ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ[Μέρος Δ΄]

Ο ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ 
Από τον 1ο π.Χ. αιώνα τα εμπορικά αγαθά μετακινούνται κανονικά δια ξηράς ανάμεσα στην Κίνα και τη Μεσόγειο, μια απόσταση μεγαλύτερη από επτά χιλιάδες χιλιόμετρα. Η μεταφορά των εμπορευμάτων με αργοκίνητα καραβάνια από καμήλες γινόταν σε στάδια από τον ένα τόπο αγοράς στον άλλο, όπου τα εμπορευόταν ή τα πουλούσαν σε άλλους ανθρώπους. Ανώμαλο έδαφος και απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες, μεγάλα διόδια και ληστές ήταν μερικά από τα επιβλαβή στοιχεία για το εμπόριο με το καραβάνια.
Για το λόγο αυτό οι έμποροι αναζητούσαν νέους δρόμους και κατόρθωσαν να συνδέσουν το λιμάνι της Αλεξάνδρειας με τον Ινδικό Ωκεανό με λιγότερο επικίνδυνο ταξίδι, εκμεταλλευόμενοι την τεχνική του Ιππάλου, που επέτρεψε στα πλοία να αποφύγουν τα αργά κοντά στην ακτή ταξίδια, που χαρακτήριζαν το θαλάσσιο εμπόριο ως τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Το ενδεχόμενο για μεγαλύτερη ταχύτητα και χωρητικότητα των φορτίων έκανε το θαλάσσιο εμπόριο φοβερά προσοδοφόρο. Ο θαλασσινός δρόμος του μεταξιού άρχισε όταν διαπιστώθηκε τον 1ο π.Χ. αιώνα ότι τα ποντοπόρα πλοία μπορούσαν επωφελούμενα από τους μουσώνες να διασχίζουν τον Ινδικό Ωκεανό πλέοντας από τα Δυτικά προς τ’ Ανατολικά την Άνοιξη και αντίστροφα το Χειμώνα, φορτωμένα με τα προϊόντα της Ανατολής.
Ο Ινδικός Ωκεανός μεταβλήθηκε από τότε σε θαλάσσιο διάδρομο, που σύνδεε τον Ρωμαϊκό κόσμο με το Ινδικό λιμάνι και τα παράλια της Κίνας. Οι μελέτες του Ιππάλου για τους μουσώνες του Ινδικού Ωκεανού και το έργο των γεωγράφων, όπως ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα και ο Πτολεμαίος έναν αιώνα αργότερα, δείχνουν την πρόοδο της Γεωγραφίας στον αρχαίο κόσμο, που βοήθησε σημαντικά στην ανάπτυξη του θαλασσινού δρόμου. Ο ανώνυμος συγγραφέας του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης τον 1ο μ.Χ. αιώνα περιγράφει επίσης με κάθε λεπτομέρεια τις χώρες του Ινδικού. Έτσι αναπτύχθηκαν καινούργιοι θαλάσσιοι δρόμοι και επεκτάθηκε η ακτίνα της ναυσιπλοΐας.
Οι καινούργιοι αυτοί θαλάσσιοι δρόμοι θα συμπλήρωναν και στην ανάγκη θα αντικαθιστούσαν τους δρόμους του μεταξιού της ξηράς. Ως τα μέσα του 7ου μ.Χ. αιώνα που επεκράτησαν οι Άραβες στη Συρία και την Αίγυπτο, οι Έλληνες και κατά δεύτερο λόγο οι απόγονοι των Φοινίκων Σύροι, ήταν οι κυριότεροι φορείς του εμπορίου από τις Ινδίες. Αυτοί μετέφεραν από τα μακρινά Ινδικά λιμάνια προς τη Μεσόγειο μέσω συστήματος στενών διωρύγων που ένωνε κατά καιρούς την Ερυθρά Θάλασσα με τον ποταμό Νείλο, πλούσια και περιζήτητα εμπορεύματα, όπως πολύτιμους λίθους, αρώματα και πιπέρι.
Μετέφεραν ακόμη τα μεταξωτά υφάσματα (σηρικά) από την Κίνα, τα οποία παραλάμβαναν από το λιμάνι της Υαπροβάνης, όπως ονομαζόταν τότε η Κεϋλάνη, τελευταίος προς ανατολάς σταθμός του Ελληνικού θαλάσσιου εμπορίου στον Ινδικό Ωκεανό. Αλλά και από τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας στις Αραβικές και Αφρικάνικες ακτές οι Έλληνες ναυτικοί μετέφεραν μαργαριτάρια, ελεφαντοκόκαλο και άλλα πολύτιμα εμπορεύματα. Η όλη οργάνωση του εμπορίου αυτού διεξαγόταν από τους μεγαλέμπορους της Αλεξάνδρειας που στην πλειονότητα τους ήταν Έλληνες. Σε αντάλλαγμα των εμπορευμάτων που εισάγονταν από την Ανατολή, ο Ελληνορωμαϊκός κόσμος έστελνε στην Ανατολή κρασί, κεραμικά, υφάσματα και κάθε είδους κομψοτεχνήματα.
Η Σημασία της Κινεζικής Ναυτικής Τεχνολογίας για τους Δρόμους του Μεταξιού – Δρόμους Εμπορίου και Επικοινωνίας Λαών και Πολιτισμών
Οι στενοί δεσμοί Δύσης και Ανατολής στην περίοδο της δυναστείας των Han στην Κίνα κατέληξαν στη δημιουργία των δρόμων του μεταξιού. Με τους δρόμους του μεταξιού άνθησαν οι επαφές Δύσης και Ανατολής. Στους δρόμους αυτούς δεν μεταφέρονταν μόνο το μετάξι αλλά και ιδέες, επιστήμες και τεχνολογία, γλώσσες και λογοτεχνία. Ο μύθος του Μεγάλου Αλεξάνδρου διευκόλυνε τη μεταφορά αυτή. Ακόμη, δίψα για γνώση και περιπέτεια, ανάγκη συνύπαρξης και εμπορική δραστηριότητα ήταν τα κίνητρα που τροφοδότησαν τις ανταλλαγές ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνίες και γκρέμισαν τα φράγματα ανάμεσα σε πληθυσμούς διαφορετικών περιοχών.
Τα προβλήματα του δρόμου του μεταξιού στην ξηρά οδήγησαν στη δημιουργία και ανάπτυξη του αντίστοιχου θαλάσσιου δρόμου. Το εμπόριο έχει ανάγκη από ειρηνικές συνθήκες. Όταν ξέσπασαν πόλεμοι στους δρόμους της ξηράς, εδραιώθηκε η παρουσία των ληστών, υπήρξαν πολιτικές διαμάχες και έκλεισαν τα περάσματα έπρεπε να ανοίξουν άλλοι δρόμοι. Το εμπόριο μεταφέρθηκε από τους δρόμους της ξηράς στους δρόμους της θάλασσας. Η γεωγραφική πρόοδος και τα ταξίδια των εξερευνητών συνετέλεσαν κατά πολύ στην ανάπτυξη του θαλάσσιου δρόμου του μεταξιού που θα συμπλήρωνε και στην ανάγκη θα αντικαθιστούσε το δρόμο του μεταξιού της ξηράς.
Τα Βυζάντιο και η Δύση. που ήταν ο μεγάλος καταναλωτής, δεν ήταν και ο κυρίαρχος στο εμπόριο. Η Κίνα, ο μεγάλος παραγωγός, δεν ήταν επίσης ταυτόχρονα και ο έμπορος γιατί το εμπόριο ήταν στα χέρια των Περσών και των Αράβων. Τι εμπόδισε το Βυζάντιο και την Κίνα να οργανώσουν απευθείας εμπορικές συναλλαγές στο θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού; Οι προϋποθέσεις υπήρχαν και από τις δυο πλευρές, του Βυζαντίου και της Κίνας. Η Κίνα είχε μεγάλες δυνατότητες στη ναυσιπλοΐα και η Κινεζική ναυτική τεχνολογία είχε αναπτυχθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Στις προσπάθειές της η Κίνα να οργανώσει απευθείας εμπορικές συναλλαγές με τη Δύση εμποδίστηκε από τους ενδιάμεσους λαούς που δεν της το επέτρεψαν.
Πέρσες και Άραβες είχαν κάθε λόγο να μην αφήσουν στα χέρια των Κινέζων τη διεξαγωγή ενός τόσο μεγάλου θαλάσσιου εμπορικού δρόμου και να εμποδίσουν την απευθείας εμπορική συναλλαγή τους με το Βυζάντιο και τη Δύση. Η Περσία από τον 4ο π.Χ. αιώνα και ως την εμφάνιση των Αράβων έπαιξε σημαντικό ρόλο ενδιάμεσου στο δρόμο Ανατολής – Δύσης και χάρη σ’ αυτήν έγινε η συνάντηση των λαών Δύσης – Ανατολής, κράτησε όμως για τον εαυτό της τον ενδιάμεσο ρόλο του εμπόρου και τη δυνατότητα ρύθμισης των τιμών, διακόπτοντας την απευθείας επαφή της Κίνας με τη Δύση. Από την άλλη πλευρά, τα πλοία των Βυζαντινών και των Αράβων έφταναν στην Κεϋλάνη, που ήταν μεγάλος ενδιάμεσος εμπορικός σταθμός.
Επίσης ξένα πλοία, χωρίς να κατονομάζονται ακριβώς. έφταναν στα φημισμένα λιμάνια της Κίνας και Κινεζικά πλοία διέσχιζαν τον Ινδικό Ωκεανό και έφταναν στα λιμάνια του Περσικού, των ακτών της Αραβικής Χερσονήσου και των ανατολικών ακτών της Αφρικής. Οι ναυπηγικές δυνατότητες. ή ναυτική τεχνολογία, οι γεωγραφικές και αστρονομικές γνώσεις γενικότερα ήταν σε τέτοιο βαθμό αναπτυγμένες, που επέτρεπαν στην κίνα να κυριαρχήσει στους θαλασσινούς δρόμους του Ινδικού Ωκεανού, του Περσικού κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας προς τη Δύση. Ο μεγάλος όμως όγκος των Κινεζικών πλοίων τα έκανε δυσκίνητα. ώστε να μη μπορούν να κινηθούν με ευκολία στα λιμάνια του Περσικού και της Ερυθράς Θάλασσας και να διεκδικήσουν κυριαρχική θέση στο απευθείας θαλάσσιο εμπόριο με τη Δύση.
Οι δρόμοι του μεταξιού, αρχικά στην ξηρά και στη συνέχεια στο θαλάσσιο πεδίο, είχαν και ένα άλλο σημαντικό αποτέλεσμα, που κυριάρχησε στη συνάντηση ανάμεσα στους λαούς Δύσης και Ανατολής: Τον πολιτιστικό διάλογο και το πνεύμα της συνύπαρξης των λαών. Οι δεσμοί της συνύπαρξης και ο πολιτιστικός διάλογος ανάμεσα στους λαούς Δύσης – Ανατολής εδραιώθηκαν με τους δρόμους του μεταξιού. Οι δεσμοί αυτοί, απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε πρόοδο ήταν ότι έμεινε στο πέρασμα των αιώνων, η μεγάλη κληρονομιά των δρόμων του μεταξιού. Οι δρόμοι του μεταξιού δεν έπαψαν ποτέ να λειτουργούν στην παγκόσμια ιστορία ως δρόμοι επικοινωνίας λαών και πολιτισμών, ως αρτηρίες ανταλλαγής ιδεών, επιστήμης και τεχνολογίας, γλωσσών και λογοτεχνίας.
Η επαφή αυτή δεν ήταν πάντα εύκολο να διατηρηθεί, σημειώνει ο Αχμάντ Χασάν Ντανί, ιδιαίτερα σε περιόδους πολιτικής ή άλλης αναταραχής, όπου όμως έκλεινε κάποιο πέρασμα, κάποιο άλλο ανοιγόταν στη θέση του. Οι ταξιδιώτες που έπαιρναν αυτούς τους δρόμους προς τη Δύση ή την Ανατολή ακολουθούσαν διάφορες διαδρομές. χερσαίες ή θαλάσσιες, γι’ αυτό και ή έκφραση «δρόμοι του μεταξιού» δηλώνει μάλλον με τρόπο συμβολικό τη στενή επικοινωνία των λαών.
Η Κινεζική Ναυτική Τεχνολογία και Ναυσιπλοΐα από τον 1ο – 13ο μ.Χ. Αιώνα – Τα Κινέζικα Πλοία στο Δρόμο του Μεταξιού
Όπως προαναφέρθηκε, τα εμπορεύματα της μακρινής Ανατολής και κυρίως το Κινέζικο μετάξι μεταφέρονταν από την Κίνα στην Ευρώπη από τον περίφημο Silk Road της ξηράς, όπως επίσης και από τον εξίσου θαυμαστό Silk Road της θάλασσας. Στις μέχρι σήμερα έρευνες έχει τονισθεί η μεγάλη συνεισφορά στους αρχαίους και μέσους χρόνους των θαλασσινών δραστηριοτήτων των Ρωμαίων, Βυζαντινών και Αράβων. Όμως και η συμμέτοχη των Κινεζικών πλοίων στον ίδιο δρόμο δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, γιατί είναι εξίσου σημαντική στις ίδιες χρονικές περιόδους. Από την εποχή της δημιουργίας του Silk Road της ξηράς έχουμε σπουδαίες ναυπηγικές και δραστηριότητες ναυσιπλοΐας στην Κίνα.
Ο δρόμος του μεταξιού (silk road) ονομάζεται επίσης και Porcelain ή ceramic road. Την ονομασία αυτή πήρε από τις εξαγωγές της Κίνας που εκτός από μετάξι ήταν πορσελάνη και κεραμικά. Ονομαζόταν επίσης και Spice road,από την μεγάλη διακίνηση των μπαχαρικών προς την Κίνα. Το 1077 μ.Χ. καταγράφηκαν 348.673 jin λιβανιού στον εμπορικό λογαριασμό εισαγωγών της Καντώνας. Με τους Tang η πολιτική δύναμη στην Κίνα σταθεροποιήθηκε, εξασφαλίστηκαν οι εμπορικοί δρόμοι της ξηράς και διατηρήθηκε η ειρήνη, με αποτέλεσμα την απεριόριστη εξέλιξη του εμπορίου και τις σταθερές και χαμηλές συγκριτικά τιμές των περισσοτέρων ειδών τουλάχιστο νωρίς στη δυναστεία Tang.
Παρά την ανάπτυξη του Ισλάμ και τη μείωση σε έκταση του Βυζαντίου την ιδία εποχή, το Βυζάντιο εξακολουθούσε να ελέγχει πολύ από τον πλούτο της Ευρώπης και διατηρούσε πλατιά διαδομένους εμπορικούς κρίκους. Στη διάρκεια της δυναστείας Song τα κινεζικά ιστιοφόρα πλοία έπλεαν όχι μόνο στον Περσικό κόλπο αλλά και σε λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας και των Ανατολικών ακτών της Αφρικής. Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, Κινέζοι μοναχοί από τον 5ο μ.Χ. αιώνα πήγαιναν στο εξωτερικό με ξένα πλοία και ξένοι έμποροι έρχονταν στην Κίνα με Κινεζικά πλοία. Ο Du-Huan, το 762 μ.Χ.. πήγε με Κινεζική γιόνκα από τον Περσικό κόλπο στην Καντώνα.
Οι Κινέζικες ωκεανοπόρες γιόνκες της εποχής μπορούσαν να μεταφέρουν 500 – 800 άτομα και το νεκρό βάρος τους ήταν περισσότερο από 5 η 6 εκατοντάδες τόνους. Κατά τον 10ο μ.Χ. αιώνα η δυναστεία των Liao (906 – 1125 μ.Χ.) στο βορειοδυτικό τμήμα και του Song (960 – 1279 μ.Χ.) στο κεντρικό και νοτιοανατολικό τμήμα είχαν δοσοληψίες με τους Άραβες και τη Δύση, η πρώτη από την ξηρά και η δεύτερη από τη θάλασσα. Η επικοινωνία από τη θάλασσα εξελίχθηκε πάρα πολύ. Υπήρχαν δυο άπλωσε ο ένας, ο παραδοσιακός δρόμος από την Guangzhou (Καντώνα) στον Περσικό κόλπο. Οι γιόνκες ξεκινούσαν τον Νοέμβριο με τους ξηρούς μουσώνες και ύστερα από 40 μέρες ιστιοπλοΐας έφταναν στο Lan-Li (Banda-Aleh) στη Βόρεια ακτή της Σουμάτρας.
Οι έμποροι εμπορεύονταν εδώ και ξεκινούσαν πάλι τον πλου την 1η του νέου χρόνου. Ένα μήνα αργότερα έφταναν στο Gulim (Quilon) στο νότιοo άκρο της Ινδικής Χερσονήσου. Το μέρος αυτό ήταν λιμάνι στο μέσο της διαδρομής. Όλα τα αγαθά από τις Αραβικές χώρες και την Κίνα συγκεντρώνονταν και ανταλλάσσονταν εδώ. Εάν οι έμποροι ήθελαν να πάνε στον Περσικό Κόλπο, έπρεπε να μεταφερθούν σε μικρότερα σκάφη και να περιμένουν τους βροχερούς μουσώνες για να πλεύσουν βόρεια. Για το ταξίδι αυτό χρειαζόταν ένα μήνα και τότε έπρεπε να περιμένουν τους επόμενους βροχερούς μουσώνες για να επιστρέψουν στη Σουμάτρα και την Κίνα, γιατί το συνολικό ταξίδι μετάβασης και επιστροφής έπαιρνε παραπάνω από 18 μήνες.
Ο άλλος δρόμος ήταν νέος, κατευθείαν διαμέσου του Ινδικού Ωκεανού. Χαράσσοντας την πορεία του δρόμου αυτού, τα πλοία ξεκινούσαν από την Guangzhou η το Quanzhou το Νοέμβριο και ύστερα από 40 μέρες έφταναν στο Alehτης Σουμάτρας. Στη συνέχεια ξεκινούσαν το ταξίδι πλέοντας με τους ξηρούς μουσώνες στην αρχή του χρόνου, 60 μέρες διασχίζοντας τον Ινδικό Ωκεανό και έφταναν στο λιμάνι του Oman, το Dhofar, ή έπλεαν στο Aden ή ακόμη στα λιμάνια κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Αφρικής. Τα πλοία έπαιρναν τα εμπορεύματα από το Aden την Ερυθρά Θάλασσα και την Αφρική και έπρεπε να πλεύσουν αμέσως για να επιστρέψουν στην Κίνα κατά την περίοδο των βροχερών μουσώνων.
Όταν επέστρεφαν πίσω το καλοκαίρι, για να μειώσουν τον κίνδυνο των ανεμοθυελλών του Ισημερινού στην περιοχή από 8ο – 15ο βόρειου γεωγραφικού πλάτους, έπλεαν νότια της νήσου Socotra, περνούσαν της Μαλβίδες νήσους και έφταναν στη Σουμάτρα, επιστρέφοντας στην Κίνα Αύγουστο ή Σεπτέμβριο. Αυτό το ταξίδι διαρκούσε λιγότερο από 1 χρόνο. Κατά την περίοδο αυτή μεγάλες ποσότητες πορσελάνης και μεταξωτών μεταφέρθηκαν με Κινέζικες γιόνκες. Η ανεύρεση μεγάλου αριθμού νομισμάτων της δυναστείας Song και κομματιών από πορσελάνη της ίδιας εποχής κατά μήκος των ακτών του Περσικού Κόλπου, του Άδεν και της ανατολικής Αφρικής αποδεικνύουν τη δραστηριότητα των Κινέζικων πλοίων.
Τα πλοία ανοιχτής Θαλάσσης που ναυπηγήθηκαν την ίδια εποχή στο Quanzhou και στην επαρχία Fujian είχαν ξεχωριστή φήμη. Ήταν τύχη ότι για τα πλοία αυτά δεν έχουμε μόνο καταγραφές, αλλά βρέθηκαν θαμμένα τα υπολείμματα τέτοιου πλοίου. Το φθινόπωρο του 1974 Κινέζοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν και ξέχωσαν ένα τέτοιο πλοίο της περιόδου Song στο λιμάνι του Quanzhou στην επαρχία Fujian. Ο πυθμένας του ήταν κοφτερός και ο σκελετός του πλατύς με μυτερή κεφαλή και τετράγωνη ουρά. Υπήρχαν 13 στεγανά διαμερίσματα στον πυθμένα του, για να εξασφαλίζουν ασφάλεια στην πλεύση. Αναπαριστάνοντας την αρχική μορφή του πλοίου, υπολογίζουμε σε 24,55 μ. το μήκος του, 9,9 μ. το πλάτος, το ύψος της πλώρης 7,98 μ. και της πρύμνης 10,5 μ.
Η χωρητικότητα του πλοίου είναι 110 τόνοι. Φυσικά το πλοίο αυτό δεν είναι και το μεγαλύτερο της εποχής εκείνης. Τα μεγαλύτερα πλοία θα πρέπει να είχαν 100 μ. μήκος. Σ’ αυτό υπήρχαν πηδάλια ανυψώσεως και ισορροπίας, για να τα κρατούν σταθερά και να εξασφαλίζουν την πορεία. Επίσης είχαν μεγάλο βύθισμα, μεγάλη χωρητικότητα, καλή πλευστότητα και ήταν κατάλληλα για ταξίδια στον Ωκεανό. Όταν δεν υπήρχε άνεμος, μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα κουπιά. Υπήρχαν 8 – 12, ακόμη και 20 κουπιά σ’ ένα πλοίο. Υπήρχαν 4 κωπηλάτες για κάθε κουπί, σε μερικά δε μεγαλύτερα πλοία μέχρι 30 κωπηλάτες για κάθε κουπί, αριθμός οπωσδήποτε υπερβολικός. Το ταξίδι τους ήταν κύρια εξαρτημένο από τον άνεμο.
Γενικά τα πλοία είχαν 4 ιστούς, ενώ μερικά 5 ή 6 ή ακόμα και 12 ιστούς. Τα ιστία τους ήταν δυο ειδών, για άνεμους από την πρύμνη και ανέμους από την πλώρη. Ένα πλοίο ήταν ικανό να ιστιοπλοεί όταν ο άνεμος φυσούσε απ’ όλες τις διευθύνσεις εκτός από μπροστά, έλεγαν οι Κινέζοι ναυτικοί της δυναστείας Song. Η πυξίδα στην εξελικτική της μορφή χρησιμοποιήθηκε στη διάρκεια της παραπάνω δυναστείας. Έχει καταγράφει από τον Zhu-Υu ότι οι πλοηγοί το 1099 μ.Χ. διεύθυναν τα πλοία αποκλειστικά με την πυξίδα. Παρόμοια καταγραφή υπάρχει από τον Xu-Jing το 1123 μ.Χ. Οι Κινέζοι πρώτοι στον κόσμο χρησιμοποίησαν όργανα και οδηγίες ναυσιπλοΐας.
Από τον 11ο μ.Χ. αιώνα η πυξίδα ήταν σε κοινή χρήση στα Κινέζικα πλοία και οι βελόνες μπορούσαν να μαγνητίζονται τεχνητά. Κατασκευάζονται επίσης ξύλινα ψάρια και χελώνες που δείχνουν το Νότο. Κινέζοι επιστήμονες επιβεβαιώνουν τη μαγνητική απόκλιση και σημειώνουν διαφορετικές μεθόδους τοποθέτησης της μαγνητικής βελόνας, ιστορική καταγραφή της εποχής σημειώνει ότι ο πλοηγός ακολουθεί την πορεία τη νύχτα παρατηρώντας τα άστρα, την ημέρα τον ήλιο, και την πυξίδα όταν ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Είναι πασίγνωστο ότι η χρήση της πυξίδας μεταδόθηκε από την Κίνα στους Άραβες και από αυτούς στην Ευρώπη.
Υστερότερα η Κινεζική γνώση της αστρονομικής ναυσιπλοΐας εξελίχθηκε τόσο πολύ που ο εντοπισμός του πλοίου ήταν δεδομένος με την παρατήρηση των άστρων. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε επιδεξιότητα να σε οδηγούν τα άστρα και ενδεχομένως αναγνωρίστηκε ως η πρωτοπόρος της αστρονομικής ναυσιπλοΐας. Το 1275 μ.Χ. (εποχή δυναστείας Song) επισκέφτηκε δια ξηράς την Κίνα ο Ιταλός ταξιδιώτης Marco Polo. Ο Marco Polo, αφού παρέμεινε στην Κίνα 17 χρόνια, το 1292 μ.Χ. ξεκίνησε από το Quanzhou της Fujian δια θαλάσσης το δρόμο της επιστροφής. Το Quanzhou επαινείται στα «Ταξίδια» του ως το μεγαλύτερο λιμάνι του κόσμου.
Αν στην Αλεξάνδρεια πηγαίνει 1 καράβι για να φορτώσει πιπέρι, στη Zaiton (άλλη ονομασία του Quanzhou) πηγαίνουν 100 γράφει. Την ίδια γνώμη έχει για τη Zaiton και ο Μαροκινός ταξιδιώτης Ibu Batuta, που την επισκέφτηκε το 1342 μ.Χ., λέγοντας ότι είδε εκατοντάδες πλοία και μυριάδες άλλα πλοιάρια στο λιμάνι της. Ο Marco Polo κάνει θαυμάσια περιγραφή των Κινέζικων πλοίων της εποχής, όπως παρακάτω: Το σκαρί τους είναι από ξύλο έλατου. Έχουν ένα κατάστρωμα και πάνω ο’ αυτό υπάρχουν το λιγότερο 60 καμπινές. Έχουν ένα κουπί-τιμόνι (μοναδικό πρυμναίο πηδάλιο και 4 κατάρτια. Συχνά προσθέτουν δυο ακόμη κατάρτια (κινητά), που τοποθετούνται ή αφαιρούνται ανάλογα με τις ανάγκες.
Οι πλευρές του σκάφους είναι διπλές, δηλαδή η μια σανίδα είναι στερεωμένη επάνω στην άλλη και το διπλό αυτό σανίδωμα περιβάλλει όλη την πλευρά. Μερικά από τα πλοία έχουν 13 στεγανά διαμερίσματα κατασκευασμένα με χοντρές σανίδες, καλά προσαρμοσμένες η μια στην άλλη. Τα στεγανά είναι χρήσιμα σε περίπτωση που τα πλευρά του καραβιού πάθουν ζημιά σε κάποιο σημείο τους. Χρειάζονται 150 – 300 ναύτες για πλήρωμα πλέουν και με κουπιά που το καθένα τους χρειάζεται 4 κωπηλάτες.
ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ
Από το Βυζάντιο περνούν «οι δρόµοι του µεταξιού», που οδηγούν το µετάξι στη Δύση. Η ευρύτερη περιοχή της Κων/πολης γίνεται σταυροδρόµι των οικονοµικών και πολιτιστικών ανταλλαγών ανάµεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών, οι Φράγκοι έπαιρναν αιχμάλωτους σηροτρόφους από το Βυζάντιο και τους μετέφεραν στις πατρίδες τους, όπου και τους χρησιμοποιούσαν για την μετάδοση της τεχνογνωσίας που κατείχαν και για τη βελτίωση της οργάνωσης των σηροτροφικών μονάδων που λειτουργούσαν στη Δύση. Δυο αιώνες μετά την καλλιέργεια της σηροτροφίας από τους Βυζαντινούς, οι Άραβες θα κατακτήσουν την Ισπανία και θα διαδώσουν την εκτροφή του κουκουλιού.
Το 730 μ.Χ. Άραβες πειρατές μετέφεραν μέσω των αιχμαλώτων τους τη σηροτροφία στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία. Πολύ αργότερα, μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τους Λατίνους (1204), ο δόγης της Βενετίας Δάνδαλος θα εισαγάγει τη σηροτροφία στη Βενετία εκμεταλλευόμενος τους αιχμαλώτους και φυγάδες. Όταν ο Πάπας Κλήμεντος Α’ μεταθέτει την έδρα του από τη Ρώμη στην Αβινιόν, στις αρχές του 14ου αιώνα, η σηροτροφία εισάγεται στη Γαλλία, όπου επί Λουδοβίκου ΧΙ (1461 – 1483) ιδρύονται στη Λιόν και την Τουρ τα πρώτα μεταξουργεία. Στο παγκόσμιο εμπόριο το μετάξι και τα μεταξωτά ήταν από τα σημαντικότερα εμπορεύματα, χάρη στην εύκολη μεταφορά τους και στα μεγάλα κέρδη που άφηναν.
Παράλληλα, η φορολογία τους εξασφάλιζε τεράστια έσοδα στις χώρες που βρίσκονταν στο δρόμο του μεταξιού. Για αιώνες ολόκληρους οι χερσαίοι και οι θαλάσσιοι δρόμοι του μεταξιού δεν λειτουργούσαν μοναχά σαν κεντρικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά και σαν οδοί επικοινωνίας λαών και πολιτισμών, σαν αρτηρίες ανταλλαγής γνώσης, ιδεών, επιστημών και τεχνολογιών.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ FAXIAN ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ
Πάνω απ’ όλα όμως,ο Δρόμος του Μεταξιού ήταν ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Στα 399 μ.Χ., ο Faxian (337 – 422 μ.Χ.), ένας Κινέζος Βουδιστής μοναχός και προσκυνητής, ξεκίνησε με τα πόδια από τη βόρεια Κίνα για την Ινδία, με σκοπό να βρει ιερές τοποθεσίες και σούτρες. Λέγεται ότι περπάτησε όλη τη διαδρομή από την Κίνα, σε όλη την παγωμένη έρημο και τις απόκρημνες ορεινές διαβάσεις. Επισκέφτηκε πολλούς ιερούς Βουδιστικούς τόπους, την Xinjiang, την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές και τέλος τη Σρι Λάνκα, μεταξύ των ετών 399 και 412, για την απόκτηση Βουδιστικών γραφών.
Ο Φα Ξιαν (Faxian) επισκέφθηκε την Ινδία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Chandragupta II, ενώ δεν παρέλειψε να επισκεφτεί τη Lumbini, τη γενέτειρα του Γκαουτάμα Βούδα, στο Νεπάλ. Ο Faxian ισχυριζόταν ότι οι αρχικοί κάτοικοι της Κεϋλάνης (Σρι Λάνκα), ήταν δαίμονες και δράκοι. Μετά από χρόνια μελέτης και συλλογής των πολυπόθητων Βουδιστικών κειμένων, ο Faxian επέλεξε να πλεύσει πίσω στο σπίτι του από την Κεϋλάνη, μέσω των νησιών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ίσως δεν μπορούσε, λένε μερικοί, να αντιμετωπίσει τη δριμύτητα και τις κακουχίες ενός άλλου οδικού ταξιδιού. Όποιος όμως κι αν ήταν όμως ο λόγος, η επιλογή του παραλίγο να του στοιχίσει την ίδια του τη ζωή.
Στο ταξίδι επιστροφής του Faxian πίσω στην Κίνα, μετά από δύο χρόνια παραμονής στην Κεϋλάνη, μια βίαιη καταιγίδα οδήγησε το πλοίο του σε ένα νησί, που ήταν πιθανώς η Ιάβα. Μετά από παραμονή εκεί πέντε μηνών, ο Faxian πήρε ένα άλλο πλοίο για τη νότια Κίνα, αλλά και πάλι, μετά από μια ριψοκίνδυνο ταξίδι σε θάλασσες τρικυμισμένες και γεμάτες απρόοπτα, έφτασε πίσω στην Κίνα το 414, στο Laoshan, στη σημερινή χερσόνησο Shandong της βόρειας Κίνας, τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης Qingdao, αλλά εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια από το λιμάνι προορισμού του.
Τον 5ο αιώνα σημειωτέον, τα ταξίδια στη θάλασσα δεν ήταν γρήγορα, σίγουρα ή ασφαλή και αυτός βεβαίως ήταν ένας λόγος για την υπεροχή του Δρόμου του Μεταξιού ως μέσου επικοινωνίας και μετακίνησης, ανθρώπων και εμπορευμάτων. Όταν τελικά έφτασε στο σπίτι του, ο Faxian πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του μεταφράζοντας στα Κινεζικά τις γραφές που είχε αποκτήσει. Οι γνώσεις μας σήμερα γι αυτόν, προέρχονται από ένα θαυμάσιο οδοιπορικό που συνέθεσε και κατέγραψε, γεμάτο από περιπέτειες, αλλά, πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι δεν ήταν ο πρώτος ή ο μοναδικός Κινέζος Βουδιστής που ταξίδεψε για αναζήτηση της φώτισης.
Το βιβλίο του, »Μια καταγραφή των Βουδιστικών βασιλείων – Μια καταγραφή από τον Κινέζο μοναχό Fa-hien των ταξιδιών του στην Ινδία και την Κεϋλάνη, τα έτη 399 – 414, εις αναζήτηση βουδιστικών βιβλίων πειθαρχίας», περιέχει τα ταξίδια του, ιστορικά στοιχεία για τις απαρχές του Βουδισμού, και οπωσδήποτε όμορφες λεπτομέρειες για τη γεωγραφία και την ιστορία πολλών χωρών κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού, στα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ. Ας δούμε ένα απόσπασμα από μια Αγγλική έκδοση του βιβλίου του »A Record of Buddhistic Kingdoms Being an Account by the Chinese Monk Fa-Hien of His Travels in India and Ceylon (A.D. 399 – 414) in Search of the Buddhist Books of Discipline» (Oxford 1886):
»Ο Fa-Hien ζούσε στο Chang-gan. Εκφράζοντας τη λύπη του για την ακρωτηριασμένη και ατελή κατάσταση της συλλογής των βιβλίων της Πειθαρχίας, ήρθε σε συμφωνία με τους Hwuy-king, Tao-Ching, Hwuy-Ying και Hwuy-Wei, ότι θα έπρεπε να πάνε στην Ινδία και να ψάξουν για τους Κανόνες Πειθαρχίας. Αφού ξεκίνησαν από το Chang-gan, πέρασαν μέσω τουLung (στην ανατολική Gansu) και έφτασαν στο εμπορικό κέντρο του Chang-yih (βόρεια και δυτικά της Lanzhou, κοντά στο Σινικό Τείχος). Εκεί βρήκαν τον τόπο σε πολύ άσχημη κατάσταση, αφού το να ταξιδέψουν σε δρόμους ήταν σχεδόν αδύνατο γι’ αυτούς. Ο βασιλιάς της, ωστόσο, τους πρόσεξε πολύ, τους περιποιήθηκε και τους κράτησε (στην πρωτεύουσα του).
Εδώ συναντήθηκαν με τουςChe-yen, Hwuy-keen, Sang-shao, Pao-yun, και Sangking, και είχαν ευχάριστη συνεργασία μαζί τους αφού επρόκειτο να κάνουν την ίδια διαδρομή και μάλιστα πέρασαν το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου (400 μ.Χ) μαζί, ξαναρχίζοντας το ταξίδι τους και πηγαίνοντας στην T’un-Hwang, στην περιοχή των συνόρων. Απ’ εκεί και μετά, αφού σταμάτησαν ένα μήνα, ο Fa-hien και οι φίλοι του ξεκίνησαν πρώτοι και αποσπάστηκαν από τον Pao-Yun και τους συνοδοιπόρους του. Ο Le Hao, ο νομάρχης της T’un-Hwang, τους είχε προμηθεύσει με όλα τα απαραίτητα μέσα για να διασχίσουν την έρημο, στην οποία υπάρχουν πολλά κακά δαιμόνια και ζεστοί άνεμοι για τους ταξιδιώτες.
Δεν υπάρχει ούτε ένα πουλί να δεις στον αέρα ψηλά, ούτε ένα ζώο στο έδαφος κάτω. Αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά τριγύρω για να βρεις προς τα που μπορείς να κατευθυνθείς, είναι δύσκολο να κάνεις τη σωστή επιλογή, αφού το μόνο σήμα και ένδειξη είναι τα ξεραμένα κόκαλα των νεκρών αφημένα πάνω στην άμμο. Μετά από ταξίδι δεκαεπτά ημερών, έφτασαν στο βασίλειο του Shen-shen μια χώρα τραχιά και ορεινή, με λεπτό και άγονο χώμα. Τα ρούχα των κοινών ανθρώπων είναι χοντρά, όπως αυτά που φοριούνται στον τόπο μας από τους Χαν και θα πρέπει να υπάρχουν στη χώρα πάνω από τέσσερις χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι ήταν όλοι οι μαθητές του Hinayana (Θεραβάντα).
Οι απλοί άνθρωποι ετούτου αλλά και των άλλων βασιλείων σε αυτή την περιοχή, καθώς και οι sramans (μοναχοί), όλοι εφάρμοζαν τους κανόνες της Ινδίας, μόνο που οι τελευταίοι με μεγαλύτερη ακρίβεια, ενώ οι πρώτοι πιο χαλαρά. Έτσι οι ταξιδιώτες που βρίσκονται σε όλα ετούτα τα βασίλεια, ακολουθούσαν το δρόμο από εδώ προς τα δυτικά, με τη διαφορά μόνο ότι ο καθένας είχε τη δική του ιδιαίτερη και βάρβαρη ομιλία. Οι μοναχοί, όμως, που είχαν παραιτηθεί από την κοσμική ζωή και εγκαταλείψει τις οικογένειές τους, ήταν όλοι μαθητές των ινδικών βιβλίων και της ινδικής γλώσσας.
Εδώ έμεναν για περίπου ένα μήνα, και στη συνέχεια συνέχιζαν το ταξίδι τους βορειοδυτικά, δεκαπέντε ημερών με τα πόδια, που τους έφερνε στη χώρα Woo-e (κοντά στην Kucha ή Karashahr στο βόρειο άκρο της λεκάνης Ταρίμ). Οι μοναχοί εδώ ήταν πολλοί αυστηροί με τους κανόνες, έτσι ώστε οι sramans (μοναχοί) από την περιοχή της Ts-in (δηλαδή της βόρειας Κίνας) ήταν όλοι απροετοίμαστοι για τους κανονισμούς αυτούς. Ο Fa-Hien, με επόπτη τον Foo Kung-sun, μπόρεσε και έμεινε με την παρέα του στο μοναστήρι για περισσότερο από δύο μήνες, και εδώ επανασυνδέθηκαν με τον Pao-Yun και τους συντρόφους του.
Στο τέλος αυτής της περιόδου, οι άνθρωποι της Woo-e ξεπέρασαν τα καθήκοντα της ευπρέπειας και της δικαιοσύνης, και αντιμετώπιζαν τους ξένους με τόσο φιλάργυρο τρόπο, ώστε οι Che-yen, Hwuy-keen, και Hwuy-wei, γύρισαν πίσω στη Kao-chang (κοντά στη Turfan), με την ελπίδα να βρουν εκεί τα απαραίτητα μέσα για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο Fa-Hien και οι υπόλοιποι, όμως, με κάποια γενναιοδωρία από τον Foo Kung-sun, κατάφεραν να πάνε κατ’ ευθείαν προς τα εμπρός με νοτιοδυτική κατεύθυνση, αλλά βρήκαν τη χώρα όσο προχωρούσαν, ακατοίκητη. Οι δυσκολίες που ανέκυψαν κατά τη διέλευση των ρεμάτων και των ποταμών στην διαδρομή τους, καθώς και τα δεινά που υπέστησαν, ήταν άνευ προηγουμένου για την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά μετά από διαδρομή ενός μηνός και πέντε ημερών, μπόρεσαν επιτέλους να καταλήξουν στη Yu-teen (Khotan).
Η Yu-teen, είναι ευχάριστο και ευημερούν βασίλειο, με άφθονο και ανθηρό πληθυσμό. Οι κάτοικοί του πρεσβεύουν το Νόμο μας, και ενώνονται όλοι μαζί όταν τραγουδάνε τη θρησκευτική μουσική για τη διασκέδασή τους. Οι μοναχοί ανέρχονται σε κάποιες χιλιάδες, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι οπαδοί του Mahyana. Όλοι προμηθεύονται τα τρόφιμά τους από το ίδιο μέρος. Σε όλη τη χώρα, τα σπίτια των ανθρώπων είναι ξεχωριστά σαν αστέρια και κάθε οικογένεια έχει μια μικρή στούπα μπροστά από την πόρτα του. Η μικρότερη από αυτές μπορεί να είναι είκοσι πήχες υψηλή, μπορεί και περισσότερο. Στα μοναστήρια φτιάχνουν δωμάτια και καταλύματα που διατίθενται σε όσους μοναχούς φθάνουν εκεί, και οι οποίοι εφοδιάζονται με ότι άλλο χρειάζονται.
Ο άρχοντας της χώρας φιλοξένησε τον Fa-hien και τους άλλους άνετα, και τους ικανοποίησε όλες τις επιθυμίες τους, σε ένα μοναστήρι που ονομάζεται Γομάτι (Gomati), της σχολής Μαχαγιάνα (Mahayana). Εδώ βρίσκονται προσκολλούμενοι τρεις χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι καλούνται για να γευματίσουν με τον ήχο ενός κουδουνιού. Όταν μπαίνουν στην τράπεζα, η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από ευλαβική σοβαρότητα και παίρνουν τις θέσεις τους με τάξη, σιωπηλοί. Κανένας ήχος δεν ακούγεται από τα κύπελλα της ελεημοσύνης και τα άλλα σκεύη. Όταν οποιοσδήποτε από αυτούς τους αγνούς ανθρώπους χρειάζεται τρόφιμα, δεν τους επιτρέπεται να φωνάξουν στους παρευρισκομένους γι ‘αυτό, αλλά κάνουν μόνο σημάδι με τα χέρια τους.
Οι Hwuy-king, Tao-ching, και Hwuy-tah ξεκίνησαν απ’ εκεί για τη χώρα Keeh-cha, αλλά ο Fa-hien και οι άλλοι που επιθυμούσαν να δουν την περιφορά των εικόνων, παρέμειναν πίσω για τρεις μήνες. Υπάρχουν σε αυτή τη Χώρα τέσσερα μεγάλα μοναστήρια, χωρίς να υπολογίζονται τα μικρότερα. Ξεκινώντας από την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα, σκουπίζουν και ρίχνουν νερό στους δρόμους μέσα στην πόλη, κάνοντας μεγάλη επίδειξη στις παρόδους και τα στενά σοκάκια. Πάνω από την πύλη της πόλης στήνουν μια μεγάλη σκηνή, στολισμένη με κάθε δυνατό τρόπο και μεγαλοπρέπεια, στην οποία ο βασιλιάς και η βασίλισσα, μαζί με τις κυρίες, όμορφα παραταγμένοι όλοι απολαμβάνουν την παραμονή και την ώρα τους.
Οι μοναχοί της μονής Γομάτι (Gomati), είναι οπαδοί Μαχαγιάνα τους οποίους σέβεται απεριόριστα ο βασιλιάς και έχουν το προβάδισμα από όλους τους άλλους στην πομπή. Σε μια απόσταση τριών έως τεσσάρων li (Κινεζική μονάδα μήκους, συνήθως πεντακόσια μέτρα, αλλά όχι πάντα) από την πόλη, είχαν μιαν άμαξα τετράτροχη, πάνω από τριάντα πήχεις ψηλή, που έμοιαζε με μεγάλη αίθουσα μοναστηριού η οποία κινείται κατά μήκος. Οι επτά πολύτιμες ουσίες (δηλαδή χρυσός, ασήμι, λάπις λάζουλι, βραχώδης κρύσταλλος, ρουμπίνια, διαμάντια ή σμαράγδια και αχάτης) εμφανίζονταν μεγαλειωδώς γύρω απ’ αυτή με μεταξωτές σερπαντίνες και στέγαστρα τριγύρω.

Η εικόνα του αρχηγού (προφανώς του Σακιαμούνι, Sakyamuni) βρισκόταν στη μέση της άμαξας, ενώ δύο Bodhisattvas ήταν παρόντες, μαζί με τα απαραίτητα devas (υπερφυσικά όντα στη Βουδιστική μυθολογία), όλα έξοχα σκαλισμένα πάνω σε χρυσό και ασήμι που κρέμονταν στον αέρα. Όταν η άμαξα βρισκόταν εκατό βήματα από την πύλη, ο βασιλιάς έβγαλε το στέμμα του κράτους, άλλαξε το μανδύα του με μια νέα στολή, και με γυμνά πόδια, κουβαλώντας στις λουλούδια στα χέρια και το θυμίαμα, και με δύο σειρές οπαδούς του, βγήκε έξω στην πύλη για να αντικρίσει την εικόνα και αφού υποκλίθηκε στο έδαφος με το κεφάλι και το πρόσωπό του, έκανε το αφιέρωμα, και στη συνέχεια σκόρπισε τα λουλούδια και έκαψε το λιβάνι.
Όταν η εικόνα εισήλθε από την πύλη, η βασίλισσα και οι λαμπρές κυρίες μαζί της, σκορπούσαν όλα τα είδη των λουλουδιών γύρω, τα οποία αφού βρισκόντουσαν για λίγο στον αέρα, έπεφταν ακολούθως στο έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, καθετί γινόταν για να αναδείξει την αξιοπρέπεια της στιγμής. Οι άμαξες των μοναστηριών ήταν διαφορετικές και το καθένα μοναστήρι είχε τη δική του μέρα για την πομπή. Η τελετή ξεκινούσε την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα και τελείωνε τη δέκατη τέταρτη, μετά την οποία ο βασιλιάς και η βασίλισσα επέστρεφαν στο παλάτι. Επτά ή οκτώ li προς τα δυτικά της πόλης, υπάρχει αυτό που ονομάζεται Νέα Μονή του βασιλιά, η κατασκευή του οποίου διήρκεσε ογδόντα χρόνια και πάνω από τρεις βασιλείες.
Μπορεί να είναι 250 πήχεις ψηλή, πλούσια σε κομψά σκαλίσματα και ένθετες εργασίες, που καλύπτεται εξωτερικά με χρυσό και ασήμι, και τελειωμένη εξ ολοκλήρου με συνδυασμό όλων των πολύτιμων υλικών. Κάπου πίσω βρίσκεται μια αίθουσα για το Βούδα υψίστης μεγαλοπρέπειας και ομορφιάς, της οποίας τα δοκάρια, οι κολώνες, οι πόρτες και τα παράθυρα, είναι όλα επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού. Εκτός από αυτό, τα διαμερίσματα για τους μοναχούς είναι επιβλητικά και κομψά διακοσμημένα, που δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν και εκφράσουν. Όταν οι πομπές των εικόνων στον τέταρτο μήνα τελείωσαν, ο Sang-Shao μόνος του ακολούθησε έναν Τάταρο και αναχώρησε για την Kophene (περιοχή της Καμπούλ).
Ενώ ο Fa-hien και οι άλλοι τράβηξαν μπροστά προς το βασίλειο της Tsze-hoh (το Μπαλτιστάν του βόρειου Πακιστάν), που τους πήρε είκοσι πέντε ημέρες για να φθάσουν. Ο βασιλιάς της ήταν σθεναρός οπαδός του νόμου μας και είχε γύρω του περισσότερους από χίλιους μοναχούς, κυρίως οπαδούς της Μαχαγιάνα. Εδώ οι ταξιδιώτες παρέμειναν για δεκαπέντε ημέρες και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν νότια για τέσσερις ημέρες, έως τα βουνά Ts’ung-ling, και έφθασαν στη χώρα του Yu-hwuy, όπου σταμάτησαν. Μετά πήγαν στους λόφους για είκοσι πέντε ημέρες, κι ύστερα στη Keeh-cha (Skardu, μια πόλη προς τα ανατολικά στη Ladak), όπου επανασυνδέθηκαν με Hwuy-kingκαι δύο συντρόφους του…
Η χώρα που είναι ανάμεσα στους λόφους και το κρύο, δεν παράγει τα άλλα δημητριακά και μόνο το σιτάρι ωριμάζει. Υπάρχει επίσης ένα δόντι του Βούδα, και περισσότεροι από χίλιοι μοναχοί και μαθητές τους, όλοι οπαδοί του Hinayana. Στα ανατολικά αυτών των λόφων τα ρούχα των καθημερινών ανθρώπων είναι από χοντροκομμένα υλικά. Οι κανόνες που τηρούνται από τους μοναχούς, είναι αξιοσημείωτοι, αλλά πολλοί για να τους αναφέρουμε εδώ αναλυτικά. Καθώς πηγαίνετε προς τα εμπρός σε αυτά τα βουνά, τα φυτά, τα δέντρα και τα φρούτα είναι όλα διαφορετικά από εκείνα της γης των Χαν, με εξαίρεση μόνο το μπαμπού, το ρόδι και το ζαχαροκάλαμο.
Από εδώ, οι ταξιδιώτες πήγαν δυτικά προς τη Βόρεια Ινδία, και αφού βρισκόντουσαν στο δρόμο για ένα μήνα, κατάφεραν περάσουν όλο το εύρος των βουνών Κρεμμύδι (Onionmountains). Το χιόνι βρίσκεται πάνω τους τόσο το χειμώνα όσο και το καλοκαίρι. Υπάρχουν επίσης ανάμεσά τους δηλητηριώδεις δράκοι οι οποίοι όταν προκληθούν, φτύνουν από εμπρός δηλητηριώδεις ανέμους, και προκαλούν βροχές από το χιόνι και καταιγίδες άμμου και χαλικιού. Απ’ εκεί δεν γλυτώνει ούτε ένας στους δέκα χιλιάδες. Οι άνθρωποι της χώρας αποκαλούν την περιοχή με το όνομα »Τα βουνά του Χιονιού». Όταν οι ταξιδιώτες τα πέρασαν, βρέθηκαν στη Βόρεια Ινδία και αμέσως μετά τα σύνορα σε ένα μικρό βασίλειο που ονομαζόταν T’o-Leih, όπου υπήρχαν πολλοί μοναχοί, όλοι οπαδοί του Hinayana.
Οι ταξιδιώτες συνέχισαν προς τα νότια-δυτικά για δεκαπέντε ημέρες στους πρόποδες των βουνών και ακολουθώντας την πορεία τους. Ο δρόμος ήταν δύσκολος και τραχύς, μια όχθη εξαιρετικά απόκρημνη ήταν μπροστά εκεί, ένας βράχος σαν λόφος, 10.000 πήχεις από τη βάση. Όταν κάποιος πλησίαζε την άκρη του, τα μάτια του γίνονταν ασταθή και αν ήθελε να πάει προς την ίδια κατεύθυνση, δεν υπήρχε μέρος στο οποίο θα μπορούσε να στηρίξει το πόδι του. Από κάτω ήταν τα νερά του ποταμού που ονομαζόταν Ινδός. Σε παλαιότερες εποχές οι άνδρες είχαν δημιουργήσει λαξευμένα μονοπάτια κατά μήκος των βράχων και διένεμαν σκάλες, συνολικά εφτακόσιες, στο κάτω μέρος του οποίου υπήρχε μια κρεμαστή γέφυρα από σχοινιά, μέσω της οποίας μπορούσες να διασχίσεις τον ποταμό που είχε πλάτος ογδόντα βημάτων.
Οι μοναχοί ρώτησαν τον Fa-hien αν θα μπορούσαν να μάθουν, πότε ο βουδισμός πήγε προς τα ανατολικά. Εκείνος απάντησε: »Όταν ρώτησα τους ανθρώπους αυτών των χωρών γι αυτό, όλοι είπαν ότι τους είχε παραδοθεί από τους πατέρες τους, από παλιά και ότι μετά τη δημιουργία της εικόνας του Μαϊτρέγια Μποντισάτβα, υπήρχαν Ινδοί μοναχοί που διέσχισαν αυτό το ποτάμι, κουβαλώντας μαζί τους σούτρες και Βιβλία Πειθαρχίας». Τώρα η εικόνα αυτή συστάθηκε περισσότερο από τριακόσια χρόνια μετά την Νιρβάνα του Βούδα, που εντοπίζεται στα χρόνια της βασιλείας του βασιλιά Ping της δυναστείας Chow. Σύμφωνα με αυτό, μπορούμε να πούμε ότι η διάδοση των μεγάλων δογμάτων μας στα ανατολικά ξεκίνησε από τη δημιουργία αυτής της εικόνας.
Γνωρίζουμε μια αλήθεια ότι το άνοιγμα ενός τέτοιου δρόμου και η διάδοση δεν είναι έργο ενός ανθρώπου, κι έτσι το όνειρο του Αυτοκράτορα Ming των Χαν είχε σωστή αιτία και αφορμή ( Εδώ αναφέρεται στην πεποίθηση ότι ένα όνειρο του αυτοκράτορα Χαν το 61 μ.Χ., τον οδήγησε να αναζητήσει το Βουδισμό και να τον καθιερώσει στην Κίνα). Μετά τη διέλευση του ποταμού, οι ταξιδιώτες έφτασαν στο βασίλειο Woo-chang (Udyana, βόρεια του Punjab), τμήμα πράγματι της Βόρειας Ινδίας. Οι άνθρωποι όλοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα της Κεντρικής Ινδίας, και Κεντρική Ινδία είναι αυτό που πρέπει να ονομάζουμε »Μέσο Βασίλειο» (Middle Kingdom).
Το φαγητό και τα ρούχα των κοινών ανθρώπων είναι τα ίδια με αυτά του Κεντρικού Βασιλείου, ενώ οι αρχές του Βουδισμού, βρίσκονται σε άνθηση. Υπάρχει μια παράδοση ότι όταν ο Βούδας ήρθε στην Βόρεια Ινδία, ήρθε σε αυτόν εδώ τον τόπο, και ότι εδώ άφησε ένα αποτύπωμα του ποδιού του. Οι Hwuy-king, Hwuy-tah καιTao-ching, προχώρησαν προς την κατεύθυνση της πατημασιάς του Βούδα στη χώρα Nagara, αλλά ο Fa-hienκαι οι άλλοι παρέμειναν στο Woo-Chang όλο το καλοκαίρι, κι όταν έφυγαν κατέβηκαν νότια και έφτασαν στη χώρα Soo-ho-na. Σε αυτή τη χώρα επίσης, ο Βουδισμός είναι ανθηρός.
Οι ταξιδιώτες, προχωρώντας κάτω και ανατολικά, μέσα σε πέντε μέρες έφτασαν στη χώρα της Gandhara, ο τόπος όπου βασίλευε ο γιος του Ασόκα (ο μεγάλος προστάτης του Βουδισμού τον τρίτο αιώνα π.Χ.). Λέγεται ότι όταν ο Βούδας ήταν ένας Μποντισάτβα, έδωσε τα μάτια του και για έναν άλλο άνθρωπο εδώ (άλλος ένας μύθος Jataka) και στο σημείο εκείνο έχει ανεγερθεί μια μεγάλη στολισμένη στούπα με στρώματα από πλάκες χρυσού και ασημιού. Οι άνθρωποι της χώρας ήταν κυρίως οπαδοί του Hinayana. Επτά μέρες ταξίδι από αυτό το σημείο προς τα ανατολικά, έφερε τους ταξιδιώτες στο βασίλειο των Τάξιλα (Taxila), που σημαίνει »το κομμένο κεφάλι» στη γλώσσα της Κίνας.
Εδώ, όταν ο Βούδας ήταν Μποντισάτβα, έδωσε το κεφάλι του σε έναν άνθρωπο (άλλος μύθος Jataka), και από αυτό το γεγονός, το βασίλειο πήρε το όνομά του.Πηγαίνοντας για δύο ημέρες ανατολικότερα, ήρθαν στον τόπο όπου ο Βούδας έριξε το σώμα του για να ταΐσει ένα πεινασμένο τίγρη (Mahasattva Jataka). Σε αυτά τα δύο μέρη έχουν κατασκευαστεί μεγάλες στούπες, όλες στολισμένες με στρώματα πολύτιμων ουσιών. Οι βασιλείς, οι υπουργοί και οι άνθρωποι των βασιλείων συναγωνίζονται όλοι τριγύρω κάνοντας τις προσφορές τους. Πηγαίνοντας προς τα νότια από την Gandhara, οι ταξιδιώτες σε τέσσερις ημέρες έφτασαν στο βασίλειο του Purushapura (Πεσαβάρ, Peshawar).
Παλαιότερα, όταν ο Βούδας ταξίδευε στη χώρα αυτή με τους μαθητές του, είπε στον Ανάντα: »Μετά την παρι-νιρβάνα μου, θα υπάρξει ένας βασιλιάς που θα ονομάζεται Kanishka (ο περίφημος Αυτοκράτορας της δυναστείας Kushan, 127 – 151 μ.Χ.), ο οποίος σε αυτό το σημείο θα οικοδομήσει μια στούπα (Στο Βουδισμό, παρι-νιρβάνα είναι η πλήρης νιρβάνα η οποία εμφανίζεται μετά το θάνατο κάποιου στον οποίο έχει επιτευχθεί πλήρης αφύπνιση). Πράγματι απ’ όλες τις στούπες και ναούς που είδαν οι ταξιδιώτες, δεν υπήρχε καμία συγκρίσιμη με αυτή στην ομορφιά, ομορφιά και μεγαλείο.
Σύμφωνα με μια φράση, αυτή είναι η καλύτερη στούπα στη Jambudvipa. Μπορεί να υπάρχουν εκεί περισσότεροι από επτακόσιοι μοναχοί. Κοντά στο μεσημέρι παίρνουν το κύπελλό τους και μαζί με τους κοινούς ανθρώπους κάνουν τις προσφορές κι ύστερα λαμβάνουν το μεσημεριανό γεύμα τους.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....

Δεν υπάρχουν σχόλια: