Από τη Δαμασκό στις «κόκκινες γραμμές» του Ισραήλ και από τη Συρία στην Κύπρο -Το νέο γεωπολιτικό τόξο που αφορά άμεσα Ελλάδα και Ευρώπη
Γιώργος Κουτσούμης Αναλυτής Μέσης Ανατολής
Ηπτώση του καθεστώτος Μπασάρ αλ-Άσαντ δεν έκλεισε τον κύκλο της συριακής κρίσης. Άλλαξε, όμως, τη φύση της. Η Συρία, που επί χρόνια αποτέλεσε ένα από τα βασικά πεδία της αντιπαράθεσης Ιράν-Ισραήλ, μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο όπου δοκιμάζονται τα όρια δύο άλλων περιφερειακών δυνάμεων: της Τουρκίας και του Ισραήλ.
Ανάμεσά τους βρίσκεται η νέα κυβέρνηση του προέδρου Άχμεντ αλ-Σαράα, η οποία επιχειρεί να αποκαταστήσει την κρατική κυριαρχία, να ανοικοδομήσει τις ένοπλες δυνάμεις και να επαναφέρει τη χώρα στο διεθνές σύστημα, χωρίς να απολέσει την κρίσιμη τουρκική υποστήριξη και χωρίς να οδηγηθεί σε νέα στρατιωτική αναμέτρηση με το Ισραήλ.
Η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ, αποκάλυψε πόσο εύθραυστη είναι αυτή η ισορροπία. Το Ισραήλ συνέδεσε την επιχείρηση με πληροφορίες περί ενδεχόμενης ενίσχυσης της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη βάση. Η Δαμασκός, αντιθέτως, υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει το Ισραήλ πως δεν υπήρχε σχέδιο μετατροπής της εγκατάστασης σε τουρκική βάση.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι το Ισραήλ έδειξε πως αντιμετωπίζει πλέον ορισμένες μορφές τουρκικής στρατιωτικής εγκατάστασης στη Συρία, ως ενδεχόμενη απειλή για τη δική του ασφάλεια και την επιχειρησιακή ελευθερία του.
Η Τουρκία στη θέση του ισχυρότερου εξωτερικού εταίρου
Η ανατροπή του Άσαντ άλλαξε δραστικά την περιφερειακή ισορροπία. Η ιρανική επιρροή στη Συρία περιορίστηκε, ενώ η Ρωσία δεν διαθέτει πλέον το εύρος πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής που είχε κατά την προηγούμενη περίοδο.Το κενό καλύπτει σε μεγάλο βαθμό η Τουρκία.
Για τη νέα συριακή ηγεσία, η Άγκυρα αποτελεί βασικό εταίρο στην εκπαίδευση και ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεων, στην ασφάλεια, στην οικονομική επανεκκίνηση και στη σταδιακή αποκατάσταση της κρατικής λειτουργίας.
Για την Τουρκία, όμως, η Συρία είναι κάτι περισσότερο από ένας γειτονικός χώρος ασφαλείας. Η νέα πραγματικότητα προσφέρει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να εδραιώσει μακροχρόνια πολιτική, οικονομική και στρατιωτική επιρροή σε μια χώρα που βρίσκεται στην καρδιά της Μέσης Ανατολής.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η σύγκρουση με τους ισραηλινούς στρατηγικούς υπολογισμούς.
Οι νέες «κόκκινες γραμμές» του Ισραήλ
Το Ισραήλ έχει διαφορετική αντίληψη για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί η μεταπολεμική Συρία.
Μετά την εμπειρία της 7ης Οκτωβρίου 2023, η ισραηλινή στρατηγική έχει αποκτήσει περισσότερο προληπτικά χαρακτηριστικά. Η λογική που κυριαρχεί είναι ότι οι απειλές πρέπει να αντιμετωπίζονται πριν αποκτήσουν επιχειρησιακή υπόσταση.
Στη Συρία αυτό σημαίνει ότι το Τελ Αβίβ δεν εξετάζει μόνο τον αριθμό των τουρκικών στρατευμάτων. Πολύ σημαντικότερη είναι η πιθανότητα εγκατάστασης προηγμένων ραντάρ, συστημάτων αεράμυνας ή άλλων στρατιωτικών υποδομών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία κινήσεων της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας.
Για χρόνια, το Ισραήλ μπορούσε να επιχειρεί στον συριακό εναέριο χώρο με σχετικά περιορισμένους κινδύνους. Η ανάπτυξη όμως τουρκικών συστημάτων αεράμυνας θα δημιουργούσε ένα εντελώς διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον.
Η δήλωση του Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι το Ισραήλ δεν θα ανεχθεί τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία η οποία θα αποτελεί απειλή για την ασφάλειά του ήταν ουσιαστικά η δημόσια διατύπωση μιας νέας «κόκκινης γραμμής».
Το μήνυμα του Αμπού αλ-Ντουχούρ
Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία η επίθεση στο Αμπού αλ-Ντουχούρ. Πριν από το πλήγμα είχαν υπάρξει παρασκηνιακές επαφές μεταξύ ισραηλινής και συριακής πλευράς για το θέμα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας. Η ακολουθία των γεγονότων επικοινωνία, προειδοποίηση και τελικά στρατιωτική ενέργεια, υποδηλώνει ότι το Ισραήλ είναι διατεθειμένο να ενεργήσει προληπτικά προκειμένου να εμποδίσει τη δημιουργία τετελεσμένων που θεωρεί επικίνδυνα.
Εδώ όμως βρίσκεται και ο κίνδυνος.
Ένα ισραηλινό πλήγμα που στο Τελ Αβίβ αντιμετωπίζεται ως μήνυμα αποτροπής προς τη Δαμασκό μπορεί στην Άγκυρα να ερμηνευθεί ως άμεση επίθεση εναντίον τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων. Η απόσταση ανάμεσα στην αποτροπή και στην κλιμάκωση γίνεται έτσι εξαιρετικά μικρή.
Η Δαμασκός επιλέγει τη διαπραγμάτευση
Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση, η νέα συριακή κυβέρνηση προσπαθεί να κινηθεί μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ.
Ο υπουργός Εξωτερικών Άσαντ αλ-Σεϊμπάνι δήλωσε ότι η Δαμασκός αναμένει την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ για μια συμφωνία ασφαλείας, παρότι παραδέχθηκε ευθέως ότι σήμερα «δεν υπάρχει εμπιστοσύνη» μεταξύ των δύο πλευρών.
Η προτεραιότητα της Δαμασκού είναι σαφής: να σταματήσουν οι ισραηλινές επιθέσεις και να δημιουργηθούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με τελικό στόχο μια διευθέτηση που θα συνδέεται και με την αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από συριακά εδάφη.
Η θέση αυτή αποκαλύπτει τη βασική αντίφαση της νέας συριακής πολιτικής: η Δαμασκός δεν εμπιστεύεται το Ισραήλ, αλλά δεν έχει την πολυτέλεια να μη συνομιλεί μαζί του.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να απομακρυνθεί από την Τουρκία, η οποία αποτελεί τον σημαντικότερο εξωτερικό υποστηρικτή της.
Η Ουάσιγκτον φοβάται περισσότερο το «ατύχημα»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ίσως μπροστά στο δυσκολότερο διπλωματικό πρόβλημα αυτής της νέας ισορροπίας.
Το Ισραήλ είναι ο στενότερος στρατηγικός εταίρος της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει από τους ισχυρότερους στρατούς της Συμμαχίας και έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα στη νέα Συρία.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπαράκ απέδωσε το επεισόδιο του Αμπού αλ-Ντουχούρ ενδεχομένως σε «παρεξήγηση ή κακό συντονισμό», αποτυπώνοντας ουσιαστικά τον φόβο της Ουάσιγκτον: όχι τόσο από έναν προσχεδιασμένο πόλεμο Τουρκίας-Ισραήλ, όσο ένα στρατιωτικό επεισόδιο ή έναν λανθασμένο υπολογισμό που θα υποχρεώσει την άλλη πλευρά να απαντήσει.
Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ επιδιώκουν μηχανισμούς αποτροπής στρατιωτικών τριβών.
Η αμερικανική παρέμβαση φαίνεται να συνέβαλε και στη σχετική αποκλιμάκωση της ισραηλινής ρητορικής. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ ξεκαθάρισε ότι το Ισραήλ δεν έχει συμφέρον να οδηγηθεί σε κλιμάκωση με την Τουρκία.
Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει εγκατάλειψη των ισραηλινών «κόκκινων γραμμών». Σημαίνει περισσότερο ότι το Τελ Αβίβ αναζητεί τρόπο να περιορίσει τις τουρκικές στρατιωτικές δυνατότητες που θεωρεί απειλητικές, χωρίς να ανοίξει ένα νέο μέτωπο με μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη.
Από το Ιράν στην Τουρκία
Επί δεκαετίες, το Ισραήλ αντιμετώπιζε στη Συρία κυρίως την ιρανική στρατιωτική διείσδυση και τις γραμμές ανεφοδιασμού της Χεζμπολάχ. Μπορούσε να πλήττει ιρανικούς ή φιλοϊρανικούς στόχους χωρίς σοβαρή πιθανότητα συμβατικού πολέμου μεταξύ δύο ισχυρών κρατικών στρατών.
Η Τουρκία είναι διαφορετική περίπτωση. Είναι μεγάλη περιφερειακή δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και έχει αποκτήσει βαθιά πολιτική επιρροή στη νέα Δαμασκό.
Γι’ αυτό και η αντιπαράθεση Τουρκίας-Ισραήλ στη Συρία έχει σαφή όρια. Καμία πλευρά δεν φαίνεται να επιθυμεί πόλεμο. Ταυτόχρονα, όμως, καμία δεν θέλει να επιτρέψει στην άλλη να δημιουργήσει τετελεσμένα που θα μεταβάλουν μακροπρόθεσμα την περιφερειακή ισορροπία.
Η Κύπρος μπαίνει στη στρατηγική εξίσωση
Εάν η ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση αποκτήσει ευρύτερα στρατιωτικά χαρακτηριστικά, η Κύπρος αποτελεί τον χώρο όπου η κρίση της Μέσης Ανατολής θα μπορούσε να συναντήσει άμεσα την Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γεωγραφία είναι καθοριστική. Η Κύπρος βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της Συρίας, του Λιβάνου και του Ισραήλ. Παράλληλα, η Τουρκία διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού και έχει αναπτύξει δυνατότητες μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο Λευκόνοικο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική υπήρξε η ανάπτυξη έξι τουρκικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα κατεχόμενα τον Μάρτιο του 2026, εν μέσω της περιφερειακής κρίσης. Η εξέλιξη κατέδειξε ότι η Άγκυρα έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει σε σύντομο χρόνο σημαντικές αεροπορικές και αντιαεροπορικές δυνάμεις στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι εγκαταστάσεις αυτές προορίζονται σήμερα για επιχειρήσεις εναντίον του Ισραήλ. Οποιαδήποτε τέτοια εκτίμηση πρέπει να διατυπώνεται ως υποθετικό σενάριο κλιμάκωσης και όχι ως υφιστάμενος τουρκικός σχεδιασμός.
Εάν όμως σε μια μελλοντική σοβαρή τουρκοϊσραηλινή κρίση η Άγκυρα χρησιμοποιούσε τα κατεχόμενα για επιχειρήσεις, επιτήρηση, αεράμυνα ή υποστήριξη ενεργειών εναντίον του Ισραήλ, τα δεδομένα θα άλλαζαν δραματικά.
Το ισραηλινό δίλημμα στην Κύπρο
Από ισραηλινή σκοπιά, η εγκατάσταση προηγμένων τουρκικών ραντάρ, αεράμυνας, μη επανδρωμένων συστημάτων ή μαχητικών στην Κύπρο θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα αντίστοιχης λογικής με αυτό που σήμερα συζητείται στη Συρία.
Δεν θα επρόκειτο πλέον για μεμονωμένες τουρκικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά δυνητικά για ένα γεωστρατηγικό τόξο τουρκικής παρουσίας από τη νότια Τουρκία και τη βόρεια Συρία μέχρι το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να επηρεάσει τους ισραηλινούς στρατηγικούς υπολογισμούς για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Και τότε η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση θα είχε ξεφύγει οριστικά από τα συριακά σύνορα.
Ο κίνδυνος ακούσιας εμπλοκής της Κυπριακής Δημοκρατίας
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί έλεγχο στο κατεχόμενο τμήμα και, συνεπώς, δεν θα είχε καμία συμμετοχή ή ευθύνη σε ενδεχόμενη τουρκική απόφαση χρησιμοποίησης των εκεί στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Οι συνέπειες όμως μιας τέτοιας ενέργειας θα μπορούσαν να αφορούν ολόκληρο το νησί.
Η εμπειρία του 2026 κατέδειξε ήδη πόσο εύκολα η Κύπρος μπορεί να επηρεαστεί από συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής. Η στρατιωτική παρουσία γύρω από το νησί ενισχύθηκε κατά την περιφερειακή κρίση, ενώ οι βρετανικές κυρίαρχες βάσεις απέκτησαν εκ νέου ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία.
Έτσι προκύπτει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο στρατηγικό παράδοξο: ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένο στις συνέπειες μιας περιφερειακής σύγκρουσης εξαιτίας στρατιωτικών ενεργειών που πραγματοποιούνται από τρίτη χώρα σε τμήμα του εδάφους του το οποίο δεν ελέγχει.
Μια νέα διάσταση του Κυπριακού
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και μια παράμετρος που υπερβαίνει τη στρατιωτική διάσταση.
Εάν οι εγκαταστάσεις στα κατεχόμενα χρησιμοποιούνταν κάποτε για επιχειρήσεις που δεν σχετίζονται με την άμυνα της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας, θα μεταβαλλόταν και ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να τεθεί διεθνώς το ζήτημα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας.
Το Κυπριακό θα παρέμενε πρωτίστως ζήτημα κατοχής, διαίρεσης και διεθνούς νομιμότητας. Θα αποκτούσε όμως ταυτόχρονα μια πρόσθετη διάσταση: ζήτημα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και, κατ’ επέκταση, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για τη Λευκωσία, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό διπλωματικό επιχείρημα. Η στρατιωτικοποίηση του κατεχόμενου τμήματος δεν θα αφορούσε πλέον μόνο την ισορροπία δυνάμεων στο νησί, αλλά θα μπορούσε να δημιουργεί κινδύνους για ένα εξωτερικό σύνορο της ΕΕ.
Ελλάδα και Κύπρος: αυξημένη στρατηγική αξία, αλλά και κίνδυνοι
Η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ αυξάνει αντικειμενικά τη στρατηγική αξία Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας για το Ισραήλ.
Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, η αμυντική συνεργασία, οι κοινές ασκήσεις, οι ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η γεωγραφική θέση των δύο χωρών δημιουργούν ένα πλέγμα σχέσεων που αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο το περιβάλλον ασφαλείας επιδεινώνεται.
Αυτό αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά κρύβει και μια παγίδα.
Θα ήταν λάθος για Αθήνα και Λευκωσία να θεωρήσουν την κρίση Τουρκίας-Ισραήλ ευκαιρία συγκρότησης ενός άτυπου «αντιτουρκικού άξονα».
Οι περιφερειακές συμμαχίες στη Μέση Ανατολή είναι μεταβαλλόμενες. Άγκυρα και Τελ Αβίβ έχουν περάσει στο παρελθόν από βαθιές κρίσεις σε περιόδους επαναπροσέγγισης. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάθε συμφέρον να αποτρέψουν τη μόνιμη ρήξη μεταξύ δύο σημαντικών εταίρων τους.
Για την Ελλάδα, συνεπώς, η προστιθέμενη στρατηγική αξία βρίσκεται περισσότερο στην ικανότητά της να λειτουργεί ως σταθερός και προβλέψιμος δυτικός εταίρος στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά στην ένταξή της σε ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης, το ίδιο ισχύει για την Κύπρο.
Από τη Συρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει την επιρροή που απέκτησε στη μετα-Άσαντ Συρία σε μακροχρόνιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Το Ισραήλ επιχειρεί να εμποδίσει την εγκατάσταση στρατιωτικών δυνατοτήτων που θα περιορίζουν την ελευθερία δράσης του. Η νέα συριακή κυβέρνηση προσπαθεί να ανακτήσει την κυριαρχία της, στηριζόμενη στην Τουρκία αλλά διαπραγματευόμενη ταυτόχρονα με το Ισραήλ. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να εμποδίσουν αυτές τις αντικρουόμενες στρατηγικές να οδηγήσουν σε άμεση σύγκρουση.
Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος θα έχει μεγαλύτερη επιρροή στη Συρία.
Αφορά το ποιος θα καθορίσει τους κανόνες ασφαλείας της μεταπολεμικής Συρίας και, σε δεύτερο επίπεδο, τη νέα ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εάν η αντιπαράθεση Τουρκίας-Ισραήλ παραμείνει εντός των ορίων της Συρίας και ελεγχθεί μέσω αμερικανικών μηχανισμών αποτροπής τριβών, Αθήνα και Λευκωσία μπορούν να διατηρήσουν σχετική απόσταση.
Εάν όμως μεταφερθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και, κυρίως, εάν οι τουρκικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα κατεχόμενα αποκτήσουν κάποτε επιχειρησιακό ρόλο έναντι του Ισραήλ, η Κύπρος θα πάψει να αποτελεί απλώς γειτονικό χώρο της κρίσης και θα κινδυνεύσει να μετατραπεί σε μέρος της. Τότε το Κυπριακό θα αποκτήσει μια πρόσθετη και εξαιρετικά επικίνδυνη γεωπολιτική διάσταση.
Το πραγματικό διακύβευμα
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν φαίνεται να είναι ένας προσχεδιασμένος πόλεμος Τουρκίας-Ισραήλ. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει προφανές συμφέρον από μια τέτοια αναμέτρηση.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι διαφορετικός: ένα στρατιωτικό επεισόδιο, ένας λανθασμένος υπολογισμός ή μια προληπτική ενέργεια που η μία πλευρά θα θεωρήσει περιορισμένη, αλλά η άλλη θα εκλάβει ως παραβίαση μιας θεμελιώδους κόκκινης γραμμής.
Το Αμπού αλ-Ντουχούρ υπήρξε μια πρώτη σοβαρή προειδοποίηση.
Η επόμενη κρίση μπορεί να αφορά ένα συριακό αεροδρόμιο, ένα τουρκικό σύστημα αεράμυνας ή μια ισραηλινή αεροπορική επιχείρηση. Εάν όμως η αντιπαράθεση ξεπεράσει το συριακό έδαφος, η γεωγραφία δείχνει προς την Ανατολική Μεσόγειο. Εκεί η Ελλάδα και η Κύπρος παύουν να είναι απλοί παρατηρητές. https://www.anixneuseis.gr/
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου