Χρήστος Μαλεβίτσης

   Το ζώο υπακούει στην αναγκαιότητα του ενστίκτου. Γι’ αυτό δεν του χρειάζονται οι απαγορεύσεις. Οι απαγορεύσεις τίθενται στον άνθρωπο, ο οποίος είναι ελεύθερος. Είναι ελεύθερος επειδή υπερβαίνει τα πάντα και μπορεί να αρνηθεί τα πάντα. Από αυτή την άποψη είναι επικίνδυνος, είναι «δεινός», κατά τον Σοφοκλή. Γι’ αυτό τίθενται οι απαγορεύσεις· για να μη χαθεί μέσα στο χάος της ελευθερίας του, προκαλώντας κακό τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους. Η εντολή του Θεού ήταν να μη φάγουν οι πρωτόπλαστοι καρπό από το δέντρο της γνώσεως. Αυτοί παρέβησαν την εντολή.  Κατέστησαν ένοχοι και τιμωρήθηκαν με αποπομπή από τον παράδεισο. Έτσι θεμελιώνει την κατηγορία της ενοχής η Παλαιά Διαθήκη. Και έτσι θέτει τον άνθρωπο στην πορεία του πνεύματος, για να νιώσει ασφαλής, έστω και ως ένοχος.
   Ο όρος ενοχή δεν υπάρχει ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε στην Καινή· υπάρχει ο όρος ένοχος. Ο όρος που κυριαρχεί και στις δυο Διαθήκες είναι η αμαρτία. Όμως άλλη είναι η αμαρτία της Παλαιάς Διαθήκης και άλλη της Καινής. Γι’ αυτό την αμαρτία της πρώτης την ονομάζουμε ενοχή. Για τους εξής λόγους. Στην Π. Δ. δεσπόζει η έννοια της εντολής, δηλαδή του Νόμου. Η παράβαση του νόμου προκαλεί την ενοχή. Στην Κ. Δ. δεσπόζει η έννοια της Χάριτος (όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος). Η προσβολή της χάριτος επισύρει την αμαρτία. Άλλος είναι ο ένοχος και άλλος ο αμαρτωλός. Ο ένοχος με την τιμωρία επιστρέφει στα ίδια λυτρωμένος. Ο αμαρτωλός ποτέ δεν λυτρώνεται με την αμαρτία. Λυτρώνεται με την μετάνοια και την συγχώρηση. Η διαφορά είναι ριζική. Και προέρχεται από την διαφορετική αντίληψη περί του θείου. Στην Π. Δ. το θείο χωρισμένο από τον κόσμο, είναι το «εντελώς άλλο», είναι «πάντων κεχωρισμένον», όπως το Σοφόν του Ηρακλείτου. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να προφέρει κανείς το όνομα του «επί ματαίω», είναι ο Ων. Προς τον κόσμο στέλνει την βούλησή του, όχι τον υιό του, όπως στην Κ. Δ. Και στην Π. Δ. έναντι του Θεού είναι ένοχος κυρίως ολόκληρος ο λαός, «ο λαός του Θεού», γι’ αυτό του στέλνει ιστορικές καταστροφές να τον τιμωρήσει, όπως έγινε με την περίφημη αιχμαλωσία. Στην Κ. Δ. αμαρτωλή είναι κατ’ εξοχήν η ατομική ψυχή έναντι του Θεού. Ο Θεός δε αυτός είναι προσιτός, διότι επικοινωνεί με τον άνθρωπο όχι διά της οργής, αλλά  διά της αγάπης. Στην Κ. Δ. καταργείται ο απόλυτος χωρισμός μεταξύ κόσμου και Θεού, και εγκαθίσταται σχέση ενωτική, μια ένωση που τη διασφαλίζει και ο υιός του Θεού που γίνεται άνθρωπος.
   Είπαμε πως έναντι της ενοχής κείται η τιμωρία. Και έναντι της αμαρτίας κείται η συγχώρηση. Η τιμωρία επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα τους κατάσταση. Όχι όμως και η συγχώρηση. Με τη συγχώρηση θραύεται ο κύκλος της παράβασης-εκδίκησης, διότι η εκδίκηση δημιουργεί τάση για νέα παράβαση. Με τη συγχώρηση βαθαίνει η ανθρώπινη ύπαρξη καθώς βαθαίνει και η ενότητα με την αρχή που συγχωρεί. Πρόκειται για μια καθολική απελευθέρωση της ψυχής από την κακή ειμαρμένη του κόσμου τούτου, η οποία ως κακό και ως φθορά χάνει ολοτελώς την ισχύ της. Από εδώ ξεκινάει και η πρωτοφανής αρχή της μη αντίστασης κατά του κακού. Ακριβώς για να σπάσει ο φαύλος κύκλος του. Και η συγχώρηση είναι ένας τρόπος καταργήσεως αυτού του ερεβικού κύκλου, του πρωτογονικού. Στην Π. Δ. τίθενται εντολές, γι’ αυτό ο ψαλμωδός αναφωνεί: «Τάς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην». Στην Κ. Δ. δεν δίνονται εντολές, αλλά μακαρισμοί. Στις εντολές την πρωτοβουλία την έχει ο Θεός και ο άνθρωπος υπακούει· στους μακαρισμούς την πρωτοβουλία την έχει ο άνθρωπος, και ο Θεός δέχεται. Πάντως τόσο οι εντολές όσο και οι μακαρισμοί δόθηκαν από βουνό, από το Σινά και από το όρος επί του οποίου έγινε η «ομιλία». Το βουνό είναι ο άξων του κόσμου, ο Axis Mundi, που συνδέει το εντεύθεν με το εκείθεν. Άρα η ενοχή και η αμαρτία είναι οι πλέον «επίσημοι» τόποι της ανθρώπινης ύπαρξης, διότι εκεί κρίνεται ο δεσμός τους με εκείνο που τις υπερβαίνει. Ένας δεσμός που ιδίως εκδηλώνεται αρνητικά. Γι’ αυτό λέγεται πως έναντι του Θεού ο άνθρωπος είναι πάντοτε ένοχος, ή πως κανένας δεν είναι αναμάρτητος. Και μόνον από το γεγονός ότι ο άνθρωπος ήρθε στην ύπαρξη κρίνεται ένοχος. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνον ως έκπτωτος. Και η έκπτωση είναι βεβαίωση της απόστασης ή της απομάκρυνσης από τον Θεό. Άρα είναι ενοχή και αμαρτία, εφ’ όσον αυτή η υπαρξιακή κατάσταση δημιουργήθηκε με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Όλη τούτη η περιπλοκή δοξάζει την ελευθερία του ανθρώπου. Όταν νοηθεί ο άνθρωπος ως υποκείμενο της αναγκαιότητας, τότε εξαφανίζονται οι καταστάσεις της ενοχής και της αμαρτίας, επειδή καταλύεται η προσωπική σχέση με αυτό που τον υπερβαίνει. Έτσι εξαφανίζεται και κάθε υπερβατικότητα. Αλλά ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως υπερβασιακός. Γι’ αυτό στις κοινωνίες που καταργήθηκε η υπερβατική αρχή, κατέστησαν οι άνθρωποι βαρύτατα ένοχοι έναντι της πολιτικής εξουσίας και του αρχηγού της. Και ακολούθησαν οι σκληρές τιμωρίες.
   Από την άλλη πλευρά της Μεσογείου, στην Ελλάδα, το πνευματικό κλίμα καθίσταται θρησκευτικώς ψυχρότερο, γι’ αυτό την θέση της κρίσιμης θεότητας την παίρνει η Μοίρα και κατόπιν ο Λόγος, τέλος η λογική. Η Μοίρα μοιράζει τους ρόλους και ορίζει τα όρια. Ο άνθρωπος όμως ως ελεύθερος μπορεί να κινηθεί και πέρα από τα όρια που του έθεσε η Μοίρα του, δηλ. μπορεί να ενεργήσει «ὑπέρ μόρον» ή «ὑπέρ αἶσαν», όπως λέγει ο Όμηρος. Αλλά αυτό το «ὑπέρ» είναι η ύβρις των τραγικών ποιητών. Ο τραγικός ήρωας, με τα κριτήρια που εθέσαμε, δεν είναι ένοχος ούτε αμαρτωλός, είναι υβριστής. Δηλαδή μόλις υπερβεί το όριό του δεν αντιδρά η θεότητα, αλλά τίθεται σε κίνηση μια ειμαρμένη διαδικασία αποκαταστάσεως της τάξεως. Αυτή την διαδικασία δεν μπορούν να την σταματήσουν ούτε οι θεοί. Έτσι όμως ενίοτε προσλαμβάνει ένα μηχανικό χαρακτήρα, που πολύ χαρακτηριστικά τον διατύπωσε ο Ηράκλειτος: «Ἥλιος γάρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δέ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν». Εδώ ανώτερος κριτής είναι η Δίκη, με την οποία όμως ο άνθρωπος —και πολύ περισσότερο ο ήλιος— δεν έχει προσωπικές σχέσεις. Αυτή απλώς επιβλέπει να μην υπερβαθούν τα μέτρα. Έτσι φθάνουμε στους φιλοσοφικούς τόπους, όπου στη θέση του Θεού ή της Μοίρας ή της Δίκης τίθεται η Αλήθεια του Όντος, η όντως αλήθεια. Τώρα η έλλειψη του ανθρώπου είναι να μην έχει αληθινά διανοήματα, δηλαδή να μαστίζεται από δόξες. Η φιλοσοφία με την μέθοδό της θα φανερώσει στον άνθρωπο τις πλάνες του, θα τον εφοδιάσει με την όντως αλήθεια, και έτσι θα αποκατασταθεί η ανθρώπινη ύπαρξη στην αιώνια αλήθεια της, όπου αλήθεια είναι η γνώση των ιδεών και η μετοχή σε αυτές. Η «μετοχή» είναι το τελευταίο κατάλοιπο του αρχέγονου προσωπικού δεσμού με τη θεότητα. Εδώ η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αμφίσημη και ακροσφαλής, επειδή δεν γνωρίζει την φιλοσοφική αλήθεια. Ακόμη και ο κακός έχει κακία επειδή δεν γνωρίζει την αλήθεια, γι’ αυτό «οὐδείς ἐκών κακός» κατά τον Σωκράτη.
   Καταργείται και το τελευταίο κατάλοιπο του δεσμού με την υπερβατική αρχή, όταν αυτή ταυτισθεί από την επιστήμη με τον κόσμο, όταν ον=κόσμος. Τότε η μόνη έλλειψη του ανθρώπου είναι η διάπραξη λογικού λάθους ως προς την εκτίμηση της αντικειμενικότητας, που τώρα είναι η μόνη υπερβατική πραγματικότητα. Η επιστημονική απόδειξη θα αποκαταστήσει την παραδρομή της λογικής κρίσεως.
   Η διαδρομή, λοιπόν, που ακολουθεί τις επισταθμίες της ενοχής, αμαρτίας, ύβρεως, δόξας και λογικού λάθους είναι παράλληλη προς την διαδρομή που ακολούθησε η σχέση και ο δεσμός του ανθρώπου με αυτό που τον υπερβαίνει. Στην αρχή ήταν ο οργισμένος Θεός (ενοχή), ύστερα ήταν ο Θεός της αγάπης (αμαρτία), κατόπιν ήταν η Μοίρα (ύβρις), έπειτα ήταν το φιλοσοφικό Ον (δόξα), και τέλος ο εξωτερικός κόσμος της επιστήμης (λογικό λάθος). Έτσι βλέπουμε η ριζική αμφισημία της ανθρώπινης ύπαρξης να προσλαμβάνει νοηματοδοσία από την εκάστοτε αντίληψη που έχει ο άνθρωπος γι’ αυτό που τον υπερβαίνει. Βεβαίως στην ουσία δεν πρόκειται για «αντίληψη». Διότι δεν γίνεται με πρωτοβουλία του ανθρώπου, αλλά ούτε και του άλλου όρου, του υπερβατικού. Συντελείται στο σημείο συναντήσεώς του. Εκεί συνάπτεται ένας δεσμός, ένας κόμπος. Ο κόμπος συνέχει τους δυο όρους. Άμα λυθεί, εξαφανίζονται και οι δυο. Ο δεσμός σφίγγεται προ της απειλής του μηδενός.
 
Δημοσιεύτηκε περιοδικό "Ευθύνη", τεύχος 292, Απρίλιος 1996.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
πηγή κειμένου: Αντίφωνο