η καταφρόνια είχε σαν αιτία της θεάς την οργή, έστειλε στον Άδη όλους τους άντρες. Ούτε ένας δεν απόμεινε ζωντανός, για να μην υπάρχει τρόπος να τις εκδικηθεί.
Κι όμως, ένας και μοναδικός σώθηκε. Αυτός ήταν ο ρήγας του νησιού, ο Θόας, και σώτειρά του, η αγαπημένη θυγατέρα του, η Υψιπύλη. Ο Διόνυσος δεν άντεχε στην ιδέα να σφαχτεί ο γιος του Θόας, και φανερώθηκε στην Υψιπύλη δίνοντας την εντολή να σώσει τον πατέρα της. Αυτή τον έβαλε, κρυφά, σ’ ένα ξύλινο σεντούκι, που το έριξε στην αφρισμένη θάλασσα (*2). Τα κύματα τον μετέφεραν στη Χίο, όπου βασίλευε ο αδελφός του ο Οινοποίωνας. Εκεί τον καλοδέχτηκε ο αδελφός του και του χάρισε το μισό νησί να βασιλέψει.
Αφού σ’ ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε άντρας, οι γυναίκες ανέλαβαν την εξουσία, καθιερώνοντας τη γυναικοκρατία, με βασίλισσα την Υψιπύλη. Οργανώθηκαν και μοίρασαν τις δουλειές, ακόμη και τις αντρικές. Άλλες ασχολήθηκαν με τη δούλεψη της γης, φέρνοντας το πάχος της γης για τροφή. Άλλες με τα κοπάδια κι άλλες με την ψαρική. Κάποιες σε καμίνι έφτιαχναν εργαλεία κι όπλα. Αυτά τα πήραν οι πιο χειροδύναμες κι οργάνωσαν του νησιού την άμυνα. Στον ελεύθερο χρόνο τους πήγαιναν για κυνήγι.
Σαν Αμαζόνες ζούσαν στη Λήμνο οι γυναίκες, ώσπου έφτασαν στο λιμάνι του νησιού οι Αργοναύτες (*3), που είχαν πάρει το ταξίδι από την Ιωλκό για τη μακρινή Κολχίδα. Ο μάστορας των θεών, ο ασχημοθεός Ήφαιστος, δεν μπορούσε ν’ αφήσει το νησί του να οδηγηθεί στον αφανισμό, αφού χωρίς αρσενικούς δε γεννιόντουσαν άλλοι κάτοικοι και οι γυναίκες μεγάλωναν σε ηλικία. Ζήτησε από τη συντρόφισσα της κλίνης του, την ομορφότερη θηλυκιά, την Αφροδίτη, να πάψει το θυμό της κι αφού οι γυναίκες πήραν το μάθημά τους και πια την τιμούσαν, να ευλογήσει τον ερχομό μιας νέας γενιάς στο νησί.
Μια γερόντισσα, η γρια- Πολυξώ, έφερε τις γυναίκες στα σύγκαλά τους:
« Γυναίκες υπερήφανες μα κι ανόητες, ποιός θα σας υπερασπίσει αν οχθροί κάνουν ρεσάλτο στο νησί; Και ποιος θα σας φροντίσει σαν έρθουν τα γηρατειά κι από τον χρόνο πάψετε να είστε ορθόκορμες κι ανήμπορες να παίρνετε από τη γης καλούδια ή στα βουνά να βόσκετε τα γίδια και τα πρόβατα; Αφήστε την έχθρα για τους αρσενικούς και σμίχτε μαζί τους φέρνοντας παιδιά να γιομώσει το νησί φωνές και νέο αίμα. »
Άκουσαν οι γυναίκες τα λόγια της γριάς και καλοδέχτηκαν στην πόλη τους τους Αργοναύτες. Τότε η Κύπριδα φούντωσε με ερωτικό πόθο τις διψασμένες για έρωτα γυναίκες, το ίδιο και τους ξένους ναύτες. Στις μέρες που κάθισαν οι ξένοι στο νησί έσμιξαν και ξαναέσμιξαν με τις μοναχικές γυναίκες. Έτσι σπάρθηκαν παιδιά σε όλες τις καρπερές γυναίκες. Η ρήγισσα Υψιπύλη έσμιξε με τον Ιάσονα, τον αρχηγό των Αργοναυτών.
Ο Ηρακλής, που δεν πήγε στην πόλη, έβαλε τις φωνές στους συντρόφους, που το είχαν ρίξει στο φαγητό, το γλυκό λημνιότικο κρασί και τη πλανεύτρα αγκαλιά των γυναικών. Έτσι με μαύρη καρδιά αυτοί γύρισαν στο καράβι κι άνοιξαν πανιά για την Κολχίδα. Οι γυναίκες σε λίγο καιρό άρχισαν να βυζαίνουν τη νέα γενιά. Η βασίλισσα έφερε στον κόσμο δυο γιούς, τον Εύνηο και τον Θόα ή Νεβροφόνο.
Σαν έφτασε στη Λήμνο το μαντάτο πως ο γερο-βασιλιάς Θόας ήταν ζωντανός, φρένιασαν με την Υψιπύλη οι γυναίκες, που ‘χε πατήσει τον όρκο. Αμέσως οι Λήμνιες της πήραν το βασιλικό ραβδί κι έκαναν σύναξη, όπου την καταδίκασαν σε θάνατο. Αυτή κατόρθωσε να φύγει μ’ ένα καράβι να γλυτώσει του θανάτου την μαύρη αγκάλη. Μα η μοίρα πικρό παιγνίδι της έπαιξε, γιατί πάνω στο ταξίδι έπεσε πάνω στα χέρια κουρσάρων. Αυτοί κατάληξαν στην Πελοπόννησο, όπου την πούλησαν σκλάβα στο Λυκούργο, της Νεμέας το ρήγα.
Έτσι από βασίλισσα η Υψιπύλη κατάληξε δούλα στης Νεμέας το παλάτι. Ο Ρήγας Λυκούργος και η ρήγισσα Ευρυδίκη (*4) της ανέθεσαν να φροντίζει το βρέφος τους, τον Οφέλτη. ]]
Ο Ευριπίδης έγραψε μία τραγωδία με τον τίτλο “Υψιπύλη”, η οποία δεν διασώζεται ολόκληρη. Έχουν διασωθεί όμως αρκετά αποσπάσματα, μικρά ή μεγάλα, από τα οποία ο εκλεκτός συγγραφέας Τάσος Ρούσσος, έκανε μια ανασύνθεση, απόλυτα επιτυχή κατά την ταπεινή μας γνώμη. Απ’ αυτή την διασκευή, που βασίστηκε στα διασωθέντα σπαράγματα, θα παρουσιάσουμε κάποια αποσπάσματα, στα οποία προφανώς δεν θα αναφέρονται οι στίχοι, όπως έχουμε στις κανονικές τραγωδίες.
Στην πρώτη σκηνή εμφανίζεται η Υψιπύλη, που σε μονόλογο μας δίνει το γενεαλογικό της δέντρο:
« Ο Διόνυσος, που μες στου Παρνασού τα πεύκα
πηδά χορεύοντας με τις γυναίκες των Δελφών,
ντυμένος λαφοτόμαρα και θύρσο
βαστώντας έχει σπείρει τη γενιά μου.
Τη Νάξο αφήνοντας πήγε στη Λήμνο
με συντροφιά την Αριάδνη, κόρη
του Μίνωα, κι εκεί μαζί της σμίγει
τέσσερις γιους ισάξιους γεννώντας·
τον Στάφυλο κι ύστερα τον Πεπάρηθο,
που βασιλιάς στη Σκόπελο έχει γίνει,
τον Οινοποίωνα, στη Χίο κυβερνήτη,
και τέταρτο τον Θόαντα, τον πρώτο
κυρίαρχο στη Λήμνο. Αυτός εμένα
την Υψιπύλη γέννησε μονάχα.
Σαν ήρθε η ώρα, μου έκανε ο πατέρας
τη χάρη στο νησί να βασιλέψω· » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Συνεχίζει η Υψιπύλη αναφέροντας την κατάρα της Αφροδίτης και το φόνο των αντρών στη Λήμνο. Μετά μας λέει για την επίσκεψη της Αργούς με τους Αργοναύτες και το σμίξιμο μ’ αυτούς. Στο τέλος του μονόλογου περιγράφει πώς ανακάλυψαν οι Λήμνιες τον σωσμό του πατέρα της και πώς κατέληξε σκλάβα στη Νεμέα:
« το κυβερνούσα δίκαια, μα η Κύπρη
με τις γυναίκες θύμωσε που κάποια
ξεχάσαμε γι’ αυτή θυσία κι έτσι
με μια φριχτή μας παίδεψε κατάρα.
Δεν μας ζύγωναν οι άντρες μας, πηγαίναν
στη Θράκη ή στα νησιά και σμίγαν μ’ άλλες.
Θόλωσε ο νους μας απ’ την καταφρόνια
- κατάρα ήταν κι αυτό της Αφροδίτης-
και μας κυρίεψε φονική μανία.
Σε σύναξη κρυφή ορκιστήκαμε όλες
να σφάξουμε τους άντρες και μια νύχτα
- το Λήμνιο κακό που λέει ο κόσμος-
καθώς κοιμόνταν, τους σκοτώσαμε. Όμως
εγώ το γέρο, δύστυχο πατέρα
δεν άντεξα να σφάξω· τον αφήνω
κρυφά στο κύμα μες σ’ ένα σεντούκι
το πέλαο να τον πάρει, να γλιτώσει.
Στη Λήμνο τότε αφέντρες οι γυναίκες
απόμειναν κι εγώ τις κυβερνούσα.
Μια μέρα ωστόσο εφάνηκε στην άκρη
του πέλαου γαλαζόπλωρο καράβι,
η Αργώ, κι οι πλυξάκουστοι αργοναύτες.
Τότες, ω θαύμα, η Κύπρη την κατάρα
ετράβηξε από πάνω μας κι οι άντρες
άραξαν στο λιμάνι και σε λίγο
αντιλαλούσε η χώρα απ’ τα τραγούδια
και τις χαρές του υμέναιου· εγώ πήρα
ταίρι μου τον Ιάσονα· δυο τέκνα
του γέννησα, τον Εύνηο και τον Θόα.
Γοργά κι οι άλλοι ναύτες ζευγαρώσαν
με τις γυναίκες του νησιού· σε λίγο
πλούτισε η Λήμνος με φωνούλες, γέλια
μικρών παιδιών, των γυναικών οι κόρφοι
γέμισαν ευτυχία…………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
…………………………………..
Μα κάποτε έφτασε ο καιρός να φύγει
για την Κολχίδα ο Ιάσονας και πήρε
στο πλοίο τους δυο γιους του, ακόμη βρέφη,
δίχως να στέρξει καν στα δάκρυά μου.
Όμως η μία συμφορά φέρνει την άλλη·
το γέροντα γονιό μου ήρθε μαντάτο
πως είδαν ζωντανό και βγήκε τότε
στο φως η αλήθεια ότι τον είχα σώσει
απ’ τη σφαγή, τον όρκο μου πατώντας.
Της Λήμνου πέσαν πάνω μου οι γυναίκες,
με βγάλαν απ’ το θρόνο εξοργισμένες
και μελετούσαν να με θανατώσουν·
μα βρήκα τρόπο ν’ ανοιχτώ στο κύμα·
με πιάσαν όμως πειρατές και σκλάβα
στο βασιλιά Λυκούργο με πουλήσαν,
που τη Νεμέα ετούτη διαφεντεύει
μαζί με τη γυναίκα του Ευρυδίκη.
Μου ‘δωσαν το μωρό τους, τον Οφέλτη,
Να τον προσέχω κι έτσι κάθε μέρα,
σαν τον φροντίζω, πάντα αναθυμάμαι
τους δυο μου γιους που, αν τώρα ζούνε, θα ‘ναι
στον πρώτο ανθό της νιότης. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
H σκλάβα Υψιπύλη ζει έχοντας μια λαχτάρα, να ξαναβρεί τους γιους της:
« Είμαι χωρίς πατρίδα πια, μ’ αβέβαιη μοίρα
- ποτέ δεν έχει ο δούλος καλή τύχη -
μα με κρατάει μια κρυφή λαχτάρα,
να ‘ρθουν οι γιοι μου εδώ και να με βρούνε,
οδηγημένοι απ’ τον προπάτορά τους,
το θεϊκό Διόνυσο………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Να, η υπόδειξη από την Υψιπύλη, άγιοι πατέρες της εκκλησίας. Προπάτοράς μας είναι ο Διόνυσος ( η προϊστορική μορφή που μετέφερε το ελληνικό πνεύμα μέχρι τις Ινδίες και την επίδρασή του είδε πολλούς αιώνες αργότερα ο Αλέξανδρος ) . Κι αν αυτόν δεν μπορείτε να τον καταλάβετε, γιατί στο βραχυκυκλωμένο στον Γιαχβέ μυαλό σας τον έχετε συνδέσει με τη μέθη και τα όργια, υπάρχουν προπάτορες ο Σωκράτης, ο Περικλής, ο Αριστείδης ο δίκαιος, ο Λυκούργος της Σπάρτης, ο Λεωνίδας και άλλοι πάμπολλοι, ώστε να μη χρειαζόμαστε να εισάγουμε κακέκτυπους από το Ισραήλ, όπως ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κλπ!
Ας συνεχίσουμε, όμως, τον μύθο μας:
[[ Εκείνο τον καιρό από το Άργος είχε κινήσει στρατός πολυάριθμος, έχοντας εφτά στρατηγούς, κατά της Θήβας. Στην ιστορία έμεινε σαν η εκστρατεία των επτά (*5). Στο δρόμο δεν βρήκαν πηγή, μήτε πηγάδι για να σβήσουν τη δίψα τους. Ένας από τους αρχηγούς ήταν ο Άμφιάραος (*6), μάντης κι άρχοντας από το Άργος. Πάνω στο ψάξιμο για νερό συνάντησε την σκλάβα Υψιπύλη, που πρόθυμα τους έδειξε του τόπου την πηγή. Στον πηγαιμό, σάστισε το παιδί από των όπλων το θόρυμο και το χλιμίντρισμα των αλόγων κι έβαλε τα κλάματα. Το άφησε καταγής η δούλα να ησυχάσει, κι αυτό ξεγελάστηκε από τ’ αγριολούλουδα κι άρχισε να παίξει σταματώντας το κλάμα. Έτρεξε η Υψιπύλη γρήγορα να τους δείξει την πηγή αφήνοντας στη λουλουδιασμένη γη τον μικρό Οφέλτη, κι αμέσως να γυρίσει να τον πάρει. Δεν άργησε η άμοιρη γυναίκα να πάρει του γυρισμού το δρόμο, μα ένα φίδι φαρμακερό, που το τράβηξε η μυρωδιά από το γάλα, που το παιδί είχε πιει, δάγκωσε το βρέφος. Σαν γύρισε η Υψιπύλη αντίκρισε άπνοο το μωρό. Ταραχή γέμισε η τρικυμισμένη της καρδιά και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα λύπης κι απελπισίας.
---------------------------------------------------------- 
(*1). Αριάδνη: κόρη του θαλασσοκράτορα Μίνωα και της Πασιφάης, ερωτεύτηκε τον Θησέα, όταν είχε μεταβεί στην Κρήτη για να σκοτώσει το Μινώταυρο, τον οποίο βοήθησε να κάνει το κατόρθωμα. Φοβούμενη την τιμωρία της από τον Μίνωα, ακολούθησε τον Θησέα στην επιστροφή στην Αθήνα. Όταν απέπλευσαν από την Κρήτη, αγκυροβόλησαν για λίγο στη Νάξο. Εκεί ο Θησέας είδε στο όνειρό του τον Διόνυσο να τον απειλεί πως θα τον βρουν πολλές συμφορές αν δεν εγκαταλείψει την Αριάδνη. Το βασιλόπουλο της Αθήνας έφυγε άνοιξε πανιά κρυφά, ενώ η Αριάδνη είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησε και είδε πως ήταν μόνη, έπεσε σε θλίψη και έκλαιγε απαρηγόρητη, οπότε της παρουσιάστηκε ο Διόνυσος και την παρηγόρησε, δείχνοντας αγάπη και καλοσύνη. Ενώθηκε μαζί της και της πρόσφερε ένα ολόχρυσο στεφάνι, το οποίο κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Ήταν τόσο λαμπρό, που οι θεοί αργότερα το τοποθέτησαν στον ουρανό για να λάμπει μαζί με τα άλλα άστρα. Αυτό ήταν το δώρο των Ωρών στο γάμο του θεού Διόνυσου με την Αριάδνη. Από τη Νάξο ο θεός την εγκατέστησε στη Λήμνο, όπου γεννήθηκαν τα παιδιά τους: Θόας, Πεπάρηθος, Λάτραμυς, Ευανθής, Στάφυλος, Οινοπίωνας και Ταυρόπολης.
Το αγαπημένο ζευγάρι δέχτηκαν οι αθάνατοι με θεϊκές τιμές στον Όλυμπο.
(*2). Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου, που λέει ότι τα κύματα έσπρωξαν το σεντούκι στη νησί Οινοίη, όπου ο Θόας έσμιξε με μια ναϊάδα, που έφερε στον κόσμο γιό, τον Σίκινο, που έγινε η αιτία να μετονομαστεί το νησί από Οινοίη σε Σίκινο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου, θέλει την Υψιπύλη να κρύβει τη νύχτα της σφαγής των αντρών τον πατέρα της στο ναό του Διόνυσου, όπου τον έντυσε με το λατρευτικό ομοίωμα του θεού. Την άλλη μέρα έπεισε τις γυναίκες της Λήμνου να κάνουν καθαρμούς, για να φύγει το μίασμα των φόνων. Με τελετουργική πομπή μετέφεραν το ξόανο του θεού, δηλαδή τον μεταμφιεσμένο Θόα, στην ακρογιαλιά και το επιβίβασαν σ’ ένα πλοίο, που το έσυραν μέσα στη θάλασσα και το άφησαν να το οδηγήσουν τα κύματα. Αυτά το παρέσυραν σε μακρινή χώρα, στην Ταυρική χερσόνησο. Εκεί ο Θόας έγινε ρήγας και ιερέας της Άρτεμης, όπου μετά έγινε ιέρεια και η Ιφιγένεια. Όπως θα δούμε σε άλλον μύθο ο Θόας βρήκε το θάνατο από τον Ορέστη, τον αδελφό της Ιφιγένειας.
(*3). Αργοναύτες: είναι οι ήρωες που αποτέλεσαν το πλήρωμα της Αργώς. Πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, ξεκινώντας από την Ιωλκό για να φτάσουν στην Κολχίδα με σκοπό να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρμα (δέρας). Τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή υπήρξαν εξαιρετικά περιπετειώδεις. Αρχηγός ήταν ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα. Μερικοί από τους ήρωες που πήραν μέρος στην εκστρατεία ήσαν οι: Ηρακλής, Θησέας, Αμφιάραος, Ορφέας, Διόσκουροι, Άδμητος, Ασκληπιός, ο μάντης Μόψος, Πειρίθους, Ναύπλιος, Αυγείας, Μελέαγρος, η Αταλάντη, ο Ιόλαος, Νέστοραςκ.α.
(*4). Λυκούργος: βασιλιάς της Νεμέας, γιος του Πρώνακτα. Παντρεύτηκε την Ευρυδίκη. Ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες πολλών ετών το βασιλικό ζευγάρι κατάφερε να αποκτήσει ένα γιο. Κατά τη συνήθεια της εποχής ο Λυκούργος κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει πώς θα μπορούσε να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το ότι ο γιος του θα μεγάλωνε δυνατός και υγιής, ώστε να τον διαδεχθεί στο θρόνο της Νεμέας. Σύμφωνα με το χρησμό της Πυθίας ο Οφέλτης δεν θα ‘πρεπε να πατήσει στο χώμα μέχρι να μάθει να περπατάει.
Ο Λυκούργος ήταν και ιερέας σε ναό αφιερωμένο στο Δία.
(*5). Εκστρατεία των επτά: εκστρατεία που διοργανώθηκε κατά της Θήβας, για να αποκατασταθεί στο θρόνο της ο μεγαλύτερος γιος του Οιδίποδα Πολυνείκης, που είχε εκδιωχθεί από τον μικρότερο αδελφό του Ετεοκλή. Ο Πολυνείκης είχε καταφύγει στην αυλή του βασιλιά του Άργους Άδραστου, όπου παντρεύτηκε την κόρη του Αργεία. Ο πεθερός του προθυμοποιήθηκε να οργανώσει εκστρατευτική στρατειά με επικεφαλής επτά στρατηγούς, τους: Άδραστο, πολυνείκη, Τυδέα, Αμφιάραο, Καπανέα, Ιππομέδωντα και Παρθενοπαίο.
Προτού ξεκινήσουν έστειλαν τον Τυδέα για να διευθετηθεί φιλικά το θέμα της διαδοχής, αλλά ο Ετεοκλής ήταν ανένδοτος. Στην επιστροφή μάλιστα του Τυδέα οι Θηβαίοι έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τους άνδρες της συνοδείας του. Αυτός όμως σώθηκε και μετά την επιστροφή του στο Άργος, ξεκίνησε η στρατειά, περνώντας από τη Νεμέα, όπου διαδραματίστηκε το γεγονός με τον μικρό Οφέλτη και την Υψιπύλη. Στη συνέχεια έφτασαν στη Θήβα και παρατάχθηκαν μπροστά από τα τείχη της πόλης. Η πόλη είχε επτά πύλες και γι’ αυτό κάθε στρατηγός με το στρατό του παρατάχθηκε μπροστά από μια πύλη. Η πρώτη επίθεση των Αργείων αποκρούστηκε από τους Θηβαίους. Για να μη χυθεί άσκοπα το αίμα των στρατιωτών οι γιοι του Οιδίποδα αποφάσισαν να μονομαχήσουν και ο νικητής να γίνει ο μόνιμος βασιλιάς της Θήβας. Στη μονομαχία σκοτώθηκαν και οι δυο. Στη συνέχεια επακολούθησε μάχη στην οποία κατατροπώθηκαν οι πολιορκητές και τράπηκαν σε φυγή. Σκοτώθηκαν οι έξι από τους αρχηγούς. Σώθηκε μόνον ο Άδραστος.
(*6). Αμφιάραος: Αργείος ήρωας, γιος του Οϊκλή και της Υπερμνήστρας. Έξοχος πολεμιστής και μάντης. Γυναίκα του υπήρξε η Εριφύλη, αδερφή του Άδραστου, που υπήρξε ο αρχηγός της εκστρατείας των επτά κατά της Θήβας. Σαν μάντης γνώριζε πως η εκστρατεία θα αποτύχει και θα λήξει με την ήττα των Αργείων, όπου θα σκοτωθούν πολλοί άνδρες και οι αρχηγοί τους. Έτσι κι ο ίδιος θα σκοτωνόταν και γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Ο Πολυνείκης, που ήταν η αιτία της εκστρατείας, για να τον πείσει η γυναίκα του, μιας και ήταν ανένδοτος, την δελέασε με περίφημο περιδέραιο που οι θεοί είχαν κάνει δώρο στην Αρμονία, τη γυναίκα του Κάδμου, στο γάμο τους, όταν είχαν κατέβει στη γη. Εκείνη τον εξανάγκασε να ακολουθήσει τους άλλους στρατηγούς. Πριν φύγει όρκισε τον γιο του Αλκαίωνα να εκδικηθεί το θάνατό του.
Μετά τις πρώτες μέρες, όπου οι Θηβαίοι αμύνθηκαν, πέρασαν στην επίθεση και κατατρόπωσαν τους Αργείους, σκοτώνοντας όλους τους αρχηγούς, εκτός από τον Άδραστο. Καθώς οι Αργείοι ετράπησαν σε φυγή, ο Δίας θέλησε να μην πεθάνει από εχθρικό χέρι ο αγαπητός κι ευσεβής μάντης. Γι’ αυτό κατά τη φυγή του άνοιξε ένα χάσμα με τον κεραυνό του, όπου καταποντίστηκε με όλο το άρμα του.
Ο Αμφιάραος τιμήθηκε πολύ από τους Έλληνες που τον θεωρούσαν σαν θεό. Στον Ωρωπό υπήρχε ιερό, μαντείο και θεραπευτήριο με την ονομασία Αμφιαράειο.  http://vagiablog.blogspot.gr/