ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής

 


Ο πόλεμος με το Ιράν, η κρίση της αμερικανικής ισχύος και η διάλυση μιας περιφερειακής τάξης 35 ετών

Η Μέση Ανατολή όπως τη διαμόρφωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φτάνει στο τέλος της. Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Marc Lynch σε εκτενές άρθρο του στο τεύχος Σεπτεμβρίου–Οκτωβρίου 2026 του Foreign Affairs.

Η θέση του είναι κατηγορηματική: ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη κρίση σε μια περιοχή συνηθισμένη στις συγκρούσεις. Αποτελεί την τελική δοκιμασία ενός περιφερειακού συστήματος που οικοδομήθηκε το 1991, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την εκδίωξη του Ιράκ από το Κουβέιτ.

Το σύστημα αυτό στηριζόταν σε μια βασική συναλλαγή. Οι ΗΠΑ προσέφεραν στρατιωτική προστασία στα αραβικά καθεστώτα, εγγυούνταν την ασφάλεια του Ισραήλ, διατηρούσαν ανοικτές τις ενεργειακές αρτηρίες του Κόλπου και περιόριζαν το Ιράν. Σε αντάλλαγμα, οι περιφερειακοί σύμμαχοί τους αποδέχονταν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Ο Lynch θεωρεί ότι αυτή η συναλλαγή έχει πλέον καταρρεύσει. Οι ΗΠΑ δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν το ιρανικό καθεστώς, δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν πλήρως τους συμμάχους τους στον Κόλπο και απέτυχαν να διατηρήσουν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ. Την ίδια στιγμή, η ανεπιφύλακτη υποστήριξη προς το Ισραήλ διέλυσε μεγάλο μέρος της αμερικανικής αξιοπιστίας στις αραβικές κοινωνίες. 

Η τάξη που γεννήθηκε το 1991

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή καθοριζόταν κυρίως από τον ανταγωνισμό με τη Σοβιετική Ένωση. Η Ουάσιγκτον ενδιαφερόταν έντονα για την περιοχή, αλλά ήταν σχετικά επιφυλακτική απέναντι σε μεγάλες και άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις.

Αυτό άλλαξε μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990–91. Η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, ο ιρακινός στρατός είχε εκδιωχθεί από το Κουβέιτ και καμία άλλη μεγάλη δύναμη δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την αμερικανική κυριαρχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο βάσεων, στρατιωτικών συμφωνιών και διμερών εγγυήσεων ασφαλείας. Στόχος ήταν αρχικά η ταυτόχρονη ανάσχεση του Ιράκ και του Ιράν. Μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ο βασικός αντίπαλος απέμεινε το Ιράν και το δίκτυο των συμμάχων του: η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι και οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία.

Η περιοχή χωρίστηκε σταδιακά σε δύο στρατόπεδα.

Στη μία πλευρά βρέθηκε ένα αμερικανικό σύστημα συμμαχιών που περιλάμβανε το Ισραήλ, την Τουρκία και σχεδόν όλα τα αραβικά κράτη. Στην άλλη πλευρά βρέθηκαν το Ιράν, η Συρία του καθεστώτος Άσαντ και μια σειρά μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων.

Η αμερικανική στρατηγική επιδίωκε επίσης να εντάξει το Ισραήλ σε ένα κοινό σύστημα σχέσεων με τις αραβικές χώρες. Η ειρηνευτική διαδικασία παρουσιάστηκε ως η πολιτική και ηθική νομιμοποίηση της αμερικανικής κυριαρχίας: η Ουάσιγκτον δεν θα ήταν μόνο ο εξωτερικός προστάτης αυταρχικών καθεστώτων, αλλά και ο μεσολαβητής μιας διαρκούς αραβοϊσραηλινής ειρήνης. 

Τα επιτεύγματα και το ανθρώπινο κόστος

Από την αμερικανική οπτική, η τάξη αυτή παρήγαγε ορισμένα σημαντικά αποτελέσματα.

Το Ισραήλ δεν αντιμετώπισε πόλεμο με ισοδύναμο κρατικό αντίπαλο μετά το 1973. Οι ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο συνεχίστηκαν κατά κανόνα χωρίς παρατεταμένες διακοπές. Καμία ανταγωνιστική μεγάλη δύναμη δεν εκτόπισε τις ΗΠΑ. Ακόμη και η Κίνα επωφελήθηκε από την ασφάλεια που παρείχε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία χωρίς να αναλαμβάνει το αντίστοιχο οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, όμως, όταν εξεταστεί από τη σκοπιά των κοινωνιών της περιοχής.

Κατά τη διάρκεια της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, το Ιράκ βίωσε πολυετείς κυρώσεις, επαναλαμβανόμενους βομβαρδισμούς, την εισβολή του 2003 και μια καταστροφική κατοχή. Ο Λίβανος, η Λιβύη, η Συρία, η Υεμένη και το Σουδάν καταστράφηκαν από πολέμους, ξένες επεμβάσεις και συγκρούσεις μέσω αντιπροσώπων. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή ειρηνευτική διαδικασία κατέρρευσε και η κατοχή επεκτάθηκε.

Το σύστημα παρήγαγε ασφάλεια για τα καθεστώτα, όχι αναγκαστικά για τους πληθυσμούς. Τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούσαν να υπολογίζουν στην αμερικανική προστασία απέναντι στους εξωτερικούς τους αντιπάλους, αλλά και στην ανοχή της Ουάσιγκτον απέναντι στην εσωτερική καταστολή.

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που υποστήριζαν οι ΗΠΑ και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί ευνόησαν συχνά ιδιωτικοποιήσεις χωρίς ισχυρό κράτος δικαίου. Αυτό ενίσχυσε τη διαφθορά των ελίτ, διεύρυνε τις ανισότητες και άφησε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού χωρίς προοπτική. 

Παράλληλα, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» προσέφερε στα καθεστώτα ένα διεθνώς αποδεκτό λεξιλόγιο για την παρακολούθηση και την καταστολή της αντιπολίτευσης. Φιλελεύθεροι ακτιβιστές, ισλαμιστές, συνδικαλιστές και δημοκρατικά κινήματα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως κίνδυνοι για τη σταθερότητα.

Η μεγάλη ειρωνεία των αμερικανικών εγγυήσεων

Σύμφωνα με τον Lynch, οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας παρήγαγαν ένα είδος «ηθικού κινδύνου». Οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ αισθάνονταν αρκετά ασφαλείς ώστε να ακολουθούν δικές τους, συχνά αποσταθεροποιητικές πολιτικές, χωρίς να φοβούνται τις συνέπειες.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρενέβησαν σε χώρες όπως η Υεμένη, η Λιβύη και το Σουδάν. Η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα επέβαλαν το 2017 αποκλεισμό στο Κατάρ, αποδυναμώνοντας την ίδια στιγμή το μέτωπο κατά του Ιράν που επιχειρούσε να συγκροτήσει η κυβέρνηση Τραμπ.

Η Ουάσιγκτον αποδείχθηκε συχνά ανίκανη να συγκρατήσει τους συμμάχους της. Η ανάγκη διατήρησης της συμμαχίας, ο φόβος ότι οι περιφερειακές δυνάμεις θα στραφούν προς τη Ρωσία ή την Κίνα και η επιρροή των τοπικών λόμπι στην αμερικανική πολιτική περιόριζαν τη δυνατότητα άσκησης πραγματικής πίεσης.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα παράδοξο: οι ΗΠΑ διέθεταν τεράστια στρατιωτική ισχύ, αλλά συχνά περιορισμένη πολιτική επιρροή στις αποφάσεις των ίδιων των συμμάχων τους.

Οι αραβικές εξεγέρσεις και ο φόβος των καθεστώτων

Οι εξεγέρσεις του 2010–11 αποκάλυψαν μια δεύτερη αδυναμία της αμερικανικής τάξης. Τα καθεστώτα του Κόλπου διαπίστωσαν ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να τα προστατεύσουν από εξωτερική εισβολή, αλλά όχι υποχρεωτικά από μια λαϊκή εξέγερση.

Η ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ στην Αίγυπτο προκάλεσε σοκ. Αν ένας επί δεκαετίες σύμμαχος της Ουάσιγκτον μπορούσε να εγκαταλειφθεί όταν εκατομμύρια πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, κανένα καθεστώς δεν αισθανόταν πλέον απόλυτα ασφαλές.

Αυτό ώθησε αρκετές αραβικές κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν την παθητικότητα και να υιοθετήσουν πιο παρεμβατική περιφερειακή πολιτική. Επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν τις απειλές πριν φτάσουν στο εσωτερικό τους, υποστηρίζοντας πραξικοπήματα, ένοπλες οργανώσεις και αντιμαχόμενες κυβερνήσεις.

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έφεραν σταθερότητα. Συνέβαλαν στον στρατιωτικό αυταρχισμό της Αιγύπτου και στην παράταση εμφυλίων πολέμων.

Η στρατηγική προσαρμογή του Ιράν

Το Ιράν οικοδόμησε τη στρατηγική του θεωρώντας δεδομένη την εξωτερική εχθρότητα. Οι κυρώσεις προκάλεσαν μεγάλη επιβάρυνση στην ιρανική κοινωνία, αλλά δεν ανέτρεψαν το καθεστώς. Σε αρκετές περιπτώσεις, ενίσχυσαν οικονομικά δίκτυα που συνδέονταν με το κράτος και έλεγχαν το λαθρεμπόριο και τις παράλληλες αγορές.

Αποκλεισμένο από τη δυτική στρατιωτική τεχνολογία, το Ιράν επένδυσε σε σχετικά φθηνά μέσα: βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ένοπλους μη κρατικούς συμμάχους.

Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στην Τεχεράνη να αντισταθμίσει, τουλάχιστον εν μέρει, την τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ένα φθηνό drone ή ένας πύραυλος μπορούσε να υποχρεώσει τον αντίπαλο να χρησιμοποιήσει πολύ ακριβότερο αναχαιτιστικό όπλο. 

Παράλληλα, οι σύμμαχοι του Ιράν αναπτύσσονταν μέσα στα κενά εξουσίας που δημιουργούσαν οι πόλεμοι. Όσο περισσότερο αποδυναμώνονταν το Ιράκ, ο Λίβανος, η Συρία και η Υεμένη, τόσο μεγαλύτερος χώρος δημιουργούνταν για τη δράση φιλοϊρανικών οργανώσεων.

Η ισραηλινή ατιμωρησία

Στην άλλη πλευρά του περιφερειακού ανταγωνισμού, το Ισραήλ απολάμβανε την ισχυρότερη αμερικανική εγγύηση ασφαλείας.

Η στρατιωτική υπεροχή του και η βεβαιότητα της αμερικανικής υποστήριξης επέτρεψαν στις κυβερνήσεις του να αναβάλλουν μια πραγματική πολιτική διευθέτηση με τους Παλαιστινίους. Οι εσωτερικές κυβερνητικές ισορροπίες και η διατήρηση των κυβερνητικών συνασπισμών απέκτησαν προτεραιότητα απέναντι στην περιφερειακή σταθερότητα.

Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου κατέρριψε τη βεβαιότητα ότι η σύγκρουση μπορούσε να διατηρείται επ’ αόριστον υπό έλεγχο. Η απάντηση του Ισραήλ, όμως, δεν ήταν η αναθεώρηση της στρατηγικής του αλλά η περαιτέρω στρατιωτικοποίησή της.

Ο Lynch περιγράφει ένα Ισραήλ που επεκτείνει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη, στον Λίβανο και στη Συρία. Η πολιτική αυτή, υποστηρίζει, εγκαταλείπει ακόμη και την επίφαση αναζήτησης συμβιβασμού με τους Παλαιστινίους και δυσκολεύει την ένταξη του Ισραήλ σε ένα κοινό περιφερειακό σύστημα.

Από τις Συμφωνίες του Αβραάμ στη Γάζα

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε το 2020 να θεσμοποιήσει τη συνεργασία του Ισραήλ με τις αραβικές χώρες μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν εξομάλυναν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, ενώ ακολούθησε το Μαρόκο. Το Σουδάν υπέγραψε μια αρχική συμφωνία που δεν ολοκληρώθηκε.

Η καινοτομία ήταν ότι η εξομάλυνση αποσυνδέθηκε από την επίλυση του Παλαιστινιακού. Η αμερικανική πολιτική θεωρούσε πλέον ότι οι αραβικές κυβερνήσεις μπορούσαν να συνεργαστούν ανοικτά με το Ισραήλ, ακόμη και χωρίς πρόοδο προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. 

Η κυβέρνηση Μπάιντεν επιχείρησε να προσθέσει τη Σαουδική Αραβία. Υποτίμησε, όμως, τη σημασία του Παλαιστινιακού για την αραβική κοινή γνώμη και ειδικότερα για τη Σαουδική Αραβία, η οποία φιλοδοξεί να ηγηθεί του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Η καταστροφή της Γάζας κατέστησε τη σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση πολιτικά τοξική. Η συνέχιση της αμερικανικής πίεσης προς αυτή την κατεύθυνση φανέρωνε, κατά τον Lynch, πόσο αποκομμένη είχε γίνει η Ουάσιγκτον από τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες της περιοχής.

Ο πόλεμος με το Ιράν ως σημείο καμπής

Η Γάζα αφαίρεσε από την Ουάσιγκτον μεγάλο μέρος της ηθικής της αξιοπιστίας. Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με το άρθρο, κατέρριψε την εικόνα της στρατιωτικής παντοδυναμίας της.

Ο πόλεμος ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις αραβικές χώρες του Κόλπου, οι οποίες ήταν αντίθετες σε αυτόν και υποστήριζαν τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν με τη μεσολάβηση του Ομάν.

Τα κράτη του Κόλπου εκτέθηκαν έτσι σε ιρανικά αντίποινα για μια σύγκρουση την οποία ούτε είχαν επιλέξει ούτε μπορούσαν να ελέγξουν. Παρά τη λειτουργία των αμερικανικών συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας, ορισμένα ιρανικά πλήγματα πέρασαν και προκάλεσαν ζημιές.

Το Ιράν επιτέθηκε ακόμη και σε χώρες που διατηρούσαν σχετικά καλές σχέσεις μαζί του, όπως το Ομάν και το Κατάρ. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, όμως, στο Μπαχρέιν και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τις χώρες του Κόλπου που είχαν υπογράψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη επιχείρησε να δείξει ότι η συνεργασία με το Ισραήλ και οι αμερικανικές βάσεις δεν προσφέρουν ασφάλεια αλλά μετατρέπουν τις χώρες υποδοχής σε στόχους.

Η αποτυχία ανατροπής της Τεχεράνης

Για δεκαετίες, οι υποστηρικτές μιας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν υποστήριζαν ότι, παρά το βραχυπρόθεσμο κόστος, ένα αποφασιστικό χτύπημα θα εξουδετέρωνε τελικά την ιρανική απειλή.

Στην ανάλυση του Lynch, αυτή η υπόθεση διαψεύστηκε. Παρά τη συνδυασμένη ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, το ιρανικό καθεστώς παρέμεινε στην εξουσία. Το Ιράν υπέστη βαριές ζημιές, αλλά απέδειξε ότι μπορούσε να συνεχίσει να πλήττει αμερικανικές εγκαταστάσεις και συμμάχους. 


Η δυνατότητά του να διακόψει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα. Η προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και της εξαγωγής πετρελαίου ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που δικαιολογούσαν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο.

Αν οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να αποτρέψουν το κλείσιμο των Στενών, τότε ένα από τα θεμέλια της περιφερειακής τους ηγεμονίας είχε πάψει να λειτουργεί.

Ο φόβος της περιβαλλοντικής καταστροφής

Η επίθεση των ΗΠΑ σε ιρανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης νερού και τα ισραηλινά πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις αύξησαν ακόμη περισσότερο την ανησυχία των αραβικών κρατών.

Τα κράτη του Κόλπου εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από υποδομές αφαλάτωσης, παραγωγής ενέργειας και εξαγωγής υδρογονανθράκων. Μια ιρανική επίθεση σε εγκαταστάσεις ύδρευσης ή σε πυρηνικούς σταθμούς θα μπορούσε να προκαλέσει όχι μόνο οικονομική καταστροφή αλλά και συνθήκες που θα καθιστούσαν ορισμένες περιοχές δύσκολα κατοικήσιμες.

Οι κυβερνήσεις του Κόλπου συμπέραναν ότι η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει την ίδια την επιβίωση των συμμάχων της, χωρίς να τους παραχωρεί ουσιαστικό ρόλο στις αποφάσεις.

Η «στιγμή του Σουέζ»

Ο πόλεμος με το Ιράν συγκρίνεται με την κρίση του Σουέζ το 1956. Τότε, η αποτυχημένη βρετανική, γαλλική και ισραηλινή επιχείρηση για τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ αποκάλυψε ότι η εποχή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών στη Μέση Ανατολή τελείωνε.

Η βρετανική και η γαλλική παρουσία, βέβαια, δεν εξαφανίστηκε αμέσως. Η Γαλλία πολέμησε για ακόμη έξι χρόνια στην Αλγερία και η Βρετανία παρέμεινε κυρίαρχη δύναμη στον Κόλπο μέχρι το 1971.

Αντίστοιχα, η αμερικανική επιρροή δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τη μια ημέρα στην άλλη. Οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να διαθέτουν βάσεις, στρατιωτικές δυνατότητες, οικονομικές σχέσεις και διπλωματική επιρροή. Οι χώρες του Κόλπου δεν έχουν ακόμη έναν ισοδύναμο εξωτερικό προστάτη και, βραχυπρόθεσμα, μπορεί να ζητήσουν ακόμη περισσότερα αμερικανικά όπλα και εγγυήσεις. 

Αλλά, κατά τον Lynch, το κρίσιμο σημείο έχει ξεπεραστεί. Τα κράτη της περιοχής δεν πιστεύουν πλέον ότι η αμερικανική προστασία είναι απόλυτα αξιόπιστη ή ότι οι αμερικανικές ενέργειες εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα.

Η αυτόνομη πορεία των αραβικών κρατών

Η απώλεια εμπιστοσύνης δεν σημαίνει ότι οι χώρες του Κόλπου θα εγκαταλείψουν αμέσως τις ΗΠΑ. Σημαίνει ότι θα προσπαθήσουν να αποκτήσουν περισσότερες εναλλακτικές επιλογές.

Είναι πιθανό να:

  • ενισχύσουν τις σχέσεις τους με την Κίνα και τη Ρωσία,
  • διατηρήσουν ή να διευρύνουν τη συνεργασία με την Τουρκία,
  • επιδιώξουν διμερείς συμφωνίες αποκλιμάκωσης με το Ιράν,
  • αγοράσουν οπλικά συστήματα από περισσότερους προμηθευτές,
  • ακολουθήσουν ανεξάρτητες πολιτικές σε περιφερειακές κρίσεις.

Αυτή η μεγαλύτερη αυτονομία δεν οδηγεί αναγκαστικά σε σταθερότητα. Οι ίδιες δυνάμεις μπορούν να εντείνουν τις παρεμβάσεις τους στη Λιβύη, στο Σουδάν, στο Κέρας της Αφρικής, στο Ιράκ, στον Λίβανο, στη Συρία και στην Υεμένη.

Το τέλος της αμερικανικής τάξης μπορεί συνεπώς να φέρει όχι μια ισορροπημένη πολυπολικότητα αλλά έναν περισσότερο κατακερματισμένο και απρόβλεπτο ανταγωνισμό.

Η Σαουδική Αραβία απέναντι στα Εμιράτα

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Τα Εμιράτα διατήρησαν στενή συνεργασία με το Ισραήλ ακόμη και κατά τη διάρκεια της καταστροφής της Γάζας και των ισραηλινών επιθέσεων σε άλλα κράτη. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται ο Lynch, συνεργάστηκαν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. 

Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει με καχυποψία τον άξονα Ισραήλ–Εμιράτων. Οι δύο μοναρχίες διαφωνούν ήδη για τη Συρία και την Υεμένη, ενώ το Ριάντ κατηγορεί τα Εμιράτα ότι υποστηρίζουν αποσχιστικές δυνάμεις οι οποίες υπονομεύουν την περιφερειακή σταθερότητα.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο με το Ιράν, η Σαουδική Αραβία επιχειρούσε να συγκροτήσει ένα διαφορετικό δίκτυο συνεργασίας με την Αίγυπτο, το Πακιστάν, το Κατάρ και την Τουρκία.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε αυτά τα δύο περιφερειακά σχήματα μπορεί να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της μετα-αμερικανικής Μέσης Ανατολής.

Ισραήλ και Ιράν: αντίπαλοι που χρειάζονται την αστάθεια

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θέσεις του Lynch είναι ότι, παρά την απόλυτη εχθρότητά τους, το Ισραήλ και το Ιράν έχουν κοινό συμφέρον στη διατήρηση μιας κατάστασης μόνιμης αστάθειας.

Για το Ισραήλ, η συνεχής στρατιωτική δράση επιτρέπει τη διατήρηση ζωνών ασφαλείας, την επέκταση του ελέγχου στη Δυτική Όχθη και την επιβολή τετελεσμένων στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία.

Για το ιρανικό καθεστώς, η διαρκής εξωτερική απειλή δικαιολογεί την εσωτερική καταστολή, μεταθέτει τις ευθύνες για την οικονομική κρίση και επιβεβαιώνει το ιδεολογικό αφήγημα της «αντίστασης».

Έτσι, οι δύο αντίπαλοι μπορεί να ανατροφοδοτούν μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν επιτυγχάνει οριστική νίκη, αλλά και κανείς δεν έχει κίνητρο να οικοδομήσει μια πραγματικά σταθερή περιφερειακή τάξη.

Η κοινωνική πίεση επιστρέφει

Πίσω από τις στρατιωτικές και διπλωματικές ανακατατάξεις βρίσκεται η βαθιά κοινωνική κρίση.

Η διακοπή της ναυσιπλοΐας, η αύξηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, η καταστροφή υποδομών και η μείωση των επενδύσεων θα επιβαρύνουν οικονομίες που ήδη αντιμετωπίζουν ανεργία, χρέος και δημοσιονομικά προβλήματα.

Η Αίγυπτος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αύξηση των τιμών και η απώλεια εσόδων από τη Διώρυγα του Σουέζ επιδεινώνουν μια ήδη εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση.

Παράλληλα, οι πλούσιες χώρες του Κόλπου μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις και τη βοήθειά τους προς φτωχότερα αραβικά κράτη, καθώς θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν τη δική τους ανοικοδόμηση και άμυνα.

Ο συνδυασμός οικονομικής δυσπραγίας, πολιτικής καταστολής και οργής για τη Γάζα μπορεί να δημιουργήσει νέο κύμα κοινωνικών εξεγέρσεων, ανάλογο με εκείνο του 2011.

Η πρόταση για μια νέα αμερικανική πολιτική

Ο Lynch δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της παρακμής. Υποστηρίζει ότι η διάλυση της παλιάς τάξης δημιουργεί μια τελευταία ευκαιρία για μια διαφορετική αμερικανική στρατηγική. 

Η πρώτη αλλαγή θα πρέπει να είναι η εγκατάλειψη της στρατιωτικής επέμβασης ως αρχικής απάντησης σε κάθε πρόβλημα. Η διπλωματία δεν μπορεί να συνεχίσει να ασκείται μέσω αεροπορικών επιδρομών.

Η αμερικανική στρατηγική θα πρέπει να γίνει αμυντική και όχι επιθετική. Αντί να ανοικοδομηθούν όλες οι κατεστραμμένες βάσεις στον Κόλπο, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επενδύσουν:

  • στην ανταλλαγή πληροφοριών,
  • στην κοινή αντιπυραυλική άμυνα,
  • στην προστασία κρίσιμων υποδομών,
  • στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας,
  • στη διατήρηση ανοικτών των Στενών του Ορμούζ.

Ένταξη του Ιράν σε ένα σύστημα ασφαλείας

Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι η πολιτική της μόνιμης στρατιωτικής ανάσχεσης του Ιράν έχει αποτύχει. Οι κυρώσεις δεν ανέτρεψαν το καθεστώς, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν εξάλειψαν τις δυνατότητές του και οι πιέσεις ενίσχυσαν τη λογική της αντίστασης.

Προτείνει, επομένως, μια διπλωματική διαδικασία που θα επιχειρήσει να εντάξει σταδιακά το Ιράν σε ένα περιφερειακό σύστημα συλλογικής ασφάλειας.

Αυτό δεν σημαίνει εμπιστοσύνη προς την Τεχεράνη ή αποδοχή των ενεργειών της. Σημαίνει αναγνώριση ότι δεν μπορεί να οικοδομηθεί σταθερή περιφερειακή τάξη με μόνιμο στόχο τον αποκλεισμό ή την ανατροπή μιας από τις μεγαλύτερες χώρες της περιοχής.

Η σαουδαραβοϊρανική προσέγγιση του 2023 έδειξε ότι ακόμη και μετά από επιθετικές ενέργειες μπορούν να δημιουργηθούν δίαυλοι αποκλιμάκωσης.

Επανεξέταση των σχέσεων με το Ισραήλ

Η αλλαγή πολιτικής πρέπει, κατά τον Lynch, να επεκταθεί και στο Ισραήλ.

Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν τη συμμαχία, αλλά πρέπει να πάψουν να προσφέρουν άνευ όρων πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη. Θα πρέπει να απαιτήσουν: 

  • σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλα τα εδάφη που ελέγχει το Ισραήλ,
  • τερματισμό της σταδιακής προσάρτησης της Δυτικής Όχθης,
  • περιορισμό των στρατιωτικών επεμβάσεων σε Λίβανο και Συρία,
  • πραγματική πολιτική προοπτική για τους Παλαιστινίους.

Η μετατόπιση της αμερικανικής κοινής γνώμης, ιδιαίτερα μεταξύ Δημοκρατικών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων, δημιουργεί σύμφωνα με το άρθρο τις πολιτικές προϋποθέσεις για μια τέτοια επανεξέταση.

Δημοκρατία αντί για αυταρχική «σταθερότητα»

Το πιο ριζοσπαστικό μέρος της πρότασης αφορά τις αραβικές κυβερνήσεις.

Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι δεν χρειαζόταν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την αραβική κοινή γνώμη, επειδή οι σύμμαχοι ηγέτες μπορούσαν να καταστείλουν κάθε αντίδραση. Αυτό επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να υποστηρίζει αντιδημοφιλείς πολιτικές χωρίς άμεσο κόστος.

Η στρατηγική, όμως, παρήγαγε εύθραυστα κράτη, βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια και επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις. Η αυταρχική σταθερότητα αποδείχθηκε προσωρινή και συχνά εκρηκτική.

Μια νέα πολιτική θα πρέπει να συνδέσει τις αμερικανικές σχέσεις και την παροχή βοήθειας με την προστασία των δικαιωμάτων, τη λογοδοσία και τη σταδιακή πολιτική μεταρρύθμιση.

Οι περισσότερο δημοκρατικές κυβερνήσεις ενδέχεται να είναι λιγότερο πρόθυμες να ακολουθούν τις αμερικανικές επιλογές. Μπορεί να ασκούν εντονότερη κριτική στην Ουάσιγκτον και στο Ισραήλ. Σε βάθος χρόνου, όμως, θα είναι περισσότερο νομιμοποιημένες και ενδεχομένως σταθερότερες.

Μια περιοχή χωρίς ηγεμόνα

Η αμερικανική Μέση Ανατολή δεν θα αντικατασταθεί από μια κινεζική, ρωσική, ιρανική ή ισραηλινή Μέση Ανατολή. Καμία δύναμη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει μια νέα ενιαία τάξη. 

Το πιθανότερο είναι η δημιουργία ενός πολυκεντρικού συστήματος:

  • οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ισχυρές αλλά όχι κυρίαρχες,
  • η Κίνα θα διευρύνει την οικονομική και διπλωματική παρουσία της,
  • η Ρωσία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις ρωγμές,
  • η Τουρκία θα διεκδικήσει μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο,
  • η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα θα ανταγωνίζονται για την αραβική ηγεσία,
  • το Ισραήλ και το Ιράν θα συνεχίσουν τη σύγκρουση,
  • οι κοινωνίες θα πιέζουν τα καθεστώτα από τα κάτω.

Η μετάβαση αυτή μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Όπως η Βρετανία παρέμεινε στον Κόλπο μετά το Σουέζ, έτσι και οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να αποτελούν καθοριστική δύναμη. Η διαφορά είναι ότι οι περιφερειακοί παίκτες δεν θα θεωρούν πλέον την αμερικανική θέληση δεδομένη ούτε την αμερικανική προστασία επαρκή.

Το πραγματικό τέλος μιας εποχής

Το «τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής» δεν σημαίνει αποχώρηση όλων των Αμερικανών στρατιωτών ούτε διακοπή των συμμαχιών. Σημαίνει το τέλος της πεποίθησης ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να οργανώνει την περιοχή γύρω από τις δικές της προτεραιότητες.

Το σύστημα του 1991 υποσχέθηκε σταθερότητα, ασφάλεια των ενεργειακών δρόμων, περιορισμό του Ιράν και σταδιακή αραβοϊσραηλινή ειρήνη. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, παραδίδει μια περιοχή κατακερματισμένη, αυταρχική, οικονομικά άνιση και παγιδευμένη σε επαναλαμβανόμενους πολέμους.

Ο Lynch καταλήγει ότι οι ΗΠΑ έχουν μπροστά τους μία τελευταία ευκαιρία. Μπορούν να εγκαταλείψουν τη στρατηγική της στρατιωτικής κυριαρχίας, της άνευ όρων υποστήριξης των συμμάχων και της μόνιμης ανάσχεσης των αντιπάλων. Ή μπορούν να συνεχίσουν να διαχειρίζονται κρίσεις μέχρι η επιρροή τους να εξαντληθεί πλήρως. 

Αν επιλέξουν το δεύτερο, η αμερικανική Μέση Ανατολή θα σβήσει σταδιακά, όπως έσβησαν οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες που προηγήθηκαν.

Το κείμενο αποτελεί πρωτότυπη, εκτεταμένη παρουσίαση των επιχειρημάτων του Marc Lynch στο άρθρο «The End of the American Middle East: Iran and the Last Gasp of a Failed Order», Foreign Affairs, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 2026. Οι αξιολογήσεις και οι προβλέψεις αποδίδονται στον συγγραφέα και δεν παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα. https://www.anixneuseis.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

Δεν υπάρχουν σχόλια: