ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΝΙΧΑΙΣΜΟΣ..ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ[Μέρος ΙΑ΄]

Aπό όλα τα γνωστικά συστήματα, μόνο ο Μανιχαϊσμός κατάφερε να γίνει θρησκεία και να εξαπλωθεί σε πολλές περιοχές, από τις επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έως την δυτική Κίνα. Κατάφερε μάλιστα να γίνει η επίσημη θρησκεία του κράτους των Ουιγούρων (κινέζικο Τουρκεστάν) μέχρι την κατάλυσή στου το 1335 μ.Χ. από τους Μογγόλους. Επιβίωσε, δηλαδή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από κάθε άλλο γνωστικό σύστημα.
Πηγές
Και στην περίπτωση του Μανιχαϊσμού κύριες πηγές πληροφόρησης, μέχρι τις αρχές του Κ’ αι. ήταν τα αντιαιρετικά έργα των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Η παλαιότερη σωζόμενη πηγή εξ αυτών είναι οι Πράξεις Αρχελάου, κείμενο που γράφτηκε πρωτότυπα στα ελληνικά, αλλά σώζεται μόνο σε λατινική μετάφραση. Πρόκειται για διάλογο μεταξύ του Αρχέλαου, επισκόπου Κασχάρων της Μεσοποταμίας, με τον Μάνη, μέσα από τον οποίο γίνεται συστηματική αναίρεση της μανιχαϊκής διδασκαλίας. Σύμφωνα με πληροφορία του Μεγάλου Φωτίου το έργο αποδίδεται στον Ηγεμόνιο. Ιδιαίτερης αξίας είναι τα ιστορικά στοιχεία που προσφέρει για το παρελθόν του Μάνη και την πηγή της έμπνευσής του. Εκτενέστερη μνεία στο θέμα της αξίας της πηγής θα γίνει, όταν παρουσιαστούν τα στοιχεία της ζωής του Μάνη.
Από τους αντιαιρετικούς συγγραφείς, για τον Μανιχαϊσμό εκτενή αναφορά κάνει ο Επιφάνιος στο Πανάριον ο Τίτος επίσκοπος Βόστρων, ο Σεραπίων στα Κατά , Μανιχαίων ενώ σύντομες αναφορές έχουμε στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου Καισαρείας και του Σωκράτη.
Στην συριακή γλώσσα πηγή πληροφόρησης αποτελεί το αντιαιρετικό έργο του οσίου Εφραίμ του Σύρου, Κατά Μάνητος, Μαρκίωνος, Βαρδεσάνους σε πέντε βιβλία. Επίσης το έργο του νεστοριανού Θεόδωρου Μπαρ-Κονάι.
Στην λατινική γλώσσα σημαντικότερα είναι τα αντιμανιχαϊκά έργα του αγίου Αυγουστίνου. Αυτά είναι
- η παράγραφος 46 του De haeresibus με γενικές πληροφορίες για την αίρεση και την διδασκαλία των Μανιχαίων
- De moribus Manichaeorum, όπου ασχολείται συγκεκριμένα με την ηθική διδασκαλία τους, αναιρώντας την.
- Contra Faustum Manichaeum libri triginta tres
- Contra Felicem Manichaeum libri duo
- Contra Secuntinum Manichaeum liber unus
- De duabus animabus contra Manichaeos liber unus
- Contra Epistolam Manichaei quam vacant funtamenti.
Τα έργα του Ιερού Αυγουστίνου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι ο ίδιος υπήρξε μέλος της σέκτας τους την περίοδο της νεότητάς του, πριν γίνει μέλος της Εκκλησίας. Παλαιότερα, υπήρχε μία τάση απαξίωσης των έργων αυτών, διότι θεωρούνταν μεροληπτικά, εξαιτίας του πολεμικού ύφους τους. Η ανακάλυψη κατά την διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, αποσπασμάτων από έργα του ίδιου του Μάνη και των οπαδών του απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο την ακρίβεια και την ορθότητα των πληροφοριών του. Έτσι, δικαιώθηκε πανηγυρικά ο Ιερός Αυγουστίνος από τις κατηγορίες που του επέρριπταν οι ορθολογιστές ακαδημαϊκοί και φάνηκε ότι στο θέμα αυτό ήταν σωστά τα όσα έγραψε. O Albert Henrichs γράφει για το θέμα:
«Ο άγιος Αυγουστίνος παραθέτει παρόμοιους μανιχαϊκούς μύθους, αλλά οι λόγιοι έτειναν να πιστέψουν ότι τους επινόησε ο ίδιος με σκοπό να γελοιοποιήσει την πίστη, στην οποία κάποτε άνηκε ο ίδιος. Ο Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας αποδεικνύει ότι είναι γνήσια μανιχαϊκοί».
Από τις εξωχριστιανικές πηγές σημαντικότερες είναι η αραβική Χρονογραφία των αρχαίων εθνών (Āthār al-bāqiya ‘an qurūn al-khāliya), του Αλ Μπιρουνί(973-1048 μ.Χ.) και το Φιχίρστ-αλ-Ουλούμ του Ιμπν αν-Αδίν (988 μ.Χ). Ο Abu Rayhân al-Biruni ισχυρίζονταν ότι είχε στην διάθεση του το κείμενο της Βίβλου των Μυστηρίων του Μάνη, την οποία ανακάλυψε σε βιβλιοθήκη της Χωρεσμίας.
Το 1969 εμφανίστηκε στο πανεπιστήμιο της Κολωνίας ένας ελληνικός χειρόγραφος κώδικας, από το πουθενά. Οι φήμες, βέβαια έλεγαν ότι εμπορεύτηκε στο Κάιρο, αλλά πέρα τούτο καμιά άλλη πληροφορία δεν έγινε ποτέ διαθέσιμη. Όπως παραδέχτηκε και ο Albrecht Heinrichs, ο πρώτος μελετητής του κώδικα, τίποτα δεν είναι γνωστό για την προέλευσή του.
Ο κώδικας αυτός, που ονομάστηκε Cologne Mani Codex (CMC), περιείχε σε ελληνικό κείμενο, γεγονός σπάνιο για τις μανιχαϊκές πηγές, την ζωή του Μάνη. Το κείμενο τιτλοφορείτο Περί τῆς γέννης τοῦ σώματός του. Η εκδοχή της βιογραφίας που παρουσιάζονταν στον κώδικα ήταν εντελώς διαφορετική, από αυτήν που παρουσιάζονταν στις χριστιανικές πηγές, και αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα πολλούς μελετητές. Πέραν τούτου, προσφέρονταν φρέσκο υλικό προς επεξεργασία. Η πρώτη έκδοση του κειμένου από τους L. Koenen & A. Heinrichs.
Στις αρχές του 20ου αι. τέσσερις γερμανικές αρχαιολογικές αποστολές, υπό τους Albert Grünwedel & Albert von Le Coq, έκαναν ανασκαφές στο κινέζικο Τουρκεστάν (επαρχία Xinjiang). Στον χώρο αυτό αναπτύχθηκε το Ουιγουρικό Βασίλειο, στο οποίο ο Μανιχαϊσμός ήταν επίσημη θρησκεία. Σύντομα ήρθαν στο φως αρκετές σελίδες με μανιχαϊκά κείμενα γραμμένα στα περσικά, παρθικά, αρχαιο-τουρκικά και στην γλώσσα τη περιοχής της Σογδιανής. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στην Γερμανία και εκδόθηκαν εκεί, από την Πρωσική Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου.
Μια δεύτερη αποστολή, γαλλικής προέλευσης, ανακάλυψε στην Κίνα μια επίσης εκτεταμένη συλλογή μανιχαϊκών κειμένων γραμμένη στα κινέζικα. Η πρώτη έκδοση έγινε στην Ιαπωνία το 1927. Ακολούθησε μια δεύτερη γερμανική έκδοση.
Αποτέλεσμα αυτών των ανακαλύψεων ήταν να έρθουν στην επιφάνια μανιχαϊκά κείμενα, κυρίως ύμνοι και λειτουργικά κείμενα, τα οποία κατά κύριο λόγο επιβεβαίωσαν τις μέχρι τότε υπάρχουσες πληροφορίες. Από λογοτεχνικής πλευράς είναι χαμηλής αισθητικής αξίας.
ΜΑΝΗΣ
Ο Μάνης γεννήθηκε στις 14 Απριλίου του 216 στην Βαβυλωνία (περιοχή Ασουριστάν). Το όνομά του είναι συνηθισμένο στην περιοχή εκείνη στην οποία μιλιόταν η Συριακή Αραμαϊκή διάλεκτος. Η μητέρα του ονομάζονταν Μαρνάο κατά τις μανιχαϊκές πηγές (Marmaryan κατά al-Nadim) και ήταν συγγενής της δυναστείας των Σασσανιδών (οίκο Ashganiyya κατά al-Nadim), που διοικούσε τότε την Περσία.
Ο πατέρας του, γνωστός με το όνομα Πατίκιος στις χριστιανικές πηγές, και με ονόματα παρεμφερούς συλλαβισμού στις υπόλοιπες, ήταν υψηλόβαθμο μέλος κάποιας βαπτισματικής κοινότητας. Σύμφωνα με το Φιχίρστ-αλ-Ουλούμ, άκουσε μέσα στον ναό μια φωνή που τον καλούσε σε αποχή από την κρεωφαγία, την οινοποσία και τον γάμο. Αυτό, βέβαια, φαίνεται παράξενο, αλλά όπως συνεχίζει η διήγηση φαίνεται ότι ήταν ήδη παντρεμένος και η γυναίκα του έγκυος.
Η μόνη περίπτωση στην οποία οι ανακαλύψεις των κειμένων είχαν να προσθέσουν κάτι καινούργιο, ήταν η ζωή του Μάνη. Στα χριστιανικά κείμενα συναντάται μία στάνταρ εκδοχή:
«Κα’. Για να μην νομίζει κανείς ότι τον κατηγορούμε άδικα, θα κάνουμε μια παρέκβαση και θα σας πούμε ποιος ήταν αυτός ο Μάνης και ποιες είναι μερικές από τις διδασκαλίες του. Γιατί δεν θα μπορούσε με επάρκεια να διηγηθεί κανείς όλο τον βόρβορο της διδασκαλίας του, ούτε και αν μιλούσε έναν ολόκληρο αιώνα. Και ας φέρει ο καθένας σας στον νου του αυτά που μέχρι τώρα είπα για τους άλλους και όσα θα πω στη συνέχεια, για να βοηθιέται όταν το απαιτεί η ανάγκη. Ώστε και εκείνοι που δεν ξέρουν να μάθουν και όσοι τα ξέρουν να τα ξαναθυνηθούν. Δεν υπήρξε ποτέ Χριστιανός ο Μάνης. Μη γένοιτο. Ούτε αφορίστηκε από την Εκκλησία όπως ο Σίμωνας, ούτε αυτός ο ίδιος, ούτε όσοι δίδασκαν πριν από αυτόν τις ίδιες πλάνες. Διότι είναι κλέφτης της πλάνης και της κακίας άλλων ανθρώπων, και οικειοποιήθηκε ξένα και βρώμικα κατορθώματα. Και ακούστε κάτω από ποιες συνθήκες και με ποιο τρόπο το έκανε αυτό.
Κβ’. Ήταν κάποιος που λεγόταν Σκυθιανός, Σαρακηνός στην καταγωγή και ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση ούτε με τον Ιουδαϊσμό, ούτε με τον Χριστιανισμό. Αυτός εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, ακολούθησε τον αριστοτελικό τρόπο ζωής και έγραψε τέσσερα βιβλία. Το ένα το ονόμαζε «Ευαγγέλιο», δεν περιείχε όμως τον βίο και τα έργα του Ιησού Χριστού, αλλά μόνο το όνομα του Ευαγγελίου είχε. Ένα άλλο βιβλίο το ονόμαζε «Κεφαλαίων». Το τρίτο «Μυστηρίων» και το τέταρτο, το οποίο τώρα κυκλοφορεί, «Θησαυρό». Μαθητής αυτού ήταν κάποιος που λεγόταν Τερέβινθος. Αλλά το Σκυθιανό που ανέφερα προηγουμένως, όταν ήρθε στην Ιουδαία να φθείρει και να βασανίσει με την αιρετική διδασκαλία του την χώρα, ο Κύριος τον θανάτωσε με κάποια αρρώστια και σταμάτησε έτσι αυτή τη μολυσματική κατάσταση.
Κγ’. Ο μαθητής της κακίας του Σκυθιανού, ο Τρέβινθος, που έγινε κληρονόμος των χρημάτων των βιβλίων και της αιρέσεως, αφού ήρθε στην Παλαιστίνη και αφού πέρας από την Ιουδαία και έγινε γνωστός και καταφρονήθηκε, έκρινε καλό να πάει στην Περσία. Και για να μη γνωριστεί από το όνομά του, ονόμασε τον εαυτό του Βουδδάν. Εκεί όμως βρήκε αντιπάλους, τους οπαδούς του θεού Μίθρα και αναμετρήθηκε μαζί τους. Και μετά από πολλούς διαπληκτισμούς, για να δώσει ένα τέλος, κατέφυγε σε κάποια χήρα. Ύστερα ανέβηκε σε μια ταράτσα και προσκάλεσε τους δαίμονες του αέρα, τους οποίους μέχρι σήμερα οι Μανιχαίοι, λειτουργώντας την αιρετική λειτουργία τους με ξεραμένα σύκα, επικαλούνται. Εκεί τον χτύπησε κεραυνός και, αφού έπεσε από την ταράτσα, ξεψύχησε. Έτσι χάθηκε από τον κόσμο και το δεύτερο θηρίο.
Κδ’. Αλλά παρέμειναν τα βιβλία για να θυμίζουν την ασέβεια. Έτσι κληρονόμησε η χήρα και τα βιβλία και τα χρήματα. Και επειδή αυτή δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε κάποιον άλλο δικό της στον κόσμο, αποφάσισε με αυτά α χρήματα να αγοράσει ένα δούλο που τον έλεγαν Κούρβικο. Αυτόν τον υιοθέτησε και τον μόρφωσε σαν παιδί της, σύμφωνα με την παιδεία των Περσών και ακόνισε έτσι κακό βέλος κατά της ανθρωπότητας. Ο κακός δούλος λοιπόν, ο Κούρβικος, μεγάλωνε ανάμεσα στους φιλοσόφους. Όταν πέθανε η χήρα κληρονόμησε τα χρήματα και τα βιβλία. Μετά, για να μη φέρει τη ντροπή της δουλείας με το όνομα του Κούρβικου, ονομάστηκε, αντί για Κούρβικος, Μάνης, όνομα που στην γλώσσα των Περσών φανερώνει την ευγλωττία. Γιατί, αφού θεωρούσε τον εαυτό του ισάξιο με τους διαλεκτικούς, ονομάστηκε Μάνης, σα να ‘ταν κανένας άριστος ομιλητής. Εκείνος λοιπόν, φρόντισε να κάνει σύμφωνα με την Περσική διάλεκτο, ένδοξο τον εαυτό του, παίρνοντας το όνομα Μάνης. Η οικονομία του Θεού όμως έκανε ώστε, χωρίς να το θέλει ο Μάνης, να γίνεται ο ίδιος κατήγορος του εαυτού του. Δηλαδή ενώ θεωρούσε, σύμφωνα με την Περσική γλώσσα στην Περσία τον εαυτό του τιμημένο, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Ελληνική γλώσσα, τον διακήρυττε μανιακό».
Η ιστορία αυτή συναντάται αρχικά στο παλαιότερο αντι-μανιχαϊκο κείμενο, τις Πράξεις Αρχελάου. Όλοι οι υπόλοιποι Χριστιανοί συγγραφείς επιβεβαιώνουν την ίδια περιγραφή. Ο Σωκράτης στην Εκκλησιαστική Ιστορία συνοπτικά, ο άγιος Επιφάνιος στο Πανάριον εκτενέστερα και με περισσότερες πληροφορίες.
O CMC έφερε στο φως μια άλλη εκδοχή της ζωής του Μάνη, αυτή που διέδιδαν επίσημα οι οπαδοί του. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή ο Μάνης άρχισε να βλέπει οράματα στην ηλικία των τεσσάρων. Έβλεπε τα φυτά και τα δέντρα να κλαίνε και να ματώνουν, όταν τα μέλη της κοινότητας ασχολούνταν με τον θερισμό και την συλλογή των καρπών. Για τον λόγο αυτό αρνούνταν να συμμετέχει σε αυτές τις δραστηριότητες.
Η προσπάθεια των μανιχαίων να συνδέσουν τα γεγονότα της νεαρής ηλικίας του αρχηγού τους με την κατοπινή διδασκαλία του είναι εμφανής. Εδώ να συμπληρώσουμε ότι σύμφωνα και με αυτό τον κώδικα η οικογένειά του ήταν μέλη βαπτισματικής κοινότητας, η οποία όμως δεν κατονομάζεται. Οι εκδότες του CMC ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ελκεσαϊτικη κοινότητα[20]. Αυτό προκύπτει από τον διάλογο του Μάνη με τα μέλη της κοινότητας κατά την συζήτηση θεωρητικής διαφωνίας, μετά την απάρνηση του πρώτου της αναγκαιότητας του βαπτίσματος. Στο λογύδριο του Μάνη καταγράφονται τα εξής:
«Εἰ τοίνυν περί τοῦ βαπτίσματος κατηγορεῖτε μου, ἰδού πάλιν ἐκ τοῦ νόμου ὑμῶν δείκνυμι ὑμῖν καί ἐξ ἐκείνων τῶν ἀποκαλυφθέντων τοῖς μείζοσι ὑμῶν ὅτι οὐ δέον ἐστι βαπτίζεσθαι. δείκνυσι γάρ Ἀλχασαῖος ὁ άρχηγός τοῦ νόμου ὑμῶν˙ πορευομένου γάρ αὐτοῦ λούσασθαι εἰς ὕδατα…»
Το φιλόδοξο επιχείρημα δεν ολοκληρώνεται. Παρ’ όλα αυτά ακολουθεί μεταστροφή κάποιων μελών της κοινότητας, γεγονός που σηματοδοτεί σχίσμα. Το σημείο είναι μοναδικό και δεν υπάρχει άλλη αναφορά του «Αλχασαίος» κάπου αλλού στο κείμενο. Η κοινότητα αναφέρεται γενικόλογα ως «Βαπτισταί».
Όσοι διαφωνούν με το επιχείρημα, αντιπροτείνουν ότι κατά τον Επιφάνιο, δεν υπήρχε μόνο μία βαπτισματική κοινότητα που έκανε χρήση του βιβλίου του Ελκσαίου. Εκτός από τους Ελκεσαΐτες υπήρχαν και άλλες ομάδες που το χρησιμοποιούσαν ή είχαν επηρεαστεί από αυτό, όπως οι Εβιωναίοι. Παράλληλα επικαλούνται την αοριστία του ονόματος «Σωβιαί», που χρησιμοποιεί ο άγιος Ιππόλυτος, για να δείξουν ότι πολλές βαπτισματικές ομάδες παραμένουν ακαταλογογράφητες. Η μερίδα αυτή των μελετητών περιορίζεται να διαπιστώσει ότι πρόκειται για Ιουδαιο-χριστιανική σέκτα, μια πολύ γενικόλογη διαπίστωση, καθότι διευρύνει κατά πολύ τις δυνατότητες επιλογής.
Αν κάποιος πάντως, περιοριστεί μόνο στην καταγραφή του Φιχίρστ, τότε μπορεί να συμπεράνει ότι πρόκειται μάλλον για Μανδαίους.
Η διήγηση του CMC εισάγει στην ζωή του Μάνη ένα νέο ον, την «σύζυγο». Πρόκειται για την αδελφή ψυχή του, αυτήν από την οποία αποχωρίστηκε, ενώ εκτός κειμένου κώδικα και εντός των κόλπων της σέκτας, πρόκειται για τον Παράκλητο, τον οποίο υποσχέθηκε ο Χριστός. Από αυτήν λαμβάνει αποκαλυπτικά την διδασκαλία του.
Οι παραπάνω λεπτομέρειες από την διήγηση του κώδικα θεωρούνται υπέρ-αρκετές, ώστε να απορρίπτεται η εκδοχή των χριστιανών συγγραφέων, που επικρατούσε για κάποιους αιώνες. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, αν είναι δυνατόν να δέχεται κάποιος ορθολογιστής ερευνητής, που θεωρεί την διήγηση των Πράξεων Αρχελάου, ως ανιστόρητη, να δέχεται ότι υπάρχει η οποιαδήποτε δόση ιστορικότητας, σε αυτήν την εκδοχή, κατά την οποία ο Μάνης παρουσιάζεται να έχει οράματα σε ηλικία μόλις 4 ετών, ή, τέλος πάντων να παραλαμβάνει την διδασκαλία του αποκαλυπτικά από κάποιο αγνώστου ταυτότητος ον.
Και πως δεν θα εκληφθεί ως διγλωσσία, να υποτιμάται η αξία των εκκλησιαστικών κειμένων, λόγω του πολεμικού τους χαρακτήρα και από την άλλη να υπερτιμάται η αξία ενός άλλου, ανεξάρτητα από τον εγνωσμένο προπαγανδιστικό του χαρακτήρα.
Παραβλέπεται το γεγονός ότι ο CMC, ως άλλο βιβλίο του Ελκσαίου, παρουσιάζεται να έχει πέσει από τον ουρανό. Παραβλέπεται, ότι αποτελεί συμπίλημα κειμένων περισσότερων άγνωστων συγγραφέων. Παραβλέπεται, ότι περιλαμβάνει αποκαλυπτικά κείμενα τα οποία δεν έγινε κατορθωτό μέχρι τώρα να εντοπιστούν σε καμιά ιουδαιο-χριστιανικο-μανιχαϊκή γραμματεία. Παραβλέπεται το γεγονός, ότι σκοπός της συλλογής είναι, αφ’ ενός μεν η «αγιοποίηση», αφετέρου η χρονική μετάθεση μεταγενέστερων πεποιθήσεων, που ίσως η πατρότητά τους να μην είναι του Μάνη, εφόσον είναι γνωστό ότι το σύστημα κατά την χωροχρονική εξάπλωσή του στην ευρύτερη περιοχή αλλοιώθηκε σημαντικά. Όταν παραβλέπονται τόσα πολλά, τότε είναι επόμενο το κείμενο του κώδικα ν’ αποκτά ιστορική αξία.
Η συνέχεια της διήγησης του κώδικα δεν παρουσιάζει κάτι άλλο ενδιαφέρον. Οι πληροφορίες που παραθέτει είναι λίγο-πολύ γνωστές και από άλλες πηγές. Στον Μάνη παρουσιάζεται για δεύτερη φορά η «σύζυγος» και του δίνει εντολή να ξεκινήσει την αποστολή του. Στην έξοδό του από την κοινότητα τον ακολουθούν δυο βαπτιστές, καθώς και ο πατέρας του. Αυτό συνέβη το 240 μ. Χ. Τότε οι βαπτιστές τον ονόμασαν mânâ d.bíshtâ, δηλαδή «δοχείο του κακού» (εκδοχή bar-Konai).
Ακολούθησε διετές ταξίδι στην Ινδία. Εκεί ήλθε σε επαφή με τα ανατολικά θρησκεύματα, κυρίως τον Βουδισμό. Δεν ένιωθε την ανάγκη να ταξιδέψει δυτικά, διότι πίστευε ότι γνώριζε αρκούντως τον Χριστιανισμό. Στην πραγματικότητα γνώριζε τις γνωστικές διδασκαλίες του Βαρδεσάνους και του Μαρκίωνος.
Μετά την επιστροφή του από την Ινδία, εργάσθηκε για την εξάπλωση της διδασκαλίας του. Ο ίδιος παρέμεινε στην Περσία. Στις ρωμαϊκές επαρχίες έστειλε τους μαθητές του. Ακολουθώντας τις Πράξεις Αρχελάου, ο Μάνης ήλθε για πρώτη φορά σε αντιπαράθεση με τον Χριστιανισμό, εντός της περσικής επικράτειας. Αντιμετωπίστηκε και καταισχύνθηκε από τον επίσκοπο Κασχάρων, Αρχέλαο.
Ο Πέρσης Σάχης Σαπώρ Α’ (241-273) φάνηκε ανεκτικός απέναντί του, ίσως εξαιτίας της συγγένειας της μητέρας του. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο διάδοχός του Ορμίσδας. Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Βαράμ τον Α’ (274-277) η στάση της αυλής στρέφεται εναντίον του. Πιθανολογείται ότι σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της πολιτικής έπαιξε το ζωροαστρικό ιερατείο. Ο Μάνης συνελήφθη και φυλακίστηκε. Μετά από τέσσερις εβδομάδες εκτελέστηκε, το 277 μ.Χ.
Ο άγιος Επιφάνιος δίνει μια διαφορετική αιτιολόγηση στην αλλαγή της στάσης του Σάχη έναντι του Μάνη. Αναφέρει ότι ο Μάνης ανέλαβε να γιατρέψει τον άρρωστο γιο του βασιλιά και απέτυχε. Στην συνέχεια προσπάθησε να διαφύγει, αλλά εντοπίσθηκε στα Κάσχαρα, μετά την δημόσια συζήτηση με τον Αρχέλαο και συνελήφθη.
«Ἐκείθεν δέ ὁ τῶν Περςῶν βασιελυς, γνούς τήν τοῦ Μάνη καταφυγήν, ἀποστείλας καί χειρωσάμενος αὐτόν ἐν τῷ προειρημένῳ καστέλλω, εἰς τήν Περσίδα ἀτίμως καθείλκυσε καί τό δέρμα αὐτοῦ καλάμῳ κελεύσας ἐκδαρῆναι οὕτω τήν τιμωρίαν αὐτῷ ἀπέδωκεν˙ ὅθεν καί ἐκδαρέντα καλάμῳ καί τόν ἀσκόν αὐτοῦ ἐμπλησθέντα ἀχύρων ἔτι καί δεῦρο ἐν Περσίδι ἔχουσι˙ καί οὕτω τόν βίον κατέστρεψε˙ διό καί οἱ Μανιχαῖοι ἐπί καλάμοις τάς κοίτας αὐτῶν ποιοῦνται».
Οι τρεις στενοί μαθητές του διέφυγαν και σκορπίστηκαν κηρύσσοντας τον Μανιχαϊσμό:
«οὕτω δέ αὐτοῦ ἀποθανόντος καί καταλείψαντος τούς ἑαυτοῦ μαθητάς οὕς εἴπομεν, Ἀδδᾶν καί Θωμᾶν καί Ἐρμείαν, <οἱ> πρίν ἤ αὐτόν τήν δίκην ἀπολαβεῖν κατά τόν δεδηλωμένον τρόπον ἦσαν ἀποσταλέντες ὑπ’ αὐτοῦ, ὁ μέν Ἐρμείας <ἦλθεν> εἰς τήν Αἴγυπτον,… Ἀδδᾶς δέ ἐπί τά ἀνωτερικά μέρη, Θωμάς δέ ἐπί τήν Ἰουδαίαν, ἐξ ὧν ἐκρατύνθη τό δόγμα εἰσέτι δεῦρο».
Διδασκαλία
Είναι κοινά αποδεκτό, ότι η διδασκαλία του Μάνη συνθέτει στοιχεία του Ζωροαστρισμού, του Βουδισμού, του Γνωστικισμού και του Χριστιανισμού. Αυτό είναι συνεπές με την κοσμοθεώρηση του Μάνη, σύμφωνα με τον οικουμενισμό της οποίας διαφαίνεται μια ενότητα της παραδόσεως της μίας αλήθειας, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και από διαφορετικά πρόσωπα. Έτσι για τον Μανιχαϊσμό οι μορφές του Αδάμ, του Σηθ, του Ενώχ, του Νώε, του Αβραάμ, του Ζωροάστρη, του Βούδα, του Χριστού, είναι μορφές απεσταλμένων να αποκαλύψουν την αλήθεια. Στην σημερινή ορολογία θα καλούνταν μεγάλοι μύστες.
Σκόπιμα απουσιάζει ο Μωυσής, εφόσον ο Μανιχαϊσμός παρουσιάζει αντινομικό και αντι-ιουδαϊκό χαρακτήρα. Τελευταίος των απεσταλμένων εμφανίζεται ο Μάνης. Ο ίδιος διακήρυττε ότι στα γραπτά του ενσωματώνονταν επιλεκτικά τα ιερά κείμενα των άλλων θρησκειών:
«Οι γραφές, οι σοφίες, οι αποκαλύψεις, οι παραβολές, οι ψαλμοί των προηγούμενων Εκκλησιών έχουν από παντού συνενωθεί μέσα στην δική μου Εκκλησία μαζί με την σοφία, την οποία αποκάλυψα εγώ σε σας. όπως ένας ποταμός ενώνεται με άλλο ποταμό για να σχηματίσουν ισχυρό ρεύμα, έτσι και τα αρχαία βιβλία έχουν προστεθεί στις γραφές μου και έχουν σχηματίσει μια μεγάλη σοφία, η οποία δεν έχει υπάρξει σε προηγούμενες εποχές».
Αποτέλεσμα της οικουμενιστικής προοπτικής του Μανιχαϊσμού ήταν η δυνατότητά του να μεταμφιέζεται, ανάλογα με το περιβάλλον, στο οποίο δραστηριοποιούνταν. Έτσι στην ρωμαϊκή επικράτεια ο Μάνης παρουσιάζονταν ως απόστολος του Χριστού:
«Διότι έχω μπερδευτεί βλέποντας την Επιστολή να ξεκινά, “Μάνης, Απόστολος Ιησού Χριστού”, καί όχι Παράκλητος, Απόστολος Ιησού Χριστού. Ή αν ο Παράκλητος που εστάλει από τον Χριστό έσειλε τον Μανιχαίο, γιατί διαβάζουμε, “Μάνης, Απόστολος Ιησού Χριστού”, αντί “Μανιχαίος, Απόστολος του Παρακλήτου”; Αν λέτε ότι είναι ο Χριστός ο ίδιος που είναι το Άγιο Πενύμα, αντιτίθεστε στην Γραφή, όπου ο Κύριος λέει “θα σας στείλω άλλον Παράκλητο”. Και πάλι, αν δικαιολογείτε που χρησιμοποιείτε το όνομα του Χριστού, όχι επειδή είναι ο Χριστός ο ίδιος επίσης και ο Παράκλητος, αλλά επειδή είναι της ίδιας ουσίας, δηλ. όχι επειδή είναι ένα πρόσωπο αλλά μία ύπαρξη, τότε θα έπρεπε και ο Παύλος να έχει χρησιμοποιήσει τις λέξεις, Παύλος Απόστολος του Θεού και Πατρός˙ διότι ο Κύριος είπε, “ Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα” . Αλλά ο Παύλος δεν χρησιμοποίησε πουθενά αυτές τις λέξεις˙ ούτε κανένας Απόστολος ονομάζει στα γραπτά τον εαυτό του Απόστολο του Πατρός».
Στο κείμενο αυτό του αγίου Αυγουστίνου, αντιμετωπίζεται η Epistula Fundamenti του Μάνη. Σ’ αυτήν αυτοπροβάλλονταν ως «Απόστολος του Χριστού». Αλλά η μεταμφίεσή του δεν σταματούσε εδώ, διότι όπως διαβάζουμε παρακάτω
«έτσι ο Μανιχαίος επιθυμούσε να περνιέται ότι τόσο πολύ είχε καταληφθεί από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο υποσχέθηκε ο Χριστός, ώστε από αυτό να καταλαβαίνουμε ότι τα ονόματα Μανιχαίος και Άγιο Πνεύμα ομοίως σημαίνουν τον απόστολο του Χριστού».
Στην Ινδία παρουσιάστηκε ως μετενσάρκωση του Βούδα:
«Εσύ είσαι ο Βούδας, κι εμείς είμαστε αμαρτωλοί. Δεν είναι πρέπον να έρθεις εσύ σε μας. Γι’ αυτό, όσα βήματα κάνουμε προς εσένα, τόσο όφελος και σωτηρία κερδίζουμε. Αλλά αν έρθεις εσύ σε μας, τότε για όσα βήματα θα κάνεις προς εμάς, τόσο λιγότερο όφελος και αμαρτία κερδίζουμε».
Επίσης στους Βουδιστές παρουσιάζονταν ως ο Maitreya:
«(Ιησούς) Ω μεγάλη Παρθένε! Όταν ο Βούδας εισήλθε στην νιρβάνα σας είπε: περιμένετε εδώ τον Maitreya».
Η Παρθένος του αποσπάσματος είναι η Παρθένος του Φωτός της Τρίτης Δημιουργίας, η οποία γεννά τις 12 Παρθένους του Φωτός, αντίστοιχες των αστερισμών του ζωδιακού κύκλου. Στην ίδια Δημιουργία υπάγεται και ο Ιησούς ο Φωτεινός.
Για να εμφανίζει μεγαλύτερη ομοιότητα με τον Βούδα, οι μαθητές του διέδιδαν ότι μετά θάνατον εισήλθε σε κατάσταση parinirvana. H parinirvana είναι μετά θάνατον ευλογημένη κατάσταση στην οποία ο νεκρός ξεφεύγει από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων. Η πληροφορία προέρχεται από εύρημα στο Τουρφάν, γραμμένο στην Παρθική, μεταφρασμένο όμως από συριακό πρωτότυπο:
«Και άφησε το ποίμνιο της δικαιοσύνης ορφανό και θλιμμένο, διότι ο κύριος του οίκου είχε εισέλθει στην parinirvana, και ο οίκος του… parinirvana».
Στην Περσία παρομοιάζονταν με τον Ζαρατούστρα:
«…η προσευχή…
Επίσης ο Zaradrusht (Ζαρατούστρα), ο οποίος… ανάμεσα στους Πέρσες… αυτόν ενώπιον του βασιλέως.. πόσο πολύ από… αποκαλύπτει.
οι δύο φύσεις που παλεύουν μεταξύ τους… επίσης η ύλη από το νεκρό του σώμα: το τίμησαν περισσότερο από όλους τους αποστόλους.
Ιδού, … το νεκρό του σώμα, ώστε να μην το πετάξουν…
Ιδού, Ζαρατούστρα, όπως έχει γραφεί, στους τάφους των βασιλέων… πήραν το νεκρό του σώμα… το στόλισαν και το τοποθέτησαν με τιμές…
Στην γη της Ινδίας…»
Εκτός από τις μεταμφιέσεις του Μάνη, παρόμοια τακτική ακολουθείται και στην προσαρμογή των θεοτήτων του Μανιχαϊσμού, στις κατά τόπους θρησκείες. Το συγκριτιστικό στοιχείο είναι έντονο.
Από τα παραπάνω μπορεί να χαρακτηριστεί ο Μανιχαϊσμός, πέραν των γνωστικών χαρακτηριστικών του, ως πολύμορφο παραθρησκευτικό σύστημα.
Το βασικό του δόγμα είναι η ύπαρξη δύο απόλυτων αρχών (φύσεις, ουσίες, ρίζες). Από την μια είναι η αρχή του φωτός, του αγαθού, του θεού. Από την άλλη, η αρχή του σκότους, του κακού, της ύλης.
Κάθε αρχή έχει την δική της επικράτεια, τοπικά προσδιορισμένη και καθορισμένη. Το Βασίλειο του Καλού βρίσκεται βόρεια και το Βασίλειο του Κακού νότια. Ο προκαθορισμός της επικράτειας της κάθε αρχής επέτρεπε την εν ηρεμία και ησυχία μεταξύ τους κατάσταση. Αυτός ήταν ο Πρώτος Αιών.
Ο άρχοντας του Βασιλείου του Καλού είναι ο Πατέρας της Δόξης (Συριακά abbā dRabbūtā, Περσικά pīd ī wuzurgīh, λατινικά rex gloriosus) αντίστοιχος του ζοροαστρικού Zurwān του παρθικού Pidar wuzurgift και του συνώνυμου Βασιλέως της Δόξης που συναντάται στην γραμματεία του Ενώχ.
Ο άρχοντας του Βασιλείου του Σκότους είναι ο Πρίγκιπας του Σκότους (Συριακά melech kheshokha, Περσικά Ahriman), αντίστοιχος με το ζοροαστρικό Αριμάν, τον θεό του Κακού.
Οι δύο αρχές βρίσκονται σε ανταγωνισμό, αντιπαλότητα, η οποία έχει χρονική αρχή. Αποτέλεσμα του ανταγωνισμού είναι η δημιουργία του κόσμου, στον οποίο επικρατεί το σκοτάδι, έχοντας αιχμαλωτίσει το φως.
Κάποια στιγμή ο Πρίγκιπας του Σκότους επιχείρησε να κατακτήσει το βασίλειο του Αγαθού. Ο Πατέρας της δόξης έστειλε ημίθεα όντα για να τον αντιμετωπίσουν. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και ο Πρωτάνθρωπος (Συριακά Nāsā Qadmāyā, Περσικά Ohrmazd Bay, Λατινικά Primus Homo, αντίστοιχος με τον ζοροαστρικό Αχούρα Μαζδα). Ο Πρωτάνθρωπος μπλέχτηκε στη ύλη και περιέπεσε σε αδράνεια. Ελευθερώθηκε (πρώτη θεογονική σωτηρία) από το Ζων Πνευμα (Συριακά rūhā hayyā, Περσικά Mihryazd, Κινέζικα jing huo feng, Λατινικά Spiritus Vivens), αλλά παρέμεινε κάποιος θεϊκός σπινθήρας παγιδευμένος στην ύλη. Αυτός είναι ο Δεύτερος Αιών.
Ο κόσμος δημιουργήθηκε από το Ζων Πνεύμα, που καλείται κάποτε Δημιουργός. Σκοπός της δημιουργίας ήταν η απελευθέρωση της θεϊκής ενέργειας από την ύλη.
Ως αντίπραξη δύο δαίμονες, ο Ασαηλών (Συριακά Ashaklun, Παρσικά Az, ο ζοροαστρικός δαίμονας της πλεονεξίας) και η Ναμραήλ (Συριακά Nebroel), κατασκεύασαν τον Αδάμ και την Εύα (Περσικά, Gehmurdκαι Murdiyanag). Σκοπός ήταν η διαιώνιση της φυλάκισης της θεϊκής ενέργειας. Ως εκ τούτου οι άνθρωποι έχουν δύο ψυχές, το θείκό φως και το δαιμονικό σκότος.
Στην συνέχεια απεστάλλει ο Υιός του Θεού για την απελευθέρωση των ανθρώπων. Αυτός ταυτίζεται άλλοτε με τον Πρωτάνθρωπο και άλλοτε με τον Ιησού τον Φωτεινό (Συριακά Yisho Ziwa). Αυτός χορήγησε στους ανθρώπους την γνώση της θεϊκής προελεύσεως του πνεύματος, οπότε ο Αδάμ απέρριψε το θνητό σώμα και κατέστη ελεύθερος (δεύτερη ανθρωπογονική σωτηρία).
Το φωτεινό στοιχείο υπάρχει παντού διάχυτο στον κόσμο. Περικλείεται στα σώματα των ανθρώπων, των ζώων, στα δέντρα και τα φυτά. Το σύνολο της θεϊκής ενέργειας, η οποία είναι φυλακισμένη στον κόσμο, αποτελεί για τους Μανιχαίους την ψυχή του κόσμου. Έτσι το σύστημα γίνεται πανθείστικό, διατηρώντας τον αρχικό δυαρχικό του χαρακτήρα. Πρόκειται για επιτυχημένη σύζευξη ζοροαστρισμού και βουδισμού, ή στωικισμού και πυθαγορισμού κατά τους χριστιανούς απολογητές.
Η σωτηρία για τους Μανιχαίους είναι η απελευθέρωση της θείας ενέργειας, η οποία είναι εγκλωβισμένη στον υλικό κόσμο. Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν η αποστολή των προσωπικοτήτων, που κατά καιρούς αποκάλυψαν, υποτίθεται, την ίδια αλήθεια στον κόσμο, με τελευταίο τον Μάνη. Το πώς αντιλαμβάνονται οι Μανιχαίοι την σωτηρία περιγράφει ο άγιος Αυγουστίνος:
«Ισχυρίζονται ότι οσοδήποτε από το φως καθαρίζεται από παντού επιστρέφει στο βασίλειο του θεού και στο σπίτι του, όπως ήταν, με συγκεκριμένα πλοία, τα οποία, όπως λένε, είναι το φεγγάρι και ο ήλιος και είναι φτιαγμένα από την ίδια καθαρή ουσία του θεού. Και λένε ότι το σωματικό φως, το οποίο βρίσκεται κοντά στα μάτια των θνητών όντων, όχι μόνο στα πλοία, όπου πιστεύουν είναι καθαρότερο, αλλά επίσης και στα άλλα φωτεινά πράγματα, μέσα στα οποία είναι μεμειγμένο – σύμφωνα μ’ αυτούς – και πρέπει να καθαριστεί, είναι η φύση του θεού».
Το πώς γινόταν ο καθαρισμός του φωτός από τους Μανιχαίους θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
Η μετενσάρκωση δεν μπορεί να λείπει από κανένα γνωστικό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του, πολύ δε περισσότερο από τον Μανιχαϊσμό, ο οποίος αντέγραψε σε πολλά τον Βουδισμό. Για το θέμα γράφει ο άγιος Αυγουστίνος:
«Πιστεύουν ότι οι ψυχές των Ακροατών (σ.σ. κατηχούμενοι) επιστρέφουν στους Εκλεκτούς (σ.σ. η ανώτερη βαθμίδα οπαδών του Μανιχαϊσμού), ή, αν είναι τυχεροί, στο φαί των Εκλεκτών, έτσι ώστε όταν καθαριστούν από αυτό να μπορούν να επιστρέψουν χωρίς σώματα. Αλλά οι άλλες ψυχές, πιστεύουν, ότι επιστρέφουν στα ζώα και σε κάθε τι που έχει ρίζες και μεγαλώνει στη γη. Διότι νομίζουν ότι τα φυτά και τα δέντρα είναι ζωντανά και πιστεύουν ότι μπορούν να αισθανθούν την ζωή που είναι μέσα τους και να νιώσουν πόνο, όταν πληγωθούν, και κανένας δεν μπορεί να θραύσει ή να συλλέξει κάτι από αυτά χωρίς να βασανίζονται».
Απαραίτητα γνωστικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν λείπουν ούτε από τον Μανιχαϊσμό είναι η θεοσοφία και ο δοκητισμός. Πάλι από τον Ιερό Αυγουστίνο:
«Ισχυρίζονται, ωστόσο, ότι ο Χριστός υπήρξε, αυτός που η Γραφή ονομάζει όφη, από τον οποίο έχουν την εντύπωση ότι διαφωτίστηκαν (σ.σ. ο Αδάμ και η Εύα), ώστε άνοιξαν τα μάτια της γνώσης, και μπόρεσαν να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό, αν και υποτίθεται ότι ο Χριστός ήρθε και στους έσχατους καιρούς για ν’ απελευθερώσει τις ψυχές, όχι τα σώματα. Και υποτίθεται δεν ήρθε με πραγματικό σώμα, αλλά πρόσφερε στις ανθρώπινες αισθήσεις ένα ομοίωμα σώματος με σκοπό να τις ξεγελάσει, με το οποίο προσποιήθηκε όχι μόνο τον θάνατο αλλά και την ανάσταση».
Παρά τον δοκητισμό τους, αντιλαμβάνονται στην σταύρωση του Ιησού, ένα παθητό χαρακτήρα, που την καθιστά παγκόσμιο φαινόμενο:
«… και επίσης η γη, που συλλαμβάνει από τις δυνάμεις του και την πνευματική εκροή του, έφερε τον πάσχοντα Χριστό, ο οποίος είναι η ζωή και η σωτηρία των ανθρώπων, που εκτείνεται σε κάθε δέντρο»
Έτσι κάθε δέντρο που φέρει ψυχή, αποτελεί απεικόνιση της σταύρωσης για τους Μανιχαίους. Συγκριτιστικά η πεποίθηση αυτή αποτελεί επίδραση του φρυγικού μύθου του Άττη. Στις νεότερες εποχές η νέο-μανιχαϊκή διδασκαλία περί σταύρωσης αναβίωσε τον 19ο αι. με το βιβλίο του Kersey Graves, The worlds sixteen crucified saviors, όπου οι 16 υποτιθέμενοι σωτήρες είναι αντίστοιχοι με τους απεσταλμένους του Μανιχαϊσμού, οι τους Μεγάλους Μύστες (Les Grands Initiés. Esquisse del'histoiresecrète desreligions, 1889) του Edouard Schure.
Η διδασκαλία αυτή έτυχε άμεσης και θερμής αποδοχής από τους απανταχού νεο-εποχίτες και το σύγχρονο παρακλάδι τους, το Zeitgeist.
Πρακτικές
Εξαιτίας της αυστηρότητας των ηθικών κανονισμών, η μανιχαϊκή κοινότητα ήταν διηρημένη σε δύο τάξεις, τους Εκλεκτούς (τέλειους) και τους Ακροατές (κατηχουμένους). Η διαχωρισμός ήταν ως επί το πλείστον μόνιμος, δηλαδή οι κατηχούμενοι παρέμεναν Ακροατές εφ’ όρου ζωής. Δεν επρόκειτο για στάδιο μύησης αλλά για επιλογή. Οι τέλειοι ακολουθούσαν τον αυστηρότερο κανονισμό. Τα μέσα για την επιβίωση της κοινότητας τα παρείχαν οι κατηχούμενοι. Αυτοί ασχολούνταν με τις γεωργικές εργασίες και τεκνοποιούσαν. Αντίθετα οι τέλειοι απέφευγαν τον γάμο και την τεκνογονία.
Για την ηθική των Μανιχαίων πληροφορούμαστε από τον άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος διετέλεσε μέλος μανιχαϊκής κοινότητας στα νιάτα του. Η ηθική τους πήγαζε από την πεποίθηση ότι σε κάθε ζωντανό οργανισμό υπήρχε θεϊκός σπινθήρας, ο οποίος έπρεπε να απελευθερωθεί. Συμβολικά η ηθική τους εκφράζονταν με το σύμβολο του στόματος, του χεριού, του στήθους.
Με το σύμβολο του στόματος υπονοούσαν την αποχή από κάθε βλασφημία. Ο Ιερός Αυγουστίνος εξετάζει την αυθεντικότητα της ηθικής που εκφράζεται με το σύμβολο του στόματος:
«Αλλά όταν αρχίζετε να σχετίζετε τους μύθους σας, ότι ο Θεός είναι φθαρτός και μεριστός και υποκείμενος σε τραύμα, και εκτεθιμένος σε επιθυμία και αδυναμία, και όχι ασφαλής από την μιζέρια, αυτό είναι που είστε αρκετά τυφλοί να διδάξετε, και μερικοί αρκετά τυφλοί να πιστέψουν. Και δεν είναι μόνο αυτό˙ διότι σύμφωνα με σας, ο Θεός δεν είναι μόνο φθαρτός, αλλά και φθαρμένος˙ δεν είναι μόνο ικανός για μεταβολή, αλλά και μεταβεβλημένος˙ δεν είναι μόνο υποκείμενος στο τραύμα, αλλά και τραυματισμένος˙ όχι μόνο ευδιάθετος στην επιθυμία, αλλά και επιθυμεί˙ όχι μόνο πιθανώς, αλλά και κυριολεκτικά αδύναμος˙ όχι μόνο εκτεθειμένος στην μιζέρια, αλλά και μίζερος. Λέτε ότι η ψυχή είναι Θεός, ή μέρος του Θεού. Δεν βλέπω πως μπορεί να είναι μέρος του Θεού, χωρίς να είναι Θεός. Μέρος χρυσού είναι χρυσός˙ ασημιού˙ πέτρας˙ και για να έρθουμε σε μεγαλύτερα πράγματα, με΄ρος της γης είναι γη, μέρος του νερού, νερό, και του αέρα˙ και αν πάρεις μέρος φωτιάς, δεν αρνείσαι ότι είναι φωτιά˙ και μέρος του φωτός δεν μπορεί να είναι παρά φως. Γιατί λοιπόν μέρος του Θεού να μην είναι Θεός; Έχει ο Θεός σύνθετο σώμα, όπως ο άνθρωπος και τα κατώτερα ζώα; Διότι μέρος του ανθρώπου δεν είναι άνθρωπος».
Και συνεχίζοντας ο άγιος δείχνει ότι δεν διαφεύγουν την βλασφημία, όσο διαδίδουν μυθεύματα για τον Θεό. Έτσι γίνονται καταπατητές του συμβόλου.
«Έχοντας καθημερινά στο στόμα σας αυτές τις βλασφημίες, οι οποίες προέρχονται από την καρδιά σας, δεν πρέπει να συνεχίσετε να βαστάτε το σύμβολο του στόματος σαν κάτι θαυμάσιο, για να κοροϊδεύετε τους αφελείς».
Εφαρμογή της ηθικής του συμβόλου του στόματος ήταν η αποφυγή της κρεοφαγίας, η οποία δεν οφείλονταν σε λόγους μετενσάρκωσης, όπως σε άλλες γνωστικές διδασκαλίες, και της οινοποσίας. Αναφέρει ο Ιερός Αυγουστίνος ότι ακόμη και όταν έτρωγαν σταφύλι δεν ρουφούσαν τον χυμό του:
«διότι επίσης δεν πίνουν κρασί, λέγοντας ότι είναι το κατακάθι του πρίγκιπα του σκότους. Όταν τρώνε σταφύλι δεν ρουφούν τον μούστο, ακόμη και νέο».
Ο ίδιος ελέγχει την ανειλικρίνεια και αυτού του ηθικού κανόνα των Μανιχαίων:
«Αυτή είναι η αληθινή άποψη˙ αλλά το δόγμα σας ακούγεται πολύ διαφορετικό. Διότι, κάποιος από τους εκλεκτούς σας, διακεκριμένος για τα τρία σύμβολα, μπορεί να ζει όπως το δεύτερο πρόσωπο της περιγραφής, και αν και μπορεί να επικριθεί από ένα- δυο από τους πιο σοβαρούς, δεν μπορεί να καταδικαστεί, ότι παραβιάζει τα τρία σύμβολα. Αλλά αν για λίγο συνέτρωγε όπως το άλλο πρόσωπο, κι ακουμπούσε στα χείλη του μια μπουκιά ταγκιασμένο λαρδί, ή τα ανέψυχε με μια γουλιά χαλασμένο κρασί, θα κατακρίνονταν ως καταπατητής του συμβόλου, και σύμφωνα με την κρίση του ιδρυτή σας είναι παραπεταμένος στην κόλαση, ενώ εσείς, αν και αναρωτιέστε, πρέπει να συγκατανεύετε. Δεν θα απορρίψετε αυτά τα λάθη; Δεν θα ακούσετε στην λογική; Δεν θα προσφέρετε λίγη αντίσταση στην δύναμη της συνήθειας; Δεν είναι αυτό το δόγμα εντελώς παράλογο; Δεν είναι τρέλα; Δεν είναι εντελώς παράλογο, κάποιος που μπουκώνει και φορτώνει το στομάχι του κάθε μέρα, για να ικανοποιήσει την όρεξή του με μανιτάρια, ρύζι, τρούφες, πίτες, υδρόμελο, πιπέρι και δυόσμο, και διάγει έτσι κάθε μέρα, δεν μπορεί να καταδικαστεί ως παραβάτης των τριών συμβόλων, που είναι ο νόμος της αγιότητας˙ ενώ κάποιος άλλος, που καρυκεύει το πιάτο του με τα πιο συνηθισμένα λαχανικά και μια μπουκιά καπνιστό κρέας, και παίρνει μόνο τόσο από αυτό, όσο χρειάζεται για την τόνωση του σώματος του, και πίνει τρεις κούπες κρασί χάριν υγείας, θα έπρεπε, επειδή αντάλλαξε την προηγούμενη δίαιτα με αυτή, να καταδικαστεί στην κόλαση».
Πέραν της αποφυγής της βρώσης συγκεκριμένων τροφών, οι Μανιχαίοι πίστευαν ότι τα υπόλοιπα τρόφιμα έπρεπε να εξαγνίζονται, ώστε να απελευθερώνεται ο θεϊκός σπινθήρας, που εμφώλευε σε αυτά. Ο εξαγνισμός γινόταν στην κοιλιά των Εκλεκτών. Για τον λόγο αυτό ονομάζονται Καθαριστές.
Ο Ιερός Αυγουστίνος καταγγέλλει τις συνήθειες που προέκυπταν από αυτήν την πεποίθηση.
«Και πάλι, η άποψη ότι είναι παράνομο για κάποιον εκτός από τους εκλεκτούς να αγγίζουν το φαγητό, που σας προσφέρεται εξαιτίας αυτού που καλείται εξαγνισμός, οδηγεί σε ντροπιαστικές και μερικές φορές σε εγκληματικές πρακτικές. Διότι μερικές φορές τόσο πολύ (φαγητό) προσφέρεται, που δεν μπορεί να φαγωθεί εύκολα από λίγους˙ και καθώς θεωρείται ιεροσυλία να δώσετε ό,τι απέμεινε σε άλλους, ή, τουλάχιστον, να πεταχτεί, είστε υποχρεωμένοι να φάτε μέχρι σκασμού, από επιθυμία για να εξαγνίσετε, όπως λέτε, ότι προσφέρθηκε».
Από αυτήν την πίστη τους προέκυπταν βρωμερές συνήθειες:
«Για τον λόγο αυτό – ή καλύτερα επειδή είναι αναγκασμένοι από την βρωμερή τους πρόληψη – οι Εκλεκτοί τους οδηγούνται στην κατανάλωση κάποιου είδους ευχαριστίας, στην οποία έχει προστεθεί ανθρώπινος σπόρος, ώστε η θεϊκή ουσία να καθαριστεί και από αυτόν, όπως και από τις άλλες τροφές που καταναλώνουν.
Αυτοί λένε ότι δεν το κάνουν οι ίδιοι, αλλά κάποιοι άλλοι που καλούνται Μανιχαίοι. Ωστόσο, όπως ξέρετε, βρέθηκαν στην Εκκλησία της Καρχηδόνος, στην οποία ήσασταν διάκονος, όταν μερικοί προσήχθησαν ενώπιον του επισκοπικού δικαστηρίου από τον Ursus, που ήταν τότε επικεφαλής του βασιλικού οίκου. Σε αυτήν την περίπτωση ένα εντεκάχρονο κορίτσι, με το όνομα Μαργαρίτα, αποκάλυψε την απεχθή πράξη και κατήγγειλε ότι είχε βιασθεί σε αυτού του είδους το εγκληματικό μυστήριο. Κάποια άλλη “ευσεβής” γυναίκα, με το όνομα Ευσεβία, αρνούνταν να ομολογήσει ότι κάτι παρόμοιο της είχε συμβεί. Υποστήριζε ότι ήταν ακέραιη και απαιτούσε να εξεταστεί από μαιευτήρα, η οποία (μαιευτήρας), τότε είπε όταν την εξέτασε τι βρήκε, δηλαδή όλο το απεχθές έγκλημα, πως απλώνονταν αλεύρι χαμηλά στα άτομα που επρόκειτο να πλαγιάσουν μαζί της, ώστε να συλληφθεί ο σπόρος και ν’ αναμιχθεί (με το αλεύρι)».
Ωστόσο η κακοποίηση των παιδιών από τους Μανιχαίους δεν ήταν μόνο αφροδίσιας φύσης. Σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούσε σε θάνατο, όπως περιγράφει ο Ιερός Αυγουστίνος:
«Έπειτα, όταν είστε γεμάτοι μέχρι σκασμού, με σκληρότητα χρησιμοποιείτε βία και εξαναγκάζετε τα αγόρια της σέκτας σας να φάνε το υπόλοιπο. Έτσι, υπήρξε η κατηγορία για κάποιον στην Ρώμη, ότι σκότωσε μερικά πτωχά παιδιά, υποχρεώνοντάς τα να φάνε γι’ αυτόν τον προληπτικό λόγο. Αυτό δεν θα το πίστευα, αν δεν γνώριζα πόσο μεγάλη αμαρτία θεωρείτε να δώσετε το φαγητό σε όσους δεν είναι εκλεκτοί, ή να το πετάξετε. Έτσι, ο μόνος τρόπος είναι να το φάτε˙ και αυτό οδηγεί κάθε μέρα σε λαιμαργία, και μπορεί κάποιες φορές να οδηγεί σε φόνο».
Η εφαρμογή της ηθικής του συμβόλου αυτού είχε ανάλογο αντίκτυπο στις πράξεις ελεημοσύνης:
«Για τον ίδιο λόγο απαγορεύεται το να δίνει κάποιος ψωμί στους ζητιάνους, Προς επίδειξη συμπάθειας, ή μάλλον προς αποφυγή μομφής, συμβουλεύετε να δίνονται χρήματα. Η σκληρότητα αυτής της πράξης εξισώνεται από την ηλιθιότητά της. Διότι αν σε έναν τόπο δεν μπορεί να πωληθεί φαγητό, ο ζητιάνος θα πεθάνει από ασιτία, ενώ εσείς, με την σοφία και την φιλανθρωπία σας, έχετε περισσότερο οίκτο για μια κολοκύθα, παρά για μια ανθρώπινη ύπαρξη]».
Η ερμηνεία του συμβόλου του χεριού και η απορρέουσα πρακτική εφαρμογή δίνεται ως εξής:
«Πρέπει τώρα να προσέξουμε και να συζητήσουμε το σύμβολο του χεριού. Και καταρχάς η αποχή σας από την σφαγή ζώων και από το κόψιμο των φυτών έχει αποδειχθεί από τον Χριστό ότι είναι πρόληψη˙ διότι, με βάση το ότι δεν είναι κοινά τα δικαιώματα μας με αυτά των θηρίων και των δέντρων, Αυτός έστειλε τους δαίμονες στην αγέλη των χοίρων και μάρανε με την κατάρα Του ένα δέντρο, στο οποίο δεν βρήκε καρπούς. Ο χοίρος σίγουρα δεν είχε αμαρτήσει, ούτε το δέντρο. Δεν είμαστε τόσο άφρονες να πιστεύουμε ότι ένα δέντρο φέρνει καρπούς ή μένει άκαρπο από δική του επιλογή. Ούτε είναι απάντηση να πούμε ότι ήθελε ο Κύριος να διδάξει κάποιες άλλες αλήθειες με αυτές τις πράξεις. Αλλά σίγουρα ο Υιός του Θεού δεν θα διέπραττε έγκλημα για να φωτίσει την αλήθεια, αν αποκαλείται την καταστροφή ενός δέντρου ή ενός ζώου φόνο. Τα σημεία τα οποία έπραξε ο Χριστός στην περίπτωση των ανθρώπων, με τα οποία σίγουρα έχουμε κοινά δικαιώματα, ήταν στην ίαση, όχι στην καταστροφή τους. Και θα ήταν τα ίδια και στην περίπτωση των θηρίων και των δέντρων, αν είχαμε ίδια δικαιώματα».
Ο Ιερός Αυγουστίνος καταδεικνύει τον παραλογισμό της μανιχαϊκής δοξασίας που εκφράζεται μέσα από το σύμβολο του χεριού:
«Και δεν μπορείτε παρά να παραδεχθείτε, ότι η ψυχή μέσα σε δέντρα δεν κάνει καμιά πρόοδο όσο είναι εκεί, όταν ερωτείστε γιατί κανένας απόστολος δεν στάλθηκε ποτέ να διδάξει στα δέντρα, όπως στους ανθρώπους, ή γιατί ο απόστολος που εστάλη στους ανθρώπους δεν δίδαξε επίσης την αλήθεια στα δέντρα. Η απάντησή σας πρέπει να είναι, ότι οι ψυχές όταν είναι σε τέτοια σώματα δεν μπορούν να κατανοήσουν τις θείες έννοιες. Αλλά αυτή η απάντηση σας φέρνει σε μεγάλες δυσκολίες˙ διότι κηρύττετε ότι αυτές οι ψυχές μπορούν να ακούν τις φωνές σας και να καταλαβαίνουν τι λέτε, και να βλέπουν τα σώματα και τις κινήσεις τους, ακόμη και να διακρίνουν σκέψεις. Αν είναι αυτό αλήθεια, γιατί δεν μπορούν να μάθουν τίποτα από τον απόστολο του φωτός; Γιατί δεν μπορούν να μάθουν καλύτερα και από εμάς, αφού μπορούν να δουν μέσα στο μυαλό; Ο διδάσκαλός σας, που, όπως λέτε, έχει δυσκολία να σας διδάξει με κήρυγμα, θα μπορούσε να διδάξει αυτές τις ψυχές με την σκέψη˙ διότι θα μπορούσαν να δουν τις ιδέες του στο μυαλό του πριν τις εκφράσει. Αλλά αν αυτό είναι αναληθές σκεφτείτε σε τι λάθει έχετε πέσει».
Η ερμηνεία του συμβόλου του στήθους παρουσιάζεται και αναιρείται επίσης στο έργο του Ιερού Αυγουστίνου:
«Τέλος, είναι το σύμβολο του στήθους, στο οποίο έγκειται η πολύ αμφίβολη αγνότητά σας. Διότι, αν και δεν απαγορεύεται τις σαρκικές επαφές, εσείς, όπως είπε ο απόστολος πριν καιρό, απαγορεύεται τον γάμο με την κανονική έννοια, αν και αυτό θα ήταν η καλύτερη δικαιολογία για μια τέτοια επαφή. Σίγουρα θα κραυγάσετε εναντίον αυτού, και θα εξαπολύσετε μομφή εναντίον μας, ότι εκτιμάτε πολύ και εγκρίνετε την τέλεια εγκράτεια, αλλά δεν απαγορεύετε τον γάμο, διότι οι ακόλουθοί σας – δηλαδή αυτοί που είναι στην δεύτερη τάξη ανάμεσά σας – επιτρέπεται να έχουν συζύγους. Και αφού το πείτε αυτό με πολύ θέρμη και θόρυβο, θα σας ρωτήσω ήσυχα, εσείς δεν είστε που θεωρείτε ότι η τεκνοποιΐα, με την οποία οι ψυχές περιορίζονται στο σώμα, είναι μεγαλύτερη αμαρτία από την συμβίωση; Εσείς δεν είστε που μας συμβουλεύατε να προσέχουμε όσο το δυνατόν περισσότερο, την περίοδο μετά τον καθαρμό, όταν μια γυναίκα έχει περισσότερες πιθανότητες να συλλάβει, και να απέχουμε από την συμβίωση εκείνο το διάστημα, ώστε να μην συλληφθεί κάποια ψυχή σε σάρκα; Αυτό αποδεικνύει ότι εγκρίνετε το να έχει κάποιος σύζυγο, όχι για τεκνογονία, αλλά για ικανοποίηση πάθους. Στον γάμο, όπως διακηρύττει ο νόμος για τον γάμο, ο άντρας και η γυναίκα ενώνονται για την απόκτηση παιδιών. Ως εκ τούτου, όποιος κάνει την απόκτηση παιδιών μεγαλύτερη αμαρτία από το ζευγάρωμα, απαγορεύει τον γάμο, και μετατρέπει την γυναίκα από σύζυγο σε ερωμένη, που εξαιτίας κάποιων δώρων που τις δίνονται ενώνεται με τον άντρα για να ικανοποιήσει το πάθος του. Όπου υπάρχει σύζυγος, πρέπει να υπάρχει και γάμος. Αλλά δεν υπάρχει γάμος, όπου δεν προβλέπεται μητρότητα, γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε σύζυγος. Με αυτό τον τρόπο απαγορεύεται τον γάμο. Ούτε μπορείτε να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας ικανοποιητικά από την κατηγορία, που πριν καιρό έφερε εναντίον σας προφητικά το Άγιο Πνεύμα».

Φαίνεται όμως ότι η τήρηση του ηθικού κανονισμού που προέκυπτε από το παραπάνω σύμβολο δεν ήταν ακριβής:
«Αυτή η απάντηση μας δόθηκε επίσης, όταν καταγγείλαμε στις αρχές ότι μια γυναίκα είχε παραπονεθεί σε μας ότι σε μια συνάντηση, όπου παραβρίσκονταν μαζί με άλλες γυναίκες, χωρίς να αμφιβάλει για την ιερότητα αυτών των προσώπων, μερικοί από τους εκλεκτούς μπήκαν, και όταν ένας από αυτούς ανέτρεψε την λυχνία, κάποιος, τον οποίο δεν μπορούσε να διακρίνει, προσπάθησε να την αγκαλιάσει, και θα την είχε αναγκάσει σε αμαρτία, αν δεν ξέφευγε φωνάζοντας. Πόσο συνηθισμένη πρέπει ν εκλάβουμε την πρακτική που οδήγησε σε κακοπραγία σε αυτήν την περίπτωση! Και συνέβη κατά την διάρκεια της νύκτας που γιορτάζετε την γιορτή των σφραγίδων».
Η ιεραρχική τους οργάνωση περιελάμβανε 1 αρχηγό, ο οποίος κατείχε την έδρα της Κτησιφώντας, 12 αποστόλους (μάγιστρους), 72 Επισκόπους, 360 πρεσβυτέρους. Όλοι οι παραπάνω προέρχονταν από την τάξη των Εκλεκτών. Η σύναξή τους αυτοαποκαλούνταν Εκκλησία Δικαιοσύνης και Θρησκεία Φωτός. Είχε έντονο ιεραποστολικό χαρακτήρα. Ο Μάνης είχε την πεποίθηση ότι αυτή προορίζονταν για παγκόσμια επικράτηση:
«Οι εν τη Δύσει διεσπαρμένοι δεν έφθασαν στην Ανατολή και οι εν τη Ανατολή διεσπαρμένοι δεν ήρθαν στην Δύση.. Η δική μου όμως ελπίδα θα επεκταθεί προς τη Δύση και θα επεκταθεί προς την Ανατολή, το κήρυγμά της θ’ ακουσθεί σε κάθε γλώσσα και θα αναγγελθεί σε κάθε πόλη. Η Εκκλησία μου είναι ανώτερη των προηγούμενων Εκκλησιών κατ’ αυτό το πρωταρχικό χαρακτηριστικό της»
Θεωρούσαν ότι το βάπτισμα δεν προσέφερε κανενός είδους ωφέλεια, ούτε ανάγκαζαν τους προσήλυτους να βαπτίζονται. Αυτή η απόρριψη προέρχονταν πιθανόν από την διαμάχη του Μάνη με την βαπτισματική σέκτα προέλευσης του.
Προσεύχονταν στον ήλιο κατά την διάρκεια της ημέρας, προς όποια κατεύθυνση βρίσκονταν. Την νύκτα προσεύχονταν στο φεγγάρι. Όταν η σελήνη δεν φαινόταν, προσεύχονταν προς τον βορρά διότι πίστευαν ότι από κει ο ήλιος επιστρέφει στην ανατολή.
Συγγράμματα
Ο Μάνης είναι από τους λίγους γνωστικούς αιρεσιάρχες, στον οποίο αποδίδονται θετικά, γνωστά συγγράμματα. Από αυτά διατηρούνται μόνο αποσπάσματα και μεταφράσεις στα έργα των αντιαιρετικών, καθώς και στο Χρονικό του Σύριου bar-Konai.
Από τα αποσπάσματα καθώς και από ευρήματα, φαίνεται ότι αρχική γλώσσα στην οποία συντέθηκαν τα συγγράμματά του είναι η Συριακή, εκτός του Shabuhragan γραμμένου στην Περσική.
Τα συγγράμματα που του αποδίδονται είναι
-Ευαγγέλιον ή Ευαγγέλιον του Μάνη. Αποσπάσματα διατηρούνται στην Αραβική στο έργο του Ιμπν αλ-Ναντίμ. Κατά τον Biruni ήταν χωρισμένο σε 22 κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο ξεκινούσε με ένα γράμμα του Συριακού αλφαβήτου
- Θησαυρός της Ζωής
- Πραγματεία
- Βίβλος Γιγάντων (περσικά Kawan). Όπως απέδειξαν οι ανακαλύψεις των Χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας δεν πρόκειται για αυθεντικό έργο του Μάνη, αλλά για διασκευή της Ενωχικής αποκαλύπτικής γραμματείας. Το συγκεκριμένο βιβλίο βρίσκεται στα χειρόγραφα 4Q203, 1Q23, 2Q26, 4Q530-532 και 6Q8, του Qumran. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ακριβέστερα τα κεφ. 6-16 του Α’ Ενώχ.
- Βίβλος Μυστηρίων, το οποίο αναφέρθηκε παραπάνω ότι είχε ανακαλύψει ο αλ-Μπιρουνί σε βιβλιοθήκη της Χωρσμίας και παραθέτει από κει. Το κείμενο σε προ-μανιχαϊκή μορφή βρέθηκε επίσης στα σπήλαια του Qumran (1Q27 και 4Q299-301). Στην μανιχαϊκή μορφή του αποτελείται από 18 κεφάλαια, τα οποία αναφέρονται περιληπτικά στο Fihirst.
- Θεμελιώδης Επιστολή (Epistola Fundamenti), της οποίας αποσπάσματα και αναίρεση υπάρχουν στο γνωστό έργο του αγίου Αυγουστίνου.
- Ψαλτήρι, στα κοπτικά ανακαλύφτηκε στις αρχές του 20ου αι. στην Αίγυπτο. Περιέχειύμνους και προσευχές. Εκδόθηκε από Charles Allbery, Manichaean Manuscripts in the Chester Beatty Collection II, Stuttgardt 1938.
- Shabuhragan, βιβλίο που απηύθυνε ο Μάνης στο βασιλιά των Περσών Σαπώρ Α’, όπως φαίνεται και από το όνομα. Είναι το μοναδικό που γράφτηκε στην περσική. Ανακαλύφθηκαν αποσπάσματα στο Τουρφάν. Από αυτό παραθέτει ο αλ-Μπιρουνί στα αραβικά.
Εκτός των παραπάνω, του αποδίδονται μερικά ακόμη, όπως το Κεφάλαια, αποσπάσματα του οποίου βρέθηκαν σε κοπτική μετάφραση. Στην ιρανική παράδοση το Ardahang (εικονογραφημένο θα λέγαμε σήμερα), ήταν το ιερό βιβλίο του Μάνη, και ήταν στολισμένο με εικόνες προς κατανόηση της κοσμογονίας του. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό, καθώς ο Μάνης αναφέρεται ως ζωγράφος στο επάγγελμα.
Αυτή του η ειδικότητα τον βοήθησε στην δημιουργία ενός δικού του αλφαβήτου, το οποίο περιελάμβανε 22 γράμματα ύστερα από τροποποίηση του Συριακού Εστρανγγέλου αλφαβήτου, με την προσθήκη διακριτικών σημείων, προς τονισμό των ήχων που είναι συνήθεις στις ιρανικές γλώσσες (περσικά, παρθικά, γλώσσες της Σογδιανής και της Βακτριανής). Με το αλφάβητο αυτό ήταν γραμμένα τα μανιχαίκά κείμενα που ήλθαν στο φως με τις ανακαλύψεις. Επίσης το αλφάβητο αυτό χρησιμοποιήθηκε στην καταγραφή των πρωτο-τουρκικών του Ουιγουρικού βασιλείου.
Στους Μανιχαίους αποδίδεται και το Ευαγγέλιον Θωμά. Η γνωστική μορφή του Ευαγγελίου σίγουρα συντάχθηκε στην Ανατολική Συρία, περιοχή, η οποία συνδέεται με την δράση του Αποστόλου. Η συγγραφή του προσδιορίζεται στα μέσα του Β’ αι. ενώ η κοπτική μετάφρασή του τον Δ’. Στις κατηχήσεις του αγίου Κυρίλλου διαβάζουμε:
«Ἔγραψαν καί Μανιχαῖοι κατά Θωμᾶν εὐαγγέλιον, ὅπερ εὐαγγελικῆς ἐπωνυμίας ἐπικεχρωσμένον, διαφθείρει τάς ψυχάς τῶν ἀπλουστέρων».
Είναι ενδεικτικό ότι το ον, που στο ελληνικό κείμενο του κώδικα της Κολωνίας ονομάζεται «σύζυγος» στα συριακά κείμενα καλείται «δίδυμο», όπως και ο Απόστολος Θωμάς.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα τέσσερα βιβλία, τα αποδιδόμενα στο Σκυθιανό και τα οποία κληρονόμησε ο Μάνης κατά την ιστορία των εκκλησιαστικών συγγραφέων, φέρουν το ίδιο όνομα με τέσσερα από τα βιβλία που αποδίδονται στον αιρεσιάρχη.
«ἐν τούτοις γάρ ὁ προειρημένος Σκυθιανός τυφλωθείς τήν διάνοιαν, λαβών παρά τοῦ Πυθαγόρου τάς προφάσεις οὔτως ἐφρόνησε καί βίβλους τέσσαρας ἑαυτῷ πλάσεται, τῇ μιᾷ ὄνομα θέμενος Μυστηρίων, τῇ δέ δευτέᾳ Κεφαλαίων, τῇ τρίτῃ Εὐαγγέλιον, τῇ τετάρτῃ Θησαυρόν»
Υπέρ της πληροφορίας των αντιαιρετικών συγγραφέων για την προΰπαρξη των βιβλίων μαρτυρεί η αναφορά στο Κεφάλαια το οποίο δεν ήταν γνωστό πριν την ανακάλυψη των κοπτικών μεταφρασμένων αποσπασμάτων. Επίσης η ανακάλυψη προγενέστερης μορφής των έργων Βίβλος Μυστηρίων και Βίβλος Γιγάντων στα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας.
Αλλά ακόμη και αν ξενίζει η επίδραση του Πυθαγόρα στα έργα αυτά, υπάρχει πάντα η πληροφορία του αγίου Επιφανίου ότι ο συγγραφέας τους, δηλ. ο Σκυθιανός, ταξίδευε στην Ινδία για εμπορικούς λόγους.
«ἀεί δέ στελλόμενος (σ.σ. ο Σκυθιανός) τήν πορείαν ἐπί τῶν Ἰνδῶν χώραν πραγματείας χάριν πολλήν ἐμπορίαν ἐποιεῖτο]»
Βρίσκονταν, λοιπόν, υπό την επίδραση περιβάλλοντος ικανού να του διαμορφώσει τις ιδέες, οι οποίες περιγράφονται στα βιβλία αυτά. Κινήθηκε και δραστηριοποιήθηκε στις ίδιες περιοχές με τον Μάνη.
Αποδεικνύεται ότι παρά τις αντιρρήσεις παλαιότερων μελετητών, οι νέες ανακαλύψεις επιβεβαιώνουν του εκκλησιαστικούς συγγραφείς....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
impantokratoros.gr

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΡΚΙΩΝΙΣΜΟΣ....ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ [Μέρος Ι']

Μαρκιωνισμός

 Μαρκίων
Ο Μαρκίων γεννήθηκε προς το τέλος του α’ μ.Χ. αι. στην Σινώπη του Πόντου. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ο ίδιος ασχολήθηκε με εφοπλιστικές επιχειρήσεις, ως πλοιοκτήτης. Η δραστηριότητά του αυτή του απέφερε ικανά πλούτη. Ο Πατέρας του ήταν επίσκοπος Σινώπης. Αναφέρεται ότι ήταν ο ίδιος ο γονιός του, αυτός που τον απέκοψε από την Εκκλησία. Τον λόγο τηαποπομπής του βρίσκουμε στον Ψευδο-Τερυλλιανό[. Σύμφωνα μ’ αυτόν ο Μαρκίων εκδιώχθηκε για διαφθορά παρθένου. Σε αυτό συμφωνεί και ο άγιος Επιφάνιος:
«χρόνου δέ προϊόντος προσφθείρεται παρθένῳ τινί καί ἐξαπατήσας τήν παρθένον ἀπό τῆς ἐλπίδος αὐτήν τε καί ἑαυτόν κατέσπασε καί την φθοράν ἀπεργασάμενος ἐξεοῦται τῆς ἐκκλησίας ὑπό τοῦ ἰδίου πατρός. ἦν γάρ αὐτοῦ ὁ πατήρ δι’ ὑπερβολήν εὐλαβείας τῶν διαφανῶν καί σφόδρα [τά] τῆς ἐκκλησίας ἐπιμελομένων, διαπρέπων ἐν τῇ τῆς ἐπισκοπῆς λειτουργίᾳ. πολλά δέ δῆθεν ὁ Μαρκίων καθικετεύσας καί αἰτήσας μετάνοιαν οὐκ εἴληφε παρά τοῦ ἰδίου πατρός».
Επειδή η συγκεκριμένη πληροφορία δεν βρίσκεται στους πρώτους αντιαιρετικούς συγγραφείς ή σε κάποιο από τα γνήσια έργα του Τερτυλλιανού (de praescriptione, adversus Marcion), αυτή δεν θεωρείται ασφαλής, αλλά μάλλον θεωρείται ότι διέφθειρε με την αίρεσή του την Εκκλησία.
Όσοι δέχονται την παραπάνω πληροφορία, θεωρούν ότι αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο εγκατέλειψε την πατρίδα του. Πέρασε από την Σμύρνη, όπου γνωρίστηκε με τον εκεί επίσκοπο άγιο Πολύκαρπο και κατέληξε στην Ρώμη. Στην Ρώμη πρέπει να έφθασε το 144 μ.Χ.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Κέρδωνα, γνωστικό καταγόμενο από την Συρία και μαθητή του Σατορνείλου. Τα σχετικά μ’ αυτόν τα πληροφορούμαστε από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου:
«Κέρδων δέ ὁ πρό Μαρκίωνος καί αὐτός ἐπί Ὑγίνου, ὅς ἦν ἔνατος ἐπίσκοπος, εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἐλθών καί ἐξομολογούμενος, οὕτως διετέλεσε, πότε μέν λαθροδιδάσκων, πότε δέ πάλιν εξομολογούμενος, πότε δέ ἐλεγχόμενος ἐφ’ οἷς ἐδίδασκε κακῶς, καί αφιστάμενος τῆς τῶν ἀδελφῶν συνοδίας».
Αυτά δανείζεται από το τρίτο βιβλίου του Ελέγχου του αγίου Ειρηναίου. Από το πρώτο επαναλαμβάνει:
«Κέρδων δέ τις άπό τῶν περί τόν Σίμωνα τάς ἀφορμάς λαβών καί ἐπιδιμήσας ἐν τῇ Ρώμῃ ἐπί Ὑγίνου ἔνατον κλήρον τῆς ἐπισκοπικῆς διαδοχῆς ἀπό τῶν ἀποστόλων ἔχοντος, ἐδίδαξε τόν ὑπό τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν κεκηρυγμένον Θεόν μή εἶναι Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ τόν μέν γάρ γνωρίζεσθαι, τόν δέ ἀγνῶτα εἶναι, καί τόν μέν δίκαιον, τόν δέ ἀγαθόν ὑπάρχειν. Διαδεξάμενος δέ αὐτόν Μαρκίων ὁ Ποντικός ηὔξησε τό διαδασκαλεῖον, ἀπηρυθριασμένως βλασφημῶν».
Πάνω στην ίδια κεντρική ιδέα ανέπτυξε την αιρετική διδασκαλία του και ο Μαρκίων, ο διάδοχος του Κέρδωνα στην σχολή του δεύτερου.
Αρχικά έγινε δεκτός από την Εκκλησία της Ρώμης. Φαίνεται ότι χρησιμοποίησε την οικονομική του άνεση για να το πετύχει. Προσέφερε το χρηματικό ποσό των 200.000 σηστέρτιων χάριν του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας, πόσο που του επιστράφηκε αργότερα, μετά την αποπομπή του.
Αιτία της στροφής του προς την αίρεση του Κέρδωνα αναφέρεται η αποτυχία του Μαρκίωνα να εκλεγεί επίσκοπος Ρώμης. Συγκάλεσε τους πρεσβυτέρους της Ρώμης προς ανακοίνωση των θεολογικών του θέσεων, όπου και φάνηκε η διάσταση της άποψής του από την ορθή διδασκαλία. Η συζήτηση ξεκίνησε με την εξής ερώτηση από μέρους του Μαρκίωνα:
«Εἴπατέ μοι, τί ἐστι τό˙ οὐ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκούς παλαιούς οὐδέ ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπί ἱματίῳ παλαιῷ˙ εἰ δέ μ ήγε, καί τό πλήρωμα αἴρει καί τῷ παλαιῷ οὐ συμφνήσει. μεῖζον γάρ σχίσμα γενήσεται».
Οι πρεσβύτεροι αντιλήφθηκαν τις προθέσεις του, ότι δηλαδή απαιτούσε την παράδοση του επισκοπικού θρόνου σ’ αυτόν, καθώς και την έμμεση απειλή περί σχίσματος. Γι’ αυτό περιορίστηκαν αρχικά στην αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, λέγοντας:
«τέκνον, τοῦτό ἐστιν ἀσκοί παλαιοί, αἱ τῶν Φαρισαίων καρδίαι καί γραμματέων, παλαιωθείσαι ἐν ἁμαρτήμασι καί μή δεξάμεναι τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου˙ καί τό ἱμάτιον τό παλαιόν, ὡς ὁ Ἰούδας παλαιωθείς ἐν φιλαργυρίᾳ οὐκ ἐδέξατο τοῦ καινοῦ καί ἁγίου καί ἐπουρανίου μυστηρίου τό τῆς ἐλπίδος κήρυγμα, καίτοι συναφθείς τοῖς ἕνδεκα ἀποστόλοις καί κληθείς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου, περισσότερον σίσμα ἔσχε δι’ ἑαυτοῦ, μηδενός αἰτίου αὐτῷ γενομένου, ἐπειδή ἡ διάνοια αὐτοῦ οὐ συμπεφώνηκε τῇ ἄνω ἐλπίδι καί ἐπουρανίῳ κλήσει τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἀντί τῶν ἐνταῦθα χρημάτων καί κόμπου καί φιλίας παρερχομένης ἐλπίδος τε καί ἡδονῆς».
Στους λόγους των πρεσβυτέρων μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την επιεική διάκριση για ποιμαντική νουθεσία έναντι του Μαρκίωνα μέσω του παραδείγματος του Ιούδα. Αφού είδε ο Μαρκίων ότι η έμμεση προσέγγιση δεν οδηγούσε την συζήτηση εκεί που ο ίδιος θα επιθυμούσε, παράτησε τις ψευτοθεολογίες και αποκάλυψε τις προθέσεις του:
«τί μή ἠθελήσατέ με ὑποδέξασθαι;»
Οι πρεσβύτεροι απάντησαν ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, χωρίς την συμμαρτυρία του πατέρα του. Η εκκλησία της Ρώμης δήλωσε την κοινωνία της με την εκκλησία της Σινώπης, η οποία τον είχε αποκόψει. Τότε ο Μαρκίων οργισμένος απείλησε με αιώνιο σχίσμα:
«ἐγώ σχίσω τήν ἐκκλησίαν ὑμῶν καί βαλῶ σχίσμα ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰώνα»
Μετά την διακοπή της σχέσης του με την Εκκλησία, αναφέρεται περιστατικό μεταξύ του αγίου Πολυκάρπου και του Μαρκίωνα. Το περιστατικό τοποθετείται στην Ρώμη κατά την εκεί επιδημία του αγίου Πολυκάρπου:
«ὅς ( σ.σ. ο Πολύκαρπος) καί ἐπιδημήσας τῇ Ῥώμῃ, πολλούς ἀπό τῶν προειρημένων αἱρετικῶν ( σ.σ τους οπαδούς του Βαλεντίνου και του Μαρκίωνα) ἐπέστρεψεν εἰς την ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, μίαν καί μόνην ταύτην ἀλήθειαν κηρύξας ὑπό τῶν ἀποστόλων παρειληφέναι τήν ὑπό τῆς ἐκκλησίας παραδεδομένην… Καί αὐτός ὁ Πολύκαρπος Μαρκίωνι ποτε εἰς ὄψιν αὐτῷ ἐλθόντι καί φήσαντι ‘ἐπιγίνωσκε ἡμᾶς’, ἀπεκρίθη ‘ἐπιγινώσκω ἐπιγινώσκω τόν πρωτότοκον τοῦ σατανᾶ’»
Ο θάνατός του τοποθετείται περίπου το 160 μ.Χ.
 Διδασκαλία
Για την σύνθεση της διδασκαλίας του ο Μαρκίων ακολούθησε το παράδειγμα του προκατόχου του Κέρδωνα. Ο δεύτερος είχε απορρίψει μεγάλο τμήμα της διδασκαλίας του Σατορνείλου, κυρίως τα γνωστικά στοιχεία με την περίπλοκη ιεραρχία. Η μετατροπή του πολυαρχικού συστήματος σε δυαρχικό σήμαινε την απλούστευση αυτού κατά μεγάλο μέρος.
Το δυαρχικό μοντέλο ακολούθησε και ο Μαρκίων διατηρώντας πολλά χριστιανικά στοιχεία, κυρίως εξαιτίας της εκκλησιαστικής ανατροφής του. Το θέμα του γνωστικού ύφους του μαρκιωνισμού έχει ξεπεραστεί πλέον. Εκτός της ιεραρχίας, η οποία κατέληξε σε δυαρχία, διατηρήθηκαν η αποξένωση του ύψιστου όντος από τον κόσμο, η κακή φύση της ύλης, ο άκρος ασκητισμός, ο δοκητισμός, ο αντιιουδαϊσμός, όλα χαρακτηριστικά γνωστικού συστήματος. Εκτός από τον Κέρδωνα, δεν υπάρχουν ενδείξεις για άλλες επιρροές.
Σημείο αφετηρίας του μαρκιωνισμού είναι η φαινομενική αντίθεση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Ο Μαρκίων απέρριπτε την αλληγορική ερμηνεία της Γραφής, δέχονταν την γνησιότητά της αλλά θεωρούσε ότι ανάμεσα στις δύο, οι διαφορές είναι ανεξήγητες. Για την λύση του ζητήματος πρότεινε ότι ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορεί να είναι ίδιος με τον θεό της Καινής. Στην Παλαιά επικρατεί ο Νόμος, ο οποίος υπόσχεται αμοιβές στον τηρητή και τιμωρίες στον παραβάτη. Αντίθετα στην Καινή επικρατεί η χάρις. Έτσι απέδιδε την Παλαιά Διαθήκη σε έναν κατώτερο θεό και την Καινή σε έναν ανώτερο
Κατ’ αντιστοιχία έβλεπε στην ζωή των ανθρώπων την ενέργεια δύο αντίθετων ηθικών δυνάμεων. Κατά την δική του διαπίστωση οι δυνάμεις αυτές ήταν η δικαιοσύνη και η αγάπη. Προσπαθώντας να συνδυάσει τις δύο παραπάνω διακρίσεις, απέδιδε στον ένα θεό την δικαιοσύνη και στον άλλο την αγάπη. Ο άγιος Ιππόλυτος διέβλεπε στο παραπάνω σύστημα του Μαρκίωνα, την αντιγραφή της φιλοσοφίας του Εμπεδοκλέους.
Για τον Μαρκίωνα, ο θεός της Καινής Διαθήκης είναι αγαθός, άγνωστος και ξένος. Με την λέξη ξένος εννοείται ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ με τις υποθέσεις του υλικού κόσμου ή τα ανθρώπινα πράγματα, μέχρι τη στιγμή που φανερώθηκε «εν Χριστῷ» στον κόσμο. Μέσω της υπάρξεώς του δημιούργησε τον πνευματικό κόσμο.
Ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης ήταν δίκαιος και γνωστός. Δημιούργησε τον παρόντα κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη, έδωσε τον νόμο στου Ιουδαίους και κηρύχθηκε από τους προφήτες. Δεν μνημονεύεται τρόπος υπάρξεώς του ανάλογος με άλλες γνωστικές διδασκαλίες. Ο Μαρκίων δεν αναλώθηκε σε συλλογισμούς για την δημιουργία του δυαρχικού συστήματός του. Τον ενδιέφερε να ερμηνεύσει τις ηθικές διαφορές των δύο Διαθηκών.
Χωρίς και ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται εισήγαγε και τρίτη αρχή, την προϋπάρχουσα ύλη. Αυτή στον μαρκιονισμό υπάρχει ανεξάρτητα από την ύπαρξη του θεού, εν αντιθέσει με άλλα γνωστικά συστήματα, στα οποία πηγάζει εξ απορροίας της θείας ουσίας, ή δημιουργείται από τον «κακό» θεό για να δικαιολογηθεί εκ των προτέρων η «κακότητά» της.
Ο κατώτερος θεός δεν είναι αναγκαστικά κακός, στην σκέψη του Μαρκίωνα. Απλά είναι περιορισμένων δυνατοτήτων. Αυτή η τάση εισήχθη στην αίρεση των Μαρκιωνιτών σε μεταγενέστερο χρόνο, εξ επιδράσεως του Μανιχαϊσμού.
Ως δημιούργημα αυτού του θεού, ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εικόνα του και συνεπώς είναι αδύνατος κατά το σώμα και την ψυχή. Εξ αιτίας προσβολής του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο η αμαρτία και ο θάνατος. Η ύπαρξη του διαβόλου δεν αιτιολογείται επίσης στο σύστημα αυτό.
Λόγω της αμαρτίας, ο δημιουργός θεός έδωσε στον κόσμο τον Νόμο, ο οποίος περιείχε μερικά μηδαμινά και μερικά αξιόλογα παραγγέλματα. Ο κατώτερος θεός τιμωρούσε σκληρά τους παραβάτες και παρείχε αγαθά στους τηρητές. Παρουσιάζονταν ως δίκαιος, άτεγκτος και πονηρός.
Σε καθορισμένο χρόνο ο ανώτερος θεός αποφάσισε να επέμβει στις κοσμικές υποθέσεις. Έτσι εμφανίστηκε στον κόσμο ο Χριστός. Για τον Μαρκίωνα, ο Χριστός δεν ήταν ο υιός του θεού, αλλά αυτός ο ίδιος ο ανώτερος θεός. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε παρερμηνεύοντας τα αγιογραφικά χωρία περί της «εν Χριστώ» φανερώσεως του θεού. Στην δική του ερμηνευτική εκλαμβάνονταν ως «εν Θεώ».
Επομένως ο Χριστός είναι για τους Μαρκιωνίτες η εμφάνιση του ίδιου του Θεού με ανθρώπινο σχήμα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι στη μαρκιωνίττικη διδασκαλία ο Χριστός δεν έλαβε ανθρώπινο σώμα, αλλά σχήμα. Δεν γεννήθηκε από την Παναγία Παρθένο, ούτε υποβλήθηκε στις διατάξεις του Νόμου. Αυτά θεωρούνταν ως νοθεία των Ιουδαϊζόντων. Εμφανίστηκε με ανεξήγητο τρόπο και αιφνιδιαστικά επί Τιβέριου Καίσαρα, το 29 μ.Χ. Ο δοκητισμός της χριστολογίας του Μαρκίωνα είναι εμφανής και αναμενόμενος.
Ο Χριστός έδειξε στους ανθρώπους την ορθή οδό. Φανέρωσε τον χαρακτήρα του υψίστου θεού και την υπερβολική του αγαθότητα. Έδειξε ανοχή έναντι του δημιουργού, τόνισε, όμως, ότι δεν επιτρέπεται να δουλεύει ο άνθρωπος σε δύο κυρίους.
Η σταύρωση ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών του δημιουργού εναντίον του Χριστού. Στην πραγματικότητα δεν έθιξε τον Χριστό διότι η θεότητά του δεν ήταν δυνατόν να πάθει. Ο Μαρκίων θεωρούσε ότι το σώμα του Χριστού ήταν φαινομενικό, άρα και η σταύρωση ήταν φαινομενική (δοκητισμός). Εδώ υπάρχει μία ακόμη αντίφαση στη διδασκαλία του, διότι απέδιδε σωτηριολογικό χαρακτήρα στην σταύρωση, άσχετα από την φαινομενικότητά της.
Ο Χριστός κέρδισε διά του σταυρού τους δίκαιους από τον δημιουργό. Με την κάθοδό του στον Άδη αποκόμισε και όσους είχε τοποθετήσει εκεί ο δημιουργός, κρίνοντας αυτούς ως άδικους. Οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης υποτίθεται ότι δεν πίστευσαν σ’ αυτόν, οπότε παρέμειναν εκεί που τους τοποθέτησε ο θεός της Π.Δ. Πρόκειται για έναν κατώτερο παράδεισο, εφόσον και οι δυνάμεις του ήταν περιορισμένες.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι στο σύστημα του Μαρκίωνα η γνώση δεν κατέχει σωτηριολογικό χαρακτήρα.
 Ηθική
Θα περίμενε κανείς από ένα σύστημα με έντονο αντινομικό χαρακτήρα, να προκύπτει μια χαλαρή ηθική. Αυτό δεν συμβαίνει προσθέτοντας ακόμη μια αντίφαση στην διδασκαλία του Μαρκίωνα. Επίσης δεν συναντάται υποτίμηση των έργων του Νόμου. Αντίθετα η ηθική του ακολουθεί αυτή των ακραίων ασκητικών γνωστικών συστημάτων.
Το σώμα είναι εχθρικό στοιχείο, το οποίο κινείται εναντίον του ανθρώπου. Επομένως, ότι υποβοηθά την αύξησή του, υπηρετεί τα σχέδια του δημιουργού, γι’ αυτό και απορρίπτεται. Αντίθετα, ότι ωφελεί την ψυχική ανάταση του ανθρώπου γίνεται δεκτό.
Παρήγγειλε αποφυγή από την κρεοφαγία, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει την πληροφορία του αγίου Επιφανίου ότι δίδασκε την μετεμψύχωση:
«ἀνάστασιν δέ ὡς εἶπον οὗτος λέγει οὐχί σωμάτων, ἀλλά ψυχῶν καί σωτηρίαν ταύταις ὁρίζεται, οὐχί τοῖς σώμασιν. καί μεταγγισμούς ὁμοίως τῶν ψυχῶν καί μετενσωματώσεις ἀπό σωμάτων εἰς σώματα φάσκει]»
Για να συμβιβάσει, προφανώς, το θέμα της αναστάσεως και της μετεμψυχώσεως δίδασκε ότι η μετεμψύχωση ήταν είδος τιμωρίας από τον δημιουργό.
Οι Μαρκιωνίτες εξασκούσαν αναγκαστική εγκράτεια. Οι γενετήσιες σχέσεις κατά την άποψή τους οδηγούσαν στην συνέχιση του ανθρώπινου γένους, κι έτσι διαιώνιζαν το έργο του δημιουργού, γι’ αυτό έπρεπε ν’ αποφεύγονται. Όσοι παντρεμένοι προσηλυτίζονταν έπρεπε να χωρίζουν.
Εξαιτίας της απαγόρευσης της τεκνοποιίας, η σέκτα του Μαρκίωνα ήταν καθαρά προσηλυτιστική. Πολλοί παρέμεναν στις τάξεις των κατηχουμένων ως «παραγωγικά» μέλη. Στις συναθροίσεις τους γίνονταν δεκτοί και εθνικοί.
Συγγράμματα
Ο Τερτυλλιανός διασώζει την πληροφορία για ένα απωλεσθέν έργο του Μαρκίωνα, επιγεγραμμένο Αντιθέσεις. Σε αυτό ο συγγραφέας εξέταζε τις κατ’ αυτόν αντιθέσεις των δύο Διαθηκών για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι άλλος ο δημιουργός και δίκαιος θεός της Παλαιάς και άλλος ο αγαθός θεός της Καινής.
Το σύγγραμμα αυτό υποκαθιστούσε για τους Μαρκιωνίτες την Παλαιά Διαθήκη, της οποίας το κύρος θεωρούσαν ότι αφορούσε τους χρόνους προ της ελεύσεως του Χριστού και συνεπώς δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο Χριστιανισμό. Μάλιστα, ο Τερτυλλιανός τους καταλογίζει τον διαχωρισμό σε Παλαιά και Καινή. Αυτό ήταν και το πρώτο μέρος της μαρκιωνίτικης Βίβλου. Αναγιγνώσκονταν και στις συναθροίσεις της σέκτας, όπου ψέλνονταν ύμνοι ειδικά συντεθειμένοι να υποκαταστήσουν το ψαλτήριο.
Από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Μαρκίων παραδέχονταν μόνο το ευαγγέλιο του Λουκά, ως μαθητή του αποστόλου Παύλου, καθώς και τις επιστολές του ίδιου αποστόλου. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί προς ερμηνεία της στάσης τους, η πεποίθησή τους, ότι οι απόστολοι του Χριστού, από αδυναμία κατανοήσεως υπέπεσαν στον Ιουδαϊσμό. Γι’ αυτό και ο Χριστός εμφανίστηκε αργότερα στον Παύλο, για να επαναφέρει το ευαγγέλιο στο αρχικό κήρυγμα.
Θεωρούσαν επίσης ότι τα κείμενα είχαν υποστεί νοθεύσεις, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Μαρκίων ανέλαβε να τα εκκαθαρίσει. Έτσι δικαιολόγησε την πράξη του να απορρίψει όσα εδάφια διαφωνούσαν με την δική του διδασκαλία. Στην σέκτα του εμφανίστηκε ο πρώτος κανόνας της Αγίας Γραφής, ο μαρκιωνίτικος κανόνας. Αυτός αποτελούνταν από τα 11 βιβλία κολοβωμένα.
Το κανόνα διέσωσε ο άγιος Επιφάνιος:
«Ἐλεύσομαι δέ εἰς τά ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένα, μᾶλλον δέ ἐρραδιουργημένα. οὗτος γάρ ἔχει εὐαγγέλιον μόνον τό κατά Λουκάν, περικεκομμένον ἀπό τῆς αρχῆς διά τήν του σωτῆρος σύλληψιν καί τήν ἔνσαρκον αὐτοῦ παρουσίαν. οὐ μόνον δέ τήν ἀρχήν ἀπέτεμεν ὁ λυμηνάμενος ἑαυτόν <μᾶλλον> ἤπερ τό εὐαγγέλιον, ἀλλά καί τοῦ τέλους καί τῶν μέσων πολλά περιέκοψε τῶν τῆς ἀληθείας λόγων, ἄλλα δέ παρά τά γεγραμμένα προστέθεικεν, μόνῳ δέ κέχρηται τούτῶ τῷ χαρακτήρι, τῷ κατά Λουκάν ευαγγελίῳ».
Η περικοπή των πρώτων κεφαλαίον του Κατά Λουκάν έγινε για να ταιριάζει με την μαρκιωνίτικη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο Χριστός δεν γεννήθηκε ως άνθρωπος ή από την Παρθένο Μαρία, αλλά εμφανίστηκε τα χρόνια του Τιβερίου Καίσαρος. Για την αποδοχή των επιστολών του αποστόλου Παύλου από τον Μαρκίωνα γράφει:
«Ἔχει δέ καίε πιστολάς παρ’ αὐτῷ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου δέκα, αἷς μόναις κέχρηται, οὐ πᾶσι δέ τοῖς ἐν αὐταῖς γεγραμμένοις, ἀλλά τινά αὐτῶν περιτέμνων, τινά δέ ἀλλοιώσας κεφάλαια».
«αἱ δέ ἐπιστολαί αἱ παρ’ αὐτῷ λεγόμεναί εἰσι˙ πρώτη μέν πρός Γαλάτας, δευτέρα δέ πρός Κορινθίους, τρίτη πρός Κορινθίους Δευτέρα, τετάρτη πρός Ῥωμαίους, πέμπτη πρός Θεσσαλονικεῖς, ἕκτη πρός Θεσσαλονικεῖς δευτέρα, ἑβδόμη πρός Ἐφεσίους, ὀγδόη πρός Κολοσσαεῖς, ἐνάτη πρός Φιλήμονα, δεκάτη πρός Φιλιππησίους˙ ἔχει δέ καί τῆς πρός Λαοδικέας λεγομένης μέρη».
Από τις επιστολές του Παύλου εξαιρέθηκαν οι ποιμαντικές και η Προς Εβραίους. Οι προσθαφαιρέσεις που έγιναν στο σώμα των κειμένων αφορούσαν τα φιλοϊουδαϊκά στοιχεία, καθώς και όσα χωρία ερμήνευαν ή ανήγαγαν την διδασκαλία σε κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να αποδεικνύεται η συμφωνία των δύο Διαθηκών, διότι έτσι κατακρημνίζονταν το μαρκιωνίτικο σύστημα από τα θεμέλιά του.
Αργότερα έγιναν αποδεκτές και οι τρεις ποιμαντικές επιστολές, από τους οπαδούς της σέκτας. Στις 10 επιστολές που αναφέρθηκαν ήδη, είχε συντάξει ο Μαρκίωνας προλόγους. Πρόλογοι συντάχθηκαν και για τις ποιμαντικές, αργότερα, προφανώς από τους οπαδούς του και όχι από τον ίδιο. Ο χαρακτήρας τους είναι πολεμικός και στρέφεται κατά των αποστόλων, στους οποίους καταλογίζει φιλοϊουδαϊσμό. Είναι και εδώ εμφανής η προσπάθεια δικαιολόγησης των αλλοιώσεων. Οι πρόλογοι συντάχθηκαν αρχικά στην ελληνική γλώσσα, αλλά μεταφράσθηκαν και σώθηκαν στην λατινική.
***
Η αίρεση του Μαρκίωνα γνώρισε ευρεία και ταχεία διάδοση. Ήδη μετά παρέλευση δεκαετίας περίπου από την δημόσια εμφάνισή του, μαρτυρείται υπό του αγίου Ιουστίνου η εξάπλωση της διδασκαλίας του:
«Μαρκίωνα δέ τινα Ποντικόν, ὅς καί νῦν ἔτι ἐστί διδάσκων τούς πειθομένους, ἄλλον τινά νομίζειν μείζονα τοῦ δημιουργοῦ Θεόν˙ ὅς κατά πᾶν γένος ἀνθρώπων διά τῆς τῶν δαιμόνων συλλήψεως πολλούς πεποίηκε βλασφημίας λέγειν,…»
Την εποχή του Κέλσου (περ. 180 μ.Χ.) ο Μαρκιωνισμός συναγωνίζονταν σε αναγνωρισιμότητα την επίσημη Εκκλησία. Μαρκιωνιστικές κοινότητες είχαν οργανωθεί στην Β. Αφρική, την Αίγυπτο, την Συρία, την Μικρά Ασία και την Ελλάδα:
«ἡ δέ αἵρεσις ἔτι καί νῦν ἔν τε Ῥώμῃ καί ἐν τῇ Ἰταλίᾳ, ἐν Αἰγύπτῳ τε καί ἐν Παλαιστίνῃ, ἐν Ἀραβίᾳ τε καί ἐν τῇ Συρίᾳ, ἐν Κύπρῳ τε καί Θηβαΐδι, οὐ μην ἀλλά καί ἐν τῇ Περσίδι καί ἐν ἄλλοις τόποις εὑρίσκεται».
Πολύ σύντομα, δύο μαθητές του Μαρκίωνα, ο Πρέπων και ο Απέλλης, πρόσθεσαν δικές του δοξασίες στην μαρκιωνίτικη διδαχή. Αυτό δεν οδήγησε σε αξιοπρόσεκτη διάσπαση. Οι περισσότεροι οπαδοί πίστευαν ότι στα δεξιά του Χριστού καθόταν ο απόστολος Παύλος και στα αριστερά ο Μαρκίων.
Οι πνευματικοί ταγοί σύντομα αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο που ελλόχευε στην διδασκαλία του Μαρκίωνα, γι’ αυτό και από πολύ νωρίς έγραψαν εκτενείς αναιρέσεις. Πολλές από αυτές είναι γραμμένες στα λατινικά, όπως τα πέντε βιβλία του Τερτυλλιανού Ad Marcionem. Στη Συριακή γλώσσα έγραψε ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος πέντε πραγματείες Κατά Μάνητος, Μαρκίωνος και Βαρδησάνους. Ο Αρμένιος επίσκοπος Εζνίκ (Yeznik Koghbatsi, ε’ αι.) αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο του αντιαιρετικού του έργου στην καταπολέμηση του μαρκιωνισμού.
Αρχικά η αίρεση άρχισε να υποχωρεί στην Δύση. Τον Ε’ αι. μ.Χ. ο Θεοδώρητος Κύρου οδήγησε σε μετάνοια κι επιστροφή στην Εκκλησία, χιλιάδες Μαρκιωνιτών. Υπάρχει η άποψη ότι η πρώτη εμφάνιση Κανόνα της Αγίας Γραφής προέκυψε ως αντίδραση στον Μαρκιωνίτικο Κανόνα.
Από τους μαθητές του ο Πρέπων αναφέρεται από τον άγιο Ιππόλυτο, ότι επιχείρησε να εισάγει και τρίτη αρχή στο σύστημα:
«ἐπεί δέ ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις νῦν καινότερόν τι ἐπεχείρησε Μαρκιωνιστής τις Πρέπων Ασσύριος, προς (Β)αρδησιάνην τόν Ἀρμένιον ἐγγράφως ποιήσασθαι λόγους περί τῆς αἱρέσεως, οὐδέ τοῦτο σιωπήσομαι. τρίτην φάσκων δίκαιον εἶναι ἀρχήν καί μέσην ἀγαθοῦ καί κακοῦ τεταγμένην, οὐδ’ οὕτως δή ὁ Πρέπων τάς Ἐμπεδοκλέους διαφυγεῖν ἴσχυσε δόξας».
 Απελλής
Ο Απελλής ήταν ο γνωστότερος ίσως μαθητής του Μαρκίωνα. Αυτός ακολουθώντας ανάλογη πορεία με τους άλλους μαθητές του δεύτερου, αλλοίωσε τον βασικό δυιστικό χαρακτήρα της διδασκαλίας του προκατόχου του, με την διαφορά, ότι ενώ οι άλλοι έτειναν στην πολυαρχία, αυτός κατέληξες σε μοναρχία.
Γνώρισε τον Μαρκίωνα στην Ρώμη, όπου και έδρασε αρχικά σε συνεργασία μαζί του. Για κάποιο διάστημα μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια, όπου πιθανόν παρακολούθησε τις εκεί φιλοσοφικές ζυμώσεις. Επόμενο ήταν να διαμορφώσει την διδασκαλία του βάσει φιλοσοφικών και όχι βιβλικών προϋποθέσεων, απορρίπτοντας μεγάλο μέρος του αρχικού μαρκιωνισμού.
Έφερε μαζί του κάποια προφήτιδα Φιλουμένη, για την οποία ο Τερτυλλιανός λέει τα εξής:
«Εάν, λοιπόν, ακόμη και “ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζητε ὑμῖν παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν”, θα πρέπει να αναθεματίζεται από εμάς. Το Άγιο Πνεύμα προβλέψει τότε, ότι θα υπάρξει κάποια συγκεκριμένη παρθένος Φιλουμένη, άγγελος απάτης, “μετασχηματισμένος εἰς ἄγγελον φωτό” , από τα θαύματα και τις φαντασίες της οποίας καθοδηγούνταν ο Απελλής, όταν εισήγαγε την νέα του αίρεση»
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Φιλουμένη ήταν η «μούσα» του Απελλή. Λίγο αργότερα ο ίδιος συγγραφέας γίνεται περισσότερο επιθετικός απέναντί της:
«Επιστρέφοντας από κει (σ.σ. Αλεξάνδρεια), μετά από κάποια χρόνια, χωρίς βελτίωση, εκτός του ότι δεν ήταν πλέον Μαρκιωνίτης, προσκολλήθηκε σε άλλη γυναίκα, την παρθένο Φιλουμένη (την οποία αναφέραμε ήδη), η οποία έγινε μετά μεγάλη πόρνη».
Από την Εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου πληροφορούμαστε, ότι ο αντιαιρετικός Ρόδων γνώρισε προσωπικά τον Απελλή. Ο Ρόδων βεβαιώνει ότι το κύριο σώμα των μαθητών του Μαρκίωνα παρέμενε πιστό στην διδασκαλία του αιρεσιάρχη τους. Κάποιοι όμως, από τους μαθητές παρασύρθηκαν σε τριαρχία, ενώ ο Απελλής έτεινε στην αντίθετη κατεύθυνση δεχόμενος μία αρχή:
«Ἀπό γάρ τῆς τούτων ἀγέλης Ἀπελλῆς μέν, ὁ τήν πολιτείαν σεμνυνόμενος καί τό γῆρας, μίαν αρχήν ὁμολογεῖ, τάς δέ προφητείας ἐξ ἀντικειμένου λέγει πνεύματος, πειθόμενος ἀποφθέγμασι φαιμονώσης, ὄνομα Φιλουμένης».
Ο Απελλής, λοιπόν, δέχονταν έναν θεό και εννοούσε τον δημιουργό και τον διάβολο ως αγγέλους αυτού. Απέρριπτε και ο ίδιος την Παλαιά Διαθήκη, και μάλιστα επιτίθονταν εναντίον των προφητειών αυτής, όπως φαίνεται στο παραπάνω χωρίο.
Είχε επίσης αποστασιοποιηθεί από τον δοκητισμό του προκατόχου του, πάλι κατόπιν συμβουλής της Φιλουμένης.
«Διότι πραγματικά η φημισμένη Φιλουμένη έπεισε τον Απελλή και τους άλλους σχισματικούς από τον Μαρκίωνα, να πιστεύουν μάλλον ότι ο Χριστός είχε πραγματικά σώμα από σάρκα˙ δεν προήλθε, ωστόσο από γέννηση, αλλά το δανείστηκε από τα στοιχεία».
Στην εύλογη ερώτηση, πως προήλθε αυτό το σώμα απαντούσαν ως εξής:
«Δανείστηκε, λένε, την σάρκα Του από τ’ αστέρια, και από την ουσία του ανώτερου κόσμου. Και το υποστηρίζουν με την βασική αρχή, ότι σώμα χωρίς γέννηση δεν είναι κάτι θαυμαστό, διότι έχει συμβεί και στους αγγέλους να εμφανίζονται ακόμη και ανάμεσά μας με σάρκα, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μήτρα]».
Η σωτηριολογία του στερούνταν γνωστικού χαρακτήρα. Παράγοντας σωτηρίας ήταν γι’ αυτόν τα καλά έργα:
«ὁ γάρ γέρων Ἀπελλῆς συμμίξας ἡμῖν, πολλά μέν κακώς λέγων ἠλέγχθη˙ ὅθεν καί ἔφασκε μή δεῖν ὅλως ἐξετάζειν τον λόγον, ἀλλ’ ἕκαστον, ὡς πεπίστευκε, διαμένειν˙ σωθήσεσθαι γάρ τούς ἐπί τόν ἐσταυρωμένον ἠλπικότας ἀπεφαίνετο, μόνον ἐάν ἔργοις ἀγαθοῖς εὑρίσκοντο».
Από το παραπάνω απόσπασμα διαφαίνεται αρνητική στάση, έναντι της σωτηριολογικής προϋπόθεσης της γνώσης.
Στον Απελλή αποδίδεται σύγγραμμα με το όνομα Ευαγγέλιον Απελλή, το οποίο ήταν τροποποιημένο και σύμφωνο με τις δοξασίες του Ευαγγέλιο Μαρκίωνος. Επίσης ως καταγραφή των απόψεών του κυκλοφορούσε το σύγγραμμα Συλλογισμοί, αποσπάσματα του οποίου σώζονται στο έργο του Αμβροσίου Μεδιολάνων, De Paradiso
Γενικά, η διδασκαλία του Απελλή αποστασιοποιήθηκε τόσο από αυτήν του προκατόχου του Μαρκίωνα, όσο και από τα γνωστικά πλαίσια, τα οποία υπερέβη. Εξετάζεται εδώ λόγω της ιστορικής συνέχειας και μόνο.
ΣΧΟΛΙΑ
α) Ότι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ένας είναι ο νομθέτης.
Την αρχική θέση του Μαρκίωνα, περί αντιφάσεως μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και το εξ αυτής λανθασμένο συμπέρασμα περί δύο διαφορετικών θεών, απαντά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην ομιλία του με τίτλο Εἰς τό ὅτι τῆς παλαιᾶς καί καινῆς Διαθήκης εἷς ὁ νομοθέτης˙ καί εἰς τό ἔνδυμα τοῦ ἱερέως˙ καί περί μετανοίας. Ήδη από τις πρώτες γραμμές του κειμένου προβάλλεται η ορθόδοξη άποψη:
«Τῆς Χριστοῦ βασιλείας τό Εὐαγγέλιον κηρύττουσι προφῆται, ἐρμηνεύουσι δέ οἱ τῆς νέας χάριτος ὑπηρέται, δέχονται δέ οἱ τοῦ θείου λόγου ἀκροαταί καί ἐρασταί καί ἐπαινεταί».
Αμέσως, δηλαδή, προβάλλεται η ενότητα των δύο διαθηκών. Το κήρυγμα των προφητών ερμηνεύεται από το κήρυγμα των αποστόλων. Οι προφητείες της Παλαιάς πραγματοποιούνται στο πρόσωπο του Χριστού, τον οποίον κηρύττουν οι απόστολοι, Χριστό εσταυρωμένο. Το ευαγγέλιο της σωτηρίας δεν ξεκίνησε τους χρόνους του Χριστού:
«…, ἀντέχεσθαι δέ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας, οὐ νῦν ἀρξαμένου, ἀλλά ἐν τοῖς προφήταις θεμελιωθέντος, καί ἐν τοῖς ἀποστόλοις οἰκοδομηθέντος. Οὐ γἀρ αφ’ οὗ ἐφάνη Χριστός, τό Εὐαγγέλιον ἤρξατο˙ ἀλλ’ ἐῤῥιζώθη μέν ἐν ταῖς βίβλοις τῶν προφητῶν, ἐβλάστησε δέ ἐν τῷ κηρύγματι τῶν ἀποστόλων]»
Επικαλείται ως μάρτυρας των ανωτέρω ο απόστολος Παύλος:
«Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός Ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον Θεοῦ, ὅ προεηγγείλατο διά τῶν προφητῶν αὐτοῦ ἐν Γραφαῖς ἁγίαις περί τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα».
«Οἶδε Παῦλος ἀδιαίρετον τήν Παλαιάν καί τήν Νέαν Διαθήκην˙ διά τοῦτο ποτέ μέν αὐτήν καλεῖ Καινῆν Διαθήκην, ἵνα δείξει πῶς ἀνεκαινίσθη τῆς οἰκουμένης τά πέρατα˙… Καλεῖ αὐτήν καί δευτέραν Διαθήκην. Διατί δευτέραν; Ἵνα τῇ γνώμῃ συνάψῃ. Τό γάρ ἀπεσχοινισμένον τινός δεύτερον οὐ λέγεται. Ἀλλ’ ἐπειδή Θεός ἐλάλει καί ἐν τῇ πρώτῃ, καί ἐν τῇ δευτέρᾳ, ὁ αὐτός καί πρώτην καί δευτέραν, τῷ ἀριθμῷ τήν συμφωνίαν ἐργαζόμενος»
Παρακάτω εξετάζει τις εκφράσεις του Αποστόλου Παύλου, Ευαγγέλιο δυνάμεως, Ευαγγέλιο ειρήνης, Ευαγγέλιο δικαιοσύνης. Και ως προς την έκφραση «Ευαγγέλιο δικαιοσύνης» λέει:
«ἀλλαχοῦ καλεῖ δικαιοσύνης, ὥς φησιν˙ Οὐ γάρ ἐπαισχύνομαι τό Εὐαγγέλιον˙ δικαιοσύνη γάρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται. Τί ἐστι, Δικαιοσύνη Θεοῦ; Ἐπειδή ὁ πρῶτος νομος Ἰουδαίοις ἐδόθη μόνοις, τό δέ Εὐαγγέλιον πᾶσι, καλεῖ Εὐαγγέλιον δικαιοσύνης. Δίκαιος γάρ ὁ Θεός, ὁμοίως πάντας ποιήσας, ὁμοίως πάντας ἐφώτισε. Καί τοῦτο ἧν δίκαιον, τό μή τους μέν σῶσαι τούς δέ μή σῶσαι˙ τό μή τούς μέν καλέσαι, τούς δέ μή καλέσαι. Ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ οὐκ ἦν ἡ κλήσις δικαία, ἀλλ’ οἰκονομική, προκατασκευάζουσα ὁδόν τῇ δικαιοσύνῃ. Οὐ γάρ λέγω ταύτην δικαίαν, κἀκείνην ἄδικον, ἀλλ’ ἐκείνην ὁδόν ταύτης, καί προκατασκευήν ταύτης».
Φέρνοντας παραδείγματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αποδεικνύει ότι δεν είναι άλλος ο δίκαιος θεός της πρώτης και ο αγαθός της δεύτερης, αλλά ο ίδιος αγαθός και δίκαιος θεός. Οι οπαδοί του Μαρκίωνα δεν είχαν την δυνατότητα να μελετήσουν τα παραδείγματα αυτά και βγάζοντας τα συμπεράσματά τους, ν’ απορρίψουν την αίρεση. Αυτό οφείλονταν στο ότι είχε απαγορεύσει την μελέτη της Παλαιάς Διαθήκης, υποκαθιστώντας αυτήν με τις Αντιθέσεις του, και είχε κολοβώσει το Κατά Λουκάν και τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, που εξηγούσαν και αναιρούσαν τις δοξασίες του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί την αληθινή έννοια της δικαιοσύνης του Θεού:
«Διακαιοσύνη ἐστί τό πάντας ὁμοίως σῶσαι, καί μή εἶναι διαφορά δούλου και ελευθέρου, βαρβάρου ἤ Ἕλληνος, γυναικός ἤ ἀνδρός˙ ἀλλ’ ὅ λέγει Παῦλος, Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐ βάρβαρος, οὐ Σκύθης, οὐκ ἄρσεν, οὐ θῆλυ, οὐ δοῦλος, οὐκ ἐλεύθερος. Ὁρᾷς ὁμοτιμίαν;»
β) σύγχρονοι Μαρκιωνίτες
Με την μεταφορική έννοια μπορούμε να διακρίνουμε δύο ειδών σύγχρονους Μαρκιωνίτες. Στο πρώτο είδος κατατάσσονται αυτοί που πεισματικά, αρνούνται να εννοήσουν την αλληγορική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης κι επιμένουν να θεωρούν τον Θεό, διαφορετικό και άδικο, όπως τον περιγράφουν οι ίδιοι μέσα από αυτήν. Κάποιες προσπάθειες που έγιναν προς δικαιολόγηση, ακολουθούν το δικανικό πνεύμα του Παπισμού και δεν έχουν σχέση και θέση στην Ορθόδοξη ερμηνευτική.
Η απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης από τον Μαρκίωνα, κατέστησε τον Μαρκιωνισμό σύμβολο του αντι-ιουδαϊσμού. Ως τέτοιος παρουσιάζεται ο σύγχρονος Μαρκιωνισμός πολλών ομάδων ακόμη και προτεσταντικών. Σε αυτές ισχύει η απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης, μέρους ή συνολικά, καθώς και της ηθική της. Σε κάποιες περιπτώσεις η απόρριψη αυτή έχει όντως θεολογικές-ιστορικές ρίζες, ενώ σε κάποιες άλλες είναι έκφραση ρατσιστικών πολιτικών θέσεων.
Οι ιστορικές ρίζες του φαινομένου, πρέπει να αναζητηθούν στις δοξασίες των Καθαρών της Δύσης του 11ου αι.. Αν μέσω των Παυλικιανών μπορούν να αναχθούν και στους πρώτους Μαρκιωνίτες ή αν αποτελούν αναβίωση αρχαίας αίρεσης, παραμένει αντικείμενο συζήτησης.impantokratoros.gr
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...