ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΦΡΑΚΓΙΚΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ [Γερμανικά φύλα,Μέρος Ε΄]


 
 
Πνευματική παρακμή, Βοήθιος, Κασσιόδωρος, Βέδας, Ισίδωρος Σεβίλλης, Ιερός Αυγουστίνος και ο Δίκαιος πόλεμος
 
       Οι βαρβαρικές εισβολές και εγκαταστάσεις στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση, οδήγησαν τον οικονομικό, πολιτικό, αλλά κυρίως τον πνευματικό βίο των δυτικοευρωπαίων σε γενική κατάπτωση και παρακμή. Και ενώ οικονομικά και πολιτικά η περιοχή κατάφερε ν' ανασυγκροτηθεί μετά από πολλούς αιώνες, πνευματικά δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ. Βαρύγδουπα ονόματα, όπως Αναγέννηση και Διαφωτισμός, ήταν η επιβολή των καινοτομιών της φράγκικης διανόησης, που οδηγούσαν σε μεγαλύτερο πνευματικό και ηθικό σκοτάδι, και όχι αποκατάσταση και προαγωγή της ορθόδοξης πνευματικότητας, στην οποία βρισκόταν η Δύση μέχρι τους Ε' και Στ' αιώνες. Τελευταία εναπομείνασα η Ιρλανδία κατάφερε επί μακρόν να διαφύγει του βαρβαρικού ελέγχου. Μετά τον εκχριστιανισμό της νήσου από τον Άγιο Πατρίκιο αναπτύχθηκε κοινοβιακό μοναχικό σύστημα ανατολικού τύπου76. Το ίδιο σύστημα προσπάθησε να μεταφέρει και στην ηπειρωτική Ευρώπη ο αββάς Κασσιανός, μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αλλά προσέκρουσε στην ιδεολογική-φιλοσοφική αντίδραση του Αυγουστίνου και των οπαδών του με αποτέλεσμα μια διαμάχη που έληξε τελικά το 529 μ.Χ. με συμβιβασμό στα χαρτιά, αλλά απορρίφθηκε τελικά από τους Φράγκους που θεωρούσαν τον Αυγουστίνο αυθεντία77. Η Ορθόδοξοι της Ιρλανδίας ανατροφοδότησαν για τους αμέσως επόμενους αιώνες τον Χριστιανικό πληθυσμό της Αγγλίας, Γαλατίας και Γερμανίας, που υπέφερε από τους βάρβαρους.  Κατά τον μεσαιωνολόγο Jaques Le Goff «Κατά τον 6ο και 7ο αι. η Ιρλανδία εξήγαγε  115 αγίους στην Γερμανία, 45 στη Γαλλία, 44 στην Αγγλία, 36 στο Βέλγιο, 25 στην Σκωτία και 13 στην Ιταλία». Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ρωμαίοι πάπες καλούσαν τους ιεραποστόλους από την Ιρλανδία και την Αγγλία για να εκχριστιανίσουν τους εναπομείναντες ειδωλολάτρες στη Γερμανία. Αυτοί γαλουχημένοι με τα νάματα του ανατολικού ορθόδοξου μοναχισμού ήταν «Ρωμαίοι» στο φρόνημα, χωρίς να γίνουν  πολίτες της Ρωμανίας (Ιρλανδία) ή ήταν για μικρότερο χρονικό διάστημα από άλλες επαρχίες (Αγγλία). Άγιοι, όπως ο Άγιος Κολουμβάνος, ο μαθητής του Άγιος Γάλλος, ο Άγιος Αμάνδος κ.α. ίδρυσαν μεγάλα και ονομαστά μοναστήρια, ενώ ιεραπόστολοι καταγόμενοι από τις νήσους, όπως ο Άγιος Βονιφάτιος εκχριστιάνισαν τους Γερμανούς ειδωλολάτρες και με την συνδρομή των Ρωμαίων ποντίφηκων περιόρισαν την κατάπτωση της Εκκλησίας που εργάζονταν οι Φράγκοι επίσκοποι.
       Ως επίσημη γλώσσα του Φραγκικού κράτους ορίστηκε η εκκλησιαστική λατινική. Χωρίς οι ίδιοι οι Φράγκοι να την μιλούν καλά-καλά θεώρησαν ότι έτσι έδιναν στο κράτος τους αέρα ρωμαϊκού μεγαλείου. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την έντονη επιθυμία που είχε κάθε βάρβαρος αρχηγός να μοιάσει σε Ρωμαίο αυτοκράτορα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής ο Χιλπέριχος Α' (561-584). Γι' αυτόν διαβάζουμε στην ιστορία του Γργορίου της Τουρώνης, ότι προσπάθησε να εισαγάγει τους ελληνικούς χαρακτήρες ω, θ, ψ, ζ, δ, στο λατινικό αλφάβητο και μάλιστα διέταξε όλα τα βιβλία να σβηστούν και να ξαναγραφούν με το νέο78. Τόση ήταν η προσπάθειά του να μοιάσει στον Ιουστινιανό, ώστε προσπάθησε να γράψει και θεολογικό σύγγραμμα και μάλιστα δογματικού περιεχομένου, περί της Αγίας Τριάδος. Χωρίς θεολογική μόρφωση, χωρίς καν γνώση της γλώσσας των Ανατολικών Πατέρων και των κειμένων τους, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την διάκριση των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος, με αποτέλεσμα το εξωφρενικό κείμενό του να κάνει τον επίσκοπο Γρηγόριο να εξανίσταται. Η δε έπαρση του Φράγκου βασιλιά ήταν τόση, ώστε δήλωσε ότι οι Πατέρες είναι εχθροί του, εφόσον δεν συμφωνούν μαζί του79.
        Τέσσερεις θεωρούνται οι θεμελιωτές της μεσαιωνικής Δυτικής σκέψης από τους μεσαιωνολόγους: ο Βοήθιος (480-524), ο Κασσιόδωρος (480-573), ο Βέδας (673-735) και ο Ισίδωρος της Σεββίλης (560-636)80.
        Ο Βοήθιος (Anicius Manlius Severinus Boethius) γεννήθηκε στη Ρώμη από ονομαστή οικογένεια πατρίκιων. Μεγάλωσε και ανδρώθηκε στο Οστρογοτθικό βασίλειο του Θεοδώριχου και ανήλθε στο αξίωμα του magister officiorum. H Ορθοδοξία του τον κατέστησε ύποπτο στην αρειανίζουσα αυλή του Θεοδώριχου και οδήγησε στην εκτέλεσή του το 524 μ.Χ. Μετέφρασε πολλά έργα του Αριστοτέλη και κατέστησε την Λογική του γνωστή στη Δύση, πριν από την επαφή της με τους Άραβες. Για το αν το έργο του μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος του σχολαστικισμού δεν μπορούμε να αποφανθούμε.
        Ο Κασιόδωρος (Flavius Magnus Aurelius Cassiodorus)81 γεννήθηκε στο Σκυλλάκιο του Βρουττίου (Καλαβρία) και ακολούθησε σχεδόν ίδια πορεία με τον Βοήθειο, με την διαφορά ότι ο πρώτος διέπρεψε στην αυλή του Θεοδώριχου λόγω της πεποίθησής του για ανάγκη σύσφιξης των σχέσεων του Οστρογοτθικού βασιλείου με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Από συγκλητικός (senator) έγινε κοιαίστορας (quaestor) το 507-511, πατρίκιος (patricius) το 512, ύπατος (consul) το 514 και magister officiorum λίγο πριν το 526. Μετά την απελευθέρωση της Ιταλίας, ίδρυσε μοναστήρι στο Βιβάριουμ στις ακτές του Ιονίου, γνωστό για το αντιγραφικό εργαστήριό του. Από το έργο του η Γοτθική Ιστορία του διασώθηκε μέσω της διασκευής του Ιορδάνη. Η συνεισφορά του έγκειται στην εισαγωγή των λεκτικών σχημάτων των Λατίνων ρητόρων στην χριστιανική γραμματεία. Επίσης το scriptorium της μονής του αποτέλεσε υπόδειγμα για τα άλλα μοναστήρια της Δύσης.
        Για την ζωή του Βέδα (Bede) λίγα είναι γνωστά. Ήταν μοναχός στο μοναστήρι του Αποστόλου Πέτρου στην Νορθουμβρία. Σημαντικό του έργο είναι η εκκλησιαστική ιστορία της Αγγλίας, Historia ecclesiastica gentis Anglorum. Μέγα κατόρθωμά του θεωρείται η αποστροφή του για τους αρχαίους συγγραφείς, την οποία κληροδότησε και στους μεταγενέστερους αγγλοσάξωνες. Σ' αυτόν οφείλεται και η θεωρεία των τεσσάρων αισθήσεων που θεμελίωσε μια νέα ερμηνευτική της Βίβλου.
        Ο Ισίδωρος, επίσκοπος Σεβίλλης (Isidorus Hispalensis), γεννήθηκε στην Νέα Καρχηδόνα της Ισπανίας, από οικογένεια που πρόσφερε στην τοπική εκκλησία τρεις επισκόπους (Λέανδρος, Φουλγέντιος, Ισίδωρος) και την μοναχή Φλωρεντίνη. Διαδέχθηκε τον αδελφό του Λέανδρο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Σεβίλλης το 600. Θεωρείται από τους μεγάλους λόγιους στη Δύση. Σημαντικότερο έργο του, Οι Ετυμολογίες (Etymologiae),  αποτελούν εγκυκλοπαίδεια της εποχής. Μέσα από αυτό το έργο επικράτησε στη Δύση η πεποίθηση, ότι «τα ονόματα είναι τα κλειδιά της φύσης  των παραγμάτων»82.  Στην πεποίθηση αυτή βρίσκουμε την ρίζα της πολιτικής πρακτικής των Φράγκων και της Δύσης εν γένει, ν' αλλάζουν τα ονόματα των καταστάσεων, τις οποίες προσπαθούν να επηρεάσουν με έμμεσο τρόπο, προς τα δικά τους συμφέροντα και επιθυμίες. Με αυτό το σκεπτικό, ο Καρλομάγνος  «στέφεται» «αυτοκράτορας» «των Ρωμαίων» (και οι τρεις λέξεις έχουν την δική τους προβληματική και θα την δούμε παρακάτω), το Φράγκικο κράτος γίνεται «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» με πρόσφατους προσδιορισμούς «του Φραγκικού» ή «του Γερμανικού έθνους», οι Ρωμαίοι γίνονται «Γραικοί», οι Ρωμηοί χωρίζονται με τοπικά ονόματα κ.α. Και η πιο πρόσφατη τερατογένεση αυτής της πολιτικής είναι η προσπάθεια να λάβουν οι Σκοπιανοί το όνομα Μακεδόνες, ως πρώτο βήμα, και στην συνέχεια να οικειοποιηθούν την κληρονομιά του ονόματος. Βλέπουμε, ότι στο διάβα των αιώνων  η σκέψη και η πολιτική της Δύσης δεν έχει αλλάξει τους μηχανισμούς της και τις κατευθύνσεις της.
       Σε θεολογικό επίπεδο, η σκέψη των Φράγκων καθορίστηκε από τα γραπτά του  Ιερού Αυγουστίνου, επισκόπου Ιππώνος. Ο λατινόφωνος Αυγουστίνος, επηρεάστηκε αρχικά από τις μανιχαϊκές αντιλήψεις της εποχής, αλλά μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία, από τον Άγιο Αμβρόσιο, επίσκοπο Μεδιολάνων. Αγάπησε με πάθος την φιλοσοφία του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, τους οποίους, όμως δεν μπορούσε να διαβάσει στο πρωτότυπο, εξ
αιτίας την έλλειψης γνώσης της ελληνικής γλώσσας. Όπως εξομολογείται και ο ίδιος, δεν μπόρεσε να μάθει ποτέ ελληνικά. Για την ακρίβεια τα μισούσε: «αλλά γιατί μισώ τα ελληνικά τόσο πολύ, τα οποία μελετούσα ως παιδί;»83, «γιατί τότε μισούσα τους Έλληνες κλασσικούς, που έχουν παρόμοιες ιστορίες;... Διότι, ούτε μία λέξη δεν καταλάβαινα,...»84. Έτσι έμαθε την ελληνική φιλοσοφία από μερικές λατινικές μεταφράσεις, αποσπασματικά. Το ίδιο πρόβλημα είχε και με τα έργα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, που έγραψαν στα ελληνικά, συνεπώς αδυνατούσε να παρακολουθήσει την ακρίβεια στην διατύπωση των δογμάτων, που επέτρεπε η χρήση της ελληνικής γλώσσας και να εμβαθύνει στην Τριαδολογία τους. Αυτή η αδυναμία του δεν τον πτόησε. Εξοπλισμένος με την Λογική του Αριστοτέλη προσπάθησε να εξηγήσει διανοητικά, τα δόγματα της Εκκλησίας. Βέβαια, εκφράζει τον θαυμασμό του για τους ελληνόφωνους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας και δηλώνει, ότι δέχεται υποδείξεις85. Ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να αντιληφθεί την μεθοδολογική διαφορά μεταξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλη, ήταν φυσικό να μην καταφέρει να κατανοήσει και την υποστατική διαφορά των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Στην διδασκαλία του διατυπώνεται για πρώτη φορά το αιρετικό fillioque, η εκπόρευση δηλαδή του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού86. Επειδή η εργασία μας δεν είναι θεολογική δεν θα υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες στο θέμα αυτό. Θα το παρακολουθήσουμε στην ιστορική του διάσταση στην συνέχεια.
       Δεύτερο σημείο καθοριστικό για την εξέλιξη του μεσαιωνικού τρόπου σκέψης, στην Αυγοστίνειο θεολογία είναι η Θεωρία του Δίκαιου Πολέμου. Η θεωρία αυτή σπερματικά βρίσκεται στα έργα του Αυγουστίνου, στην συνέχεια διαμορφώθηκε από τον Θωμά Ακινάτη (Thomas Aquinas, 1225-1274) στο έργο του Summa Theologica, τον Ούγο Γκρότιους (Hugo Grotius, 1583-1645) στο έργο του De Jure Belli ac Pacis, και σήμερα υπάρχει ως επίσημη κατήχηση στην Δυτική Εκκλησία (Catechism of the Catholic Church §2309). Ο Αυγουστίνος αναρωτιέται για πρώτη φορά στο έργο του De Correctione Donatistarum Liber sen Epistola,VII.23: «Γιατί, συνεπώς, δεν θα έπρεπε η Εκκλησία να χρησιμοποιεί βία, ώστε να ωθήσει τους απωλεσθέντες υιούς της να επιστρέψουν, αν οι απωλεσθέντες υιοί της ώθησαν άλλους στην καταστροφή τους;». Στο De Civitate Dei,XIX.12 προχωρά την σκέψη του ως εξής: «Οι πόλεμοι, λοιπόν, εγείρονται από την επιθυμία της ειρήνης, ακόμα κι απ' αυτούς που αρέσκονται να εξασκούν την πολεμοχαρή τους φύση στην διοίκηση της μάχης. Κι έτσι, είναι προφανές, ότι η ειρήνη είναι ο σκοπός που επιδιώκεται από τον πόλεμο. Διότι κάθε άνθρωπος αποζητά της ειρήνη με το να κάνει πόλεμο, αλλά κανένας δεν ζητά τον πόλεμο με το να κάνει ειρήνη». Με τέτοιου είδους θεολογία δεν είναι ν' απορεί κανείς γιατί ο Αυγουστίνος έγινε ο μεγαλύτερος θεολόγος των Φράγκων. Τρεις προϋποθέσεις τέθηκαν από αυτούς ώστε ένας πόλεμος να είναι δίκαιος: α) ο πόλεμος να κηρύττεται από κάποιον που είναι αρμόδιος και όχι από ιδιώτες. Αυτό το στήριξαν στο έργο του Αυγουστίνου Contra Faustum, XXII.75: «Η φυσική τάξη που είναι πρόσφορη ανάμεσα στους θνητούς απαιτεί η εξουσία της κήρυξης και της συμβολής του πολέμου να βρίσκεται στα χέρια αυτών που κρατούν την ανώτατη εξουσία» β) απαιτείται δίκαιος σκοπός-στόχος (Questions  in Hept,qu X, super Jos: «Ένας δίκαιος πόλεμος είθισται να περιγράφεται, ως ένας που εκδικείται σφάλματα, όταν ένα έθνος ή κράτος πρέπει να τιμωρηθεί, επειδή αρνείται να διορθώσει τα λάθη που έκαναν οι υπήκοοί του ή να αποκαταστήσει, ότι έχει αρπαχθεί άδικα» γ) θα πρέπει αυτοί που προκαλούν τον πόλεμο να έχουν καλές προθέσεις, δηλ. την προαγωγή του καλού ή την τιμωρία του κακού, κι εδώ κατά τον Αυγουστίνο (De Veb.Dom. Sermones XXIII.1): «Η πραγματική θρησκεία επιβλέπει τους πολέμους που εγείρονται όχι από κίνητρα αύξησης της ισχύος, αλλά με σκοπό να εξασφαλίσουν την ειρήνη, ή να τιμωρήσουν αυτούς που κάνουν κακό και την πρόοδο του καλού». Συμπληρωματικά αποσπάσματα του έργου του Αυγουστίνου επί του θέματος 1) ep. Ad Marcellinus, CXXXVIII: «Αυτούς που πρέπει να τιμωρήσουμε με ευγενική αυστηρότητα, είναι πολλές φορές απαραίτητο να το χειριστούμε ενάντια στη θέλησή τους. Διότι όταν απογυμνώνουμε έναν άνθρωπο από την κατωτερότητα της αμαρτίας, είναι καλό γι' αυτόν να κατατροπώνεται, διότι τίποτα δεν είναι πιο απελπιστικό από την χαρά των αμαρτωλών, από όπου ξεπηδά μια ένοχη ατιμωρησία, και ένα κακό θέλημα, σαν εσωτερικός εχθρός» 2) ep. Ad Bonif. CLXXXIX: «Δεν επιδιώκουμε την ειρήνη με σκοπό να είμαστε σε πόλεμο, αλλά πάμε σε πόλεμο, ώστε να έχουμε ειρήνη. Έσο ειρηνικός, λοιπόν, στο να πολεμάς, ώστε να μπορέσεις να κατατροπώσεις αυτούς που πολεμάς και να τους φέρεις στην ευημερία της ειρήνης». Πόσες φορές ακούσαμε τα λόγια αυτά από το στόμα σύγχρονων πολεμοκάπηλων!
       Στο σημείο αυτό εφιστούμε την προσοχή των αναγνωστών στο θέμα της θεολογίας του Αυγουστίνου, κυρίως της κρίσης του γραπτού έργου του, διότι ο Αυγουστίνος έχει ανακηρυχθεί Άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται την 15η Ιουνίου. Απαραίτητη προϋπόθεση στην σωτηρία του ανθρώπου είναι η μετάνοια και όχι η αναμαρτησία. Στο θέμα της μετάνοιας ο Άγιος Αυγουστίνος αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και δίκαια καλείται «υιός των δακρύων». Η θεολογικές του «αδυναμίες» οφείλονται στα ελλειπή πνευματικά του εφόδια και αυτό το γνώριζε και το διατύπωνε και ήταν δεκτικός σε διορθώσεις, σε αντίθεση με άλλους θεολόγους, οι οποίοι εξαιτίας της υπερφίαλης άποψης που είχαν για τον εαυτό τους και τις διανοητικές τους ικανότητες (π.χ. Ωριγένης) κατάντησαν αιρεσιάρχες. Ακόμη και η απόδοση των παραπάνω εδαφίων στον Άγιο Αυγουστίνο γίνεται με αρκετή επιφύλαξη. Όχι αδικαιολόγητα. Ήδη από τον Θ' αι. ο πανεπιστήμονας της εποχής εξέφρασε τις δικές του επιφυλάξεις. Διαβάζουμε στο έργο του Περί της του Αγίου Πνεύματος μυσταγωγίας, κεφ. Ο' : «Και ου τούτο φημί, ότι πάντως άπερ συ κατηγορείς, εκείνοις ούτω περιφανώς δογματίζεται, αλλ' ει και τοιούτο τι συνέπεσεν αυτούς ειπείν (άνθρωποι γαρ ήσαν και ανθρωπίνου παρολισθήματος ουκ έστι διαπαντός υπεράνω φέρεσθαι τον εκ πηλού και ρεούσης ύλης συγκείμενον˙ εσθ' ότε δε και τοις αρίστοις επιφύεται τινά κηλίδος ίχνη)...»86α. Ήδη από το πρώτο μέρος της πρότασης αντιλαμβανόμαστε, πως μια μεγάλη αποκάλυψη έπεται. Και συνεχίζει στο επόμενο κεφ. ΟΑ' : «Είπεν Αυγουστίνος και Ιερώνυμος το Πνεύμα εκ του Υιού εκπορεύεσθαι. Και πόθεν έστι λαβείν ή δούναι πίστιν, τοσούτου ρεύσαντος χρόνου, ότι της αυτών κακουργότητας τα συντάγματα; Μη γαρ νομίσης μόνον σαυτόν είναι θερμός προς ασέβειαν και τολμηρόν τα ατόλμητα, αλλ' εκ της σης αναλογίζου μάλλον γνώμης, ότι και τηνικαύτα ουδέν το κωλύον ην τοιούτων σκευών ευπορήσαι τον πολυμήχανον του γένους εχθρόν»86β. Ο Μέγας Φώτιος ασχολήθηκε και αντιμετώπισε θεολογικά την αίρεση του filioque και δεν τον ενδιέφερε να αποδείξει ενδεχόμενη πλαστογραφία στα αντίγραφα των έργων του Αυγουστίνου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ευκολότερο στην εποχή του, να ερευνηθεί αν είχε γίνει. Θα μπορούσε, βέβαια, να μην έχει και κανένα πρακτικό όφελος στην ιστορική διάσταση της εξέλιξης της αίρεσης. Πέρα από το αδιαμφισβήτητο κύρος του και την σημαντική προσφορά του στην πληροφόρησή μας για αρχαία κείμενα, δεν έχουμε κάτι άλλο. Εξάλλου στην ογκώδη Βιβλιοθήκη του δεν βρίσκουμε λατινικά κείμενα. Ή μήπως δεν είναι έτσι;!! Και τι σημαίνει αυτό το «μη νομίσης βέβαια πως μόνο εσύ είσαι γεμάτος θέρμη για ασέβεια και τολμηρός για τα ατόλμητα...»;!! Τόλμησε και άλλος; Βρήκαμε στη Βιβλιοθήκη του το βιβλίο με αύξοντα αριθμό ΝΔ' και τίτλο:
Ετέρα σύνοδος
Κατά της Πελαγιανής και Κελεστιανής αιρέσεως
ου η επιγραφή «Ισα πεπραγμένων»...
και εκεί διαβάσαμε: «Μετά μέντοι γε θάνατον του εν αγίοις Αυγουστίνου ήρξαντο τινες των εν τω κλήρω το μεν δυσσεβές κρατύνειν δόγμα, κακώς δε λέγειν Αυγουστίνου και διασύρειν ως αναίρεσιν του αυτεξουσίου εισηγησάμενον˙ αλλά και Κελεστίνος ο Ρώμης υπέρ τε του θείου ανδρός αλλά και κατά των ανακινούντων την αίρεσιν τοις εγχωρίοις γράφων επισκόποις, την κινουμένην πλάνην έστησεν»86γ. Δηλαδή και παλαιότεροι αιρετικοί προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το κύρος του Αυγουστίνου στη Δύση, παραχάραξαν την διδασκαλία του για να εισαγάγουν δικές τους πλάνες. Αν κάτι τέτοιο έγινε και στην περίπτωση του filioque ή της θεωρίας για τον δίκαιο πόλεμο - επαναλαμβάνουμε, δεν έχει αποδειχθεί -  δηλώνει, συν τοις άλλοις, έλλειψη πρωτοτυπίας.

       Στην παραπάνω «θεολογία του πολέμου», αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε αμέτοχη. Ούτε οι Ρωμαίοι Ποντίφηκες την αποδέχθηκαν ποτέ. Υιοθετήθηκε, αρχικά, από τους Φράγκους επισκόπους και στην συνέχεια από την σχισματική Δυτική Εκκλησία, μετά τον ΙΑ' αι. Αυτά είπε ο Χλωδοβίκος, πριν επιτεθεί στους Αρειανούς Βησιγότθους, αν και τα λόγια του ελέγχονται ως μεταγενέστερη προσθήκη του Γρηγορίου. Με βάση τα παραπάνω ερμηνεύονται όλοι οι θρησκευτικής χροιάς πόλεμοι των Δυτικών ή με μια άλλη διατύπωση, το γιατί φρόντιζαν οι Δυτικοί να δίνουν θρησκευτική χροιά σε κάθε πόλεμο. Με αυτά κατά νου αιτιολόγησαν την ίδρυση και την δράση της Ιεράς Εξέτασης. Με αυτά τα δύο στοιχεία (περί ονομάτων και περί πολέμων) μπορούμε να κατανοήσουμε την φράγκικη πολιτική έναντι της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Πρώτα, προσπάθησαν ν' αλλάξουν τα ονόματα. Ο βασιλιάς τους έπρεπε να γίνει αυτοκράτορας των Ρωμαίων και οι Ρωμαίοι να πάψουν να είναι Ρωμαίοι, αλλά να γίνουν Γραικοί. Ως Ρωμαίοι εννοούνταν μόνο οι κάτοικοι της δυτικής Ρωμανίας, που ήταν υποτελείς τους κι έπρεπε να ξεχάσουν τους δεσμούς που τους συνέδεαν με τους αδελφούς τους της ανατολικής Ρωμανίας. Έτσι και πιο πειθήνιοι θα ήταν στον ψεύτικο αυτοκράτορά τους, και πιο εύκολα θα τους πολεμούσαν. Στην συνέχεια, οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι, έπρεπε να γίνουν αιρετικοί, ώστε να είναι δίκαιος ο πόλεμος εναντίον τους, να προάγει την (φράγκικη) αλήθεια και πίστη. Το ψέμα του fillioque προσφέρονταν γι' αυτό το σκοπό. Δεν είχε σημασία αν η θεολογία του Αυγουστίνου ήταν αδύναμη, αν τα δόγματα είχαν διατυπωθεί ορθά από άλλους, δεν είχε σημασία για τους Φράγκους η εκκλησιαστική αλήθεια και ενότητα. Σημασία και αξία είχε, ότι υπηρετούσε τους σκοπούς τους και αυτό ακολουθούσαν. Είχαν φιλοσοφικά εργαλεία για να τα στηρίξουν, γι' αυτό και οι θεολόγοι τους εντρυφούσαν στην φιλοσοφία και όχι στην θεολογία, γι' αυτό και η θεολογία τους (σχολαστικισμός) έλαβε δικανικό περιτύλιγμα. Συνεπώς στην ερώτηση της Ιστορίας, αν ο Γερμανός πάπας Ιννοκέντιος ο Γ' έδωσε την άδεια να παρεκκλίνει η Δ' Σταυροφορία από τον αρχικό της στόχο και να επιτεθούν οι σταυροφόροι στην Κωνσταντινούπολη, δηλ. σε χριστιανικό έθνος ή όχι, η απάντηση είχε δοθεί πολύ πριν τα γεγονότα. Με την αποδοχή, αφ' ενός του fillioque, και αφ' ετέρου της αυγουστίνειας θεωρίας πολέμου, από όλους τους Γερμανούς ποντίφηκες μετά το 1009 μ.Χ., εμμέσως πλην σαφώς η απάντηση είναι θετική. Η ίδια η ερώτηση κρύβει πολύ υποκρισία. Ήδη θεωρούσαν τους ανατολικούς ως αιρετικούς και σχισματικούς, δηλαδή δεν ήταν χριστιανικό έθνος γι' αυτούς. Βρισκόταν στην ίδια θέση με το άπιστο γένος των μουσουλμάνων κι επομένως αποτελούσαν στόχο σταυροφορίας. Και οι εκ των υστέρων «συγνώμες» είναι κενές περιεχομένου, έπεα πτερόεντα, όσο η Δυτική Εκκλησία, παραμένει στις προαναφερθείσες κακοδοξίες... 
 
 
  • 76) Jaques Le Goff, Ο Πολιτισμός..., σελ.175.
  • 77) Ρωμανίδη, π. Ιωάννη, Ρωμηοσύνη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 32002, σελ.124 και σημείωση 7.
  • 78) Gregory, Historia Francorum, V.44.
  • 79) Gregory, Historia Francorum, V.44.
  • 80) Jaques Le Goff, Ο Πολιτισμός..., σελ.180.
  • 81) Για την ζωή και το έργο του συνοπτικά στο δοκίμιο του Σαββίδη, Αλέξιου, Από την Ύστερη Αρχαιότητα..., σς. 91-98.
  • 82) Jaques Le Goff, Ο Πολιτισμός..., σελ.180.
  • 83) Confessiones, XIII.20 (αγγλική μετάφραση William Shed, Confessions of Augustine, Βοστώνη χ.χ. [1860]).
  • 84) Confessiones, XIV.23.
  • 85) De Trinitate, III,1-2. (αγγλική μετάφραση Philip Schaff, στη σειρά Nicene and post-Nicene Fathers of the Church, Νέα Υόρκη 1887, vol.3, σς 1-228).
  • 86) Για την αιρετική διδασκαλία της Αυγουστίνιας θεολογίας και την επίδρασή της στην Φράγκικη Εκκλησία, τα έργα του π. Ρωμανίδη Ιωάννη, καθηγητού της Δογματικής στο Α.Π.Θ. παραμένουν κορυφαία.
  • 86α) «Και δεν λέγω αυτό, ότι οπωσδήποτε όσα εσύ κατηγορείς διδάσκονται τόσο φανερά από εκείνους, αλλά και αν ακόμα συνέπεσε να πουν αυτοί κάτι τέτοιο ( γιατί ήταν άνθρωποι, και το ανθρώπινο ολίσθημα δεν μπορεί να το αποφεύγει πάντοτε αυτός που αποτελείται από πηλό και ρευστή ύλη˙ κάποτε μάλιστα και στους αρίστουςς εκδηλώνονται κάποια ίχνη κηλίδας)...», Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Άπαντα, μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής (διατηρείται η ορθογραφία), στη σειρά Ε.Π.Ε., Εκδ. Ε. Μερετάκη, Θες/νίκη 2001, τ. Δ' σελ. 401.
  • 86β) «Είπαν ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, ότι το Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Και από πού μπορεί να επιβεβαιωθεί και να το πιστέψουμε, έχοντα περάσει τόσος χρόνος, ότι δεν κακοποιήθηκαν τα γραπτά τους; Μη νομίσης βέβαια πως μόνο εσύ είσαι γεμάτος θέρμη για ασέβεια κι τολμηρός για τα ατόλμητα, αλλά αναλογίσου από τη δική σου γνώμη, ότι και τίποτε δεν εμπόδιζε να έχει αφθονία τέτοιων σκευών ο πολυμήχανος εχθρός του γένους μας.» Ο.π. σελ. 401-2.
  • 86γ) «Μετά τον θάνατο όμως του Αγίου Αυγουστίνου άρχισαν μερικοί από τον κλήρο να ενισχύουν την διδασκαλία της αίρεσης και να κατηγορούν και να διασύρουν τον Αυγουστίνο, ως εισηγητή τάχα της αναίρεσης του αυτεξουσίου. Αλλά και ο Κελεστίνος Ρώμης και υπέρ του θείου Αυγουστίνου, αλλά και εναντίον εκείνων που ανακινούσαν την αίρεση σταμάτησε την πλάνη γράφοντας στους επισκόπους της επαρχίας του.», Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Άπαντα, μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής (διατηρείται η ορθογραφία), στη σειρά Ε.Π.Ε., Εκδ. Ε. Μερετάκη, Θες/νίκη 2001, τ. Ε' σελ. 81.
  • Συνεχίζεται...
 
  πηγή  impantokratoros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: