=========================
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΓΟΡΓΟΣ: Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)
Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου επιχειρεί να ερμηνεύσει την επωνυμία «γοργός» που συνδέεται με τον Άγιο Γεώργιο, αξιοποιώντας δεδομένα από την αρχαιότερη παράδοση σε συνδυασμό με το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναβιώνει η λατρεία του Αγίου ως έφιππου Ακρίτα πολεμιστή. Η σχέση του καβαλλάρη ήρωα με το πολεμικό άλογό του προβάλλει τον ηρωισμό των στρατιωτικών αγίων της Ανατολής, και ιδιαίτερα της Καππαδοκίας, σε μια εποχή που αναδεικνύεται γενικότερα η ανδρεία και ο ηρωισμός των παλληκαριών του Ακριτικού κύκλου. Ο συνδυασμός του ακρίτη / στρατιώτη και γεωργού συναντάται στο ίδιο πρόσωπο του Αγίου Γεωργίου που αργότερα εμφανίζεται και στην εικονογραφία ως προστάτης του νερού, αναδεικνύοντας τον τύπο του «δρακοντοκτόνου». Ως έφιππος τρομερός πολεμιστής, ο Άγιος κατατροπώνει τους εχθρούς του Βυζαντίου κατά τους δύο πολέμους που ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος διεξάγει κατά των Πατσινακών, θεωρώντας ότι ο Άγιος Γεώργιος στάθηκε αποφασιστικά στο πλευρό του. Έτσι ο Άγιος Γεώργιος, ως «γοργός» πολεμιστής, υιοθετείται ως προστάτης του παλατιού των Μαγγάνων. Με την ιδιότητα του «προστάτη» του αυτοκρατορικού οίκου του Βυζαντίου, ο Άγιος Γεώργιος γίνεται σύμβολο προστάτου «βασιλικού οίκου» και υιοθετείται κατά μίμησιν και από τον σερβικό οίκο των Νεμανιδών, μέλη του οποίου έζησαν στο περιβάλλον της πρωτεύουσας του Βυζαντίου και γνώρισαν ήθη και έθιμα της βυζαντινής αυλής και κοινωνίας. Έτσι ερμηνεύεται η «μετατόπιση» της λατρείας του Αγίου Γεωργίου με την ιδιότητα του πολεμιστή-«γοργού» προστάτη από το Βυζάντιο στη Σερβική επικράτεια του οίκου των Νεμανιδών και εμφανίζεται να επιχωριάζει στα μνημεία της, απολαμβάνοντας τη μεγάλη τιμή του «οικογενειακού αγίου προστάτη» από τους ηγεμόνες της δυναστείας που είχε πολυποίκιλες σχέσεις με το Βυζάντιο. Λέξεις κλειδιά: γοργός, εικονογραφία Αγ. Γεωργίου, Άγ. Γεώργιος και δράκων, Νεμάνια, ιππέας άγιος.
Το επίθετο «γοργός», που συνδέθηκε με το όνομα ενός από τους μεγάλους στρατιωτικούς αγίους του χριστιανικού κόσμου, προκάλεσε κατά το παρελθόν αρκετα τούς προβληματισμούς και η αναζήτηση της πραγματικής ερμηνείας του παραμένει, ακόμη και σήμερα, χωρίς ικανοποιητική εξήγηση. Η επιστημονική συζήτηση άνοιξε με αφορμή την απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου με συνοδευτικές επιγραφές στις τοιχογραφίες γνωστών μνημείων (Αγίου Νικολάου Ορφανού, Αγίου Γεωργίου στο Staro Nagoričino3 και Ταξιάρχης Καστοριάς) του 14ου αιώνα, δύο από τα οποία σχετίζονται με τον κράλη Stefan Uroš Milutin II (1282–1321), ενώ το μνημείο της Καστοριάς διακοσμήθηκε κατά την περίοδο της σερβοκρατίας, όταν εξουσίαζε την περιοχή ο Συμεών Σίνισα Παλαιολόγος και ο γιος του Ιωάννης Ούρεσης6. Με την ίδια επωνυμία είναι γνωστή και η κατεστραμμένη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Γοργού κοντά στα Σκόπια7, μονή που και αυτή γνώρι σε την εύνοια του Milutin. Η ανάμειξη του προσώπου του Milutin στα προαναφερό μενα μνημεία και η τοιχογράφηση του ναού της Καστοριάς σε περίοδο σερβοκρατίας της περιοχής οδήγησαν την έρευνα στο συμπέρασμα ότι ο Άγιος Γεώργιος ο Γοργός «άμεσα σχετίζεται με το σερβικό περιβάλλον, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τους λόγους» και ότι «η επωνυμία αυτή δεν μας είναι γνωστή σε κανένα άλλο σημείο της ελλαδικής περιοχής ή της υπόλοιπης βυζαντινής επικράτειας, είτε σε παράσταση του Αγίου Γεωργίου είτε στο όνομα εκκλησίας αφιερωμένης σ’ αυτόν»1. Με αφορμή τα γραφόμενα της Άννας Τσιτουρίδου, ο καθηγητής Εύδ. Θ. Τσολάκης παρατήρησε ότι η επωνυμία «Άγιος Γεώργιος ο Γοργός» εμφανιζόταν σε επίγραμμα της γνωστής συλλογής επιγραμμάτων που σώθηκε στο χφ. Marc. gr. 52412, το οποίο δημοσίευσε και ο ίδιος, ύστερα από την πρώτη δημοσίευσή του από τον W. Hörandner1.
Ο Εύδ. Θ. Τσολάκης συνέδεσε την επωνυμία με ναό του Αγίου Γεωργίου του Γοργού που βρισκόταν πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Συμβολή στην έρευνα των παραστάσεων του Αγίου Γεωργίου του Γοργού στα όρια της «βυζαντινής επικράτειας» αποτέλεσε η σύντομη δημοσίευση της Σοφίας Κοτζάμπαση, στην οποία παρουσιάζεται ένα πρόχειρο ενεπίγραφο σχέδιο με τη μορφή του Αγίου Γεωργίου του Γοργού στην ώα του χφ. αριθ. 996 της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη της προβληματικής του θέματος, το οποίο είχε ήδη απασχολήσει τον Σωτ. Κίσσα στην ανέκδοτη αρχικάδιπλωματική εργασία του, ένα τμήμα της οποίας δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα. Η μελέτη του Κίσσα έδωσε σημαντική ώθηση στο ζήτημα που έθετε η επωνυμία του Αγίου Γεωργίου του Γοργού. Ο πρόωρα χαμένος αρχαιολόγος εξέτασε συστηματικά, τόσο το θέμα της εικονογραφίας του Αγ. Γεωργίου του Γοργού, όσο και το ζήτημα της καθιέρωσής του ως προσωπικού προστάτη του Σέρβου ηγεμόνα Milutin. Η ύπαρξη της επωνυμίας «γοργός» ενδιέφερε τους Έλληνες ερευνητές Εύδ. Θ. Τσολάκη και Σοφία Κοτζάμπαση ως στόχος, για να αποδειχθεί η προέλευσή της από τον χώρο του Βυζαντίου και να απορριφθεί η καταγωγή της από την πολιτισμική σφαίρα της Μεσαιωνικής Σερβίας, γεγονός που υπερτονίζεται σε μεταγενέστερο δη μοσίευμα του Γ. Δημητροκάλλη. Εκτός όμως από τη σημασία ως προς τον τοπογεωγραφικό της προσδιορισμό, η ερμηνεία του επιθέτου «γοργός», που σηματοδοτεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο προέκυψε η επωνυμία, παρουσιάζει ιδιαίτερη προβλημα τική, γιατί ως τώρα η έρευνα δεν ασχολήθηκε με τις πραγματικές ρίζες του επιθέτου «γοργός» πιο πέρα από την επιφανειακή λεξιλογική ερμηνεία του όρου.
Ο Άγιος Γεώργιος καταγόταν από την Καππαδοκία. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στην προσωπική του πορεία ακολούθησε τρία στάδια: το πρώτο ίσως σχετίζεται με τη γη της καταγωγής του, δηλαδή την παρουσία του ως Γεώργιος > γεωργός > γ{ε}ωρ γός > γωργός > γοργός21, σύμφωνα με το ομόρριζο του θέματος και τη λογοτεχνική χρήση του. Το στάδιο αυτό υποστηρίζεται μόνο από το γεγονός, ότι ο Άγιος Γεώργιος συνδέεται στη συνείδηση των ανθρώπων της υπαίθρου ως προστάτης των γεωργών με το άνοιγμα και το κλείσιμο των εργασιών τους στον ημερολογιακό κύκλο Άνοιξη – Χειμώνας, αλλά και στον κύκλο των παραδόσεων ορισμένων λαών. Το δεύτερο στάδιο σχετίζεται με την ιδιότητα του μάρτυρα ως μεσάζοντος ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους, δηλαδή του προστρέχοντος για τη σωτηρία των πιστών ως ικέτη ενώπιον του Θεού. Το τρίτο στάδιο ασφαλώς σχετίζεται με την ιδιότητα του Αγίου Γεωργίου ως πολεμιστή, ήρωα ανίκητου και τροπαιοφόρου εναντίον όσων επιβουλεύονται την ειρήνη και την ευημερία των ανθρώπων που βρίσκονται υπό την προστατευτική σκέπη του. Η εξελικτική διαμόρφωση της πρόσληψης αυτών των ιδιοτήτων οφείλεται ασφαλώς στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που μετέβαλλαν τις αντιλήψεις της βυζαντινής κοινωνίας και αποτυπώνονται στα αντίστοιχα στάδια εξέλιξης της εικο νογραφίας του Αγίου Γεωργίου, τυπική εικονογραφία που γνωρίζουμε αρκετά καλά σήμερα. Η μεσοβυζαντινή εικονογραφική εξέλιξη εκφράζεται με την απεικόνισή του ως οπλισμένου αγίου πολεμιστή αλλά κυρίως και με την απεικόνισή του ως έφιππου ήρωα που αναδύεται από παλαιότερους μυθολογικούς κύκλους ηρωικών μορφών, θεματολογία που αναβιώνει και ενισχύεται από τον ακριτικό κύκλο και την ακριτική ζωή των Βυζαντινών αυτής της περιόδου. Ο Σωτ. Κίσσας υπέδειξε με πειστικό τρόπο ότι ο Άγιος Γεώργιος καθιερώθηκε αργότερα ως στρατιωτικός προστάτης άγιος του οίκου της σερβικής δυναστείας των Νεμάνια, αφού η ιδιότητα του στρατιωτικού αγίου έγινε ευρύτατα αποδεκτή, αλλά την ερμηνεία του επιθέτου «γοργός» περιόρισε στις δύο εμφανείς σημασίες, που είχε αυτό το επίθετο κατά τον μεσαίωνα: α) στη σημασία τρομερός και β) στη σημασία ταχύς, γρήγορος.
Η σύνδεση του επιθέτου «γοργός» με την ιδιότητα του Αγίου ως «γοργού προστάτη», «γρήγορου βοηθού» στις παρακλήσεις των πιστών και η έννοια της ταχύτατης αντιλήψεως και συνδρομής του Αγίου στις επικλήσεις τους αποτελούν ένα πρώτο επίπεδο πειστικής φαινομενικά ερμηνείας. Ως προς την άλλη σημασία του επιθέτου (τρομερός, φοβερός πολεμιστής), ο Κίσσας αρκείται στην εξήγηση, ότι οι κύκλοι των διανοουμένων που «δημιούργησαν» το επίθετο «γοργός» γνώριζαν τη «διττή σημασία της λέξης Γοργός» από ένα ερμήνευμα του Ιωάννη Ζωναρά και ότι η «δημιουργία του επιθέτου» προήλθε από την παρηχητική λειτουργία των λέξεων Γεώργιος και Γοργός, αφού οι διανοούμενοι αρέσκονταν να χρησιμοποιούν λογοπαίγνια. Το επίθετο «γοργός» ασφαλώς προϋπήρχε.
Οι Βυζαντινοί λόγιοι και διανο ούμενοι δεν το «δημιούργησαν», αλλά το ξαναχρησιμοποίησαν με νέο εννοιολογικό περιεχόμενο, αφού η λεξιλογική σημασία του αποτελούσε κοινό τόπο. Με άλλα λό για, το πρόβλημα που παραμένει ανερμήνευτο είναι: γιατί αποδίδεται μόνο στον Άγιο Γεώργιο η συγκεκριμένη επωνυμία; Ποια είναι η βαθύτερη ερμηνεία του επιθέτου που συνοδεύει το όνομα του μεγαλομάρτυρα και προστάτη των «στρατιωτών, των οπλουργών, των σταυροφόρων, των προσκόπων και των χωρικών»; Η εμφάνιση της επωνυμίας «γοργός» για τον Άγιο Γεώργιο συμπίπτει, όπως είδαμε, με τη μεταβολή που παρατηρείται στην εικονογράφησή του. Η παράσταση του αγίου ως ένοπλου πολεμιστή πάνω στο λευκό άλογό του, που, σε συνάρτηση με τον τόπο καταγωγής του, παραπέμπει στη μορφή του βυζαντινού ακρίτη-ήρωα και καλλιεργητή γης σε ειρηνικούς καιρούς, συνενώνει τις έννοιες του τροπαιοφόρου, του γεωργού και εκείνη του γοργού αγίου, αφού, στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν στη «νέα» εικονογραφική έκφραση του έφιππου αγίου, η σημασιολογική-ερμηνευ τική σφαίρα του ενός επιθέτου και του άλλου από άποψη εννοιολογική φαίνεται να συγκλίνουν ή καλύτερα να ταυτίζονται. Στο κλασικιστικό περιβάλλον του «πρώτου βυζαντινού ουμανισμού» (9ος-10ος αι.), φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί αναζήτησαν νέο συμβολικό εννοιολογικό περιεχό μενο για τον χαρακτηρισμό του Αγίου στο αρχαιότροπο επίθετο γοργός, το οποίο συνδέει τρία βασικά στοιχεία έκφρασης αυτής της «νέας» αντίληψης για τις ιδιότητες του Αγίου Γεωργίου: α) νεότητα, β) ανδρεία, γ) επική παρουσία.
Πέρα, συνεπώς, από το γεγονός, ότι ο Άγιος Γεώργιος ανήκει στη χορεία των στρατιωτικών αγίων πολεμιστών «εναντίον του κακού», που είναι κοινός τόπος, η βαθύτερη σχέση του νεοπρόβλητου εικονογραφικού τύπου του έφιππου αγίου με την «γοργότητα» που του προσδίδει πλέον και η χρήση του αλόγου, πρέπει να αναζητηθεί στις ρίζες της συν δυαστικής εννοιολογικής ενότητας, που απέδωσε στον Άγιο Γεώργιο την επωνυμία «Γοργός». Η αναζήτηση αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, συνδέεται με μια απώτερη σημασιολογική σφαίρα, την οποία απέκλεισε με κατηγορηματικό τρόπο η ερμηνεία του Σωτ. Κίσσα, αποσυνδέοντας τον τρόμο που προκαλούσε η εμφάνιση του Αγίου ως πολεμιστή στους εχθρούς από το αρχαιοελληνικό έτυμο της λέξης. Τρόμο προ καλούσε φυσικά η εμφάνιση της Γοργούς και το γοργόνειον, ως αιγίδα στην ασπίδα της Αθηνάς ή του Αγαμέμνονα, τονίζει ότι «αυτή καθ’ εαυτή η εμφάνιση της Γοργούς δημιουργεί ένα αίσθημα φρίκης, διότι φανερώνεται στο πεδίο της μάχης σαν θεϊκό σημείο». Ο συνδυασμός της πολεμικής ετοιμότητας και της αλκής του πολεμιστή μάς οδηγεί για την ορθότερη ερμηνεία του εννοιολογικού περιεχομένου της επωνυ μίας «γοργός» στον παραλληλισμό των ιστορικοκοινωνικών συμφραζομένων μιας εποχής που δημιούργησε το επίθετο με τα ανάλογα συμφραζόμενα του «κύκλου των διανοουμένων» που επαναχρησιμοποίησαν τον όρο «γοργός», για να αναδείξουν τόσο την πολεμική ετοιμότητα του αγίου και την «κλασικίζουσα» αποτύπωση της νεανικής μορφής του, που δηλώνει και την αλκή του πολεμιστή, όσο και την ιδιότητα του προστάτη των «γεωργών». Στη νεοελληνική παράδοση διασώζεται ο όρος με την έννοια της «ομορφιάς των αγοριών» στη διήγηση «Τα Γοργόνια». Η παράδοση αυτή συνδυάζει την ομορ φιά των νέων που ασχολούνται με γεωργικές εργασίες και είναι «γρήγοροι και καλοί δουλευτάδες». Η παράδοση απηχεί τις συνήθειες του ακριτικού κόσμου, στον οποίο οι ακρίτες διαθέτουν δύο βασικά γνωρίσματα, την ενασχόληση με τη γεωργία και την πολεμική ετοιμότητα και γενναιότητα. Η μορφή του Αγίου Γεωργίου ανταποκρί νεται σε όλα αυτά τα γνωρίσματα. Το νεανικό πρόσωπο με την περιποιημένη κόμη μάς παραπέμπει σ’ ένα βυζαντινό ερμήνευμα για το ρήμα ξανθίζομαι. Η αναφορά του Ξενοφώντος για την περιποίηση των μαλλιών από τους ετοιμοπόλεμους νέους στη Λακωνία μάς οδηγεί στο έθιμο των νέων Σπαρτιατών, που φημίζονται για την πολεμική τους αρετή, ένα θέμα που παραλληλίζει και τη μορφή του αγίου, του ετοι μοπόλεμου Αγίου Γεωργίου, ως ακαταμάχητου πολεμιστή που προκαλεί τρόμο στους εχθρούς με την εμφάνισή του και μόνο, αφού η παρουσία του, όπως είδαμε , «φανερώνεται στο πεδίο της μάχης ως θεϊκό σημείο». Οι νόμοι του Λυκούργου, κατά τον Ξενοφώντα, προέτρεπαν τους νέους να πε ριποιούνται τα μαλλιά τους, για να φαίνονται «ώριμοι, ευγενέστεροι και τρομερότε ροι». Το έθιμο όμως αυτό των νέων πολεμιστών, κατά τον Πλούταρχο, εισάγει και ένα νέο στοιχείο που σχετίζεται με το θέμα μας, την παρομοίωση, δηλαδή, των νέων πολεμιστών με τα «γοργά» πολεμικά άλογα. Τα έθιμα των Σπαρτιατών «τοῖς νέοις... οὐκ ἐκώλυον καλλωπίζεσθαι περὶ τὴν κόμην καὶ κόσμον ὅπλων καὶ ἱματίων, ὥσπερ ἵπποις γαυριῶσι καὶ φρυαττομένοις πρὸς τοὺς ἀγῶνας». Ακμή και ανδρεία συνυ φαίνονται με την εγνωσμένη πολεμική αρετή των νέων πολεμιστών Σπαρτιατών. Ο παραλληλισμός που τους συνδέει με τη «γοργότητα» των πολεμικών αλόγων ενισχύει την αποκρυπτογράφηση της διασύνδεσης και του Αγίου Γεωργίου με το άλογο, τόσο γνωστό στους κύκλους των ακριτών, των ευγενικών ηρώων, που ανέπτυξαν σε υπέρ τατο βαθμό τη σχέση τους με το άλογο, έναν βασικό παράγοντα στην ανάδειξη των ηρωικών τους κατορθωμάτων, όπως συνέβαινε και στους αρχαίους ήρωες. Ας θυμη θούμε τη σχέση του αλόγου με τον Αχιλλέα ή τον Κάστορα, που παριστάνεται, μάλι στα, ως νέος ιππέας, πρότυπα που συνέδεσαν και τον «Καβαλλάρη Αη-Γιώργη» με τους μυθικούς ήρωες, τον Θράκα ιππέα και τις μεταγενέστερες – αλλά σύγχρονες με την ακριτική ζωή – παραδόσεις του «δρακοντοκτόνου» αγίου. Η περιποιημένη κόμη των νέων Σπαρτιατών πολεμιστών που αποβλέπει στην ικανότητά τους να εί ναι «γοργότεροι» στον πόλεμο και η έννοια της λέξης «γοργός», που αναφέρεται στην ακράτητη ορμή των ανυπόμονων αλόγων να ριχτούν στη μάχη, φαίνεται ότι είναι πράγματα πάρα πολύ γνωστά στους λογίους της εποχής, κατά την οποία υιο θετείται και εμφανίζεται ο τύπος του έφιππου πολεμιστή, Αγίου Γεωργίου64, οπότε και ανασύρεται το επίθετο «γοργός», για να εκφράσει την τρισυπόστατη παρουσία του Αγίου. Αυτήν τη σημασία εκφράζει ο ομώνυμος ναός του Αγ. Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη στο Ανάκτορο των Μαγγάνων. Συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω δεδομένα, μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
α) η επωνυμία «Γοργός», που επανήλθε σε χρήση στους κύκλους των διανοου μένων Βυζαντινών, για να προσδεθεί στον Άγιο Γεώργιο, ερμηνεύεται ως συμβολική ένωση στην ίδια λέξη τριών σημασιών που αναφέρονται στην τρισυπόστατη μορφή του, δηλαδή i) του νέου και αποφασιστικού (για τον αγώνα που πιστεύει) μάρτυρος,
ii) του ακμαίου πολεμιστή-αγίου και, τέλος,
iii) του επικού έφιππου ήρωα-ακρίτη (γε ωργού και πολεμιστή), εκφάνσεις της τρισυπόστατης ενότητας του «τροπαιοφόρου» νικητή, του μόνου από τους έφιππους στρατιωτικούς αγίους, στον οποίο αποδόθηκε αυτή η επωνυμία.
β) Η επωνυμία Γοργός διατηρήθηκε στη συνείδηση των Βυζαντινών, όσο οι αξίες του ακριτικού κύκλου ήταν ακόμη ζωντανές στη βυζαντινή κοινωνία κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο.
γ) Ο Άγιος Γεώργιος ο Γοργός επανεμφανίζεται ως σύμβολο ακατάλυτου πο λεμιστή-αγίου, που υιοθετήθηκε από τον «βασιλικό» οίκο των Νεμανιδών κατ’ αντα νάκλασιν του βυζαντινού παλατιού των Μαγγάνων, που είχε προστάτη τον Άγιο Γεώργιο, και του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, ο οποίος ίδρυσε ναό προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου με την ιδιότητα του αρωγού, του «γορ γού» στις πολεμικές του νίκες εναντίον των Πατσινακών.
δ) Η υιοθέτηση του Αγίου Γεωργίου του Γοργού εκφράστηκε στην εικονογρα φία της παλαιολόγειας μνημειακής τέχνης, σε όσα μνημεία ασκήθηκε η επιρροή του σερβικού χριστιανικού ηγεμονικού οίκου των Νεμανιδών, του οποίου ο Άγιος υπήρξε οικογενειακός προστάτης, αφού παραμερίστηκε προσωρινά ο εικονογραφικός τύπος του έφιππου αγίου και επικράτησε η μορφή του αγίου-πολεμιστή με τη δήλωση των υπολοίπων συμφραζομένων στη συνοδευτική επιγραφή των παραστάσεών του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου