Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ συναντήσει τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, το ζητούμενο δεν θα είναι απλώς να αποφευχθεί μία νέα έκρηξη στον εμπορικό πόλεμο. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Στόχος είναι να δοκιμαστεί αν οι δύο ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να διολισθήσουν σε ανοιχτή σύγκρουση — και κυρίως με ποιους όρους.

Η λέξη που κυριαρχεί στην αμερικανική προετοιμασία είναι «σταθερότητα». Ακούγεται καθησυχαστική. Μόνο που στην περίπτωση της σινοαμερικανικής αντιπαράθεσης, η σταθερότητα δεν είναι ουδέτερη έννοια. Μπορεί να σημαίνει αποκλιμάκωση. Μπορεί όμως να σημαίνει και αποδοχή τετελεσμένων.

Και αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο της συνάντησης Τραμπ – Σι: ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά μία συμφωνία που θα του επιτρέψει να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός και dealmaker. Ο Κινέζος πρόεδρος αναζητά χρόνο, χώρο και αναγνώριση της κινεζικής ισχύος. Οι δύο στόχοι δεν είναι απαραίτητα ασύμβατοι. Είναι όμως επικίνδυνο να συγχέονται.

Το εμπόριο ως βιτρίνα του πραγματικού παζαριού

Στο εμπόριο, το καλύτερο σενάριο μοιάζει σχεδόν ταπεινό: να επικυρωθεί η υφιστάμενη εκεχειρία στους δασμούς και να δεσμευτεί το Πεκίνο ότι δεν θα ξαναχρησιμοποιήσει τις σπάνιες γαίες ως όπλο εναντίον της Δύσης.Η Κίνα έχει κάθε λόγο να δείξει διάθεση συνεργασίας. Η οικονομία της παραμένει εύθραυστη, η εσωτερική ζήτηση δεν έχει ανακτήσει τη δυναμική της και το Πεκίνο γνωρίζει ότι μία νέα μετωπική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον θα κόστιζε ακριβά.

Γι’ αυτό και ο Σι μπορεί να προσφέρει στον Τραμπ αυτό που παραδοσιακά προσφέρει η Κίνα σε τέτοιες στιγμές: υποσχέσεις για αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, αεροσκαφών, ενέργειας.

Το ερώτημα είναι αν αυτές οι υποσχέσεις έχουν ακόμη αξία. Οι Αμερικανοί αγρότες θυμούνται ότι οι μεγάλες κινεζικές δεσμεύσεις του παρελθόντος δεν επανέφεραν ποτέ πλήρως τα χαμένα μερίδιά τους στην κινεζική αγορά. Και οι ευρωπαίοι και ασιάτες σύμμαχοι των ΗΠΑ γνωρίζουν ότι κάθε διμερής «μεγάλη συμφωνία» Ουάσιγκτον – Πεκίνου μπορεί να αφήσει τρίτους εκτεθειμένους.

Γιατί η συνάντηση αυτή δεν αφορά μόνο την Αμερική και την Κίνα. Τη βλέπουν με αγωνία οι Βρυξέλλες, το Τόκιο, η Σεούλ, η Ταϊπέι, η Σιγκαπούρη, ακόμη και η Μόσχα. Όλοι ξέρουν ότι μία εμπορική παραχώρηση, μία ενεργειακή συμφωνία ή μία αλλαγή στη ρητορική για την Ταϊβάν μπορεί να αναδιατάξει ισορροπίες πολύ πέρα από το τραπέζι των δύο ηγετών.

Σπάνιες γαίες και AI: Ο νέος σκληρός πυρήνας της ισχύος

Το πιο κρίσιμο όμως παζάρι δεν αφορά τα σόγια ή τα Boeing. Αφορά τις σπάνιες γαίες, τους ημιαγωγούς και την τεχνητή νοημοσύνη.

Η Κίνα έχει δείξει ότι μπορεί να ασκήσει πίεση στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, περιορίζοντας εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών και μαγνητών. Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι η αθέατη υποδομή της πράσινης μετάβασης, της αυτοκινητοβιομηχανίας, των αμυντικών συστημάτων, της τεχνολογικής παραγωγής.

Ο Σι γνωρίζει ότι κρατά στα χέρια του μοχλούς πίεσης. Και ο Τραμπ γνωρίζει ότι η Αμερική δεν έχει ακόμη πλήρως απεξαρτηθεί από αυτούς.

Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον κρατά τον πιο κρίσιμο μοχλό του 21ου αιώνα: την πρόσβαση στα προηγμένα chips και στην υπολογιστική ισχύ που απαιτεί η τεχνητή νοημοσύνη. Για το Πεκίνο, η AI δεν είναι απλώς ένας τεχνολογικός κλάδος. Είναι πεδίο στρατηγικής υπεροχής, βιομηχανικής κυριαρχίας και στρατιωτικής ισχύος.

Γι’ αυτό και οι συνομιλίες για «κανάλια επικοινωνίας» ή «κανόνες ασφαλείας» στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν νόημα μόνο μέχρι ενός σημείου. Η Κίνα μπορεί να μιλά για υπεύθυνη διαχείριση, αλλά θα συνεχίσει να επιδιώκει το τεχνολογικό άλμα που θα της επιτρέψει να περιορίσει το αμερικανικό προβάδισμα. Η Αμερική, από την πλευρά της, θα βρεθεί υπό πίεση να μην ανταλλάξει τεχνολογική ισχύ με βραχυπρόθεσμη εμπορική ηρεμία.

Η Ταϊβάν ως μεγάλη παγίδα

Το πιο επικίνδυνο σημείο της συνάντησης είναι η Ταϊβάν. Όχι επειδή αναμένεται θεαματική ανακοίνωση, αλλά επειδή ακόμη και μία φαινομενικά μικρή αλλαγή στη γλώσσα μπορεί να έχει τεράστιες συνέπειες.

Το Πεκίνο πιέζει τις ΗΠΑ να περάσουν από τη διατύπωση ότι «δεν υποστηρίζουν» την ανεξαρτησία της Ταϊβάν στη διατύπωση ότι «αντιτίθενται» σε αυτήν. Στα χαρτιά, η διαφορά μοιάζει διπλωματική. Στην πράξη, θα μπορούσε να εκληφθεί ως μετατόπιση δεκαετιών αμερικανικής πολιτικής.

Για τον Σι, μία τέτοια αλλαγή θα ήταν νίκη χωρίς πυροβολισμό. Θα του επέτρεπε να παρουσιάσει την Ουάσιγκτον ως δύναμη που αποδέχεται, έστω εμμέσως, την κινεζική σφαίρα επιρροής γύρω από την Ταϊβάν. Για την Ταϊπέι, θα ήταν μήνυμα ανησυχίας. Για την Ιαπωνία και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, θα ήταν προειδοποίηση ότι η αμερικανική δέσμευση μπορεί να μπει στο παζάρι.

Ο Τραμπ δεν θέλει κρίση στην Ταϊβάν. Θα ήταν οικονομική και γεωπολιτική καταστροφή. Όμως ο κίνδυνος δεν είναι να επιδιώξει συνειδητά μία τέτοια κρίση. Είναι να πιστέψει ότι μπορεί να την αποτρέψει με προσωπική χημεία, ασαφή διαβεβαίωση ή μία «έξυπνη» διατύπωση που θα ικανοποιεί και τις δύο πλευρές.

Στη σινοαμερικανική διπλωματία, όμως, οι λέξεις δεν είναι διακόσμηση. Είναι όρια ισχύος.

Το Ιράν και το μήνυμα προς τη Μόσχα

Η συνάντηση έχει και ένα τρίτο, εξίσου κρίσιμο, μέτωπο: το Ιράν. Η Ουάσιγκτον θέλει από το Πεκίνο να περιορίσει τη στήριξη προς την Τεχεράνη, είτε πρόκειται για διπλής χρήσης εξαρτήματα είτε για τεχνολογικές και πληροφοριακές δυνατότητες που ενισχύουν την ιρανική πολεμική μηχανή.

Η Κίνα δεν είναι απλώς εμπορικός εταίρος χωρών που αντιπαρατίθενται στη Δύση. Είναι, ολοένα και περισσότερο, βιομηχανική και τεχνολογική βάση ενός άτυπου αντιδυτικού άξονα, στον οποίο κινούνται η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Αν ο Τραμπ αποσπάσει έστω μερική κινεζική συγκράτηση στο Ιράν ή στη Ρωσία, θα το παρουσιάσει ως επιτυχία. Η Μόσχα, από την πλευρά της, θα παρακολουθεί με καχυποψία κάθε ένδειξη προσέγγισης Ουάσιγκτον – Πεκίνου. Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η κινεζική στήριξη έχει γίνει κρίσιμη. Μία σινοαμερικανική αποκλιμάκωση που θα περιόριζε τη βοήθεια προς τη ρωσική πολεμική προσπάθεια θα ήταν δυσάρεστη εξέλιξη.

Αλλά και εδώ υπάρχει παγίδα: η Κίνα δύσκολα θα εγκαταλείψει πραγματικά τους εταίρους που τη βοηθούν να φθείρει τη δυτική ισχύ. Μπορεί να προσαρμόσει ρυθμούς. Μπορεί να αλλάξει διαύλους. Δύσκολα όμως θα αλλάξει στρατηγική.

Το μάθημα του πολέμου

Ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί και ως ζωντανό εργαστήριο για το Πεκίνο. Η Κίνα παρακολουθεί πώς επιχειρούν οι ΗΠΑ υπό πίεση, πώς λειτουργούν τα συστήματα αεράμυνας, πώς αντέχουν οι βάσεις, πώς επηρεάζονται οι θαλάσσιες οδοί και πώς ένα περιφερειακό μέτωπο μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.

Το Πεκίνο βλέπει ότι ακόμη και μία χώρα πολύ ασθενέστερη από τις ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις όταν διαθέτει drones, πυραύλους, ασύμμετρες δυνατότητες και πρόσβαση σε κρίσιμα γεωγραφικά περάσματα. Το βλέπει στον Περσικό Κόλπο. Το σκέφτεται αναπόφευκτα στην Ταϊβάν.

Όμως υπάρχει και το αντίστροφο μάθημα: η στρατιωτική ισχύς δεν μεταφράζεται πάντα σε πολιτικό αποτέλεσμα. Οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν στόχους, να καταστρέψουν υποδομές, να επιβάλουν στρατιωτική πίεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν πάντα να παράγουν την πολιτική λύση που επιθυμούν.

Για την Κίνα, αυτό είναι προειδοποίηση. Μία επιχείρηση κατά της Ταϊβάν δεν θα ήταν απλώς στρατιωτική δοκιμασία. Θα ήταν παγκόσμια οικονομική έκρηξη, με εμπλοκή συμμάχων, εμπορικών οδών, τεχνολογικών αλυσίδων και αγορών. Και σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, ο κινεζικός στρατός δεν έχει πρόσφατη πραγματική πολεμική εμπειρία.

Η «εκεχειρία» δεν είναι ειρήνη

Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν Τραμπ και Σι θα βγάλουν κοινές φωτογραφίες, αν θα μιλήσουν για «πρόοδο» ή αν θα ανακοινώσουν επιμέρους εμπορικές συμφωνίες. Το ερώτημα είναι αν η επιδιωκόμενη ύφεση θα αγοράσει χρόνο για ενίσχυση της Δύσης ή αν θα δώσει στην Κίνα χώρο να παγιώσει τα πλεονεκτήματά της.

Μία εκεχειρία έχει νόημα αν αξιοποιηθεί για διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού, ενίσχυση της άμυνας, απεξάρτηση από κρίσιμες κινεζικές πρώτες ύλες και προστασία του τεχνολογικού προβαδίσματος. Αν όμως μετατραπεί σε αυταπάτη ότι η προσωπική σχέση δύο ηγετών μπορεί να υπερβεί τη βαθιά στρατηγική αντιπαλότητα, τότε θα είναι περισσότερο παγίδα παρά λύση.

Ο Σι παίζει μακρύ παιχνίδι. Θέλει μία Κίνα που δεν θα αντιμετωπίζεται ως απλός ανταγωνιστής, αλλά ως ισότιμος —και σε ορισμένα πεδία ανώτερος— πόλος ισχύος. Ο Τραμπ παίζει συχνά με τους όρους της στιγμής: συμφωνίες, εικόνες, ανακοινώσεις, προσωπική επιρροή.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο λογικές θα κριθεί η συνάντηση του Πεκίνου. Όχι από το χαμόγελο των δύο ηγετών. Αλλά από το τι θα μείνει ανομολόγητο πίσω από αυτό. https://www.naftemporiki.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων